Τσε: Ένας επαναστάτης αντίπαλος του χρουτσωφικού ρεβιζιονισμού

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ανασύνταξη», όργανο της πολιτικής επιτροπής γιά την ανασύνταξη του ΚΚΕ, στις 20 Οκτωβρίου 2007.

Στις 9 Οκτώβρη έκλεισαν 30 χρόνια από τη δολοφονία (9.10.67) του Ernesto Che Guevara, του επαναστάτη που αφιέρωσε ολοκληρωτικά τη ζωή του στους ταξικούς αγώνες του διεθνούς προλεταριάτου και των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό, του φλογερού κομμουνιστή συνεπή διεθνιστή που άφησε την τελευταία του πνοή στο πεδίο της ένοπλης πάλης στη γη της Βολιβίας, δολοφονημένος από τα βόλια της βολιβιανής αντίδρασης και των αμερικανών ιμπεριαλιστών, του μαρξιστή μαχητικού αντίπαλου, στη θεωρία και την πράξη, του αντεπαναστατικού προδοτικού ρεύματος του χρουτσωφικου ρεβιζιονισμου. Ο Ernesto Che Guevara γεννημένος στις 14 Ιούνη 1928 στο Ροσάριο της Αργεντινής, αφού σπούδασε γιατρός στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες έφυγε αργότερα, το 1953, για τη Γουατεμαλα και λίγους μήνες μετά την ανατροπή, τον Ιούνη του 1954, του προέδρου της Γ. Αρμπεντς καταφεύγει, το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, στο Μεξικό. Εκεί συναντήθηκε με κουβανούς επαναστάτες και τον Φιντέλ Κάστρο και τον Δεκέμβρη του ’56 αποβιβάζεται στην Κούβα. Παίρνει μέρος στην κουβανέζικη επανάσταση, διακρίνεται για τις στρατιωτικές του ικανότητες και μετά τη νίκη της την Πρωτοχρονιά του 1959 πρωτοστατεί στην ανοικοδόμηση της Κούβας όπου για ένα χρονικό διάστημα χρημάτισε υπουργός Βιομηχανίας, αφού είχε ήδη χρηματίσει διευθυντής του Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης και Διοικητής της Εθνικής Τράπεζάς της Κούβας.

Αρχές του 1965 ταξιδεύει στην Αφρική έρχεται σε επαφή με τα κινήματα διαφόρων χωρών της Αφρικής και το Μάρτη του ίδιου χρόνου επιστρέφει στην Κούβα, παραιτείται απ’ όλα τα αξιώματα, πηγαίνει στο Κογκό, επιστρέφει πάλι στην Κούβα και το Νοέμβρη του 1966 φθάνει στη Βολιβία οργανωτής εκεί αντάρτικων ομάδων, έχοντας αντιπάλους-εχθρούς όχι μόνο το ντόπιο αντιδραστικό καθεστώς και τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές, αλλά και το ρεβιζιονιστικό χρουτσωφικό κόμμα με επικεφαλής τον Μάριο Μόνχε που σαμποτάρει τις προσπάθειες οργάνωσης του αντάρτικου. Στις 9 Οκτώβρη του ’67 πέφτει ηρωικά με το όπλο στο χέρι ο επαναστάτης που θεωρούσε πάντα το θάνατο σαν κάτι «φυσικό και πιθανό», όπως ο ίδιος είχε προαναγγείλει, λίγους μήνες νωρίτερα, το Μάη του 1967: «Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό… δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: καλώς νάρθει, φτάνει ν’ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν’ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλουν τα πένθιμα εμβατήρια ανάμεσα στους κροταλισμούς των πολυβόλων, ανάμεσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης». Ο επαναστάτης Ernesto Che Guevara δρώντας στη θυελλώδη δεκαετία 1957-67 που σημαδεύτηκε από μεγάλους αγώνες του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό και εξεγέρσεις των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό όπως την επανάσταση στην Κούβα, τον ένοπλο αγώνα του ηρωικού λαού του Βιετνάμ, κλπ. αλλά και από την προσπάθεια επικράτησης του αντεπαναστατικού ρεύματος του χρουτσωφικού ρεβιζιονισμού στο διεθνές κομμουνιστικού κίνημα βρέθηκε σε μόνιμη αντίθεση-σύγκρουση μαζί του τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και στην πρακτική πολιτική επαναστατική του δράση σε βασικά ζητήματα της επανάστασης και του σοσιαλισμού καθώς και της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Κούβα εκείνο τον καιρό από τα δικά της εσωτερικά προβλήματα και τις πιέσεις των αμερικανών ιμπεριαλιστών, στις οποίες προσθέτονταν και εκείνες των χρουτσωφικών για να ακολουθήσουν οι κουβανοί τη ρεβιζιονιστική τους γραμμή, ο Che Guevara είχε το θάρρος να τοποθετηθεί ανοιχτά σ’ αυτά τα ζητήματα. Επισημαίνουμε σύντομα τα βασικότερα:

1. «Ειρηνική συνύπαρξη»:

Ο Che Guevara αντιτάχθηκε και απέρριπτε την αντεπαναστατική γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών ως γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος που από τη μια κατέληγε σε συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό και τα αντιδραστικά καθεστώτα και από την άλλη οδηγούσε σε μια πολιτική ταξικής συνεργασίας μεταξύ αστικής τάξης-προλεταριάτου στις καπιταλιστικές χώρες. Υπεράσπισε και εφάρμοσε στην πράξη την επαναστατική γραμμή της ταξικής πάλης και του προλεταριακού διεθνισμού, υποστηρίζοντας απεριόριστα τον αγώνα της εργατικής τάξης και όλων των λαών και προπαντός τον αγώνα του ηρωικού λαού του Βιετνάμ ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ασκώντας κριτική στη στάση των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών απέναντι στο Βιετνάμ έγραφε: «…υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του… Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη… Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεράστια και επεκτείνονται σ’ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι’ εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν».

