Ο Τσε στη Βόρειο Κορέα / Che Guevara in North Korea (DPRK)

Στιγμιότυπα από δύο επισκέψεις του Τσε Γκεβάρα στην Πιονγιάνκ της Βόρειας Κορέας. Στην πρώτη φωτογραφία (το 1960) ο Τσε δοκιμάζει τις χορευτικές του ικανότητες σε παραδοσιακό βορειοκορεάτικο χορό ενώ στη δεύτερη (1964 ή 1965) συνομιλεί με τον πρόεδρο Κιμ Ιλ-Σούνγκ.

Τηλεοπτικό απόσπασμα της επίσκεψης του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην Πιονγιάνγκ της Βόρειας Κορέας το Δεκέμβρη του 1960. Όντας πρέσβης καλής θελήσεως της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας ο Τσε συναντήθηκε με τον πρόεδρο της χώρας Κιμ Ιλ-Σούνγκ.

Ομιλία του Τσε σε φοιτητές της Ιατρικής Σχολής

Η παρακάτω ιστορική ομιλία εκφωνήθηκε από τον Τσε σε κουβανούς φοιτητές της Ιατρικής, στις 20 Αυγούστου 1960.

Όλοι σχεδόν ξέρετε ότι ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως γιατρός πριν από αρκετά χρόνια. Όταν ξεκίνησα, όταν άρχισα να σπουδάζω ιατρική, οι περισσότερες από τις ιδέες που έχω σήμερα ως επαναστάτης απουσίαζαν από το οπλοστάσιο των ιδανικών μου. Ήθελα να πετύχω, όπως θέλουν όλοι. Το όνειρο μου ήταν να γίνω διάσημος ερευνητής. Το όνειρο μου ήταν να δουλεύω ακούραστα για να πετύχω κάτι που θα μπορούσε πραγματικά να τεθεί στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, αλλά, την ίδια στιγμή, θα αποτελούσε κι έναν προσωπικό θρίαμβο. Ήμουν, όπως όλοι μας, ένα παιδί του περιβάλλοντος μου. Μέσα από κάποιες ειδικές περιστάσεις, ίσως και εξαιτίας του χαρακτήρα μου επίσης, αφού πήρα το  πτυχίο μου, άρχισα να ταξιδεύω στη Λατινική Αμερική και τη γνώρισα πολύ καλά. Με εξαίρεση την Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία, επισκέφτηκα -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- όλες τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Έτσι όπως ταξίδευα, πρώτα ως φοιτητής και ύστερα ως γιατρός, άρχισα να έρχομαι σε στενή επαφή με τη φτώχεια, την πείνα, τις αρρώστιες, την αδυναμία να θεραπευτεί ένα παιδί από έλλειψη μέσων, με το μούδιασμα που προκαλούν η πείνα και οι τιμωρίες, ώσπου φτάνουμε σ’ ένα σημείο που φαντάζει ασήμαντο γεγονός να χάνει ένας γονιός το παιδί του, όπως συχνά συμβαίνει στις σκληρά δοκιμαζόμενες κοινωνικές τάξεις στην πατρίδα μας, τη Λατινική Αμερική. Κι άρχισα να βλέπω ότι υπήρχε κάτι που μου φαινόταν τότε σχεδόν εξίσου σημαντικό με την καριέρα μου ή με τη συμβολή μου στην ιατρική επιστήμη, και αυτό ήταν να βοηθήσω εκείνουςτους ανθρώπους.

Εξακολούθησα όμως να είμαι, όπως όλοι μας εξακολουθούμε να είμαστε, ένα παιδί τουπεριβάλλοντος μου και ήθελα να βοηθήσω εκείνους τους ανθρώπους με τις προσωπικές μου προσπάθειες. Είχα ήδη ταξιδέψει πολύ – βρισκόμουν τότε στη Γουατεμάλα, στη Γουατεμάλα του [δημοκρατικά εκλεγμένου Γιάκομπο] Άρμπενς – και είχα αρχίσει να κρατάω κάποιες σημειώσεις γιατη συμπεριφορά ενός επαναστάτη γιατρού. Άρχισα να εξετάζω τι χρειαζόμουν για να γίνω έναςεπαναστάτης γιατρός. Η επίθεση εξαπολύθηκε, ωστόσο: το πραξικόπημα [του 1954] οργανώθηκε από τη Γιουνάιτεντ Φρουιτ Κόμπανι, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, τον [διευθυντή της CIA] Φόστερ Ντάλες-στην πραγματικότητα, ήταν όλοι τους ένα και το αυτό – και το ανδρείκελο Καστίγιο Άρμας [με τον οποίο αντικατέστησαν τον Άρμπενς]. Η επίθεση ήταν πετυχημένη, δεδομένου ότι ο λαός δεν είχεφτάσει ακόμα στο επίπεδο ωριμότητας που έχει σήμερα ο λαός της Κούβας. Και μια ωραία μέρα εγώ,όπως πολλοί άλλοι, πήρα το δρόμο της εξορίας, ή πάντως το δρόμο της φυγής από τη Γουατεμάλα, αφού δεν ήταν αυτή η πατρίδα μου. Τότε συνειδητοποίησα κάτι βασικό: για να γίνω επαναστάτης γιατρός ή απλώς επαναστάτης, έπρεπε πρώτα να υπάρξει επανάσταση. Η μεμονωμένη προσπάθεια, η προσωπική προσπάθεια, η καθαρότητατων ιδανικών, η επιθυμία για θυσία μιας ολόκληρης ζωής στο πιο ευγενικό ιδανικό δε σημαίνουν τίποτα αν αυτή η προσπάθεια γίνεται μεμονωμένα, απόμερα, σε μια γωνιά της Λατινικής Αμερικής, απέναντι σε εχθρικές κυβερνήσεις και κοινωνικές συνθήκες που δεν επιτρέπουν την πρόοδο. Η επανάσταση έχει ανάγκη αυτό που γίνεται στην Κούβα: την κινητοποίηση ενός ολόκληρου λαού, που έχει μάθει να χρησιμοποιεί τα όπλα και να είναι ενωμένος στη μάχη, που ξέρει τι αξία έχει ένα όπλο και τι αξία έχει η ενότητα του λαού. Ερχόμαστε λοιπόν στην καρδιά του προβλήματος που έχουμε σήμερα μπροστά μας. Έχουμε ήδη το δικαίωμα και την υποχρέωση ακόμα να είμαστε, πρώτα απ’ όλα, επαναστάτες γιατροί, δηλαδή άτομα που θέτουν τις τεχνικές γνώσεις του επαγγέλματος τους στην υπηρεσία της επανάστασης και του λαού.

Επιστρέφουμε τώρα στα αρχικά ερωτήματα: Πώς δουλεύει κανείς αποτελεσματικά για την κοινωνική ευημερία; Πώς συμβιβάζει κανείς την ατομική προσπάθεια με τις ανάγκες της κοινωνίας; Πρέπει να ξαναφέρουμε στο νου μας πώς ήταν η ζωή του καθενός από εμάς, τι έκανε και τι πίστευε καθένας από εμάς, ως γιατρός ή λειτουργός της δημόσιας υγείας από άλλη θέση, πριν από την επανάσταση. Πρέπει να το κάνουμε με βαθύ κριτικό ενθουσιασμό. Θα συμπεράνουμε τότε ότι σχεδόν όλα όσα πιστεύαμε και νιώθαμε εκείνη την παλιά εποχή πρέπει να παραμεριστούν και ότι ένας νέοςτύπος ανθρώπου πρέπει να δημιουργηθεί. Αν ο καθένας από εμάς γίνει ο αρχιτέκτονας αυτού του νέου τύπου ανθρώπου για τον εαυτό του, τότε η δημιουργία αυτού του νέου τύπου ανθρώπου που θα αντιπροσωπεύει τη νέα Κούβα θα είναι πολύ ευκολότερη.

Είναι καλό για σας – τους παρόντες, τους κατοίκους της Αβάνας – να βάλετε καλά στο μυαλό σας αυτήν την ιδέα: ότι στην Κούβα γεννιέται ένας νέος τύπος ανθρώπου, που δεν μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως στην πρωτεύουσα, αλλά μπορεί κανείς να τον δει σε κάθε άλλη γωνιά της χώρας. Όσοι από εσάς πήγατε στη Σιέρρα Μαέστρα στις 26 Ιουλίου θα είδατε κάτι πολύ σημαντικό… Θα είδατε παιδιά που από το ανάστημα τους φαίνονται οχτώ ή εννιά χρονών, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι σχεδόν όλα δεκατριών ή δεκατεσσάρων. Είναι τα γνήσια τέκνα της Σιέρρα Μαέστρα, τα γνήσια παιδιά της πείνας και της φτώχειας σε όλες τις μορφές της. Είναι τα πλάσματα του υποσιτισμού. Στη μικρή μας Κούβα, με τα τέσσερα ή πέντε τηλεοπτικά κανάλια, με τους εκατοντάδες ραδιοφωνικούς σταθμούς, με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, όταν ένα βράδυ εκείνα τα παιδιά έφτασαν στο σχολείο και είδαν για πρώτη φορά ηλεκτρικό φως, αναφώνησαν ότι τα αστέρια ήταν πολύ χαμηλά εκείνη τη νύχτα. Εκείνα τα παιδιά, τα οποία κάποιοι από εσάς θα είδατε, σπουδάζουν τώρα στα σχολεία, από τις πρώτες τάξεις μέχρι την επαγγελματική κατάρτιση, μέχρι την πολύδύσκολη επιστήμη της επανάστασης. Αυτό είναι το νέο είδος ανθρώπων που γεννιέται στην Κούβα. Γεννιούνται σε απομονωμένους τόπους, σε απόμερες περιοχές της Σιέρα Μαέστρα και επίσης στις κολεκτίβες και στους χώρους εργασίας. Όλα αυτά συνδέονται στενά με το θέμα της σημερινής μας συζήτησης: την ενσωμάτωση στοεπαναστατικό κίνημα των γιατρών και των άλλων εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Γιατί το καθήκον της επανάστασης – το καθήκον της μόρφωσης και διατροφής των παιδιών, το καθήκον της εκπαίδευσης του στρατού, το καθήκον της διανομής της γης των παλιών απόντων γαιοκτημόνων σ’εκείνους που έχυναν τον ιδρώτα τους κάθε μέρα στην ίδια γη χωρίς να δρέπουν τους καρπούς της- είναι το σπουδαιότερο έργο κοινωνικής ιατρικής που έχει γίνει στην Κούβα.

