1974: Όταν ο Τσε ήταν απαγορευμένος στην Ελλάδα…

Αθήνα, Ιανουάριος 1974. Ο Σύλλογος εκδοτών βιβλιοπωλών κοινοποιεί… διαταγή της Γενικής Ασφάλειας και του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων γιά την απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου του Μισέλ Λεβί «Ο Τσε Γκεβάρα και ο Μαρξισμός».

ΚΛΙΚ ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Α π α γ ο ρ ε ύ ο μ ε ν

1. Την εμπορίαν (λιανικήν ή χονδρικήν) ως και την καθ’ οιονδήποτε τρόπον κυκλοφορίαν ή διάθεσιν του υπό του εκδοτικού οίκου «ΚΑΡΑΝΑΣΗ» εκδοθέντος κομμουνιστικού βιβλίου του MICHAEL LOWY «Ο ΤΣΕ ΓΚΟΥΕΒΑΡΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ», μετάφρασις Έλλης Αλεξίου.

2. Εκδόται, βιβλιοπώλαι και πάντες οι μετ’ αυτών συναλλασσόμενοι, κατέχοντες το εν λόγω βιβλίον επί σκοπώ πωλήσεως ή κατ’ άλλον τρόπον διαθέσεως υποχρεούνται όπως εντός πέντε (5) ημερών το δηλώσουν εις τα αρμοδίας Αστυνομικάς Αρχάς, αποσύρουν δε της κυκλοφορίας τούτο εναποθέτοντες εις τας αποθήκας των.

3. Οι παραβάται της παρούσης θα παραπέμπονται εις τας Έκτακτα Στρατοδικεία και θα τιμωρούνται συμφώνως προς τας διατάξεις του «περί καταστάσεως πολιορκίας» Νόμου.

Εν Αθήναις τη 25η Ιανουαρίου 1974

Ο Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΠΟΝΑΝΟΣ, Στρατηγός.

Γράμμα στα παιδιά μου

Το χειρόγραφο σημείωμα του Τσε (κλικ γιά μεγέθυνση).

Γράμμα στα παιδιά, 1965.

Αγαπητοί Χιλντίτα, Αλεδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο:

Εάν διαβάζετε αυτό το γράμμα είναι επειδή δεν είμαι πλέον μαζί σας.

Κανονικά δεν θα με θυμάστε και οι μικρότεροι (από σας) δεν θα με γνωρίζετε καθόλου. Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έδρασε με βάση τα πιστεύω του και ήταν σίγουρα πιστός στις αντιλήψεις του.

Μεγαλώστε ως καλοί επαναστάτες. Μελετήστε σκληρά ώστε να εντρυφύσετε στην τεχνολογία, η οποία μας επιτρέπει να δαμάσουμε τη φύση. Να θυμάστε ότι η επανάσταση είναι το σημαντικό – και ο καθένας από εμάς μόνος δεν αξίζει τίποτα.

Πάνω απ’ όλα, να είστε πάντα σε θέση να νιώσετε βαθιά οποιαδήποτε αδικία συμβαίνει εναντίον οποιουδήποτε, οπουδήποτε στον κόσμο. Αυτό είναι το πιο σπουδαίο γνώρισμα σε έναν επαναστάτη.

Γιά πάντα παιδιά μου. Ακόμη ελπίζω να σας ξαναδώ. Ένα μεγάλο φιλί και μιά μεγάλη αγκαλιά από το μπαμπά.

Γιατί πέθανε ο Τσε

Του Ερνέστο Σάμπατο.

Ο Ερνέστο Γκεβάρα δεν πέθανε για μιαν απλή ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχότερων λαών. Για μένα και πιστεύω για πολλούς, στην πραγματικότητα για εκατομμύρια πρόσωπα και κυρίως για τους νέους που θρήνησαν το τέλος του, πέθανε για ένα ιδανικό απείρως υψηλότερο, για το ιδανικό ενός Νέου Ανθρώπου.

