Σημειώσεις γιά τη μελέτη της Κουβανικής Επανάστασης

Η Επανάστασή μας είναι ένα υπέροχο φαινόμενο που μερικοί θέλησαν να δουν σ΄ αυτή, μια αντίφαση με μια από τις αρχές του ορθόδοξου επαναστατικού κινήματος, όπως το εκφράζει ο Λένιν: «Δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα χωρίς επαναστατική θεωρία». Θα ΄πρεπε να πούμε πως η επαναστατική θεωρία, σαν έκφραση μιας κοινωνικής αλήθειας, είναι πάνω από κάθε τύπο (φόρμουλα). Μια επανάσταση δηλαδή μπορεί να γίνει αν ερμηνευτεί επακριβώς η ιστορική αλήθεια και αν χρησιμοποιηθούν σωστά οι δυνάμεις που εμφανίζονται ακόμη κι αν η θεωρία είναι άγνωστη.

Μια καλή γνώση αυτής της θεωρίας διευκολύνει φυσικά την προσπάθεια και σε βοηθά ν΄ αποφύγεις επικίνδυνα σφάλματα, υπό τον όρων ότι η δεδομένη θεωρία ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Πρέπει να υπενθυμίσουμε επί πλέον πως αν οι κύριοι πρωταγωνιστές της Επανάστασης μας δεν ήταν κατά κυριολεξία θεωρητικοί, δεν αγνοούσαν όμως τα μεγάλα κοινωνικά φαινόμενα, ούτε τα δεδομένα των νομών που τα διέπουν.

Αυτό που λέω πρέπει να θεωρηθεί σαν μια εισαγωγή στην εξήγηση αυτού του περίεργου φαινομένου που ερεθίζει όλον τον κόσμο: η Κουβανέζικη Επανάσταση. Πως και γιατί μια ομάδα ανδρών έτρεψε σε φυγή ένα στρατό ασύγκριτα ανώτερο από άποψη τεχνικής και οπλισμού και επέτυχε να επιβιώσει αρχικά, να γίνει δυνατότερη μετά (μετά μάλιστα ακόμη δυνατότερη από τον εχθρό στις ζώνες του μετώπου) και να μετακινήσει αργότερα σε νέα εδάφη τον αγώνα, για να νικήσει τελικά τον εχθρό σε τακτικές μάχες με πάντα πολύ κατώτερο σ΄ αριθμό στρατό. Ιδού τι πρέπει να μελετηθεί για την ιστορία του σύγχρονου κόσμου.

Εμείς που τόσο συχνά παραλείψαμε να γνοιαστούμε, όπως θα ΄πρεπε, για τη θεωρία δεν θα εκθέσουμε τώρα την αλήθεια της Κουβανέζικης Επανάστασης παριστάνοντας τις αυθεντίας. Προσπαθούμε απλά να δώσουμε τις βάσεις της ερμηνείας αυτής της αλήθειας. Στην ουσία πρέπει να διαχωρίσουμε την Κουβανέζικη Επανάσταση σε δυο σταθμούς απόλυτα ξεκάθαρους: Αυτόν της στρατιωτικής δράσης ως την 1η του Γενάρη 1959 και αυτόν της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής διαφοροποίησης απ΄ αυτή την ημερομηνία κι έπειτα.

Αυτοί οι δυο σταθμοί πρέπει με τη σειρά τους να υποδιαιρεθούν, αλλά δεν το θεωρούμε σημαντικό από ιστορική άποψη. Θα σταθούμε στην εξέλιξη της επαναστατικής προόδου των ιθυνόντων της, όσον αφορά την επαφή με τον λαό. Με την ευκαιρία αυτή πρέπει να διευκρινίσουμε τη στάση μας απέναντι σε μια από τις πλέον αμφισβητούμενες σχέσεις του σύγχρονου κόσμου: τον μαρξισμό. Σαν μας ρωτούν αν είμαστε μαρξιστές ή όχι, η συμπεριφορά μας είναι σαν εκείνη του φυσικού που τον ρωτούν αν είναι «νευτωνικός» ή του βιολόγου που θα τον ρωτούσαν αν είναι «παστερικός». Υπάρχουν αλήθειες τόσο φανερές που είναι τελικά άσκοπο να συζητούνται. Πρέπει να είναι κανείς «μαρξιστής» τόσο φυσικά όσο είναι «νευτωνικός» ο φυσικός και «παστερικός» ο βιολόγος, υπολογίζοντας ότι αν νέα φαινόμενα προκαλέσουν νέες αντιλήψεις, εκείνα που πέρασαν δεν χάνουν τη συμμετοχή τους στην αλήθεια. Είναι η περίπτωση της σχετικότητας του Αϊνστάιν π.χ. ή η θεωρία των κβάντα του Πλανκ σε σχέση με τις ανακαλύψεις του Νεύτωνα, γεγονός που δεν αφαιρεί τίποτα από το μεγαλείο του Άγγλου σοφού. Χάρη στο Νεύτωνα η φυσική προχώρησε και ανακάλυψε τις νέες έννοιες του διαστήματος. Και ο Άγγλος σοφός είναι ένα αναγκαίο σκαλοπάτι.

Μπορεί φυσικά να κάνει κανείς ορισμένες παρατηρήσεις στον Μαρξ σαν άνθρωπος σκεπτόμενος και σαν ερευνητής απάνω στα κοινωνικά δόγματα και στα καπιταλιστικά συστήματα που μπόρεσε να γνωρίσει. Εμείς που είμαστε λατινοαμερικάνοι μπορεί π.χ. να μη παραδεχόμαστε την ερμηνεία του Μπολιβάρ ή την ανάλυση του Μεξικού που έκανε με τον Ενγκελς, όπου παραδεχόταν ορισμένες θεωρίες σχετικά με τις φυλές και τις εθνικότητες που στις μέρες μας είναι απαράδεκτες. Άλλα οι μεγάλοι άνδρες που ανακαλύπτουν φωτεινές αλήθειες μένουν ζωντανοί, παρά τα μικρά τους λάθη, που δεν χρησιμεύουν παρά να μας δείξουν πως είναι ανθρώπινοι, γι΄ αυτό και μπορεί να υποπέσουν σε σφάλματα, παρόλο που έχουμε απόλυτη συνείδηση για τις κορυφές που κατακτήσαν αυτοί οι γίγαντες της σκέψης. Να γιατί θεωρούμε τον μαρξισμό σαν τμήμα της πατριωτικής και επιστημονικής παιδείας των λαών και γιατί τον δεχόμαστε τόσο φυσικά όπως κάθε τι που δεν έχει πλέον ανάγκη να συζητηθεί.

Οι πρόοδοι των κοινωνικών και πολιτικών επιστήμων, όπως και σε άλλες περιοχές, ανήκουν σε μια μακρά ιστορική εξέλιξη που οι κρίκοι τους συναρμολογούνται, πολλαπλασιάζονται, δένονται και τελειοποιούνται συνεχώς. Στους παλαιότατους χρόνους υπήρχαν μαθηματικά κινέζικα, αραβικά ή ινδικά. Σήμερα τα μαθηματικά δεν έχουν σύνορα. Υπάρχει θέση στην ιστορία τους για ένα Έλληνα Πυθαγόρα, για έναν Γαλιλαίο Ιταλό, ένα Νεύτωνα Άγγλο, ένα Γκαους Γερμανό, ένα Λπμπατσεσβι Ρώσο, ένα Αϊνστάιν κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και στην περιοχή των κοινωνικών και πολιτικών επιστήμων μια μακρά αλυσίδα φιλοσόφων από τον Δημόκριτο ως τον Μαρξ εμπλούτισαν τις πρωτότυπες τους έρευνες και συγκροτήσανε το σύνολο των εμπειριών και των δογμάτων.

Αυτό που αξίζει στον Μαρξ είναι πως προκάλεσε ξαφνικά μια χαρακτηριστική αλλαγή στην κοινωνική σκέψη. Eρμηνεύει την ιστορία, καταλαβαίνει τον δυναμισμό της, προβλέπει το μέλλον, άλλα δεν πιστεύει ότι ικανοποιεί με τον τρόπο αυτό μια επιστημονική αναγκαιότητα, γι΄ αυτό εκφράζει επί πλέον μια επαναστατική ιδέα: δεν αρκεί να ερμηνεύουμε τη φύση πρέπει και να την μεταβάλουμε. Έκτοτε ο άνθρωπος παύει να είναι ο σκλάβος και γίνεται ο αρχιτέκτονας του πεπρωμένου του. Απ΄ αυτή τη στιγμή κι έπειτα ο Μαρξ γίνεται ο στόχος όλων εκείνων που έχουν ένα ιδιαίτερο συμφέρον στο να διατηρηθεί η παλιά τάξη, όπως έγινε άλλοτε στην περίπτωση του Δημόκριτου, που το έργο του κάηκε από τον ίδιο τον Πλάτωνα και τους δικούς του, ιδεολόγους της αθηναϊκής αριστοκρατίας των σκλάβων.

Από τον Μαρξ κι έπειτα μια πολιτική ομάδα συγκροτείται σε επαναστατική, όταν έχει συγκεκριμένες ιδέες, που στηριζόμενες στους Γίγαντες Μαρξ και Ένγκελς περνάει από τους σταθμούς της εξέλιξης που χρωστάμε σε προσωπικότητες σαν τον Λένιν και τον Μάο τσε Τουνγκ ως τους νέους σοβιετικούς και κινέζους ηγέτες που αποκατάστησαν ένα σύνολο διδασκαλιών και παραδειγμάτων. Η Κουβανέζικη Επανάσταση παίρνει τον Μαρξ από το σημείο εκείνο που εγκατέλειψε την επιστήμη για να πιάσει το επαναστατικό τουφέκι. Και τον πιάνει από κει, όχι από ρεβιζιονιστικό πνεύμα, ούτε και για να αγωνιστεί εναντίον εκείνου που έπεται του Μαρξ με την πρόθεση να αποκαταστήσει έναν «καθαρό» Μαρξ, άλλα απλά γιατί, μέχρι τότε ο επιστήμων Μαρξ, βρισκόμενος έξω από την ιστορία, μελετούσε και πρόβλεπε το μέλλον. Από κει κι έπειτα ο Μαρξ, ο επαναστάτης της ιστορίας, έμπαινε στον αγώνα. Πρακτικοί επαναστάτες εμείς, υπακουουμε απλώς επαναλαμβάνοντας τον αγώνα στους νόμους που πρόβλεψε ο επιστήμονας Μαρξ και πάνω σ΄ αυτό το δρόμο της ανταρσίας, αγωνιζόμενοι εναντίον της παλιάς δομής της εξουσίας, στηριζόμενοι στο λαό προκειμένου να καταστρέψουμε αυτή τη δομή και με κίνητρο του αγώνα μας την ευτυχία αυτού του λαού, δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να συμμορφωνόμαστε με τις επιστημονικές προβλέψεις του Μαρξ. Οι νόμοι δηλαδή του μαρξισμού περιέχονται εις τα συμβάντα της Κουβανέζικης Επανάστασης —και καλό είναι να το τονίσουμε για μια ακόμα φορά— ανεξάρτητα από το γεγονός αν οι ηγέτες του εφαρμόζουν ή γνωρίζουν στο βάθος αυτούς τους νόμους από θεωρητική άποψη.

Για να καταλάβουμε το επαναστατικό κουβανέζικο κίνημα μέχρι την 1η του Γενάρη θα έπρεπε να το υποδιαιρέσουμε σε πολλά σταδία: πριν από την απόβαση στη Γκρανμα, από την απόβαση στη Γκρανμα ως τις νίκες στη ντε λα Πλατα και στο Αρρογιο ντελ Ινφερνο, απ΄ αυτές τις μάχες ως τη μάχη του Ελ Υβερο και στην συγκρότηση της τρίτης και της τέταρτης φάλαγγας με την προέλαση προς την Σιέρα Κρισταλ και την δημιουργία του δεύτερου Μετώπου. Την απεργία του Απρίλη και την αποτυχία της. Την αντίσταση στη μεγάλη επίθεση και την προέλαση προς Λας Βιλλας. Κάθε μια από τις μικρές αυτές ιστορικές στιγμές του ανταρτοπόλεμου οροθετεί κοινωνικές έννοιες και διαφορετικές εκτιμήσεις της κουβανέζικης πραγματικότητας που διαμόρφωσαν τη σκέψη των στρατιωτικών αρχηγών της επανάστασης, πράγμα που θεμελίωσε τη θέση τους σε πολιτικούς αρχηγούς.

Πριν την απόβαση στη Γκρανμα κυριαρχούσε μια νοοτροπία που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ιδεαλιστική: πολλοί πίστευαν τυφλά σε μια λαϊκή έκρηξη αστραπιαία και ενθουσιάζονταν με την ιδέα να ανατρέψουν το καθεστώς του Μπατιστα μ΄ ένα γρήγορο ξεσηκωμό συνδυασμένο με αυθόρμητες επαναστατικές απεργίες, που θα προκαλούσαν την άμεση πτώση του δικτάτορα. Αυτή η κίνηση ήταν η άμεση κληρονομιά του ορθόδοξου κόμματος και της βασικής του αρχής: «Η τιμή κατά του χρήματος». Με άλλα λόγια η νέα κουβανέζικη κυβέρνηση θα βασιζόταν στην εντιμότητα της διοικήσεως.

Ωστόσο ο Φιντέλ Κάστρο είχε υποδείξει στο «Η Ιστορία θα με αθωώσει», τους στόχους που πέτυχε σχεδόν ολοκληρωτικά η επανάσταση και που τους ξεπέρασε μάλιστα εμβαθύνοντας στον αγώνα επί του οικονομικού πεδίου, που οδήγησε με τη σειρά του σε ένα ριζοσπαστισμό στα εθνικά και διεθνή πολιτικά μέτρα.