Η μάχη κατά της αρρώστιας πρέπει να βασίζεται στην αρχή της δημιουργίας ενός γέρου σώματος, όχι μέσω της περίτεχνης εργασίας ενός γιατρού πάνω σ’ έναν αδύναμο οργανισμό, αλλά δημιουργώντας ένα γερό σώμα μέσω της δουλειάς ολόκληρου του συνόλου, ιδιαίτερα ολόκληρου του κοινωνικούσυνόλου.Μια μέρα η ιατρική θα πρέπει να γίνει μια επιστήμη που θα προλαμβάνει τις ασθένειες, που θα προσανατολίζει το κοινό προς τις ιατρικές υποχρεώσεις του και η οποία θα χρειάζεται να παρεμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσες για να πραγματοποιήσει μια χειρουργική επέμβαση ή να αντιμετωπίσει κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο στη νέα κοινωνία που δημιουργούμε… Εκείνο που απαιτείται γι’ αυτό το οργανωτικό έργο, όπως και για όλα τα επαναστατικά έργα, είναι το άτομο. Η επανάσταση δεν τυποποιεί, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, τη συλλογική βούληση, τη συλλογική πρωτοβουλία. Το αντίθετο, απελευθερώνει τις ατομικές ικανότητες των ανθρώπων. Αυτό που πράγματι κάνει η επανάσταση είναι να κατευθύνει αυτή την ικανότητα. Αποστολή μας σήμερα είναι να προσανατολίσουμε το δημιουργικό ταλέντο όλων των επαγγελματιών του τομέα της υγείας προς το έργο της κοινωνικής ιατρικής. Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής, και όχι μόνο εδώ στην Κούβα. Αντίθετα με όσα λέγονται καιπαρά τις ελπίδες κάποιων ανθρώπων, οι μορφές του καπιταλισμού που γνωρίσαμε, κάτω από τιςοποίες μεγαλώσαμε και υποφέραμε, νικιούνται σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα μονοπώλια νικιούνται. Η σοσιαλιστική επιστήμη σημειώνει κάθε μέρα νέους, σημαντικούς θριάμβους. Έχουμε την περηφάνια και το καθήκον να βρισκόμαστε στην πρωτοπορία ενός κινήματος απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική, το οποίο ξεκίνησε πριν από καιρό στις άλλες υποδουλωμένες ηπείρους της Αφρικής και της Ασίας. Αυτή η βαθιά κοινωνική αλλαγή απαιτεί επίσης πολύ βαθιές αλλαγές στη νοοτροπία των ανθρώπων.

Ο ατομικισμός ως τέτοιος, ως η μεμονωμένη δράση ενός προσώπου στο κοινωνικό περιβάλλον, πρέπει να εκλείψει στην Κούβα. Αύριο ο ατομικισμός θα πρέπει να είναι η σωστή χρησιμοποίηση όλων των ατόμων προς όφελος της κοινότητας. Αλλά, αν και όλα αυτά, όλα όσα λέω, γίνονται κατανοητά σήμερα, αν και όλοι είναι πρόθυμοι να σκεφτούν λίγο το παρόν, το παρελθόν και το πώς θα πρέπει να είναι το μέλλον, η αλλαγή του τρόπου σκέψης απαιτεί βαθιές εσωτερικές αλλαγές και συμβολή στην πραγματοποίηση βαθιών εξωτερικών αλλαγών, κυρίως κοινωνικών. Αυτές οι εξωτερικές αλλαγές πραγματοποιούνται στην Κούβα καθημερινά. Ένας τρόπος να μάθετε γι’αυτή την επανάσταση, να γνωρίζετε τις δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι, δυνάμεις που ήταν λανθάνουσες για τόσο καιρό, είναι να επισκεφτείτε όλη την Κούβα, να επισκεφτείτε τις κολεκτίβες και όλους τους χώρους δουλειάς που δημιουργούνται. Κι ένας τρόπος για να φτάσετεστην καρδιά του ιατρικού ζητήματος είναι όχι μόνο να γνωρίσετε, όχι μόνο να επισκεφτείτε αυτά ταμέρη, αλλά να γνωρίσετε και τους ανθρώπους που συνθέτουν αυτές τις κολεκτίβες και τα κέντρα εργασίας. Πηγαίνετε εκεί και μάθετε τι αρρώστιες έχουν, από τι πάσχουν, από πόση φτώχεια υπέφεραν σ’ όλη τους τη ζωή, φτώχεια που κληρονόμησαν από αιώνες καταπίεσης και απόλυτης υποταγής. Ο γιατρός, ο νοσοκόμος, θα φτάσουν τότε στην καρδιά της νέας δουλειάς τους, δηλαδή ως άτομα μέσα στις μάζες, άτομα μέσα στην κοινότητα. Ό,τι κι αν συμβαίνει στον κόσμο, μένοντας πάντα κοντά στον άρρωστο, γνωρίζοντας καλά την ψυχολογία του, εκπροσωπώντας εκείνους που έρχονται κοντά στον πόνο και τον ανακουφίζουν, ο γιατρός έχει πάντα πολύ σημαντικό έργο, ένα έργο μεγάλης ευθύνης στην κοινωνική ζωή. Πριν από λίγο καιρό, λίγους μήνες, συνέβη εδώ στην Αβάνα μια ομάδα φοιτητών που μόλις είχανπάρει το πτυχίο της ιατρικής να μη θέλουν να πάνε στην ύπαιθρο και ζητούσαν επιπλέον πληρωμή για να το κάνουν. Από την οπτική γωνία του παρελθόντος είναι περισσότερο από λογικό να συμβαίνειαυτό- έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται και το καταλαβαίνω. Θυμάμαι πως έτσι ήταν τα πράγματα, έτσι σκέφτονταν οι άνθρωποι πριν από μερικά χρόνια. Για ακόμα μια φορά είναι ο μονομάχος στην επανάσταση, ο μοναχικός πολεμιστης αυτός που θέλει να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον, καλύτερες συνθήκες, και να κερδίσει την αναγνώριση για αυτό που κάνει. Τι θα συνέβαινε όμως αν δεν ήταν αυτά τα άτομα – οι οικογένειες των οποίων στην πλειονότητα τους μπορούσαν να πληρώσουν για τις σπουδές τους – εκείνα που ολοκλήρωσαν τα μαθήματα τους και αρχίζουν τώρα να ασκούν το επάγγελμα τους; Τι θα συνέβαινε αν στη θέση τους ήταν διακόσιοι, τριακόσιοι χωρικοί αυτοί που θα ξεπρόβαλλαν – σαν από θαύμα, ας πούμε – από τις αίθουσες διαλέξεων του πανεπιστημίου; Αυτό που απλώς θα συνέβαινε είναι ότι αυτοί οι χωρικοί θα έτρεχαν αμέσως και με μεγάλο ενθουσιασμό να φροντίσουν τα αδέρφια τους. Θα ζητούσαν τις θέσεις με τη μεγαλύτερη ευθύνη και την περισσότερη δουλειά, για να δείξουν ότι τα χρόνια σπουδών δε σπαταλήθηκαν άσκοπα. Αυτό θα συμβεί σε έξι εφτά χρόνια, όταν οι νέοι φοιτητές, παιδιά της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, θα πάρουν τα πτυχία τους. Δεν πρέπει όμως να βλέπουμε το μέλλον μοιρολατρικά και να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς και σε αντεπαναστάτες. Αυτό είναι απλουστευτικό, δεν είναι αλήθεια, και τίποτα δε διαπαιδαγωγεί περισσότερο έναν έντιμο άνθρωπο από το να βιώσει τηνεπανάσταση.Κανένας από εμάς, απ’ όσους φτάσαμε πρώτοι με το Granma, εγκατασταθήκαμε στη Σιέρα Μαέστρα και μάθαμε να σεβόμαστε τον αγρότη και τον εργάτη, ζώντας μαζί τους, κανένας από εμάς δεν ήτανεργάτης ή αγρότης στο παρελθόν. Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που είχε χρειαστεί να δουλέψουν, πουείχαν γνωρίσει ορισμένες ανάγκες σαν παιδιά.