Αυτό το ιδανικό προϋποθέτει προφανώς την πάλη ενάντια στην αθλιότητα των καταπιεζόμενων λαών. Αλλά προϋποθέτει επίσης -σε τελευταία και ίσως και σε πρώτη ανάλυση- και μια νέα μορφή συμβίωσης, μία κοινότητα στην οποία θα εξασφαλίζονται για όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις όχι μόνο τα υλικά αγαθά αλλά και μια αυθεντική επικοινωνία: μια κοινωνία, ένας βαθύτερος δεσμός ελεύθερων ανθρώπων, μια συνεργασία μεταξύ αυθεντικών προσώπων. Όχι ένα σύμφυρμα μηχανών και συναθροισμένων υπάρξεων. Όχι μια νέα κοινωνία η οποία, αφού θα έχει προηγηθεί μια αιματηρή επανάσταση, θα καταλήγει να μας προσφέρει ένα είδος Βόρειας Αμερικής από την ανάποδη, χωρίς την ηγεμονία των καπιταλιστικών τραστ αλλά κυριαρχούμενη από τα παντοδύναμα εργαλεία μιας εξίσου απάνθρωπης γραφειοκρατικής δικτατορίας.

Ουσιαστικά, νομίζω ότι πάλεψε και πέθανε για μια συμβίωση στην οποία οι άνθρωποι θα είναι αληθινές ανθρώπινες υπάρξεις, με την υψηλότατη αξιοπρέπεια που τους ανήκει, απελευθερωμένοι επιτέλους όχι μόνο από την οικονομική αλλοτρίωση που προκαλείται από καθεστώτα εκμετάλλευσης, αλλά και από αυτήν την άλλη μορφή αλλοτρίωσης, την πιο λεπτή και τρομερή, επειδή είναι ικανή να επιβιώνει πολύ πιο πέρα από μια εσφαλμένη κοινωνική επανάσταση και που έγκειται στην επιστημονική αλλοτρίωση, αυτή την ίδια που μετασχηματίζει τον κόσμο σε έναν τερατώδη μηχανισμό από ρομπότ.

Ο Γκεβάρα είχε αμφισβητήσει έντονα αυτή την κατάληξη στο όνομα του διαλεκτικού υλισμού του. Αλλά αυτή η άρνησή δεν θα διέθετε ιστορική και φιλοσοφική διάσταση, γιατί αυτό που μας λέει ο λόγος σε σχέση με τις στάσεις του ανθρώπου είναι λιγότερο έγκυρο από όσα μας υπαγορεύουν, ενστικτωδώς αλλά με δύναμη, εκείνοι οι λόγοι που ο Πασκάλ αποκαλούσε «της καρδιάς».

Εξάλλου, όταν ήταν φοιτητής, αυτός δεν ρίχτηκε στην πάλη για τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια, αφού προηγουμένως είχε μελετήσει το «Κεφάλαιο» ούτε αφού είχε πειστεί για την ορθότητα των θέσεων του μαρξισμού. Ούτε και τα εκατομμύρια των νέων που σε αυτόν τον κόσμο της αγωνίας ακολουθούν τη σκιά του και τοποθετούν το πορτρέτο του πάνω από το κρεβάτι τους, το κάνουν με πάθος επειδή έχουν πειστεί για την αλήθεια του διαλεκτικού υλισμού. Η εξέγερση του μεγαλύτερου μέρους αυτών των ίδιων νέων ενάντια στο χοντροκομμένο υλισμό της σοβιετικής κοινωνίας -που σε τελευταία ανάλυση είναι μια ορθόδοξη συνέπεια του μαρξισμού- δείχνει ότι διακυβεύεται κάτι βαθύτερο και πιο σημαντικό από αυτούς τους διαβόητους οικονομικούς παράγοντες και από αυτή την υπερεκτίμηση της επιστήμης και της τεχνικής που χαρακτηρίζει τη θεωρία.

