Τσε και Γιόσιπ Τίτο στο Βελιγράδι / Che and Josip Tito in Belgrade

κλίκ γιά μεγέθυνση

Χειραψία με τον Στρατάρχη Γιόζιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι, 1959. Ο Τσε επισκέπτηκε τη Γιουγκοσλαβία ως πρέσβης καλής θελήσεως της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας.

Ο Τσε, ο Τίτο και μέλη της κουβανικής αποστολής.

Με το Μάο Τσε Τούνγκ στην Κίνα / Che Guevara and Mao Tse Tung in China

Συνάντηση με τον ηγέτη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας Μάο Τσε Τουνγκ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη μεγάλη ασιατική χώρα. 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1997) του δημοσιογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη (1934-2000). 

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ντε λα Σέρνα γεννήθηκε στο Ροζάριο της Αργεντινής το 1928. Ήταν δυο χρόνια νεότερος του Φιντέλ Κάστρο. Και δυο αιώνες μεγαλύτερος όσον αφορά τον επαναστατικό μύθο που συνοδεύει και τους δυο. Στην ιστορία των επαναστάσεων είναι δύσκολο να βρεις πρόσωπο που να λατρεύτηκε, με μια έννοια καθαρά μεταφυσική, περισσότερο απ’ τον Γκεβάρα.

Ο Τσε είναι κάτι σαν ημίθεος, αν τον δεις απ’τη μεριά της μυθολογίας των αρχαίων λαών, και κάτι σαν άγιος, αν τον δεις απ’ τη μεριά της μυθολογίας των χριστιανών. Αν τον δεις απ’τη μεριά της μυθολογίας των κομμουνιστών, οφείλεις να παραδεχτείς πως ο μόνος χώρος που μπορεί να παράγει στις μέρες μας ήρωες και άγιους μαζί ειναι ο δικός τους, κι ας είναι γεμάτος αίμα. Ίσως γιατί, όπως λέει και ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ, οι κομμουνιστές ειναι οι μόνοι στις μέρες μας που μπορούν και πεθαίνουν για συμφέροντα που δεν είναι προσωπικά τους. Κάποτε παλιά, πολύ παλιά, το προνόμιο της υπέρτατης θυσίας υπέρ της ομάδας το είχαν οι ομηρικοί ήρωες. Αργότερα, το ίδιο προνόμιο πέρασε στους χριστιανούς μάρτυρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Μόνο που αυτοί πίστευαν στη «μετά θάνατον ζωή» και η θυσία τους μοιάζει ιδιοτελής.

Πως, λοιπόν, οι κομμουνιστές μπορούν να πεθαίνουν με τέτοια ευκολία για συμφέροντα που δεν είναι τα προσωπικά τους; Την απάντηση θα την βρείτε στην Ιλιάδα, όχι στα Ευαγγέλια. Ο Τσε είναι ένας ξεχασμένος απ’ την προσωκρατική αρχαιότητα ομηρικός ήρωας, που αρνήθηκε να υπακούσει στις υποδείξεις του σωκρατικού «δαιμονίου» για μια στροφή της συνείδησης προς τα μέσα, προκειμένου να συναντήσει εκεί το παραμύθι για τον «μοναδικό και αναντικατάστατο άνθρωπο». Που αν τον βρει πρέπει να βρει και το συμπληρωματικό μύθο για τη σωτηρία του μοναδικού και αναντικατάστατου ανθρώπου.

Με τη βοήθεια τη προσευχής και χωρίς πολύ κόπο ο καλός χριστιανός εύκολα κάνει τα δέοντα προκειμένου το πρόσωπο του να διαιωνίζεται στους αιώνες. Η μνήμη του θα είναι αιώνια γιατί ο Θεός θα τον θυμάται για πάντα, ακόμα κι όταν οι άλλοι θα τον έχουν ξεχάσει την επόμενη κιόλας του θανάτου του. Τέτοιο χοντρό παραμύθι είναι αδύνατο πλέον να γεννήσει μύθους ανθρώπινους, σαν τους ομηρικούς. Ο Γκεβάρα, όμως, ξέφυγε απ’ την κοινόχρηστη χριστιανική μυθοποιία και έγινε ήρωας, πρότυπο και σύμβολο υπερχριστιανικό, υπερκομμουνιστικό, υπερεθνικό – πανανθρώπινο. Ο Γκεβάρα είναι ο μόνος κοινής αποδοχής «κλασικός» ήρωας του καιρού μας. (Κλασικό λέμε το υπερχρονικό και υπερχωρικό: ‘O,τι κέρδισε τη μάχη με το χρόνο και το χώρο, για να γίνει αιώνιο και παγκόσμιο).

Ο Ερνέστο ήταν ασθματικός από πολύ μικρός. Το άσθμα δεν τον εμπόδισε να πάρει το πτυχίο ιατρικής σε χρόνο ρεκόρ, πηδώντας τα εξάμηνα σπουδών του δύο δύο, σαν «εξαιρετική ιδιοφυία». Ούτε στάθηκε εμπόδιο στις άκρως εντυπωσιακές επιδόσεις του στον αθλητισμό και αργότερα στον επαναστατικό «αθλητισμό», όπου θα αναδειχτεί παγκόσμιος πρωταθλητής. Μισός Ιρλανδός και μισός Ισπανός εξ’ αίματος, διδάχτηκε απ’ τον πλούσιο και καλλιεργημένο ισπανό πατέρα του και την όμορφη και μορφωμένη ιρλανδέζα μητέρα του πως η φτώχεια, εκτός από κοινωνικό και ηθικό πρόβλημα είναι και πρόβλημα αισθητικής. Ασχημαίνει τον κόσμο και τον γεμίζει αρρώστιες. Όλες οι επιδημίες έχουν «λαϊκή βάση». Φοιτητής ακόμα, με τα χρήματα του πατέρα του, ο Ερνέστο περιοδεύει με κάθε ευκαιρία σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Προσπαθεί να καταλάβει πως γίνεται και μια αμερικάνικη εταιρεία εμπορίας φρούτων, η Γιουνάιτεντ Φρουτ (σε μας εδώ είναι γνωστή απ’ τις μπανάνες Τσικίτα) ελέγχει τόσο αποτελεσματικά την πολιτική ζωή σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.

Οι δημοκρατίες της μπανάνας, οι μπανανίες, δεν είναι παρά το ειδικό καθεστώς που επέβαλε σχεδόν σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική μια εταιρεία που εμπορεύεται μπανάνες! Αν είναι δυνατό να ορίζουν τη μοίρα σου οι μπανάνες! Εντάξει, οι πίθηκοι αγαπούν τις μπανάνες, αλλά οι Λατινοαμερικάνοι, πρώτον δεν τις αγαπούν, τις έχουν σιχαθεί, και δεύτερον δεν είναι πίθηκοι, όπως θέλουν να πιστεύουν οι Βορειοαμερικάνοι, που μποϋκοτάρουν συστηματικά τη βιομηχανική ανάπτυξη της Λατινικής Αμερικής, για να συντηρείται η πλούσια γεωργική της παραγωγή, που χρειάζεται για το δικό τους φαγοπότι. Να λοιπόν ο τεράστιος πολιτικός ρόλος μιας μεγάλης εταιρείας εμπορίας προϊόντων γης: Κρατεί σταθερά υπανάπτυχτη τη Λατινική Αμερική ελέγχοντας τη γεωργική της παραγωγή, ώστε να αποκλειστεί «η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου», δηλαδή η κεφαλαιοποίηση και βιομηχανική αξιοποίηση των κερδών που προέρχονται από την πώληση των αγροτικών προϊόντων.

Ο Γκεβάρα θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γιουνάιτεντ Φρουτ από πολύ νέος, από τότε που περιοδεύει συστηματικά, στην αρχή ως ευκατάστατος τουρίστας, στη συνέχεια σαν μελετητής γιατρός και στο τέλος σαν επαναστάτης, για να δείξει με την υποδειγματική επαναστατική του συμπεριφορά πως μόνο οι «αποστάτες της τάξης τους» μπορούν να απομακρύνουν αποτελεσματικά από κοντά τους τον «επαναστατικό» πειρασμό της μάσας. Να πάρουμε, λένε οι πεινασμένοι, την εξουσία για να διώξουμε τα παλιά αφεντικά ώστε να μπορέσουμε επιτέλους να φάμε και εμείς. Δημιουργώντας με τη σειρά μας, τώρα που γίναμε αφεντικά, άλλους πεινασμένους. Όχι να πάρουμε την εξουσία για να καταργήσουμε το μηχανισμό που αναπαράγει αδιάκοπα τη φτώχεια. Τόσο απλός είναι ο μαρξισμός: Μια πρόταση, συζητήσιμη ίσως αλλά πάντως συναρπαστική, για την κατάργηση του μηχανισμού που αναπαράγει αδιάκοπα τη φτώχεια και όχι τρόπος για την πρόσκαιρη ανακούφιση των φτωχών. Αυτό λέγεται φιλανθρωπία, όχι ανθρωπισμός. Η φιλανθρωπία ενδιαφέρεται για τους φτωχούς, ο ανθρωπισμός για τους ανθρώπους, όλους τους ανθρώπους, φτωχούς και πλούσιους. Δεν είναι και τόσο δύσκολο ο πλούσιος να γίνει φτωχός και ο φτωχός πλούσιος. Δύσκολο είναι να καταργήσεις τον μηχανισμό που αναπαράγει και ανανεώνει αδιάκοπα τη φτώχεια, γελοιοποιώντας τη φιλανθρωπία. Αυτός είναι ο μαρξισμός. Μια πρόταση για την κατάργηση του μηχανισμού που ανανεώνει αδιάκοπα τη φτώχεια, και όχι φροντίδα για τους φτωχούς. Αναμφίβολα η χριστιανική φιλανθρωπία είναι χρήσιμη, αλλά με την έννοια που είναι χρήσιμη η ασπιρίνη. Ανακουφίζει προσωρινά, αλλά δεν θεραπεύει.

Ο ποβερισμός (φτωχεϊσμός) δεν είναι ιδανικό για κομμουνιστές, αλλά για καλόγερους. ‘Οχι να πεινούν όλοι, να τρων όλοι. Να ταξιδεύουν όλοι πρώτη θέση στο τραίνο, όπως είπε ο Λένιν όταν τον ρώτησαν γιατί ταξιδεύει πρώτη θέση στο τραίνο. Όχι εξίσωση προς τα κάτω, αλλά προς τα πάνω. Όχι εξιδανίκευση της φτώχειας (αυτό είναι ποβερισμός) αλλά μιας άνεσης για όλους. Όχι μόνο για τους κομματικούς γραφειοκράτες που εξευτέλισαν τον μαρξισμό. Ο «υπαρχτός σοσιαλισμός» αφού πέρασε απ’ το λαϊκιστικό στάδιο του ποβερισμού έγινε τελικά αντιμαρξιστικός. Με την κατάρρευση του υπαρχτού σοσιαλισμού, δεν κατέρρευσε ο μαρξισμός, κατέρρευσε ο αντιμαρξισμός. Και έκανε πολύ καλά που κατέρρευσε. Αν και θα μπορούσε να επανέλθει «στη μαρξιστική τάξη» αν υπήρχαν ακόμα μαρξιστές ανάμεσα στους γραφειοκράτες. Αυτά τα απλά τα καταλαβαίνει καλύτερα ένας χορτάτος πλην τίμιος, παρά ένας πεινασμένος, έτοιμος να παλουκώσει τους πάντες προκειμένου να φάει. Αρκεί η βουλιμία του να μη δημιουργεί νέους πεινασμένους όπως στη Σοβ. Ένωση. Την οποία ο επαναστάτης Γκεβάρα μισεί. Αλλά όσο βρίσκεται στην Κούβα και συνεργάζεται με το στενό του φίλο, τον Κάστρο, δεν το διακηρύσσει. Για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, που ταυτίζονται με την επιβίωση της, η Κούβα πρέπει να συνεργαστεί με τη γραφειοκρατική ΕΣΣΔ. Επειδή οι Ρώσοι γνωρίζουν πως οι επαναστατικές απόψεις του Γκεβάρα βρίσκονται πολύ κοντά σε αυτές του Μαο, του κάνουν τη ζωή δύσκολη. Ο Κάστρο προσπαθεί να τον πείσει να μη βιάζεται να εξαγάγει την επανάσταση στη Λατινική Αμερική. Επιθυμεί και ο Κάστρο την εξαγωγή, όμως ξέρει καλύτερα απ’ τον Γκεβάρα πως άλλο είναι να θέλεις και άλλο να μπορείς. Ο Γκεβάρα ωστόσο είναι φανατικά κολλημένος στη θριαμβεύουσα την εποχή εκείνη μαοϊκη βουλησιαρχία : Θέλω σημαίνει μπορώ, λέει ο Μαο.

