Ραούλ Κάστρο (Raúl Castro)

Ο Ραούλ Μοδέστο Κάστρο Ρούζ, όπως είναι το πλήρες όνομα του, είναι ο μικρότερος αδελφός του Φιντέλ και Πρόεδρος της Κούβας από το 2008. Γεννημένος το 1931 στο Μπιράν της Κούβας, η ζωή και η δράση του βρέθηκε πάντα στη σκιά του θρυλικού αδελφού του. Ο Ραούλ υπήρξε ο λόγος της συνάντησης του Φιντέλ με τον Τσε Γκεβάρα στο Μεξικό, καθώς ήταν πρωτοβουλία του ιδίου να συστήσει τον νεαρό τότε αργεντίνο γιατρό στον αδελφό του. Καθόλη τη διάρκεια της επαναστατικής δραστηριότητας στην Κούβα ο Ραούλ υπήρξε σταθερά αρωγός και υποστηρικτής των προσπαθειών του Φιντέλ, κάτι που συνεχίστηκε μέχρι τη μεταβίβαση των εξουσιών στον ίδιο το 2008.

Μετά την επιτυχή έκβαση της επανάστασης το 1959, ο Ραούλ διορίστηκε αρχηγός των κουβανικών ενόπλων δυνάμεων. Το 1962 διορίστηκε αναπληρωτής πρωθυπουργός ενώ αργότερα έγινε ο πρώτος αντιπρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου του κράτους. Θεωρείται ο υπουργός ενόπλων δυνάμεων (Άμυνας) με τη μακροβιότερη θητεία παγκοσμίως. Το 2006 ο Φιντέλ, λόγω εξασθενημένης υγείας, μεταβίβασε τις κυβερνητικές εξουσίες στο Ραούλ, κάτι που επισημοποιήθηκε το 2008 με την παραίτηση του ιστορικού ηγέτη από τη θέση του προέδρου.

Ο Ραούλ είναι παντρεμένος εδώ και 45 χρόνια με την Βίλμα Εσπίν και έχουν τρείς κόρες και ένα γιό.

Advertisements

Ούμπερ Μάτος (Huber Matos)

Huber Matos 1959
Ο Μάτος το 1959.

Ο Ούμπερ Μάτος Μπενίτες (Huber Matos Benitez) είναι κουβανός αντεπαναστάτης, πρώην μέλος του Κινήματος της 26ης Ιούλη. Γεννήθηκε στις 26 Νοέμβρη 1918 στην Κούβα. Σήμερα ζει στο Μαϊάμι των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για τον Τσε Γκεβάρα ο Ούμπερ Μάτος υπήρξε προδότης της κουβανικής επανάστασης. Το όνομα του ήλθε για πρώτη φορά στην επικαιρότητα τον Ιούλη του 1959 όταν και διαφώνησε δημόσια με τη μαρξιστική ιδεολογικοπολιτική κατεύθυνση της Επανάστασης, ερχόμενος σε ευθεία ρήξη με τον Φιντέλ Κάστρο. Η στάση του σε μια κρίσιμη περίοδο για την Κούβα ήταν αποσταθεροποιητικός παράγοντας, καθώς ο ίδιος – όντας διευθυντής του επαναστατικού στρατού στην πόλη Κάμαγουεϊ – προέβαινε συχνά σε δημόσιες αντικομμουνιστικές τοποθετήσεις υποσκάπτοντας την κοινή προσπάθεια για εγκαθύδριση λαϊκής εξουσίας στο νησί.

Στις 19 Οκτώβρη 1959 ο Μάτος απέστειλε επιστολή παραίτησης στον Φιντέλ και δύο μέρες αργότερα συναντήθηκε μαζί του ο Κομαντάντε Καμίλο Σιενφουέγος. Ο Σιενφουέγος, ο οποίος έμελλε να χαθεί μυστηριωδώς τις επόμενες ημέρες, είχε εντολή να συζητήσει μαζί του και να τον συλλάβει ως αντεπαναστατικό στοιχείο. Τη σύλληψη του Μάτος ακολούθησε νέα ένταση στις σχέσης της νέας επαναστατικής κυβέρνησης με την Ουάσινγκτον που κορυφώθηκε με την μισθοφορική εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων.