Ακριβώς αυτή η νοοτροπία της τεχνικής αποτελεσματικότητας κατέκτησε την ψυχή πολλών επαναστατών (ίσως γιατί δεν μπορεί να παλεύει κανείς σκληρά ενάντια σε έναν ισχυρό αντίπαλο χωρίς να καταλήγει να του μοιάζει) και αυτό γίνεται αντιληπτό σε ορισμένες κριτικές προς τον Γκεβάρα.

Οι κομμουνιστές, που τον εγκατέλειψαν στην τελική τραγική μάχη, τον κατηγορούσαν για τυχοδιωκτισμό, για έλλειψη αίσθησης της πραγματικότητας, για αναρχικό ρομαντισμό. Σίγουρα είναι πιθανόν, ότι αν ήταν κλεισμένος σε κάποιο απόμερο και ασφαλές γραφείο, στέλνοντας διαταγές με το ταχυδρομείο ή με το ραδιόφωνο, θα φαινόταν πιο αποτελεσματικός στα μάτια αυτών των επιστημόνων της επανάστασης. Αλλά αναμφίβολα δεν θα ήταν ποτέ τόσο αποτελεσματικός όσο με αυτόν τον άλλο τρόπο, το ρομαντικό και ηρωικό, νεκρός επικεφαλής ενός μικρού και χαμένου στρατιωτικού αποσπάσματος, αφού πάλεψε μέχρι την τελευταία του πνοή και μέχρι το τελευταίο χτύπημα της καραμπίνας του. Ενάντια στη νοοτροπία των καταλόγων και των αρχείων των γραφείων, αυτός διεκδίκησε με τη ζωή του τη θυσία και τη μοναξιά.

Ο Γκεβάρα, στον οποίο θα αναφέρονταν αυτοί οι τεχνικοί, θα είχε ζήσει λίγα χρόνια περισσότερο. Αυτός που πέθανε επικεφαλής της ομάδας των συντρόφων του θα έχει αντίθετα τη διάρκεια των σημαιών, την αιωνιότητα των συμβόλων.

Ο θάνατός του, πράγματι, έχει αυτό το χαρακτήρα: έχει την αξία ενός συμβόλου. Και στην ορθολογιστική κοινωνία μας, που έχει πετάξει, ξεχάσει και περιφρονήσει τα σύμβολα, σε αυτή την κοινωνία στην οποία η αποτελεσματικότητα και η τεχνική έχουν γίνει περισσότερο πολύτιμες από το πάθος και τη θυσία, μπορούμε πράγματι να αποδώσουμε στον Γκεβάρα έναν απερίσκεπτο ρομαντισμό.

Αλλά είναι ακριβώς αυτός ο ηρωισμός, ακριβώς αυτή η ηρωική και μοναχική εικόνα που γεννάει την ελπίδα, το θάρρος και την πίστη σε εκατομμύρια γενναιόδωρους νέους σε όλες τις γωνιές της Γης.

Ας αφήσουμε τους Βορειοαμερικάνους να μιλούν για αποτελεσματικότητα. Ας αφήσουμε τον Μακναμάρα να μιλάει για το Βιετνάμ με όρους επιχειρηματικούς, υπολογίζοντας το κόστος σε δολάρια για κάθε Βιετκόνγκ που πεθαίνει για την πατρίδα του. Από τη δική του σκοτεινή σκοπιά αυτός είναι συνεπής, αφού σε τελευταία ανάλυση αυτός αποτελεί μέρος αυτού του παραδείγματος ποσοτικού πολιτισμού που εκπροσωπεί η χώρα του. Αλλά οι ηρωικοί Βιετναμέζοι δεν λειτουργούν με βάση μια τέτοια αριθμητική και δείχνουν με το ολοκαύτωμά τους ότι οι ανθρώπινες αξίες είναι ποιοτικού χαρακτήρα, ότι η πίστη είναι πιο ισχυρή από τον αριθμό των κανονιών. Ότι η ελπίδα είναι πιο δυνατή από την απληστία των εμπόρων. Ότι η αξιοπρέπεια είναι πιο ανθεκτική από το βρόμικο και αιματηρό πείσμα των επιχειρηματιών.