Μετά την απόβαση οι επαναστατικές δυνάμεις νικήθηκαν, αφού καταστράφηκαν σχεδόν τελείως. Ύστερα ανασυγκροτήθηκαν και δημιούργησαν το αντάρτικο. Οι ολίγοι επιζήσαντες —αποφασισμένοι για τον αγώνα— κατάλαβαν πως γελάστηκαν πιστεύοντας στον αυθόρμητο ξεσηκωμό όλου του νησιού. Όπως και, ότι ο αγώνας προμηνυόταν μακρύς. Επί πλέον έπρεπε να εξασφαλιστεί μεγάλη συμμετοχή των χωρικών. Αυτή την εποχή οι χωρικοί αρχίζουν να προσχωρούν στο αντάρτικο και δίδονται δυο μάχες, ασήμαντες από αριθμό πολεμιστών, άλλα σημαντικότατες ψυχολογικά ως προς τους χωρικούς, γιατί σβήνουν την προκατάληψη της αρχικής αντάρτικης ομάδας που την αποτελούσαν μόνον άντρες των πόλεων. Οι χωρικοί ήταν επιφυλακτικοί απέναντι σ΄ αυτές τις ομάδες και κυρίως φοβόντουσαν τα σκληρά αντίποινα της κυβέρνησης.

Με την ευκαιρία αυτή προκύψανε δυο αλήθειες και οι δυο παρά πολύ σημαντικές: οι χωρικοί κατάλαβαν πως οι παράνομες φορολογίες του στρατού και οι διωγμοί δεν θα κατάφερναν να εξολοθρεύσουν το αντάρτικο, μπορούσαν όμως να εξολοθρεύσουν τα σπίτια τους, τη συγκομιδή και τις οικογένειες τους. Και κατά συνέπεια ήταν μια καλή λύση να καταφύγουν στους κόλπους του αντάρτικου που η ζωή τους ήταν προστατευμένη. Οι αντάρτες έμαθαν απ΄ την πλευρά τους ότι γινόταν όλο και πιο αναγκαίο να συμμαχήσουν με τις μάζες των χωρικών και πως θα΄ άπρεπε οπωσδήποτε να τους προσφέρουν κάτι που θα τους εμψύχωνε. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο επιθυμητό για έναν χωρικό από τη γη.

Ακολουθεί λοιπόν ένα στάδιο νομάδων όπου ο Αντάρτικος Στρατός κατακτά προοδευτικά ζώνες επιρροής στις όποιες βέβαια δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ, άλλα ούτε και ο εχθρικός στρατός το επιτυγχάνει ή μάλλον δεν μπορεί καν να εισχωρήσει. Ανάλογα με τις μάχες αποκαθίσταται ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα ένα είδος ακαθάριστου μετώπου.

Η 28 Μαρτίου 1957 είναι μια αποφασιστική ημερομηνία. Είναι η επίθεση κατά του Ελ Υβερο, μιας ισχυρής φρουράς, καλά οχυρωμένης που θα μπορούσε επί πλέον να πάρει εύκολα ενισχύσεις, καθώς βρισκόταν σε παραλία και διέθετε και αεροδρόμιο. Σ΄ αυτή τη μάχη, που στάθηκε από τις αιματηρότερες, γιατί το 30% των αγωνιστών σκοτώθηκαν ή πληγώθηκαν, η νίκη των αντάρτικων δυνάμεων άλλαξε τελείως την κατάσταση. Εξασφαλίστηκε επί πλέον ένα έδαφος όπου το αντάρτικο μπορούσε να κινείται ελευθέρα, απ΄ όπου δεν διέφευγαν πληροφορίες προς τον εχθρό και από όπου ήταν εύκολο να καταλάβει κάνεις αστραπιαία την πεδιάδα και να κάνει εφόδους στις εχθρικές θέσεις.

Λίγο αργότερα δημιουργήθηκε ο πρώτος διπλασιασμός και συγκροτήθηκαν δυο μαχητικές φάλαγγες. Μ΄ ένα τέχνασμα απόκρυψης λίγο απλοϊκό, ονομάσαμε τη δεύτερη, Τετάρτη φάλαγγα. Οι δυο φάλαγγες βγαίνουν αμέσως στη δράση και στις 26 Ιουλίου πραγματοποιείται η επίθεση στην Εστραδα Παλμα. Και πέντε μέρες αργότερα στο Μπουευσιτο, 30 χιλιόμετρα μακρύτερα. Οι επιδείξεις δυνάμεων γίνονται ήδη σημαντικές και αναμένεται η αντεπίθεση με το ηθικό ψηλά. Οι προσπάθειες τους ν΄ ανέβουν στη Σιέρα απωθούνται επανειλημμένα και τα μέτωπα ξαπλώνονται σε μεγάλες περιοχές όπου και από τα δυο στρατόπεδα γίνονται επιθέσεις αντιποίνων. Τα μέτωπα μένουν σχεδόν σταθερά.

Με τον καιρό το αντάρτικο ενισχύεται λίγο λίγο με την ουσιαστική συμμετοχή των χωρικών της περιοχής και με μερικά μέλη του Κινήματος από τις πόλεις. Η μαχητικότητα μεγαλώνει και στερεώνεται η αγωνιστική αποφασιστικότητα. Το Φεβρουάριο του 1958 αφού αποκρούστηκαν μερικές επιθέσεις η φάλαγγα της Αλμέιδα, η 3η, φεύγει για να καταλάβει την περιοχή της του Σαντιάγκο και η του Ραούλ Κάστρο (που έχει τον αριθμό 6 και το όνομα του ήρωα μας του Φρανκ Παϊς, που πέθανε λίγους μήνες πριν) ξεκινά. Ο Ραούλ πραγματοποιεί το εγχείρημα να διασχίσει την Κεντρική Οδό τις πρώτες μέρες του Μάρτη. Εισδύει στις κορυφές του Μαγιαρε και δημιουργεί το Δεύτερο Μέτωπο του Οριέντε Φρανκ Παϊς. Τα νέα των αντάρτικων δυνάμεων μας με όλο και μεγαλύτερες επιτυχίες έφτασαν στον λαό, παρά την λογοκρισία, που η επαναστατική του δραστηριότητα θα τελείωνε σύντομα. Τότε ξέσπασε ο αγώνας σε όλο το εθνικό έδαφος, ξεκινώντας από τη Χαβανα με τη μορφή μιας γενικής επαναστατικής απεργίας που κατέστρεψε τον εχθρό, χτυπώντας τον ταυτόχρονα σε όλα τα μέτωπα. Ο ρόλος του Αντάρτικου Στρατού σ΄ αυτή την περίπτωση στάθηκε ένα είδος καταλύτη ΄η ίσως ενός «κεντρίσματος» που συνετέλεσε στο να ξεσπάσει το κίνημα. Αυτή την εποχή οι αντάρτες μας αύξησαν την δραστηριότητα τους και ο ηρωικός θρύλος του Καμίλο Σιενφουέγκος άρχισε. Πολεμούσε για πρώτη φορά στην πεδιάδα του Οριέντε σε σύνδεσμο με την Κεντρική διοίκηση και με οξύτατη γνώση οργάνωσης.

Άλλα η επαναστατική απεργία δεν ήταν σωστά οργανωμένη. Δεν φρόντισαν αρκετά την εργατική ενότητα και δεν προσπάθησαν να δράσουν οι εργάτες την κατάλληλη στιγμή. Θέλησαν να κάμουν μια μυστική επιχείρηση καλώντας στην απεργία από το ραδιόφωνο χωρίς να ξέρουν ότι το μυστικό της καθορισμένης ημερομηνίας και ώρας ήταν ήδη γνωστό από τους σμπίρους άλλα όχι και από το λαό. Το κίνημα της απεργίας απέτυχε και πολλοί επαναστάτες πατριώτες, από τους καλύτερους, δολοφονήθηκαν χωρίς οίκτο. Και μια παράξενη λεπτομέρεια που πρέπει να σημειωθεί κάπου στην ιστορία αυτής της επανάστασης: ο Ζυλ Ντυμπουά, ο χαφιές των βόρειο-αμερικανικών μονοπωλίων γνώριζε από πριν την μέρα που επρόκειτο να ξεσπάσει η απεργία.

Κείνη τη στιγμή δημιουργήθηκε μια από τις πιο σπουδαίες και χαρακτηριστικές αλλαγές στην εξέλιξη του πόλεμου, όταν δημιουργήθηκε η βεβαιότητα πως ο θρίαμβος δεν θα΄ ρθει παρά με την αύξηση των αντάρτικων δυνάμεων που θα συντελέσει στη συντριβή του εχθρικού στρατού σε κανονικές μάχες.

Οι σχέσεις με τους χωρικούς έχουν ήδη γίνει πολύ στενές. Η Αντάρτικη Στρατιά έχει δημοσιεύσει τον ποινικό της κώδικα και τον αστικό της κώδικα. Αποδίδει δικαιοσύνη, διανέμει τα τρόφιμα και εισπράττει φόρους στις περιοχές που διοικεί. Οι γειτονικές περιοχές δέχονται την επίδραση της Αντάρτικης Στρατιάς. Ετοιμάζονται μεγάλες επιθέσεις που στοιχίζουν σε δυο μήνες αγώνα χίλιους νεκρούς στους εισβολείς, που έχουν χάσει τελείως το ηθικό τους και μας προμηθεύουν εξακόσια όπλα επί πλέον.

Η δοκιμή πλέον έχει γίνει και αποδεικνύεται πως ο στρατός δεν μπορεί να μας νικήσει. Είναι γεγονός πως δεν υπάρχει στη Κούβα δύναμη ικανή να υποτάξει τις κορυφές της Σιέρα Μαέστρα και τους Μακί του δεύτερου μετώπου του Οριέντε Φρανκ Παϊς. Για το στρατό της τυραννίας οι δρόμοι προς την Οριέντε γίνονται αδιάβατοι. Μετά την αποτυχία της επίθεσης, ο Καμίλο Σιενφουέγκος (με τη 2η ταξιαρχία) και ο συγγραφέας αυτών των γραμμών (με την ταξιαρχία 8 Σιρό Ρεντόντο) αναλαμβάνουν να διασχίσουν την επαρχία της Καμαγκουαίη να σταθμεύσουν στην Λας Βίλλας και να κόψουν τις επικοινωνίες του εχθρού. Ο Καμίλλο θα συνέχιζε μετά την προέλαση του για να επαναλάβει το ηρωικό του κατόρθωμα (που το σύνταγμα του φέρνει το όνομα του Αντώνιο Μασέο) εισβάλλοντας στο νησί απ΄ άκρη σ΄ άκρη.

Ο πόλεμος παίρνει τότε καινούργια μορφή. Η αναλογία των δυνάμεων κλίνει προς το μέρος της επανάστασης. Δυο μικρά συντάγματα των 80 ως 140 ανδρών θα διασχίσουν επί τρεισήμισι μήνες τις πεδιάδες της Καμαγκουαιη συνέχεια κυκλωμένα ή παρακολουθούμενα από ένα στρατό που κινητοποιεί χιλιάδες άντρες. Τελικά οι δυνάμεις μας θα φτάσουν στην Λας Βιλλας και θ΄ αρχίσουν την επιχείρηση που θα κόψει στα δυο το νησί.

Φαίνεται κάποτε παράξενο ή αδιανόητο και συχνά απίστευτο ακόμη, πως δυο τόσο μικρού αναστήματος συντάγματα, χωρίς επικοινωνίες, χωρίς μεταφορικά μέσα, ούτε καν τα στοιχειώδη όπλα του σύγχρονου πολέμου μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τόσο καλά συντηρημένο και τέλεια οπλισμένο στρατό. Το σημαντικότερο είναι ο χαρακτήρας της κάθε στρατιάς. Όσο μεγαλύτερες δυσκολίες αντιμετωπίζει ο αντάρτης τόσο σκληρότερος γίνεται και όσο πιο πολύ αισθάνεται σε ασφάλεια στον τόπο του τόσο καλύτερο είναι το ηθικό του. Συγχρόνως ήρθαν στιγμές που διακινδύνεψε τη ζωή του, την έπαιξε κορώνα γράμματα και γενικά είναι τελείως αδιάφορο για τον αντάρτη, σαν άτομο, το αν θα επιζήσει ή όχι στο τέλος μιας μάχης. Ο στρατός του εχθρού, στο κουβανέζικο παράδειγμα που μας απασχολεί, είναι ο κατώτερος συνεταίρος του δικτάτορα, εκείνος που δέχεται το τελευταίο ψίχουλο που του αφήνει ο προτελευταίος των κερδοσκόπων, στην άκρη μιας μακριάς αλυσίδας, που αρχίζει από την Γουωλ Στρητ και τελειώνει σ΄ αυτόν. Είναι έτοιμος να υπερασπιστεί όλους αυτούς τους ενδιάμεσους υπό τον όρο ότι είναι σπουδαίοι. Τα έσοδα του και τα προνομία του αξίζουν αρκετά λίγες ταλαιπωρίες και λίγους κίνδυνους, άλλα σε καμία περίπτωση δεν αξίζουν τη ζωή του. Αν για να τους σώσει πρέπει να πληρώσει με τη ζωή του, είναι καλύτερο να τους εγκαταλείψει, να υποχωρήσει δηλαδή μπροστά στον αντάρτη. Απ΄ αυτές τις δυο αντιλήψεις και απ΄ αυτές τις δυο ηθικές προκύπτει η διαφορά που έμελλε να τελειώσει στην 31 του Δεκέμβρη 1958.

