Η δεύτερη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Του Osvaldo Coggiola*.

Η δεύτερη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Το πρόσωπο και το πρόγραμμα του Τσε Γκεβάρα περνούν από την ιστορία στην μυθολογία ή τοποθετούνται σε έναν κύκλο απρόσιτο στους κοινούς θνητούς. Στην περίπτωση του Τσε τον μετατρέπουν σ΄ ένα σύμβολο θαυμαστό, τόσο βολικά νεκρό, της περίφημης δεκαετίας του ΄60, των ουτοπικών της ονείρων, τον κάνουν ένα είδος Τζίμι Χέντριξ του μαρξισμού, που ρίχτηκε σε μια αποστολή αυτοκτονίας πληρώνοντας το τίμημα. Πάνω σ΄ αυτήν την γραμμή, ο Rogelio Garcia Lupo παρατηρεί μπερδεμένος: «Ο χρόνος θα μετατρέψει την μορφή του Τσε σε σύμβολο μιας γενιάς… Ο Τσε που αντιπροσώπευσε περισσότερο από κάθε άλλο την γενιά της δεκαετίας του ΄60, έχει γίνει αποδεκτός ακόμα και από τους εχθρούς του, τους ιδεολόγους εκείνους που τον πολέμησαν, τον κυνήγησαν, και κατάφεραν τελικά να τον οδηγήσουν στον θάνατο». «Να τον οδηγήσουν στον θάνατο» είναι ο ντροπαλός κι επίκαιρος τρόπος περιγραφής μιας πράξης που δεν ήταν άλλο παρά εν ψυχρώ δολοφονία, με τους ενόχους γι΄ αυτήν – π.χ. τον τωρινό πρόεδρο της Βολιβίας στρατηγό Χούγκο Μπανζέρ Σουάρεζ ή τον πρώην δήμαρχο Γκάρυ Πράντο Σαλμόν, βουλευτή του «Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς» (MIR) – ή τους υπεύθυνους θεσμούς – τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ – να βρίσκονται θαυμάσια στη ζωή κι ατιμώρητοι, και νάχουν αποκτήσει ακόμα και κάποια φήμη για το «ανδραγάθημά» τους (να κατακρεουργήσουν με πολυβόλο έναν τραυματία κι άοπλο άνδρα). Οπως λέει κι ο Αντρές Ρολντάν: «Αυτός που το 1967, με τη στήριξη και βοήθεια του επιτελείου της CIA και του Πενταγώνου κατεδίωξαν αμείλικτα κι εξόντωσαν μια μικρή και αβοήθητη αντάρτικη ομάδα χάρη στις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις τους, σήμερα ζητούν να παρουσιαστούν σαν ιπποτικοί αντίπαλοι μιας μεσαιωνικής κονταρομαχίας».

Το χρυσό βραβείο ηλιθιότητας ανήκει σε κάποιον Brook Larmer, που, μέσα από τις στήλες του υπερ – αντιδραστικού Νιούσγουηκ, τον Ιούλιο, αφού απαριθμήσει τους λόγους που μετατρέψαν τον Γκεβάρα σε αντικείμενο «μάρκετινγκ», καταλήγει: «Φαίνεται ν΄ αντιπροσωπεύει σ΄ έναν καταναλωτικό κόσμο, ένα ιδανικό καταναλωτικό κόσμο, ένα ιδανικό καθαρότητας, το πρότυπο του έντιμου ανθρώπου που διαρκώς τελειοποιεί την προσωπικότητά του. Μαζί μ΄ αυτά, πέθανε νέος, στα 39 του χρόνια, ήταν όμορφος και του πήγαινε ωραία η στρατιωτική του στολή»! Αυτή η «καθαρότητα» ατομικής ή μάλλον θρησκευτικής κατανάλωσης (ένας από τους τελευταίους βιογράφους του, ο Τζων Λη Αντερσον, βεβαιώνει ότι «η μεταστροφή του Τσε στην πολιτική έγινε όπως ο φωτισμός ενός αγίου, με την φωτεινότητα με την οποία ένας άγιος αποφασίζει ν΄ αντιμετωπίσει ότι κι αν προκύψει στον δρόμο του», διαχωρίζεται με τρόπο πολύ βολικό από τις πολιτικές ιδέες του Τσε, τις οποίες ένας άλλος βιογράφος του, ο μεξικανός Χόρχε Καστανιέδα περιγράφει σαν εξωπραγματικές αυτή τη στιγμή ή σαν αναχρονιστικές σήμερα: «Ο Τσε δεν έχει σύνδεση με τη δράση και τον πολιτικό λόγο, τις κοινωνικές αλλαγές και την παρούσα εικονογραφία. Οι καιροί στους οποίους παραπέμπει αποτελούν μέρες της μνήμης που ο κόσμος καλλιέργησε για καλλίτερους καιρούς που ποτέ δεν είρθαν».

