Γράμματα στην Αλέϊδα Μαρτς

Παρακάτω παρατίθενται γράμματα και επιστολές που απέστειλε ο Τσε στην σύζυγο του Αλέϊδα Γκεβάρα-Μαρτς από διάφορα μέρη του εξωτερικού. Ως επι το πλείστον αναφέρονται στην περίοδο 1965-1966. Οι επιστολές  ανήκουν στο προσωπικό αρχείο της Αλέϊδα Μαρτς και μέρος αυτών δημοσιεύθηκαν στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο «Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε» (2007).

★★★★★★★★

Αγαπημένη μου,

Σήμερα σου γράφω απ’ τη Χιροσίμα, την πόλη της βόμβας. Στο βάθρο που βλέπεις υπάρχουν τα ονόματα εβδομήντα οκτώ χιλιάδων νεκρών. Το σύνολο υπολογίζεται σε εκατόν ογδόντα χιλιάδες. Τέτοιες επισκέψεις κάνουν καλό, σε ωθούν να παλέψεις ακόμη πιό αποφασιστικά γιά την ειρήνη.

Σε φιλώ,
Τσε

★★★★★★★★

ΜΑΡΟΚΟ

Αλεϊδούλα,

Σου στέλνω έναν πιστό συζυγικό εναγκαλισμό απ’το τελευταίο επίσημο σταθμό αυτού του ταξιδιού. Σκόπευα να σου μείνω πιστός με τη σκέψη αλλά εδώ πέρα κυκλοφορούν κάτι Μαροκινές που τα θέλουν.

Φιλιά,
Τσε

★★★★★★★★

ΠΑΡΙΣΙ, Ιανουάριος 1965

Πέρα από κάθε αμφιβολία, έχω αρχίσε να γερνάω. Είμαι όλο και πιο ερωτευμένος μαζί σου και μου λείπει ολοένα και πιο πολύ το σπίτι, τα παιδιά, όλος αυτός ο μικρός κόσμος που περισσότερο τον μαντεύω παρά τον ζω. Σε τούτη την προχωρημένη ηλικία που κουβαλάω, αυτό ειναι πολύ επικίνδυνο’ εσύ μου είσαι αναγκαία κι εγώ είμαι μονάχα μιά συνήθεια…..

★★★★★★★★

1965

Κυρία,

Απ’ αυτές τις δύο πόρτες το έσκασε η μοναξιά και πήγα να τη βρω στο πράσινο νησί της. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε μιά μέρα να σταθούμε πιασμένοι χέρι-χέρι, με τα παιδιά μας ένα γύρω, και να θαυμάσουμε η θέα, ανεβασμένοι σε κάποιο χνάρι του παρελθόντος. Αν δεν το καταφέρουμε, ονειρεύομαι να το πετύχετε εσείς.

Σας φιλώ με σεβασμό το χέρι.

Ο αντρούλης σας.

★★★★★★★★

Αγαπημένη μου,

Εκμεταλλεύομαι τα λιγοστά ελεύθερα λεπτά μου εν μέσω αυτής της ταραγμένης διαδρομής στο Στάλινγκραντ, γιά να σου στείλω αυτήν την κάρτα. Πράγματι, εδώ βρίσκεται μπροστά σε μία από τις μεγαλύτερες εποποιίες της ανθρώπινης ιστορίας. Σε δύο μέρες φεύγω γιά την Κίνα.

Φιλιά,

Τσε.

★★★★★★★★

ΣΑΓΚΑΗ, ΚΙΝΑ

Έμαθα τα νέα σε τούτη την πόλη, που το όνομα της μπορείς να διαβάσεις κάτω από αυτό το καινούργιο απόκτημα. Έχεις βαλθεί να με κάνεις πάντα ρεζίλι. Εν πάση περιπτώσει, στέλνω ένα φιλί στην καθεμιά σας και να θυμάσαι: ότι έγινε έγινε.

Φιλιά,

Τσε

★★★★★★★★

ΠΑΡΙΣΙ

Αγαπημένη μου,

Καθώς ονειρευόμουν μες στο Λούβρο, κρατώντας σε απ’ το χέρι, σε είδα να παριστάνεσαι σε μια ζωγραφιά. Στρουμπουλή, σοβαρή, μ’ένα χαμόγελο λιγάκι θλιμμένο (ίσως επειδή κανένας δε σ’αγαπάει) να περιμένεις τον μακρινό αγαπημένο (να είναι άραγε αυτός που νομίζω ή κάποιος άλλος;). Κι’ άφησα το χέρι σου για να σε δω καλύτερα και να μαντέψω τι κρύβεται στην καρπερή σου μήτρα. Αγόρι, σωστά;

Ένα φιλί και μια μεγάλη αγκαλιά γιά όλους και ιδιαίτερα για σένα, απ’ τον

Στρατάρχη Του

Τσε

★★★★★★★★

Αγαπημένη μου,

Είναι η τελευταία κάρτα εδώ και πολύ καιρό, ίσως. Σε σκέφτομαι, όπως σκέφτομαι και τα μικρά κεφτεδάκια που έχω αφήσει πίσω. Αυτή η δουλειά σου αφήνει τελικά πολύ λίγο χρόνο γιά σκέψεις.