Για αυτούς τους λόγους λοιπόν και όποιες και αν ήταν οι αυταπάτες του ή οι θεωρίες του για την κατίσχυση των οικονομικών παραγόντων στην ιστορία, πιστεύω ότι η πάλη του Γκεβάρα ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευε μια πάλη του πνεύματος ενάντια στην ύλη.

Και όπως στον προηγούμενο αιώνα ορισμένοι μεγάλοι στοχαστές πίστεψαν ότι έχουν ανακαλύψει ψυχρά σε διάφορες πραγματείες τις υλικές αιτίες της αδικίας, οι οποίες πραγματείες όμως κατέληγαν να προκαλούν στους έντιμους ανθρώπους μια φλογερή έξαψη διεκδικήσεων, εξαιτίας του πάθους με το οποίο στις σελίδες τους εγκωμίαζαν τις αρετές μιας ιπποτικής κοινωνίας που καταστράφηκε από τους εμπόρους, έτσι και στη δύστυχη εποχή μας ένας νέος, ο οποίος προσωπικά δεν είχε ανάγκη από τίποτα, αφού είχε γεννηθεί, όπως και εκείνοι οι στοχαστές, στους κόλπους μιας προνομιούχας οικογένειας, ρίχτηκε στην πάλη υποκινημένος από ρομαντικά ιδεώδη.

Και όσο και αν τον απασχολούσαν οι αριθμητικές όψεις της παραγωγής, σε μια κρίσιμη στιγμή της κουβανικής οικονομίας, αρνήθηκε να αναπτύξει αυτήν την παραγωγή προσφεύγοντας σε υλικά κίνητρα.

Υποστήριξε αντίθετα ότι ήταν αναγκαίο να αλλάξουμε τη νοοτροπία των μαζών για να δημιουργήσουμε το νέο άνθρωπο στον οποίο απέβλεπε η επανάσταση και έκανε έκκληση στον επαναστατικό ενθουσιασμό, στον πατριωτισμό, στην ανιδιοτελή στράτευση, στην πίστη που κινεί τα βουνά. Θα μπορούσε να λεχθεί -και σίγουρα έχει λεχθεί- ότι αυτές οι ιδέες δεν είναι συνετές. Αλλά ποιος απέδειξε ποτέ ότι είναι η σύνεση αυτή.

(Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα επικηδείου λόγου του αργεντίνου συγγραφέα Ερνέστο Σάμπατο που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού γιά το θάνατο του Τσε. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Scritti politici e privati di Che Guevara», Editori Riunitti, 1988).

Αν ζούσε σήμερα ο Τσε

Του Περικλή Κοροβέση*.

Ο Χορστ Μάλερ αυτό το επιφανές  μέλος της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» – RAF θεωρούσε την εργατική τάξη της Δυτικής Γερμανίας τελείως παθητική και διεφθαρμένη και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί από μόνη της. Οι εργάτες ήταν κατατρομαγμένα γουρούνια, μαζί με το σύνολο της Αριστεράς. Και μαζί με τους συντρόφους του, πίστεψαν πως με κάποιες δολοφονίες και κάποιους δυναμίτες θα την απελευθέρωναν. Αντίστοιχες αντιλήψεις και δράσεις υπήρχαν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το ενδιαφέρον με τον Μάλερ ήταν πως μόλις βγήκε από τη φυλακή άλλαξε το μπολσεβίκικο κοστούμι του και φόρεσε το ναζιστικό. Σήμερα είναι  ηγετικό στέλεχος των Νεοναζί.