Η υπεροχή του Αντάρτικου Στρατού βεβαιώνεται λοιπόν από μέρα σε μέρα ενώ η άφιξη των συνταγμάτων μας στην Λας Βιλλας δείχνει πως το κίνημα της 26ης Ιουλίου είναι πολύ πιο λαϊκό από οποιοδήποτε άλλο: Επαναστατικό Διευθυντήριο, Δεύτερο Μέτωπο της Λας Βιλλας, Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και μικρό αντάρτικο της Αυθεντικής Οργάνωσης. Αυτή η δημοτικοτης προερχόταν ουσιαστικά από την αξιοσημείωτη προσωπικότητα του αρχηγού του κινήματος Φιντέλ Κάστρο, άλλα επίσης και από την μεγάλη ακρίβεια της επαναστατικής του γραμμής.

Εδώ τερματίζει η σύγκρουση. Άλλα οι άντρες που φτάνουν στη Χαβανα ύστερα από δυο χρόνων λυσσασμένου αγώνα μέσα στη Σιέρα και στις πεδιάδες του Οριέντε, στις πεδιάδες και στα βουνά της Καμαγκουαίη, τις πεδιάδες και τα βουνά της Λας Βίλλας, δεν είναι πια οι ίδιοι στην ιδεολογική γραμμή μ΄ αυτούς που ξεμπάρκαραν στις παραλίες της Λας Κολοράντας ούτε μ΄ αυτούς που στρατεύθηκαν στην πρώτη περίοδο του αγώνα. Η επιφυλακτικότητα τους απέναντι στους χωρικούς έχει μεταβληθεί σε φιλία και σεβασμό για τα προτερήματα τους. Η ολοκληρωτική τους άγνοια της αγροτικής ζωής μεταβλήθηκε σε απόλυτη γνώση των αναγκών των χωρικών μας. Τα παραμύθια για στατιστικές και θεωρίες εξουδετερώθηκαν από το τσιμέντο της πραγματικότητας.

Με σημαία τους την Αγροτική Μεταρρύθμιση που η πραγματοποίηση της αρχίζει στη Σιέρα Μαέστρα, αυτοί οι άντρες συγκρούονται με τον ιμπεριαλισμό. Ξέρουν πως η Αγροτική Μεταρρύθμιση είναι η βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί η νέα Κούβα. Ξέρουν επίσης πως η Αγροτική Μεταρρύθμιση θα δώσει γη σ΄ όλους τους μη κατέχοντες, απογυμνώνοντας εκείνους που την είχαν παράνομα σφετεριστεί. Γνωρίζουν ακόμη πως οι μεγαλύτεροι σφετεριστές είναι άνθρωποι που εξασκούν την επιρροή τους στην Κρατική Διοίκηση, ή στην κυβέρνηση των ΗΠΑ. Άλλα έμαθαν να νικούν τις δυσκολίες με θάρρος, με κουράγιο και κυρίως με την υποστήριξη του λαού. Και βλέπουν ήδη στο μέλλον, πέρα από τις δοκιμασίες την απελευθέρωση που μας περιμένει.

Για να φτάσουμε σ΄ αυτή την οριστική επίγνωση των στόχων μας, χρειάστηκε να κάνουμε μια μεγάλη διαδρομή και να εξελιχτούμε πολύ. Παράλληλα με τις ουσιαστικές, διαδοχικές αλλαγές που έγιναν στα πεδία της μάχης δημιουργήθηκαν και διαφοροποιήσεις στο σύνολο των αντάρτικων σχέσεων και στις ιδεολογικές θέσεις των αρχηγών τους. Πραγματικά η κάθε μια απ΄ αυτές τις αλλαγές, αποτελεί μια διαφοροποίηση στη σύνθεση, στη δύναμη, στην επαναστατική ωριμότητα του στρατού μας. Η αγροτιά του δίνει το σφρίγος της, την αντίσταση της στις δοκιμασίες, την γνώση της για το έδαφος, τον ερωτά της για τη γη, την επιθυμία της για την αγροτική μεταρρύθμιση. Ο διανοούμενος όποιος κι αν είναι συνεισφέρει τον κόκκο της άμμου για ν΄ αρχίσει το προσχέδιο της θεωρίας. Ο εργάτης είναι που δίνει την αίσθηση της οργάνωσης με την έμφυτη τάση του στη συγκέντρωση και την ένωση. Όλα αυτά έχουν σαν υπόδειγμα τις αντάρτικες δυνάμεις μας που είχαν ήδη αποδείξει πως ήταν κάτι περισσότερο από ένα «κέντρισμα», γι΄ αυτό φλόγισαν και ξεσήκωσαν τις μάζες σε σημείο να τις κάνει να χάσουν τον φόβο τους για τους δήμιους τους. Ποτε δεν είχαμε μια γνώση τόσο διαυγή, όσο σήμερα, αυτής της αμοιβαίας επίδρασης. Αισθανθήκαμε ακόμη το πώς ωρίμαζε αυτή η αμοιβαιοτης: εμείς δείχναμε την αποτελεσματικότητα της ένοπλης σύγκρουσης, τη δύναμη που διαθέτει ένας άνθρωπος όταν έχει για ν΄ αμυνθεί κι άλλους ανθρώπους, ένα όπλο στο χέρι και στα μάτια την απόφαση να νικήσει. Οι χωρικοί από την πλευρά τους μας έδειχναν τις παγίδες της Σιέρα, την αναγκαία δύναμη για να ζήσεις και να νικήσεις και την δόση της ορμής, την αίσθηση της αυτοθυσίας που πρέπει να ΄χεις για να μπορέσεις να οδηγήσεις προς τα μπρος το πεπρωμένο ενός λαού.

Έτσι όταν μουσκεμένοι από τον ιδρώτα της εξοχής, ο αρχηγός των ανταρτών και η συνοδεία του, άφηναν πίσω τους έναν ορίζοντα βουνών και σύννεφων και το φλογερό έδαφος του νησιού κι έμπαιναν στη Χαβάνα «Η ιστορία ανέβαινε με τα πόδια του λαού» ένα καινούργιο «σκαλοπάτι του χειμωνιάτικου παλατιού».

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, 8 Οκτωβρίου 1960.

Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.

Ο ανταρτοπόλεμος ως πολιτικός καταλύτης

Che Guevara 971Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος.

Για ποιό λόγο ανταρτοπόλεμος;

Από που εξεπήγασε η θεωρία του Τσέ για τον ανταρτοπόλεμο; Κατά κύριο λόγο από ισπανικές πηγές (Η Ισπανία εξάλλου είναι η απαρχή του νεώτερου αντάρτικου): εμελέτησε στο Μεξικό το 1955 τα κείμενα πάνω στη στρατιωτική στρατηγική του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, και υπήρξε ένας από τους καλύτερους μαθητές του παλιού αξιωματικού του δημοκρατικού στρατού, Αρμάντο Μπάϊο, που γύμναζε τους Κουβανούς αντάρτες πρωτού αναχωρήσουν. Δεν ανακάλυψε τους «κλασσικούς του Μάο Τσέ – Τούνγκ παρά αργότερα, στη Σιέρρα, το 1958. Μετά τη νίκη, θα μελετήσει από κοντά την πείρα των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, των Αλγερινών εθνικιστών, των βιετναμέζων επαναστατών. Κι αφού ειπώθηκαν τα παραπάνω, προφανές είναι ότι κύρια πηγή του είναι η βιωμένη εμπειρία του ίδιου του κουβανέζικου αντάρτικου.

Γιατί το αντάρτικο της αγροτιάς ήτανε στα μάτια του Τσέ o δρόμος, ο πιό σίγουρος και ο πιό πραγματικός για το σχηματισμό του λαϊκού στρατού; Υπάρχουν στα κείμενά του σειρά επιχειρημάτων φύσεως οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και στρατιωτικής, για να δικαιολογηθεί ο προνομιούχος ρόλος τον οποίον αποδίδει στο αντάρτικο μέσα στο καθολικό προτσές του επαναστατικού πολέμου.

1. Στο οικονομικό: στις υπο-ανάπτυκτες χώρες, στην αγροτική οικονομία, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού βρίσκεται στην εξοχή, η επανάσταση είναι, στην αρχή αγροτική επανάσταση που διεξάγεται στις εξοχές και στα βουνά, κατεβαίνοντας αργότερα στις πόλεις (όπου γίνεται σοσιαλιστική) (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 201, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Το επιχείρημα αυτό, μεμονωμένα λαμβανόμενο θα ήτανε μηχανιστικό: ξέρουμε σωστά ότι η τσαρική Ρωσσία, χώρα κατ΄ εξοχήν αγροτική, εγνώρισε όμορφα και καλά μια αστική προλεταριακή επανάσταση τον Οχτώβρη του 1917…

2. Στο κοινωνικό: η φριχτή καταπίεση και η υπερεκμετάλλευση των χωρικών, κολασμένων της γής, που δεν έχουν τίποτε να χάσουν, των οποίων η κοινωνική κατάσταση είναι εκρηκτική, και που κατά συνέπεια αποτελούν «τεραστία επαναστατική δύναμη εν δυνάμει» (Διακήρυξη της Αβάνας, 1961). Αναλύοντας το ρόλο των διαφόρων στρωμάτων της αγροτιάς, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι όχι μόνο το αγροτικό προλεταριάτο μα και οι φτωχοαγρότες αποτελούν την κοινωνική βάση του αντάρτικου της υπαίθρου. Αληθινά οι στρατιώτες που αποτέλεσαν τον πρώτο μας αντάρτικο στρατό από χωρικούς προήρχονταν, από την πλευρά αυτής της τάξης που εκδηλώνει σχεδόν επιθετικά την επιθυμία της για απόκτηση γής, που εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα που καταλογίζεται σαν «μικροαστικό…». (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, σελ. 94, 104. Ας αντιπαραβάλουμε με την αποκαλυπτική δήλωση του προέδρου της Κολομβίας, Κάρλος Λιέρας Ρεστρέπο, το 1966: «Νομίζω ότι πολιτικά οι μικροκτηματίες είναι πολύ πιό επικίνδυνοι από τους γαιοκτήμονες. Οι ιδιοκτησίες αυτές που όλο και μικραίνουν, δεν επαρκούν στο να συντηρήσουν μια οικογένεια και το πρόβλημα των μικροκτηματιών επιδεινούται αδιάκοπα με την διανομή που επιβάλλει ο νόμος κληρονομίας και με την ισχυρή δημογραφική έκρηξη… που δημιουργεί μια τάξη «προλεταρίων ιδιοκτητών» των οποίων τα εισοδήματα είναι ακόμη πενιχρότερα από των θεριστάδων του ζαχαροκάλαμου», στο Ν. Γκάλλι, «Η κληρονομιά του Τσέ Γκουεβάρα», Πνεύμα, Σεπτέμρ. 1969, σελ. 215. Δες επίσης τις δηλώσεις του αρχηγού των επαναστατικών Στρατιωτικών Δυνάμεων της Γουατεμάλας, Καίσαρ Μόντες, για την εκπληκτική επιτυχία του αντάρτικου στους πτωχεύσαντες μικροϊδιοκτήτες χωρικούς).

3. Στο πολιτικο-στρατιωτικό: κατά τον Τσέ οι αστικές επαναστάσεις, οι περικλεισμένες και σωριασμένες μέσα στα όρια της πόλης, τελειώνουν συνήθως με την ήττα των επαναστατών και τη σφαγή του λαού. Το επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί τότε να ανασυνταχθεί παρά εάν, όπως στην Κίνα μετά την ήττα στην πόλη συμπτυχθεί στην ύπαιθρο και διεξαγάγει τον ανταρτοπόλεμο. Ο λαϊκός στρατός ο ικανός να χτυπήσει το στρατό της ολιγαρχίας δεν γεννιέται αυτομάτως: χρειάζεται να τον φτιάξεις προοδευτικά στην πορεία ενός παρατεινόμενου πολέμου. Και λοιπόν, μια τέτοια συνεχιζόμενη πάλη μακρόχρονης διάρκειας δύσκολα μπορεί να διεξαχθεί αλλού, από την ύπαιθρο, που αποτελεί τον κρίκο τον πιό αδύνατο της καταπίεσης. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 217, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

4. Στη στρατιωτική στρατηγική: Η ύπαιθρος είναι το πεδίο το πλέον ευνοϊκό στο λαϊκό στρατό: προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στην οπλισμένη πρωτοπορεία, μεγαλύτερο χώρο ελιγμών οδών σύμπτυξης, κρυψώνων μή προσβαλλομένων από τις δυνάμεις της καταπίεσης, ελαστικότητας στις κινήσεις. Οσο για το αντάρτικο των πόλεων, ο Τσέ, αν και αναγνωρίζοντας την «άκρα σημασία» του, φαίνεται να είχε υποτιμήσει το ρόλο του, θεωρώντας το σαν απλό υποπροϊόν του αντάρτικου της υπαίθρου («αντάρτικο μέσα στην πόλη δεν μπορεί να ξεπηδήσει από μόνο του») και περιορίζοντάς το κυρίως στο σαμποτάζ. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, «Ο πόλεμος στις αστικές ζώνες», σελ. 71-72, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Στην πρόσφατη ιστορία της ένοπλης πάλης στη Λατινική Αμερική, το αντάρτικο των πόλεων (Τουπαμάρος στην Ουραγουάη, διάφορες οργανώσεις στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στη Γουατεμάλα) έπαιξε ένα ρόλο πολιτικά πολύ σημαντικότερο από ότι είχε προβλέψει ο Τσέ στα κείμενά του, γενικεύοντας υπερβολικά την περίπτωση της Κούβας. Εξάλλου, οι αποτυχίες και οι δυσκολίες του αντάρτικου της υπαίθρου στο Περού (και στη Βολιβία…) κάνουν να υποθέσουμε ότι εκεί υπερεκτίμησε την ασφάλεια που προσφέρει η ύπαιθρος σε σχέση με την πόλη για την ένοπλη πρωτοπορία.