Στο λόγο του – δριμύτατο κατηγορώ κατά του ιμπεριαλισμού – στη 19η Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (11.12.64) ασκώντας έμμεσα κριτική στην «ειρηνική συνύπαρξη» των χρουστσωφικών ρεβιζιονιστών υπογράμμιζε: «Σαν μαρξιστές, έχουμε υποστηρίξει ότι η ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα στα κράτη δεν περιλαβαίνει και τη συνύπαρξη ανάμεσα στους . εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, ανάμεσα στους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους» και ακόμα «ότι η αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης δεν περιλαβαίνει για κανέναν το δικαίωμα να παίζει με τη θέληση των λαών».

2. Προλεταριακός διεθνισμός:

Ο Guevara σαν φλογερός επαναστάτης διεθνιστής δεν πρόβαλε μόνο πάντα θεωρητικά τον προλεταριακό διεθνισμό που τον θεωρούσε αναπόσπαστο τμήμα της επαναστατικής πάλης του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, αλλά ζητούσε να εκδηλώνεται πρακτικά τονίζοντας: «πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ’ την οποία αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουϊνέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν’ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα – να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο». «Ο επαναστάτης, η ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης, καταναλώνει τη ζωή του μέσα στην αδιάκοπη δραστηριότητα, η οποία δεν μπορεί να έχει άλλο τέλος παρά τον θάνατο μέχρι να πραγματοποιηθεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Εάν ο επαναστατικός ενθουσιασμός αμβλυνθεί, όταν τα πιο επείγοντα καθήκοντα έχουν πραγματοποιηθεί σε τοπικό επίπεδο και αν ξεχνά τον προλεταριακό διεθνισμό του η επανάσταση της οποίας ηγείται θα σταματήσει να είναι μια δύναμη που εμπνέει και θα βυθιστεί σε λήθαργο τον οποίο θα αξιοποιήσει ο άσπονδος εχθρός μας ο ιμπεριαλισμός. Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον αλλά είναι επίσης και μια επαναστατική ανάγκη. Έτσι πρέπει να εκπαιδεύουμε το λαό μας».

3. Πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό:

Και σ’ αυτό το ζήτημα ο Guevara απέρριπτε τη συμβιβαστική γραμμή υποταγής στον ιμπεριαλισμό, την αντεπαναστατική γραμμή της συνεργασίας με τις ιμπεριαλιστικές χώρες και κυρίως τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό με τον οποίο συνεργάζονταν οι χρουτσωφικοί ρεβιζιονιστές στο όνομα τάχα της «αποφυγής μιας παγκόσμιας πυρκαγιάς» και της «διατήρησης της ειρήνης». Θεωρούσε πασιφιστική αυταπάτη το σύνθημα των ρεβιζιονιστών «για ένα κόσμο χωρίς πολέμους». Υπογράμμιζε ότι στις απειλές του ιμπεριαλισμού «σωστή απάντηση είναι να μην φοβόμαστε τον πόλεμο» και πως «η μόνη λύση» για να νικήσουμε τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό «είναι ο μακρόχρονος, ο αιματηρός αγώνας του αντάρτικου», τα «διαρκή πλήγματα εναντίον του», τάσσονταν υπέρ της δημιουργίας «δυο, τριών και πολλών Βιετνάμ» και τόνιζε: «πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολλά Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης». Καλλιεργούσε πάντα το ταξικό μίσος των λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ’ ένα χτηνώδη εχθρό».

4. «Ειρηνικός δρόμος περάσματος στο σοσιαλισμό»:

 Ο Che Guevara αντιτάχθηκε γενικά και καταπολέμησε αποφασιστικά την αντεπαναστατική γραμμή του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου» των χρουτστωφικών ρεβιζιονιστών και ειδικά αυτή των ρεβιζιονιστικών κομμάτων της Λατινικής Αμερικής όπως «Κ»Κ Χιλής, «Κ»Κ Βραζιλίας, κλπ. τόσο σε θεωρητικό επίπεδο προβάλλοντας τον ένοπλο αγώνα σαν τον μοναδικό δρόμο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο και για την αποτίναξη του ζυγού της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας από την πλάτη των καταπιεζόμενων λαών όσο και κάνοντας τον ο ίδιος πράξη μα και βοηθώντας δραστήρια τον ένοπλο αγώνα στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική. Θεωρούσε την αρνητική στάση των ρεβιζιονιστικών, χρουστσωφικών κομμάτων απέναντι στον ένοπλο αγώνα προδοτική, προδοσία της επανάστασης.

5. Ζήτημα σοσιαλισμού:

Σαν μαρξιστής θεωρούσε το σοσιαλισμό «κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». ’σκησε κριτική και απέρριψε τις καπιταλιστικού χαρακτήρα οικονομικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες, ιδιαίτερα στην επέκταση της σφαίρας δράσης του νόμου της Αξίας, στην ανάπτυξη των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και στα υλικά κίνητρα που τα θεωρούσε «επιστροφή στον καπιταλισμό». Υπογραμμίζοντας ότι δεν «πρέπει να ξεχνάμε» ότι το «υλικό κίνητρο» πηγάζει «από τον καπιταλισμό και ότι είναι καταδικασμένο να πεθάνει στο σοσιαλισμό». ’σκησε επίσης κριτική στη διάλυση των συνεταιρισμών που πραγματοποίησε στην Πολωνία ο ρεβιζιονιστής Γκομούλκα καθώς και στη λεγόμενη «αυτοδιαχείριση» των γιουγκοσλάβων ρεβιζιονιστών, τονίζοντας ότι εκεί «εφαρμόζουν κάτι σαν ένα ανταγωνιστικό καπιταλισμό». Δε δίστασε να παραθέτει αποσπάσματα από το έργο του Στάλιν και ταυτόχρονα να ασκεί θαρραλέα ανοιχτή κριτική στις ρεβιζιονιστικές απόψεις του χρουτσωφικού «Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας».

Εφημερίδα Ανασύνταξη, αρ. φυλ. 24, 1-15/10/1997.

Η εικόνα του Τσε Γκεβάρα: Ο καθρέφτης της ντροπής

Του Άγγελου Ελεφάντη.