Εκτός απ’ τις αρχές τις κινέζικης επανάστασης, που χρωστάει πολλά στον βολονταρισμό, ο Γκεβάρα χρησιμοποιεί συχνά σαν επιχείρημα την εντυπωσιακή επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, που την άρχισαν μια χούφτα άνθρωποι στη Σιέρρα Μαέστρα. Σίγουρα η επαναστατική βούληση παίζει αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση της επανάστασης. Αρκεί οι αντικειμενικές συνθήκες να μην εξουδετερώνουν την επαναστατική βούληση. Και δεν την εξουδετερώνουν μόνο στην περίπτωση που στον αγώνα ρίχνονται οι ντεσπεράδος (οι απελπισμένοι) για το μόνο λόγο πως είναι ντεσπεράδος και όχι κομμουνιστές, ή ότι άλλο. Όμως, η απελπισία, λέει ο Λένιν, ο μεγαλύτερος επαναστάτης όλων των εποχών, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην εξέγερση, πολύ συχνά οδηγεί στην πλήρη υποταγή. Αυτός που έχει λίγα φοβάται, εξίσου πολύ με αυτόν που έχει πολλά, πως θα χάσει και τα λίγα. Οι βολιβιανοί στους οποίους αποτείνεται ο επαναστάτης Γκεβάρα, είχαν πάρα πολύ λίγα για να τα διακινδυνεύσουν. Άλλωστε, για να κρατήσεις στα χέρια σου όπλο, πρέπει να στέκεις στα πόδια σου. Και για να στέκεις στα πόδια σου, πρέπει να τρως, έστω στοιχειωδώς. Οι βολιβιανοί στους οποίους αποτείνεται ο Γκεβάρα είναι τροφοσυλλέκτες. Η Γιουνάιτεντ Φρουτ τους έχει ρημάξει. Ξέχασε ο Ερνέστο πως την κουβανική επανάσταση την άρχισαν και τη συντήρησαν, με τη βοήθεια των πεινασμένων, φυσικά οι κουβανοί προοδευτικοί αστοί και οι διανοούμενοι. Η επανάσταση της Κούβας δεν ήταν ούτε προλεταριακή ούτε μόνο αγροτική. Ήταν κατ’ αρχήν αστική και απελευθερωτική και έγινε μαρξιστική στο τέλος και όχι στην αρχή της.

Η σχέση αντικειμένου – υποκειμένου είναι βασική αρχή της διαλεκτικής. Εγώ, το υποκείμενο που θέλω, είμαι ένα υποκείμενο στενά συναρτημένο με τα αντικείμενα. Όλοι οι άνθρωποι είναι αντικείμενα για μένα το υποκείμενο, ενώ εγώ το υποκείμενο είμαι αντικείμενο για όλους τους ανθρώπους, που ο καθένας είναι υποκείμενο μόνο για τον εαυτό του. Διαλεκτική ονομάζεται η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Η κόλαση είναι οι ‘Αλλοι, λέει ο Σαρτρ. Και εννοεί πως το κακό, σε μένα το υποκείμενο, έρχεται απ’ έξω, από το αντικείμενο. Δυστυχώς, απ’ όλες τις αριστερίστικες και ανομολόγητα ψυχολογίστικες πολιτικές συμπεριφορές, συνεπώς και αυτή του Τσε, εκείνο που κυρίως λείπει είναι η διαλεκτική. Από’ δω και η εύκολη απογοήτευση των αριστεριστών. Κατά κανόνα οι αριστεριστές είναι «αποστάτες της τάξης τους».

Ο Γκεβάρα πέθανε νωρίς. Τον σκότωσαν στις 9 Οκτωβρίου 1967. Είναι αδύνατο να μην ήξερε πως το διάβημά του στη Χώρα του Μπολίβαρ είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας. Κι ωστόσο πόνταρε σ’ αυτές τις ελάχιστες πιθανότητες. Γιατί ήταν πράγματι επαναστάτης, έξω και πέρα από κάθε επιθετικό προσδιορισμό. Ούτε κομμουνιστής ούτε αστός επαναστάτης. Επαναστάτης σκέτα. Αποστάτης της τάξης του, στην οποία δεν είχε καμία διάθεση να επιστρέψει. Ο Γκεβάρα υποδεικνύει με τη συμπεριφορά του περισσότερο ένα ήθος, παρά μια πολιτική. Και γι’ αυτό θα γίνει το μεγάλο σύμβολο εκείνης της ψυχικής ποιότητας που λείπει περισσότερο στους αντιηρωικούς καιρούς μας: Της γενναιότητας και της ικανότητας να πεθάνεις για συμφέροντα που δεν είναι τα προσωπικά σου. Ο Γκεβάρα είναι ο σύγχρονος Αχιλλέας μιας μυθολογίας που δεν έγινε ακόμα έπος.

Ο Τσε θα εγκαινιάσει την επαναστατική του δραστηριότητα στη Γουατεμάλα το 1953. Βρίσκεται εκεί το 1954 που η CIA θα ανατρέψει το αριστερό καθεστώς του Χάκοβο Άρμπενς Γκουσμάν. Στην αγαπημένη του Γουατεμάλα, τη χώρα που αγάπησε περισσότερο κι απ’την Κούβα, θα του κολλήσουν το παρατσούκλι «Τσε». Που δεν είναι επαναστατικό ψευδώνυμο, είναι εμφατικό ισπανικό επιφώνημα. «Τσε» λεν οι ισπανοί πριν από κάθε κουβέντα όταν πιστεύουν πως αυτή είναι τόσο σοβαρή, που, αν δεν προσέξει ο ακροατής, δεν θα καταλάβει το πολύ σοβαρό νόημα όσων πρόκειται ν’ ακούσει στη συνέχεια. Στη Γουατεμάλα ήταν που οι σύντροφοι πρόσεξαν πως ο κοντόσωμος Αργεντινός ασθματικός γιατρός, μ’ εκείνα τα φοβερά μαύρα μάτια που σε κάρφωναν και σε διαπερνούσαν σαν σπαθιά, έλεγε συνέχεια «τσε» πριν από κάθε κουβέντα. Κάποτε οι σύντροφοι κατάλαβαν πως το «τσε» και «τσε» που έλεγε συνεχώς ο Ερνέστο δεν ήταν γλωσσικό τικ. Ήταν η έκφραση αγωνιάς του μήπως ο άλλος δεν καταλάβει πως το κάθε τι που λέει είναι πολύ σοβαρό.

Ο Ερνέστο, ο «Τσε», ήταν η προσωποποίηση της σοβαρότητας. Το επιφώνημα «τσε» στην ονοματοποιημένη του μορφή Τσε θα εγγράψει στην ιστορία το υπέρτατο επαναστατικό πάθος ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε την Αργεντινή, τη βόλη του και τα καλά του για να γίνει ο Επαναστάτης Απόστολος των Εθνών της Λατινικής Αμερικής και του κόσμου όλου. Ο Τσε θα δείξει με τη ζωή του και τον σχεδόν σταυρικό θάνατό του, πως η αγάπη για τον πάσχοντα αποκλείεται να είναι χριστιανική στο μέλλον. Διότι οι χριστιανοί είναι πλέον παντελώς ανίκανοι να πεθάνουν για συμφέροντα που δεν είναι τα προσωπικά τους. ‘Ασε που ούτε καν το ύψιστο προσωπικό τους συμφέρον, το αιώνιο κέρδος του παραδείσου, δεν είναι πλέον σε θέση να πεθάνουν με άνεση. Απ’ το Σωτήρα τους δεν ζητούν παρά την προσωπική τους σωτηρία, πρώτα σ’ αυτόν και ύστερα στον άλλο κόσμο. Η ιδιοτέλεια του αναξιοπρεπούς εις διπλουν: γήινη και υπεργήινη. Οι ‘Αγιοι του μέλλοντος θα είναι της ποιότητας του Ερνέστο του Μεγαλομάρτυρα. Οι δολοφόνοι του στη Βολιβία ούτε καν υποψιάστηκαν, μοιράζοντας στον κόσμο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε, που τον εικονίζει στην κλασική στάση της Αποκαθήλωσης της χριστιανικής εικονογραφίας, τι θα μπορούσε να σημαίνει για τους πιστούς της Επανάστασης του Μέλλοντος μια τυπικά χριστιανική εικόνα. Ο δικός μας Θόδωρος Αγγελόπουλος στην ταινία του ‘Οι κυνηγοί’ θα είναι ο πρώτος «εικονογράφος», σε διεθνές επίπεδο, που θα καταλάβει πως οι ‘Αγιοι της επανάστασης είναι συνεχώς ανάμεσα μας. Τους συντηρεί το χιόνι και ο πάγος της Ιστορίας. Ο ‘Αρης Βελουχιώτης, ο δικός μας επαναστατικός μύθος, είναι η ελληνική εκδοχή του Τσε Γκεβάρα. ‘Ετσι περίπου τον βλέπει και ο Διονύσης Χαριτόπουλος στο τεράστιο έργο του για τον ‘Αρη Βελουχιώτη, τον ‘Ηρωα και ‘Αγιο της ελληνικής αντίστασης.

Στην ταινία του Αγγελόπουλου, το παγωμένο φάντασμα της επανάστασης δεν έχει όνομα. ‘Ομως, εμείς οι χωρίς Θεό καλοί χριστιανοί ξέρουμε πως το όνομα του είναι Ερνέστο, Άρης, Μπολίβαρ, Ζαπάτα, Βίλα, Λένιν, Σπάρτακος – είναι όλοι όσοι προσπάθησαν να σώσουν τον άνθρωπο απ’ το προπατορικό αμάρτημα της φτώχειας και της δυστυχίας. Κι αν το εγχείρημά τους να εγκαταστήσουν στη γη τον Παράδεισο φαίνεται ουτοπικό, σίγουρα είναι λιγότερο ουτοπικό από τη φαντασιακή εγκατάσταση του άλλου παραδείσου στην περιοχή της Μεγάλης Ουτοπίας του ‘Αλλου Κόσμου. Στο κάτω κάτω, υπάρχει και στην ουτοπία ποιότητα και λογική. ‘Αγιε Ερνέστο, σε προσκυνώ. Κι ας τολμήσουν να μου πουν πως προσκυνώ είδωλα οι ψοφοδεείς που προσκυνούν θεούς και δαίμονες εναλλάξ, ή μόνο θεούς, ή μόνο δαίμονες κατά πώς τους βολεύει εκάστοτε.

(Πρώτη δημοσίευση στο blog ‘Sierra Maestra’).

»

Hasta Siempre, Comandante

Το «Hasta Siempre, Comandante» είναι τραγούδι που γράφτηκε το 1965 από τον κουβανό κιθαρίστα, τραγουδιστή και συνθέτη Κάρλος Πουέμπλα (Carlos Puebla). Είναι το πλέον διάσημο τραγούδι με κύριο θέμα του τον Τσε. Σύμφωνα με τον Πουέμπλα, οι στίχοι του τραγουδιού αποτελούν στην ουσία απάντηση στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε προς τον Φιντέλ Κάστρο, με το οποίο γνωστοποιούσε στον κουβανικό λαό την πρόθεση του να στηρίξει επαναστατικά κινήματα σε άλλες γωνιές του κόσμου.

