Τσε, Ζαν Πωλ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ / Che, Jean-Paul Sarte and Simone de Beauvoir

Με το δίδυμο της γαλλικής διανόησης Ζαν Πωλ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στο Παρίσι. Σημειώνεται ότι, πέραν της μητρικής του γλώσσας, ο Τσε μιλούσε άπταιστα τη γαλλικη.

Μήνυμα στην Τρικοντινεντάλ

«Είναι η ώρα των μαγκαλιών και δεν πρέπει να βλέπουμε άλλο απ΄ το φως». Χοσέ Μαρτί.

Εικοσιένα χρόνια κύλησαν απ΄ τον τερματισμό του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου και πολλά δημοσιεύματα, σε πολλές γλώσσες, γιορτάζουν το γεγονός που συμβολίζεται από την ήττα της Ιαπωνίας. Μια ατμόσφαιρα φαινομενικής αισιοδοξίας βασιλεύει στους διάφορους τομείς στα διαφορετικά στρατόπεδα που χωρίζουν τον κόσμο. Εικοσιένα χρόνια δίχως παγκόσμιο πόλεμο, σ΄ αυτούς τους καιρούς με τις μεγάλες διαμάχες, τις βίαιες συγκρούσεις και τις απότομες αλλαγές, είναι ένα διάστημα που φαίνεται πολύ μεγάλο. Μα και δίχως ν΄ αναλύσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της ειρήνης για την όποια είμαστε όλοι διατεθειμένοι να αγωνιστούμε (η φτώχεια, η εξαθλίωση, η ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση τεράστιων περιοχών του κόσμου) πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι μια πραγματική ειρήνη.

Αυτές οι σημειώσεις δεν έχουν την αξίωση να δώσουν το ιστορικό των διάφορων συγκρούσεων με τοπικό χαρακτήρα, που ακολούθησαν μετά την παράδοση της Ιαπωνίας. Και ούτε θα επιχειρήσουμε να κάνουμε τον οδυνηρό και πάντα αυξανόμενο απολογισμό των εμφύλιων σπαραγμών, που έχουν γίνει σ΄ αυτά τα χρόνια της υποτιθέμενης ειρήνης. Μας φτάνει να αντιτάξουμε σ΄ αυτή την υπέρμετρη αισιοδοξία τα παραδείγματα του πολέμου της Κορέας και του Βιετνάμ.

Στον πρώτο απ΄ αυτούς, μετά από χρόνια άγριας πάλης, το βόρειο τμήμα της χώρας έγινε αντικείμενο της πιο φοβερής καταστροφής στα χρονικά του σύγχρονου πολέμου. Ανασκαμμένο απ΄ τις βόμβες, δίχως εργοστάσια, δίχως σχολεία και νοσοκομεία. Δίχως καμία προστασία για δέκα εκατομμύρια κάτοικους. Στον πόλεμο της Κορέας επενέβησαν δεκάδες χώρες κάτω απ΄ την απατηλή σημαία των Ηνωμένων Εθνών και με τη στρατιωτική καθοδήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη μαζική συμμετοχή Αμερικανών στρατιωτών και τη χρησιμοποίηση του νοτιοκορεάτικου πληθυσμού, που είχε επιστρατευθεί σαν κρέας για τα κανόνια.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο στρατός και ο λαός της Κορέας και οι εθελοντές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κινάς ανεφοδιάζονταν και είχαν μια συμπαράσταση από τη σοβιετική στρατιωτική μηχανή. Απ΄ την αμερικανική πλευρά, δοκιμάστηκαν κάθε είδους όπλα καταστροφής: αν και είχαν αποκλεισθεί τα θερμοπυρηνικά όπλα, χρησιμοποιήθηκαν σε περιορισμένη κλίμακα τα βακτηριολογικά και χημικά όπλα.

Στο Βιετνάμ, οι πατριωτικές δυνάμεις πολέμησαν σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ενάντια σε τρεις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: ενάντια στην Ιαπωνία, που η ισχύς της έμελλε να υποστεί μια κάθετη πτώση μετά τις βόμβες της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι. Ενάντια στη Γαλλία που ξαναπήρε από τούτη τη νικημένη χώρα τις ινδοκινεζικες αποικίες της και αγνόησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στις δύσκολες στιγμές. Κι ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες σ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα.

Σ΄ όλες τις ηπείρους υπήρχαν περιορισμένες συγκρούσεις, ενώ στην αμερικανική ήπειρο δεν είχαν σημειωθεί ακόμη για αρκετό καιρό παρά μόνο απόπειρες απελευθερωτικής πάλης και πραξικοπημάτων, ίσαμε τη στιγμή που η κουβανέζικη Επανάσταση σήμανε τη σάλπιγγα του συναγερμού για τη σημασία αυτής της περιοχής και προκάλεσε τη λύσσα των ιμπεριαλιστών, υποχρεώνοντας την να υπερασπιστεί τις αχτές της, στην αρχή στην Πλάγια Χιρον και κατοπινά με την Κρίση του Οχτωβρη. Αυτό το τελευταίο επεισόδιο θα μπορούσε να είχε προκαλέσει ένα πόλεμο με ανυπολόγιστες διαστάσεις, επειδή είχε φέρει αντιμέτωπους τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς σχετικά με την Κούβα.

Μα προφανώς η πιο μεγάλη εστία πολέμου βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα εδάφη της ινδοκινεζικης χερσονήσου και στις γειτονικές της χώρες. Το Λάος και το Βιετνάμ σπαράζονται από εμφύλιους πόλεμους, που παύουν πια να είναι εμφύλιοι απ΄ τη στιγμή που είναι παρών ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, με όλη του την ισχύ. Κι όλη η ζώνη γίνεται μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί. Στο Βιετνάμ, η σύγκρουση πήρε μια εξαιρετική οξύτητα. Δεν έχουμε την πρόθεση να δώσουμε την ιστορία αυτού του πολέμου. Θα περιοριστούμε μόνο σε μερικά σημεία αναφοράς.

Το 1954, μετά τη συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου, υπεγράφησαν οι συμφωνίες της Γενεύης, που διαιρούσαν τη χώρα σε δυο ζώνες και όριζαν ότι θα γίνονταν εκλογές μέσα σε δεκαοχτώ μήνες, για να αποφασιστεί ποιος θα κυβερνούσε το Βιετνάμ και με ποιο τρόπο θα ξαναγινόταν η συνένωση της χώρας. Οι Αμερικανοί δεν υπέγραψαν αυτό το έγγραφο και άρχισαν να ελίσσονται για ν΄ αντικαταστήσουν το ανδρείκελο των Γάλλων, τον αυτοκράτορα Μπάο — Ντάι, μ΄ έναν άνθρωπο που να ανταποκρίνεται στις δικές τους προθέσεις. Ήταν ο Νγκο Ντινχ Ντιέμ, που όλος ο κόσμος ξέρει το τραγικό του τέλος — της στυμμένης λεμονόκουπας απ΄ τον ιμπεριαλισμό. Μια αισιοδοξία κυριάρχησε στο στρατόπεδο των λαϊκών δυνάμεων στους μήνες που ακολούθησαν την υπογραφή των συμφωνιών της Γενεύης. Στο νότιο τμήμα της χώρας είχαν αρχίσει να κατεδαφίζουν τις οχυρώσεις του πολέμου εναντίον των Γάλλων και όλοι περίμεναν την εφαρμογή της συνθήκης. Μα οι πατριώτες δεν άργησαν να καταλάβουν ότι δεν θα γίνονταν οι εκλογές εκτός πια κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ένιωθαν ότι μπορούσαν να επιβάλουν τη θέληση τους στις κάλπες, πράγμα που ήταν αδύνατο να γίνει ακόμη κι αν κατέφευγαν σ΄ όλες τις μορφές του δόλου, που αυτές ξέρουν τα μυστικά του.