Να μιλάς σήμερα για τον Ερνέστο Γκεβάρα, τον θρυλικό Τσε, είναι σαν να πατάς αμέριμνος πάνω στον τάφο του παππού σου. Κι ωστόσο δεν είναι τόσο απόμακρος στον χρόνο όσο οι παππούδες μας, συνομήλικος είναι, ή περίπου. Σύγχρονος κι απόμακρος μαζί. Την απόσταση από τον επαναστάτη μιας άλλης εποχής τη δημιουργεί η πραγματική ιστορία του Γκεβάρα μέσα στην εποχή του, που δεν είναι πια η δική μας. Την «επικαιρότητά» του, τη συγχρονικότητά του, η αγορά των συμβόλων. Δεν εννοώ τα εμπορεύσιμα σύμβολα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ, αλλά τα σύμβολα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι και με τα οποία αλληλοαναγνωρίζονται. Γι’ αυτή τη δεύτερη συμβολοποίηση του Γκεβάρα θέλω να πω δυο λόγια, για την εικόνα του που ξεπερνά την εποχή του, ακόμη και την ιστορική του προσωπικότητα.

Δύο τα κύρια στοιχεία αυτής της εικόνας που καταναλώθηκε όσο λίγες αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια: το ένα ο ωραίος, ο νέος, ο ιδαλγικός επαναστάτης με το αστέρι στο μαύρο του μπερέ και το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα. Το άλλο στοιχείο, ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, τρυπημένο από τις σφαίρες των εκτελεστών του που έστειλαν τον Τσε στον άλλο κόσμο, ένα πτώμα «όμορφο», σαν Χριστός μετά την αποκαθήλωση, πτώμα όμως που έδειχνε αναντίλεκτα ότι ο ζωντανός άνθρωπος ήταν πλέον πεθαμένος και νεκρός.

Σε όσους έβλεπαν την εικόνα του ιδαλγικού επαναστάτη, η φωτογραφία του πτώματος έλεγε ότι το όραμα και ο οραματιστής δεν υπάρχουν πια. Σε όσους, πάλι, έβλεπαν το τρυπημένο από τις σφαίρες πτώμα, την αμετάκλητη απουσία του επαναστάτη, εκείνο το φλογερό βλέμμα της εικόνας του Τσε τον ξανάφερνε στη Γη ζωντανό ως επαναστάτη. Τη μια εικόνα, του νεκρού, την έφτιαξε η φωτογραφική μηχανή και οι σκοποί εκείνων που φωτογράφισαν το πτώμα.

Ήθελαν να καταδείξουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο σε όλη την οικουμένη ότι ο Τσε ήταν νεκρός. Μαζί του και ό,τι προσπάθησε, όσα οραματίστηκε. Επέζησε όμως επίμονα η εικόνα του επαναστάτη με το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα, παρ’ όλη την εμπορευματοποίηση που του επέβαλλαν τα ΜΜΕ, οι μόδες, οι ενδυματολογο-μουσικές βιομηχανίες και εκκεντρικότητες. Δεν ήταν όμως δικό τους δημιούργημα, όσο κι αν την ιδιοποιήθηκαν, την εκμεταλλεύτηκαν, την πούλησαν, όσο κι αν τη μελοδραματοποίησαν. Δεν ήταν η αγοραία χρήση της φωτογραφίας, του θρύλου και του μύθου που κράτησε στη ζωή το σύμβολο επί τριάντα χρόνια. Διότι το εικονίζον παρέπεμπε συνεχώς στον εικονιζόμενο και τα συμφραζόμενά του, σε μια φαντασιακή αναφορά, πέρα από τις μεντιατικές παραποιήσεις και τις ιδεολογικές οικειοποιήσεις του εκάστοτε συρμού.

Το εικονιζόμενο ήταν μια ρομαντική αναφορά στο πνεύμα της εξέγερσης, συμπύκνωνε τους οραματικούς συμβολισμούς μιας ολόκληρης γενιάς: της εξεγερμένης νεολαίας της δεκαετίας του ’60. Όχι, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε στην περίπτωση αυτή τη ρήση του Ιωάννου του Δαμασκηνού «άλλο το εικονίζον και άλλο το εικονιζόμενο», διότι υπήρξε ανάμεσά τους μια μυστική επικοινωνία. Η εικόνα του επαναστατικού συμβόλου, όπως όλα τα σύμβολα, καθοδηγούσε το βλέμμα μέσα στο χάος του άγνωστου και της προσδοκίας.

Δεν αναφέρομαι στους συμβολισμούς του Τσε και της εικόνας του στη Λατινική Αμερική. Εκεί η επιθυμία και η ανάγκη, η κοινωνική συνθήκη της καταπιεσμένης αγροτιάς και της απέραντης πλέμπας των πόλεων, δίνουν άλλα νοήματα στους λαϊκούς συμβολισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές. Εκτρέφουν ακόμη και την αγιοποίηση. Δεν είναι ίδια η περίπτωση στο Καρτιέ Λατέν, στη Ρώμη, στα Εξάρχεια. Αναφέρομαι στη θέση που κατέκτησε το σύμβολο Τσε στην εξεγερμένη νεολαία -κι όχι μόνο- της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Εδώ, σ’ ένα πρώτο επίπεδο πρόσληψης του Τσε έδρασε ο συμβολισμός του αντάρτη, του γκεριγέρο, για την άμεση πολιτική συνθηματολογία: ένα, δύο, τρία Βιετνάμ, η Τρικοντινεντάλ, η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού (μαοϊκό αυτό, αλλά συμβατό με το γκεβαρικό διάβημα), το αντάρτικο πόλης, ο ένοπλος αγώνας που μόνο αυτός αποδίδει την αλήθεια στην επαναστατική πράξη, η θεωρία του focus, το παράδειγμα της πρωτοποριακής ομάδας που θα μιμηθούν οι μάζες, η επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ο ασυμβίβαστος αντιγραφειοκράτης. Όμως, αυτή η άμεση πολιτική συνθηματολογία και ιδεολογία, η εμπνευσμένη από το παράδειγμα του Γκεβάρα και που μετέτρεψε τον πολιτικό-πρακτικό και θεωρητικό του λόγο σε «γκεβαρισμό», γρήγορα εκμηδενίστηκε, όπως και η απόπειρα του Τσε στα βουνά της Βολιβίας. Και δεν άφησε τίποτε πίσω της, παρά μονάχα τη νοσταλγία και κάποιες απονεννοημένες απόπειρες που έσβησαν κι αυτές στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80, μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση των εμπνευστών της. Ο γκεβαρισμός στη Δύση δεν είχε συνέχεια. Υπήρξε όμως κάτι βαθύτερο από την επαναστατική γυμναστική και την ανατρεπτική φλυαρία, που πουθενά δεν γνώρισαν καμιά νίκη. Ξέρουμε ότι οι εξεγέρσεις -οι φοιτητικές και οι εργατικές- της δεκαετίας του ’60 δεν απείλησαν και δεν άλλαξαν τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλια -τον καπιταλισμό- των κοινωνιών που τις γέννησαν. Η μια κοινωνία μετά την άλλη, η μια εξουσία μετά την άλλη επανέκτησαν γρήγορα το πρόσκαιρα χαμένο έδαφος, εξομάλυναν την αναταραχή, ξαναβρήκαν τον βηματισμό τους. Τούτη η επανάκτηση θα ήταν υπεραρκετή να ενταφιάσει για πάντα το είδωλο του Τσε, όπως χώνεψε κι άλλα πολύ πιο μακρόβια και πολύ πιο αγκυρωμένα στις συλλογικές αναπαραστάσεις σύμβολα.