Ένας μεγάλος αριθμών καλλιτεχνών απ’ όλη την υφήλιο έχει ερμηνεύσει το συγκεκριμένο τραγούδι. Μεταξύ των τραγουδιστών και συγκροτημάτων που το ερμήνευσαν είναι οι: Los Calchakis, Compay Segundo, Soledad Bravo, Óscar Chávez, Nathalie Cardone, Robert Wyatt, Inés Rivero, Silvio Rodríguez, Ángel Parra, Celso Piña, Walter Cesar, Xesco Boix, Wayna taki, Veronica Rapella, Rolando Alarcón, Los Olimareños, Julio Cesar Barbosa, Los Machucambos, Ciganos D’Ouro, Jan Garbarek, Wolf Biermann, Boikot, The Buena Vista Social Club, Giovanni Mirabassi and Al Di Meola, Ahmet Koç, Mohsen Namjoo. Στην Ελλάδα το έχουν ερμηνεύσει η Μαρία Φαραντούρη, ο Γιώργος Νταλάρας και οι Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Αλκίνοος Ιωαννίδης και Χρήστος Θηβαίος.

Οι ισπανικοί στίχοι του τραγουδιού είναι ως εξής:

Aprendimos a quererte

desde la histórica altura

donde el Sol de tu bravura

le puso cerco a la muerte.

[Χορός]

Aquí se queda la clara,

la entrañable transparencia,

de tu querida presencia,

Comandante Che Guevara.

Tu mano gloriosa y fuerte

sobre la Historia dispara

cuando todo Santa Clara

se despierta para verte.

[Χορός]

Vienes quemando la brisa

con soles de primavera

para plantar la bandera

con la luz de tu sonrisa.

[Χορός]

Tu amor revolucionario

te conduce a nueva empresa

donde esperan la firmeza

de tu brazo libertario.

[Χορός]

Seguiremos adelante,

como junto a tí seguimos,

y con Fidel te decimos :

«¡Hasta siempre, Comandante!»

[Χορός]

Τους ελληνικούς στίχους του «Hasta Siempre» έγραψε η Δέσποινα Φορτσέρα.

Πυξίδα μέσα στον χρόνο

κι ο μύθος να σου ανήκει

είναι των ματιών σου οι κύκλοι

που αγκαλιάσανε τον κόσμο

Εδώ θα μείνει για πάντα

το ζεστό το πέρασμά σου

φωτιά που ανάβει η ματιά σου

Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Εσύ που ανάβεις τ’αστέρια

της μνήμης φτιάχνεις τον χάρτη

και περνάς μέσα απ’την στάχτη

την ελπίδα σ’άλλα χέρια

Εδώ θα μείνει για πάντα

το ζεστό το πέρασμά σου

φωτιά που ανάβει η ματιά σου

Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Σα θρύλος γύρω καλπάζεις
σαν ευχή και σαν κατάρα
στα στενά της Σάντα Κλάρα
το όνειρό σου δοκιμάζεις

Εδώ θα μείνει για πάντα
το ζεστό το πέρασμά σου
φωτιά που ανάβει η ματιά σου
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Μιλάς κοιτώντας μπροστά σου
το ποτάμι της ευθύνης
και στην ιστορία δίνεις
τη φωνή και τ’όνομά σου

Εδώ θα μείνει για πάντα
το ζεστό το πέρασμά σου
φωτιά που ανάβει η ματιά σου
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Γελάς και γίνεται μέρα
η νύχτα σε συλλαβίζει
μυστικά σου ψιθυρίζει
Hasta Siempre Κομαντάντε

Εδώ θα μείνει για πάντα
Το ζεστό το πέρασμά σου
Φωτιά που ανάβει η ματιά σου
Κομαντάντε τσε γκεβάρα.

Ο μεγάλος γιός της Λατινικής Αμερικής

Μια μελέτη της Έλλης Αλεξίου.

Με πολλή δυσκολία παίρνει κανείς την πένα, όταν είναι να γράψει για μορφές της ιστορίας, όπως ο Ερνέστο Γκουεβάρα. Πώς να τολμήσεις να καταπιαστείς με τέτοιο εγχείρημα, έχοντας μπροστά σου έναν υπεράνθρωπο, ένα ανθρώπινο φαινόμενο, που όσοι τον γνώρισαν ή ασχολήθηκαν με την προσωπικότητά του, μόνο σαν ημίθεο τον παρουσιάζουν. Ο Ερνέστο Γκουεβάρα, που οι Κουβανέζοι αποκαλούν χαϊδευτικά Τσέ, υπήρξε ο άνθρωπος, που τόσο κυριαρχήθηκε από τα ιδανικά του, που αυτά μόνο γίνανε ο Πολικός του. Και μπρός σ΄ αυτά είχαν πάψει να λειτουργούν και να υπάρχουν όλες οι ανθρώπινες ανάγκες. Στα ιδανικά υποτάχτηκαν όλες οι ανθρώπινες αδυναμίες, όλες οι ανθρώπινες επιδιώξεις. Αλλά ποιά να ήσαν άραγε αυτά τα πανίσχυρα ιδανικά, που κυριαρχούσαν μέσα του; Ισως γίνουν περισσότερο καταληπτά, αν αναφερθούμε στο τελευταίο γράμμα που στέλνει ο Τσέ στα παιδιά του:
«…Αν έρθει μέρα, που θα διαβάσετε αυτό μου το γράμμα, θα πεί πως ο πατέρας σας έχει φύγει από κοντά σας… Ο πατέρας σας είναι ένας άνθρωπος, που ενεργεί όπως σκέπτεται. Και πού σίγουρα έμεινε πάντα πιστός στις πεποιθήσεις του… Προπάντων να κρατήσετε μέσα σας την ικανότητα να αισθάνεστε πολύ βαθιά κάθε αδικία, που διαπράττεται εναντίον οποιουδήποτε, σ΄ οποιοδήποτε σημείο κι αν είναι του κόσμου… Αυτή είναι η πιό ωραία αρετή ενός επαναστάτη…».

Το χτύπημα λοιπόν της αδικίας, αδιάφορο για το πού γίνεται η αδικία, από ποιόν και για ποιόν, ήτανε η μόνιμη αγωνία του Τσέ, που κανόνιζε, και κανόνισε ως το τέλος, την πορεία της ζωής του. Ο Τσέ ήταν Αργεντίνος, από το Ροζάριο της Αργεντινής. Εκεί γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1928. Παιδί αστικής οικογένειας, έκαμε τις σπουδές που ταίριαζαν στην τάξη του. Σπούδασε γιατρός, κι έκανε την ιατρική του εξάσκηση και ειδίκευση σε λεπροκομείο. Αλλά στη ζωή του, που το μεγάλο μέρος της το πέρασε στην παρανομία, στις ερημιές και στις χαράδρες, μέσα στα απόκρημνα βράχια και στα πυκνόφυτα δάση της Σιέρρα Μαέστρα, άσκησε πληθωρικά την ιατρική, επιδένοντας τραύματα, κάνοντας τις επιβαλλόμενες επεμβάσεις, περιθάλποντας και αγρυπνώντας κοντά στους συναγωνιστές του, στις πολύμορφες, και πολύμοχθες αντάρτικες περιπέτειες. Για ξένη γλώσσα έμαθε τα γαλλικά, και αγαπώντας από μικρός πολύ το διάβασμα, διάβασε τους μοντέρνους για τότε Γάλλους ποιητές Μπωντλέρ, Βερλέν και Γκαίτε, Νερούντα… χωρίς να παραμελεί και σοβαρότερα βιβλία, τον Μάρξ, Λένιν, Σπένγκλερ, και άλλους. Λένε μάλιστα πως δεν αποκλείεται να σπούδασε γιατρός, επηρεασμένος από τη μελέτη των έργων του Φρόυντ. Εξάλλου, κι αν γεννήθηκε στη Ροζάριο, τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στο Μπουένος Αιρες, την πρωτεύουσα της Αργεντινής, με σπουδαίο Πανεπιστήμιο, καθώς και στην Κόρδοβα. Ο πατέρας του ήταν αρχιτέκτων και η εργασία του απαιτούσε τη διαμονή σε μεγαλύτερα κέντρα. Ο νεαρός Τσέ σαν φοιτητής δέχτηκε από νωρίς τις φιλελεύθερες προοδευτικές επιδράσεις της νεολαίας της Αργεντινής και κυριεύτηκε από ακαταμάχητες παρορμήσεις ταξιδιών που η επαναστατική φύση του δεν θα άφηνε ανικανοποίητες. Με ελάχιστα μέσα, συχνά κάνοντας και τον φωτογράφο διέτρεξε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο ίδιος έλεγε πώς ξέρει καλά όλες σχεδόν αυτές τις χώρες. Κατά κύριο λόγο φυσικά την απέραντη πατρίδα του την Αργεντινή. Αλλά και τη Βενεζουέλα, το Μιάμι, τη Γουατεμάλα, το Μεξικό, την Κούβα.

Τα ταξίδια αυτά πρόσφεραν στον Τσέ τη δυνατότητα να γνωρίσει καλά – καλά τη Λατινική Αμερική όχι μόνο γεωγραφικά, μα εθνικιστικά. Διαπίστωσε πώς οι χώρες αυτές αποτελούν στην ουσία μια ενότητα. Πώς τις χωρίζουν πλαστά σύνορα, ενώ τις ενώνουν οι κοινές τύχες τους. Παντού συνάντησε την ίδια αθλιότητα, την ίδια γύμνια, την ίδια εκμετάλλευση. Εθνικιστικά δεν συναντούσε χτυπητές διαφορές. Μέσα του σιγά – σιγά καλλιεργούνταν η συναίσθηση πως είναι Λατινοαμερικάνος. Ούτε Αργεντίνος, ούτε Μεξικάνος, ούτε Βραζιλιάνος, ούτε Κουβανός… Και αξίζει να σημειωθεί πως η συναίσθηση αυτή, που ήταν επίκτητη, επαληθευόταν ακόμα και με τον τόνο της φωνής του και με την ομιλία του. Κανένας ακούοντάς τον δεν μπορούσε να καθορίσει με σιγουριά ποιάς χώρας είναι πολίτης. Δεν είχε η προφορά του ξεχωριστό χρωματισμό.

Η Επαναστατική του δράση αρχίζει

Μπορούμε να πούμε πώς η επαναστατική, αντάρτικη δράση του άρχισε από τη Γουατεμάλα. Εζησε από κοντά τα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης της χώρας αυτής, στη μεγίστη πλειοψηφία της δημοκρατικής, και τις εγκληματικές ενέργειες του στρατοκράτη Καστίλλο Αρμάς, που βοηθούμενος από τους Αμερικάνους, έπνιξε το ξεσήκωμα του λαού της Γουατεμάλας. Παρόμοια γεγονότα είχαν προηγηθεί στο Καρακάς. Η ψυχή του Γκουεβάρα έβλεπε, βασανιζόταν και αποθήκευε πικρίες και τύψεις. Αλλά στη Γουατεμάλα δεν είχε μείνει με δεμένα χέρια. Ολο το 1954 έζησε από πρώτο χέρι το δράμα της Γουατεμάλας. Αντάρτης, παράνομος, κυνηγημένος και καταζητούμενος. – Είχε ελπίσει και σε έγκαιρη αποστολή όπλων, που δεν πραγματοποιήθηκε -. Οταν καταπνίγηκε κάθε λαϊκή αντίσταση, ο Τσέ πέρασε στο Μεξικό. Οχι βέβαια για να εγκαταλείψει τα όνειρά του, και να αλλάξει γραμμή πορείας, αλλά αντίθετα για να πλουτίσει τις γνώσεις του και να συμπληρώσει τις ελλείψεις του, που η επαναστατική δράση του στη Γουατεμάλα του τις είχε αποκαλύψει. Στο Μεξικό με μια ομάδα συναγωνιστών επιδόθηκε σε εντατικές στρατιωτικές ασκήσεις. Μέσα σε αυστηρή συνωμοτικότητα και παρανομία ασκούνταν στη σκοποβολή, στη χρήση ποικίλων όπλων κλπ., προετοιμάζοντας ένα μελλοντικό αντάρτικο. Εκεί, στο Μεξικό, εντελώς τυχαία και απρόσμανα, έγινε η πρώτη συνάντηση των δύο μεγάλων: Του Τσέ και του Φιντέλ Κάστρο. Υπάρχουν τέτοιες καταπληκτικές συμπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων, που μοιάζουν μ΄ ενσυνείδητες επεμβάσεις μυστικών δυνάμεων.