Δε σου στέλνω το δαχτυλίδι, γιατί σκέφτηκα πως δεν ήταν σωστό να ξοδέψω χρήματα γιά κάτι τέτοιο, τώρα που τόσο τα έχουμε ανάγκη. Θα σου στείλω κάτι απ’ τη χώρα του προορισμού μας. Γιά την ώρα σου στέλνω δύο παθιασμένα φιλιά, ικανά να λιώσουν την κρύα σου καρδιά. Μοίρασε το ένα σε μικρότερα κομμάτια και δώσ’ το στα παιδιά. Δώσε άλλα πιό μετρημένα φιλιά στα πεθερικά μου και στους υπόλοιπους του σογιού. Στους νιόπαντρους μια αγκαλιά και την πρόταση μου τον πρωτότοκο να τον πουν Ραμόν.

Τις νύχτες των τροπικών, θα ξαναπιάσω την παλιά μου τέχνη, ή μάλλον κακοτεχνία, του ποιητή (κυρίως στον τομέα της σκέψης παρά σ’εκείνον της σύνθεσης), κι εσύ θα είσαι η μόνη πρωταγωνίστρια. Μη σταματάς να διαβάζεις. Να δουλέψεις αρκετά και να με θυμάσαι πότε πότε.

Ένα φιλί τελευταίο, παθιασμένο, δίχως ρητορείες, απ’ τον

Ραμόν σου

★★★★★★★★

ΚΟΝΓΚΟ

Μοναδική μου εσύ στον κόσμο, (Αυτό το δανείστηκα απ’ τον γερο-Χικμέτ.)

Τι μάγια έχεις κάνει στο φτωχό σαρκίο μου και δε με νοιάζουν πια οι αληθινές αγκαλιές, παρά ονειρεύομαι τις κοιλότητες όπου μ’ έβαζες να φωλιάζω, τη μυρωδιά και τα τραχιά, χωριάτικα χάδια σου;

Ετούτο εδώ είναι μια άλλη Σιέρρα Μαέστρα αλλά δίχως τη γεύση της δημιουργίας ή, ακόμη λιγότερο, της ικανοποίησης του να νιώθω τον τόπο δικό μου. Όλα κυλούν με αργούς ρυθμούς, λες κι’ ο πόλεμος είναι μια δουλειά που μπορούμε ν’αφήσουμε για μεθαύριο. Γιά την ώρα, ο φόβος σου μην τυχόν και με σκοτώσουν είναι τόσο αβάσιμος όσο οι ζήλιες σου παλιότερα.

Η δουλειά μου περιορίζεται σε μαθήματα γαλλικών κάμποσες ώρες τη μέρα, εκμάθηση σουαχίλι και ιατρική. Σε λίγες μέρες από τώρα θα ξεκινήσει μια σοβαρή δουλειά, αλλά μόνο για εκπαίδευση. Κάτι σαν το Μίνας νιελ Φρίο, όπως ήταν στον πόλεμο. Όχι όπως όταν το επισκεφτήκαμε μαζί.

Δώσε ένα προστατευτικό φιλί στα παιδιά (και στην Ιλδίτα). Βγάλτε μιά φωτογραφία όλοι μαζί και στείλ’ τη μου. Μιά που να μην είναι πολύ μεγάλη κι’ άλλη μιά μικρούλα. Μάθε γαλλικά, ασχολήσου περισσότερο μ’ αυτά παρά με τη νοσηλευτική, και να μ’αγαπάς.

Ένα μεγάλο φιλί, σαν κι αυτό που θα σου δώσω όταν ξαναβρεθούμε.

Σ’αγαπώ,

Τάτου.

★★★★★★★★

Μη με εκβιάζεις. Δεν μπορείς να έρθεις εδώ πέρα τώρα, αλλά ούτε και σε τρείς μήνες. Μέσα σ’ ένα χρόνο τα πράγματα θα είναι αλλιώς και θα δούμε τι θα γίνει. Πρέπει να αναλύσουμε σωστά τις περιστάσεις. Το σπουδαιότερο είναι όταν έρθεις να μην είσαι “η κυρία” αλλα η μαχήτρια, και πρέπει να προετοιμαστείς γι’ αυτό, μαθαίνοντας τουλάχιστον γαλλικά […]