Την πείνα όμως, την αληθινή πείνα, κανείς μας δεν τηνείχε γνωρίσει και αρχίσαμε να μαθαίνουμε τι θα πει πείνα, προσωρινά, τα δύο χρόνια πάνω στη Σιέρρα Μαέστρα. Και τότε πολλά πράγματα έγιναν ξεκάθαρα… Μάθαμε ότι η ζωή ενός ανθρώπου αξίζει εκατομμύρια φορές περισσότερο απ’ όλη την περιουσία του πλουσιότερου ανθρώπου στη γη. Τομάθαμε εκεί εμείς, που δεν ήμαστε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς. Γιατί λοιπόν ναδιαλαλήσουμε τώρα ότι είμαστε οι προνομιούχοι και ότι ο υπόλοιπος λαός της Κούβας δεν μπορεί κιαυτός να μάθει; Ναι, μπορούν, να μάθουν. Σήμερα μάλιστα η επανάσταση απαιτεί να μάθουν, απαιτεί να καταλάβουν καλά ότι η περηφάνια που πηγάζει από την εξυπηρέτηση του συνανθρώπου μας είναιπολύ σημαντικότερη από ένα καλό εισόδημα· ότι η ευγνωμοσύνη των ανθρώπων είναι μονιμότερη, διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ όσο χρυσάφι μπορεί να συσσωρεύσει κάποιος. Κάθε γιατρός, στη σφαίρα της δραστηριότητας του, μπορεί και πρέπει να συγκεντρώσει αυτό τον πολύτιμο θησαυρό, την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων. Πρέπει τότε να αρχίσουμε να διαγράφουμε τις παλιές αντιλήψεις μας και να ερχόμαστε όλο και πιοκοντά στο λαό με κριτικό πνεύμα. Όχι με τον τρόπο που τον πλησιάζαμε πριν, γιατί όλοι θα πείτε: «Όχι, εγώ είμαι φίλος του λαού. Μου αρέσει να μιλάω με εργάτες και αγρότες και τις Κυριακές πηγαίνω στο τάδε μέρος για να δω τοτάδε πράγμα». Όλοι το έκαναν αυτό. Αλλά το έκαναν υπό τύπον ελεημοσύνης και αυτό που πρέπει να προωθήσουμε σήμερα είναι η αλληλεγγύη. Δεν πρέπει να πλησιάζουμε το λαό για να λέμε: «Να’ μαστε. Ερχόμαστε να σας ελεήσουμε με την παρουσία μας, να σας διδάξουμε την επιστήμη μας, να καταδείξουμε τα λάθη σας, την έλλειψη λεπτότητας και στοιχειώδους γνώσης που σας διακρίνει».

Πρέπει να τον πλησιάζουμε με ερευνητικό ζήλο και ταπεινό πνεύμα, για να μαθαίνουμε από αυτή τη μεγάλη πηγή σοφίας που είναι ο λαός. Συχνά συνειδητοποιούμε πόσο λανθασμένες ήταν κάποιες αντιλήψεις μας, οι οποίες είχαν γίνει κομμάτι του εαυτού μας και, αυτόματα, της συνείδησης μας. Κάθε τόσο έπρεπε να αλλάζουμε όλεςτις αντιλήψεις μας, όχι μόνο τις γενικές, κοινωνικές ή φιλοσοφικές αντιλήψεις, αλλά πότε πότε και τιςαντιλήψεις μας για την ιατρική. Θα δούμε ότι οι ασθένειες δε θεραπεύονται πάντα όπως θεραπεύεται μια αρρώστια στο νοσοκομείο μιας μεγάλης πόλης. Θα δούμε ότι ο γιατρός πρέπει να είναι και αγρότης, ότι πρέπει να μάθει να καλλιεργεί νέα τρόφιμα και, με το παράδειγμα του, να καλλιεργεί τηνεπιθυμία για κατανάλωση νέων τροφίμων, για διαφοροποίηση της διατροφικής δομής στην Κούβα -τόσο μικρής και τόσο φτωχής σε μια αγροτική χώρα που είναι εν δυνάμει η πλουσιότερη στη γη. Θα δούμε τότε ότι κάτω από αυτές τις περιστάσεις θα πρέπει να είμαστε και παιδαγωγοί, ότι θα πρέπει επίσης να είμαστε και πολιτικοί – ότι το πρώτο που θα πρέπει να κάνουμε δεν είναι να προσφέρουμε τη σοφία μας, αλλά να δείξουμε άτι είμαστε έτοιμοι να μάθουμε με το λαό, να φέρουμε σε πέρας αυτή τη σπουδαία και όμορφη κοινή εμπειρία – να χτίσουμε μια νέα Κούβα.

Έχουμε ήδη κάνει πολλά βήματα και η απόσταση από την 1η Ιανουαρίου 1959 μέχρι σήμερα δεν μπορεί να μετρηθεί με συμβατικό τρόπο. Πριν από καιρό οι άνθρωποι καταλάβαιναν ότι εδώ είχε καταρρεύσει όχι μόνο ένας δικτάτορας, αλλά κι ένα σύστημα. Τώρα ο λαός πρέπει να μάθει ότι πάνω στα ερείπια ενός γκρεμισμένου συστήματος πρέπει να οικοδομήσουμε ένα νέο, το οποίο θα οδηγεί στην απόλυτη ευτυχία του λαού….Πειστήκαμε οριστικά ότι υπάρχει ένας κοινός εχθρός. Ξέρουμε ότι όλοι κοιτάζουν πίσω τους για να δουν μήπως τους ακούει κανείς, μήπως κρυφακούει κανείς από κάποια πρεσβεία και μεταδώσει όσα ακούει, πριν πουν ξεκάθαρα τη γνώμη τους κατά των μονοπωλίων, πριν πουν ξεκάθαρα: «Εχθρός μας και εχθρός ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής είναι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που στηρίζει τα μονοπώλια». Αν όλοι ξέρουν ήδη ότι αυτός είναι ο εχθρός και αν έχουμε ως αφετηρία μας τη γνώση ότι όποιος παλεύει εναντίον αυτού του εχθρού έχει κάτι κοινό με εμάς, τότε προχωρούμε παρακάτω. Ποιοι είναι οι στόχοι μας εδώ στην Κούβα; Τι θέλουμε; Θέλουμε την ευτυχία του λαού ή όχι; Παλεύουμε για την απόλυτη οικονομική απελευθέρωση της Κούβας ή όχι; Δεν παλεύουμε για να είμαστε μια ελεύθερη χώρα ανάμεσα σε ελεύθερες χώρες, χωρίς να ανήκουμε σε κανένα στρατιωτικό συνασπισμό, χωρίς να πρέπει να συμβουλευόμαστε την πρεσβεία οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης για κάθε απόφαση που παίρνουμε για εσωτερικά και διεθνή θέματα; Δε σκεφτόμαστε να ανακατανείμουμε τον πλούτο εκείνων πουέχουν πάρα πολλά για να δώσουμε σ’ εκείνους που δεν έχουν τίποτα; Δε σκεφτόμαστε εδώ να προσφέρουμε δημιουργικό έργο, μια δυναμική καθημερινή πηγή ευτυχίας; Αν ναι, τότε έχουμε ήδη τους στόχους στους οποίους αναφερθήκαμε… Σε καιρούς μεγάλου κίνδυνου, σε καιρούς μεγάλης έντασης και μεγάλης δημιουργίας, αυτό που έχει σημασία είναι ο μεγάλος εχθρός και οι μεγάλοι στόχοι. Αν συμφωνούμε, αν όλοι μας ξέρουμε ήδη πού πηγαίνουμε, τότε, ό,τι κι αν συμβεί, πρέπει να αρχίσουμε τη δουλειά μας. Σας έλεγα ότι για να είναι κανείς επαναστάτης πρέπει να υπάρχει επανάσταση. Την έχουμε ήδη. Κι ένας επαναστάτης πρέπει επίσης να γνωρίζει τους ανθρώπους με τους οποίους πρόκειται να δουλέψει .Πιστεύω ότι δε γνωρίζουμε ακόμα καλά ο ένας τον άλλο. Πιστεύω ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας… [Ωστόσο] αν γνωρίζουμε τους στόχους, αν γνωρίζουμε τον εχθρό και αν γνωρίζουμε προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε, τότε το μόνο που μας απομένει είναι να μάθουμε πόση απόσταση πρέπει να διανύουμε κάθε μέρα και να το κάνουμε. Κανένας δεν μπορεί να πει πόση είναι αυτή η απόσταση· η απόσταση αυτή είναι η προσωπική πορεία κάθε ανθρώπου – είναι αυτό που θακάνει κάθε μέρα, αυτό που θα κερδίζει από την προσωπική του εμπειρία και αυτό που θα δίνει απότον εαυτό του ασκώντας το επάγγελμα του, αφοσιωμένος στην ευημερία του λαού. Αν διαθέτουμε ήδη όλα τα στοιχεία για να βαδίσουμε προς το μέλλον, ας θυμηθούμε τη φράση του Χοσέ Μαρτί, την οποία πρέπει να εφαρμόζουμε διαρκώς: «Ο καλύτερος τρόπος να πεις κάτι είναι νατο κάνεις».

Ας βαδίσουμε λοιπόν προς το μέλλον της Κούβας.

Πηγή: Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, Latinoamericana, Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, 2004. Το πλήρες κείμενο αυτής της ομιλίας περιλαμβάνεται στη νέα έκδοση του Che Guevara Reader, που εκδόθηκε από την Ocean Press το 2003.

Αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε στον Φιντέλ Κάστρο (1965)

Ο Φιντέλ Κάστρο διαβάζει το γράμμα του Τσε σε δημόσια συγκέντρωση στην Αβάνα, 1965

Φιντέλ,

αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική).

Αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική). Πολλοί σύντροφοι έπεσαν στην πορεία προς τη νίκη.

Σήμερα τα πάντα έχουν ένα λιγότερο δραματικό τόνο, επειδή είμαστε πιο ώριμοι, αλλά το γεγονός επαναλαμβάνεται. Αισθάνομαι ότι έχω κάνει το καθήκον μου προς την Κουβανέζικη επανάσταση, στο έδαφός της, και αποχαιρετώ εσένα, τους συντρόφου, το λαό σου ο οποίος είναι τώρα δικός μου.

Παραιτήθηκα επίσημα από τις θέσεις μου στην ηγεσία του κόμματος, το πόστο μου σαν υπουργός, το βαθμό μου σα διοικητής και τηνυπηκοότητά μου. Δεν έχω κανένα πια δεσμό νομικά με την Κούβα. Οι μόνοι δεσμοί που εχω είναι άλλης φύσεως-αυτοί που δεν σπάνε όπως οι διορισμοί σε πόστα. Ανασκοπώντας τη ζωή μου, πιστεύω ότι δούλευα με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για να εδραιώσω την επαναστατική κατάκτηση. Το μόνο μου σοβαρό λάθος ήταν το ότι δεν σου έδειξα αρκετή εμπιστοσύνη απ’ τις πρώτες στιγμές στη Σιέρα Μαέστρα και το ότι δεν κατάλαβα αρκετά γρήγορα τις ηγετικές και επαναστατικές σου ικανότητες.