Οι αγώνες συνεχίστηκαν ξανά στο νότιο τμήμα της χώρας κι έγιναν όλο και πιο έντονοι ως τη σημερινή στιγμή που ο αμερικανικός στρατός αποτελείται από μισό εκατομμύριο περίπου εισβολείς, ενώ οι δυνάμεις των ανδρεικέλων μειώνονται και χάνουν ολωσδιόλου τη μαχητικότητα τους. Είναι κοντά δυο χρόνια που οι Αμερικανοί άρχισαν συστηματικά τους βομβαρδισμούς ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ σε μια καινούργια προσπάθεια να λυγίσουν τη μαχητικότητα του Νότου και να του επιβάλουν μια συνδιάσκεψη, ξεκινώντας από μια θέση ισχύος. Στην αρχή, οι βομβαρδισμοί ήταν λίγο — πολύ σποραδικοί και ξεκινούσαν απ΄ τον ισχυρισμό ότι αποτελούσαν αντίποινα για υποτιθέμενες προκλήσεις των Βορείων. Σε συνέχεια, αυτοί οι βομβαρδισμοί αυξήθηκαν σε ένταση, έγιναν μεθοδικοί ώσπου να μεταβληθούν, μέρα με την ημέρα, σ΄ ένα τεράστιο κυνηγητό από μέρους των αεροπορικών μονάδων των Ηνωμένων Πολιτειών, προς το σκοπό να καταστρέψουν κάθε ίχνος πολιτισμού στο βόρειο τμήμα της χώρας. Έτσι ένα από τα θλιβερά επεισόδια της διαβόητης κλιμάκωσης. Οι υλικοί στόχοι των γιάνκηδων έχουν επιτευχθεί στο μεγαλύτερο μέρος παρά την αποφασιστική αντίσταση των αντιαεροπορικών μονάδων του Βιετνάμ, παρά τα 1.700 αεροπλάνα που έχουν καταρριφθεί και παρά τη βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου σε πολεμικό υλικό. Υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ, το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του. Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με το λαό του Βιετνάμ μοιάζει με την πικρή ειρωνεία που σήμαινε η ενθάρρυνση του όχλου για τους μονομάχους του ρωμαϊκού τσίγκου. Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη.

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε τη μοναξιά του Βιετνάμ, θα μας πιάσει ένα άγχος για τούτη την άλογη στιγμή της ανθρωπότητας. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεραστία και επεκτείνονται σ΄ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν. Είναι ένοχοι εκείνοι που συνεχίζουν έναν πόλεμο με βρισιές και τρικλοποδιές, που τον άρχισαν από καιρό οι αντιπρόσωποι των δυο πιο μεγάλων δυνάμεων του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Θέτουμε το πρόβλημα για να πετύχουμε μια τίμια απάντηση: το Βιετνάμ είναι ή δεν είναι απομονωμένο και επιδίδεται σε μια επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στις δυο δυνάμεις που έχουν εμπλακεί στη διαπάλη; Τι μεγάλος που είναι αυτός ο λαός! Ποσό γενναίος και στωικός είναι! Και τι μάθημα αντιπροσωπεύει ο αγώνας για όλο τον κόσμο. Δεν θα μάθουμε πριν περάσει καιρός αν ο πρόεδρος Τζονσον το σκεφτόταν σοβαρά να πραγματοποιήσει κάποιες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για το λαό της χώρας του, για να αφαιρέσει την οξύτητα από τις ταξικές αντιθέσεις που εκδηλώνονται με μια εκρηκτική δύναμη και ολοένα και πιο συχνά. Μα είναι βέβαιο ότι αυτές οι βελτιώσεις που αναγγέλθηκαν με τον πομπώδη τίτλο μιας πάλης για τη «μεγάλη κοινωνία» έπεσαν όλες στον καιάδα του Βιετνάμ.

Η πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη αισθάνεται μια αιμορραγία στους κόλπους της, που την προκαλεί μια μικρή και καθυστερημένη χώρα και η μυθική οικονομία της αισθάνεται τις συνέπειες απ΄ τη διεξαγωγή του πολέμου. Να σκοτώνεις έπαψε πια να είναι το πιο προσοδοφόρο εμπόριο των μονοπωλίων. Ότι διαθέτουν αυτοί οι υπέροχοι στρατιώτες, πέρα απ΄ την αγάπη τους για την πατρίδα και για την κοινωνία τους και πέρα από το ανεξάντλητο θάρρος τους, είναι μόνο αμυντικά όπλα κι αυτά σε μια περιορισμένη ποσότητα. Μα ο ιμπεριαλισμός βουλιάζει στο Βιετνάμ, δεν βρίσκει διέξοδο και αναζητεί απεγνωσμένα ένα δρόμο που να του επιτρέψει να αποφύγει αξιοπρεπώς τον κίνδυνο, στον οποίο έχει εμπλακεί. Μα τα «Τέσσερα Σημεία» του Βορρά και τα «Πέντε Σημεία» του Νότου τον κρατάνε πιασμένο μέσα σε μια τανάλια και κάνουν ακόμα πιο αποφασιστική τη σύγκρουση.

Όλα φαίνεται να δείχνουν ότι η ειρήνη, αυτή η ασταθής ειρήνη που της έδωσαν αυτό το όνομα αποκλειστικά και μόνο γιατί δε σημειώθηκε καμία παγκόσμια σύρραξη, βρίσκεται πάλι σε κίνδυνο να γίνει θρύψαλα από τούτη την αμετάτρεπτη και απαράδεκτη πρωτοβουλία που πήραν οι Αμερικανοί. Και σε μας, στους εκμεταλλευόμενους του κόσμου, ποιος είναι ο ρόλος που μας ανήκει; Οι λαοί των τριών ηπείρων παρακολουθούν και διδάσκονται το μάθημα τους απ΄ το Βιετνάμ. Επειδή οι ιμπεριαλιστές, με την απειλή του πολέμου, ασκούν έναν εκβιασμό πάνω σ΄ όλη την ανθρωπότητα, η σωστή απάντηση είναι να μη φοβόμαστε τον πόλεμο. Η γενική τακτική των λαών πρέπει να είναι να επιτίθενται σκληρά και αδιάκοπα σε κάθε σημείο όπου παρουσιάζεται η σύγκρουση.

Μα, εκεί όπου έχει σπάσει αυτή η άθλια ειρήνη που υφιστάμεθα, ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μας; Να απελευθερωθούμε πάση θυσία. Το πανόραμα του κόσμου είναι σήμερα πολύπλοκο στο μέγιστο βαθμό. Ο στόχος της απελευθέρωσης αφορά ακόμη και χώρες της γηραιάς Ευρώπης, αρκετά ανεπτυγμένες για να αισθάνονται όλες τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, μα τόσο αδύνατες που δεν μπορούν να ακολουθήσουν το δρόμο του ιμπεριαλισμού ή να εμπλακούν σ΄ αυτόν. Εκεί οι αντιθέσεις θα φτάσουν, στα χρόνια που μας έρχονται, σ΄ ένα εκρηκτικό βαθμό, μα τα προβλήματα τους —και κατά συνέπεια και η λύση τους— είναι διαφορετικά από τα προβλήματα των δικών μας εξαρτημένων και οικονομικά καθυστερημένων λαών. Το κυριότερο πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού αγκαλιάζει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους: την Αμερική, την Ασία και την Αφρική. Η κάθε χώρα έχει τις ιδιομορφίες της, μα και η κάθε ήπειρος στο σύνολο της τις δικές της.

Η Αμερική αποτελεί ένα σύνολο λίγο πολύ ομοιογενές και τα αμερικανικά μονοπωλιακά κεφάλαια διατηρούν τα απόλυτα πρωτεία στο σύνολο των εδαφών της. Οι κυβερνήσεις ανδρείκελα ΄η, στην καλύτερη περίπτωση, οι αδύνατες και φοβισμένες, δεν μπορούν να αντιταχθούν στις διαταγές των γιάνκηδων αφεντικών. Οι Αμερικανοί έχουν φτάσει σχεδόν στο τελευταίο όριο της πολιτικής και οικονομικής τους κυριαρχίας και δεν θα μπορούσαν πια να προχωρήσουν παραπέρα. Η οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάσταση θα μπορούσε να μεταβληθεί σε μια κάμψη της πρωτοκαθεδρίας τους. Η πολιτική τους συνίσταται στο να διατηρήσουν αυτά που έχουν κερδίσει. Η γραμμή της δράσης τους περιορίζεται σήμερα στην κτηνώδη χρησιμοποίηση της βίας για την κατάπνιξη των απελευθερωτικών κινημάτων, όποια κι αν είναι αυτά.