Έτσι έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου – υποχρεωμένος να ανακόπτω τις στοργικές μου διαθέσεις εξαιτίας άλλων σκέψεων και στόχων κι’ ο κόσμος να πιστεύει πως έχει να κάνει μ’ ένα μηχανικό τέρας. Βοήθησε με τώρα, Αλέϊδα, να είσαι δυνατή και να μη μου θέτεις προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν. Όταν παντρευτήκαμε, ήξερες ποιός είμαι. Πράξε κι’ εσύ το δικό σου καθήκον κάνοντας πιο υποφερτό το δρόμο μου, που είναι μακρύς ακόμη. Να μ’αγαπάς, με πάθος αλλά και με κατανόηση. Ο δρόμος μου έχει ήδη χαρακτεί, κανένας δε θα με σταματήσει παρά μόνο ο θάνατος. Μη λυπάσαι τον εαυτό σου. Όρμησε στη ζωή και νίκησε την. Κάποια κομμάτια της διαδρομής θα τα διανύσουμε μαζί. Αυτό που κουβαλάω μέσα μου δεν είναι καμιά ανέμελη δίψα γιά περιπέτειες με ότι συνεπάγεται, κι’ εγώ το ξέρω. Εσύ θα έπρεπε να το μαντεύεις […]

Μόρφωσε τα παιδιά. Μην τα κακομάθεις, μην τα παραχαϊδεύεις και κυρίως τον Καμίλο. Μη σκέφτεσαι να τα αφήσεις, γιατί δεν είναι δίκαιο. Είναι κι’ αυτά κομμάτι μας.

Σε αγκαλιάζει, με μια αγκαλιά μεγάλη και γλυκιά,

ο Τάτου σου.

★★★★★★★★

Αγάπη μου, ήρθε η ώρα να σου στείλω ένα αντίο με γεύση από κοιμητήριο (από φύλλα νεκρά, από κάτι τουλάχιστον μακρινό και παροπλισμένο). Θέλησα να το κάνω μ’ εκείνα τα αριθμητικά σημάδια που δεν φτάνουν στο περιθώριο και συνήθως τα ονομάζουν ποίηση, αλλά απέτυχα – έχω τόσες εξομολογήσεις γιά τ’ αυτιά σου που η λέξη γίνεται πια δεσμοφύλακας, κι ακόμη περισσότερο όσο αυτοί οι φευγαλέοι αλγόριθμοι αγαλλιάζουν στην παύση του ρυθμού μου. Δεν είμαι κατάλληλος για το ευγενές λειτούργημα της ποίησης. Κι όχι πως δεν έχω πράγματα γλυκά να πω. Να ήξερες μόνο πόσα απ’ αυτά στροβιλίζονται μέσα μου. Είναι όμως τόσο μακρύς ο δρόμος, τόσο περίπλοκο και στενό το κοχύλι που τα περικλείει, που βγαίνουν κουρασμένα απ’ το ταξίδι, κακόκεφα, συνεσταλμένα και τα πιο γλυκά απ’ όλα είναι τόσο εύθραυστα! Κομματιάζονται στο δρόμο κι απομένουν σκόρπιες δονήσεις και τίποτ’ άλλο […]

Μου λείπει η καθοδήγηση, θα έπρεπε να διαλυθώ για να καταφέρω επιτέλους να στο πω. Ας χρησιμοποιήσουμε τις λέξεις με το καθημερινό τους νόημα κι ας φωτογραφίσουμε τις στιγμές. […] Έτσι σ’αγαπώ, με την ανάμνηση του πικρού καφέ κάθε πρωί δίχως όνομα και με τη γεύση της καθαρής σάρκας στην κοιλότητα του γονάτου σου, μ’ ένα πούρο που η στάχτη του ισορροπεί και μια ασυνάρτητη γκρίνια προς υπεράσπιση του πάλλευκου μαξιλαριού […] Έτσι σ’αγαπώ, κοιτάζοντας τα παιδιά σαν μια σκάλα δίχως ιστορία (κι εκεί υποφέρω γιατί οι μεταμορφώσεις τους δε μου ανήκουν), με μια σουβλιά θλίψης στα πλευρά, πολυάσχολος, αποστεφόμενος τη σχόλη, κλεισμένος στο κοχύλι μου […]

Το τωρινό θα ‘ναι ένα πραγματικό αντίο – η λάσπη μ’ έχει γεράσει πέντε χρόνια, δε μένει πια παρά μόνο το τελευταίο άλμα, το οριστικό. Τελείωσαν πια τα τραγούδια των σειρήνων και οι μέσα μου μάχες, δένεται η κορδέλα για τον τελευταίο μου αγώνα δρόμου. Η ταχύτητα μου θα είναι τόση που κάθε κραυγή θα σβηστεί. Το παρελθόν τελείωσε. Είμαι το μέλλον που έρχεται.

Μη με φωνάξεις, δε θα σ΄ακούσω – μπορώ μονάχα να σε συλλογιέμαι τις ηλιόλουστες μέρες, κάτω απ’ το ανανεωμένο χάδι των πυροβολισμών […] Θα ρίξω ένα βλέμμα λοξό, σαν το σκυλί που στρέφεται γιά τελευταία φορά πριν πέσει να ξεκουραστεί, και θα σας αγγίξω με τη ματιά μου, τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί.