Πρέπει, ωστόσο, να πάρουμε υπόψη ότι, κατά την «εξεγερμένη» δεκαετία του ’60 στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως, είχε υπάρξει μια ορισμένη σύγκλιση του πολιτικού οράματος με το πολιτισμικό. Εντελώς επιγραμματικά υπενθυμίζω νέα αιτήματα που ανατάραζαν την κατεστημένη τάξη: σεξουαλική επανάσταση, φεμινισμός, αντιαυταρχικό σχολείο, σχετικοποίηση της επιστήμης, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, οικολογία, αντιψυχιατρική, έκρηξη της υποκειμενικότητας, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και γενικότερα των ιεραρχικών δομών, αναθεμελίωση του πανεπιστημίου, αμφισβήτηση του ευρωπαιοκεντρισμού, της κομματοκρατίας, του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, της μικροαστικής ηθικής. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα ότι η εξουσία θεμελιώνεται όχι μόνο στο κράτος και τα χρηματιστήρια, αλλά και σε άλλους πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ακόμη και στη γλώσσα και στην τέχνη και στο σχολείο. Αυτές οι αναζητήσεις, οι ζητήσεις και κινήματα, συνοδευμένες από τη ροκ, τα τζην, τα τραγούδια των Μπητλς και του Ντύλαν, συνοδευμένες από το αντιπολεμικό πνεύμα και την άρνηση του σοβιετισμού, καταλήγουν σε αποσύνθεση μέσα στη νοσταλγία ή στην αντιστροφή. Η φαντασία δεν ήρθε στην εξουσία, πολλοί «φαντασμένοι» όμως θρονιάστηκαν για τα καλά εκεί. Σ’ αυτές όμως τις κοινωνικές ζητήσεις της δεκαετίας του ’60 πρέπει να αναζητήσει κανείς τους λόγους της επιβίωσης του ειδώλου του Τσε: στο σώμα, αν και ασπόνδυλο, μιας πολιτιστικής επανάστασης, που δεν βρήκε τρόπο να είναι κάπως και πολιτική. Γιατί ήταν πράγματι μια πολιτιστική επανάσταση, μολονότι τελικά χάθηκε αφήνοντας τον Κλίντον με το τρομπόνι του να παίζει τον επικήδειό της.

Ο Τσε, αν και χάθηκε «ανώφελα», θα πάρει επικές διαστάσεις. Ίσως ήταν η τελευταία έκφραση επικής ιδεολογίας. Το μοντέλο, βέβαια, του γκεβαρισμού δεν αντιστοιχούσε σε ό,τι προσδιόριζε την εποχή εκείνη στην ανεπτυγμένη Δύση. Ο Τσε, όμως, αυτό το βλέμμα στον ορίζοντα, ενσάρκωσε δυνατά την προσδοκία για την αλλαγή της ζωής, των προϋποθέσεων της ζωής. Δεν ξέρω τι έβλεπε ο ίδιος, ίσως μάλιστα το όραμά του να μας είναι ξένο σήμερα, όπως και οι τρόποι που διάλεξε για να το πραγματοποιήσει, ίσως να προστάτευσε τη σαγήνη του ο θάνατός του. Παρά ταύτα, δεν πιστεύω ότι η «επικαιροποίηση» του Γκεβάρα αυτές τις μέρες είναι μεντιατικός θόρυβος, ούτε νοσταλγία παλαιών πολεμιστών που τη συνδαυλίζει η επέτειος. Έχει μείνει κάτι πολύ σημαντικό, ζεστό, από τη δεκαετία του ’60 και το κατεξοχήν σύμβολό της: η ανάγκη της εξέγερσης, η κληρονομιά της απείθειας. Η ανάγκη της εξέγερσης, της επανάστασης, είναι η πιο ανθρώπινη πολιτική και ηθική ανάγκη, όταν η ζωή γίνεται αβίωτη. Είναι η στιγμή που, όπως έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, αισθανόμαστε ντροπή να είμαστε άνθρωποι. Η εικόνα του Ερνέστο Γκεβάρα είναι ο καθρέφτης για το πρόσωπο της ντροπής μέσα στον μεταμοντέρνο κόσμο μας.

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Ενθέματα, εμβολιασμοί και στράτευση. Παρεμβάσεις για την Αριστερά 1996-2008, Αθήνα 2008, σ. 75-79. Η αναδημοσίευση έγινε από το ιστολόγιο «ΠαραλληλοΓράφος«. Ο Άγγελος Ελεφάντης (1936-2008) ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Αλέιδα Γκεβάρα: «στη Λατινική Αμερική σήμερα υπάρχει ένα άρωμα επανάστασης»

Συνέντευξη στην Σία Κοσιώνη γιά το Americalatina.com.gr.