Το σύνθημα «δεν θα επιτρέψουμε μια άλλη Κούβα» πάει να κρύψει τη δυνατότητα τους να διαπράττουν ατιμώρητα εισβολές, σαν κι αυτήν που έγινε ενάντια στη Δομινικανικη Δημοκρατία ή και προηγούμενα με τη σφαγή του Παναμά, και την καθαρή προειδοποίηση ότι τα στρατεύματα των γιάνκηδων είναι διατεθειμένα να επεμβαίνουν σε οποιοδήποτε σημείο της Αμερικής, όπου διαταράσσεται η κατεστημένη τάξη, βάζοντας σε κίνδυνο τα αμερικανικά συμφέροντα. Αυτή η πολιτική απολαμβάνει μια απόλυτη σχεδόν ατιμωρησία. Η Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών, όσο ξεπεσμένη κι αν είναι, αποτελεί μια πολύ βολική μάσκα. Ο Ο.Η.Ε. είναι τόσο αναποτελεσματικός, που πέφτει στα όρια του γελοίου και του τραγικού. Οι στρατοί όλων των χωρών της Αμερικής είναι έτοιμοι να επέμβουν, για να συντρίψουν τους λαούς της. Στην ουσία, έχει συγκροτηθεί η διεθνής του εγκλήματος και της προδοσίας. Εξάλλου, οι εθνικές αστικές τάξεις δεν είναι πια διόλου ικανές να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό —αν ήταν και καμία φορά— και σήμερα είναι η οπισθοφυλακή του. Δεν υπάρχουν πια άλλες αλλαγές να γίνουν: η σοσιαλιστική επανάσταση ή καρικατούρα της επανάστασης.

Η Ασία είναι μια ήπειρος με χαρακτηριστικές ιδιομορφίες. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια σε διάφορες ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις οδήγησαν στην εγκαθίδρυση λίγο πολύ προοδευτικών κυβερνήσεων, που η παραπέρα εξέλιξη τους ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις το βάθεμα των πρώτων στόχων της εθνικής απελευθέρωσης και σε άλλες μια επιστροφή σε προιμπεριαλιστικες θέσεις. Από οικονομική πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν λίγα να χάσουν και πολλά να κερδίσουν στην Ασία. Οι αλλαγές τους διευκολύνουν. Αγωνίζονται για να εκτοπίσουν άλλες νεοαποικιακες δυνάμεις, για να διεισδύσουν σε καινούργιες σφαίρες ενεργειών στον οικονομικό τομέα, κάποτε άμεσα και κάποτε χρησιμοποιώντας την Ιαπωνία. Μα υπάρχουν ειδικές πολιτικές συνθήκες, προπάντων στην ινδοκινεζικη χερσόνησο, οι όποιες προσδίδουν μια εξαιρετική σημασία στην Ασία και παίζουν ένα πολύ σπουδαίο ρόλο στην καθολική στρατηγική πολέμου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ο τελευταίος περισφίγγει την Κίνα, μ΄ ένα κλοιό, που περιλαμβάνει τουλάχιστο τη Νότιο Κορέα, την Ιαπωνία, τη Φορμόζα, το Νότιο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη. Αυτή η διπλή κατάσταση, ένα τόσο σημαντικό στρατηγικό συμφέρον όπως είναι η στρατιωτική περικύκλωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας απ΄ τη μια μεριά και η φιλοδοξία των αμερικανικών κεφαλαίων να βρουν διέξοδο στις μεγάλες της αγορές απ΄ την άλλη, κάνουν την Ασία ένα από τα πιο εκρηκτικά μέρη του σημερινού κόσμου, παρά τη φαινομενική σταθερότητα που υπάρχει έξω από τη ζώνη του Βιετνάμ.

Η Μέση Ανατολή, που ανήκει γεωγραφικά σ΄ αυτή την ήπειρο, μα με τις δικές της ξεχωριστές αντιφάσεις, βρίσκεται σε μεγάλο αναβρασμό και δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι διαστάσεις θα πάρει ο ψυχρός πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, που υποστηρίζεται απ΄ τους ιμπεριαλιστές, και στις προοδευτικές χώρες της περιοχής. Είναι ένα άλλο από τα ηφαίστεια που απειλούν τον κόσμο. Η Αφρική προσφέρει τα γνωρίσματα ενός σχεδόν παρθένου εδάφους για τη νεοαποικιοκρατικη εισβολή. Έγιναν αλλαγές που ως ένα βαθμό υποχρέωναν τις νεοαποικιοκρατικές δυνάμεις να ενδώσουν σ΄ ότι αφορά τα παλιά απόλυτα προνομία τους. Μα όταν οι διαδικασίες εξελίσσονται αδιάκοπα, τότε την αποικιοκρατία τη διαδέχεται η νεοαποικιοκρατία, που οι συνέπειες της είναι οι ίδιες όσον αφορά την οικονομική κυριαρχία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αποικίες σ΄ αυτή την ήπειρο και πασχίζουν τώρα να διεισδύσουν στα παλιά περιφραγμένα κτήματα των συνεταίρων τους. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η Αφρική αποτελεί μια μακροπρόθεσμη εφεδρεία στα στρατηγικά σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι σημερινές επενδύσεις του δεν είναι σημαντικές παρά μόνο στην Νοτιοαφρικανική Ένωση και αρχίζει η διείσδυση του στο Κονγκό, στη Νιγηρία και σε άλλες χώρες, όπου υποβόσκει ένας βίαιος ανταγωνισμός (ειρηνικός για την ώρα) με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο ιμπεριαλισμός δεν έχει ακόμη μεγάλα συμφέροντα να υπερασπιστεί εκεί, εκτός από το υποτιθέμενο δικαίωμα του να επεμβαίνει σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, όπου τα μονοπώλια μυρίζονται μεγάλα κέρδη ή την ύπαρξη μεγάλων εφεδρειών σε πρώτες ύλες.

Όλα αυτά τα δεδομένα μας κάνουν να αναρωτηθούμε δικαιολογημένα για τις δυνατότητες μιας βραχυπρόθεσμης ΄η μακροπρόθεσμης απελευθέρωσης των λαών της Αφρικής. Αν αναλύσουμε την Αφρική, θα δούμε ότι γίνεται ένας αγώνας με κάποια ένταση στις πορτογαλικές αποικίες της Γουινέας, της Μοζαμβίκης και της Αγκόλας, με αξιόλογες επιτυχίες στην πρώτη και με ασταθείς επιτυχίες στις δυο άλλες. Ότι παραβρισκόμαστε ακόμη σε μια πάλη ανάμεσα στους διαδόχους του Λουμουμπα και τους παλιούς συνένοχους του Τσομπε στο Κονγκό, πάλη που φαίνεται να κλίνει προσωρινά προς τη μεριά των τελευταίων, που «ειρήνευσαν» προς όφελος τους ένα μεγάλο τμήμα της χώρας, μολονότι ο πόλεμος παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση.

Το πρόβλημα είναι διαφορετικό στη Ροδεσία. Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε όλους τους μηχανισμούς που είχε στη διάθεση του, για να παραδώσει την εξουσία σε μια μειονότητα λευκών, που την κρατάει και σήμερα. Η σύγκρουση απ΄ την πλευρά της Αγγλίας δεν έχει καθόλου επίσημο χαρακτήρα. Με τη συνηθισμένη της διπλωματική δεξιοτεχνία —που πρέπει να την πούμε καθαρή υποκρισία— η δύναμη αυτή περιορίζεται να παραβιάζει μια πρόσοψη όπου αποδοκιμάζει τάχα τα μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση του Ίαν Σμιθ. Η δόλια στάση της έχει την υποστήριξη μερικών χωρών της Κοινοπολιτείας, που την ακολουθούν, και επικρίνεται από ένα μεγάλο μέρος των χωρών της Μαύρης Αφρικής, είτε πρόκειται ή όχι για πειθήνιους υποτελείς του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Στη Ροδεσία, η κατάσταση μπορεί να γίνει εξαιρετικά εκρηκτική αν αποκρυσταλλωθούν οι προσπάθειες των μαύρων πατριωτών για να πάρουν τα όπλα κι αν το κίνημα δεχθεί πραγματικά μια υποστήριξη από τα γειτονικά αφρικάνικα έθνη. Μα για την ώρα, όλα τα προβλήματα συζητούνται μέσα σε τόσο μη αποτελεσματικούς οργανισμούς όπως είναι ο ΟΗΕ, η Κοινοπολιτεία και ο O. U. A. Ωστόσο, η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Αφρικής δεν επιτρέπει να προβλέψουμε μια επαναστατική κατάσταση σε ηπειρωτική κλίμακα. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια στους Πορτογάλους πρέπει να καταλήξουν στη νίκη, μα η Πορτογαλία δεν σημαίνει τίποτα στον κατάλογο των υπαλλήλων του ιμπεριαλισμού. Οι συγκρούσεις με πραγματικά επαναστατική σημασία είναι εκείνες που προσβάλλουν όλο το μηχανισμό του ιμπεριαλισμού. Μα εμείς δεν πρέπει να σταματήσουμε ν΄ αγωνιζόμαστε για την απελευθέρωση των τριών πορτογαλικών αποικιών και για το βάθεμα της επανάστασης τους.