Άλλαξε ο Μάλερ πολιτικές αντιλήψεις, όπως τον κατηγόρησαν, ή απλά παρέμεινε συνεπής στις απόψεις του και ήταν πάντα ναζί; Κατά την άποψή μου, μια ναζιστική ή φασιστική αντίληψη δεν είναι απαραίτητο να έχει την αντίστοιχη ιδεολογική αναφορά. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από ένα θρησκευτικό κίνημα. Ακόμα μπορεί να εκφραστεί και από το οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα, δεξιό, κεντρώο, αριστερό, αλλά ακόμα και αναρχικό. Σ΄ αυτή την αντίληψη υπάρχουν μερικά σταθερά χαρακτηριστικά:

-Οι μάζες βρίσκονται σε λήθαργο και παρακμή και από μόνες τους δεν  μπορούν να κάνουν τίποτε. Είναι πρόβατα και χρειάζονται ένα τσοπάνη (χριστιανική προσέγγιση, ποίμνιο και ποιμένας). Έχουν ανάγκη από έναν μεσσία-αρχηγό που θα τους οδηγήσει στην απελευθέρωση τους, αφού πρώτα υποταγούν τυφλά στον αρχηγό (Χίτλερ, Μουσολίνι, και από την άλλη πλευρά του καθρέπτη, Στάλιν, Μάο και όχι μόνο). Το ρόλο του Μεσσία μπορούν να παίξουν και οι λεγόμενες πρωτοποριακές ομάδες, που θεωρούν τον εαυτό τους εκπρόσωπο του λαού, άσχετα αν δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Το μόνο που έχουν να κάνουν οι «κατώτεροι» είναι ή να ακολουθήσουν τυφλά τους αρχηγούς ή να θεωρηθούν εχθροί, στο σημείο που δεν υποτάσσονται στην ανώτερη αλήθεια. Άνθρωποι είναι μόνο όσοι είναι δικοί μας. Οι υπόλοιποι βαπτίζονται εχθροί. Και η βία, από εργαλείο, γίνεται αξία και δημιουργεί τον σίριαλ κίλερ, είτε με πολιτική αναφορά, είτε όχι.

-Υπάρχει πάντα μία αναφορά που δεν μπαίνει ποτέ σε αμφισβήτηση. Και αυτή μπορεί να είναι θρησκευτική-μεταφυσική, μπορεί να είναι εθνική ιδέα, μπορεί να είναι φυλετική και ακόμα μπορεί να είναι επαναστατική-φαντασιακή. Ένα είδος θεατρικού έργου, που για να παιχτεί, απαιτεί ανθρώπινες ζωές.

Αν ζούσε σήμερα ο Τσε δεν θα έκανε κανένα αντάρτικο. Θα είχε καταλάβει πως τα ένοπλα κινήματα είναι αδιέξοδα. Δηλαδή, αυτό που κατάλαβαν όλα τα ένοπλα κινήματα στη Λατινική Αμερική, που δεν είχαν καμιά σχέση με τις καρικατούρες των ένοπλων κινημάτων στην Ευρώπη. Οι Σαντινίστας, που πήραν την εξουσία με τα όπλα το 1979, κατάλαβαν στη συνέχεια πως δεν μπορούσαν να την κρατήσουν με τα όπλα. Και το 1990 κάνουν εκλογές  τι οποίες και  χάνουν  και αποχωρούν από την εξουσία. Ο υποδιοικητής Μάρκος των Ζαπατίστας στο Μεξικό ποτέ δε δήλωσε πως πρέπει να πάρουν την εξουσία με τα όπλα, αλλά  πως πρέπει να παλέψουν  σε ένα πολιτικό πλαίσιο που θα δημιουργούσε μια αυθεντική δημοκρατία στο Μεξικό που θα χωρούσε και τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών του.
Το μόνο ένοπλο κίνημα που έχει απομείνει στη Λατινική Αμερική είναι το παραδοσιακό αντάρτικο του FARC που δεν έχει πραγματικό πρόγραμμα εξουσίας. Αυτοσυντηρείται συχνά με συμμαχίες με τις μαφίες των ναρκωτικών, δημιουργώντας έτσι ένα ανταρτοληστρικό κίνημα που δεν έχει σχέση με τη πολιτική αλλά με την επιβίωση.