Αν κάποια μέρα νιώσεις ένα βλέμμα να πέφτει πάνω σου με βία, μη στραφείς, μη σπάσεις τα μάγια, συνέχισε να πίνεις τον καφέ σου κι άσε με να σε ζήσω για πάντα μές στην αιώνια στιγμή.

★★★★★★★★

2 Δεκεμβρίου 1966.

Μοναδική μου,

Εκμεταλλεύομαι το ταξίδι ενός φίλου για να σου στείλω ετούτες τις γραμμές. Θα μπορούσα φυσικά να στις στείλω με το ταχυδρομείο, αλλά μου φάνηκε πιό οικείος ο “μη επίσημος” δρόμος. Θα μπορούσα να σου πω ότι μου λείπεις τόσο που έχω χάσει τον ύπνο μου, αλλά ξέρω ότι δε θα με πίστευες, οπότε συγκρατούμαι. Είναι όμως κάποιες μέρες που η νοσταλγία ορμάει ασυγκράτητη και με κυριεύει. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, κυρίως, δεν ξέρεις πόσο μου έλλειψαν τα τελετουργικά σου δάκρυα, κάτω από τούτον τον ουρανό με τα καινούργια άστρα, που μου θύμιζε πόσο λίγο έχω χαρεί τη ζωή στον προσωπικό τομέα […]

Γιά τη ζωή μου εδώ δεν έχω να σου πω πολλά ενδιαφέροντα, η δουλειά μου αρέσει αλλά απαιτεί απομόνωση και μερικές φορές γίνεται κουραστική. Μελετάω, όποτε μου μένει χρόνος, και πότε πότε ονειρεύομαι. Παίζω σκάκι, δίχως αξιόλογους αντιπάλους, και περπατάω αρκετά. Αδυνατίζω, λίγο απ’ τη νοσταλγία και λίγο απ’ τη δουλειά. Δώσε ένα φιλί στα κεφτεδάκια, και σ’ όλους τους άλλους. Για σένα ένα φιλί έμπλεο αναστεναγμών και λοιπών θλιβερών, απ’ τον φτωχό και φαλακρό σου

Σύζυγο

★★★★★★★★

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ

Μοναδική μου εσύ στον κόσμο, λαθραία έβγαλα απ’ το αρμάρι του Χικμέτ ετούτον τον ερωτευμένο στίχο μόνο, γιά να σου δείξω το ακριβές μέγεθος της αγάπης μου.

Παρ’ όλα αυτά, στον πιό βαθύ λαβύρινθο του μελαγχολικού κοχυλιού σμίγουν και απωθούνται οι πόλοι του πνεύματος μου: εσύ και ΟΛΟΙ.

Οι Όλοι απαιτούν την αμέριστη αφοσίωση μου, μόνη η σκιά μου να σκοτεινιάζει το δρόμο! Κι όμως, δίχως να ξεγελάω τους νόμους του εξαϋλωμένου έρωτα σ’ έχω φυλαγμένη στον ταξιδιωτικό μου σάκο.

(Σε κουβαλάω στο σάκο μου του ακούρατου ταξιδιώτη σαν τον άρτον ημών τον επιούσιο.)

Πάω να οικοδομήσω τις ανοίξεις του αίματος και του γουδιού κι αφήνω, στο κενό της απουσίας μου, ετούτο το φιλί το δίχως γνωστή διεύθυνση. Δε μου έχουν ανακοινώσει, όμως, την κρατημένη θέση στη θριαμβευτική παρέλαση της νίκης και το μονοπάτι που βγάζει στο δρόμο μου είναι φωτοστεφανωμένο από δυσοίωνες σκιές.

Αν προορίζουν γιά μένα τον σκοτεινό θώκο των τσιμέντων, φύλαξε τον στο ομιχλώδες αρχείο των αναμνήσεων – κατέφυγε σ’αυτόν τις νύχτες των δακρύων και των ονείρων …

Αντίο, μοναδική μου, μην τρέμεις μπροστά στην πείνα των λύκων ούτε στις παγωμένες στέπες της απουσίας, σ’ έχω στο μέρος της καρδιάς και θα πορευτούμε μαζί ώσπου ο δρόμος να σβηστεί …

Ομιλία Φιντέλ Κάστρο γιά τον Τσε στην Σάντα Κλάρα (1997)

Η παρακάτω ομιλία εκφωνήθηκε από τον Πρόεδρο Φιντέλ Κάστρο κατά τη διάρκεια της επίσημης υποδοχής των λειψάνων του Τσε και των συντρόφων του στην πόλη της Σάντα Κλάρα, τον Οκτώβρη του 1997. Λίγες ημέρες πριν είχαν συμπληρωθεί 30 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε και των έξι ανταρτών στη Βολιβία.