Όταν οι μαύρες μάζες της Νότιας Αφρικής ή της Ροδεσίας θα αρχίσουν την αληθινή επαναστατική τους πάλη, τότε θα αρχίσει και για την Αφρική μια νέα εποχή. Ή όταν οι φτωχές μάζες θα ριχτούν στη δράση για ν΄ αποσπάσουν απ΄ τα χέρια των ολιγαρχιών που τις κυβερνούν το δικαίωμα τους για μια άξια ζωή. Για τη στιγμή, τα πραξικοπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο ή μια ομάδα αξιωματικών υποκαθιστά μια άλλη ομάδα ή κυβερνήτες που δεν εξυπηρετούν πια τα συμφέροντα της κάστας τους μήτε και τα συμφέροντα των δυνάμεων που τους υποκινούν ύπουλα, μα δεν υπάρχουν ακόμη λεκές κινητοποιήσεις. Στο Κονγκό, η μνήμη του Λουμουμπα έδωσε ψυχή σε παρόμοιες κινήσεις που αποδυναμώθηκαν όμως μέσα στους τελευταίους μήνες.

Στην Ασία, όπως το έχουμε δει, η κατάσταση είναι εκρηκτική και τα σημεία τριβής δεν βρίσκονται μόνο στο Βιετνάμ και στο Λάος, όπου διεξάγεται ο αγώνας. Βρίσκονται και στην Καμπότζη, όπου η άμεση αμερικανική εισβολή μπορεί να αρχίσει μια οποιαδήποτε στιγμή, και στην Ταϊλάνδη και στη Μαλαισία, προφανώς και στην Ινδονησία, όπου δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι ειπώθηκε η τελευταία λέξη, παρά την εκμηδένιση του Κομμουνιστικού κόμματος αυτής της χώρας όταν οι αντιδραστικοί πήραν την εξουσία. Και υπάρχει βέβαια και η Μέση Ανατολή. Στη Λατινική Αμερική, διεξάγεται ένοπλος αγώνας στη Γουατεμάλα, στην Κολομβία, στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία, και εκδηλώνονται κιόλας τα πρώτα συμπτώματα και στη Βραζιλία. Υπάρχουν και άλλες εστίες αντίστασης που ανάβουν και σβήνουν. Μα όλες σχεδόν οι χώρες αυτής της ηπείρου είναι ώριμες για παρόμοιο αγώνα που, για να θριαμβεύσει, απαιτεί τουλάχιστο την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης με σοσιαλιστικές τάσεις.

Σ΄ όλη την ήπειρο μιλιέται στην ουσία μια μόνη γλώσσα, με μόνη εξαίρεση τη Βραζιλία, που ο λαός της μπορεί να περιληφθεί στους ισπανογλωσσους λαούς, αν λάβουμε υπ΄ όψη την ομοιότητα ανάμεσα στις δυο γλώσσες. Υπάρχει μια τόσο μεγάλη ταυτότητα ανάμεσα στις τάξεις αυτών των χωρών, που φτάνουν σε μια ταύτιση «διεθνικού αμερικανικού» χαρακτήρα, πολύ πιο ολοκληρωμένη παρά στις άλλες ηπείρους. Γλώσσα, ήθη, θρησκεία, το ίδιο αφεντικό, είναι οι παράγοντες που τις ενώνουν. Ο βαθμός και οι μορφές της εκμετάλλευσης είναι ταυτόσημες ως προς τα αποτελέσματα τους, τόσο για τους εκμεταλλευτές όσο και για τους εκμεταλλευόμενους στις περισσότερες χώρες της Αμερικής μας. Και η εξέγερση ωριμάζει με επιταχυνομενους ρυθμούς.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε: πως θα καρποφορήσει αυτή η εξέγερση; Ποιες μορφές θα πάρει; Εμείς υποστηρίζουμε από καιρό, παίρνοντας υπόψη μας τα όμοια γνωρίσματα που υπάρχουν, ότι ο αγώνας στην Αμερική, όταν έρθει η στιγμή, θα πάρει πανηπειρωτικες διαστάσεις. Η Αμερική θα γίνει το θέατρο των μεγάλων και πολυάριθμων μαχών που θα δώσει η ανθρωπότητα για την απελευθέρωση της. Στο πλαίσιο αυτής της μάχης με πανηπειρωτικη σημασία, οι αγώνες που διεξάγονται σήμερα με ενεργητικό τρόπο δεν είναι παρά μόνο επεισόδια, που όμως έχουν δώσει κιόλας τους μάρτυρες τους, οι οποίοι θα πάρουν τη θέση τους στην αμερικανική ιστορία, γιατί έδωσαν το μερτικό τους απ΄ το αναγκαίο αίμα σ΄ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου. Στο μαρτυρολόγιο θα έχουν τη θέση τους τα ονόματα του καπετάνιου Τουρσιος Λίμα, του πατρός Καμίλο Τόρρες, των καπετάνιων Φαμπρίσιο Οχέδα, Λομπατον και Λουίς ντε λα Πουέντα Ουσέδα, που είναι φυσιογνωμίες πρώτου μεγέθους στα επαναστατικά κινήματα της Γουατεμάλας, της Κολομβίας της Βενεζουέλας και του Περού.

Μα η δραστήρια κινητοποίηση του λαού δημιουργεί και τους νέους ηγέτες του. Ο Σεζάρ Μοντες και ο Γιόν Σόσα υψώνουν τη σημαία στη Γουατεμάλα. Ο Φάμπιο Βάσκες και ο Μαρουλάντα κάνουν το ίδιο στην Κολομβία. Ο Ντούγκλας Μπράβο στη Δύση κι ο Αμέρικο Μαρτίν στα βουνά του Μπρατσιλιέρ διοικούν τα αντίστοιχα μέτωπα στη Βενεζουέλα. Καινούργιες εστίες πολέμου θα αναφανούν σ΄ αυτές και σε άλλες αμερικανικές χώρες, όπως παρουσιάστηκε κιόλας η περίπτωση της Βολιβίας, και θα παίρνουν διαστάσεις μέρα με την ημέρα μ΄ όλες τις αντιξοότητες που συνεπάγεται αυτό το επικίνδυνο επάγγελμα του σύγχρονου επαναστάτη. Πολλοί θα πεθάνουν θύματα των λαθών τους κι άλλοι θα πέσουν στη σκληρή μάχη που επίκειται. Καινούργιοι μαχητές και Καινούργιοι ηγέτες θα γεννηθούν μέσα στη φλόγα της επαναστατικής πάλης. Ο λαός θα διαμορφώσει σιγά σιγά τους μαχητές του και τους οδηγούς του μέσα στα ίδια τα πλαίσια του πολέμου και θα αυξάνονται οι πράκτορες των γιάνκηδων για την καταστολή των κινημάτων. Σήμερα υπάρχουν σύμβουλοι τους σ΄ όλες τις χώρες όπου διεξάγεται ένοπλος αγώνας και ο στρατός του Περού πραγματοποίησε, και φαίνεται με επιτυχία, μια εκκαθαριστική επιχείρηση ενάντια στους επαναστάτες αυτής της χώρας, που κατευθύνεται κι αυτή και εκπαιδεύεται από τους γιάνκηδες. Αν όμως οι εστίες πολέμου καθοδηγούν με αρκετή πολιτική και στρατιωτική ευφυΐα, θα γίνουν ακατανίκητες και θα απαιτήσουν καινούργιες αποστολές γιάνκηδων. Και στο Περού το ίδιο, νέες φυσιογνωμίες, που παραμένουν άγνωστες ακόμη αναδιοργανώνουν με επίμονη και πείσμα τον ανταρτοπόλεμο. Σιγά σιγά, τα ξεπερασμένα όπλα που επαρκούν για να καταστελνουν μικρές ένοπλες ομάδες θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε σύγχρονα όπλα και οι ομάδες των συμβουλών θα αντικατασταθούν από Αμερικανούς στρατιώτες, ώσπου, στη δοσμένη στιγμή, να υποχρεωθούν να στείλουν όλο και μεγαλύτερες δυνάμεις τακτικών στρατευμάτων για να εξασφαλίσουν τη σχετική σταθερότητα μιας εξουσίας, που ο στρατός των ανδρεικέλων της διαλύεται κάτω απ΄ τα πλήγματα του ανταρτοπόλεμου. Είναι ο δρόμος που πήρε το Βιετνάμ. Είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί. Είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Αμερική, με την εξής λεπτομέρεια ότι οι ένοπλες ομάδες θα μπορέσουν να σχηματίσουν συντονιστικά συμβούλια, για να κάνουν πιο δύσκολη την προσπάθεια καταστολής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και για να διευκολύνουν την υπόθεση τους.