Το αντάρτικο και ο λαός.

Η θεωρία του Τσέ για το αντάρτικο καταδικάστηκε από τους ψευτο-ορθόδοξους σαν μπλανκιστική αίρεση, μπακουνική, τυχοδιωκτική, στηριγμένη στην αυταπάτη ότι μια μικρή ομάδα ανθρώπων ηρωικών κι αποφασισμένων μπορούσε να κάμει την επανάσταση, να καταλάβει την αρχή και να απελευθερώσει το λαό, και που θα θέλει να υποκαταστήσει τους λαϊκούς αγώνες με τα αξιοθαύμαστα κατορθώματα μιας ομάδας παληκαράδων τύπου τριών σιδερόφρακτων σωματοφυλάκων. Λοιπόν, αυτό δεν ήτανε καθόλου η γνώμη του Τσέ, που δεν δεχότανε στο «εγχειρίδιό (του) για το αντάρτικο» την ετυμολογική σημασία της ισπανικής λέξης (γκουερίλα=μικρός πόλεμος) υπογραμμίζοντας ότι ο ανταρτοπόλεμος δεν ήταν μικροσκοπικός πόλεμος, ο πόλεμος μιας ομάδας μειονότητας εναντίον του ισχυρού στρατού, αλλά αντίθετα μάλιστα ο πόλεμος ολοκλήρου του λαού εναντίον της καταπιεστικής κυριαρχίας. Στο άρθρο του Ανταρτοπόλεμος μια μέθοδος, είναι ακόμα πιό ξεκάθαρος: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορεία του λαού {…} στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». Αυτό είναι το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του βιετναμέζικου λαού, που ήταν στα μάτια του Τσέ, το παράδειγμα το πιό ολοκληρωμένο «οργανικού» δεσμού μεταξύ της ένοπλης πρωτοπορείας και του λαού, και όπου «ο ανταρτοπόλεμος» δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 183,203,-204, Εκδ. Καρανάση. Πρόλογος στο «Guerra del Pueblo, Ejercito del Pueblo», του Γκιάπ, στο Pensamiento Critico, αριθ. 33 Οκτώβρης 1969, σελ. 250).

Είναι επίσης, εννοείται, και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι κατά το αντάρτικο της Κούβας είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο και από κεί «πολλά έμαθε» – γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. (σσ Εκλεκτά Εργα: σελ. 368, (Αμερικάνικη έκδοση). Εν πρώτοις, ο λαός (δηλαδή, στην εξοχή, οι χωρικοί) δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που ξέρουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνήσιας ζωής. Και για να γενικεύσουμε, ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου» που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, Σελ. 186-187, 194, βλ. επίσης «Η Επανάσταση στην Κούβα», σελ. 203. Εκδ. Καρανάση 1970).

Οι αγροτικές μάζες δεν παίζουν αυτό τον αποφασιστικό ρόλο στο βαθμό που το αντάρτικο εμφανίζεται σαν έκφραση της πάλης τους της ταξικής. Για το λόγο λοιπόν αυτό πρέπει η ένοπλη δράση του αντάρτικου να είναι η απήχηση της κοινωνικής προστασίας του λαού κατά των καταπιεστών του και των βλέψεων της μεγάλης αγροτικής μάζας που θέλει να αλλάξει το καθεστώς ιδιοκτησίας της γής. Με άλλα λόγια, πρέπει να καταλάβει την πολιτική σημασία του αντάρτικου και να την κάνει δική του.

Γι΄ αυτό ο Τσέ, χωρίς καθόλου να αμελεί την καθαυτό στρατιωτική βαρύτητα, επέμενε στη σπουδαιότητα της πολιτικής δουλειάς που πρέπει να εκτελέσει η πρωτοπορεία και χαρακτήριζε τον επαναστατικό πόλεμο σαν «μεγάλη πολιτικο-στρατιωτική ενέργεια της οποίας τμήμα μόνο είναι το αντάρτικο». Η πρωτοπορεία οφείλει παράλληλα με την ένοπλη δράση να προωθεί μια εντατική μαζική εργασία, εξηγώντας τα αίτια και τους σκοπούς της επανάστασης, τις νίκες του αντάρτικου, τους λόγους για κάθε ενέργεια, και καλώντας σε μαζικούς αποτελεσματικούς αγώνες τους εργάτες και τους χωρικούς: «Οι άκριτες δολοφονίες και τρομοκρατίες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική εργασία, να μεταδίδεται το επαναστατικό ιδανικό, να γίνεται προσπάθεια να ωριμάζει, έτσι, που στην πρέπουσα στιγμή οι μάζες αυτές υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό, να μπορούν να κινητοποιηθούν και να κάνουν να γείρει ο ζυγός στην πλευρά της Επανάστασης. Για το σκοπό αυτό, δεν πρέπει να αμελούμε τις λαϊκές εργατικές και αγροτικές οργανώσεις, που διαδίδουν στις γραμμές τους το επαναστατικό ιδανικό, δίνοντας να διαβάζουν και εξηγώντας τα δημοσιεύματα της επανάστασης». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 222, 223-42, Εκδ. Καρανάση 1972. Είναι εξάλλου γνωστό, ότι κατά την εισβολή του σώματός του στην επαρχία Καμαγκουέη, το καλοκαίρι του 1958, ο Τσέ έφερε σε επαφή τα συνδικάτα εργατών και αγροτών της περιοχής, και μάλιστα ίδρυσε και τοπικούς συνεταιρισμούς εργατών γής. Επιστολή του Τσέ στον Φιντέλ, 13 Σεπτεμβρίου 1958, στο Αντάρτικο, αριθ. 1, Μιλάνο, 1969, σελ. 53).

Βλέπει λοιπόν κανένας πόσο ψεύτικη είναι η εικόνα του Επινάλ, ενός Τσέ ρωμαντικού τυχοδιώκτη, είδους κόκκινου Αρτανιάν, που θα εννοούσε το αντάρτικο σαν κονταρομαχία σωματοφυλάκων εναντίον της βασιλικής φρουράς… Αν και αποδίδει αυστηρή και σχολαστική σημασία, στα καθαρώς στρατιωτικά και στρατηγικά ζητήματα της πάλης, ο Τσέ Γκεβάρα είχε σαφώς συλλάβει το συνολικό χαρακτήρα, πολιτικο-στρατιωτικό του λαϊκού πολέμου, και την κεφαλαιώδη σπουδαιότητα της κινητοποίησης, της προπαγάνδας και της οργάνωσης των μαζών για τον επαναστατικό αγώνα.

Εξάλλου, η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από το ένα μέρος με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του στρατού της καταπίεσης, από το άλλο μέρος, με την εφαρμογή, στις περιοχές υπό τον έλεγχό του, μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: απαλλοτρίωση, κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων, κλπ. Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι βαθμηδόν σαν εξουσία κατ΄ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότης που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: εξουσία και νομοθεσία επαναστατικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης των κυριαρχουσών τάξεων.

Υστερα από αυτά η σχέση μεταξύ αγροτιάς και αντάρτικου δεν είναι καθόλου σχέση μονόπλευρη, μηχανιστική, με μιά και μόνη κατεύθυνση «εκ των άνω προς τα κάτω». Με την επαφή με τη ζωή, με τα προβλήματα, τους αγώνες των αγροτών, «μια επανάσταση διενεργείται μέσα στα μυαλά μας», παρατηρεί ο Τσέ, υπογραμμίζοντας το ρόλο της εμπειρίας αυτής για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του αντάρτικου. Στην πορεία του ανταρτοπόλεμου μπαίνει σε ενέργεια ένα προτσές διαλεκτικής αμοιβαιότητος μεταξύ της πρωτοπορείας και των μαζών: «δημιουργείται τότε {…} μια αληθινή ενδοενέργεια μεταξύ αυτών των αρχηγών που διδάσκουν στο λαό, με τα γεγονότα, τη θεμελιακή σπουδαιότητα της ένοπλης πάλης και τον ίδιο το λαό, που μεγαλώνει μέσα στην πάλη και δείχνει με τη σειρά του στους αρχηγούς τις πρακτικές ανάγκες. Από αυτή την ενδοενέργεια μεταξύ του αντάρτη και του λαού του ξεπηδάει έτσι ένας προοδευτικός ριζοσπαστισμός που επιτείνει βαθμιαία τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του κινήματος και του δίνει εθνική διάσταση». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. «Ο Γκουεριλλέρο κοινωνικός αναμορφωτής», σελ. 76-77, Εκδ. Καρανάση 1972). Πράγματι η στενή συνοχή μεταξύ ανταρτών και χωρικών δεν γίνεται μονομιάς δημιουργείται προοδευτικά στην πολιτικο-στρατιωτική πράξη στο διάστημα της οποίας το αντάρτικο γίνεται λαϊκό και ο λαός επαναστατικός, τα δυό να συγχωνεύουνται βαθμιαία, σε ένα «σώμα» σχετικά ομογενές. Απ΄ αυτή τη στιγμή κι έπειτα το αντάρτικο γίνεται ακατανίκητο στην πράξη και μπορεί προοδευτικά να χτυπήσει γερά, να αποθαρρύνει και να νικήσει το στρατό του αστικού κράτους.

Αν είναι αληθινό ότι ο πυρήνας του αντάρτικου δεν μπορεί ευθύς από την αρχή να είναι «μαζικό κίνημα», δεν θα χρειάζεται ωστόσο κάποια πολιτική δουλειά στους κόλπους των λαϊκών μαζών των πόλεων και της υπαίθρου για να ετοιμάσει το ξέσπασμα της ένοπλης πάλης; Το φτιάξιμο ενός πολιτικο-στρατιωτικού δικτύου στήριξης, καταφυγίου και εφοδιασμού (στις πόλεις και μεταξύ των χωρικών) δεν είναι η προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του πυρήνα; Το αντάρτικο δεν πρέπει ευθύς από την αρχή να βρίσκεται σε σύνδεση με τους ήδη υπάρχοντες ταξικούς αγώνες σε μερικές περιοχές της υπαίθρου; Η απάντηση σ΄ αυτά τα ερωτήματα – που ετέθησαν με δριμύτητα ύστερα από τη βολιβιανή τραγωδία του 1967 – και σε πολλές άλλες δεν θα βρεθεί μόνο στα κείμενα του Τσέ, θα δοθεί με τη συγκεκριμένη εμπειρία νέων επαναστατικών πρωτοποριών που διεξάγουν τον αγώνα στη Λατινική Αμερική (και αλλού) σήμερα.

Ο επαναστατικός πόλεμος δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να θριαμβεύσει χωρίς μερικές συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές. Οι αντικειμενικές συνθήκες στη Λατινική Αμερική είναι τύπου συγκροτησιακού (η αθλιότητα των μαζών, η εκμετάλλευση η υπο-ανάπτυξη, οι παλιές κοινωνικές σχέσεις κλπ.) ή συνεπόμενου (οικονομικές κρίσεις, δικτατορικό καθεστώς, απουσία των νόμιμων δρόμων). Στο Ανταρτοπόλεμος, ο Τσέ παρουσιάζει τα δικτατορικά πολιτικά επακόλουθα σαν όρο Sine qua non (εκ των ών ούκ άνευ) για την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα. «Οταν μια κυβέρνηση ανέλθει στην εξουσία με λαϊκή ετυμηγορία, νοθευμένη ή όχι, και κρατάει μια επιφάνεια τουλάχιστον συνταγματικής νομιμότητας, ο σπόρος του αντάρτικου δεν μπορεί να σκάσει, επειδή όλες οι δυνατότητες της νόμιμης πάλης δεν έχουν εξαντληθεί». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, «Οι γενικές αρχές του Ανταρτοπολέμου», σελ. 40, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Αλλά στα κατοπινά του κείμενα πάει να δώσει ολιγότερη σημασία στη νόμιμη ή μή επιφάνεια του υπάρχοντος ολιγαρχικού καθεστώτος.

Οσο για τις υποκειμενικές συνθήκες, υπάρχουν βασικά δύο που είναι συμπληρωματικές και πού ενισχύονται κατά την πορεία της πάλης.

– Η συναίσθηση της ανάγκης της επαναστατικής αλλαγής του καθεστώτος.

– Η συναίσθηση της δυνατότητας αυτής της αλλαγής.

Η δύναμη της ολιγαρχίας βασίζεται (μεταξύ άλλων) ακριβώς στην απουσία αυτών των όρων: πάνω στην ιδεολογική αλλοτρίωση των λαϊκών μαζών (ή) στο φόβο τους της ένοπλης δύναμης του αστικού κράτους. Η πλάνη των αισιόδοξων ελπίδων αστραπιαίας νίκης, που κατείχε το εκστρατευτικό σώμα του Granma το Δεκέμβριο του 1956 εξεπήγαζε από την άγνοιά τους του ρόλου του δεύτερου υποκειμενικού όρου: ο κουβανέζικος λαός είχε συναίσθηση της ανάγκης αλλαγής, μα του έλειπε η βεβαιότητα των δυνατοτήτων του, να γίνει η αλλαγή. (σσ Πολιτικά Κείμενα: «Το Μαρξιστικό Λενινιστικό Κόμμα», τομ. Α΄, σελ. 203, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, Επίσης Στρατιωτικά Κείμενα: «Η κατανόηση της ποικιλίας στις σχέσεις των δυνάμεων», σελ. 212, Εκδ. Καρανάση).

Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι τα κόμματα και οι επαναστατικοί αρχηγοί οφείλουν να περιμένουν με σταυρωμένα χέρια την ωρίμανση και την ανάδυση αυτών των συνθηκών. Ενάντια προς μια παρόμοια νεο-καουτσκική παθητικότητα (συστατικό πλατιών τομέων της παραδοσιακής αριστεράς στη Λατινική Αμερική), εναντίον του αναβλητισμού των επαναστατών ή ψευτο-επαναστατών που δικαιολογούν την απροσεξία τους, ισχυριζόμενοι ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει κατά του κανονικού στρατού, χωρίς να υπολογίσουμε εκείνους που περιμένουν να βρούν συγκεντρωμένες κατά μηχανιστικό τρόπο όλες τις συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές, χωρίς να μεριμνήσουν για να τις επιταχύνουν», ο Τσέ επιμένει πάνω σε τούτα τα κεφαλαιώδη μαθήματα που δίδαξε η κουβανέζικη επανάσταση.

– Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο κατά του στρατού.

– Δεν πρέπει να περιμένουμε να συγκεντρωθούν όλες οι συνθήκες για να αρχίσουμε την επανάσταση, η επαναστατική εστία μπορεί να συντελέσει στο να τις κάνει να ξεπηδήσουν. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 39, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

Με άλλα λόγια, με τη δράση του την πολιτικο-στρατιωτική, το αντάρτικο αφαιρεί το προσωπείο από την εξουσία (την υποχρεώνει να αποκαλύψει την γυμνότητα της βίαιης δικτατορίας της) και συγχρόνως καταδεικνύει τα τρωτά της την αδυναμία της, καθώς και την ατιμωρησία και το ακατανίκητο του αντάρτικου, φτιάχνει έτσι την επαναστατική συνείδηση και το μαχητικό ενθουσιασμό των λαϊκών μαζών και επιτρέπει το ξέσπασμα και την εμφύτευση του δεύτερου υποκειμενικού όρου: την πεποίθηση ότι η νίκη των καταπιεστών είναι δυνατή. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 214, Πολιτικά Κείμενα: «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», σελ. 173, Εκδ. Καρανάση).

Υστερα από όσα ειπώθηκαν, ο Τσέ δεν είναι καθόλου εθελοντάκιας και δηλώνει ρητά πώς δεν φτάνει μόνο η ώθηση της αντάρτικης εστίας, για να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες για την επανάσταση. Για να φτιαχτεί και να σταθεροποιηθεί η πρώτη εστία, πρέπει μερικοί όροι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί να έχουν ήδη προσφερθεί – όροι που πρέπει να καθοριστούν με μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης καταστάσεως. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. «Οι γενικές αρχές του ανταρτοπόλεμου», σελ. 40, Εκδ. Καρανάση 1972).

Η θέση του Τσέ είναι λοιπόν ακριβώς η θέση της μαρξιστικής διαλεκτικής που ξεπερνάει συγχρόνως το μηχανιστικό ματεριαλισμό («οι συνθήκες καθορίζουν το ιστορικό προτσές») και τον αφηρημένο ιδεαλισμό (πού διακηρύττει την παντοδυναμία της θέλησης): η πράξη της επαναστατικής πρωτοπορείας γεννιέται από τις δοσμένες συνθήκες και δημιουργεί νέες συνθήκες. Με το ρόλο αυτό στη συνείδηση των λαϊκών μαζών, το αντάρτικο λειτουργεί, σαν δρών καταλύτης, κείνο το μικρό εξωτερικό στοιχείο που εισερχόμενο σε ένα «ευνοϊκό περιβάλλον» προκαλεί την αποκρυστάλλωσή του και την πόλωση. Παίζει έτσι αποφασιστικό πολιτικό ρόλο, όχι μόνο στην περιοχή, που προσβάλλεται αμέσως από τις ενέργειές του, αλλά επί εθνικού επιπέδου (ή ηπειρωτικού) ολόκληρου. Αναπολώντας στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την 13 Ιουνίου του 1967 τη σπασμωδική πολιτική της χώρας επακόλουθο των πρώτων νικών του αντάρτικου, ο Τσέ προσθέτει: «λίγες φορές είδαμε τόσο καθαρά την καταλυτική δύναμη του αντάρτικου» (σσ Ημερολόγιο Βολιβίας, σελ. 147-148, Εκδ. Καρανάση, 1970. Κοίταξε και την έκκληση του Σ.Ε.Α. (Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης) στους μεταλλωρείχους της Βολιβίας, όπου ο Τσέ γράφει ότι το αντάρτικο «θα γίνεται όλο και πιό δυνατό εις βάρος του εχθρικού στρατού, και θα χρησιμεύσει σαν δρών καταλύτης για την επαναστατική φλόγα των μαζών ωσότου δημιουργηθεί μια επαναστατική κατάσταση μέσα στην οποία η κρατική εξουσία θα καταρρεύσει με ένα και μόνο αποτελεσματικό χτύπημα, που θα καταφερθεί την κατάλληλη στιγμή». Εκλεκτά Εργα: σελ. 186, Εκδοση Ν. Υόρκης).

Χάρη στην επενέργειά του σαν καταλύτη και την πολιτικο-στρατιωτική του δραστηριότητα, το αντάρτικο μπορεί σιγά – σιγά να κερδίσει την υποστήριξη των χωρικών, για να γίνει τελικά, στα μάτια των λαϊκών μαζών της πόλης και της υπαίθρου, η ένοπλη έκφραση της ταξικής τους πάλης, και η συγκεκριμένη πολιτική εναλλαγή στην εγκατεστημένη εξουσία. Για να γίνει καταληπτό αυτό το προτσές, πρέπει να εξεταστεί από κοντά η συγκρότηση των δεσμών που συνδέουν το αντάρτικο με το λαό, και πρώτα απ΄ όλα στην ύπαιθρο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο, Ιούνιος 2003, «Αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα».

Μάριο Μόνχε (Mario Monje)

mario monje photoΟ Μάριο Μόνχε Μολίνα ήταν ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας (Partido Comunista Boliviano) την περίοδο που ο Τσε επιχειρούσε τη δημιουργία αντάρτικου κινήματος στη χώρα. Γεννημένος στην κωμόπολη Ιρουπάνα ήταν εκ των ιδρυτών του Κ.Κ. και σταδιακά ανελίχθηκε στην κομματική ιεραρχία.

Ο Μόνχε θεωρείται εκ των βασικών υπαιτίων γιά την σύλληψη του Τσε από το βολιβιανό στρατό. Ως Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βολιβίας είχε αρχικά δεχθεί να βοηθήσει το Γκεβάρα στη δημιουργία αντάρτικου στρατού. Άλλαξε την απόφαση του την τελευταία στιγμή, προδίδοντας ουσιαστικά τον Τσε, κάτι που πιστεύεται ότι ήταν αποτέλεσμα τόσο των προσωπικών επιφυλάξεων του Μόνχε απέναντι στους κουβανούς όσο και πολιτικής πίεσης προερχόμενης από τη Μόσχα.

Ο αμερικανός καθηγητής Ιστορίας Πωλ Ζ. Ντοσάλ αναφέρει στο βιβλίο του Comandante Che: Guerrilla Soldier, Commander, and Strategist, 1956-1967:

«Το Μάϊο του 1966 το Κομμουνιστικο Κόμμα της Βολιβίας (ΚΚΒ) είχε επισήμως υιοθετήσει ψήφισμα το οποίο πρότεινε την ένοπλη δράση ως το μόνο δρόμο για την απελευθέρωση της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, στις εθνικές εκλογές που έλαβαν χώρα δύο μήνες αργότερα, το Κ.Κ.Β έλαβε το υψηλότερο ποσοστό ψήφων στην ιστορία του, προωθώντας τον αμφιταλαντευόμενο Μόνχε στο δρόμο της εκλογικής μάχης και μακρυά απ’ το πεδίο του ένοπλου αγώνα τον οποίο το κόμμα είχε εγκρίνει λίγους μήνες πριν. Μια ομάδα εκπαιδευμένων στην Κούβα ανταρτών-μελών του κόμματος, μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Περέδο, προέτρεψε τον Μόνχε να ξεκίνησει αντάρτικο κίνημα. Το καλοκαίρι του 1966, το Κ.Κ.Β. ξεκίνησε να επιλέγει και να εκπαιδεύει προσωπικό για αντάρτικη αποστολή υπό βολιβιανή ηγεσία. Παρ’ όλα αυτά, σε μια μυστική συνάντηση στη Λα Παζ με τους Βιγιέγκας και Μαρτίνεζ  Ταμάγιο, στις 25 Ιουλίου, ο Μόνχε αντιτάχθηκε στην πρόταση γιά αντάρτικο κίνημα. Στις 28 Ιουλίου, ο Βιγιέγκας και ο Ταμάγιο πίεσαν τον αναποφάσιστο ακόμη Μόνχε, ζητώντας την υποστήριξη του για μια γενικευμένη εξέγερση με χαρακτηριστικά αντάρτικου. Παρά το γεγονός ότι ο Μόνχε δεν έδωσε την συγκατάθεση του, υποσχέθηκε να στηρίξει τους κουβανούς με 20 άνδρες. Όταν όμως στις 8 Αυγούστου ο Μαρτίνεζ του ζήτησε την παραχώρηση αυτών των 20 πολεμιστών, ο Μόνχε παρίστανε τον ανήξερο: «Είκοσι τι;».

Ο Μόνχε ήταν επιφυλακτικός απέναντι στους Κουβανούς από την πρώτη Σύνοδο της Τρικοντινεντάλ, τον Ιανουάριο (1966).  Ο ίδιος διαδοχικά υποστήριξε και έπειτα απέρριψε την περίπτωση ένοπλου αγώνα, στεκόμενος πάντα εμπόδιο στην κουβανική ανάμειξη στη Βολιβία και χωρίς ποτέ να έχει δει με καλό μάτι την προσπάθεια του Τσε. Οι κουβανοί υποστηρίζουν ότι (ο Μόνχε) είχε υποσχεθεί να στηρίξει τον Τσε – ο ίδιος έχει αρνηθεί ότι έδωσε ποτέ επίσημη συγκατάθεση γιά αντάρτικο αγώνα στη Βολιβία».

Διάφορα γράμματα & επιστολές

Τον Ιανουάριο του 1958, ο Τσε γράφει γράμμα προς την τότε σύζυγο του Ίλντα Γκαντέα. Η επιστολή γράφτηκε δύο μήνες μετά την απόβαση του πληρώματος της Granma στις κουβανικές ακτές και δίνει μιά εικόνα του πως «έβλεπε» ο Τσε εκείνη την περίοδο του ανταρτοπολέμου.

«Αγαπητή Γραία!

«Σου γράφω αυτές τις φλεγόμενες Μαρτινές* γραμμές από την κουβανική Μanigua. Είμαι ζωντανός και διψώ για αίμα. Μπορεί να πείς ότι είμαι πραγματικά ένας στρατιώτης (τουλάχιστον είμαι βρώμικος και υπό κατάρρευση), για ένα χαώδες σετ μαγειρικής χρησιμεύει ως γραφείο μου, ένα όπλο είναι κρέμεται πάνω απ’ τον ώμο μου και ένα νέο απόκτημα – ένα πούρο – κολλημένο ανάμεσα στα δόντια μου. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.

Γνωρίζετε ήδη ότι μετά από επτά ημέρες στο Granma, όπου είχαμε επιβιβαστεί τόσο αναπαυτικά που δεν μπορούσες καν να αναπνεύσεις, καταλήξαμε από λάθος του πλοηγού μας σε κάποιο δύσοσμο υπόροφο και η ατυχία μας συνεχίστηκε μέχρι που δεχθήκαμε επίθεση στην ήδη διαβόητη Alegra de Pio και έπρεπε να διασκορπιστούμε σαν τα περιστέρια. Εγώ τραυματίστηκα στο λαιμό και παραμένω ζωντανός μόνο χάρη στη ζωή της γάτας μου, μια σφαίρα από ένα πολυβόλο που βρήκε τη θήκη φυσιγγίων μου εκφεντονιζόμενη γύρω από το στήθος μου, και από εκεί πέρασε ξιστά απ’ το λαιμό μου. Περιπλανήθηκα στους λόφους για λίγες μέρες, θεωρώντας τον εαυτό μου σοβαρά τραυματίσμένο, γιατί εκτός από την πληγή στο λαιμό μου το στήθος μου πονούσε άσχημα.

Από αυτούς που γνωρίζεις μόνο ο Jimmy Hertzel πέθανε, παραδώθηκε και τον σκότωσαν. Πέρασα επτά ημέρες με την Almeida και τον Ramirito – τους ξέρεις – φοβισμένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, μέχρι που αποδράσαμε απ’ την ενέδρα και με τη βοήθεια των χωρικών ενωθήκαμε μαζί με τον Φιντέλ (που λένε ότι ο καημένος ο Сico επίσης έχασε τη ζωή του, αν και δεν είμαστε ακόμη σίγουροι για αυτό). Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να οργανωθουμε και πάλι ως μονάδα και να οπλιστούμε ακόμη μιά φορά. Αφού επιτεθήκαμε σε ένα στρατιωτικό φυλάκιο, σκοτώσαμε και τραυματίσαμε λίγους στρατιώτες και πήραμε τους υπόλοιπους ως αιχμαλώτους.

Αφήσαμε τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Λίγο αργότερα συλλάβαμε και αφοπλίσαμε άλλους τρεις στρατιώτες. Εάν προσθέσεις σε αυτό ότι δεν έχουμε υποστεί ούτε μια απώλεια και ότι στα βουνά αισθάνομαστε σαν στο σπίτι μας, γίνεται σαφές πόσο αποθαρυμένοι είναι οι στρατιώτες τους. Ποτέ δεν θα καταφέρουν να μας περικυκλώσουν. Φυσικά η μάχη δεν έχει τελειώσει ακόμα, έχουμε ακόμα πολλές μάχες μπροστά, αλλά η πλάστιγγα ήδη γέρνει προς το μέρος μας και με κάθε μέρα αυξάνεται το πλεονέκτημά μας.