Έζησα υπέροχες στιγμές δίπλα σου και αισθάνομαι την τιμή να ανήκω στους ανθρώπους σου στις λαμπρές μα λυπημένες μέρες της κρίσης της Καραϊβικής. Λίγοι πολιτικοί είναι στις μέρες μας τόσο λαμπροί όσο εσύ. Είμαι επίσης περήφανος που σε ακολούθησα χωρίς δισταγμό, που ταυτίστηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι και που εκτιμάς τους κινδύνους.

Άλλα έθνη του κόσμου χρειάζονται τις ταπεινές μου προσπάθειες συμπαράστασης. Μπορώ να κάνω αυτό που εσύ δεν μπορείς λόγω της ευθύνης σου στην αρχηγία της Κούβας, και έφτασε ο καιρός να αποχωριστούμε.

Πρέπει να ξέρεις ότι αυτό το κάνω με ανάμεικτα συναισθήματα. Αφήνω εδώ την πιο αγνή μου ελπίδα σαν χτίστης και σαν αγαπημένος αυτών που λατρεύω. Και αφήνω τους ανθρώπους που με δέχτηκαν σα γιο. Αυτό πληγώνει ένα μέρος της ψυχής μου. Μεταφέρω στα πεδία των νέων μαχών την πίστη ότι με δίδαξες, το επαναστατικό πνεύμα του λαού μου, το αίσθημα της εκπλήρωσης ενός απ’ τα πιο ιερά καθήκοντα: να πολεμάς όπου και να είσαι τον ιμπεριαλισμό. Αυτό είναι μια πηγή δύναμης και ακόμη, γιατρεύει τις βαθύτερες πληγές.

Δηλώνω για άλλη μια φορά ότι απαλλάσσω την Κούβα από κάθε ευθύνη, εκτός απ’ αυτή που προέρχεται απ’ το παράδειγμά της. Αν ο θάνατος με βρει κάτω από άλλους ουρανούς, η τελευταία μου σκέψη θα είναι γι αυτό το λαό και ειδικά για σένα. Είμαι ευγνώμων για τη διδασκαλία και το παράδειγμά σου, στο οποίο θα προσπαθήσω να σταθώ πιστός μέχρι τις τελικές συνέπειες των πράξεών μου.

Πάντα ταυτιζόμουν με την εξωτερική πολιτική της επανάστασής μας,όπως και συνεχίζω. Όπου κι αν βρίσκομαι, θα αισθάνομαι την ευθύνη του να είσαι Κουβανός επαναστάτης και σαν τέτοιος θα συμπεριφέρομαι. Δεν λυπάμαι που δεν άφησα τίποτα υλικό στη γυναίκα και τα παιδιά μου. Είμαι ευτυχισμένος που έγινε έτσι. Δε ζητώ τίποτα γι αυτούς γιατί το κράτος θα φροντίσει να έχουν αρκετά για να ζήσουν και να μορφωθούν. Θα είχα πολλά να πω σ’ εσένα και το λαό μας, αλλά αισθάνομαι ότι είναι άχρηστα. Οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που θα ήθελα και δεν υπάρχει λόγος να ξοδεύω σελίδες.

Πάντα μπροστά για τη νίκη!
Πατρίδα ή θάνατος!
Σε αγκαλιάζω με όλο τον επαναστατικό μου ζήλο.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, 3 Οκτωβρίου 1965.

Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι

Του Πάνου Πικραμένου.

Την τελική απόφαση πάντως για την δράση στην Βολιβία την πήρε ο Φιντέλ Κάστρο σε συνεργασία με τον αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών της Κούβας. Ο Τσε, ενοχλημένος από το γεγονός ότι ο Κάστρο δημοσιοποίησε την αποχαιρετιστήρια επιστολή που του είχε εγχειρήσει πριν αναχωρήσει για το Κονγκό, γεγονός που ουσιαστικά απέκλειε την επιστροφή του στην πολιτική ζωή της Κούβας, δεν φαινόταν να έχει διάθεση να επιστρέψει στην Αβάνα. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός στενού φίλου του και υψηλόβαθμου στελέχους της κουβανέζικης κυβέρνησης για να δεχθεί τελικά να πραγματοποιήσει ένα ανεπίσημο ταξίδι. Επέστρεψε στην Κούβα στα μέσα Ιουλίου 1966. Αυτή τη φορά σιωπηλά, χωρίς επίσημες υποδοχές. Αμέσως κατευθύνθηκε σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα, όπου ασχολήθηκε με την εκπαίδευση των ανταρτών που θα αναχωρούσαν για τη Βολιβία.

Η επιλογή αυτής της χώρας θα αποδεικνυόταν καταστροφική για τον ίδιο και παραμένει αίνιγμα γιατί δεν είδε εξαρχής ότι οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την επιβίωση ενός αντάρτικου κινήματος. Όμως στην Τριηπειρωτική διάσκεψη της Αβάνας, ο Φιντέλ Κάστρο φάνηκε να επανεξετάζει τη στρατηγική της εξάπλωση του αντάρτικου σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, κρατώντας αποστάσεις από τα επίσημα κομουνιστικά κόμματα. Η Βολιβία, ως ηπειρωτική χώρα, ήταν η πιο φτωχή και καθυστερημένη της Λατινικής Αμερικής. Είχε το μεγαλύτερο ποσοστό αναλφάβητων και καθυστερημένων Ινδιάνων από όλες τις άλλες χώρες, ενώ πολιτικά ήταν η πιο ασταθής, αφού μετά το1825, που ανακηρύχτηκε ανεξάρτητη δημοκρατία, πραγματοποιήθηκαν 189 αλλαγές κυβερνήσεων, πολλές με βίαιο τρόπο.

Το 1952 ξέσπασε λαϊκή επανάσταση και το Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα κατέλαβε την εξουσία. Όμως οι ελπίδες διαψεύστηκαν, γιατί σύντομα η κυβέρνηση, οργάνωσε μία κτηνώδη μυστική αστυνομία, καταλήστεψε τα δημόσια ταμεία και συμμάχησε με τις ΗΠΑ απ’ όπου προμηθεύτηκε σύγχρονο οπλισμό. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν διασπασμένο στην βάση της διαμάχης Κίνας-ΕΣΣΔ. Το Μαοϊκό κομμάτι υποστήριζε ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επανάσταση και να στηριχθεί στο αντάρτικο υπαίθρου, ενώ το φιλοσοβιετικό ακολουθώντας την γραμμή της προσέγγισης με την Δύση, ήταν αντίθετο. Η κατάσταση ήταν χειρότερη από πριν, και το 1964 ένα στρατιωτικό πραξικόπημα τερμάτισε την θητεία της κυβέρνησης. Οι αξιωματικοί του στρατού που ανέλαβαν την διακυβέρνηση είχαν όλοι εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ και ήταν φιλοαμερικανοί. Τον Οκτώβριο 1966, κοντά στον ποταμό Νακαχουασού της Βολιβίας θα νοικιαστεί ένα απομονωμένο αγρόκτημα για να χρησιμοποιηθεί ως βάση της αντάρτικης ομάδας. Σύμφωνα με τα σχέδια θα λειτουργεί και ως εκπαιδευτικό κέντρο για νεοσύλλεκτους. Το πρόγραμμα προέβλεπε ότι η εκπαίδευση θα άρχιζε στις 15 Νοεμβρίου και θα τελείωνε στις 20 Δεκεμβρίου. Δηλαδή σε 35 ημέρες οι νεοσύλλεκτοι έπρεπε να μεταμορφωθούν σε ικανούς μαχητές!

Ένας πρώην πράκτορας της CIA, ο Φίλι Αντί, γράφει στο βιβλίο του «Η CIA εναντίον του Τσε» ότι οι Αμερικανοί πίστευαν ότι ο Γκεβάρα μετά την αποτυχημένη εκστρατεία στο Κονγκό, νοσηλευόταν στη Σοβιετική Ένωση, επειδή είχε πάρει ένα χαλασμένο φάρμακο για το άσθμα. Όμως υπήρχε ήδη μία πληροφορία σχετικά με την οργάνωση κάποιου αντάρτικου στη Βολιβία, στην οποία ουδείς έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Παραδόξως όμως εκείνες τις ημέρες οι μυστικές υπηρεσίες της Αργεντινής θέτουν υπό επιτήρηση τα σπίτια των συγγενών του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, έχοντας ίσως κάποια πληροφορία ότι αυτός βρισκόταν κάπου κοντά στην Νότια Αμερική. Ακόμη και σήμερα οι πληροφορίες πάνω στο ζήτημα αν η CIA ήταν ενημερωμένη ή όχι, για τα σχέδια του για την Βολιβία, εξακολουθούν να είναι αντιφατικές. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τ. Άντερσον, στην βιογραφία που συνέγραψε για τον Τσε Γκεβάρα, αναφέρει ότι ο πράκτορας που είχε στρατολογήσει την Τάνια στις υπηρεσίες της Ανατολικής Γερμανίας, ένα μήνα πριν αυτή φτάσει στη Βολιβία αυτομόλησε στις ΗΠΑ και ότι η ίδια είχε σαφή προειδοποίηση από τηνΣτάζι να μη φύγει από το νησί της Κούβας, σύσταση στην οποία η ίδια δεν υπάκουσε. Αν αυτά αληθεύουν, ίσως κάποιοι να είχαν πάρει απόφαση να «τελειώνουν» με το «φαινόμενο Τσε Γκεβάρα»…

Το διαβατήριο Ουρουγουάης του μεταμφιεσμένου Τσε.