Η δίκη του Ούμπερ Μάτος έλαβε χώρα στις 11 Δεκέμβρη 1959 με τον πρώην στρατιωτικό διοικητή να κατηγορείται για «προδοσία». Σε κυβερνητικό συμβούλιο που είχε συγκληθεί νωρίτερα ο Τσε – όπως και ο Ραούλ Κάστρο – είχε αποφανθεί υπέρ της εκτέλεσης του κουβανού αντεπαναστάτη. Αποφυλακίστηκε τον Οκτώβρη του 1979 και εγκατέλειψε οριστικά την Κούβα. Εγκαταστάθηκε στη Φλόριντα όπου συνεχίζει μέχρι σήμερα απροκάλυπτη προπαγάνδα ενάντια στην κουβανική επανάσταση και τον Φιντέλ Κάστρο προσωπικά.

Γκράνμα (πλοιάριο)

Το «Γκράνμα» (Granma) είναι το όνομα του σκάφους με το οποίο οι αντάρτες του Φιντέλ Κάστρο μεταφέρθηκαν (το 1956) απ’ το Μεξικό στις ακτές της Κούβας με σκοπό την  αρχή του ανταρτοπολέμου ενάντια στο καθεστώς του Μπατίστα. Το πλοιάριο είχε κατασκευαστεί το 1943, είχε μήκος 13,25 μέτρα, φάρδος 4,97 ενώ η κίνηση του πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια δύο εξακύλινδρων πετρελαιοκίνητων μηχανών Gray General τύπου 6Μ4. Πριν αγοραστεί για λογαριασμό των κουβανών ανταρτών ανήκε στον αμερικανό Ρόμπερτ Έρικσον και είχε πάρει το όνομα του απ’ το αγγλικό υποκοριστικό «granma» της λέξης «grandmother» (γιαγιά).

Η κανονική χωρητικότητα του πλοιαρίου ήταν περί τα 20 με 22 άτομα. Παρ’ όλα αυτά, στην αποστολή των ανταρτών του Κινήματος της 26ης Ιουλίου (Μ-26-7) μετείχαν 82 άνδρες οι οποίοι και επιβιβάστηκαν στο Γκράνμα. Μεταξύ αυτών, με την ιδιότητα του γιατρού, ήταν και ο Ερνέστο Γκεβάρα στον οποίο είχε δωθεί ο βαθμός του υπολοχαγού. Μάλιστα, ο Τσε αντιλήφθηκε αρκετές ώρες μετά τον απόπλου ότι είχε ξεχάσει τα φάρμακα και τη μάσκα του οξυγόνου (γιά το άσθμα) σε κυβώτια που τελικά δεν είχαν φορτωθεί στο πλοιάριο. Η κρίση άσθματος δεν άργησε να έρθει – την αντιμετώπισε όμως με υπομονή και κατάφερε να βοηθήσει και άλλους συνεπιβαίνοντες, ως γιατρός της αποστολής.

Το Γκράνμα σαλπάρησε τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου του 1956 από το λιμάνι Τούξπαν του Μεξικού. Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο η άφιξη του στην Κούβα θα πραγματοποιούταν σε συντονισμό με κινητοποιήσεις άλλων μελών του Κινήματος της 26ης Ιουλίου που δρούσαν στο νησί. Οι δυσμενείς όμως καιρικές συνθήκες και το υπερβολικό φορτίο είχαν ως αποτέλεσμα το πλοιάριο να προσαράξει στις ακτές τις Κούβας αρκετά καθυστερημένα και σε διαφορετικό από το προσυμφωνημένο σημείο.