Αν όλα τούτα είναι αληθινά, τότε αναρωτιέται κανείς γιατί ο Γκεβάρα να δολοφονηθεί άγρια με την επέμβαση της CIA, που έστειλε έναν πράκτορα εκτελεστή, τον κουβανό «gusano» {παρατσούκλι των αντεπαναστατών εμιγκρέδων στο Μαϊάμι Φέλιξ Ροντρίγκεζ, που βρισκόταν εν δράσει μέχρι πρόσφατα, όντας ο σύνδεσμος του Ολιβερ Νορθ στην Ονδούρα στη διάρκεια του σκανδάλου του Ιρανγκέϊτ. Γιατί να χρειαστεί να τον σκοτώσουν και δεν τον συνέλαβαν μόνο, να τον χρησιμοποιήσουν σαν σύμβολο της «κομμουνιστικής ανατρεπτικής δραστηριότητας» και σαν στοιχείο εκβιασμού κατά της Κούβας από την βολιβιάνικη δικτατορία, προσφέροντας τον για ανταλλαγή με αντεπαναστάτες κουβανούς, όπως έκανε αργότερα ο Πινοσέτ που χρησιμοποίησε τον φυλακισμένο ηγέτη του ΚΚ Χιλής Λουίς Κορβαλάν για να πετύχει ένα προπαγανδιστικό κόλπο, ανταλλάσσοντάς τον με τον (αντι) σοβιετικό διαφωνούντα Βλαντιμίρ Μπουκόφσκι;

Ο ίδιος ο Kαστανιέδα υποχρεώνεται να δείξει την πλήρη συμμετοχή της CIA στην καταδίωξη και τη δολοφονία του Γκεβάρα, μέσα από μαρτυρίες πολλών υψηλόβαθμων «αξιωματούχων» (με τους οποίους φαίνεται ότι ο Καστανιέδα έχει τόσην ευκολία πρόσβασης όση και μ΄ εκείνη των επαφών του με την λατινοαμερικάνικη αριστερά). Ο δημοσιογράφος Τσίρο Μπιάνκι Ρος κάνει τώρα διάφορες εικασίες πάνω στο γιατί αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν: «Αν τον έφερναν στην Λα Παζ θα δημιουργούνταν πρόβλημα. Θάταν αντιπαραγωγικό να τον προσάγουν σε δίκη γιατί στο δικαστήριο θα γινόταν από κατηγορούμενος κατήγορος. Να τον κρατήσουν φυλακισμένο χωρίς δίκη πάλι δεν θάταν σκόπιμο γιατί η παγκόσμια κοινή γνώμη θα παρέμβαινε σε υπεράσπισή του. Να τον κρατήσουν ζωντανό θα ήταν κίνδυνος για τις κυβερνήσεις της Βολιβίας και των γειτονικών χωρών. Ως εκ τούτου έπρεπε να δολοφονηθεί».

Αυτά είναι μόνο μέρος της αλήθειας. Η δολοφονία του Τσε Γκεβάρα (και του Φιντέλ Κάστρο) είχαν αποφασιστεί θεσμικά ως κρατικός στόχος από τις ΗΠΑ, από την στιγμή που η κουβανέζικη επανάσταση μπήκε στο δρόμο του συνεπή αντι-ιμπεριαλισμού και του σοσιαλισμού. Ο καλά πληροφορημένος δημοσιογράφος Ταντ Σουλτς βεβαιώνει: «Το 1961, λίγο μετά το φιάσκο της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, στην Κούβα, μιας ταξιαρχίας κουβανών εμιγκρέδων σταλμένης από τις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Τζων Φ. Κέννεντυ διάβασε το εγχειρίδιο του Τσε Γκεβάρα για τον ανταρτοπόλεμο. Αμέσως μετά υπέγραψε την διαταγή προς τον αμερικάνικο στρατό ν΄ ανοίξει μια σχολή καταστολής αντάρτικων στο Φορτ Μπραγκ της Βόρειας Καρολίνας».