Να θυμίσουμε λίγο την εποχή που γεννήθηκαν οι «ένοπλες επαναστατικές ομάδες» στην Ευρώπη: Αντάρτικα στον τρίτο κόσμο. Πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Βιετνάμ και Καμπότζη που προχωρούσαν νικηφόρα με τη δύναμη των όπλων. Κι ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: Ξαναπαίρνουμε τα όπλα στον αναπτυγμένο κόσμο και γινόμαστε η ένοπλη πρωτοπορία ή εντασσόμαστε  στο μαζικό κίνημα και δίνουμε όλη μας την ενέργεια σε αυτή τη δύναμη; Κάποιοι επέλεξαν την ένοπλη βία σαν υποδειγματική πράξη. Και έτσι είχαμε  τη Φράξια Κόκκινος Στρατός στη Δυτική Γερμανία, την Άμεση Δράση στη Γαλλία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία και στην Ελλάδα την 17 Νοέμβρη. Εκτός από την Ιταλία, όπου οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η Αυτονομία του Νέγκρι είχαν χιλιάδες μέλη και υποστηρικτές, όλες οι υπόλοιπες ομάδες της ένοπλης υποδειγματικής δράσης ήταν ολιγάριθμες.

Η τακτική που επιλέχτηκε ήταν οι δολοφονίες και η νιτρογλυκερίνη που αναβίωσαν τις χειρότερες στιγμές του αναρχικού κινήματος στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Ο αναρχισμός, από κίνημα ισότητας και δικαιοσύνης, ταυτίζεται με δολοφονικές ενέργειες, από τους πολέμιους του, και μέχρι σήμερα δεν έχει μπορέσει να ξεφύγει από αυτή τη ρετσινιά. Σε αυτό δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι ίδιοι οι αναρχικοί. Δομικά αυτά τα κινήματα δεν ήταν διαφορετικά από τα ένοπλα ακροδεξιά κινήματα των ΗΠΑ και ιδιαίτερα με την Κουν Κουξ Κλαν που χρησιμοποίησε τις ίδιες μεθόδους. Αυτό που άλλαζε ήταν ο στόχος. Στη περίπτωση της Ακροδεξιάς των ΗΠΑ στόχος ήταν οι μαύροι. Στη περίπτωση των ένοπλων επαναστατικών ομάδων ήταν στελέχη του κατεστημένου, άσχετα αν ήταν ένοχοι ή αθώοι. Και εδώ επικράτησε η φασιστική αντίληψη της συλλογικής ευθύνης. Ξεπέρασαν  έτσι και τους ίδιους τους νόμους του κάθε ολοκληρωτικού κράτους. Εκεί κάποια δίκη ή κάποιο στρατοδικείο στηνόταν, έστω και για τα μάτια. Σ΄ αυτές τις ομάδες δεν χρειαζόταν τίποτα. Αποφάσιζαν  ποιος ήταν ο εχθρός και τον εκτελούσαν, ξεπερνώντας και την ίδια τη μαφία στην οποία ποτέ δεν ίσχυσε η συλλογική ευθύνη. Το θύμα πάντοτε ήταν συγκεκριμένο. Στους «δικούς μας επαναστάτες» ισχύει η συλλογική ευθύνη. Και κατά τα πρότυπα των Ναζί  δημιουργούν «Καλάβρυτα» στο μέτρο του δυνατού. Και εφαρμόζουν την αρχή του «συλλογικού υποσυνείδητου» που σημαίνει πως όλοι είναι ένοχοι.

Η υπόθεση της επανάστασης είναι να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Κι αυτό αποτελεί  το μεγάλο διακύβευμα, όταν οι πολλοί πιστεύουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Και ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρό για τους επαναστάτες. Αγώνας για να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Γι αυτό χρειάζονται πολλές παρεμβάσεις, σε πολλά επίπεδα, τόσο στο ατομικό, όσο και  στο κοινωνικό. Για μένα, αυτός που θέλει ένα κουβά νερό για να πλύνει τα δόντια του, δεν μπορεί να είναι επαναστάτης, ακόμα και αν διδάσκει οικολογία σε πανεπιστήμιο. Χωρίς προσωπική ηθική, είμαστε όλοι εν δυνάμει εξουσιαστές και γραφειοκράτες, όσο κι αν διακηρύσσουμε το αντίθετο.