Στις 3 Νοεμβρίου ο Τσε αποβιβάστηκε στο αεροδρόμιο της Λα Παζ με το όνομα Αδόλφο Μένα Γκονζάλες και το ουρουγουανό διαβατήριο με αριθμό «Νο 130748». Είχε εμφάνιση αστού γραφειοκράτη: φαλάκρα, μαύρα γυαλιά, σκούρο κοστούμι και γραβάτα. Μαζί του έχει μια βεβαίωση του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών ότι συντάσσει έκθεση για τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις στη Βολιβία. Έφθασε στο αγρόκτημα που χρησιμεύει ως στρατόπεδο και εγκαταστάθηκε σε μια καλύβα με τσίγκινη σκεπή, που βρισκόταν κάτω από ένα δένδρο. Η ομάδα του θα ονομαζόταν Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός-ELN. Όταν ο Τσε έφτασε στην Βολιβία η στρατιωτική χούντα βρισκόταν ήδη δύο χρόνια στην εξουσία.

Στις 7 Νοεμβρίου 1966, ο Τσε ανοίγει ένα σημειωματάριο που είχε αγοράσει στην Φρανκφούρτη και γράφει: σήμερα αρχίζει μια νέα εποχή. Έτσι αρχίζει να καταγράφει στο ημερολόγιό του την εκστρατεία στην Βολιβία. Το σημειωματάριο έγινε γνωστό ως το «Ημερολόγιο της Βολιβίας». Ο Τσε Γκεβάρα αναχωρεί από την Λα Παζ και μετά από ταξίδι δύο ημερών φτάνει σε μια απομονωμένη περιοχή όπου έχει νοικιαστεί ένα αγρόκτημα που θα χρησιμεύσει ως αρχική βάση για τις εξορμήσεις τους: «Καθώς πλησιάζαμε στο αγρόκτημα σταματήσαμε τα αυτοκίνητα και συνεχίσαμε μόνο με το ένα για να μην μας υποψιαστεί ο γείτονας και αρχίσει να λέει ότι η επιχείρησή μας έχει ως σκοπό την παρασκευή κοκαΐνης (…) περάσαμε την νύχτα σε κάτι θάμνους, εκατό μέτρα μακριά από το σπίτι κοντά στον ξεροπόταμο (…) η περιοχή μοιάζει έρημη. Με αρκετή πειθαρχία μπορεί κάποιος να μείνει καιρό εδώ, χωρίς να γίνει αντιληπτός (…) Ξεκόλλησα από το σώμα μου έξι τσιμπούρια.». Η ομάδα σκάβει σπηλιές σε μια πλαγιά και ένα τούνελ για να αποθηκεύσει τρόφιμα και άλλα εφόδια. Στήνεται και ένα παρατηρητήριο για να εποπτεύουν τη φάρμα. Σε έναν μήνα οι εργασίες αυτές είχαν τελειώσει. Εδώ βρίσκονται έξι άτομα και περιμένουν τους υπόλοιπους. Ο Τσε σχεδιάζει να στρατολογήσει 20 Βολιβια- νούς και να αρχίσει τις εχθροπραξίες. Η επιχείρηση έχει καθυστερήσει. Στις 31 Δεκεμβρίου, με καθυστέρηση σχεδόν δύο μηνών, φτάνει στο αγρόκτημα ο Μάριο Μονχέ, ο γεν. γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Βολιβίας.

Ο Τσε, αν και γνωρίζει την έχθρα που τρέφει εναντίον του η Μόσχα, προσπαθεί ακόμη να συμμαχήσει με το φιλοσοβιετικό κομμάτι των κομουνιστών της Βολιβίας. Αυτοί θα τον προσεγγίσουν σε μια κίνηση τακτικής, όμως τελικά όχι μόνο δεν θα τον υποστηρίξουν αλλά θα τον υπονομεύσουν, αφού σύμφωνα με τη γραμμή της Μόσχας εναντιώνονται στην ιδέα του επαναστατικού αντάρτικου. Ο ίδιος ο Γκεβάρα, στο ημερολόγιό του συνοψίζει τις συζητήσεις.

Ο Μονχέ για να υποστηρίξει το αντάρτικο του Τσε είχε απαιτήσει τα εξής, όπως αναφέρονται στα «Ημερολόγια της Βολιβίας»: «θα παραιτούνταν από την καθοδήγηση του κόμματος, αλλά θα κατάφερνε τουλάχιστον αυτό να μείνει ουδέτερο, και ορισμένα στελέχη του θα έβγαιναν στο βουνό για να πάρουν μέρος στον αγώνα. Η πολιτικο-στρατιωτική καθοδήγηση θα ανατεθεί σε αυτόν, όσο η επανάσταση διεξάγεται σε βολιβιανό έδαφος. Θα αποκαθιστούσε επαφές με άλλα νοτιοαμερικάνικα κόμματα, προκειμένου να τα οδηγήσει στην υποστήριξη των απελευθερωτικών κινημάτων». Ο Τσε διαφωνεί ξεκάθαρα με τη δεύτερη απαίτηση του γεν.γραμματέα: «Δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να δεχθώ. Στρατιωτικός διοικητής θα ήμουν εγώ. Το πρώτο ζήτημα εξαρτιόταν από αυτόν. Όμως, θεωρούσα τη θέση του τρομερά λανθασμένη. Είναι διστακτική, γεμάτη συμβιβασμούς και τείνει να πάρει στην Ιστορία τη θέση αυτών που πρέπει να καταδικαστούν. Ο χρόνος θα με δικαιώσει. Όσο για το δεύτερο σημείο, δεν έβλεπα τίποτε κακό στην προσπάθεια αυτή, αλλά ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία». Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου έχει φθάσει στο αγρόκτημα σχεδόν όλη η ομάδα του Τσε. Αυτός είναι ευχαριστημένος από την ποιότητα του έμψυχου υλικού που έχει τεθεί υπό τις διαταγές του. Οι περισσότεροι είναι παλιοί σύντροφοι από την εποχή της Σιέρα Μαέστρα. Όλοι μαζί κάνοντας μακρές πορείες ασχολούνται με την εξερεύνηση και την λεπτομερή απομνημόνευση των περιοχών όπου πρόκειται να δράσουν. Ο Τσε είχε μετατρέψει τον καταυλισμό σε ένα καλά οργανωμένο και οχυρωμένο στρατόπεδο. Σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει ως κέντρο εκπαίδευσης, κέντρο επικοινωνιών, στάβλο για τα ζώα, αποθήκη εξοπλισμού και σχολή αξιωματικών, όπου διδάσκονται μία σειρά από μαθήματα: από πολιτική οικονομία, έως ιστορία και γαλλικά.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.

Τσε Γκεβάρα: Ο άνθρωπος πίσω απ’ το μύθο

Του Νικολάου Μόττα.

Ήταν 5 Μαρτίου 1960 όταν ο φωτογραφικός φακός του Αλμπέρτο Κόρντα αποτύπωνε τη μορφή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα που έμελλε να μείνει στην αιωνιότητα. Έκτοτε, εκείνη η φωτογραφία αποτέλεσε για ολόκληρες γενιές το «εικόνισμα» του ασυμβίβαστου επαναστάτη. Πέρα όμως από το βλοσυρό και αποφασιστικό βλέμμα του γενειοφόρου αργεντίνου υπήρχε και ένας άλλος Ερνέστο. Αυτός της ευρυμάθειας και της ευαισθησίας. Πέρα απ’ τον commandante υπήρχαν και άλλες, περισσότερο ανθρώπινες, όψεις του Τσε: αυτή του πολιτικού στοχαστή, αλλά και του ποιητή, του φωτογράφου, του συζύγου και πατέρα.

Μέσα από την ενδελεχή μελέτη των λόγων και των γραπτών του Γκεβάρα προκύπτει μια αξιοσημείωτη ευρεία πολιτική και κοινωνική μόρφωση εξίσου σημαντική με τις στρατηγικές του ικανότητες στον ανταρτοπόλεμο. Αφοσιωμένος μαρξιστής και ταυτόχρονα λάτρης μιας πλειάδας πνευματικών έργων που εκτείνονται από τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους μέχρι την πολιτική κληρονομιά του Χοσέ Μαρτί και από την ποίηση του Πάμπλο Νερούδα μέχρι τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Ζαν Πωλ Σαρτρ. O ασπασμός της μαρξιστικής ιδεολογίας από τον Γκεβάρα δεν ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο της συνεχούς διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και του ιμπεριαλισμού που ο ίδιος, ως φοιτητής ιατρικής, είχε αντιληφθεί ταξιδεύοντας σε χώρες της λατινικής Αμερικής. Υπήρξε και απότοκος βαθύτερης σκέψης και προσωπικών αναζητήσεων, με στόχο την κατανόηση της επανάστασης ως μέσου για την κατάκτηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στο βιβλίο της «Αναπόληση: η ζωή μου με τον Che» η σύζυγος του αργεντίνου επαναστάτη Αλέϊδα Μαρτς: «Όλοι τον γνώριζαν για τα στρατηγικά του χαρίσματα, αλλά σχεδόν τίποτα δεν ήταν γνωστό για την ευρεία θεωρητική του κατάρτιση, για την καλλιέργεια του ήδη απ’ τα χρόνια της εφηβείας του». Εκτός λοιπόν από δεινός μαχητής στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα, στη ζούγκλα του Κονγκό και στη βολιβιανή ύπαιθρο, ο Τσε ήταν ένας ακούραστος αναγνώστης. Ακόμη και υπό τις πλέον δύσκολες συνθήκες. Θυμάται η Αλέϊδα Μάρτς: «Διάβαζε πολύ, όπως πάντα, αλλά τώρα (σ.σ. κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κονγκό) το ενδιαφέρον του στρεφόταν σε ακόμη περισσότερα αντικείμενα και η μελέτη του ήταν πιο βαθιά. Είναι απίστευτο πως εν μέσω τόσων δυσκολιών, σ’έναν αφιλόξενο τόπο και έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι τον περίμενε, εξακολουθούσε να διαβάζει φιλοσοφία και διάφορα άλλα αναγνώσματα, που θα τον βοηθούσαν να αναπτύξει θεωρίες, ικανές να ενισχύσουν το μέλλον του σοσιαλισμού στον Τρίτο Κόσμο».