Τίποτα δεν είναι πιο γκροτέσκο από το να περιγράψεις το θάνατο του Τσε Γκεβάρα σαν το δίκαιο τίμημα για τα «λάθη του foquismo» [της πολιτικοστρατιωτικής τακτικής εγκατάστασης ενός foco, μιας αντάρτικης εστίας], ή να πεις ότι «πέθανε» θύμα των δικών του μεθόδων. Κι όμως αυτό το δρόμο ακολουθούν οι βιογράφοι του, Αντερσον και Καστανιέδα, που με πρόσχημα την «ιστορική αντικειμενικότητα» περιγράφουν τον Τσε σαν «ιδεαλιστή» και συνάμα σαν «αμείλικτο και αποφασιστικό». Ο ίδιος ο Ταντ Σουλτς τον περιγράφει σαν ένα κράμα του Τρότσκι, του Ροβεσπιέρου και του… Τορκουεμάδα» {του Μεγάλου Ιεροεξεταστή!}. Ομως η δολοφονία του Γκεβάρα δεν έχει καμμιά σχέση με την ευθύνη του για την εκτέλεση διαφόρων πρακτόρων και βασανιστών της δικτατορίας του Φουλγκένσιο Μπατίστα, στην Κούβα. Ο Τσε τόνισε παίρνοντας τις κύριες ευθύνες ότι οι εκτελέσεις δεν είχαν να κάνουν με κάποιο είδος αντεκδίκησης. «Μετά τη φυγή του Μπατίστα, ο Γκεβάρα έγινε διοικητής της Καμπάνια, του κυριώτερου φρουρίου της Αβάνας και εκεί προέδρευε στις δίκες των διαφόρων δημίων του δικτάτορα, από τους οποίους 55 εκτελέστηκαν. Ο Γκεβάρα επέμενε στην αναζήτηση αποδείξεων ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν πραγματικά ένοχοι για τις βιαιοπραγίες για τις οποίες κατηγορούνταν. Οι δικαστικές διαδικασίες που ακολουθούσε, όσο στοιχειώδεις κι αν ήταν, εμπόδιζαν το λιντσάρισμα που ήταν γενική απαίτηση. Για το Τσε η διάλυση της παλιάς στρατιωτικής μηχανής ήταν ο απαραίτητος όρος για να πραγματοποιηθεί η κοινωνική επανάσταση».

Η κριτική του «foquismo» δεν μπορεί να συνδέεται με την παραμικρή παραχώρηση στην αστική – ιμπεριαλιστική – δημοκρατίζουσα καρικατούρα του. Για τον Γκεβάρα, ο ουσιαστικός επαναστατικός παράγοντας δεν ήταν η «πεφωτισμένη βούληση» μιας φούχτας ενόπλων αλλά η ίδια η Κουβανέζικη Επανάσταση, που την έβλεπε ως την απαρχή της λατινοαμερικάνικης επανάστασης – πράγμα αντικειμενικά σωστό όπως το έδειξαν τα επαναστατικά προτσές της δεκαετίας του ΄60 και του ΄70 στον Άγιο Δομίνικο, την Βολιβία, το Ελ Σαλβαδόρ, την Νικαράγουα (για να μην μιλήσουμε για τις καταπληκτικές εργατικές εξεγέρσεις στην Αργεντινή, την Χιλή, την Ουραγουάη, το Περού). Μια επανάσταση που υπερασπιζόταν με την δικιά τους εσωτερική δύναμη, ενάντια στην απομόνωση που ήθελε να την κλείσει «η μεγάλη παγκόσμια συμφωνία» των ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ στη διάρκεια του (κακώς) λεγόμενου «ψυχρού» πολέμου, όπως το απέδειξε η «κρίση των πυραύλων» το 1962.