Τελικά για ποιόν παράδεισο αγωνιζόμαστε; Για ποια ουτοπία; Για τίποτα από όλα αυτά. Κανείς δεν ήρθε  από τον παράδεισο για να μας πει πως είναι. Και οι ουτοπίες που πήγαν να χτιστούν γίναν δυστοπίες. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καμία μελλοντική κοινωνία, αν δεν αρχίζουμε να τη χτίζουμε από τώρα μέσα σ΄ αυτή τη κοινωνία. Μπορούμε να δούμε μερικά χαρακτηριστικά : ισότητα, δικαιοσύνη, η παραγωγή του πλούτου να πηγαίνει στη κοινωνία κι όχι στους κερδοσκόπους. Μαζί  με πολλά άλλα  χαρακτηριστικά, που έχουν διατυπωθεί ανά τους αιώνες από τους μεγάλους στοχαστές που είχαν στόχο τον άνθρωπο και την ευτυχία του.

Προς το παρόν παλεύουμε για ανθρώπινα δικαιώματα στη κόλαση. Κι αυτό δεν είναι εύκολη δουλειά.

(Ο Περικλής Κοροβέσης είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και πολιτικός της αριστεράς. Γεννήθηκε το 1941 στο Αργοστόλι. Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν τμήμα της εισαγωγής του βιβλίου «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις διάπυρον.)

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Ο Τσε με την κόρη του Ιλντίτα-Μπεατρίς

Η Ιλντίτα Μπεατρίς Γκεβάρα, κόρη του Τσε και της πρώτης του συζύγου Ίλντα Γκαντέα, γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1956. Πέθανε το 1995 στην Κούβα, σε ηλικία 39 ετών, νικημένη από την επάρατη νόσο.

Ομιλία στη Μόσχα

Το παρακάτω είναι απόσπασμα ομιλίας που δόθηκε από τον Τσε σε αίθουσα του μεγάρου εμπορικών συνδικάτων στη Μόσχα, στις 10 Δεκεμβρίου 1960. Ο Γκεβάρα περιγράφει τα βασικά στάδια της κουβανικής επανάστασης.

«Ξεκινήσαμε τη μάχη μας κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, όταν η ιδεολογική ισορροπία των δυνάμεων ήταν αρκετά διαφορετική απ’ ότι σήμερα. Μάθαμε και πήραμε εμπειρίες στην πορεία του αγώνα – γίναμε επαναστάτες στην πορεία της επανάστασης. Γίναμε κοινωνοί της αλήθειας μέσω των εμπειριών μας και αυτή η αλήθεια ήταν ότι οι φτωχές μάζες της επαρχίας πρέπει να γίνουν ο πυρήνας του Επαναστατικού Στρατού μας. Καταλάβαμε ότι στις κουβανικές συνθήκες δε θα μπορούσε να υπάρξει κανένας άλλος τρόπος από μιά λαϊκή, ένοπλη εξέγερση ενάντια στην καταπίεση των μαριονετών των ιμπεριαλιστών Γιάνκις. Παίρνοντας τα όπλα στα χέρια ενωθήκαμε με τους χωρικούς, δίνοντας μάχη ενάντια στον στρατό της φιλοαμερικανικής ολιγαρχίας και τον νικήσαμε. Δείξαμε ότι ο λαός μπορεί να οπλιστεί, να πολεμίσει τους δυνάστες και να τους συνθλίψει…

«Στην παρούσα φάση είμαστε στην κατάσταση όπου, απ’ τη μιά πλευρά, το νησί μας είναι κάτω από συνεχή απειλή από πλοία, βάσεις και πεζοναύτες των ιμπεριαλιστών – από την άλλη πλευρά έχουμε την ανεκτίμητη υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης η οποία λειτουργεί ως αμυντική ασπίδα προστατεύοντας την (εδαφικη) ακεραιότητα και ανεξαρτησία μας.