Πώς είναι δυνατόν σε ένα κόσμο που τα πάντα έχουν να κάνουν με το χρήμα ο Τσε να παραμένει ζωντανός;

Σήμερα οι νέοι ψάχνουν πολύ την εικόνα του. Αυτό συμβαίνει ίσως γιατί έχουν ανάγκη το παράδειγμα ενός άνδρα ολοκληρωμένου. Στον κόσμο που ζούμε οι άνθρωποι αναζητούν κάτι πιο αγνό, πιο καθαρό, κάτι στο οποίο να μπορούν να στηριχθούν, όπως ένα κομμάτι ξύλο στη θάλασσα. Νομίζω πως αυτό ακριβώς ήταν ο πατέρας μου.

Πως μπορεί κάποιος τη σήμερον ημέρα να πιστεύει ακόμη στις ιδέες του Τσε;

Οι ιδέες του είναι αναγκαίες σήμερα. Η πραγματικότητα για την οποία πάλεψε και αγωνίστηκε έστω και ως ιδέα έχει καταρρακωθεί από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Δέστε τι γίνεται ακόμη και στην Ευρώπη. Η φτώχια σαρώνει. Ο καπιταλιστικός κόσμος που δημιουργούν τα θέλει όλα δικά του και δεν αφήνει τίποτα για τους άλλους. Σε αυτες τις ανάγκες, σε αυτες τις συνθήκες, η εικόνα του Τσε γίνεται ακόμα πιο δυνατή. Ίσως ο κόσμος έχει μεγάλη ανάγκη για νέες ιδέες.

Πόσα χρόνια κυριαρχεί ο καπιταλισμός ως διεθνές σύστημα; Περισσότερα από 200 χρόνια; Ναι. Και το 80% της ανθρωπότητας παραμένει φτωχό. Άρα αυτό το σύστημα δεν έλυσε τα προβλήματα της μεγάλης πλειοψηφίας. Άρα τι πρέπει να κάνουμε; Να ψάξουμε για εναλλακτικές. Πρέπει να θέσουμε σε ισχύ ιδεές που να μιλούν για αλλυλεγγύη, για σεβασμό μεταξύ των λαών και αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ποια πιστεύετε ότι είναι η επόμενη μέρα της Κούβας;

(Γελάει). Ποτέ δεν μπορώ να αποφύγω αυτήν την ερώτηση! Κοίτα, πρέπει να ξέρεις την Κούβα για να καταλάβεις. Ο κουβανέζικος λαός έχει πολεμήσει πολλά χρόνια για να κατακτήσει την ανεξαρτησία του και το κατάφερε πριν 50 χρόνια. Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να καταλάβετε πως ο Φιντέλ Κάστρο είναι ένας άνδρας εξαιρετικός, ένας άνδρας μοναδικός, αλλά είναι μόνος… Μόνος δε θα μπορούσε να κάνει επανάσταση στην Κούβα και όντας μόνος δεν μπορεί να τη διατηρήσει. Και μάλιστα σε απόσταση μόλις 90 μιλίων από τις ΗΠΑ. Πρέπει να υπάρχει λαϊκή συνείδηση και συναίνεση για να προχωρήσει η επανάσταση.

Πιστεύετε πως ο καπιταλισμός θα καταφέρει να εισβάλλει εύκολα στην Κούβα;

Πιστεύω πως δεν είναι ο καπιταλισμός η πραγματική μας ανησυχία. Νομίζω πως υπάρχουν άλλα σοβαρότερα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Στον κόσμο, βλέπεις, αρέσει να βολεύεται όταν του δίνονται προνόμια. Εμείς πρέπει να παλέψουμε ενάντια σε αυτό. Να παλέψουμε για την ιδεολογία μας. Δεν φοβόμαστε λοιπόν τον ιμπεριαλισμό. Αυτό που μας φοβίζει είναι το κατά πόσο μπορούμε εμείς οι ίδιοι να διατηρήσουμε το σύστημα που έχουμε δημιουργήσει. Και για αυτό πρέπει να παλεύουμε διαρκώς.

Τι συμβαίνει στη Λατινική Αμερική; Γιατί τόσες κοινωνικές επαναστάσεις τώρα;

Πολλά πράγματα συμβαίνουν. Είναι μια από τις πιο όμορφες περιόδους της ηπείρου μου. Ή θα τα καταφέρουμε τώρα ή δε θα τα καταφέρουμε ποτέ. Υπάρχει άρωμα επανάστασης, μια λαϊκή κίνηση δυνατή. Έχουμε τις αντιδράσεις των ιθαγενών στον Ισημερινό, στη Βολιβία, στη Βραζιλία… Αντιδράσεις μεγάλες, δυνατές, θαυμάσιες κινήσεις λαϊκές. Ο κόσμος ψάχνει για τις εναλλακτικές που σας έλεγα. Και σε αυτό αρχηγός είναι αυτή τη στιγμή η Βενεζουέλα.

Γιατί αποφασίσατε να γίνετε γιατρός;

Η ιατρική είναι η πιο ανθρωπιστική επιστήμη. Το να είσαι γιατρός σημαίνει να είσαι κοντά στη χαρά και στον πόνο του ανθρώπου. Από τη στιγμή που γεννήθηκα εισέπραξα πολύ αγάπη από το λαό μου και ήθελα κάπως να την επιστρέψω. Δε θα μπορούσα να γίνω κάτι άλλο. Μόνο έτσι μπορώ να αποπληρώσω κάτι από όλα όσα έχω εισπράξει.

Ο Τσε έπρεπε να πεθάνει για να γίνει σύμβολο;

Όχι… Ο Τσε και όσο ζούσε ήταν σύμβολο. Σύμβολο αγώνα και αντίστασης για πολλούς άνδρες και γυναίκες στον κόσμο. Δυστυχώς πέθανε πολύ νέος. Κι όμως με τόση λίγη ζωή άφησε τόσα πράγματα για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Φανταστείτε τι θα είχε αφήσει για όλους μας αν ζούσε περισσότερο. Ήταν πάντα υπέροχος…

Πως συνδυάζονται τα όπλα με τη φωτογραφική μηχανή;

Τα όπλα όταν χρησιμοποιούνται σωστά, σε βοηθούν να υπερασπιστείς τις αρχές σου, την ίδια σου την τρυφερότητα ως άνθρωπος. Κάποια στιγμή βρέθηκα στη Βραζιλία και είδα την απόγνωση ανδρών, γυναικών και παιδιών στους δρόμους, είπα πως κάτι πρέπει να κάνω. Ή θα πεθάνουμε από την πείνα ή θα πεθάνουμε προσπαθώντας να αλλάξουμε αυτήν την πραγματικότητα. Το πώς θα την αλλάξει κάθε λαός είναι δική του απόφαση. Όμως αν αποφασίσει να πάρει τα όπλα για να προστατεύσει τη ζωή του, κανείς δε θα έχει το δικαίωμα να τον κριτικάρει. Δεν είναι παιχνίδι η ζωή των λαών.