Ανάμεσα στα βιβλία που ζητούσε να έχει μαζί του ήταν μεταξύ άλλων: οι Τραγωδίες του Αισχύλου, Δράματα και Τραγωδίες του Σοφοκλή, Ιστορία του Ηροδότου, τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, οι Διάλογοι και η Πολιτεία του Πλάτωνα, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, ο Δον Κιχώτης, ο Φάουστ του Γκαίτε, τα Άπαντα του Σαίξπηρ. Για τον Γκεβάρα, στον κόσμο του ανταρτοπόλεμου και της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, υπήρχε χώρος και χρόνος για την ανάγνωση αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, πολιτικών δοκιμίων και ποίησης. Άλλωστε, χωρίς τη γνώση, η δημιουργία του «νέου ανθρώπου» που οραματίστηκε ο Τσε – ενός ανθρώπου απαλλαγμένου από τον εγωκεντρισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας – θα ήταν αδύνατο να γίνει πραγματικότητα.

Στο περιθώριο του πεδίου της μάχης και της πολιτικής, ο Ερνέστο έβρισκε το χρόνο για τις αγαπημένες του συνήθειες: την ανάγνωση και συγγραφή ποίησης, το ψάρεμα αλλά και τη φωτογραφία. Λίγοι γνώριζαν την αγάπη του να αποτυπώνει στιγμές της καθημερινότητας μέσα απ’ τον φωτογραφικό φακό. Πριν από τέσσερα χρόνια, το Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα (Centro de Estudios Che Guevara) υπό τη διεύθυνση της κόρης του Αλέϊδα Γκεβάρα, παρουσίασε μια κινητή έκθεση υπό τον τίτλο «Τσε, ο φωτογράφος» επιθυμώντας να καταστήσει γνωστή άλλη μια όψη του αργεντίνου επαναστάτη. Η Αλέϊδα Μαρτς γράφει γι’ αυτήν την πλευρά του Τσε: «Το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία, απ’ την εποχή που ήταν ακόμη έφηβος, ήταν τέτοιο που η τέχνη αυτή έγινε μόνιμη κι αχώριστη σύντροφος και βοηθός του στην προσπάθεια του να αιχμαλωτίσει εικόνες που σχετίζονται με τα ανθρωπιστικά του ενδιαφέροντα, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στη λατινική Αμερική και σε άλλα μέρη του κόσμου».

Αχώριστη σύντροφος του όμως ήταν και η ποίηση. Η σύντροφος του διατηρεί ως πολύτιμο θησαυρό γράμματα που ο Ερνέστο της είχε στείλει από το εξωτερικό σε πολλά από τα οποία επέλεγε να εκφραστεί ποιητικά, συνδυάζοντας το χιούμορ με το ρεαλισμό της πραγματικότητας, την προσήλωση στο καθήκον της επανάστασης με τη νοσταλγία της οικογένειας που είχε αφήσει πίσω.

Αξίζει να παρατεθούν αποσπάσματα των δύο τελευταίων γραμμάτων που ο Τσε είχε στείλει στη σύζυγο του όντας στο δρόμο για τη Βολιβία, όπου λίγο καιρό αργότερα θα συναντούσε το θάνατο.

«Μοναδική μου,

Θα μπορούσα να σου πω ότι μου λείπεις τόσο που έχω χάσει τον ύπνο μου, αλλά ξέρω ότι δε θα με πίστευες, οπότε συγκρατούμαι. Είναι όμως κάποιες μέρες που η νοσταλγία ορμάει ασυγκράτητη και με κυριεύει. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, κυρίως, δεν ξέρεις πόσο μου έλειψαν τα τελετουργικά σου δάκρυα, κάτω από τούτον τον ουρανό με τα καινούργια άστρα, που μου θύμιζε πόσο λίγο έχω χαρεί τη ζωή στον προσωπικό τομέα. […] Για τη ζωή μου εδώ δεν έχω να σου πω πολλά ενδιαφέροντα, η δουλειά μου αρέσει αλλά απαιτεί απομόνωση και μερικές φορές γίνεται κουραστική. Μελετάω, όποτε μου μένει χρόνος, και πότε πότε ονειρεύομαι. Παίζω σκάκι, δίχως αξιόλογους αντιπάλους, και περπατάω αρκετά. Αδυνατίζω, λίγο απ’ τη νοσταλγία και λίγο απ’ τη δουλειά. Δώσε ένα φιλί στα κεφτεδάκια, και σ’όλους τους άλλους. Για σένα ένα φιλί έμπλεο αναστεναγμών και λοιπών θλιβερών, απ’ τον φτωχό και φαλακρό σου σύζυγο».

Πίσω απ’ τον ατρόμητο αντάρτη που πολεμούσε για την ελευθερία των λαών υπήρχε ένας ευαίσθητος σύζυγος και πατέρας τεσσάρων παιδιών. Η επιλογή του να αφήσει τη σιγουριά της Κούβας προκειμένου να στηρίξει έμπρακτα τους επαναστατικούς αγώνες άλλων εθνών ήταν μια απόφαση που σφράγισε το πεπρωμένο του. Απόφαση επώδυνη, καθώς η προσωπική και οικογενειακή ζωή θυσιάζονταν γιά τα ιδανικά της επανάστασης. Λίγες μέρες πριν αναχωρήσει για τη Βολιβία, ο Τσε – έχοντας μεταμορφωθεί για λόγους ασφαλείας σε ηλικιωμένο άνδρα – συνάντησε για τελευταία φορά τα παιδιά του. Μια συγκινητική στιγμή που περιγράφει στο βιβλίο της η Αλέϊδα Μαρτς:

«Λίγες μέρες πριν από την αναχώρηση του, τον μετέφεραν σε ένα ασφαλές σπίτι που βρισκόταν στην Αβάνα, μεταμορφωμένο ήδη σε γερό-Ραμόν, κι’ εκεί ζήτησε να δει τα παιδιά. […] Όταν έφτασαν τα παιδιά, τους τον σύστησα ως ένα στενό φίλο του μπαμπά τους που ήθελε να τους γνωρίσει. Φυσικά δε φαντάστηκαν ότι εκείνος ο άνδρας, που έδειχνε εξηντάρης, μπορούσε να είναι ο πατέρας τους. Ήταν μια στιγμή πολύ δύσκολη για τον Τσε αλλά και για μένα. Για εκείνον βέβαια ήταν εξαιρετικά επώδυνο το να βρίσκεται τόσο κοντά τους και να μην μπορεί να τους το πει, ούτε να τους φερθεί όπως ήθελε. Ήταν μία απ’ τις πιο σκληρές δοκιμασίες που χρειάστηκε να περάσει ποτέ του».

Ήταν τέλη του 1966. Λίγους μήνες αργότερα ο Ερνέστο Γκεβάρα θα έπεφτε αιχμάλωτος του βολιβιανού στρατού και των πρακτόρων της CIA. Το τι ακολούθησε είναι γνωστό σε όλους. Πριν την σύλληψη του είχε προλάβει να στείλει το τελευταίο ποίημα στην Αλέϊδα, με λέξεις που υποδηλώνουν μια προαίσθηση του τέλους που πλησίαζε:

«Πάω να οικοδομήσω τις ανοίξεις του αίματος και του γουδιού κι αφήνω, στο κενό της απουσίας μου, ετούτο το φιλί το δίχως γνωστή διεύθυνση. Δε μου έχουν ανακοινώσει, όμως, την κρατημένη θέση στη θριαμβευτική παρέλαση της νίκης και το μονοπάτι που βγάζει στο δρόμο μου είναι φωτοστεφανωμένο από δυσοίωνες σκιές. Αν προορίζουν για μένα τον σκοτεινό θώκο των τσιμέντων, φύλαξε τον στο ομιχλώδες αρχείο των αναμνήσεων, κατέφυγε σ’αυτόν τις νύχτες των δακρύων και των ονείρων…

Αντίο μοναδική μου, μην τρέμεις μπροστά στην πείνα των λύκων ούτε στις παγωμένες στέπες της απουσίας. Σ’έχω στο μέρος της καρδιάς και θα πορευτούμε μαζί ώσπου ο δρόμος να σβηστεί».

Στις 8 Οκτωβρίου 1967, η βολιβιανή κυβέρνηση και η Ουάσινγκτον θα αποφάσιζαν τη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Εκείνη τη μέρα, στην επαρχία Βαλεγκράντε της βολιβιανής υπαίθρου, οι σφαίρες έδωσαν τέλος στη ζωή ενός ανθρώπου. Του θνητού Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, ενός ανθρώπου με κοινές αδυναμίες και συναισθήματα. Δεν κατάφεραν όμως να σταματήσουν την ανάδειξη του θρύλου του Τσε, του συμβόλου της νεανικής επαναστατικότητας για ολόκληρες γενιές.

(Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο Sierra Maestra)

Τσε Γκεβάρα και Γιούρι Γκαγκάριν / Che Guevara and Yuri Gagarin

Ο Τσε συνομιλεί με τον σοβιετικό κοσμοναύτη Γιούρι Γκαγκάριν στη Μόσχα. Ο Γκαγκάριν υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδεψε στο διάστημα, τον Απρίλιο του 1961.

Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης (Μέρος Τρίτο)

Του Τόνυ Σανουά.

Διεθνισμός.