«Τώρα, αναφορικά με σένα, θα ήθελα να ξέρω αν είσαι ακόμα στην ίδια διεύθυνση, όπου θα πρέπει να σου γράψω, και πως πάνε τα πράγματα, ειδικά με τα πιό απαλό κομμάτι της αγάπης μας. Αγκάλιασε την και φίλησε την τόσο δύνατα όσο τα μικρά της κόκκαλα θα το επιτρέψουν. Ήμουν τόσο βιαστικός που άφησα τις φωτογραφίες σου στο σπίτι του Πάντσο. Στείλε τες σε μένα. Μπορείς να μου γράψεις στέλοντας τα γράμματα στη διεύθυνση του θείου ή στο Patojo. Πιθανόν να υπάρχει μια καθυστέρηση, αλλά νομίζω ότι τα γράμματα θα φτάσουν.»

Τσε

* Μαρτινές: Λογοπαίγνιο του Τσε από το όνομα του Χοσέ Μαρτί, επαναστάτη και εθνικού ποιητή της Κούβας.

three-stars-banner

Το παρακάτω γράμμα συντάχθηκε στις αρχές του 1959, λίγες μέρες από τον θρίαμβο της Επανάστασης. Ο Τσε στέλνει τις σκέψεις του στον παλιό του φίλο Φερνάνδο.

«Αγαπητέ Φερνάνδο,

γνωρίζω ότι είχες αμφιβολίες για εμένα σαν άτομο, εάν ήμουν αληθινός η όχι, αν και τώρα είμαι στην πραγματικότητα πολυ διαφορετικός απ’ το πρόσωπο που ήξερες. Αρκετό νερό κύλησε στο αυλάκι από τότε και απ’ τον πρώην ασθματικό και ατομιστή έχει μείνει μόνο το άσθμα. Έμαθα ότι παντρεύτηκες – το ίδιο συνέβη και με μένα. Έχω δύο παιδιά αλλά παραμένω εραστής της περιπέτειας, αν και σήμερα οι περιπέειες μου συνάδουν με τον κατάλληλο στόχο. Δώσε τους χαιρετισμούς μου στην οικογένεια σου από ένα λείψανο του παρελθόντος και παρακαλώ δέξου μιά αδελφική αγκαλιά απ’ τον Τσε, που είναι το νέο μου όνομα».

three-stars-banner

Το παρακάτω γράμμα εστάλη από τον Τσε σε ένα 10χρονο παιδί στο χωριό Αγκουακάτε, επαρχία Αβάνας. Ο μικρός μαθητής είχε στείλει στον Τσε ένα νόμισμα των 50 σεντάβος ως συμβολή στο Ταμείο γιά την αναστήλωση της Κουβανικής οικονομίας. Την πρώτη φορά το ταχυδρομείο είχε επιστρέψει στο μαθητή το φάκελο με το νόμισμα κι’ ετσι ο μικρός έγραψε και πάλι στον Τσε, αυτή τη φορά με μιά επιταγή της ίδιας αξίας. Θυμίζεται ότι την συγκεκριμένη περίοδο ο Τσε ήταν Πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας.

Αβάνα, 19 Μαίου 1960

Αγαπητέ φίλε,

πολλές ευχαριστίες γιά το ευγενικό σου γράμμα στις 30 Μαρτίου, το οποίο μου έστειλες μέσω της σχολικής Ημέρας Αλληλογραφίας, και πολλά ευχαριστώ γιά την προσφορά σου των 50 σεντάβος που επιθυμείς να καταθέσεις στο ταμείο γιά την αναστήλωση της οικονομίας μας. Σου αποστέλλω απόδειξη με αριθμό 9186 ως απόδειξη της πατριωτικής σου πράξης.

Είμαι βαθιά συγκινημένος από την επιθυμία σου να συνεχίσεις της σπουδές σου και σε συμβουλεύω να συνεχίσεις να είσαι ένα άτομο χρήσιμο γιά τη χώρα σου και γιά σένα. Αυτή είναι η καλύτερη βοήθεια που μπορούν τα παιδιά να δώσουν στην επαναστατική κυβέρνηση.

Λυπάμαι που το ταχυδρομείο σου επέστρεψε το γράμμα με το νόμισμα και πίστεψες ότι δεν επιθυμώ να σου απαντήσω. Σε διαβεβαιώνω ότι το γράμμα σου μου έδωσε μεγάλη χαρά.

Παρακαλώ δέξου τους χαιρετισμούς μου.

Με Σεβασμό,

Στρατηγός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Ο αληθινός Τσε

Του Γιώργου Ρούση.

Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας θεωρητικοποίησης και εκ των υστέρων αιτιολόγησης μιας ειλημμένης ήδη απόφασης -η οποία πάρθηκε για λόγους που οφείλω να διερευνήσω σε επόμενο σχόλιό μου- χρησιμοποιείται πολύ συχνά ένα κλασικό μεθοδολογικό τερτίπι.

Αυτό συνίσταται στο να παρουσιάζονται στα μέτρα του επιδιωκόμενου στόχου προσωπικότητες οι οποίες έχουν σημαντική απήχηση σε όσους επιθυμούμε να πείσουμε. Η μέθοδος είναι κλασική. Οπως θα δούμε στη συνέχεια χρησιμοποιείται ήδη, και είναι βέβαιο ότι θα επικρατήσει ως μεθοδολογικό εργαλείο στην αναθεωρημένη κομματική ιστορία που μέλλει να δημοσιευτεί στο αμέσως επόμενο διάστημα. Και βεβαίως δεν θα αφορά μόνον πρόσωπα αλλά και γεγονότα.

Ζαχαριάδης, ΕΑΜ, ΕΔΑ, ο ίδιος ο χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού… θα ραφτούν και θα κοφτούν στα μέτρα του σεχταρισμού και της αντιμετωπικής πολιτικής που ακολουθείται σήμερα.

Πρόκειται για μια μέθοδο που ακολούθησε ο Πλάτωνας όταν ήθελε να παρουσιάζεται ο κόσμος των θεών του Ολύμπου ως ένας κόσμος δίχως αντιθέσεις και συγκρούσεις, έτσι ώστε αυτός να λειτουργεί ως υπόδειγμα για την ιδανική κοινωνία την οποία πρότεινε. Τι κι αν με βάση τη μυθολογία οι θεοί αλληλοσπαράζονταν μεταξύ τους. Λίγη σημασία είχε για το μεγάλο αρχαίο στοχαστή.

Την ίδια χρησιμοποίηση είχε και ο Χριστός, ο οποίος όχι λίγες φορές πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας προσωπικότητας η οποία σε τίποτα δεν είχε να κάνει με τις αρχικές ιστορικές ή μυθολογικές περιγραφές του. Πιο πρόσφατα ο Νίτσε, του οποίου ο Ζαρατούστρα έσουρνε στο κράτος-παγερό τέρας- όσο λίγοι στοχαστές, εμφανιζόταν από τους χιτλερικούς, δηλαδή από τους εμπνευστές του πλέον κτηνώδους κράτους της ιστορίας, ως εμπνευστής τους…

Μήπως όμως και ο Μαρξ δεν παρουσιάστηκε το πιο συχνά να υποστηρίζει ακριβώς τα αντίθετα από εκείνα που πραγματικά υποστήριζε, μόνον και μόνον διότι αυτό εξυπηρετούσε εκείνους που τον αναθεωρούσαν στην πράξη ή στη θεωρία ;

Αλλά ας έλθουμε στον θέμα μας, που δεν είναι άλλο από τον Τσε.

Εδώ και λίγα χρόνια νυν κυβερνητικός, λογοτεχνίζων βουλευτής επεδίωκε να πείσει ότι αν ζούσε στην εποχή μας ο Τσε θα ήταν γιάπης!

Και έρχεται το γνωστό μας Ανθρωπάκι[i] λίγες Κυριακές πιο πριν, με ένα εισαγωγικό σημείωμα σε ένα κείμενό του στον «Ριζοσπάστη»[ii] το οποίο ακολουθούσε το διθύραμβο του σταλινισμού, να μας τον εμφανίσει κουτοπόνηρα ως δήθεν σύμφωνο με τις αναλύσεις του κομματικού ιερατείου περί καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Επειδή λοιπόν και πάλι η μισή αλήθεια είναι ένα μεγάλο ψέμα, ας δούμε όσο μας επιτρέπει ο χώρος ποια είναι η πραγματικότητα.

Δεν είναι ψέμα ότι ο Τσε ήταν αντίθετος στο «σοσιαλισμό της αγοράς» και στην αυτονομία των επιχειρήσεων με βάση την κερδοφορία τους, και ότι ήταν υπέρ της κεντρικής σχεδιοποίησης. Μάλιστα ο Τσε φτάνει να κατηγορήσει και τον Λένιν για τη ΝΕΠ, θεωρώντας όμως ταυτόχρονα με μια δόση χιούμορ, ότι αν ο Λένιν «δεν είχε κάνει το λάθος να πεθάνει» θα μπορούσε να διορθώσει τις πιο οπισθοδρομικές πτυχές αυτής του της μεταρρύθμισης. Βέβαια είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι δίχως και πάλι ο Τσε να έχει επ’ αυτού μια ολοκληρωμένη αντίληψη, τοποθετείται σαφώς υπέρ της σοσιαλιστικής δημοκρατικής σχεδιοποίησης, με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των ίδιων των εργατών σε αυτήν. Και όπως άλλωστε ο Λένιν, καταγγέλλει και προειδοποιεί για τους κινδύνους απόσπασης των όποιων διαχειριστών, στο βαθμό που παραβιάζεται αυτή η δημοκρατία.

Σε ένα γενικότερο επίπεδο ο Τσε ασκεί κριτική στην Κούβα η οποία διακρινόταν από έναν «ιδεολογικό μιμητισμό», πιο ειδικά απέναντι στα σοβιετικά εγχειρίδια -αυτά δα που και το δικό μας κόμμα τα θεωρούσε σαν βαγγέλια – «τα οποία είχαν το μειονέκτημα να μην σε αφήνουν να σκέφτεσαι: το Κόμμα το έχει ήδη πράξει για λογαριασμό σου και εσύ πρέπει απλώς να το χωνέψεις»[iii].

Από την άλλη όμως ο Τσε αν και δεν πρόλαβε να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη άποψη περί Στάλιν, είχε μια σαφή αντίληψη για την ουσία της στάσης του. Να τι γράφει σε μια από τις «κριτικές υποσημειώσεις» του: «Το μεγάλο ιστορικό έγκλημα του Στάλιν (ήταν) ότι περιφρονούσε την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας».

Οπως ορθά επισημαίνει ο Michael Lowy, «αν αυτό δεν αποτελεί ακόμη μια ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, αποτελεί όμως ήδη μια κατηγορηματική απόρριψή του», και στην κάθε περίπτωση καταδεικνύει ότι ο Τσε κάθε άλλο παρά συμφωνούσε με τον Στάλιν.

Επίσης ο Τσε ήταν κάθετα αντίθετος με τη δυνατότητα κατάκτησης του κομμουνισμού σε μια μόνο χώρα[iv].Γράφει σχετικά : «Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον κομμουνισμό σε μια μόνον χώρα» ; Ο Λένιν «ξεκάθαρα διατύπωσε τη θέση για τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, κάτι το οποίο στη συνέχεια απορρίφθηκε»[v].

[i] Υπόσχομαι, σε επόμενο σχόλιό μου να αναφερθώ σε όλα τα χαρακτηριστικά από το «Ανθρωπάκι» όπως τα παραθέτει ο Τσίρκας στην Τριλογία του.

[ii] 13/2/20011.

[iii] Αυτή η επιστολή που έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη περιέχεται στο Nestor Kohan, Ernesto Che Guevara. Otro mundo es posible, Nuestra America, Buenos Aires, 2003, p. 156-158.

[iv] Μια θέση που υποστηρίχτηκε το 1924 από τον Στάλιν και υιοθετήθηκε στο XIV Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το Δεκέμβρη του 1925.

[v] Βλέπε Michael Lowy, «Le socialisme selon Che Guevara», «Le monde diplomatique», Οκτώβριος 2007.

Ο Γιώργος Ρούσης είναι καθηγητής πολιτικής θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη «Ελευθεροτυπία», 13 Μαρτίου 2011.

Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης (Μέρος Τέταρτο)

Του Τόνυ Σανουά.

Διεθνιστική πολιτική.

Έτσι, η έκκληση του προς τους λαούς της Λ. Αμερικής κατάληξε να ζητάει την επανάληψη της κουβανικής επανάστασης στις χώρες αυτές με τις μεθόδους του «αντάρτικου». Η έκκληση αυτή, βέβαια, εξ αιτίας του μεγάλου γοήτρου της κουβανικής επανάστασης, είχε σοβαρό αντίκτυπο ιδιαιτέρα στη νεολαία και στους διανοούμενους σ’ όλη την Λ. Αμερική, αλλά ακόμη και στην Ευρώπη. Όμως, παρά τη μεγάλη συμπάθεια που υπήρχε για την κουβανική επανάσταση και ειδικά για τον Τσε, αυτή η μέθοδος πάλης δεν ήταν κατάλληλη για το ισχυρό εργατικό κίνημα που αναπτυσότανε στη Χιλή, στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στη Βολιβία και σ’ άλλες χώρες. Ο Τσε δεν μπόρεσε δυστυχώς να κατανοήσει ότι έπρεπε να στραφεί κύρια σ’ αυτή την ισχυρή και προοπτικά επαναστατική τάξη και να της προτείνει ένα εναλλακτικό επαναστατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα ενάντια στην πολιτική της ταξικής συνεργασίας, του ρεφορμισμού και των Λαϊκών Μετώπων, που πρόσφεραν τα σοσιαλιστικά και τα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής.