Εμείς οι Γκεβαριστές

Του Στέργιου Κατσαρού.

Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του ’60 και του ’70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των -Ιουλιανών-, και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.

«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι -εστίες-, ο -φοκίσμο- του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»

«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες -περίεργες- ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του -εστιασμού-. Μετά την έκρηξη του ’65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»

«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ’ όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.» Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία -Βενσερέμος- στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»

Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»

Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ’ την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές». Η εκπαίδευση της ομάδας του Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο». Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας».

Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ’ οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το ‘παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ’ το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας». Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd’s! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.

«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική».

Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του Στέργιου Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας -Βενσερέμος- στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ’ όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του ’68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της -συντριβής του συμμοριτισμού-, όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.

«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα ‘πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες». Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης».

Αποφυλακίζεται το ’73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του -φοκίσμο- παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ’ όλα». Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται». Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο -Μανωλάκης ο βομβιστής-. «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη».

«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του -εστιασμού-. Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η «17 Νοέμβρη» προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης».

«Η επικαιρότητα του -εστιασμού- παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο».

(Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα, 1999).

Σάντα Κλάρα (Santa Clara)

Το άγαλμα του Τσε στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα.

Η ιστορική πόλη της Σάντα Κλάρα (ιδρύθηκε το 1689) είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας Βίγια Κλάρα στην Κούβα. Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της χώρας και η ιστορία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κορυφαίες στιγμές της Κουβανική επανάστασης. Στις 29 Δεκεμβρίου 1958 ο αντάρτικος στρατός του Φιντέλ Κάστρο εισήλθε στην πόλη απελευθερώνοντας την από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μπατίστα, δίνοντας καθοριστικό χτύπημα στο δικτατορικό καθεστώς και ανοίγοντας το δρόμο γιά την επέλαση των μπαρμπούδος προς την πρωτεύουσα Αβάνα. Η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα έγινε από τις φάλαγγες του Τσε και του Καμίλο Σιενφουέγος, σε μια απ’ τις πλέον επικές μάχες της επανάστασης. Δώδεκα ώρες μετά την πτώση της πόλης, ο Φουλχένσιο Μπατίστα εγκατέλειψε τη χώρα.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑ ΚΛΑΡΑ

Τα τμήματα υπό την καθοδήγηση του Γκεβάρα μετακινήθηκαν από τις 28 Δεκεμβρίου από το λιμάνι του Καϊμπαριέν δια μέσου του τοπικού οδικού δικτύου στην Σάντα Κλάρα. Εν τω μεταξύ, κυβερνητικές δυνάμεις στην στρατιωτική βάση του Καμαϊουάνι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα η μετακίνηση των επαναστατών να συνεχιστεί ανενόχλητα. Τα χαράματα τα επαναστατικά τμήματα βρίσκονταν στο Πανεπιστήμιο της πόλης.

Οι επαναστατικές δυνάμεις, 300 ένοπλοι, διαιρέθηκαν σε δύο ομάδες ομάδες. Η νότια ομάδα ήρθε αντιμέτωπη με τις δυνάμεις του Συνταγματάρχη Κασίγιας Λουμπούϊ. Το επονομαζόμενο «τάγμα αυτοκτονίας» της δεύτερης ομάδας υπό τον Ρομπέρτο Ροντρίγκεθ (ή «Ελ Βακερίτο»), εστάλη από τον Γκεβάρα να καταλάβει τον στρατηγικής σημασίας λόφο στα προάστια της πόλης, όπου βρίσκονταν το αρχηγείο των κυβερνητικών (μέσα σε ένα θωρακισμένο βαγόνι τρένου), χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες. Εντός σύντομου χρονικού διαστήματος η ομάδα του Ροντρίγκεθ έτρεψε σε φυγή τους κυβερνητικούς, οι οποίοι κατέφυγαν σε κέντρο της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι παραδόθηκαν.

Εντός της πόλης, έλαβαν μέρος σποραδικές οδομαχίες, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις υπό τον Ρολάνδο Κουμπέλα, υποστηρίχθηκαν ενεργά και από πολίτες, οι οποίοι τους παρείχαν βόμβες μολότωφ. Οι κυβερνητικοί παρόλο που είχαν υποστήριξη από την αεροπορία και από τεθωρακισμένα οχήματα δεν κατάφεραν παρόλα αυτά να απωθήσουν τους επιτιθέμενους.

Με την κατάληψη του θωρακισμένου τρένου στο οποίο αιχμαλωτίσθηκαν πολλοί κυβερνητικοί αξιωματικοί και κατασχέθηκε μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών, το έργο του Γκεβάρα διευκολύνθηκε ανυπολόγιστα. Η ψυχολογική τροπή των γεγονότων όμως ήταν ακόμη πιο σημαντική καθώς τα περισσότερα οχυρά παραδόθηκαν στους επαναστάτες. Κατά το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Τσε Γκεβάρα μέσω ραδιοφωνικής εκπομπής ανακοίνωσε ότι και τα τελευταία προκαλύμματα του καθεστώτος Μπατίστα στην Σάντα Κλάρα παραδόθηκαν.

Πηγή: Wikipedia.

Σήμερα η Σάντα Κλάρα αριθμεί περί τους 240.000 κατοίκους και είναι απ’ τις πλέον διάσημες τουριστικές τοποθεσίες της Κούβας. Στην πόλη βρίσκεται το Μαυσωλείο του Τσε Γκεβάρα στο οποίο έχουν ταφεί τα οστά του, ενώ στο ίδιο σημείο υπάρχει μουσείο αφιερωμένο στον κορυφαίο επαναστάτη.