Όπως ο Τσε είπε: «Όλοι γνωρίζουν τον αληθινό κίνδυνο της Κουβανέζικης Επανάστασης. Οι χώρες εκείνες που είναι πολύ εξαρτημένες και συνεπώς πολύ κυνικές μιλούν για τον κίνδυνο της κουβανέζικης ανατρεπτικής δραστηριότητας, και έχουν δίκιο. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από την μεριά της Κουβανέζικης Επανάστασης είναι το παράδειγμά της, είναι η επαναστατική του γεγονότος ότι η κυβέρνηση στηρίζεται στην εξουσία του λαού, καθοδηγούμενου από έναν ηγέτη παγκόσμιου κύρους, που έχει φτάσει σε ύψη που σπάνια έχουν ειδωθεί στην Ιστορία».

«Είναι το φοβερό παράδειγμα ενός λαού που είναι διατεθειμένος να θυσιαστεί σ΄ ένα ατομικό ολοκαύτωμα ώστε οι στάχτες του να χρησιμέψουν στο πλάσιμο νέων κοινωνιών, κι όταν, χωρίς να τον ρωτήσουν, του επιβάλουν μια συμφωνία απόσυρσης των ατομικών πυραύλων, αυτός ο λαός δεν ανασαίνει από ανακούφιση, ούτε λέει ευχαριστώ για την εκεχειρία, παρά συνεχίζει να μιλάει με την δικιά του μοναδική φωνή. Κάνει αισθητή την μαχητική του θέση, την μοναδική και την ισχυρή απόφασή του για πάλη ενάντια σ΄ όλους τους κινδύνους και ενάντια στην ίδια την πυρηνική απειλή του Γιάνκικου ιμπεριαλισμού».

Στις αμετάκλητες καταδίκες του αντάρτικου – που είναι μόνο μια μέθοδος πάλης – συνήθως γίνεται μια προσπάθεια εξάλειψης της ανθρώπινης βούλησης ως συνειδητού παράγοντα ικανού να αλλάξει την πραγματικότητα. Παρά τα θεωρητικά σφάλματα του foquismo (που θεωρητικοποιήθηκαν περισσότερο από τον Ρεζί Ντεμπραί παρά από τον ίδιο τον Τσε), ο Γκεβάρα, μετά την έξοδό του από την Κούβα, πρώτα στο Κογκό και μετά στην Βολιβία, στηρίζονταν: α) σε μια αντικειμενική εκτίμηση του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις στις λατινοαμερικάνικες χώρες και β) σε μια εκτίμηση χωρίς αυταπάτες των πολιτικών δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι θα στηρίξουν το επαναστατικό προτσές, πρώτα – πρώτα τα ΚΚ, ανάμεσα του και το βολιβιανό που κατηγορήθηκε από την κουβανέζικη ηγεσία για προδοσία κατά του αντάρτικου του Τσε (συμπεριλαμβανομένης της υποψίας για άμεση κατάδοση). Ο ίδιος ο Τσε είχε μιαν αντίληψη καθαρή σε ποιες δυνάμεις μπορούσε να στηριχθεί, στις οποίες συμπεριελάμβανε και τους τροτσκιστές.

O Φιντέλ Κάστρο, στην συνέντευξή του στον Γκιάννι Μίνα, το 1987 «είχε την πρόθεση να εξηγήσει (χωρίς να πείσει) γιατί δεν βοήθησε τον Γκεβάρα στην Βολιβία», παρόλο που του ζητήθηκε. Σ΄ αυτό, όπως και σε άλλα πράγματα, η κουβανέζικη ηγεσία δεν υπήρξε συνεπής, γεγονός που φωτίζει την τωρινή της πορεία: «Οι καιροί αλλάζουν και ο Τσε δεν μπορεί να είναι τόσο ένα παράδειγμα, όσο ένα μνημείο που θα μαρτυράει για τις πρώτες στιγμές της επανάστασης, που είναι τώρα λησμονημένες. Μερικές φορές ο Κάστρο μιλούσε για τις αποτυχημένες επιχειρήσεις του Γκεβάρα. Άλλες φορές για τα ιδανικά του. Αποπολιτικοποιημένος, στερημένος από την έντονη ιδεολογική θωράκισή του, ο Τσε μπαίνει στο Πάνθεον των μαρτύρων, νεκρό σύμβολο του έθνους».