Η Αμερική, μια ήπειρος ξεχασμένη από τους τελευταίους πολιτικούς απελευθερωτικούς αγώνες, που αρχίζει ν΄ ακούγεται στη Διάσκεψη των Τριών Ηπείρων με τη φωνή της πρωτοπορίας των λαών της, που είναι η κουβανέζικη επανάσταση, θα έχει ένα στόχο πολύ πιο σημαντικό: να δημιουργήσει το δεύτερο ή το τρίτο Βιετνάμ του κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα, ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού, και πρέπει να τον νικήσουμε σε μια μεγάλη παγκόσμια αναμέτρηση. Ο στρατηγικός στόχος αυτής της πάλης πρέπει να είναι η καταστροφή του ιμπεριαλισμού. Ο ρόλος που πέφτει στους δικούς μας ώμους, των εκμεταλλευομένων και υποανάπτυκτων του κόσμου, είναι να καταστρέψουμε τις βάσεις ανεφοδιασμού του ιμπεριαλισμού στις χώρες μας, απ΄ όπου αντλεί κεφάλαια, πρώτες ύλες, τεχνικούς και εργάτες σε φτηνή τιμή κι όπου εξάγει νέα κεφάλαια —όργανα κυριαρχίας— όπλα και κάθε λογής εμπορεύματα, υποβάλλοντας μας σε μια απόλυτη εξάρτηση.

Το βασικό στοιχείο αυτού του στρατηγικού στόχου θα είναι τότε η πραγματική απελευθέρωση των λαών. Απελευθέρωση που θα γίνει μέσα απ΄ την ένοπλη πάλη στις περισσότερες περιπτώσεις και στην Αμερική θα πάρει αναπόφευκτα το χαρακτήρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αποβλέποντας στην καταστροφή του ιμπεριαλισμού, πρέπει να εντοπίσουμε την κεφαλή του που είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εμείς πρέπει να εκπληρώσουμε ένα σκοπό γενικού χαρακτήρα που ο τακτικός του στόχος θα είναι να τραβήξουμε τον εχθρό από το στοιχείο του και να τον υποχρεώσουμε να πολεμήσει σε τόπους όπου οι συνήθειες της ζωής του συγκρούονται με το περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να υποτιμούμε τον αντίπαλο. Ο αμερικανός στρατιώτης έχει τεχνικές ικανότητες και στηρίζεται σε μέσα τέτοιας ευρύτητας που τον κάνουν επίφοβο. Του λείπει ουσιαστικά το ιδεολογικό κίνητρο που το έχουν σε πολύ ψηλό βαθμό οι σημερινοί πιο πεισματικοί του αντίπαλοι: οι Βιετναμέζοι στρατιώτες. Δεν θα μπορέσουμε να θριαμβεύσουμε πάνω σ΄ αυτό το στρατό παρά μόνο στο μέτρο που θα φτάσουμε να υπονομεύσουμε το ηθικό του. Κι αυτό το ηθικό θα υπονομευθεί στο βαθμό που θα επιβάλλουμε ήττες σ΄ αυτό το στρατό και θα του προξενούμε επανειλημμένες σύμφορες.

Μα αυτό το μικρό διάγραμμα των νικών συνεπάγεται απέραντες θυσίες από μέρους των λαών, που πρέπει να γίνουν αποδεκτές από σήμερα, στο φως της ημέρας, και που θα υποστούμε αν αποφεύγουμε σταθερά τη μάχη, ώστε ν΄ αρθούν άλλοι που θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι φανερό ότι η τελευταία χώρα που θα απελευθερωθεί θα το κάνει πιθανόν χωρίς ένοπλο αγώνα κι ότι θα γλιτώσει από τις σύμφορες ενός μεγάλου και σκληρού πολέμου, σαν κι αυτών που κάνουν οι ιμπεριαλιστές. Μα ίσως δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί αυτός ο αγώνας ΄η οι συνέπειες του σε μια παγκόσμια σύρραξη, όπου ο καθένας υποφέρει το ίδιο, και μερικοί πιο πολύ ακόμη. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον, μα δεν πρέπει Ποτε να υποκύψουμε στον άναντρο πειρασμό να είμαστε οι σημαιοφόροι ενός λαού που λαχταρά τη λευτεριά του, μα αποφεύγει την πάλη που συνεπάγεται και περιμένει τη νίκη σαν ελεημοσύνη.

Είναι απόλυτα σωστό να αποφεύγουμε κάθε περιττή θυσία. Να γιατί είναι τόσο σπουδαίο να φωτίσουμε τις πραγματικές δυνατότητες που έχει η εξαρτημένη Αμερική, για να απελευθερωθεί με ειρηνικά μέσα. Για μας, η απάντηση σ΄ αυτό το ερώτημα είναι καθαρή. Η σημερινή στιγμή μπορεί να είναι ή να μην είναι η κατάλληλη για να εξαπολύσουμε τον αγώνα, μα δεν πρέπει να τρέφουμε καμία ψευδαίσθηση, ούτε κι έχουμε το δικαίωμα, ότι θα κατακτήσουμε την ελευθέρια μας δίχως να πολεμήσουμε. Και οι μάχες δεν θα είναι απλές συμπλοκές στους δρόμους, λιθοβολισμοί ενάντια στα δακρυγόνα και μήτε ειρηνικές γενικές απεργίες. Δεν θα είναι επίσης ο ξεσηκωμός ενός οργισμένου λαού που καταστρέφει σε δυο τρεις μέρες το δυναμικό καταστολής των ολιγαρχιών που κυβερνούνε. Θα είναι ένας μακρόχρονος και αιματηρός πόλεμος που το μέτωπο του θα βρίσκεται στα λημέρια των ανταρτών, στις πόλεις, στα σπίτια των μαχητών —όπου οι δυνάμεις καταστολής θα αναζητούν τα πιο εύκολα και πιο κοντινά θύματα— στις πόλεις και στα χωριά που θα καταστρέφονται απ΄ τους βομβαρδισμούς του εχθρού.

Μας έχουν υποχρεώσει να καταφύγουμε σ΄ αυτό τον αγώνα. Δεν μας μένει άλλη λύση παρά να τον προετοιμάσουμε και να αποφασίσουμε τη διεξαγωγή του. Η αρχή δεν θα είναι εύκολη. Θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Όλες οι ικανότητες καταστολής, χτηνωδιας και δημαγωγίας, που διαθέτουν οι ολιγαρχίες, θα μπουν στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης. Η αποστολή μας τον πρώτο καιρό θα είναι να επιβιώσουμε, μετά θα ενεργήσουμε το συνεχές παράδειγμα του ανταρτοπόλεμου που πραγματοποιεί την ένοπλη προπαγάνδα, με τη βιετναμέζικη έννοια του όρου, που λέγεται κι αλλιώς προπαγάνδα του ντουφεκιού, των μαχών που κερδίζονται ή χάνονται, μα εξαπολύονται ενάντια στους εχθρούς. Το μεγάλο δίδαγμα του ακατανίκητου του ανταρτοπόλεμου θα διαποτίσει τις μάζες των στερημένων. Ο γαλβανισμός με το εθνικό πνεύμα, η προετοιμασία για πιο σκληρούς στόχους, για ν΄ αντέξουν σε πιο βίαιες καταστολές. Το μίσος σαν παράγοντας της πάλης: το αδιαλλαχτο μίσος ενάντια στον εχθρό, που σπρώχνει πέρα από τα φυσικά όρια του ανθρώπου και το κάνει μια αποτελεσματική, βίαιη, επίλεκτη και ψυχρή μηχανή για να σκοτώνει. Έτσι πρέπει να είναι οι στρατιώτες μας. Ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ΄ ένα χτηνωδη εχθρό.

Πρέπει να σπρώξουμε τον πόλεμο ως εκεί που τον σπρώχνει ο εχθρός: στο σπίτι του και στους τόπους της ψυχαγωγίας του. Πρέπει να τον κάνουμε ολοκληρωτικά. Πρέπει να τον εμποδίσουμε να έχει και μια στιγμή ησυχίας και μια στιγμή ανάπαυλας έξω από τους στρατώνες του και μέσα σ΄ αυτούς. Πρέπει να τον χτυπάμε εκεί που βρίσκεται. Ώστε ναχει την εντύπωση ότι είναι ένα κυνηγημένο ζώο, όπου κι αν περνάει. Τότε σιγά σιγά θα χάσει το ηθικό του. Θα γίνει πιο χτηνωδης ακόμη, μα θα δούμε και τα πρώτα συμπτώματα της αποθάρρυνσης του. Και πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ΄ την όποια αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουινέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν΄ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα —να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο.