17 Οκτωβρίου 1997

Συγγενείς των συντρόφων που σκοτώθηκαν στη μάχη,
Καλεσμένοι,
Λαέ της Σάντα Κλάρα,
Συμπατριώτες:

Με βαθιά συναισθήματα ζούμε μια από αυτές τις στιγμές που δε μπορούν να επαναληφθούν. Δεν ήρθαμε εδώ προκειμένου να πούμε αντίο στον Τσε και στους ηρωϊκούς συντρόφους του, ήρθαμε γιά να τους καλωσορίσουμε.

Βλέπω τον Τσε και τους αντάρτες του ως μια ενίσχυση, ως ένα άγημα ακατανίκητων μαχητών που, σε αυτήν την περίπτωση, περιλαμβάνει κουβανούς όπως και λατινοαμερικάνους που έχουν έρθει να αγωνιστούν μαζί μας και να γράψουν νέες σελίδες ιστορίας και δόξας. Βλέπω, επίσης, τον Τσε ως έναν ηθικό γίγαντα που μεγαλώνει όλο και περισσότερο κάθε μέρα που περνάει, του οποίου η εικόνα, η δύναμη και η επιρροή έχει πολλαπλασιαστεί σε όλον τον κόσμο.

Πως θα μπορούσε να χωρέσει κάτω από μιά ταφόπλακα, πως θα μπορούσε να χωρέσει σε αυτήν την πλατεία, πως θα μπορούσε να χωρέσει μόνο στο αγαπημένο μας, μικρό νησί; Μόνο στον κόσμο που ονειρεύτηκε, γιά τον οποίο έζησε και πάλεψε υπάρχει επαρκής χώρος γι’ αυτόν.

Η αξία του είναι ακόμη μεγαλύτερη γιατί (σήμερα στον κόσμο) υπάρχει περισσότερη αδικία, περισσότερη εκμετάλλευση, περισσότερη ανισότητα, περισσότερη ανεργία, περισσότερη φτώχεια, πείνα και αθλιότητα στην ανθρώπινη κοινωνία.

Οι αξίες γιά τις οποίες πολέμησε θα «ανυψωθούν» ακόμη περισσότερο ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ιμπεριαλιστικής δύναμης, ηγεμονίας, της κυριαρχίας και παρεμβατικότητας ενάντια στα πιό ιερά δικαιώματα των λαών – ιδιαίτερα των πλέον αδύναμων, των υποανάπτυκτων, των φτωχών – που ήταν αποικίες της Δύσης και πηγές σκλαβωμένης εργασίας.

Τα προφανή ουμανιστικά του αισθήματα θα πάρουν τώρα μεγαλύτερη αξία αφού υπάρχει περισσότερη κακομεταχείριση, περισσότερος εγωκεντρισμός, περισσότερη απομόνωση, περισσότερες διακρίσεις κατά των αυτόχθονων λαών, των εθνοτικών μειονοτήτων, των γυναικών, των μεταναστών… ‘Οταν περισσότερα παιδιά αποτελούν αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης η όταν εκατομμύρια παιδιά εξαναγκάζονται να εργαστούν. Το παράδειγμα του θα ζεί όσο υπάρχει περισσότερη ανασφάλεια, περισσότερη εγκατάλειψη.
Το παράδειγμα του ως  ανθρώπου και επαναστάτη θα συνεχίζει να ξεχωρίζει την στιγμή που υπάρχουν περισσότεροι διεφθαρμένοι πολιτικοί, δημαγωγοί και υποκριτές σε όλα τα μέρη του κόσμου.

Η προσωπική του ανδρεία και η επαναστατική του ακεραιότητα θα αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού την στιγμή που υπάρχουν δειλοί, οπορτουνιστές και προδότες στον κόσμο. Η ατσάλινη θέλήση του θα τιμάται την στιγμή που υπάρχουν οι ψυχικά αδύναμοι.

Η αίσθηση της τιμής, της αξιοπρέπειας και της αισιοδοξίας (του Τσε) θα μεγαλώνει όσο υπάρχουν οι πεσιμιστές. Η εγκράτεια του, το πνεύμα εργατικότητας και μελέτης θα μεγεθύνονται, την στιγμή που υπάρχουν αυτοί που κατασπαταλούν τις πολυτέλειες και τον πλούτο που παράγουν άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι.

Ο Τσε ήταν ένας πραγματικός Κομμουνιστής και είναι σήμερα το παράδειγμα και το είδωλο του επαναστάτη και του Κομμουνιστή. Ο Τσε υπήρξε δάσκαλος γιά ανθρώπους όπως ο ίδιος.

Πάντοτε συνεπείς με τις πράξεις του, δεν σταμάτησε ποτέ να κάνει ότι είχε πεί ότι θα κάνει και ήταν απαιτητικός με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Όποτε χρειαζόταν ένας εθελοντής γιά μια αποστολή, ο Τσε ήταν ο πρώτος που θα έκανε ένα βήμα μπροστά. Είτε στο πεδίο της μάχης είτε στην ειρήνη, θα έδινε και τη ζωή του γιά την πραγμάτωση των μεγαλύτερων ονείρων του. Έκανε τα πάντα που φαινόντουσαν αδύνατα, δυνατά.