Ο ίδιος ο Τσέ στα απομνημονεύματά του, έτσι περιγράφει το πρώτο αντάμωμά του με τον Φιντέλ Κάστρο: «Εκείνος που σας γράφει αυτές τις γραμμές, μπερδεμένος και παρασυρμένος από τα κύματα των κοινωνικών κινημάτων που συνταράσσουν την Αμερική, είχε την ευκαιρία να συναντήσει, γι΄ αυτές τις ίδιες αιτίες, έναν άλλο Αμερικάνο εξόριστο, τον Φιντέλ Κάστρο… Εκαμα τη γνωριμία του σε μια από εκείνες τις παγωμένες μεξικάνικες νύχτες, και θυμούμαι πώς οι πρώτες μας κουβέντες περιστράφηκαν γύρω από τη διεθνή πολιτική κατάσταση. Τις πρωϊνές ώρες ήμουνα ήδη μέλος του μελλοντικού εκστρατευτικού σώματος… Αξιζε τον κόπο να πεθάνει κανείς σε μια ξένη ακτή για ένα ιδανικό τόσο αγνό…».
Κείνη την βραδυά που ανταμώθηκαν απλά, φιλικά, ανυποψίαστα οι δυό αυτοί ήλιοι της επανάστασης, σε μιά τρίτη χώρα, είχε παιχθεί και νικήσει η τύχη της Κούβας. Αφηνε πίσω του τη μαύρη διακυβέρνηση του Περόν και περνούσε στην Κούβα, όπου δίπλα – δίπλα με τον Φιντέλ Κάστρο έμελλε να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην απελευθέρωσή της. Η ριψοκίνδυνη έφεση, για επαναστατική δράση στην Κούβα, αποφασίστηκε, καταστρώθηκε και ετοιμάστηκε με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες στο Μεξικό. Και στα τέλη του 1956 ογδόντα δύο άνδρες, που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Φιντέλ Κάστρο και, υπό τις διαταγές του, ο Τσέ και ο Καμίλλο Σιενφουέγκος, κάνουν την απόβαση στο Γράμνα.

Η Κούβα από τον Μάρτη του 1952 στέναζε κάτω από το ζυγό του δικτάτορα Μπατίστα, που δεν ήτανε δά οι πρώτες βαρειές αλυσσίδες που γνώριζε. Ο Τσέ στο βιβλίο του » Η επανάσταση της Κούβας» δίνει σε μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση σειρά δικτατοριών και δικτατόρων που μέσα στα γρανάζια τους δεινοπαθούσε επί χρόνια η Κούβα. Και στον καιρό που γίνηκε η απόβαση, δεν ζούσε μόνο η Κούβα κάτω από αμερικάνικης έμπνευσης και στήριξης απολυταρχισμό. Στη Γουατεμάλα, όπως ειπώθηκε, είχε καταπνιγεί το 1954 το επαναστατικό κίνημα. Στο Καράκας, στο Μεξικό τα ίδια. Μα η ελπίδα και το φως ζούσε άσβηστο στις καρδιές των επαναστατών.

Η Απόβαση του Γκράνμα. Στις δύο από τα μεσάνυχτα της 25ης του Νοέμβρη του 1956 ογδόντα δύο άντρες αποπλέανε από το Μεξικό για το νησί της Κούβας. Παράνομοι, μπαρουτοκαπνισμένοι, γλυτωμένοι από τρίχα από τις φυλακές και τις επικήρυξες, άφηναν πίσω τους τι μεξικάνικη ακτή. Είχαν μελετήσει, ναί, τις λεπτομέρειες, μα ποιός μπορεί σε τέτοιο εγχείρημα να ξέρει εκ των προτέρων τι του επιφυλάσσει ο αιματοπότης εχθρός και τι η αθώα μα ασύνειδη φύση; Η νύχτα ήταν κατασκότεινη και η θάλασσα ταραγμένη. Το «σαπιοκάραβό μας» έτσι το αποκαλεί ο Τσέ στο ημερολόγιό του, πάλευε με τα κύματα, ενώ το πλήρωμά του, άμαθο σε ναυσιπλοϊες – οι περισσότεροι ταξίδευαν για πρώτη φορά -, πάλευαν με τη ναυτία, τη ζάλη, τους εμετούς. Το βάσανό τους κράτησε μέρες επτά! Στο διάστημα του ταξιδιού, μέσα στη ζάλη και την εξάντληση, είχαν πάρει μια μεγάλη χαρά. Το ραδιόφωνο της Κούβας ανάγγελνε πώς ξέσπασαν ταραχές στο Σαντιάγκο της Κούβας. Αυτό κάπως τους τόνωσε. Γιατί το χτύπημα αυτό ήταν παρακλάδι της δικής τους ενέργειας. Το είχε οργανώσει ο ανδρείος σύντροφός τους, Φράνκ Πάις, για να φέρει αντιπερισπασμό στο σχέδιο τους απόβασης.

Στην Κούβα αποβιβάστηκαν στις 2 του Δεκέμβρη του 1956, σε μια περιοχή που λέγεται Μπελίκ. Η απόβαση πέρασε στην ιστορία της Κούβας σαν απόβαση του Γκράνμα. Ο Φιντέλ Κάστρο είχε δηλώσει ξεκινώντας για την Κούβα, πώς μέσα στο 1956 και πρωτού βγεί ο χρόνος «θα είμαστε ή λεύτεροι ή μάρτυρες». Είχε μάλιστα εκμεταλλευτεί τη δήλωση αυτή του Κάστρο το φερέφωνο του Μπατίστα, που επαναλάβαινε τα λόγια του Κάστρο με πολλή ειρωνία. Ο Κάστρο, βέβαια, εννοούσε πως ή θα έχουμε ελευθεώσει την Κούβα, ή θα έχουμε θυσιαστεί, σκοτωθεί, για να μπούμε με τη σειρά μας στο μαρτυρολόγιο των ηρώων. Σήμερα διαβάζοντας τα απομνημονεύματα του Τσέ, λέμε πώς η φράση του Φιντέλ Κάστρο επαληθεύτηκε στο ακέραιο, χωρίς το διαζευτικό ή. Εγιναν και λεύτεροι και μάρτυρες. Τα δεινά που γνώρισε κείνη η ομάδα των απελευθερωτών, ξεπερνούν κάθε φρικιαστική εικόνα βασάνων. Ολοένα να αποδεκατίζονται και ολοένα να λιγοστεύουν. Από τραυματισμούς εχθρικών επιθέσεων, από κακουχίες που κανένας ανθρώπινος οργανισμός δεν θα ήταν ικανός να τις αντιπαλαίψει. Βάδιζαν σε αιχμηρά βράχια και σε βάλτους, με πόδια ήδη πληγιασμένα και πρησμένα, ξυπόλυτοι, σε τέτοια πόδια πώς να χωρούσαν παπούτσια, ενώ πάνω κι από τα εχθρικά βόλια κι από την πείνα τους βασάνιζε η αβάσταχτη δίψα. Κι όμως δεν τόβαζαν κάτω. Η επιμονή, η πίστη, η αυταπάρνηση αλλά πάνω απόλα η περιφρόνηση στο θάνατο, άρχισαν σιγά – σιγά να πληθαίνουν τους ολιγοστεμένους. Τα επιτυχή χτυπήματα ακολουθούσαν το ένα το άλλο. Οταν πιά φτάσανε στη δασώδη περιοχή της Σιέρρα Μαέστρα, τότε, λέει ο Τσέ, μπορούσε πιά κανένας να μιλάει για πραγματικό αντάρτικο. Δεν τους βασάνιζε πιά η δίψα. Οι χωρικοί άρχισαν να ξεφοβούνται και να τους προμηθεύουν ότι είχαν. Τώρα όλο και πλήθαιναν, ενώ ο οπλισμός τους, που είχε κατεβεί στο μηδέν, πλουτιζόταν με όπλα, με σφαίρες, με βαρύ οπλισμό, με αυτόματα… Και στις ώρες της ανάπαυλας οι γραμματισμένοι μάθαιναν γράμματα στους αγράμματους.

Η κατάληψη της Κούβας ολοκληρώθηκε στα τέλη του Δεκέμβρη του 1958. Την Πρωτοχρονιά του 1959 το επαναστατικο κίνημα του Τσέ και του Κάστρο είχε επικρατήσει. Το γεγονός αυτό, που έκλεινε με τη μάχη της Σάντα Κλάρα, ήτανε το καλύτερο δώρο που η ζωή έκανε στους επαναστάτες και οι επαναστάτες στην πολύπαθη Κούβα.

Η επικράτηση όμως της επανάστασης ήταν μόνο η μια πλευρά της επιτυχίας. Αναγγέλθηκε βέβαια η συγκρότηση και η επιβολή της νέας κυβέρνησης και το διώξιμο του Μπατίστα. Αλλά, όπως μας λέει σε βιβλία του ο Τσέ, η δεύτερη φάση, ύστερα από μια επανάσταση, είναι η δύσκολη. Και πού απ΄ αυτήν θα εξαρτηθεί τελικά και η ομαλή πορεία της ανατροπής. Με την επικράτηση της επανάστασης και την εγκατάσταση της επαναστατικής κυβέρνησης είχε επιτευχθεί μόνο η πολιτική ελευθερία της Κούβας. Για να γίνει όμως λόγος για αληθινή λευτεριά μιας χώρας πρέπει την πολιτική λευτεριά να ακολουθήσει η οικονομική ανεξαρτησία. Αυτό το ξέρουν όλοι οι λαοί κι όλοι οι κυβερνήτες. Μα απ΄ όλους καλύτερα το ξέρουν οι αποικιοκράτες, τα αφεντικά. Αυτοί που έχουν γίνει ξεφτέρια στους τρόπους υποδούλωσης των λαών. Oι Αμερικάνοι δυνάστες έβαλαν σε εφαρμογή αμέσως δύο φοβερά μέτρα. Επαψαν ν΄ αγοράζουν το μοναδικό προϊόν της Κούβας, τη ζάχαρη. Και δεύτερο αρνούνταν να παρέχουν πετρέλαιο από τα διυλιστήριά τους, τα εγκαταστημένα στο νησί, αν δεν συμμορφωνόντουσαν στους όρους που αυτοί απαιτούσαν. Δυσκόλεψε η ζωή πολύ στην Κούβα μετά την επανάσταση. Ο δέ λαός, άμαθος, ακαλλιέργητος, και ανίκανος να δεί τα αίτια της κακοδαιμονίας του, έκανε άστοχες συγκρίσεις, βρίσκοντας χειρότερες τις συνθήκες διαβίωσής του με την αλλαγή του καθεστώτος. Ισως σε άλλους καιρούς η οικονομία της Κούβας να γονάτιζε. Τώρα όμως ο σοσιαλισμός είχε επικρατήσει σε πολλές χώρες και η βασική αρετή του σοσιαλισμού, η διεθνιστική αλληλεγγύη, έδρασε ευεργετικά και στην παρούσα περίπτωση. Η Σοβιετική Ενωση έγινε ο αγοραστής της ζάχαρης και η Σοβιετική Ενωση έδωσε λύση στα κουβανέζικα πετρέλαια. Η Κούβα θαρραλέα, απερίφραστα, μια κι έξω, εθνικοποίησε τα αμερικάνικα διυλιστήρια, που ήσαν στο έδαφός της, και πετρέλαιο προμηθευόταν τώρα από σοσιαλιστικές χώρες. Η αμερικάνικη δυναστεία απαιτούσε από την Κούβα, να προμηθεύεται το πετρέλαιο από δικούς της προμηθευτές. Για τη νέα μορφή που έπαιρνε μετά την επανάσταση η οικονομία της Κούβας πολλά μας εξιστορεί ο Τσέ στα βιβλία του. Στην αρχή, μας λέει, ειλικρινά δίχως την παραμικρή πρόθεση συγκάλυψης ότι κάναμε ήτανε απάντηση στα μέτρα που παίρνανε εναντίον μας οι Βορειοαμερικανοί. Επιτίθενταν αυτοί με σκληρότητα για να μας εξοντώσουν, έπαιρνε και η επαναστατική κυβέρνηση ότι αποφάσεις μπορούσε, για να αντιπαλαίψει την επίθεση. Τίποτε δεν ήτανε προμελετημένο. Ετσι καθαυτό πρώτο νόμο που εξαγγείλαμε, νόμο της επανάστασης, ήταν ο νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση.