Χάρτης της ευρύτερης περιοχής της επαρχίας Βίγια Κλάρα.

Ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης

Tο παρακάτω κείμενο του Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος δημοσιεύθηκε ως Προλογικό Σημείωμα στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» (Che Guevara talks to young people), εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2004.

Του Αρμάντο Χαρτ*.

Για μένα είναι τιμή και ταυτόχρονα αποτελεί μια πραγματική πρόκληση η συγγραφή ενός προλόγου στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» – ένα βιβλίο που ως επίλογο έχει την ομιλία του Φιντέλ μπροστά στο μνημείο το οποίο χτίστηκε στο κέντρο του νησιού για να στεγάσει τα ιερά οστά του ήρωα, μαζί με εκείνα των αξέχαστων συντρόφων του. Θα προσπαθήσω να μοιραστώ με το νέο σε ηλικία αναγνώστη – στον οποίο, κατά κύριο λόγο, απευθύνεται το βιβλίο αυτό – κάποιες, σύντομες αναγκαστικά, σκέψεις γι’ αυτή την εξαιρετική φυσιογνωμία της αμερικανικής ηπείρου και της συγχρονης παγκόσμιας ιστορίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Τσε θα μιλούσε διαφορετικά σήμερα στους νέους ανθρώπους – οι οποίοι βιώνουν πολύ διαφορετικές συνθήκες – απ’ ότι μιλούσε τρείς και πλέον δεκαετίες νωρίτερα. Ξαναδιαβάζοντας, ωστόσο, αυτές τις ομιλίες, εκπλήσσεται κανείς από το πόσο εξαιρετικά επίκαιρες είναι. Οι ομιλίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι πράγματι ο Τσε είναι ένας άνθρωπος του παρόντος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λεγόταν ότι όλα τα μοντέλα αλλαγής του κόσμου είχαν πλέον εκλείψει, και μαζί τους κάθε πιθανότητα να βρεθούν νεα. Η εικόνα, όμως, του Ηρωικού Αντάρτη προβάλλει σαν ένα φάντασμα που πλανάται σε όλον τον δυτικό κόσμο. Το φάντασμα αυτό μεγαλώνει και θα συνεχίσει να γιγαντώνεται, θα δυναμώνει και θα μεγαλώνει ο πλούτος των ιδεών του στον βαθμό που αγγίζει τους νέους ανθρώπους και εκείνοι κάνουν κτήμα τους την ουσία των πράξεων και των οραμάτων του Τσε. Ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ένας από τους πιο σημαντικούς επαναστάτες στοχαστές της Λατινικής Αμερικής, μελέτησε και κατέδειξε την αναγκαιότητα των μύθων. Επισήμανε ότι οι λαοί που κατάφεραν πολλά, χρειάστηκε να δημιουργήσουν μύθους μεταξύ των μαζών. Εάν θέλουμε να είμαστε επαναστάτες με την αυστηρή έννοια του όρου, πρέπει να μελετήσουμε τα αίτια και τους παράγοντες που κάνουν τον Τσε να ζει στις καρδιές της αμερικανικής ηπείρου και να εκφράζει με χίλιους δυο τρόπους τους πόθους και τα οράματα της πιο ριζοσπαστικής νεολαίας κάθε ηπείρου. Τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που πέρασε στην αθανασία στη χαράδρα του Γιούρο, η μορφή του αντηχεί στις πλατείες και στους δρόμους, ξαναζωντανεύοντας την κραυγή «Πάντα μπροσά ως τη νίκη!» (Hasta la victoria siempre!). Ο καλύτερος τρόπος να είμαστε συνεπείς προς τις ιδέες του σοσιαλισμού και προς τις δυνατότητες μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας και να εντοπίσουμε τους λόγους που βρίσκονται πίσω από αυτό το γεγονός.

Τα διδάγματα και το παράδειγμα της θυσίας του Τσε στις ζούγκλες της Βολιβίας έχουν χαράξει για πάντα στο μυαλό των νέων γενιών μια αίσθηση ηρωισμού και ηθικών αξιών στην πολιτική και στην ιστορία. Και αφού ο ηθικός παράγοντας είναι αυτό που λείπει από την πολιτική, και η έλλειψη αυτή έχει οδηγήσει ακόμα και σε επαναστάσεις, υπάρχει μια πεποίθηση του Τσε που έχει με δραματικό τρόπο επιβεβαιωθεί: δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον ηθικό παράγοντα. Ο Τσε μίλησε επίσης με ευγλωττία, βάθος και σφρίγος για την ανάγκη ενός νέου τύπου ανθρώπου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Η ίδια η ζωή έχει υποχρεώσει έναν τέτοιο άνθρωπο να διαμορφωθεί στον εικοστό αιώνα. Η αναγνώριση του τεράστιου ρόλου της κουλτούρας και των ηθικών αξιών στην ιστορία των πολιτισμών και τα πρακτικά συμπεράσματα που βγαίνουν από την αναγνώριση αυτή είναι το σημαντικότερο μήνυμα του Comandante Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προς τους νέους ανθρώπους. Το ζήτημα αυτό έχει μια προϊστορία. Ο πολιτισμός δεν ανέλυσε ποτέ με το απαιτούμενο βάθος και απο επιστημονική σκοπιά το ρόλο των ηθικών και πνευματικών αξιών στο πέρασμα της Ιστορίας. Αυτή είναι η πιο σημαντική πνευματική πρόκληση που έχει κληροδοτήσει στη νεολαία ο εικοστός αιώνας.

Η δυτική και χριστιανική κουλτούρα στην Ευρώπη εξελίσσεται από το έτος 1000 και νωρίτερα, για να καταφέρει – με το Μαρξ και τον Ένγκελς – να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο της φιλοσοφικής γνώσης, στους τομείς των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, στο μεταξυ, αποκρυσταλλωνόνταν ένας τρόπος σκέψης – με σύμβολα τον Μπολιβάρ και τον Μαρτί – ο οποίος, σε επιστημονική βάση, τόνιζε τη δύναμη του ανθρώπου και τον ρόλο της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της πολιτικής. Η πρωτοτυπία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – όπως και της κουβανικής επανάστασης – συνίσταται στο εξής: εμπνευσμένος από την πνευματική κληρονομιά της Δικής μας Αμερικής και με αφετηρία την αφοσίωση του στις ηθικές αξίες, υιοθέτησε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς και υποστήριξε τη χρήση των λεγόμενων υποκειμενικών παραγόντων στην κινητοποιήση και την καθοδήγηση της επαναστατικής δράσης των μαζών και της κοινωνίας συνολικά.