Οι διεθνιστικές ιδέες του Τσε, βρήκαν μεγάλη απήχηση μέσα στην Κούβα και γι’ αυτό το νέο καθεστώς τις χρησιμοποιούσε στην αρχή σαν αντίβαρο στον εμπορικό αποκλεισμό που έκαναν στην Κούβα οι ιμπεριαλιστές. Έτσι, με πρωτοβουλία του Τσε, το καθεστώς στην Κούβα υποστήριξε και εξόπλισε διάφορες αντάρτικες οργανώσεις σε αρκετές χώρες.

Αυτή η πολιτική βέβαια έφερε συγκρούσεις και διαφωνίες ανάμεσα στην Αβάνα και στη Μόσχα και δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις της με τα τοπικά κομμουνιστικά κόμματα που ήταν αντίθετα σ’ αυτές τις μεθόδους. Όμως το Κρεμλίνο ήτανε διαθετημένο ν’ ανεχθεί για ένα διάστημα αυτή την κατάσταση, γιατί η οικονομική βοήθεια που η Μόσχα έδινε στην Κούβα είχε αυξήσει σημαντικά το διεθνές γόητρο της, ιδιαίτερα στον αποικιακό και πρώην αποικιακό κόσμο. Την ίδια ώρα, η προσωρινή αυτή ανοχή ήταν δυνατή επειδή η κουβανική κυβέρνηση δεν έκανε έκκληση στην παγκόσμια εργατική τάξη για να την στηρίξει και κύρια γιατί δεν αμφισβητούσε τα καθεστώτα στην Αν. Ευρώπη και την ΕΣΣΔ και μ’ αυτή την έννοια δεν αποτελούσε ένα άμεσο κίνδυνο για την εξουσία τους. Στην πραγματικότητα, η αποφασιστική διαφορά με την οποία ο Χρουστσόφ αντιμετώπισε την επανάσταση στην Ουγγαρία, το 1956 και την επανάσταση στην Κούβα, ήταν αποτέλεσμα του διαφορετικού χαρακτήρα του καθεστώτος στην Αβάνα.

Η επανάσταση στην Ουγγαρία δημιούργησε Εργατικά Συμβούλια κι η εξουσία πέρασε στα χέρια της εργατικής τάξης και των μαζών, που απειλούσαν ν’ ανατρέψουν τη γραφειοκρατία. Η νίκη της επανάστασης στην Ουγγαρία απειλούσε να εξαπλωθεί με επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρη την Αν. Ευρώπη και την ίδια την ΕΣΣΔ. Γι’ αυτό ακριβώς η ρώσικη γραφειοκρατία δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί μια τέτοια απειλή και γι’ αυτό ο Χρουστσόφ έπνιξε στο αίμα την Ουγγρική Επανάσταση. Αντίθετα, έδωσε χέρι βοηθείας, εμπορικές συμφωνίες και μεγάλη οικονομική ενίσχυση στην Αβάνα, ακριβώς γιατί ο χαρακτήρας του καθεστώτος του Κάστρο δεν απειλούσε την εξουσία της γραφειοκρατίας στο Κρεμλίνο.

Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους αντανακλά αναπόφευχτα την εσωτερική πολιτική του. Από το 1968, μετά το θάνατο του Τσε, η Αβάνα άρχισε να προσπαθεί να επανασυνδέσει τις σχέσεις της με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους υπηρέτες του στην Λ. Αμερική. Η πολιτική αυτή στροφή ήταν αποτέλεσμα της σταθεροποίησης της εξουσίας της γραφειοκρατίας μέσα στην Κούβα και μιας προσωρινής χαλάρωσης του εμπορικού αποκλεισμού από την πλευρά των ΗΠΑ. Έτσι, η υποστήριξη της Κούβα στα επαναστατικά κινήματα άρχισε να περιορίζεται, γιατί τα συμφέροντα του καθεστώτος έπαιρναν πια προτεραιότητα απέναντι στο διεθνές επαναστατικό κίνημα.

Η Μεξικάνικη κυβέρνηση ήταν η μόνη καπιταλιστική χώρα που διατήρησε, όλη αυτή την περίοδο, τις διπλωματικές της σχέσεις με την Αβάνα. Στην πραγματικότητα, έπαιζε και παίζει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα την Αβάνα και στην Ουάσιγκτον. Έτσι όταν τον Οκτώβρη του 1968, ο στρατός στο Μεξικό, κατάστειλε αιματηρά την φοιτητική εξέγερση και δολοφόνησε 1000 περίπου φοιτητές, η κυβέρνηση και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας δεν έβγαλαν ούτε μιά φωνή διαμαρτυρίας.

Την ίδια ώρα, ενώ το καθεστώς του Κάστρο διατηρούσε ακόμα στα λόγια την υποστήριξη της στα αντάρτικα κινήματα, δεν έδινε καμμιά σημασία στα κινήματα της εργατικής τάξης. Όταν μέσα στη δεκαετία του 1960 ξέσπασαν παγκόσμια θυελλώδη εργατικά κινήματα, το καθεστώς στην Κούβα παράμεινε απαθές. Η Αβάνα δεν έβγαλε ούτε λέξη, όταν ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός συγκλονίστηκε από τη Γενική Απεργία των δέκα εκατομμυρίων εργατών στην Γαλλία, τον Μάη του 1968 . Τον ίδιο χρόνο όμως, ο Κάστρο υποστήριξε ανοικτά την στρατιωτική επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Τσεχοσλοβακία.

Ο διεθνισμός, όμως, του Τσε ήτανε πραγματικός και γι αυτό τον έσπρωξε να προσπαθήσει να κάνει πράξη την εξάπλωση της επανάστασης, πράγμα που τελικά του κόστισε τη ζωή του.

Από το Κονγκό στη Βολιβία.

Το διεθνιστικό πνεύμα του Τσε είχε βρει μεγάλη απήχηση στους νεαρούς Κουβανούς. Αντιπροσωπείες νέων έφταναν συχνά για να τον συναντήσουν ή του έστελναν γράμματα, παρακαλώντας τον να τους επιτραπεί να πάνε να πολεμήσουν στη Νικαράγουα, τη Γουατεμάλα, τη Βενεζουέλα και σ’ άλλες χώρες. Εκείνη την εποχή μάλιστα δημιουργήθηκε μια ειδική κυβερνητική υπηρεσία, που ονομάστηκε «Liberacion» (Απελευθέρωση), επιφορτισμένη ειδικά με την ευθύνη της διάδοσης της επανάστασης στην Λατινική Αμερική.

Επειδή όμως, η εξωτερική πολιτική είναι πάντα συνέχεια της εσωτερικής πολιτικής, έτσι, και τα διάφορα γραφεία της εξωτερικής πολιτικής της Κουβανικής κυβέρνησης είχαν δύο πλευρές. Καταρχήν, όσοι δούλευαν σ’ αυτά είχαν την επιθυμία να εξαπλώσουν την ιδέα της επανάστασης και να προσφέρουν βοήθεια σε μαχητές από άλλες χώρες. Πρόσφεραν μάλιστα άσυλο σε όλους όσους πολιτικά διώκονταν σ’ όλη τη Λατινική Αμερική και δεν είχαν που αλλού να πάνε.

Ωστόσο, η βοήθεια που πρόσφερε η «Liberacion» κατευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά σε αντάρτικες οργανώσεις και δεν είχε κανένα προσανατολισμό προς στην εργατική τάξη. Εκπαίδευαν, κύρια, αντάρτικες ομάδες και τους παρείχαν διάφορα εφόδια. Ο ίδιος ο Τσε ήταν υπεύθυνος για τις ομάδες της Γουατεμάλας, του Περού, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας. Πολλοί από τους ηγέτες του FSLN, όπως ο Toμας Μπορζ και ο Ροντόλφο Ρομέρο, που ήταν στην ηγεσία των Σαντινίστας όταν πήραν την εξουσία στη Νικαράγουα το 1979, πέρασαν από στρατιωτική εκπαίδευση στη Κούβα.

Αυτή η βοήθεια, που στην αρχή αντανακλούσε ακόμα τη δυναμική της επανάστασης μέσα στην Κούβα, έγινε αργότερα μέσο ελέγχου και επιβολής της κουβανικής πολιτικής, πάνω στα αντάρτικα και τις διάφορες αριστερές ομάδες και στη συνέχεια μέσο για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας της Μόσχας.

Αυτό έγινε φανερό αργότερα, όταν οι Σαντινίστας πήραν την εξουσία, με επαναστατικό αγώνα παρόμοιο με αυτόν της Κούβα. Στη Νικαράγουα ωστόσο, οι αντάρτες δεν προχώρησαν από την αρχή στην εθνικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας και στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Όμως το 1985, μπρος στην απειλή της αντεπανάστασης που στήριζαν οι ΗΠΑ, η ηγεσία των Σαντινίστας, φλέρταρε με την ιδέα μιας «νέας Κούβας». Τον Απρίλιο, ο Ντανιέλ Ορτέγκα επισκέφθηκε τη Μόσχα για να ζητήσει την υποστήριξη της Σοβιετικής γραφειοκρατίας. Μη θέλοντας να εμπλακούν σε ένα πόλεμο στη Κεντρική Αμερική, μια και η διεθνής κατάσταση και τα συμφέροντα τους, ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά της περιόδου 1959-60, οι γραφειοκράτες αρνήθηκαν να δώσουν ουσιαστική βοήθεια.

Ο Κάστρο για να μην προκαλέσει τις ΗΠΑ, υπάκουσε τα αφεντικά του στη Μόσχα και άσκησε πίεση στους ηγέτες του FSLN να μην προχωρήσουν. Ένας μικρός αριθμός μάλιστα από σοβιετικά MIGs, προοριζόμενα για τη Νικαράγουα, κατασχέθηκε στην Αβάνα. Ο Κάστρο είχε ήδη επισκεφτεί την Μανάγκουα, τον Ιανουάριο του 1985, για να συμβουλέψει το FSLN να υποστηρίξει τη μικτή οικονομία. «Μπορείτε να συζήσετε με την καπιταλιστική οικονομία» τους είπε και παίνεψε τον Ορτέγκα για την »σοβαρή και υπεύθυνη στάση του».

Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Τσε είχε τη πρόθεση να εξαπλώσει την επανάσταση σ’ ολόκληρη τη Λ. Αμερική, εφαρμόζοντας τις μεθόδους του αντάρτικου . Έλπιζε ιδιαίτερα να μπορέσει να προκαλέσει το ξέσπασμα της επανάστασης στην Αργεντινή, τη χώρα της καταγωγής του. Ο Κάστρο όμως, ήθελε βασικά να ισχυροποιήσει το καθεστώς του και να κερδίσει την εύνοια του Χρουστσόφ. Έτσι μετά την επιστροφή του από τη Μόσχα, το 1963, όπου είχε εξασφαλίσει μια τεράστια οικονομική βοήθεια από την ΕΣΣΔ, το ενδιαφέρον του για την εξάπλωση της επανάστασης πέρα από τις ακτές της Κούβας μειώθηκε σημαντικά. Γι αυτό και δήλωσε ότι: «ήταν έτοιμος να κάνει οτιδήποτε χρειαστεί για να δημιουργηθούν καλές σχέσεις γειτονίας με τις ΗΠΑ, βασισμένες στις αρχές της ειρηνικής συνύπαρξης.»

Το 1962, συγκροτήθηκε στην Αργεντινή ένα αντάρτικο που ονομάστηκε «Λαϊκός Αντάρτικος Στρατός» (Ejercito Guerrillero del Pueblo). Η Αργεντινή, όμως με τη πολυάριθμη βιομηχανική εργατική τάξη, ήταν η πλέον ακατάλληλη χώρα για την εφαρμογή αντάρτικων μεθόδων. Η πρώτη επίθεση των ανταρτών, που προγραμματίστηκε να συμπέσει με τη δεύτερη επέτειο του στρατιωτικού πραξικοπήματος, απότυχε οικτρά. Η ομάδα σφαγιάστηκε, μαζί και δύο από τους πιο στενούς συνεργάτες του Τσε, ο Ερμής και ο Μασέτι. Η ήττα αυτή κυριολεκτικά συγκλόνισε τον Τσε. Όταν τον ρωτούσαν γιατί είναι τόσο θλιμένος απαντούσε: «Εγώ κάθομαι εδώ ασφαλής σ’ αυτό το κωλογραφείο, ενώ οι άνθρωποι μου πεθαίνουν εκεί που εγώ τους έστειλα.» Μία σειρά από ήττες διαφόρων αντάρτικων δυνάμεων διεθνώς, σε συνδυασμό με την απογοήτευση του για την αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση του Κουβανικού καθεστώτος τον οδήγησαν τελικά να πάρει την απόφαση να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης. Όταν όμως έφυγε από τη Κούβα, το 1965, προορισμός του δεν ήταν η Λ. Αμερική, αλλά η Αφρική, όπου πολέμησε στο Κονγκό. Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης του Λουμούμπα και τη δολοφονία του, το Κονγκό είχε γίνει ένα πολύ σημαντικό πεδίο σύγκρουσης ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Η καταστροφή στο Κονγκό

Πριν φύγει όμως, ο Τσε άφησε ένα γράμμα στο Κάστρο, όπου επαινεί τις αρετές του σαν επαναστάτη και σαν ηγέτη και ξεκαθαρίζει ότι από και πέρα η Κούβα δεν είναι πια υπεύθυνη για τις πράξεις του. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Δεν λυπάμαι καθόλου που δεν αφήνω τίποτα υλικό στη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, το αντίθετο μάλιστα χαίρομαι που τα πράγματα είναι έτσι. Δεν ζήτω τίποτα γι’ αυτούς, γιατί ξέρω ότι το κράτος θα τους προσφέρει ότι χρειάζονται για να ζήσουν και να μορφωθούν«. Τελείωνε το γράμμα του με τη διάσημη πια φράση, που έμελλε να γίνει σύνθημα για τη νεολαία στη πάλη της ενάντια στις δικτατορίες, που δυνάστευαν όλη την ήπειρο τη δεκαετία του ’70-’80 »Hasta la victoria siempre» (Στον αγώνα πάντα μέχρι τη νίκη).