Τον πρώτο καιρό, μόλις ξέσπασε η επανάσταση, οι Βορειοαμερικανοί άρχισαν με ένα επίμονο συκοφαντικό δημοσιογραφικό πόλεμο. Τον συνέχισαν με επίσημες δηλώσεις και απειλές, ώσπου κατάληξαν στις αποφάσεις του αποκλεισμού και της φυσικής εξόντωσης του λαού. Τελευταία ακολούθησαν τα μέτρα για τη ζάχαρη και το πετρέλαιο… Τότε ήρθαν σε βοήθεια της επανάστασης η Σοβιετική Ενωση και οι λαϊκές μάζες της Κούβας. Οι μεγαλοαστοί, το μεγάλο κεφάλαιο, που τα συμφέροντά τους και τα πεπρωμένα τους ήσαν αλληλένδετα με τα συμφέροντα των Ενωμένων Πολιτειών, αφού στην αρχή για κάμποσον καιρό στάθηκαν στο περιθώριο σε στάση αναμονής, ύστερα εκδηλώθηκαν ανοιχτά εχθροί της επανάστασης. Τότε η Κούβα στο μεταίχμιο ή να χαθεί κάτω από τη σκληρή μεταχείρηση των Αμερικάνων ή να ριζώσει, κινήθηκε με δραστικά μέτρα και ρίζωσε.

Οι κοινωνιολόγοι σ΄ όλον τον κόσμο, που τους αρέσουν οι γενικότητες και οι αποφθεγματικοί τόνοι, δήλωναν πως η επανάσταση της Κούβας ήτανε επανάσταση κομμουνιστική. Οι επαναστάτες όμως ξεκινώντας για την απελευθέρωση της Κούβας, δεν είχαν μπροστά τους κανένα υπόδειγμα. Ο Τσέ, βέβαια, είχε μελετήσει όλη τη θεωρία του μαρξισμού, όλα τα έργα του Λένιν, ήταν βαθύς γνώστης των κοινωνικών μετασχηματισμών, που απορρέουν από μια εκ βάθρων ανατροπή, αλλά η θεωρία από την πράξη απέχει παρασάγγας. Τα γεγονότα, μας λέει ο Τσέ, και οι επιθέσεις του εχθρού κανόνιζαν την πορεία μας. Οι επαναστάτες ακολουθούσαν τη διαδικασία που τους επέβαλαν τα πράγματα. Τελικά οι εξελίξεις του αγώνα, ας προχωρούσαν στην αρχή στην τύχη, ήρθαν να επαληθεύσουν τη μαρξιστική θεωρία. Ο κοινωνιολόγος Ρομπέρ Μερτόν πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει την ιδεολογία της Κουβανέζικης επανάστασης σαν «Προφητεία που πραγματοποιήθηκε αφ΄ εαυτής».

Και ο Τσέ στις 28 Ιουλίου του 1960 στο λόγο του στο Συνέδριο της Νεολαίας, που συγκλήθηκε στην Αβάνα, είπε: «…αν με ρωτήσουν αν τούτη η επανάσταση, που την παρακολουθείτε να εξελίσσετε μπρος στα μάτια σας, είναι κομμουνιστική…θάπρεπε να πω πώς τούτη η επανάσταση, στην περίπτωση που θα ήταν μαρξιστική – σας το ξαναλέω, μαρξιστική -, θα ήτανε, γιατί αυτή η ίδια ανακάλυψε, με τις δικές της πιά μέθοδες, τους δρόμους που είχε υποδείξει ο Μάρξ». Αλλά πάνω σ΄ αυτό ο Τσέ λέει και κάτι άλλο, σχετικά δηλαδή με τον μαρξισμό, πολύ διαφωτιστικό «…Οφείλουμε, λέει, να είμαστε μαρξιστές με την ίδια φυσικότητα που είμαστε «Νευτονικοί» (όπως δηλαδή πιστεύουμε στο νόμο του Νεύτωνα για την έλξη της γής, που κανείς πια δεν την αμφισβητεί), ή «Παστερικοί» (όπως δηλαδή πιστεύουμε στην ανακάλυψη των μικροβίων και τον Παστέρ, που κανείς πια δεν ανφισβητεί την ύπαρξή τους). Ο Νεύτων ανακάλυψε ένα φυσικό νόμο, ο Παστέρ ένα νόμο της βιολογίας, ο Μάρξ ανακάλυψε ένα νόμο των κοινωνικών εξελίξεων, που κανείς πιά δε μπορεί να τον θέσει υπό συζήτηση». Ο Τσέ και ως θεωρητικός της επανάστασης με τα άρθρα του, με τους λόγους του, αναδείχτηκε βαθύς γνώστης των κοινωνικών νόμων. Σ΄ αυτό συντελούσε τόσο ο μορφωτικός του εξοπλισμός όσο και η έμφυτη οξυδέρκεια και διορατικότητα. Ολα τα προβλήματα που ανακύπτανε, όλα τα ζητήματα που η πορεία της επανάστασης έφερνε στην επιφάνεια, και για τα οποία επεβάλλονταν μια άμεση λύση, ο Τσέ τα εξέταζε, τα μελετούσε κι έπαιρνε τη δέουσα ξεκάθαρη θέση. Στις 8 του Οχτώβρη του 1960 στις «Σημειώσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας της Κουβανέζικης Επανάστασης» αναλύει με καταπληκτική σαφήνεια όλο το πολιτικό – οικονομικό προτσές της επανάστασης. Οι γνώμες που εξέφραζε κατά καιρούς πέρασαν στο στόμα του λαού και των θαυμαστών του σαν γνωμικά και σαν αξεπέραστες αλήθειες.
«… Είναι πιό ευχάριστο και πιο εποικοδομητικό να ζεί κανείς την πείρα της επανάστασης, παρά να γράφει γι΄ αυτήν…».
«… Η Επανάσταση της Κούβας δεν είναι παρά ένα μικρό κεφάλαιο της μιάς κι αδιαίρετης επανάστασης…».
«… Ο Επαναστάτης ζεί μέσα στους κόλπους του κόμματός του, που είναι η ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης. Και αναλίσκεται μέσα στην κομματική δράση, που συνεχίζεται δίχως διακοπή ώς το θάνατό του. Εκτός εάν η οικοδόμηση του σοσιαλισμού έχει πιά αγγαλιάσει όλον τον κόσμο…».
Ο Τσέ ανάλυσε με βαθειά γνώση του θέματος το κεφάλαιο το αναφερόμενο στα κίνητρα της επαναστατικής δράσης. Τα υλικά και τα ηθικά. Και δίνει την τόσο ορθή διατύπωση, πώς βέβαια τα υλικά κίνητρα είναι ισχυρά, αλλά δε θα τους δώσουμε ποτέ την πρώτη θέση οικοδομώντας το σοσιαλισμό. Και πάνω σ΄ αυτό κάνει ιδιαίτερο λόγο για τον «Νέο Ανθρωπο» που πρέπει να δημιουργήσει η επανάσταση, που τη δράση του δεν θα την κανονίζουν τα ίδια κίνητρα που μπαίνουν σε ενέργεια στον καπιταλιστικό κόσμο… Εχει κάμει ο Τσέ πολύ λόγο και για το νόμο της αξίας, για τον κίνδυνο της γραφειοκρατίας, για το πώς αντιλαμβάνεται τα στελέχη της επανάστασης, ποιές είναι οι αρετές που πρέπει νάχει ο νέος κομμουνιστής. Πώς αντιλαμβάνεται τη σωστή συγκρότηση του κόμματος. Ολα, λέει, ο Τσέ, πρέπει να γίνουνται για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Αυτά τα επαναλαμβάνει και στο τελευταίο άρθρο του με τον τίτλο: «Ο Σοσιαλισμός και ο Ανθρωπος», που δημοσιεύτηκε όταν ο Τσέ είχε ήδη φύγει από την Κούβα.

* Το κείμενο της Έλλης Αλεξίου δημοσιεύθηκε στο «Πολιτικό Καφενείο», σε επιμέλεια του Παναγιώτη Βήχου.

Η δεύτερη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Του Osvaldo Coggiola*.

Η δεύτερη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Το πρόσωπο και το πρόγραμμα του Τσε Γκεβάρα περνούν από την ιστορία στην μυθολογία ή τοποθετούνται σε έναν κύκλο απρόσιτο στους κοινούς θνητούς. Στην περίπτωση του Τσε τον μετατρέπουν σ΄ ένα σύμβολο θαυμαστό, τόσο βολικά νεκρό, της περίφημης δεκαετίας του ΄60, των ουτοπικών της ονείρων, τον κάνουν ένα είδος Τζίμι Χέντριξ του μαρξισμού, που ρίχτηκε σε μια αποστολή αυτοκτονίας πληρώνοντας το τίμημα. Πάνω σ΄ αυτήν την γραμμή, ο Rogelio Garcia Lupo παρατηρεί μπερδεμένος: «Ο χρόνος θα μετατρέψει την μορφή του Τσε σε σύμβολο μιας γενιάς… Ο Τσε που αντιπροσώπευσε περισσότερο από κάθε άλλο την γενιά της δεκαετίας του ΄60, έχει γίνει αποδεκτός ακόμα και από τους εχθρούς του, τους ιδεολόγους εκείνους που τον πολέμησαν, τον κυνήγησαν, και κατάφεραν τελικά να τον οδηγήσουν στον θάνατο». «Να τον οδηγήσουν στον θάνατο» είναι ο ντροπαλός κι επίκαιρος τρόπος περιγραφής μιας πράξης που δεν ήταν άλλο παρά εν ψυχρώ δολοφονία, με τους ενόχους γι΄ αυτήν – π.χ. τον τωρινό πρόεδρο της Βολιβίας στρατηγό Χούγκο Μπανζέρ Σουάρεζ ή τον πρώην δήμαρχο Γκάρυ Πράντο Σαλμόν, βουλευτή του «Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς» (MIR) – ή τους υπεύθυνους θεσμούς – τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ – να βρίσκονται θαυμάσια στη ζωή κι ατιμώρητοι, και νάχουν αποκτήσει ακόμα και κάποια φήμη για το «ανδραγάθημά» τους (να κατακρεουργήσουν με πολυβόλο έναν τραυματία κι άοπλο άνδρα). Οπως λέει κι ο Αντρές Ρολντάν: «Αυτός που το 1967, με τη στήριξη και βοήθεια του επιτελείου της CIA και του Πενταγώνου κατεδίωξαν αμείλικτα κι εξόντωσαν μια μικρή και αβοήθητη αντάρτικη ομάδα χάρη στις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις τους, σήμερα ζητούν να παρουσιαστούν σαν ιπποτικοί αντίπαλοι μιας μεσαιωνικής κονταρομαχίας».