Σε μια γιορτή για τα 24α γενέθλια του στο Περού έκανε την εξής πρόποση: «…η διαίρεση της Αμερικής σε διάφορες φανταστικές εθνότητες είναι τελείως πλασματική. Αποτελούμε μια ενιαία φυλή μιγάδων η οποία παρουσιάζει αξιοσημείωτες εθνογραφικές ομοιότητες από το Μεξικό ως τον Πορθμό του Μαγγελάνου. Γι’ αυτό στην προσπάθεια μου να ελευθερωθώ από το βάρος οποιουδήποτε στενόμυαλου πατριωτισμού πίνω εις υγείαν του Περού και μιας ενωμένης Αμερικής«. Αυτή η δήλωση του έδειχνε καθαρά τις εξελλισόμενες διεθνιστικές του πεποιθήσεις. Βέβαια δεν αποτελούσαν μια ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση και ήταν κάπως απλοϊκές στην εκτίμηση της κατάστασης. Η ιδέα της ενοποιημένης Λατ.Αμερικής υπάρχει ακόμα από τον καιρό του Σιμόν Μπολιβάρ (ο οποίος ηγήθηκε ένοπλων εξεγέρσεων κατά της Ισπανίας και βοήθησε να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία σ’ ένα μεγάλο τμήμα της Λατ.Αμερικής) και από τους πολέμους της εθνικής απελευθέρωσης του 19ου αιώνα. Η ενότητα της ηπείρου εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο όραμα για τις λατινοαμερικάνικες μάζες, όμως από τότε έχει δημιουργηθεί και μια εθνική συνείδηση σε κάθε χώρα.

Η επιθυμία ωστόσο, των μαζών να ενοποιήσουν την Λατ.Αμερική δεν είναι εφικτή στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η αστική τάξη κάθε λατινοαμερικάνικου έθνους έχει μεν να υπερασπιστεί τα δικά της οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αλλά την ίδια ώρα, έχει μεγάλα κοινά υλικά και οικονομικά συμφέροντα με τον ιμπεριαλισμό, που είναι αντίθετος με την ενότητα της ηπείρου, ακόμα και σε καπιταλιστικές συνθήκες, γιατί μπορεί να επιβάλλεται ευκολότερα σε ξεχωριστά και πιο αδύναμα απ’ αυτόν κράτη. Έτσι, η εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικής ομοσπονδίας στη Λατ.Αμερική με προοπτική την ενοποίηση της ηπείρου, είναι πραγματοποίησιμη μόνο αν ανατραπεί ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός και επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Αυτή η ιδέα του διεθνισμού ήταν ένα θέμα στο οποίο ο Τσε επανήλθε πολλές φορές και μάλιστα τα επόμενα χρόνια υπερασπίστηκε με θέρμη και την ιδέα μιας διεθνούς επανάστασης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

Ο Τσε συνέχισε το ταξίδι του στην Κολομβία και την Βενεζουέλα χωρίς τον φίλο και σύντροφο του ταξιδιού του και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να δώσει τις τελικές του εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Η επίδραση αυτού του πρώτου ταξιδιού του ήταν φανερή στις «Ταξιδιωτικές του Σημειώσεις» («Notas de Viaje»), που έγραψε μετά βασισμένος στο ημερολόγιο του. Δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε από την Αργεντινή. «Ο άνθρωπος που έγραψε αυτές τις σημειώσεις πέθανε όταν πάτησε ξανά στο έδαφος της Αργεντινής, αυτός που τις εκδίδει και τις επεξεργάζεται, «εγώ» δηλαδή, δεν είμαι εγώ, ή τουλάχιστον δεν είναι το ίδιο εγώ που ήταν προηγουμένως. Αυτή μου η περιπλάνηση στην «Αμερική» μας, με άλλαξε περισσότερο από ότι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ«.

Οταν γύρισε στην Αργεντινή, η οικογένεια του έλπιζε ότι οι μέρες της περιπλάνησης του είχαν τελειώσει κι ότι τώρα πια θα αφοσιωνόταν στο επάγγελμα που είχε διαλέξει, την ιατρική. Ο Τσε ολοκλήρωσε τις σπουδές του τον Απρίλη του 1953 και πήρε το πτυχίο του γιατρού τ

ον Ιούνη, λίγες μέρες πριν κλείσει τα 25. Οι ελπίδες όμως των δικών του έσβησαν γρήγορα όταν ο Τσε ξεκίνησε για τη δεύτερη περιοδεία του στην Αμερική. Σ’ αυτό το ταξίδι θα πήγαινε μαζί με τον παιδικό του φίλο Κάρλος (Καλίκα) Φερέρ, που είχε διακόψει τις σπουδές του στην ιατρική.

Σύμφωνα με τον Καλίκα οι δύο φίλοι σχεδίαζαν να περάσουν πάλι από την Βολιβία, γιατί ο Τσε ήθελε να επισκεφθεί ξανά τα ερείπια των Ινκας και του Μάτσου Πίτσου. Για ακόμα αργότερα σχεδίαζαν να επισκεφθούν την Ινδία όπως έλπιζε ο Τσε και το Παρίσι που ήθελε να γνωρίσει ο Καλίκα. Ετσι, στις αρχές του Ιούλη, όταν οι δύο συνταξιδιώτες ξεκίνησαν με το τρένο από το Μπουένος Αϊρες, ο Τσε δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι σύντομα θα αφιέρωνε την ζωή του στον επαναστατικό αγώνα. Επικρατούσε ακόμα στον χαρακτήρα του ο μποέμ. Σχετικά σύντομα όμως αυτό επρόκειτο να αλλάξει.

Οι άνθρωποι συμμετέχουν στο επαναστατικό κίνημα για πολλούς λόγους. Μερικοί έλκονται από τις πολιτικές ιδέες, άλλοι σπρώχνονται από την αγανάκτηση τους για την υπάρχουσα κατάσταση και κάποιοι κερδίζονται στην επανάσταση όταν ζούν μέσα σε μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, απλά γιατί δεν μπορούν πια να μείνουν αμέτοχοι στα γεγονότα. Ο λόγος για τον οποίο άλλαξε ριζικά η ζωή του Τσε δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια μόνο αιτία. Αναμφίβολα τον ενδιέφερε η πολιτική και πράγματι εξοργιζόταν από τις κοινωνικές συνθήκες που αντίκρυζε. Την ίδια ώρα επηρεάστηκε πολύ από τις ισχυρές κοινωνικές εκρήξεις που γνώρισε στο δεύτερο ταξίδι του στην Λατ.Αμερική και ειδικότερα από τα επαναστατικά κινήματα της Βολιβίας και της Γουατεμάλας. Από κεί και πέρα η ζωή του πήρε μια εντελώς νέα και αναπάντεχη γι’ αυτόν τροπή.

Στην Βολιβία.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του, ο Τσε έγραψε ένα άλλο ημερολόγιο με τίτλο «Otra Vez» («Πάλι Ξανά»). (* σημείωση στο τέλος του κεφαλαίου) Αναλογιζόμενος πως άρχισε το ταξίδι, έγραφε: «Αυτή τη φορά, το όνομα του κολλητού μου άλλαξε, τώρα ο Αλμπέρτο ονομάζεται Καλί-κα, όμως το ταξίδι παραμένει ίδιο: δύο διαφορετικές επιθυμίες ταξιδεύουν σ’ ολόκληρη την Αμερική χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι θέλουν ή προς τα που είναι ο βορράς«.

Ο Τσέ και ο σύντροφος του έφτασαν τον Ιούλη του 1953 στην Λα Παζ, την πρωτεύουσα της Βολιβίας. Εκεί εμπλάκηκαν αμέσως στις επαναστατικές αναταραχές που συγκλόνιζαν ένα από τα πιο φτωχά και «ινδιάνικα» έθνη της Αμερικής. Δώδεκα μήνες νωρίτερα είχε ξεσπάσει ένας μαζικός ξεσηκωμός των ιθαγενών αγροτών και των εργατών στα ορυχεία κασσίτερου. Αυτή η μαζική εξέγερση ανέβασε στην εξουσία το «Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα» (MNR -Movimiento Nacionalista Revolutionario). Η νέα κυβέρνηση, προσπαθώντας να κρατήσει το μαζικό κίνημα υπό τον έλεγχο της, αναγκάστηκε εξαιτίας των μαζικών ξεσηκωμών να εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Οι χωρικοί, μετά από μια σειρά καταλήψεις σε μεγάλες εκτάσεις γής, επέβαλαν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης. Τα ορυχεία κασσίτερου, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν την μεγαλύτερη πηγή εισοδήματος της Βολιβίας, εθνικοποιήθηκαν. Οι εργάτες των ορυχείων και οι αγρότες πήραν τα όπλα και τμήματα του στρατού πέρασαν με το μέρος τους. Ιδρύθηκε μια πολιτοφυλακή και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ο στρατός τυπικά διαλύθηκε. Παρ’ όλα αυτά, η επανάσταση δεν ολοκληρώθηκε με την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος εργατικής δημοκρατίας και το κίνημα τελικά ηττήθηκε.

Κατά τη διάρκεια αυτών των επαναστατικών γεγονότων, οι εργάτες των ορυχείων έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ίδρυση ενός νέου ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κέντρου, του COB (Central Obrera Boliviana-Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο Βολιβίας). Επηρεασμένο από το επαναστατικό αυτό κύμα το COB υϊοθέτησε και επίσημα πλέον το «Μεταβατικό Πρόγραμμα», που έγραψε ο Λ.Τρότσκυ το 1938. Στην Λα Παζ, ο Τσε περνούσε το μεγάλο μέρος του χρόνου του σε καφενεία και μπαρ, όπου συναντούσε πολιτικούς πρόσφυγες που είχαν καταφτάσει απ’ ολόκληρη την Αμερική. Καθώς προχωρούσε η επανάσταση, η Βολιβία είχε γίνει πόλος έλξης των ριζοσπαστών και αριστερών επαναστατών.