Κάθε σταγόνα αίματος που χύνεται σε μια χώρα, όπου δεν έχουμε γεννηθεί, είναι μια εμπειρία γι΄ αυτόν που επιζεί και μπορεί να την εφαρμόσει έπειτα στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου της καταγωγής του. Και ο κάθε λαός που απελευθερώνεται είναι μια κερδισμένη φάση στη μάχη για την απελευθέρωση ενός αλλού λαού. Είναι καιρός να μετριάσουμε τις διάφορες μας και να βάλουμε τα πάντα στην υπηρεσία του αγώνα. Ότι μεγάλες συζητήσεις αναταράζουν τον κόσμο που αγωνίζεται για τη λευτεριά, το ξέρουμε πολύ καλά και δεν μπορούμε να το καλύψουμε το πράγμα. Ότι οι συζητήσεις αυτές έχουν φτάσει σε μια τέτοια οξύτητα που γίνεται εξαιρετικά δύσκολος, αν όχι και αδύνατος, ο διάλογος και η συμφιλίωση, το ξέρουμε επίσης. Το να αναζητήσουμε μεθόδους για να αρχίσουμε ένα διάλογο, που οι αντίπαλοι τον αποφεύγουν, είναι μια περιττή προσπάθεια. Μα ο εχθρός είναι μπροστά μας, χτυπάει όλες τις μέρες, μας απειλεί με καινούργια χτυπήματα κι αυτά τα χτυπήματα θα μας ενώσουν σήμερα, αύριο ή μεθαύριο. Όσοι αισθάνονται αυτή την ανάγκη και προετοιμάζονται για τούτη την απαραίτητη ενότητα θα κερδίσουν την ευγνωμοσύνη των λαών.

Παίρνοντας υπόψη τη βιαιότητα και την αδιαλλαξία με την όποια διεξάγεται η κάθε διαπάλη, εμείς οι απόκληροι δεν μπορούμε να πάρουμε θέση με τη μια ή την άλλη έκφραση των διαφωνιών, ακόμη κι όταν συμφωνούμε με κάποιες θέσεις του ενός ή του αλλού μέρους ή περισσότερο με τις θέσεις του ενός μέρους παρά του αλλού. Στη στιγμή της πάλης, η μορφή που παίρνουν αυτές οι διαφωνίες, αποτελούν μια αδυναμία. Μα η προσπάθεια πάλι να διακανονιστούν με τα λόγια, εκεί που έχουν φτάσει, είναι μια καθαρή αυταπάτη. Η ιστορία ή θα τις σβήσει σιγά σιγά ή θα τους δώσει την πραγματική τους σημασία.

Μέσα στον αγωνιζόμενο κόσμο μας, η κάθε διάφορα, που έχει σχέση με την ταχτική και με τις μεθόδους δράσης για να επιτευχθούν περιορισμένοι στόχοι, πρέπει να αναλύεται με τον οφειλόμενο σεβασμό στις εκτιμήσεις των άλλων. Όσο για το μεγάλο στρατηγικό στόχο, την ολική καταστροφή του ιμπεριαλισμού μέσα από τον αγώνα, πρέπει να είμαστε αδιάλλακτοι.

Ας ανακεφαλαιώσουμε έτσι τις φιλοδοξίες μας για τη νίκη: καταστροφή του ιμπεριαλισμού με την εξουδετέρωση του πιο ισχυρού του προπυργίου, που είναι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Πρέπει να υιοθετήσουμε σαν ταχτικό στόχο τη σταδιακή απελευθέρωση των λαών, του καθενός ξεχωριστά ή κατά ομάδες, υποχρεώνοντας τον εχθρό να διεξάγει ένα δύσκολο πόλεμο σε εδάφη που δεν είναι τα δικά του και εκμηδενίζοντας τις βάσεις του ανεφοδιασμού του, που είναι οι εξαρτημένες χώρες.

Αυτό σημαίνει μακρόχρονο πόλεμο. Και, το ξαναλεμε ακόμα μια φορά, σκληρό πόλεμο. Ας μη ξεγελιέται κάνεις τη στιγμή που πάει να τον εξαπολύσει, αλλά κι ας μη διστάσει κάνεις να τον εξαπολύσει από το φόβο των συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται για το λαό του. Είναι σχεδόν η μόνη μας ελπίδα για τη νίκη. Δεν μπορούμε να μένουμε βουβοί στο προσκλητήριο των καιρών. Το Βιετνάμ μας δίνει ένα μόνιμο μάθημα ηρωισμού, ένα τραγικό και καθημερινό μάθημα αγώνα και θανάτου για την κατάκτηση της τελικής νίκης.

Στο Βιετνάμ, οι στρατιώτες του ιμπεριαλισμού μαθαίνουν στο πετσί τους τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ένας που είναι συνηθισμένος σ΄ ένα ανώτερο επίπεδο ζωής σαν κι αυτό του αμερικανικού έθνους, πολεμώντας μέσα σ΄ ένα εχθρικό έδαφος. Μαθαίνουν την ανασφάλεια εκείνου που δεν μπορεί να κάνει κι ένα βήμα δίχως να νοιώθει ότι πατεί σε εχθρικό χώμα. Το θάνατο όσων προχωρούν λίγο πιο πέρα από τις οχυρές τους θέσεις. Τη μόνιμη εχθρότητα όλου του πληθυσμού. Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στην εσωτερική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών και δημιουργούν ένα νέο παράγοντα που εξασθενίζει τον ιμπεριαλισμό κι όταν βρίσκεται στην πλήρη ανάπτυξη του: την ταξική πάλη και μέσα στο ίδιο το έδαφος του.

Πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης, με το μερίδιο τους από νεκρούς και απέραντες τραγωδίες, με τον καθημερινό ηρωισμό τους, με τα επανειλημμένα τους πλήγματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και με την υποχρέωση γι΄ αυτόν να διασκορπίζει τις δυνάμεις του, κάτω από τις επιθέσεις του μίσους των λαών του κόσμου, που μεγαλώνει όλο και πιο πολύ! Κι αν ήμασταν όλοι ικανοί να ενωθούμε, για να καταφέρουμε πιο δυνατά και πιο σίγουρα χτυπήματα, για να γίνει πιο αποτελεσματική σ΄ όλες τις μορφές η βοήθεια στους λαούς που μάχονται, ποσό μεγάλο και κοντινό θα ήταν το μέλλον!

Αν τύχει, εμείς που εκπληρώνουμε το χρέος που διακηρύξαμε σ΄ ένα μικρό σημείο στο χάρτη του κόσμου και βάζουμε στην υπηρεσία του αγώνα ότι μας επιτρέπεται να δώσουμε, τη ζωή μας, τη θυσία μας, αν τύχει κι αφήσουμε την τελευταία πνοή σ΄ οποιοδήποτε χώμα, τότε πια δικό μας, ποτισμένο με το αίμα μας, να ξέρετε ότι έχουμε μετρήσει τη σημασία των πράξεων μας, ότι δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας παρά σαν στοιχεία της μεγάλης στρατιάς του προλεταριάτου, μα νοιώθουμε περήφανοι γιατί μάθαμε από την κουβανέζικη επανάσταση κι από τον αρχηγό της το μεγάλο μάθημα που αναπηδάει από τη στάση του σ΄ αυτό το μέρος του κόσμου: «Τι σημασία έχουν οι κίνδυνοι και οι θυσίες ενός ατόμου ή ενός λαού, όταν εκείνο που διακυβεύεται είναι η τύχη της ανθρωπότητας». Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό και μια παλλόμενη έκκληση για την ενότητα των λαών ενάντια στο μεγάλο εχθρό του ανθρώπινου γένους: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: ας είναι καλοδεχούμενος, φτάνει ν΄ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν΄ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλλουν τα πένθιμα εμβατήρια μέσα στους κρότους των πολυβόλων και μέσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης.

Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Πρώτο)

Το παρακάτω άρθρο του Τσε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η βιομηχανία μας, Οικονομική Επιθεώρηση» (τεύχος No 5) το Φεβρουάριο του 1964.