Το χρυσό βραβείο ηλιθιότητας ανήκει σε κάποιον Brook Larmer, που, μέσα από τις στήλες του υπερ – αντιδραστικού Νιούσγουηκ, τον Ιούλιο, αφού απαριθμήσει τους λόγους που μετατρέψαν τον Γκεβάρα σε αντικείμενο «μάρκετινγκ», καταλήγει: «Φαίνεται ν΄ αντιπροσωπεύει σ΄ έναν καταναλωτικό κόσμο, ένα ιδανικό καταναλωτικό κόσμο, ένα ιδανικό καθαρότητας, το πρότυπο του έντιμου ανθρώπου που διαρκώς τελειοποιεί την προσωπικότητά του. Μαζί μ΄ αυτά, πέθανε νέος, στα 39 του χρόνια, ήταν όμορφος και του πήγαινε ωραία η στρατιωτική του στολή»! Αυτή η «καθαρότητα» ατομικής ή μάλλον θρησκευτικής κατανάλωσης (ένας από τους τελευταίους βιογράφους του, ο Τζων Λη Αντερσον, βεβαιώνει ότι «η μεταστροφή του Τσε στην πολιτική έγινε όπως ο φωτισμός ενός αγίου, με την φωτεινότητα με την οποία ένας άγιος αποφασίζει ν΄ αντιμετωπίσει ότι κι αν προκύψει στον δρόμο του», διαχωρίζεται με τρόπο πολύ βολικό από τις πολιτικές ιδέες του Τσε, τις οποίες ένας άλλος βιογράφος του, ο μεξικανός Χόρχε Καστανιέδα περιγράφει σαν εξωπραγματικές αυτή τη στιγμή ή σαν αναχρονιστικές σήμερα: «Ο Τσε δεν έχει σύνδεση με τη δράση και τον πολιτικό λόγο, τις κοινωνικές αλλαγές και την παρούσα εικονογραφία. Οι καιροί στους οποίους παραπέμπει αποτελούν μέρες της μνήμης που ο κόσμος καλλιέργησε για καλλίτερους καιρούς που ποτέ δεν είρθαν».

Αν όλα τούτα είναι αληθινά, τότε αναρωτιέται κανείς γιατί ο Γκεβάρα να δολοφονηθεί άγρια με την επέμβαση της CIA, που έστειλε έναν πράκτορα εκτελεστή, τον κουβανό «gusano» {παρατσούκλι των αντεπαναστατών εμιγκρέδων στο Μαϊάμι Φέλιξ Ροντρίγκεζ, που βρισκόταν εν δράσει μέχρι πρόσφατα, όντας ο σύνδεσμος του Ολιβερ Νορθ στην Ονδούρα στη διάρκεια του σκανδάλου του Ιρανγκέϊτ. Γιατί να χρειαστεί να τον σκοτώσουν και δεν τον συνέλαβαν μόνο, να τον χρησιμοποιήσουν σαν σύμβολο της «κομμουνιστικής ανατρεπτικής δραστηριότητας» και σαν στοιχείο εκβιασμού κατά της Κούβας από την βολιβιάνικη δικτατορία, προσφέροντας τον για ανταλλαγή με αντεπαναστάτες κουβανούς, όπως έκανε αργότερα ο Πινοσέτ που χρησιμοποίησε τον φυλακισμένο ηγέτη του ΚΚ Χιλής Λουίς Κορβαλάν για να πετύχει ένα προπαγανδιστικό κόλπο, ανταλλάσσοντάς τον με τον (αντι) σοβιετικό διαφωνούντα Βλαντιμίρ Μπουκόφσκι;

Ο ίδιος ο Kαστανιέδα υποχρεώνεται να δείξει την πλήρη συμμετοχή της CIA στην καταδίωξη και τη δολοφονία του Γκεβάρα, μέσα από μαρτυρίες πολλών υψηλόβαθμων «αξιωματούχων» (με τους οποίους φαίνεται ότι ο Καστανιέδα έχει τόσην ευκολία πρόσβασης όση και μ΄ εκείνη των επαφών του με την λατινοαμερικάνικη αριστερά). Ο δημοσιογράφος Τσίρο Μπιάνκι Ρος κάνει τώρα διάφορες εικασίες πάνω στο γιατί αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν: «Αν τον έφερναν στην Λα Παζ θα δημιουργούνταν πρόβλημα. Θάταν αντιπαραγωγικό να τον προσάγουν σε δίκη γιατί στο δικαστήριο θα γινόταν από κατηγορούμενος κατήγορος. Να τον κρατήσουν φυλακισμένο χωρίς δίκη πάλι δεν θάταν σκόπιμο γιατί η παγκόσμια κοινή γνώμη θα παρέμβαινε σε υπεράσπισή του. Να τον κρατήσουν ζωντανό θα ήταν κίνδυνος για τις κυβερνήσεις της Βολιβίας και των γειτονικών χωρών. Ως εκ τούτου έπρεπε να δολοφονηθεί».

Αυτά είναι μόνο μέρος της αλήθειας. Η δολοφονία του Τσε Γκεβάρα (και του Φιντέλ Κάστρο) είχαν αποφασιστεί θεσμικά ως κρατικός στόχος από τις ΗΠΑ, από την στιγμή που η κουβανέζικη επανάσταση μπήκε στο δρόμο του συνεπή αντι-ιμπεριαλισμού και του σοσιαλισμού. Ο καλά πληροφορημένος δημοσιογράφος Ταντ Σουλτς βεβαιώνει: «Το 1961, λίγο μετά το φιάσκο της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, στην Κούβα, μιας ταξιαρχίας κουβανών εμιγκρέδων σταλμένης από τις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Τζων Φ. Κέννεντυ διάβασε το εγχειρίδιο του Τσε Γκεβάρα για τον ανταρτοπόλεμο. Αμέσως μετά υπέγραψε την διαταγή προς τον αμερικάνικο στρατό ν΄ ανοίξει μια σχολή καταστολής αντάρτικων στο Φορτ Μπραγκ της Βόρειας Καρολίνας».

Τίποτα δεν είναι πιο γκροτέσκο από το να περιγράψεις το θάνατο του Τσε Γκεβάρα σαν το δίκαιο τίμημα για τα «λάθη του foquismo» [της πολιτικοστρατιωτικής τακτικής εγκατάστασης ενός foco, μιας αντάρτικης εστίας], ή να πεις ότι «πέθανε» θύμα των δικών του μεθόδων. Κι όμως αυτό το δρόμο ακολουθούν οι βιογράφοι του, Αντερσον και Καστανιέδα, που με πρόσχημα την «ιστορική αντικειμενικότητα» περιγράφουν τον Τσε σαν «ιδεαλιστή» και συνάμα σαν «αμείλικτο και αποφασιστικό». Ο ίδιος ο Ταντ Σουλτς τον περιγράφει σαν ένα κράμα του Τρότσκι, του Ροβεσπιέρου και του… Τορκουεμάδα» {του Μεγάλου Ιεροεξεταστή!}. Ομως η δολοφονία του Γκεβάρα δεν έχει καμμιά σχέση με την ευθύνη του για την εκτέλεση διαφόρων πρακτόρων και βασανιστών της δικτατορίας του Φουλγκένσιο Μπατίστα, στην Κούβα. Ο Τσε τόνισε παίρνοντας τις κύριες ευθύνες ότι οι εκτελέσεις δεν είχαν να κάνουν με κάποιο είδος αντεκδίκησης. «Μετά τη φυγή του Μπατίστα, ο Γκεβάρα έγινε διοικητής της Καμπάνια, του κυριώτερου φρουρίου της Αβάνας και εκεί προέδρευε στις δίκες των διαφόρων δημίων του δικτάτορα, από τους οποίους 55 εκτελέστηκαν. Ο Γκεβάρα επέμενε στην αναζήτηση αποδείξεων ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν πραγματικά ένοχοι για τις βιαιοπραγίες για τις οποίες κατηγορούνταν. Οι δικαστικές διαδικασίες που ακολουθούσε, όσο στοιχειώδεις κι αν ήταν, εμπόδιζαν το λιντσάρισμα που ήταν γενική απαίτηση. Για το Τσε η διάλυση της παλιάς στρατιωτικής μηχανής ήταν ο απαραίτητος όρος για να πραγματοποιηθεί η κοινωνική επανάσταση».

Η κριτική του «foquismo» δεν μπορεί να συνδέεται με την παραμικρή παραχώρηση στην αστική – ιμπεριαλιστική – δημοκρατίζουσα καρικατούρα του. Για τον Γκεβάρα, ο ουσιαστικός επαναστατικός παράγοντας δεν ήταν η «πεφωτισμένη βούληση» μιας φούχτας ενόπλων αλλά η ίδια η Κουβανέζικη Επανάσταση, που την έβλεπε ως την απαρχή της λατινοαμερικάνικης επανάστασης – πράγμα αντικειμενικά σωστό όπως το έδειξαν τα επαναστατικά προτσές της δεκαετίας του ΄60 και του ΄70 στον Άγιο Δομίνικο, την Βολιβία, το Ελ Σαλβαδόρ, την Νικαράγουα (για να μην μιλήσουμε για τις καταπληκτικές εργατικές εξεγέρσεις στην Αργεντινή, την Χιλή, την Ουραγουάη, το Περού). Μια επανάσταση που υπερασπιζόταν με την δικιά τους εσωτερική δύναμη, ενάντια στην απομόνωση που ήθελε να την κλείσει «η μεγάλη παγκόσμια συμφωνία» των ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ στη διάρκεια του (κακώς) λεγόμενου «ψυχρού» πολέμου, όπως το απέδειξε η «κρίση των πυραύλων» το 1962.

Όπως ο Τσε είπε: «Όλοι γνωρίζουν τον αληθινό κίνδυνο της Κουβανέζικης Επανάστασης. Οι χώρες εκείνες που είναι πολύ εξαρτημένες και συνεπώς πολύ κυνικές μιλούν για τον κίνδυνο της κουβανέζικης ανατρεπτικής δραστηριότητας, και έχουν δίκιο. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από την μεριά της Κουβανέζικης Επανάστασης είναι το παράδειγμά της, είναι η επαναστατική του γεγονότος ότι η κυβέρνηση στηρίζεται στην εξουσία του λαού, καθοδηγούμενου από έναν ηγέτη παγκόσμιου κύρους, που έχει φτάσει σε ύψη που σπάνια έχουν ειδωθεί στην Ιστορία».

«Είναι το φοβερό παράδειγμα ενός λαού που είναι διατεθειμένος να θυσιαστεί σ΄ ένα ατομικό ολοκαύτωμα ώστε οι στάχτες του να χρησιμέψουν στο πλάσιμο νέων κοινωνιών, κι όταν, χωρίς να τον ρωτήσουν, του επιβάλουν μια συμφωνία απόσυρσης των ατομικών πυραύλων, αυτός ο λαός δεν ανασαίνει από ανακούφιση, ούτε λέει ευχαριστώ για την εκεχειρία, παρά συνεχίζει να μιλάει με την δικιά του μοναδική φωνή. Κάνει αισθητή την μαχητική του θέση, την μοναδική και την ισχυρή απόφασή του για πάλη ενάντια σ΄ όλους τους κινδύνους και ενάντια στην ίδια την πυρηνική απειλή του Γιάνκικου ιμπεριαλισμού».

Στις αμετάκλητες καταδίκες του αντάρτικου – που είναι μόνο μια μέθοδος πάλης – συνήθως γίνεται μια προσπάθεια εξάλειψης της ανθρώπινης βούλησης ως συνειδητού παράγοντα ικανού να αλλάξει την πραγματικότητα. Παρά τα θεωρητικά σφάλματα του foquismo (που θεωρητικοποιήθηκαν περισσότερο από τον Ρεζί Ντεμπραί παρά από τον ίδιο τον Τσε), ο Γκεβάρα, μετά την έξοδό του από την Κούβα, πρώτα στο Κογκό και μετά στην Βολιβία, στηρίζονταν: α) σε μια αντικειμενική εκτίμηση του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις στις λατινοαμερικάνικες χώρες και β) σε μια εκτίμηση χωρίς αυταπάτες των πολιτικών δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι θα στηρίξουν το επαναστατικό προτσές, πρώτα – πρώτα τα ΚΚ, ανάμεσα του και το βολιβιανό που κατηγορήθηκε από την κουβανέζικη ηγεσία για προδοσία κατά του αντάρτικου του Τσε (συμπεριλαμβανομένης της υποψίας για άμεση κατάδοση). Ο ίδιος ο Τσε είχε μιαν αντίληψη καθαρή σε ποιες δυνάμεις μπορούσε να στηριχθεί, στις οποίες συμπεριελάμβανε και τους τροτσκιστές.