Η έφοδος του που τον οδήγησε από τα βουνά της Σιέρρα Μάεστρα στην κατάληψη της Σάντα Κλάρα με μιά μικρή ομάδα ανταρτών πιστοποιεί, μεταξύ άλλων πράξεων, τα πράγματα που ήταν ικανός να κάνει.

Το Βιετνάμ απέδειξε ότι ήταν δυνατό να πολεμήσει ενάντια στην ιμπεριαλιστική εισβολή και να νικήσει. Οι Σαντινίστας νικήσανε μια απ’ τις πλέον πανίσχυρες μαριονέτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αντάρτες του Ελ Σαλβαδόρ βρέθηκαν στο παρά πέντε μιάς νίκης. Στην Αφρική το απαρτχάιντ ηττήθηκε παρά το γεγονός ότι το καθεστώς διέθετε πυρηνικά όπλα. Η Κίνα, χάρη στον ηρωϊκό αγώνα των εργατών και των χωρικών της, είναι μιά απ’ τις χώρες με τις καλύτερες προοπτικές στον κόσμο. Το Χονγκ Κονγκ επιστράφηκε έπειτα από 150 χρόνια κατοχής, η οποία ξεκίνησε ως μιά προσπάθεια να επιβληθεί εμπόριο ναρκωτικών στην υπόλοιπη Κίνα.

Δεν απαιτούν όλες οι εποχές και οι περιστάσεις τις ίδιες μεθόδους και τακτικές, όμως τίποτα δε μπορεί να σταματήσει την πορεία της ιστορίας – οι αντικειμενικοί της νόμοι έχουν διαχρονική εγκυρότητα. Ο Τσε βασίστηκε σε αυτούς τους νόμους και είχε απόλυτη πίστη στην ανθρωπότητα.

Πολλές φορές, οι μεγάλοι επαναστάτες και μεταρρυθμιστές της ανθρωπότητας δεν είχαν την ευκαιρία να δουν τα όνειρα τους να πραγματώνονται όσο σύντομα θα ήθελαν η πίστευαν. Αλλά, αργά η γρήγορα, ήταν νικητές. Ένας μαχητής μπορεί να πεθάνει, αλλά οι ιδέες του δεν πεθαίνουν.

Τι γύρευε ένας πράκτορας της κυβέρνησης των Η.Π.Α. στο σημείο που τραυματίστηκε ο Τσε και (μετέπειτα) στην ανάκριση; Πίστεψαν ότι με το να τον σκοτώσουν, θα πάψει να υπάρχει ως μαχητής. Δεν είναι πλέον στο Λα Ιγκέρα… Αντίθετα, είναι οπουδήποτε υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα προς υπεράσπιση.

Όσοι ενδιαφέρονταν να τον αφανίσουν δε μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο θρύλος του γράφτηκε ήδη στην ιστορία και ότι το προφητικό του όραμα θα γίνει σύμβολο όλων των εκατοντάδων εκατομμυρίων φτωχών ανθρώπων αυτού του πλανήτη.

Νέοι άνθρωποι, παιδιά, ηλικιωμένοι, άνδρες και γυναίκες… όλοι τον ήξεραν. Οι έντιμοι άνθρωποι αυτού του κόσμου, ασχέτως των κοινωνικών τους καταβολών, τον θαυμάζουν. Ο Τσε προελαύνει και κερδίζει περισσότερες μάχες από ποτέ.

Ευχαριστούμε Τσε. Ευχαριστούμε γιά την ιστορία σου, τη ζωή και το παράδειγμα σου. Ευχαριστούμε που έρχεσαι ως ενισχυτής αυτού του δύσκολου αγώνα που δίνουμε σήμερα, να σώσουμε τις ιδέες γιά τις οποίες πολέμησες τόσο πολύ, να σώσουμε την Επανάσταση, το έθνος και τον σοσιαλισμό. Αυτά τα επιτεύγματα είναι κομμάτι των ονείρων σου που γίνονται πραγματικότητα.

Προκειμένου να βγάλουμε εις πέρας αυτό το τεράστιο καθήκον – να νικήσουμε τα ιμπεριαλιστικά σχέδια ενάντια στην Κούβα, αντιστεκόμενοι στον οικονομικό αποκλεισμό – προκειμένου να γράψουμε ιστορία, βασιζόμαστε σε σένα, Τσε.

Όπως βλέπεις αυτή η χώρα, που είναι η δική σου χώρα, αυτός ο λαός που είναι ο δικός σου λαός, αυτή η επανάσταση που είναι η δική σου επανάσταση συνεχίζουν να ανεμίζουν την σημαία του σοσιαλισμού με τιμή και υπερηφάνια.

Καλωσήρθατε ηρωϊκοί σύντροφοι. Ο ωκεανός των ιδεών και της δικαιοσύνης που θα υπερασπιστείτε, στο πλευρό του λαού μας, δεν θα ηττηθεί ποτέ από τον εχθρό. Μαζί θα συνεχίσουμε να πολεμάμε γιά έναν καλύτερο κόσμο.