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Με το θέμα αυτό ήδη έχουμε ασχοληθεί λίγο, αλλά όχι αρκετά και πιστεύω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσουμε βαθύτερες αναλύσεις πάνω σ’ αυτό για να μπορέσουμε να δώσουμε μια καθαρή εικόνα της εμβέλειας και της μεθοδολογίας του. Το σύστημα αυτό κατοχυρώνεται επίσημα με το Νόμο που ρυθμίζει το σύστημα που χρηματοδοτεί τις κρατικές επιχειρήσεις μέσα από τον προϋπολογισμό και εγκαινιάζεται στα πλαίσια εργασίας του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Η ιστορία του είναι σύντομη και φτάνει μόλις μέχρι το 1960, οπότε το σύστημα αρχίζει να αποκτάει κάποια υπόσταση. Πρόθεσή μας όμως δεν είναι ν’ αναλύσουμε την ανάπτυξή του, αλλά το πώς παρουσιάζεται σήμερα, γνωρίζοντας καλά ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την εξέλιξή του. Μας ενδιαφέρει να κάνουμε σύγκριση με το λεγόμενο οικονομικό υπολογισμό. Σε ό,τι αφορά το σύστημα αυτό, δίνουμε έμφαση στην πλευρά της οικονομικής αυτοδιαχείρισης, διότι αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα διαφοροποίησης, καθώς και έμφαση στη στάση απέναντι στο υλικό κίνητρο, διότι είναι η βάση στην οποία στηρίζεται η αυτοδιαχείριση.

Η εξήγηση των διαφορών είναι δύσκολη, καθώς συχνά είναι θολές και λεπτές και επιπλέον η μελέτη του συστήματος της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό δεν έχει μπει σε τέτοιο βάθος, ώστε να παρουσιαστεί με την ίδια σαφήνεια, όπως ο οικονομικός υπολογισμός.

Θα ξεκινήσουμε με κάποιες παραθέσεις. Η πρώτη είναι από τα οικονομικά χειρόγραφα του Μαρξ που χρονολογούνται από την εποχή που τη βάφτισαν περίοδο του «νέου Μαρξ». Τότε που το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του φαινόταν καθαρά ακόμα και στο λεξιλόγιό του και οι ιδέες του πάνω στην οικονομία ήταν ακόμα ασαφείς. Παρ’ όλα αυτά, ο Μαρξ τότε βρισκόταν στην πληρότητα της ζωής του: Είχε πια αγκαλιάσει την υπόθεση των ταπεινών και την εξηγούσε φιλοσοφικά, χωρίς ωστόσο την επιστημονική δεινότητά του, «Το Κεφάλαιο». Στοχαζόταν πιο πολύ σαν φιλόσοφος και αναφερόταν λοιπόν πιο συγκεκριμένα στον άνθρωπο σαν άτομο και στα προβλήματα της απελευθέρωσής του σαν κοινωνικό ον, χωρίς να μπαίνει ακόμα στην ανάλυση του αναπόφευκτου της κατάρρευσης των κοινωνικών δομών της εποχής του για να ανοίξει ο δρόμος της μεταβατικής περιόδου: Της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ παρουσιάζεται σαν επιστήμονας οικονομολόγος που αναλύει εξονυχιστικά το μεταβατικό χαρακτήρα των κοινωνικών σταδίων και την ταύτισή τους με τις σχέσεις παραγωγής. Δεν προχωράει σε φιλοσοφικές αναζητήσεις.

 
 

Το βάρος του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοιο που μας κάνει συχνά να ξεχνάμε τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα (με την καλύτερη έννοια του όρου) των ανησυχιών του. Ο μηχανισμός των σχέσεων παραγωγής και η συνέπειά του, η πάλη των τάξεων, κρύβει σε ένα βαθμό το αντικειμενικό γεγονός ότι είναι άνθρωποι που κινούνται μέσα στο ιστορικό περιβάλλον. Τώρα όμως μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος και αυτός είναι και ο λόγος της παράθεσης αυτού του αποσπάσματος, που δεν έχει λιγότερη αξία ως έκφραση του στοχασμού του φιλόσοφου, επειδή γράφτηκε στη νεότητά του.«Ο κομμουνισμός είναι το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας, η ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση και συνακόλουθα πραγματική ιδιοποίηση της ανθρώπινης ουσίας από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Συνεπώς είναι η ολοκληρωτική επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του σαν κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή ανθρώπινο άνθρωπο, μια επιστροφή συνειδητή που συντελείται μέσα σε ολόκληρο τον πλούτο της προηγούμενης εξέλιξης. Ο κομμουνισμός αυτός σαν ολοκληρωμένος νατουραλισμός=ουμανισμός είναι και σαν ολοκληρωμένος ουμανισμός=νατουραλισμός. Είναι η γνήσια λύση της σύγκρουσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση ή του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο, η γνήσια λύση της πάλης ανάμεσα στην ύπαρξη και την ουσία, ανάμεσα στην αντικειμενοποίηση και την επιβεβαίωση του εαυτού του, ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στο άτομο και το είδος. Είναι η λύση του αινίγματος της ιστορίας, που έχει συνείδηση του εαυτού της, ότι αποτελεί αυτή τη λύση»1.

 
 

Η λέξη συνείδηση υπογραμμίζεται διότι θεωρείται βασική για την τοποθέτηση του προβλήματος. Ο Μαρξ σκεπτόταν την απελευθέρωση του ανθρώπου και έβλεπε τον κομμουνισμό σαν τη λύση των αντιθέσεων που δημιούργησαν την αλλοτρίωσή του, ωστόσο σαν μια πράξη συνειδητή. Δηλαδή ο κομμουνισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί απλά και μόνο το αποτέλεσμα ταξικών αντιθέσεων σε μια ψηλά αναπτυγμένη κοινωνία που θα λύνονταν στην πορεία μιας μεταβατικής περιόδου για να φτάσει στην κορυφή. Ο άνθρωπος δρα συνειδητά στην ιστορία. Χωρίς τη συνείδηση αυτή που περικλείει τη συνείδηση του κοινωνικού του είναι, δεν μπορεί να υπάρξει κομμουνισμός.

Ενώ εργαζόταν πάνω στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ δεν εγκατέλειψε τη μαχητική του στάση. Οταν το 1875 έγινε το συνέδριο της Γκότα για την ενοποίηση των εργατικών οργανώσεων της Γερμανίας (Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και Γενική Ομοσπονδία των Γερμανών Εργαζομένων) και παρουσιάστηκε το πρόγραμμα με το ίδιο όνομα, η απάντησή του ήταν η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα.

Αυτό το κείμενο – που γράφτηκε με καθαρό πολεμικό προσανατολισμό, ενώ εργαζόταν πάνω στο βασικό του έργο – είναι σημαντικό γιατί αναφέρεται, αν και παρεμπιπτόντως, στο πρόβλημα της μεταβατικής περιόδου. Στην ανάλυση του 3ου σημείου του Προγράμματος της Γκότα επεκτείνεται πάνω σε μερικά από τα σημαντικότερα θέματα αυτής της περιόδου που τη θεωρεί σαν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού συστήματος. Στο στάδιο αυτό δεν προβλέπει χρήση του χρήματος, προβλέπει όμως τον ατομικό χαρακτήρα της αμοιβής της εργασίας, γιατί:

«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία, επομένως που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε. Επομένως ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός – ύστερα από τις κρατήσεις – παίρνει πίσω ό,τι ακριβώς της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική του ποσότητα εργασίας»2.

 
 

Ο Μαρξ δεν μπόρεσε παρά μόνο με τη διαίσθησή του να προβλέψει την ανάπτυξη του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, ο Λένιν το αφουγκράζεται και κάνει τη διάγνωσή του:«Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους. Πολιτική μορφή της κοινωνίας, όπου νικάει το προλεταριάτο, ανατρέποντας την αστική τάξη, θα είναι η λαοκρατική δημοκρατία, που θα συγκεντρώσει όλο και περισσότερο τις δυνάμεις του προλεταριάτου του δοσμένου έθνους ή των δοσμένων εθνών στην πάλη ενάντια στα κράτη που δεν θα έχουν ακόμη περάσει στο σοσιαλισμό. Δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των τάξεων χωρίς τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, του προλεταριάτου. Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη ένωση των εθνών στο σοσιαλισμό χωρίς μια λίγο-πολύ μακρόχρονη, επίμονη πάλη των σοσιαλιστικών δημοκρατιών ενάντια στα οπισθοδρομικά κράτη…»3.