Ο Χαρτ (δεξιά) με τον Τσε την περίοδο της Επανάστασης.

Αυτό που είναι πολύτιμο και ενδιαφέρον από τη σκοπιά του μαρξισμού είναι ότι, από την άποψη που μόλις ανέφερα, ο Τσε βρέθηκε κατά βάθος πιο κοντά στον Μαρξ, απ’ ότι άλλες ερμηνείες των ιδεών του συγγραφέα του Κεφαλαίου, οι οποίες κυριάρχησαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Η τριτοκοσμική προοπτική των διεθνιστών ανταρτών που έπεσαν στη Βολιβία ήταν ένα σιωπηρό κάλεσμα προς τους σοσιαλιστές, να προσανατολίσουν αποφασιστικά τις ενέργειες τους προς τον Τρίτο Κόσμο. Η σοφία μιας τέτοιας ηθικής και πολιτικής προοπτικής δεν έγινε κατανοητή και δεν υποστηρίχθηκε στον καιρό της, από εκείνους που μπορούσαν και όφειλαν να το κάνουν. Γι’ αυτόν το λόγο, ο κόσμος άλλαξε κατά τρόπο που να ευνοεί την πιο αντιδραστική δεξιά, καταλήγοντας σε ένα μεταμοντέρνο χάος.

Σε μια ομιλία του Τσε στο Αλγέρι, στις 24 Φλεβάρη του 1964, αυτό το κάλεσμα προσέλαβε δραματικές διαστάσεις και χαρακτήρα έντονης αντιπαράθεσης. Κατά τραγικό τρόπο, η ιστορία θα απεδείκνυε πως είχε δίκαιο. Το πιο θλιβερό πράγμα για τους επαναστάτες είναι ότι η θέση του Τσε σχετικά με το ρόλο των χωρών που παλαιότερα ήταν αποικίες ή νεο-αποικίες βρισκόταν πολύ κοντά στα όσα είχε προβλέψει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ο Λένιν, εφιστώντας την προσοχή στη σημασία των απελευθερωτικών κινημάτων τα οποία ξεπρόβαλλαν τότε στην Ανατολή. Υπάρχουν πολλά πολύτιμα βιβλία γραμμένα από τον άνθρωπο που σφυρηλάτησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, τα οποία θα έπρεπε να μελετήσουμε ξανά σήμερα.

Η ανεπάρκεια των κοινωνικών επιστημών στο κυρίαρχο σύστημα απορρέει από το γεγονός ότι αρνούνται να αντικρίσουν μια αποφασιστικής σημασιας πραγματικότητας: τη φτώχεια που εξαπλώνεται σήμερα και η οποία αποτελεί, μαζί με την καταστροφή της φύσης, τη ρίζα των δεινών και της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου. Η σπουδαιότερη πρόκληση για τον άνθρωπο, καθώς χαράζει ο εικοστός αιώνας, είναι να ξεπεράσει την κατάσταση αυτή. Από επιστημονική σκοπία, το να θέτει κανείς ένα τέτοιο ζήτημα – αντί να υποκρίνεται ότι δεν υπάρχει – είναι ο ακρογωνιαίος λίθος ενός ηθικού συστήματος το οποίο φιλοδοξεί να θέσει γερά θεμέλια για το μέλλον. Η περιφρόνηση του ανθρώπινου πόνου είναι το μεγαλύτερο έγκλημα των κοινωνικών συστημάτων που υπάρχουν στις μέρες μας. Να είμαστε ρεαλιστές, αλλά να βλέπουμε την πραγματικότητα του ανθρώπου συνολικά και σφαιρικά, όχι αποσπασματικά, με μικροπρέπεια, όπως την αντιλαμβάνονται τα σημερινά κυρίαρχα συμφέροντα.

Ο Τσε έβλεπε και αποτιμούσε την πραγματικότητα από μια ηθική σκοπιά – με σκοπό να τη βελτιώσει. Εδώ εντοπίζεται η δύναμη του μύθου που μας άφησε. Οι ιδέες του συνδυάζουν την πιο εξελιγμένη εκδοχή της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης – τον Μαρξ και τον Ένγκελς – με το ουτοπικό όραμα της Δικής μας Αμερικής – του Μπολιβάρ και τον Μαρτί. Το σφάλμα όσων αποκηρύσσουν την ουτοπία είναι ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές ανάγκες όπως προκύπτουν από τα γεγονότα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν είναι ικανοί να συλλάβουν τις αλήθειες του αύριο.

Η πεμπτουσία του λατινοαμερικανικού πολιτισμού που βρίσκεται στην επαναστατική συνείδηση του Τσε συνίσταται στο εξής: έβλεπε την πραγματικότητα και την πράξη ως απαραίτητα στοιχεία για την κατανόηση της αλήθειας και για τον μετασχηματισμό του κόσμου ώστε να υπερισχύσει η δικαιοσύνη, ενώ την ίδια στιγμή έπαιρνε την αίσθηση της ουτοπίας που έχει ο Νέος Κόσμος και τη μετέτρεπε σε κίνητρο για τη διαμόρφωση της πραγματικότητας του αύριο. Ο Τσε δεν αποκήρυξε, λοιπόν, ούτε την πραγματικότητα, ούτε την ελπίδα. Ήταν ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης, απαραίτητα στοιχεία και τα δύο για να ανταποκριθεί στην πρόκληση του επόμενου αιώνα η αμερικανική ήπειρος, αλλά και ο κόσμος.

* Ο Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος (γεν.1930) είναι διαπρεπής κουβανός πολιτικός και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας.  Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και δραστήριο οργανωτικό μέλος της Επανάστασης.  Είναι ο πατέρας της αδικοχαμένης τροτσκίστριας συγγραφέως Σέλια Χαρτ (1963-2008).