Αρχιστράτηγος (Comandante) της αποστολής του Γκράνμα ήταν ο Φιντέλ, ενώ το γενικό επιτελείο αποτελούνταν από τους:

  • Φιντέλ Κάστρο Ρους

  • Χουάν Μανουέλ Μάρκες

  • Φαουστίνο Πέρες

  • Πάμπλο Ντίας

  • Φέλιξ Ελμούσα

  • Αρμάνδο Ουάου

  • Ερνέστο Γκεβάρα

  • Αντόνιο Λόπες

  • Χεσούς Ρέγιες

  • Κάνδιδο Γκονσάλες

  • Ονελίο Πίνο

  • Ρομπέρτο Ρόκε

  • Χεσούς Μοντανέ

  • Μάριο Ιδάλγο

  • Σέσαρ Γκόμες

  • Ρολάνδο Μόγια

Αρχηγοί αποσπασμάτων Εμπροσθοφυλακής: Χοσέ Σμιθ Κόμας, Κέντρου: Χουάν Αλμέιδα Βόσκε, Οπισθοφυλακής: Ραούλ Κάστρο.

Καθένα από τα τρία αποσπάσματα ήταν χωρισμένο σε τρεις διμοιρίες. Επικεφαλής των διμοιριών ήταν οι:

  • Οράσιο Ροδρίγκες

  • Χοσέ Πόνσε Ντίας

  • Χοσέ Ραμόν Μαρτίνες

  • Φερνάνδο Σάντσες Αμάγια

  • Αρτούρο Τσαμόντ

  • Νορμπέρτο Κογιάδο

  • Τζίνο Ντόνε

  • Χούλιο Ντίας

  • Ρενέ Μπέδια

Οι υπόλοιποι άντρες του πληρώματος:

  • Εβαρίστο Μόντες ντε Όκα

  • Εστέμπαν Σοτολόνγκο

  • Ανδρές Λουχάν

  • Χοσέ Φουέντες

  • Πάμπλο Ουρτάδο

  • Εμίλιο Αρμπεντόσα

  • Λουίς Κρέσπο

  • Ραφαέλ Τσάο

  • Ερνέστο Φερνάνδες

  • Αρμάνδο Μέστρε

  • Μιγκέλ Καμπάνιας

  • Εδουάρδο Ρέγιες

  • Μιγκέλ Σαβάδρα

  • Πέδρο Σότο

  • Αρσένιο Γκαρσία

  • Ισραέλ Καμπρέρα

  • Ουμπέρτο Λαμότε

  • Σαντιάγκο Ιρσέλ

  • Ενρίκε Κουέλες

  • Μάριο Τσάνες

  • Μανουέλ Ετσεβαρία

  • Φρανσίσκο Γκονσάλες

  • Μάριο Φουέντες

  • Νοέλιο Καπότε

  • Ραούλ Σουάρες

  • Γκαμπριέλ Χιλ

  • Λουίς Άρκο

  • Γκιγιέν Σελάγια

  • Καλίξτο Γκαρσία

  • Καλίξτο Μοράλες

  • Ρεϊνάλδο Μπενίτες

  • Ρενέ Ροδρίγκες

  • Κάρλος Μπερμούδες

  • Αντόνιο Νταρίο Λόπες

  • Όσκαρ Ροδρίγκες

  • Καμίλο Σιενφουέγος

  • Χιλμπέρτο Γκαρσία

  • Ρενέ Ρεϊνέ

  • Χάιμε Κόστα

  • Νορμπέρτο Γκοδόι

  • Ενρίκε Κάμαρα

  • Ραούλ Ντίας

  • Αρμάνδο Ροδρίγκες

  • Χοσέ Μοράν

  • Χεσούς Γκόμες

  • Φρανσίσκο Τσικόλα

  • Ουνιβέρσο Σάντσες

  • Εφιχένιο Αμεϊχέιρας

  • Ραμίρο Βαλδές

  • Νταβίδ Ρόγιος

  • Αρνάλδο Πέρες

  • Σίρο Ρεδόνδο

  • Ρολάνδο Σαντάνα

  • Ραμόν Μέχιας

Από το 1976, το πλοιάριο εκτείθεται σε ειδικό χώρο δίπλα στο Μουσείο της Επανάστασης στην Αβάνα. Τιμώντας το ιστορικό σκάφος, η κουβανική κυβέρνηση βάφτισε Γκράνμα το επίσημο δημοσιογραφικό έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος ενώ ένα κομμάτι της παλαιάς επαρχίας Οριέντε, στην περιοχή όπου προσάραξε το σκάφος, πήρε το όνομα του.

Ποδερόσα (La Poderosa II)

Η θρυλική «Ποδερόσα ΙΙ» κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στη Νότια Αμερική. Ο Τσε Γκεβάρα είναι στο κέντρο, τρίτος από δεξιά.

Με το όνομα Ποδερόσα ΙΙ («Η Δυνατή») είναι γνωστή η μηχανή μάρκας Νόρτον (Norton 500cc) με την οποία ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Αλμπέρτο Γκρανάδο διέσχισαν τη Νότιο Αμερική κατά το διάσημο ταξίδι τους («Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας») το 1951. Η μηχανή ήταν ιδιοκτησίας του Αλμπέρτο Γκρανάδο, απόφοιτου βιοχημικής. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και έπειτα από αρκετά μικροατυχήματα, λίγο έξω απ’ το Σαντιάγκο της Χιλής, το καλώδιο που συνέδεε το μπροστινό φρένο της Ποδερόσα έσπασε με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μη αναστρέψιμος ζημιά στη μηχανή. Στο Σαντιάγκο ο Γκρανάδο αναγκάστηκε να αφήσει το αγαπημένο του όχημα σε ένα συνεργείο, καθώς οι δύο φίλοι έπρεπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Εξήντα χρόνια μετά τη θρυλική διαδρομή των Ημερολογίων Μοτοσυκλέτας, η Ποδερόσα η εξαρτήματα της δεν είναι δυνατό να βρεθούν. Παρ’ όλα αυτά, στο μουσείο του Τσε Γκεβάρα στην Κόρδοβα της Αργεντινής, εκτίθεται μιά ρέπλικα του μοντέλου της διάσημης μηχανής.

Φουλχένσιο Μπατίστα (Fulgencio Batista)

Ο Φουλχένσιο Μπατίστα (1901-1973) υπήρξε Κουβανός στρατηγός, Πρόεδρος και δικτάτορας έχοντας την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Υπήρξε ηγέτης της Κούβας κατά τα διαστήματα 1933-1944 και 1952-1959. Το 1959 ανατράπηκε ως αποτέλεσμα της επικράτησης της Κουβανικής Επανάστασης. Η δικτατορία του αποτέλεσε την αφορμή γιά τον Τσε  ώστε να μεταβεί στην Κούβα προς υποστήριξη του επαναστατικού κινήματος.

Ο Μπατίστα προέρχονταν από φτωχή οικογένεια, μικτής αφρικανικής-ευρωπαϊκής και κινεζικής καταγωγής. Ως νεαρός απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες (ράπτης, λιμενεργάτης, στους σιδηροδρόμους) ώσπου τελικά κατατάχθηκε στον στρατό. Το 1933, ως λοχίας έχοντας ήδη μεγάλη επιρροή σε μερίδα στρατιωτών, συμμετείχε στην λεγόμενη «επανάσταση των λοχιών», μια πραξικοπηματική ενέργεια, που σε συνεργασία με τον Αμερικανό πρέσβη της Κούβας, συντέλεσε στην κατάλυση του πολιτεύματος της χώρας. Τελικά νέος πρόεδρος ανακηρύχθηκε ο Ραμόν Γκραού Σαν Μαρτίν και αρχηγός του στρατεύματος ο ίδιος ο Μπατίστα που προήχθη σε συνταγματάρχη. Στην πραγματικότητα όμως ο πραγματικός ηγέτης της χώρας ήταν ο Μπατίστα, ενώ μια σειρά από προέδρους που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια δεν είχαν ουσιαστικές αρμοδιότητες.