O Φιντέλ Κάστρο, στην συνέντευξή του στον Γκιάννι Μίνα, το 1987 «είχε την πρόθεση να εξηγήσει (χωρίς να πείσει) γιατί δεν βοήθησε τον Γκεβάρα στην Βολιβία», παρόλο που του ζητήθηκε. Σ΄ αυτό, όπως και σε άλλα πράγματα, η κουβανέζικη ηγεσία δεν υπήρξε συνεπής, γεγονός που φωτίζει την τωρινή της πορεία: «Οι καιροί αλλάζουν και ο Τσε δεν μπορεί να είναι τόσο ένα παράδειγμα, όσο ένα μνημείο που θα μαρτυράει για τις πρώτες στιγμές της επανάστασης, που είναι τώρα λησμονημένες. Μερικές φορές ο Κάστρο μιλούσε για τις αποτυχημένες επιχειρήσεις του Γκεβάρα. Άλλες φορές για τα ιδανικά του. Αποπολιτικοποιημένος, στερημένος από την έντονη ιδεολογική θωράκισή του, ο Τσε μπαίνει στο Πάνθεον των μαρτύρων, νεκρό σύμβολο του έθνους».

Ο αγώνας του Τσε στην Βολιβία δεν εξηγείται από την ξεχωριστή ηθική του αξία, από το μοναδικό του «αδάμαστο πνεύμα», ή από τον «επαναστατικό ανθρωπισμό» που τον χαρακτήριζε. Ηταν η (συζητήσιμη) πολιτική διέξοδος από μια πολιτική σύγκρουση, που τον έκανε κατά τον Ταντ Σουλτς, να «έχει εχθρούς σ΄ όλους τους τομείς του ΚΚ Βολιβίας, ιδιαίτερα σ΄ εκείνους που προέρχονταν από το παλιό σταλινικό ΚΚ. Οι διαφορές αναφέρονταν στην αυξανόμενη υποταγή στην γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ, με πρόσχημα την «οικονομική βοήθεια», όταν αυτή συνεπαγόταν «την πώληση πετρελαίου (στην Κούβα) σε τιμές της παγκόσμιας αγοράς {…} Ο Τσε κατήγγειλε αυτό το αίσχος χωρίς να μασάει τα λόγια του.

«Πώς μπορείς να μιλάς για «αμοιβαίο όφελος» όταν πουλάς σε τιμές παγκόσμιας αγοράς τις πρώτες ύλες που κοστίζουν ιδρώτα και απεριόριστο πόνο στις καθυστερημένες χώρες και να ζητάς τιμές της παγκόσμιας αγοράς για μηχανήματα που παράγονται στα μεγάλα αυτοματοποιημένα εργοστάσια του σήμερα;Εάν εγκαθιδρύουμε αυτό τον τύπο σχέσεων ανάμεσα στις ομάδες των εθνών, τότε οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι οι σοσιαλιστικές χώρες είναι, κατά κάποιο τρόπο, συνένοχος της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Θα μπορούσε να αγνοηθεί εάν η συνολική αξία των ανταλλαγών με τις υπανάπτυκτες χώρες αντιπροσωπεύει μόνον ένα ασήμαντο τμήμα του εξωτερικού εμπορίου αυτών των χωρών. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, δεν εξαφανίζει όμως τον ανήθικο χαρακτήρα αυτού του εμπορίου».

Ενάντια στην «ειρηνική συνύπαρξη» ο Τσε κάλεσε για την δημιουργία «δυο – τριών – πολλών Βιετνάμ», κι όσον αφορά την Λατινική Αμερική υπεράσπισε την προοπτική της «σοσιαλιστικής επανάστασης ενάντια στην καρικατούρα της επανάστασης». Ο Τσε συχνά κατήγγειλε την υποκριτική υπεράσπιση και βοήθεια με το σταγονόμετρο που έδιναν η ΕΣΣΔ και η Κίνα στο Βιετνάμ όταν πάλευε ενάντια στον Γιάνκικο ιμπεριαλισμό. Είναι σαφές ότι ο Τσε, όπως βεβαιώνει ο κομμαντάτε Μπενίνιο (ο κουβανός αντάρτης που συνόδευσε τον Τσε στην Βολιβία): «Είχε μια σκέψη διαφορετική από τους υπόλοιπους ηγέτες… Τούτο αποκαλύφθηκε όταν έβγαλε την ομιλία στο Αλγέρι (1963). Η πολιτική του γραμμή αποκηρύχθηκε από τους Σοβιετικούς και τους σοσιαλιστές κι ασκήθηκε μια κάποια πίεση πάνω στον Κάστρο και τον Τσε να έχουν πολύ βαθιές συζητήσεις {…}. Κατά την Σοβιετική Ενωση, ο Τσε είχε μετατραπεί σε αντισοβιετικό. Μερικοί τον αποκαλούσαν Τροτσκιστή και τα παρόμοια. Αυτό δεν ήταν γνωστό στον Κουβανέζικο λαό πέρα από μερικούς ηγέτες του». Επειδή ο Τσε δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί προγραμματικά τις διαφωνίες του, τους έδωσε μόνο μια εμπειρική διέξοδο (την δράση ενάντια στην παθητικότητα).

Κριτικάροντας έναν από τους πρόσφατους βιογράφους του, ο Ταντ Σουλτς τονίζει ότι «ο Αντερσον δεν λέει ξεκάθαρα ότι ο Φιντέλ είχε αποφασίσει ότι ήταν η ώρα πια να αποδεσμευθεί από τον Τσε για λόγους που αφορούσαν την Κούβα (και τους Σοβιετικούς). Ηταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο Αργεντίνος δεν ήταν πια χρήσιμος». Οι λόγοι «που αφορούσαν την Κούβα» αναφέρονται στα σημάδια εσωτερικής γραφειοκρατικοποίησης, που είχαν ήδη δειχθεί στην «οικονομική συζήτηση» στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 (όταν ο Τσε πάλεψε προτάσεις διευθυντικού γραφειοκρατισμού και ταυτόχρονα… οικονομικής αυτοδιαχείρισης των επιχειρήσεων) και που αντανακλούσαν την αυξανόμενη υποταγή στην Ρώσικη γραφειοκρατία. Τον Αύγουστο 1971, το κυριότερο συνδικάτο (εκείνο της ζαχαροβιομηχανίας) έβγαλε απόφαση ότι «το συνδικάτο θα πασχίσει να επιβάλλει την πειθαρχία της εργασίας, για να κάνουν οι εργάτες το καθήκον τους απέναντι στην κοινωνία». Η ανάδυση μιας γραφειοκρατικής εξουσίας που διέλυε την εργατική διαχείριση ήταν εμφανής.

Ο Ταντ Σουλτς λέει πολύ περισσότερα για το τί σκέφτεται ο ίδιος όταν τονίζει ότι «αν υποθέσουμε ότι ζούσε ακόμη ο Τσε, σαν ιδεολόγος της τιμιότητας με κάθε τίμημα, θα εναντιωνόταν στο δρόμο που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια ο Φιντέλ: δολαριοποίηση της οικονομίας, κίνητρα στην ξένη διείσδυση, φιλικές σχέσεις με την πλειοψηφία των λατινοαμερικανών προέδρων που έχουν εκλεγεί δημοκρατικά (ιδέα εντελώς απορριπτέα κατά τον Τσε), αποδοχή της πρώτης επίσκεψης στο νησί του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β΄ που πρόκειται να γίνει τον ερχόμενο Ιανουάριο». Σίγουρα κι ακόμη περισσότερο, ο Τσε δεν θα συμφωνούσε με την συμφιλίωση ανάμεσα στην επανάσταση και τους χειρότερους ιστορικούς της εχθρούς, πράγμα που θα την καθιστούσε, σε κάθε περίπτωση, άχρηστη.

Στην Βολιβία ο Τσε δεν σχεδίαζε την κατάληψη της εξουσίας ξεκινώντας από μιαν αντάρτικη εστία, ούτε μιαν επανάληψη της εποποιίας του κινήματος της 26ης Ιουλίου στην Κούβα. Αποσκοπούσε στην εγκατάσταση μιας βάσης για την επαναστατική δράση σε διάφορες χώρες. Στ΄ απομνημονεύματα του κομμαντάτε Μπενίνο (Ντανιέλ Αλαρκόν Ραμίρεζ) γράφεται: «Σύμφωνα με το σχέδιό μας έπρεπε να τελειώσουμε στις 30 Ιουνίου με τους Βολιβιανούς, Αργεντίνους, Βραζιλιάνους και Περουβιανούς, σ΄ ένα πρώτο στάδιο, μετατρέποντας την θέση μας σε βοήθημα της πάλης σ΄ αυτές τις χώρες, όπου θα στέλναμε στρατιώτες να δράσουν… Αυτά τα σχέδια απέτυχαν επειδή…». Η ήττα του Τσε ήταν πολιτική, όχι ιστορική. Η κριτική των πολιτικών του λαθών είναι ζωτική για το κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας καθώς και η διάσωση της επαναστατικής του μνήμης. Αυτή πρέπει να την υπερασπίσουμε ενάντια σε μια δεύτερη δολοφονία: εκείνη που θέλει να μετατρέψει σε μια αναχρονιστική και «ουτοπική ηθική», σε έναν «μύθο» κατάλληλο να γίνει άγαλμα, έναν άνδρα που αφιέρωσε την ζωή του στην πάλη για την διεθνή και λατινοαμερικάνικη επανάσταση αφήνοντας μια παρακαταθήκη καθόλου μυθολογική σε μια Ιστορία που εμείς οφείλουμε να οδηγήσουμε στην ολοκλήρωση.

* Ο Osvaldo Coggiola είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο και στέλεχος του Εργατικού Κόμματος (Partido Obrero). To άρθρο δημοσιεύθηκε στις 13 Αυγούστου 1997 στην εφημερίδα Prensa Obrera

Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης (Μέρος Δεύτερο)

Του Τόνυ Σονουά.

Τροτσκισμός.

Βέβαια δεν ξέρουμε τι συμπεράσματα έβγαζε ο Τσε από τη μελέτη των έργων του Τρότσκι και δεν πρόλαβε να προβάλει και να υποστηρίξει τέτοιες ιδέες, που φανερά θα έδειχναν ότι υιοθετούσε αυτές τις θέσεις. Παρόλα αυτά συνέχισε να τις μελετά. Λίγο πριν τον θάνατο του το 1967, για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίζ Ντεμπρέ, που ήταν τότε στη Βολιβία και δούλευε με τις αντάρτικες δυνάμεις του Τσε, του έδωσε αρκετά βιβλία του Τρότσκι να διαβάσει. Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, οι ηγέτες του κύριου Τροτσκιστικού ρεύματος που υπήρχε τότε, δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να ανοίξουν πολιτικό διάλογο και συζήτηση για τα ζητήματα αυτά, με στόχο να βοηθήσουν τον Τσε να προχωρήσει και να ολοκληρώσει τις ιδέες του για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αντίθετα, υποστήριξαν και ενθάρρυναν παραπέρα τις απόψεις του για το αντάρτικο και έδωσαν πλήρη και άκριτη υποστήριξη στο καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο.

Στις ιδέες αυτές και στη λαθεμένη αυτή στάση αντιτάχθηκαν τότε, παρά τις μικρές τους δυνάμεις, οι αγωνιστές της οργάνωσης του Militant (τώρα Σοσιαλιστικό Κόμμα), που υποστήριζαν τις ιδέες του Τρότσκι και αργότερα δημιούργησαν την Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (C.W.Ι.). To 1960, την εποχή των θυελλωδών γεγονότων στην Κούβα, τα μέλη της οργάνωσης του Militant υποστήριξαν βέβαια την επανάσταση και την ανατροπή του Μπατίστα, εξήγησαν όμως την ίδια ώρα τον χαρακτήρα του νέου καθεστώτος που δημιουργήθηκε και την ανάγκη να προσανατολιστεί προς την εργατική τάξη για να μπορέσει να εξαπλώσει την επανάσταση σ’ ολόκληρη την Λατ. Αμερική.