Παρ’ όλ’ αυτά, οι ελπίδες που είχε όταν έφυγε για το Κονγκό πολύ γρήγορα διαψεύστηκαν. Η αποστολή είχε πλήρη αποτυχία. Ήταν από την αρχή μια κακή πρωτοβουλία και απελπιστικά πρόχειρη. Επιπλέον, ήταν μια επιχείρηση που που επιβλήθηκε από τα έξω. Όπως ο ίδιος ο Τσε παραδέχτηκε αργότερα, οι Κονγκολέζοι δεν ήξεραν σχεδόν τίποτα μέχρι που έφτασε στη χώρα τους.

Όταν οι δυνάμεις του έφτασαν στο Νταρ-Ελ-Σαλάμ, στην Τανζανία, όπου οι ηγέτες των επαναστατών είχαν την βάση τους, δεν μπόρεσαν να βρουν κανένα. Είχαν φύγει για το Κάιρο. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Λωράν Καμπίλα, που μετά από τριάντα χρόνια έμελλε να καταλάβει την εξουσία στο Κογκό. Όταν οι κουβανέζικες δυνάμεις έφτασαν στις περιοχές των ανταρτών κυριολεχτικά τάχασαν. Γιατί οι αντάρτες όχι μόνο δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό, αλλά, σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Τσε, ήταν »ένας παρασιτικός στρατός» που τρομοκρατούσε τους ντόπιους αγρότες, τους λήστευε και βίαζε τις γυναίκες τους.

Στις μάχες οι περισσότεροι αντάρτες συνήθως λιποτακτούσαν. Οι αξιωματικοί ήταν συχνά μεθυσμένοι και ξεκίναγαν ατελείωτους καυγάδες. Ο Καμπίλα πέρναγε συνήθως τον καιρό του στο Νταρ-Ελ-Σαλάμ, οδηγόντας μια Μερσεντές και δεν ήταν ποτέ παρών στη φωτιά της μάχης.

Τελικά, έπειτα από μια επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων ενάντια στους αντάρτες, αναγκάστηκαν να παραδεχτούν την ήττα τους και να αποχωρήσουν απογοητευμένοι. Ο Τσε βρήκε καταφύγιο στην κουβανέζικη πρεσβεία της Τανζανίας και τελικά επέστρεψε κρυφά στην Κούβα μέσω της Αν. Ευρώπης. Παρ’ όλ’ αυτά, επειδή είχε μάθει να μάχεται ως το τέλος, δεν μπορούσε να γυρίσει στην Αβάνα «με άδεια χέρια».

Η Βολιβία και ο θάνατος του.

Ο τελικός στόχος του Τσε ήταν να επιστρέψει στην πατρίδα του την Αργεντινή και να συνεχίσει εκεί τον αγώνα του, αλλά αυτό αποδείχτηκε αδύνατο. Έτσι, το 1967 έφτασε στη Βολιβία με σκοπό να αρχίσει εκεί έναν αντάρτικο αγώνα, που να προκαλέσει ένα επαναστατικό κίνημα και μετά να ξαπλωθεί και στις γειτονικές χώρες. Ήταν βέβαια μια ηρωική πράξη, όπως τόσες άλλες στην πολιτική ιστορία του Τσε. Ωστόσο, όπως και στο Κονγκό η εκστρατεία αυτή εξελίχτηκε σε περιπέτεια, μόνο που αυτή τη φορά είχε μοιραίες συνέπειες γι’ αυτόν. Ετσι, επιβεβαιώθηκε ξανά με τραγικό τρόπο ο ιστορικός νόμος ότι η επανάσταση δεν μπορεί να επιβληθεί τεχνητά από τα έξω.

Η Βολιβία αν και είχε αναλογικά μεγαλύτερο αγροτικό πληθυσμό από την Αργεντινή, διέθετε την ίδια ώρα μια ισχυρή εργατική τάξη, γαλουχημένη στις επαναστατικές παραδόσεις των εργατών στα ορυχεία κασσιτέρου. Ο Τσε αγνόησε δυστυχώς αυτές τις παραδόσεις παρά το γεγονός ότι γνώρισε από κοντά το επαναστατικό κίνημα στη Βολιβία το 1953. Ακόμα δεν πήρε υπόψη ότι χάρη σ’ αυτή την επανάσταση επιβλήθηκε τότε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης που έκανε την αγροτιά λιγότερο δεκτική στην προοπτική ενός ένοπλου αντάρτικου αγώνα.

Επιπλέον παρ’ όλες τις προσπάθειες του, ο Τσε, δεν κατόρθωσε τελικά να κερδίσει την ενεργή υποστήριξη του Βολιβιανού Κομμουνιστικού Κόμματος, (PCB), αν και στην πρώτη φάση κράτησε ουδέτερη στάση και επέτρεψε σε μερικά μέλη του να βοηθήσουν στις προετοιμασίες της εκστρατείας του.

Ουσιαστικά, η ηγεσία του Κ.Κ. κράτησε στην αρχή αυτή τη στάση για να φανεί κάπως πιο «επαναστατική», επειδή φοβόταν μήπως ξεπεραστεί από τα αριστερά, κύρια από το Τροτσκιστικό Κόμμα (POR), που είχε σημαντικές παραδόσεις, και μεγάλη επιρροή ιδιαίτερα στους εργάτες των ορυχείων.

Στη πραγματικότητα το Κ.Κ. δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει τους αντάρτες γιατί δεν συμφωνούσε καθόλου μ’ αυτές τις μεθόδους. Ο ηγέτης του Κ.Κ., ο Μόντζε, δεν ήθελε ούτε να ακούσει για αντάρτικη εκστρατεία στη χώρα του. Γιατί το κόμμα ήταν ακόμη εγκλωβισμένο στην πολιτική της συνεργασίας με τα «προοδευτικά» κομμάτια της εθνικής αστικής τάξης.

Παρόλα αυτά, ο Κάστρο, για να μην συγκρουστεί με τον Μόντζε και τους άλλους κομμουνιστές ηγέτες, τους υποσχέθηκε ότι το Κ.Κ. θα έχει το μονοπώλιο της πολιτικής και υλικής υποστήριξης των ανταρτών. Την ίδια ώρα η Μόσχα ήθελε να περιορίσει τα αντάρτικα κινήματα, που έντειναν την αποσταθεροποίηση στη περιοχή της Λ. Αμερικής. Το Κουβανικό καθεστώς φαινόταν να τα ενθαρρύνει και άρα έπρεπε να «ελεγχθεί». Το Κρεμλίνο θεωρούσε ότι ο Τσε ήταν ένας ανεύθυνος τυχοδιώκτης, και τον κατήγγειλε για «τροτσκιστή» και «μαοϊκό».

Στην Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη που έγινε στην Αβάνα τον Γενάρη του ’66 και συμμετείχαν αντιπρόσωποι από την Αφρική, τη Λ. Αμερική, την Ασία, τη Κίνα και τη Ρωσία, αλλά και απο αντάρτικες οργανώσεις κυρίως από τη Λ. Αμερική, ο Κάστρο κατόρθωσε να περάσει μια απόφαση υποστήριξης των αντάρτικων κινημάτων, προς μεγάλη ενόχληση των Ρώσων ηγετών. Αμέσως κατόπιν ο Μόντζε πήγε για μια σύντομη επίσκεψη στη Μόσχα, όπου μετά από συζητήσεις με τους επίσημους του ΚΚΣΕ κατέληξαν ότι ο Τσε ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτή τη πολιτική, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν παρών.

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μόντζε, οι γραφειοκράτες του ΚΚΣΕ, τον συμβούλεψαν να αντιταχθεί στις πιέσεις των Κουβανών και γι’ αυτό δεν έκανε τίποτα για να στηρίξει τον Τσε. Παρόλο όμως, που η στάση των ηγετών του Κ.Κ. ήταν γνωστή στην Αβάνα, ο Κάστρο δέχτηκε να εγκαταλείψει τον Τσε στα χέρια τους.

Ο Τσε τελικά ξεκίνησε την εκστρατεία του, σε μια από τις πιο απομονωμένες περιοχές της Βολιβίας, στο νοτιοανατολικό μέρος της χώρας, 250 χλμ νότια της Σάντα Κρουζ. Ονόμασε τους αντάρτες του Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό αν και οι δυνάμεις του δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 29 Βολιβιανούς και 18 Κουβανούς μαχητές. H περιοχή που διάλεξε ήταν πολύ αραιοκατοικημένη και οι αγρότες εκεί δεν είχαν αγωνιστικές παραδόσεις.

Στην ουσία παρ’ όλες τις προσπάθειες τους οι αντάρτες δεν κατάφεραν να κερδίσουν την υποστήριξη του ντόπιου πληθυσμού. Ετσι απομονώθηκαν, και δέχτηκαν την μία ήττα μετά την άλλη. Η υγεία του Τσε άρχισε να χειροτερεύει και ήταν αναγκασμένος να μετακινείται έφιππος, γιατί με το περπάτημα πάθαινε συνεχώς κρίσεις άσθματος. Η Αβάνα δεν έστελνε ενισχύσεις και τελικά η επικοινωνία τους διακόπηκε.

Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η γραφειοκρατία της Μόσχας ήθελε να ξεφορτωθεί τον Τσε μια και καλή. Ομως ούτε κι ο Κάστρο έκανε τίποτα μέσα σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές που ένας από τους πιο σημαντικούς ηγέτες της Κουβανικής επανάστασης πέρναγε τις πιο δύσκολες μέρες της ζωής του. Ένας από τους τότε συντρόφους του Τσε, ο Ρετζίς Ντεμπρέ, ο οποίος βέβαια αργότερα στράφηκε προς τα δεξιά κι έγινε σύμβουλος του Μιττεράν, κατηγόρησε το 1996 τον Κάστρο ότι είχε εγκαταλείψει τον Τσε.

Την ίδια ώρα οι αντάρτες είχαν να αντιμετωπίσουν 1500 στρατιώτες του βολιβιανού στρατού, οι οποίοι σε συνεργασία με τη CIA, τους κυνηγούσαν με λύσσα. Τελικά, στις 8 Οκτωβρίου, ύστερα από μια τελευταία απελπισμένη σύγκρουση, πιάστηκαν αιχμάλωτοι στο χωριό Ιγκουέρα, νότια της Σούκρε. Ο Τσε ήταν πληγωμένος. Όταν τον ρώτησαν: «Είσαι Κουβανός ή Αργεντινός;» ο Τσε απάντησε: «Είμαι Κουβανός, Αργεντινός, Βολιβιανός, Περουβιανός, κ.λ.π. …. Καταλαβαίνετε»;

Την επόμενη μέρα ο Φέλιξ Ροντρίγκες, κουβανικής καταγωγής πράκτορας της CIA, τον ρώτησε αν θέλει να στείλει κανένα μήνυμα στην οικογένεια του. Ο Τσε κατάλαβε αμέσως και είπε: «Πες στον Φιντέλ ότι σύντομα θα δεί την επανάσταση να θριαμβεύει στην Λ.Αμερική. Και πές στην γυναίκα μου να ξαπαντρευτεί και να είναι ευτυχισμένη». Στη συνέχεια ο Ροντρίγκες έδωσε εντολή σε ένα λοχία να τον σκοτώσει, όπως ήταν δεμένος στο πάτωμα. Μετά το θάνατο του, οι εκτελεστές του έκοψαν τα χέρια και τα έστειλαν στην Αβάνα για να αποδείξουν ότι ήταν πια νεκρός. Τον έθαψαν σε ένα κρυφό τάφο. Ηταν μόνο 39 ετών.

Πρόσφατα βρέθηκε ο τάφος του και το σώμα του επιστράφηκε στην Κούβα, όπου τάφηκε με μεγάλες τιμές. Σε ένα τοίχο κοντά στο τάφο του στη Βολιβία είναι τώρα γραμμένο ένα απλό σύνθημα: «Ο Τσε ζει, σε πείσμα όσων τον θέλουν νεκρό». Το πνεύμα της αυτοθυσίας και της ηρωικής αφοσίωσης του στον αγώνα ενάντια στη καταπίεση, παραμένει ζωντανό. Το παράδειγμα του εμπνέει σήμερα χιλιάδες νεολαίους που αναζητούν την επανάσταση και μια νέα σοσιαλιστική κοινωνία. Τρεις δεκαετίες μετά το θάνατο του οι Μαρξιστές χαιρετάνε τον Τσε σαν ένα ειλικρινή και ηρωικό επαναστάτη.

Η τραγωδία του Τσε ήταν ότι η πίστη και ο ηρωισμός του δεν ήταν συνδυασμένα με ένα ολοκληρωμένο μαρξιστικό πρόγραμμα και μια επαναστατική στρατηγική που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν αυτό που τον έμπνευσε, τη διεθνή σοσιαλιστική επανάσταση. Οι σημερινοί επαναστάτες πρέπει να βγάλουν τα σωστά συμπεράσματα από τις επαναστατικές εμπειρίες του Τσε και να πάρουν παράδειγμα από την αυτοθυσία και τη τόλμη του για να πετύχουν.

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: “Ξεκίνημα”, Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).