Hasta la Victoria Siempre!

(Πηγή: Radio Havana Cuba – Μετάφραση: Ν.Μόττας)

Επίσκεψη στην Σοβιετική Ένωση, 1960 / Visiting the Soviet Union

Ο Τσε υπογράφει μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ Κούβας και ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στη Μόσχα το 1960 (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).

Ερνέστο Γκεβάρα και Ραούλ Κάστρο / Che Guevara and Raul Castro

Πάνω: Ο Τσε και ο Ραούλ, κορυφαία μέλη της Επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας. Κάτω: «Αντίπαλοι» στο γήπεδο του μπεϊζμπολ, ο Τσε επικεφαλής της «Occidente» και ο Ραούλ της «Oriente».

Φωτογραφία του Αlberto Korda.

Che Guevara in Search of a New Socialism (Part Two)

By Michael Löwy.

In the economic discussion of 1963–1964, an important political aspect that is worth noting is the very fact of the discussion; that is, the position that the public expression of disagreements is normal in the process of building socialism, or the legitimation of a certain democratic pluralism within the revolution.

This problematic was only implicit in the economic debate. Guevara never developed it explicitly or systematically, and he certainly did not link it with the question of democracy in planning. But he did adopt, on several occasions during the 1960s, a favorable attitude toward freedom of discussion within the revolutionary camp and toward respect for a plurality of opinions.

An interesting example may be found in his conduct in regard to the Cuban Trotskyists, whose analyses he did not agree with at all (he criticized them harshly on more than one occasion). In 1961, in a discussion with the North American left-wing intellectual Maurice Zeitlin, Guevara denounced the destruction by the Cuban police of the printing plates for Trotsky’s Permanent Revolution as “an error” that “should not have been done.”

A few years later, shortly before leaving Cuba in 1965, he managed to free the Cuban Trotskyist leader Roberto Acosta Hechevarria from prison, taking leave of him with a fraternal greeting: “Acosta, you can’t kill ideas with blows.” [10]

The clearest example is his reply, in a 1964 report to his comrades in the Ministry of Industry, to the charge of “Trotskyism” leveled against him by some Soviets:

“In this regard, I think that either we have the capacity to destroy contrary opinions with arguments or we should let them be expressed….It is not possible to destroy opinions by force, because that blocks any free development of intelligence. There is much that is worthwhile in Trotsky’s thinking, although it seems to me that his fundamental conceptions were wrong and his later action mistaken.” [11]

It is no accident, therefore, that Guevara’s most explicit defense of freedom of expression and most direct criticism of Stalinist authoritarianism was manifested in the field of art. In his famous essay “Socialism and Man in Cuba” (1965), he denounced Soviet-style “socialist realism” as the imposition of a single form of art: “the kind of ‘art’ functionaries understand.” With this method, he emphasized, “True artistic inquiry ends” and “a straitjacket” is put “on the artistic expression of the man who is being born….” [12]

Socialist Democracy

Although Che never managed to elaborate a finished theory of the role of democracy in the socialist transition — perhaps the major gap in his work — he rejected the authoritarian and dictatorial conceptions that did so much damage to socialism during the 20th century. Some critical notes from 1966 concerning a Soviet political economy manual contained this blunt formula: “Stalin’s great historical crime was to have depreciated communist education and instituted the unfettered cult of authority.” [13]

The major limitation lies in the insufficiency of his thinking about the relationship between democracy and planning. His arguments in defense of planning and in opposition to market categories are extremely important and acquire new relevance in light of the neoliberal vulgate that now dominates with its “market religion.” But they leave aside the key political question: Who does the planning? Who determines the major options in the economic plan? Who determines the production and consumption priorities?

Without a genuine democracy — that is, without (a) political pluralism, (b) free discussion of priorities, and (c) free choice for the population between the various economic propositions and platforms that are being debated — planning is inevitably transformed into a bureaucratic and authoritarian system of “dictatorship over needs” (as is amply demonstrated by the history of the former Soviet Union).

In other words, the economic problems of the transition to socialism are inseparable from the nature of the political system. The Cuban experience over the last three decades reveals, as well, the negative consequences of the absence of democratic socialist institutions, although Cuba has managed to avoid the worst bureaucratic and totalitarian aberrations of the other states of supposed “actually existing socialism.”

This debate is related to the problem of the revolution’s institutions. Guevara rejected bourgeois democracy, but — notwithstanding his anti-bureaucratic and egalitarian sensibility — he was far from having a clear vision of socialist democracy.

In “Socialism and Man in Cuba,” he acknowledges that the revolutionary state may make mistakes, thereby provoking a negative reaction among the masses and forcing the state to make a correction (the example he cites is the sectarian policy of the party under the leadership of Anibal Escalante in 1961–1962). But, he notes, “Clearly this mechanism is not adequate for insuring a succession of judicious measures. A more structured connection with the masses is needed….”