Κατέβηκε ως υποψήφιος στις εκλογές του 1940 και αναδείχθηκε νικητής. Διετέλεσε έτσι και ονομαστικός ηγέτης για την επόμενη τετραετία ως επικεφαλής ενός συνασπισμού κομμάτων. Αν και ο Μπατίστα ήταν καπιταλιστής και σταθερός θαυμαστής της πολιτικής των Η.Π.Α., υποστηρίχθηκε επίσης και από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας, που εκείνη την εποχή είχε μικρή απήχηση στη χώρα. Αυτή η υποστήριξη οφειλόταν κυρίως στους νόμους που ενίσχυαν τα εργατικά σωματεία.

Στις εκλογές του 1944 ο Μπατίστα ηττήθηκε από τον Γκραού και έφυγε για τις Η.Π.Α. όπου και έζησε τα επόμενα έτη. Το 1952 αποφάσισε να κατέβει και πάλι υποψήφιος για τις κουβανικές εκλογές, όμως το κόμμα του πήρε την τρίτη θέση στην αναμέτρηση. Στις 10 Μαρτίου 1952, 3 μήνες μετά τις τελευταίες εκλογές, ο Μπατίστα με την υποστήριξη του στρατού κατέλυσε το πολίτευμα, θεωρώντας τις εκλογές άκυρες και ανακηρύχθηκε ο ίδιος «προσωρινός πρόεδρος». Επί της ουσίας εγκαθύδρισε στο νησί μιά στιγνή στρατοκρατική δικτατορία. Αμέσως μετά οι Η.Π.Α. αναγνώρισαν το καθεστώς.

Η δεύτερη περίοδος της ηγεσίας Μπατίστα δεν είχε στοιχεία προόδου, αλλά υπήρξε έντονη η επιθυμία του να αποκτήσει την εύνοια των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων. Στην Αβάνα ο τζόγος ανθούσε, ενώ εικάζεται ότι έγιναν και οικονομικές συμφωνίες μεταξύ του και Αμερικανών-προσωπικοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος (μαφία).

Μέχρι την άνοιξη του 1958 οι Η.Π.Α. ενίσχυαν το καθεστώς Μπατίστα με οπλισμό τελευταίας τεχνολογίας προκειμένου να αντιμετωπίσει πιθανή επαναστατική κίνηση. Τον Μάρτιο, όμως, του ίδιου έτους μετά από σοβαρές συμπλοκές με αντικαθεστωτικούς κύκλους ο Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ συνέστησε στον Μπατίστα να προκηρύξει εκλογές. Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν, όμως η αποχή ήταν σχεδόν καθολική, που έφτανε το 98% στο Σαντιάγο ντε Κούβα. Την 1η Ιανουαρίου 1959, καθώς οι επαναστατικές δυνάμεις του Φιντέλ Κάστρο προήλαυναν, μετά τη νίκη τους στην Σάντα Κλάρα, προς την Αβάνα, ο Μπατίστα διέφυγε αεροπορικώς από τη χώρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Μεξικό δεν έκαναν δεκτή την αίτηση του γιά άσυλο κι’ έτσι βρέθηκε στην Πορτογαλία, της οποία ο τότε πρόεδρος Αντόνιο Σαλαζάρ δέχτηκε να τον φιλοξενήσει με την προϋπόθεση ότι θα απείχε πλήρως από την πολιτική.