Δυστυχώς η Κούβα είναι ένα από τα (γεωστρατηγικώς) καυτά σημεία στον πλανήτη. Δεν συμμεριζόμαστε την επιθυμία των ιμπεριαλιστών να παίζουν με την φωτιά. Γνωρίζουμε τις πιθανές επιπτώσεις μιάς διαμάχης εάν αυτή ξεσπάσει στις ακτές μας και κάνουμε κάθε προσπάθεια να την αποφύγουμε. Αλλά το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από εμάς μόνο. Η δύναμη των λαών σε όλον τον κόσμο που στηρίζουν την Κούβα και το σοσιαλιστικό μπλοκ υπό την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης – αυτή είναι το όπλο πάνω στο οποίο επαφύουμε την πίστη μας η οποία θα αποτρέψει τις ΗΠΑ απ’ το να υποπέσουν στο θανάσιμο λάθος να μας επιτεθούν.

Αλλά πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση, πρέπει να προστατεύσουμε τις ακτές μας, τον ουρανό μας, τη γη μας και να είμαστε πάντα έτοιμοι να απαντήσουμε…. Το κουβανικό έθνος, συνεπαρμένο από τον ενθουσιασμό της δημιουργικότητας, κοιτάει με αυτοπεποίθηση στο μέλλον. Ο λαός γνωρίζει ότι θα αναδειχθεί νικητής απ’ όλες τις προκλήσεις. Ετοιμάζονται να χτίσουν ένα νέο και καλύτερο κόσμο παρόλο που, δυστυχώς. αυτός ο κόσμος πρέπει να χτιστεί κρατώντας ταυτόχρονα σφιχτά στα χέρια ένα όπλο. Αυτό είναι το έθνος τους αντιπροσώπους του οποίου δεχθήκατε με ενθουσιασμό, χαρά και επαναστατική έμπνευση εδώ και σε όλες τις πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης και σε όλες τις σοσιαλιστικές χώρες.

Η Κούβα αποδέχεται τις ευθύνες που συνοδεύουν τη θέση που της έχει ανατεθεί στον αγώνα ενάντια στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και είναι έτοιμη να σταθεί αταλάντευτη, όσο ο ιμπεριαλισμός έχει στραμμένο το όπλο του σε αυτήν.

Όμως, η Κούβα προετοιμάζεται να απαντήσει ακόμη και στην ασημαντότερη ευκαιρία γιά ειρηνική διευθέτηση όλων των ζητημάτων. Η Κούβα ολοψύχως στηρίζει την σοβιετική πρόταση στον ΟΗΕ γιά διεθνή αφοπλισμό. Ας χρησιμοποιηθούν κάποια από τα χρήματα που τώρα σπαταλώνται γιά όπλα ώστε να μοιρασθούν σε αυτά τα έθνη που χρειάζονται κεφάλαιο γιά την ανάπτυξη τους. Η Κούβα είναι σταθερός υποστηρικτής της ειρηνικής συμβίωσης χωρών με διαφορερικά κοινωνικά συστήματα και προσφέρει ειρήνη σε οποιονδήποτε θα την αποδεχθεί. Αλλά αυτήν την στιγμή δεν θα έπρεπε να κατεβάσουμε τα τουφέκια μας γιατί είναι με αυτά που θα υπερασπιστούμε τα σύνορα μας, εάν παραβιαστούν απ’ τον εχθρό. Και ας γίνει γνωστό ότι η αντι-επαναστατική τρομοκρατία θα βρεί μπροστά της τον τρόμο της επανάστασης και όσοι σηκώσουν τα όπλα τους εναντίον μας προκειμένου να φορέσουν αλυσίδες στο νησί μας πάλι θα εξολοθρευτούν.