Ο αγώνας του Τσε στην Βολιβία δεν εξηγείται από την ξεχωριστή ηθική του αξία, από το μοναδικό του «αδάμαστο πνεύμα», ή από τον «επαναστατικό ανθρωπισμό» που τον χαρακτήριζε. Ηταν η (συζητήσιμη) πολιτική διέξοδος από μια πολιτική σύγκρουση, που τον έκανε κατά τον Ταντ Σουλτς, να «έχει εχθρούς σ΄ όλους τους τομείς του ΚΚ Βολιβίας, ιδιαίτερα σ΄ εκείνους που προέρχονταν από το παλιό σταλινικό ΚΚ. Οι διαφορές αναφέρονταν στην αυξανόμενη υποταγή στην γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ, με πρόσχημα την «οικονομική βοήθεια», όταν αυτή συνεπαγόταν «την πώληση πετρελαίου (στην Κούβα) σε τιμές της παγκόσμιας αγοράς {…} Ο Τσε κατήγγειλε αυτό το αίσχος χωρίς να μασάει τα λόγια του.

«Πώς μπορείς να μιλάς για «αμοιβαίο όφελος» όταν πουλάς σε τιμές παγκόσμιας αγοράς τις πρώτες ύλες που κοστίζουν ιδρώτα και απεριόριστο πόνο στις καθυστερημένες χώρες και να ζητάς τιμές της παγκόσμιας αγοράς για μηχανήματα που παράγονται στα μεγάλα αυτοματοποιημένα εργοστάσια του σήμερα;Εάν εγκαθιδρύουμε αυτό τον τύπο σχέσεων ανάμεσα στις ομάδες των εθνών, τότε οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι οι σοσιαλιστικές χώρες είναι, κατά κάποιο τρόπο, συνένοχος της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Θα μπορούσε να αγνοηθεί εάν η συνολική αξία των ανταλλαγών με τις υπανάπτυκτες χώρες αντιπροσωπεύει μόνον ένα ασήμαντο τμήμα του εξωτερικού εμπορίου αυτών των χωρών. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, δεν εξαφανίζει όμως τον ανήθικο χαρακτήρα αυτού του εμπορίου».

Ενάντια στην «ειρηνική συνύπαρξη» ο Τσε κάλεσε για την δημιουργία «δυο – τριών – πολλών Βιετνάμ», κι όσον αφορά την Λατινική Αμερική υπεράσπισε την προοπτική της «σοσιαλιστικής επανάστασης ενάντια στην καρικατούρα της επανάστασης». Ο Τσε συχνά κατήγγειλε την υποκριτική υπεράσπιση και βοήθεια με το σταγονόμετρο που έδιναν η ΕΣΣΔ και η Κίνα στο Βιετνάμ όταν πάλευε ενάντια στον Γιάνκικο ιμπεριαλισμό. Είναι σαφές ότι ο Τσε, όπως βεβαιώνει ο κομμαντάτε Μπενίνιο (ο κουβανός αντάρτης που συνόδευσε τον Τσε στην Βολιβία): «Είχε μια σκέψη διαφορετική από τους υπόλοιπους ηγέτες… Τούτο αποκαλύφθηκε όταν έβγαλε την ομιλία στο Αλγέρι (1963). Η πολιτική του γραμμή αποκηρύχθηκε από τους Σοβιετικούς και τους σοσιαλιστές κι ασκήθηκε μια κάποια πίεση πάνω στον Κάστρο και τον Τσε να έχουν πολύ βαθιές συζητήσεις {…}. Κατά την Σοβιετική Ενωση, ο Τσε είχε μετατραπεί σε αντισοβιετικό. Μερικοί τον αποκαλούσαν Τροτσκιστή και τα παρόμοια. Αυτό δεν ήταν γνωστό στον Κουβανέζικο λαό πέρα από μερικούς ηγέτες του». Επειδή ο Τσε δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί προγραμματικά τις διαφωνίες του, τους έδωσε μόνο μια εμπειρική διέξοδο (την δράση ενάντια στην παθητικότητα).