At first, he seems to be satisfied with a vague “dialectical unity” between the leaders and the masses. But a few pages later he confesses that the problem is far from an adequate resolution that would allow effective democratic control: “This institutionalization of the revolution has not yet been achieved. We are looking for something new….” [14]

Unpublished Writings

We know that, in the final years of his life, Ernesto Guevara had gone a long way in distancing himself from the Soviet model, in his rejection of the “imitation and copy” of “actually existing socialism.” But a good part of his last writings, and particularly his critical comments on the 1963 edition of the Soviet Handbook of Political Economy, remained unpublished.

It is only in 2006 that these critical notes were published in Cuba. [15] They were written during his 1965-1966 stays in Tanzania and Prague, after the failure of his mission in Congo and before leaving for Bolivia. For four decades this document remained “invisible,” although after the end of the USSR some Cuban researchers were allowed to consult it, and take a few notes. It is only now, some 40 years after their writing, that it was decided to publish them in Cuba, together with other unknown documents from the same period.

Why were Geuvara’s notes not published earlier? One can, perhaps, understand that, before the end of the Soviet Union, there could have been some (bad) diplomatic reasons to keep them hidden. But after 1991, what “danger” could these notes represent? Who decided that they should be kept in a drawer? Who finally gave the “green light” for the publication?

In any case, at last this material is available to interested readers, and it is really quite significant. It documents his intellectual independence, his distancing from the Soviet model of “actually existing socialism,” and his search for a radical alternative. As in the earlier debate, Guevara defends planning as the key element in the process of building socialism, because it “liberates the human being from his condition of economic thing.” But who should make the plans?

During the 1963-1964 debate he did not answer this question. It is here, in these critical notes written from 1965 to-1966, that one finds new insights. One such paragraph is extremely important, for it shows that in his final political thoughts Guevara came close to the idea of socialist democracy, a democratic planning process in which the people themselves, the workers, “the masses,” to use his terminology, will make the major economic decisions:

“In contradiction with a conception of the plan as an economic decision by the masses, conscious of the peoples’ interests, we are offered a placebo, in which only the economic factors determine the collective fate. This is a mechanistic, non-Marxist technique. The masses must be able to direct their fate, to decide which share of production will be assigned respectively to accumulation and consumption. Economic technique must operate within the limits of this information and the consciousness of the masses must ensure its implementation.” [16]

One can consider these notes as an important stage in Guevara’s path toward a radical alternative to the Soviet (Stalinist) model. In October 1967, the assassins’ bullets of the CIA and its Bolivian accomplices interrupted this work of the “heroic creation” of a new revolutionary socialism and a new democratic communism.

NOTES.

[10] “Interview with Maurice Zeitlin,” in R. E. Bonachea and N. P. Valdes, eds., Che: Selected Works of Ernesto Guevara (Boston: MIT Press, 1969): 391, and “An Interview with Roberto Acosta Hechevarria,” in Gary Tennant, The Hidden Pearl of the Caribbean: Trotskyism in Cuba (London: Porcupine Press, 2000): 246. According to Roberto Acosta, Guevara told him that at some point in the future Trotskyist publications would be legal in Cuba (249).

[11] Che Guevara, “Il piano e gli uomini,” Il Manifesto, no. 7 (December 1969): 37.

[12] Guevara, Oeuvres 1957-1967, vol. 2, 379.

[13] Quoted by Juan Antonio Blanco in Tercer Milenio, una visión alternativa de la posmodernidad (Havana: Centro Felix Varela, 1996): 56.

[14] Guevara, Oeuvres 1957-1967, vol. 2, 369, 375.

[15] Tablada, “Le marxisme d’Ernesto (Che) Guevara,” 173.

[16] Ernesto Che Guevara, Apuntes criticos a la Economia Politica (Havana: Ocean Press, Editorial de Ciencias Sociales) 2006, 132–133.

* Michael Löwy is a French philosopher and sociologist of Brazilian origin. A Fellow of the IIRE in Amsterdam and former research director of the French National Council for Scientific Research (CNRS), he has written many books, including The Marxism of Che Guevara, Marxism and Liberation Theology, Fatherland or Mother Earth? and The War of Gods: Religion and Politics in Latin America. Löwy is a member of the New Anti-capitalist Party in France.

The article by Michael Löwy was published first in Against the Current 142, September-October 2009. Retrieved from the International Viewpoint.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Ο Τσε στη Μαδρίτη / Che in Madrid

Ως μέλος της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Τσε πραγματοποίησε συνολικά τρείς επισκέψεις στην ισπανική πρωτεύουσα.Στιγμιότυπο από την επίσκεψη του Τσε στην ισπανική πρωτεύουσα, στις 14 Ιουνίου 1959.

Ο Τσε στο κέντρο της Μαδρίτης, 1959.

Φωτογραφία του Τσε στην είσοδο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, 1959.