Ο αμερικανός πρόεδρος Τζον Φ. Κέννεντι – του οποίου η χώρα παραδοσιακά ανέδειξε, στήριξε και ενίσχυσε καθεστώτα τύπου Μπατίστα – χαρακτήρισε τη δικτατορία του Μπατίστα ως «μία από τις πλέον αιματοβαμμένες και καταπιεστικές στη μακρά ιστορία της καταπίεσης στη Λατινική Αμερική».

Πέθανε το 1973 από ανακοπή καρδιάς στη Γκουανταλμίνα, κοντά στη Μαρμπέλα της Ισπανίας.

(Το άρθρο βασίστηκε στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, 1987).

Ένωση Νέων Κομμουνιστών (UJC)

Η Ένωση Νέων Κομμουνιστών (Unión de Jóvenes Comunistas) δημιουργήθηκε στους κόλπους του Συνδέσμου Νέων Ανταρτών (AJR) που είχε ιδρυθεί από το τμήμα Εκπαίδευσης του αντάρτικου στρατού το Δεκέμβρη του 1959. Έπειτα από την συγχώνευση των νεολαιίστικών οργανώσεων και κινημάτων που υποστήριζαν την Επανάσταση τον Οκτώβρη του 1960, ο Σύνδεσμος Νέων Ανταρτών συμπεριελάμβανε νέους από το Κίνημα της 26ης Ιούλη, το Επαναστατικό Διευθυντήριο της 13ης Μάρτη και τη νεολαία του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Από τις 4 Απρίλη 1962 πήρε και επίσημα το όνομα «Ένωση Νέων Κομμουνιστών».

Σήμερα, η Ένωση Νέων Κομμουνιστών αποτελεί στην ουσία τη νεολαία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας, αριθμώντας περισσότερα από 600.000 μέλη.

Κίνημα της 26ης Ιουλίου (M-26-7)

Το Κίνημα της 26ης Ιουλίου (Movimiento 26 de Julio) αποτέλεσε την επαναστατική συλλογικότητα που, υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο, ανέτρεψε το 1959 τον κουβανό δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Η ονομασία του προέρχεται από την αποτυχημένη απόπειρα ανταρτών στο στρατόπεδο Μονκάδα στις 26 Ιουλίου 1956 – στην επιχείρηση αρκετοί αντάρτες σκοτώθηκαν ενώ άλλοι φυλακίστηκαν, μεταξύ των οποίων και ο Φιντέλ. Η ουσιαστική του διαμόρφωση έλαβε χώρα στο Μεξικό, όπου ο Κάστρο και ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός εξόριστων κουβανών και λοιπών λατινοαμερικάνων προετοίμασαν την απόβαση στο νησί, με τελικό στόχο την ανατροπή της δικτατορίας.

Στην Πόλη του Μεξικού ο Ερνέστο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με τους αδελφούς Κάστρο και εντάχθηκε στο Κίνημα, όντας αποφασισμένος να ενισχύσει με όλες του τις δυνάμεις τον σκοπό της Επανάστασης. Στις 25 Νοεμβρίου 1956, 82 αντάρτες επιβιβάστηκαν στο πλοιάριο Γκράνμα με προορισμό τις κουβανικές ακτές. Στην Κούβα δραστηριοποιούνταν ήδη μέλη του Κινήματος (όπως ο Φρανκ Παϊς, η Σέλια Σάντσες και ο Αρμάνδο Χαρτ) που ανέμεναν τις ενισχύσεις των εξόριστων επαναστατών.

Το χρώμα του συμβόλου του Μ-26-7 ήταν το κόκκινο και το μαύρο. Αφότου επιτεύχθηκε η πτώση της δικτατορίας το 1959 το Κίνημα συνενώθηκε με άλλες ριζοσπαστικές ομάδες σχηματίζοντας, το 1961, τις Ενωμένες Επαναστατικές Οργανώσεις, γνωστές ως ORI (Organizaciones Revolucionarias Integradas). Το 1965, ως απότοκος των διεργασιών της επαναστατικής κυβέρνησης ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας (PCC).