Κριτικάροντας έναν από τους πρόσφατους βιογράφους του, ο Ταντ Σουλτς τονίζει ότι «ο Αντερσον δεν λέει ξεκάθαρα ότι ο Φιντέλ είχε αποφασίσει ότι ήταν η ώρα πια να αποδεσμευθεί από τον Τσε για λόγους που αφορούσαν την Κούβα (και τους Σοβιετικούς). Ηταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο Αργεντίνος δεν ήταν πια χρήσιμος». Οι λόγοι «που αφορούσαν την Κούβα» αναφέρονται στα σημάδια εσωτερικής γραφειοκρατικοποίησης, που είχαν ήδη δειχθεί στην «οικονομική συζήτηση» στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 (όταν ο Τσε πάλεψε προτάσεις διευθυντικού γραφειοκρατισμού και ταυτόχρονα… οικονομικής αυτοδιαχείρισης των επιχειρήσεων) και που αντανακλούσαν την αυξανόμενη υποταγή στην Ρώσικη γραφειοκρατία. Τον Αύγουστο 1971, το κυριότερο συνδικάτο (εκείνο της ζαχαροβιομηχανίας) έβγαλε απόφαση ότι «το συνδικάτο θα πασχίσει να επιβάλλει την πειθαρχία της εργασίας, για να κάνουν οι εργάτες το καθήκον τους απέναντι στην κοινωνία». Η ανάδυση μιας γραφειοκρατικής εξουσίας που διέλυε την εργατική διαχείριση ήταν εμφανής.

Ο Ταντ Σουλτς λέει πολύ περισσότερα για το τί σκέφτεται ο ίδιος όταν τονίζει ότι «αν υποθέσουμε ότι ζούσε ακόμη ο Τσε, σαν ιδεολόγος της τιμιότητας με κάθε τίμημα, θα εναντιωνόταν στο δρόμο που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια ο Φιντέλ: δολαριοποίηση της οικονομίας, κίνητρα στην ξένη διείσδυση, φιλικές σχέσεις με την πλειοψηφία των λατινοαμερικανών προέδρων που έχουν εκλεγεί δημοκρατικά (ιδέα εντελώς απορριπτέα κατά τον Τσε), αποδοχή της πρώτης επίσκεψης στο νησί του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β΄ που πρόκειται να γίνει τον ερχόμενο Ιανουάριο». Σίγουρα κι ακόμη περισσότερο, ο Τσε δεν θα συμφωνούσε με την συμφιλίωση ανάμεσα στην επανάσταση και τους χειρότερους ιστορικούς της εχθρούς, πράγμα που θα την καθιστούσε, σε κάθε περίπτωση, άχρηστη.

Στην Βολιβία ο Τσε δεν σχεδίαζε την κατάληψη της εξουσίας ξεκινώντας από μιαν αντάρτικη εστία, ούτε μιαν επανάληψη της εποποιίας του κινήματος της 26ης Ιουλίου στην Κούβα. Αποσκοπούσε στην εγκατάσταση μιας βάσης για την επαναστατική δράση σε διάφορες χώρες. Στ΄ απομνημονεύματα του κομμαντάτε Μπενίνο (Ντανιέλ Αλαρκόν Ραμίρεζ) γράφεται: «Σύμφωνα με το σχέδιό μας έπρεπε να τελειώσουμε στις 30 Ιουνίου με τους Βολιβιανούς, Αργεντίνους, Βραζιλιάνους και Περουβιανούς, σ΄ ένα πρώτο στάδιο, μετατρέποντας την θέση μας σε βοήθημα της πάλης σ΄ αυτές τις χώρες, όπου θα στέλναμε στρατιώτες να δράσουν… Αυτά τα σχέδια απέτυχαν επειδή…». Η ήττα του Τσε ήταν πολιτική, όχι ιστορική. Η κριτική των πολιτικών του λαθών είναι ζωτική για το κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας καθώς και η διάσωση της επαναστατικής του μνήμης. Αυτή πρέπει να την υπερασπίσουμε ενάντια σε μια δεύτερη δολοφονία: εκείνη που θέλει να μετατρέψει σε μια αναχρονιστική και «ουτοπική ηθική», σε έναν «μύθο» κατάλληλο να γίνει άγαλμα, έναν άνδρα που αφιέρωσε την ζωή του στην πάλη για την διεθνή και λατινοαμερικάνικη επανάσταση αφήνοντας μια παρακαταθήκη καθόλου μυθολογική σε μια Ιστορία που εμείς οφείλουμε να οδηγήσουμε στην ολοκλήρωση.

* Ο Osvaldo Coggiola είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο και στέλεχος του Εργατικού Κόμματος (Partido Obrero). To άρθρο δημοσιεύθηκε στις 13 Αυγούστου 1997 στην εφημερίδα Prensa Obrera

Advertisements

Σχολιασμός

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s