Αργότερα, ο Πήτερ Ταφ, σ’ ένα άρθρο του στο τεύχος 390 της βρετανικής εφημερίδας «Militant», εξήγησε τις διεργασίες που αναπτύσσονταν στην Κούβα. «Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα στηρίχθηκαν κύρια στους αγρότες και στον αγροτικό πληθυσμό. Η εργατική τάξη μπήκε τελευταία στον αγώνα με την Γενική Απεργία που έγινε στην Αβάνα, όταν οι αντάρτες είχαν πια θριαμβεύσει και ο Μπατίστα το έσκασε για να σώσει τη ζωή του». Εξηγώντας πως αυτή η αγροτική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η Κουβανική Επανάσταση, διαμόρφωσε ολόκληρο το χαρακτήρα του κινήματος, ανάλυσε πως ξεδιπλώθηκε η επανάσταση και πως κατάληξε στην κατάργηση του καπιταλισμού και της ατομικής ιδιοκτησίας. Ετσι υποστήριξε ότι «λόγω των δυνάμεων που στήριξαν την επανάσταση – δηλαδή ένας βασικά αγροτικός στρατός», το νέο καθεστώς δεν βασιζόταν στο συνειδητό δημοκρατικό έλεγχο και στη διεύθυνση της οικονομίας από την εργατική τάξη.

Έτσι ο Τσε, παρά το γεγονός ότι στην αναζήτηση του για μια εναλλακτική διέξοδο, διάβασε ορισμένες από τις ιδέες του Τρότσκι, δυστυχώς δεν κατάληξε να υιοθετήσει τη μαρξιστική μέθοδο. Παρ’ όλα αυτά οι επαναστατικές πράξεις του ήταν αρκετές για να προκαλέσουν την αντίδραση του Κρεμλίνου και πολλών άλλων. Για τους ηγετικούς κύκλους της γραφειοκρατίας στη Μόσχα ήταν ένας «τυχοδιώκτης», «φιλοκινέζος» και το χειρότερο απ’ όλα «τροτσκιστής». Από την άλλη, οι άρχουσες τάξεις στις καπιταλιστικές χώρες μισούσαν καθετί που υπεράσπιζε και όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκε. Για τις μάζες όμως στην Κούβα και σ’ ολόκληρη τη Λατ. Αμερική, ο Τσε ήταν ένας ήρωας, του οποίου το επαναστατικό παράδειγμα θα πρεπε να ακολουθήσουν κι άλλοι.

Ο Τσε εκτελέστηκε από τους υπηρέτες αυτών που υπερασπίζουν τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Όμως, το παράδειγμα του ζει σαν ένα σύμβολο αγώνα ενάντια στην καταπίεση. Έτσι, όσο πληθαίνουν οι αγώνες ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και την καπιταλιστική αγορά σ’ ολόκληρη την Λατ. Αμερική, τόσο πιο πολύ διαδίδεται σήμερα το σύνθημα, που γράφει η νεολαία στους τοίχους «CHE VIVE» («Ο Τσε ζει»). Ο καλύτερος τρόπος λοιπόν για να τιμήσουμε την επέτειο της εκτέλεσης του είναι, όλοι εμείς που συνεχίζουμε τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση διεθνώς, να βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα από τις εμπειρίες του Τσε, για να μπορέσουμε να πετύχουμε τη νίκη που τόσο πολύ επιθυμούσε και το σοσιαλισμό. Η μπροσούρα αυτή έχει σαν στόχο να συμβάλει και να ενισχύσει αυτόν τον κρίσιμο αγώνα.

Ξεκίνησε σαν μποέμ

Είναι ίσως αναμενόμενο για έναν Αργεντινό να είναι ιδιοκτήτης μιας φυτείας τσαγιού, όπως συνέβαινε με τον Ερνέστο Γκεβάρα Λύντς, που είχε τη δική του στην απομακρυσμένη ζούγκλα της Μιζιόνες, στα σύνορα με την Παραγουάη και την Βραζιλία. Οι Χιλιανοί είναι φανατικοί καταναλωτές τσαγιού και οι Βραζιλιάνοι τρελαίνονται για τον καφέ. Οι Αργεντινοί όμως πίνουν με πολύ ευχαρίστηση το πικρό τσάι «Χέρμπα Μάτε» όλη την ημέρα, είτε είναι στην δουλειά, είτε ξεκουράζονται με φίλους.

Ο Ερνέστο Γκεβάρα Λύντς ήταν δισέγγονος ενός από τους πλουσιότερους άντρες της Ν.Αμερικής και οι πρόγονοι του ανήκαν στην Ισπανική και Ιρλανδέζικη αριστοκρατία. Το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής περιουσίας είχε σπαταληθεί από τις προηγούμενες γενιές. Ετσι ο Γκεβάρα Λύντς επένδυσε ότι του είχε απομείνει στην φυτεία τσαγιού και μ’ αυτό τον τρόπο έλπιζε να φτιάξει τη δική του περιουσία. Το 1927 γνώρισε και παντρεύτηκε την Σέλια Δε Λα Σέρνα, μια Αργεντινή, επίσης αριστοκρατικής καταγωγής.

Το πρώτο από τα 4 παιδιά τους, ο Ερνέστο, θα γινόταν ο παγκοσμίως γνωστός επαναστάτης Τσέ Γκεβάρα. Ως επαναστάτης που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην παρανομία, άξιζε να έχει παραποιημένα και τα πιστοποιητικά της γέννησης και της ταφής του.

Στην πραγματικότητα ο Ερνέστο είχε γεννηθεί ένα μήνα νωρίτερα από τις 14 Ιούνη του 1928, που έγραφε το πιστοποιητικό της γέννησης του. Η πλαστογράφηση ήταν απαραίτητη γιατί η μητέρα του ήταν 3 μηνών έγκυος την μέρα που παντρεύτηκε. Ο Τσέ εκτελέστηκε στις 8 Οκτώβρη 1967 στην Βολιβία από την CIA και τον Βολιβιανό στρατό. Το σώμα του όμως «εξαφανίστηκε» και ο πραγματικός τόπος ταφής του βρέθηκε μόνο πρόσφατα.

30 χρόνια μετά την εκτέλεση του ο Τσε Γκεβάρα εξακολουθεί να ζεί στις μνήμες των λαών της Λ.Αμερικής και ακόμα πιο μακριά. Αφησε πίσω του μια μεγάλη παράδοση ως διεθνιστής και επαναστάτης που θυσίασε τη ζωή του και παραμένει ένα σύμβολο που εμπνέει τους αγωνιστές που παλεύουν ενάντια στην εκμετάλλευση. Με αφορμή την επέτειο της εκτέλεσης του οι επαναστάτες χαιρετίζουν τον Τσε σαν ένα σύμβολο του αγώνα ενάντια στην καταπίεση και αναγνωρίζουν τον ηρωικό ρόλο που έπαιξε στην Κουβανέζικη Επανάσταση του 1959.

Ο ανταρτοπόλεμος, που κατά κύριο λόγο βασίστηκε στους πιο καταπιεσμένους αγρότες της Κούβας, έληξε με την ανατροπή της μισητής δικτατορίας του Μπατίστα. Αυτό έγινε δυνατό εξαιτίας της συγκεκριμένης κατάστασης που επικρατούσε στην Κούβα και σ’ άλλες χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής. Ο Τσε, όμως δεν μπόρεσε να ανάψει την φωτιά της επανάστασης με την ίδια επιτυχία στις χώρες της Λατ.Αμερικής, όπου υπήρχαν διαφορετικές συνθήκες-εκεί δηλαδή όπου ο αστικός πληθυσμός ήταν πολύ μεγαλύτερος και ο αγροτικός μικρότερος από ότι στην Κεντρική Αμερική.

Ετσι, η προσπάθεια του Τσε να χρησιμοποιήσει εκεί τις ίδιες μεθόδους που εφάρμοσε στην Κούβα, δημιούργησε σοβαρά ερωτηματικά για τις ιδέες και τις μεθόδους του, που πρέπει να εξεταστούν και να απαντηθούν από τους επαναστάτες σοσιαλιστές.

Η ανατροφή του

Ο Τσε δεν μπήκε, από την αρχή πρόθυμα στην πολιτική δράση. Εξαιτίας της μεσοαστικής του ανατροφής και της συμπάθειας του για τους φτωχούς και τους άρρωστους, αρχικά στράφηκε στην ιατρική και πήρε το πτυχίο του γιατρού το 1953 από το πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες. Η οικογένεια του μετακόμισε από τη Μιζιόνες στην Κόρντομπα για οικονομικούς λόγους, αλλά και για να βοηθήσει τον Τσε να ξεπεράσει το χρόνιο άσθμα του με την αλλαγή κλίματος. Τελικά, κατάληξαν να γυρίσουν πάλι πίσω στο Μπουένος Αϊρες, το 1947, όπου και οι γονείς του χώρισαν.

Το άσθμα θα κυνηγούσε τον Τσε σε όλη του τη ζωή, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν δίστασε αργότερα να εμπλακεί στον ανταρτοπόλεμο στις ζούγκλες. Οπως κι άλλα τέτοια προβλήματα, το άσθμα φαίνεται ότι επηρέασε σημαντικά την ανάπτυξη του. Συχνά δεν μπορούσε να περπατήσει και παρέμενε καθηλωμένος στο κρεββάτι του. Ετσι, ανάπτυξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το διάβασμα και το σκάκι. Αποφασισμένος να ξεπεράσει την αδυναμία του επέμενε να αθλείται. Παρ’ όλα αυτά όμως εξελίχθηκε σε κάπως μοναχικό άνθρωπο, που περνούσε πολλές ώρες διαβάζοντας και μελετώντας. Σ’ αυτό συντέλεσαν επίσης ο χωρισμός των γονιών του, ο θάνατος της γιαγιάς του και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε τότε η οικογένεια του.

Στο πανεπιστήμιο ο Τσε ενδιαφέρθηκε αρκετά για τα πολιτικά βιβλία, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στην πολιτική ζωή. Αρχισε να εξετάζει τις σοσιαλιστικές ιδέες και αργότερα θυμόταν ότι διάβασε κάποια έργα των Μαρξ, Εγκελς και Λένιν και κάτι του Στάλιν. Μελέτησε ακόμα λογοτέχνες όπως τον Ζολά και τον Τζακ Λόντον, αλλά και Αργεντινούς σοσιαλιστές όπως τον Αλφρέδο Παλάσιος. Ικανοποιούσε την δίψα του για ποίηση διαβάζοντας κυρίως έργα του Χιλιανού συγγραφέα και μέλους του Κ.Κ. Πάμπλο Νερούδα και του ποιητή του Ισπανικού Εμφύλιου, Φ.Γ. Λόρκα.

Πάντως, παρόλο το ενδιαφέρον για τις σοσιαλιστικές ιδέες δεν αναμείχθηκε καθόλου στην πολιτική δράση, πέρα από το συζητά με διάφορα μέλη της Κομμουνιστικής Νεολαίας και άλλες αριστερές ομάδες. Σύμφωνα με κάποια μαρτυρία μπήκε στην Νεολαία του Περόν (ένα λαϊκίστικο και εθνικιστικό κίνημα της Αργεντινής με ηγέτη τον στρατηγό Περόν), μόνο και μόνο για να αποκτήσει πιο εύκολη πρόσβαση στην βιβλιοθήκη του πανεπιστήμιου.

Έτσι, ο Τσε είχε δημιουργήσει στους γύρω του την εικόνα του ριζοσπάστη και του ανθρώπου που λέει ανοικτά την γνώμη του, αλλά δεν είχε ακόμα ξεκαθαρίσει τις ιδέες του και δεν θεωρούσε τον εαυτό του Μαρξιστή. Κύριος στόχος του παράμενε να γίνει γιατρός για να βοηθήσει τους άρρωστους και τους φτωχούς. Ομως μέσα του άρχισε να φουντώνει ένα πάθος για ταξίδια. Αρχικά γύρισε την Αργεντινή και αργότερα έκανε δύο ταξίδια και γνώρισε όλη την Λατ.Αμερική.

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: “Ξεκίνημα”, Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.