Ο Τσε έγραφε στο «Otra Vez»: «Η Λα Παζ είναι η Σαγκάη της Αμερικάνικης ηπείρου. Μια μεγάλη ποικιλία ριψοκίνδυνων ανθρώπων απ’ όλες τις εθνικότητες φυτρώνει και ανθίζει στην πολύχρωμη αυτή πόλη των μιγάδων». Εκεί, ο Τσε γνώρισε διάφορους πολιτικούς αγωνιστές, με τους οποίους είχε πολλές συζητήσεις και λογομαχίες. Συναντήθηκε, επίσης και με μερικούς Αργεντινούς που ζούσαν στην Λα Παζ. Ανάμεσα σε αυτούς που γνώρισε ήταν κι ένας εξόριστος Αργεντινός, ο Νόγκες.

Η επιρροή των σημαντικών κοινωνικών γεγονότων που συνέβαιναν στη Βολιβία αντανακλώνται στα σχόλια που έκανε ο Τσε για αυτόν τον ηγέτη της Αργεντίνικης κοινότητας. «Οι πολιτικές του ιδέες είναι εδώ και κάμποσο καιρό ξεπερασμένες, όμως αυτός τις διατηρεί ανεξάρτητα από την προλεταριακή καταιγίδα που έχει ξεσπάσει στο πολεμοχαρές μας ημισφαίριο». Με αυτές τις κοινωνικές επαφές, ο Τσε ζούσε μια διπλή ζωή στη Λα Παζ. Από την μια παρακολουθούσε το επαναστατικό κίνημα και από την άλλη συμμετείχε στη ζωή της υψηλής κοινωνίας της Αργεντίνικης κοινότητας. Κάποια στιγμή ο αδερφός του Νόγκες, που είχε γυρίσει πρόσφατα από την Ευρώπη, έδειξε στον Τσε και τον Καλίκα μια πρόσκληση που είχε λάβει για τον γάμο ενός Ελληνα μεγιστάνα, του Αριστοτέλη Ωνάση.

Η φωτιά της επανάστασης.

Ομως, ήταν οι επαναστατικές εξελίξεις που έζησε ο Τσε στη Λα Παζ,, που τον επηρέασαν περισσότερο. Τον Ιούλη έγραφε στον πατέρα του λέγοντας ότι ήθελε να μείνει περισσότερο στη Βολιβία διότι «…είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χώρα και βρίσκεται σε στιγμές μεγάλου αναβρασμού. Στις 2 Αυγούστου θα εφαρμοστεί η αγροτική μεταρρύθμιση και αναμένεται να γίνουν φασαρίες και συγκρούσεις σε ολόκληρη την χώρα. Εχουμε δει απίστευτες διαδηλώσεις, ανθρώπους οπλισμένους με Μάουζερς και «πιριπίπι» (πολυβόλα) να πυροβολούν για πλάκα. Κάθε μέρα ακούγονται πυροβολισμοί και υπάρχουν πολλοί νεκροί και τραυματίες».

Ο Τσε θέλοντας να γνωρίσει τους φημισμένους Βολιβιανούς εργάτες των ορυχείων από πρώτο χέρι, επισκέφτηκε τα ορυχεία της Μπάλσα Νέγκρα, που βρισκόταν έξω από την Λα Παζ. Πριν από την επανάσταση οι φρουροί της εταιρείας πυροβολούσαν εν ψυχρώ τους απεργούς εργάτες. Τώρα όμως τα ορυχεία είχαν εθνικοποιηθεί. Ο Τσε συνάντησε φορτηγά γεμάτα με εργάτες που γύριζαν από την πρωτεύουσα, όπου είχαν πάει για να διαδηλώσουν την υποστήριξη τους στον αγώνα των αγροτών για αγροτική μεταρρύθμιση. «Με σκληρές εκφράσεις στα πρόσωπα τους και με τα κόκκινα πλαστικά κράνη τους φάνταζαν σαν πολεμιστές από άλλους κόσμους».

Παρ’ όλο, όμως που είδε την τρομερή δύναμη των Βολιβιανών εργατών ο Τσε δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει πραγματικά τον αποφασιστικό ρόλο που μπορεί να παίξει η εργατική τάξη στη σοσιαλιστική επανάσταση, ακόμα και σε χώρες όπως η Βολιβία, όπου η εργατική τάξη αποτελούσε την μειοψηφία του πληθυσμού. Αυτή του η αδυναμία, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες έμελλε να έχει ένα άμεσο αντίκτυπο στις ιδέες που ανάπτυξε αργότερα.

Σ’ αυτό όμως το στάδιο της πολιτικής εξέλιξης του Τσε, πρέπει να σημειώσουμε την μεγάλη επιρροή που άσκησαν τα γεγονότα της Βολιβίας στην αντίληψη του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ήρθε σε άμεση επαφή με την φλόγα της επανάστασης. Παρά όμως το σαρωτικό χαρακτήρα αυτών των γεγονότων, ο Τσε παράμεινε ακόμα κύρια παρατηρητής παρά ενεργός συμμέτοχος σ’ αυτά. Αφού παράτειναν τη διαμονή τους στην Λα Παζ για περίπου ένα μήνα, τελικά ο Τσε κι ο Καλίκα, συνέχισαν το ταξίδι τους. Εμειναν λίγο καιρό στο Περού και στη Λίμα, συνάντησαν ξανά τον δόκτωρ Πέσκε και τον Νόγκες. Ο Νόγκες τους κάλεσε μερικές φορές να δειπνήσουν μαζί στο «Κάουντρι Κλάμπ» και στο πιο ακριβό ξενοδοχείο της Λίμας, το «Γκράντ Οτέλ Μπολιβάρ».

Μετά, συνέχισαν για το Εκουαδόρ όπου έκαναν καινούργιες φιλίες. Ο Τσε σκόπευε να συνεχίσει με τον Καλίκα για την Βενεζουέλα. Μετά όμως από μια σειρά περιπέτειες ο Καλίκα και ο Τσε χώρισαν. Ο Καλίκα κατευθύνθηκε προς το Καράκας και ο Τσε μαζί με ένα νέο φίλο, τον Γκάλο, προς την Γουατεμάλα. Βέβαια είχαν μείνει χωρίς λεφτά και έτσι αναγκάστηκαν να δουλέψουν για να πληρώσουν τα εισιτήρια του πλοίου. Πριν φτάσουν στην Γουατεμάλα πέρασαν από την Κόστα Ρίκα, τον Παναμά και τη Νικαράγουα και στο δρόμο ειχαν την ευκαιρία να γνωρίστούν και να συζητήσουν με διάφορα άτομα και παρέες. Ταξιδεύοντας με κατεύθυνση τον βορρά προς την Κεντρική Αμερική, ο Τσε μπήκε για πρώτη φορά σε ένα διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που υπήρχε στη νότια χερσόνησο της Λατινικής Αμερικής. Ο ιμπεριαλισμός κυριαρχούσε σε αυτές τις χώρες του νότου σε συνεργασία με την ντόπια αδύναμη εθνική αστική τάξη. Υπήρχε ένας σχετικά μεγάλος αστικός πληθυσμός, και η εργατική τάξη στις πόλεις όπως και οι κοινωνίες ήταν πιο αναπτυγμένες. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στις φτωχότερες εκείνη την εποχή χώρες, όπως η Βολιβία και το Περού.

Ωστόσο, σε μια σειρά χώρες της Κεντρικής Αμερικής ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ επέβαλλε απ’ ευθείας ντόπιους τυρράνους ως δικτάτορες και την ίδια στιγμή, μισητές εταιρείες όπως η Coca-Cola και η United Fruit Company λεηλατούσαν ξεδιάντροπα τις οικονομίες τους. Οπως σχολίασε κι ο Τσε: «…οι χώρες αυτές δεν ήταν πραγματικά έθνη, αλλά ιδιωτικά φέουδα«. Κι αυτά συνέβαιναν μόλις 50 χρόνια αφότου ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ δημιούργησε το κράτος του Παναμά, που διοικούσε σαν να ήταν χτήμα του, για να έχει τον έλεγχο της διώρυγας που είχε φτιάξει για να εξυπηρετεί τους εμπορικούς και στρατηγικούς του στόχους. Η Νικαράγουα κυβερνιόταν για 30 χρόνια από ένα διεφθαρμένο δικτάτορα, τον Σομόζα. Το Σαλβαδόρ κυβερνήθηκε από μια σειρά δικτατόρων, που σαν κύριο στόχο τους είχαν να υπερασπίσουν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών φυτειών καφέ και οι Ονδούρες έπαιζαν ουσιαστικά το ρόλο της ιδιωτικής φυτείας της United Fruit Company.

Η United Fruit Company ήταν το σύμβολο της εκμετάλλευσης της ηπείρου από τον ιμπεριαλισμό. Ο αγαπημένος ποιητής του Τσε, ο Πάμπλο Νερούδα, έγραψε μερικούς ειρωνικούς στίχους με τίτλο «La United Fruit CO», εκφράζοντας έτσι τα αισθήματα των Λατινοαμερικανών για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία.

«Οταν ήχησαν οι σάλπιγγες
όλα πάνω στην γή είχαν ετοιμαστεί
κι ο Ιεχωβάς μοίρασε τον κόσμο
στην Coca-Cola Inc, την Anaconda,
την Ford Motors και σ’ άλλες οντότητες
Η United Fruit Company κράτησε γι’ αυτήν το πιο ζουμερό:
το κεντρικό παράλιο της γής μου,
τη γλυκειά μέση της Αμερικής…».
Το ποίημα του Νερούδα συνεχίζει και καταγγέλει την εταιρεία που δημιούργησε τις «δικτατορίες της μύγας», τους δικτάτορες δηλαδή της Κεντρικής Αμερικής:
«μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος,
μύγα Καρρίας, μύγα Μαρτίνεζ,
μύγα Ουβίκο….
μύγες ποτισμένες με αίμα».

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: “Ξεκίνημα”, Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).