 
 

Λίγα χρόνια αργότερα ο Στάλιν συστηματοποίησε την ιδέα αυτή φτάνοντας στο σημείο να θεωρήσει δυνατή τη σοσιαλιστική επανάσταση και στις αποικίες.«Η τρίτη αντίθεση είναι η αντίθεση ανάμεσα στη χούφτα των κυρίαρχων “πολιτισμένων” εθνών και στις εκατοντάδες εκατομμύρια των αποικιακών και εξαρτημένων λαών του κόσμου. Ο ιμπεριαλισμός είναι η πιο ξετσίπωτη εκμετάλλευση και η πιο απάνθρωπη καταπίεση των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων του πληθυσμού των απέραντων αποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Η απόσπαση υπερκερδών – αυτός είναι ο σκοπός αυτής της εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο ιμπεριαλισμός όμως, εκμεταλλευόμενος αυτές τις χώρες, είναι υποχρεωμένος να φτιάχνει εκεί σιδηροδρόμους, φάμπρικες και εργοστάσια, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα. Και τα αναπόφευκτα αποτελέσματα από αυτή την “πολιτική” είναι: η εμφάνιση της τάξης των προλετάριων, η γέννηση μιας ντόπιας διανόησης, το ξύπνημα της εθνικής συνείδησης, το δυνάμωμα του απελευθερωτικού κινήματος. Αυτό το δείχνει ολοφάνερα το δυνάμωμα του επαναστατικού κινήματος σ’ όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες. Το γεγονός αυτό είναι σπουδαίο για το προλεταριάτο, γιατί υποσκάπτει στη ρίζα τους τις θέσεις του καπιταλισμού, και μετατρέπει έτσι τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες από εφεδρείες του ιμπεριαλισμού σε εφεδρείες της προλεταριακής επανάστασης4.

 
 

Οι θέσεις του Λένιν αποδείχτηκαν στην πράξη με το θρίαμβο που αποτελεί η πράξη γέννησης της ΕΣΣΔ.Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα καινούριο φαινόμενο: Ο ερχομός της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνη χώρα, οικονομικά καθυστερημένη, επιφάνειας 22 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, με αραιό πληθυσμό, επιδείνωση της φτώχειας εξαιτίας του πολέμου και – σαν να μην έφτανε αυτό – αντιμέτωπη με την επέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Μετά από μια περίοδο πολεμικού κομμουνισμού ο Λένιν βάζει τις βάσεις της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) και με αυτή τις βάσεις της ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας μέχρι τις μέρες μας.

Πρέπει να περιγράψουμε εδώ την εποχή που ζούσε τότε η Σοβιετική Ενωση και κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό καλύτερα από τον ίδιο το Λένιν:

«Ετσι λοιπόν το 1918 είχα τη γνώμη ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σχέση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελούσε ένα βήμα προς τα μπρος. Αυτό μας φαίνεται πολύ περίεργο και ίσως μάλιστα και ανόητο, γιατί και τότε η Δημοκρατία μας ήταν σοσιαλιστική Δημοκρατία. Τότε υιοθετούσαμε κάθε μέρα, με τη μεγαλύτερη βιασύνη – ασφαλώς με υπερβολική βιασύνη – διάφορα νέα οικονομικά μέτρα, που δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε αλλιώς, παρά μόνο σοσιαλιστικά μέτρα. Και ωστόσο σκεφτόμουνα τότε ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σύγκριση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελεί ένα βήμα προς τα μπρος και στη συνέχεια εξηγούσα αυτή μου τη σκέψη, απαριθμώντας απλώς τα στοιχεία του οικονομικού συστήματος της Ρωσίας. Τα στοιχεία αυτά ήταν, κατά τη γνώμη μου, τα παρακάτω: 1) η πατριαρχική, δηλαδή σε σημαντικό βαθμό φυσική, αγροτική οικονομία, 2) η μικρή εμπορευματική παραγωγή (εδώ ανήκει η πλειοψηφία των αγροτών από εκείνους που πουλάνε στάρι), 3) ο ιδιωτικός καπιταλισμός, 4) ο κρατικός καπιταλισμός και 5) ο σοσιαλισμός. Ολα αυτά τα οικονομικά στοιχεία αντιπροσωπεύονταν στη Ρωσία εκείνου του καιρού. Εβαζα τότε σαν καθήκον μου να εξηγήσω τη σχέση αυτών των στοιχείων μεταξύ τους και διερωτόμουν αν δεν θα έπρεπε να θεωρούμε ένα από τα μη σοσιαλιστικά στοιχεία, δηλαδή τον κρατικό καπιταλισμό, ανώτερο από το σοσιαλισμό. Το ξαναλέω: αυτό φαίνεται σε όλους πολύ περίεργο, ότι δηλαδή σε μια Δημοκρατία που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλιστική, το μη σοσιαλιστικό στοιχείο θεωρείται ανώτερο, αναγνωρίζεται ότι στέκεται ψηλότερα από το σοσιαλισμό. Το πράγμα όμως γίνεται κατανοητό, αν θυμηθείτε ότι δεν εξετάζαμε το οικονομικό καθεστώς της Ρωσίας σαν κάτι το ομοιογενές και πολύ αναπτυγμένο, αλλά είχαμε απόλυτα την επίγνωση ότι στη Ρωσία, δίπλα στη σοσιαλιστική μορφή, υπάρχει και η πατριαρχική γεωργία, δηλ. η πιο πρωτόγονη μορφή της γεωργίας. Ποιο ρόλο μπορούσε λοιπόν να παίξει ο κρατικός καπιταλισμός μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες;»5.

«Αφού υπογράμμισα ότι ακόμη από το 1918 θεωρούσαμε τον κρατικό καπιταλισμό σαν ενδεχόμενη γραμμή υποχώρησης, περνώ στα αποτελέσματα της νέας οικονομικής μας πολιτικής. Το επαναλαμβάνω: τότε αυτό ήταν ακόμη μια πολύ αόριστη ιδέα. Το 1921 όμως, αφού ξεπεράσαμε το σπουδαιότερο στάδιο του εμφυλίου πολέμου, και το ξεπεράσαμε νικηφόρα, σκοντάψαμε σε μια μεγάλη – νομίζω τη μεγαλύτερη – εσωτερική πολιτική κρίση της Σοβιετικής Ρωσίας, κρίση που γέννησε δυσαρέσκεια όχι μόνο σε μια σημαντική μερίδα της αγροτιάς, μα και των εργατών. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά και ελπίζω πως θα είναι και η τελευταία στην Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, όταν μεγάλες μάζες της αγροτιάς ήταν εναντίον μας, αν και ασυνείδητα, ενστικτωδώς, από μια εσωτερική διάθεση. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε την ιδιόμορφη αυτή κατάσταση που δεν ήταν, όπως καταλαβαίνετε, καθόλου ευχάριστη για μας; Η αιτία ήταν ότι στην οικονομική μας επίθεση είχαμε προχωρήσει πολύ μπροστά, ότι δεν εξασφαλίσαμε επαρκείς βάσεις και ότι οι μάζες ένιωσαν εκείνο που τότε ακόμη δεν ξέραμε να το διατυπώσουμε συνειδητά, μα που σε λίγο, μέσα σε μερικές εβδομάδες, το αναγνωρίσαμε κι εμείς, δηλαδή ότι το άμεσο πέρασμα σε καθαρά σοσιαλιστικές μορφές οικονομίας, σε μια καθαρά σοσιαλιστική κατανομή των προϊόντων ήταν ανώτερο από τις δυνάμεις μας και ότι, αν αποδειχτεί ότι δεν είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε την υποχώρηση έτσι, ώστε να περιοριστούμε στα πιο εύκολα καθήκοντα, μας απειλεί καταστροφή»6.

Βλέπουμε ότι η οικονομική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ενωσης απαιτούσε την αναδίπλωση για την οποία μιλούσε ο Λένιν. Ολη αυτή η πολιτική πρέπει να θεωρηθεί σαν μια τακτική στενά δεμένη με την ιστορική κατάσταση της χώρας και συνεπώς δεν πρέπει να προσάψουμε σε αυτές τις προτάσεις καθολική αξία. Πιστεύουμε όμως ότι πρέπει να υπολογίσουμε δύο εξαιρετικής σημασίας παράγοντες για τη μεταφορά της προβληματικής αυτής σε άλλες χώρες:

1. Τα χαρακτηριστικά της τσαρικής Ρωσίας τη στιγμή της επανάστασης, την εξέλιξη της τεχνικής σε όλα τα επίπεδα, τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του λαού της, τις γενικές συνθήκες της χώρας, όπου στην καταστροφή ενός παγκόσμιου πολέμου προστέθηκαν οι ερημώσεις που προκάλεσαν οι λευκές ορδές και οι ιμπεριαλιστικές επιδρομές.

2. Τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής στον τομέα της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου της οικονομίας.

Ο Οσκαρ Λάνγκε, στο άρθρο του «Τα σύγχρονα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης στην Πολωνία», γράφει:

«Η αστική οικονομική επιστήμη παίζει ακόμη κι έναν άλλο ρόλο. Η αστική τάξη και τα μονοπώλια δεν παρέχουν τόσα μέσα για να δημιουργήσουν σχολές ανώτερου επιπέδου και ινστιτούτα επιστημονικής ανάλυσης στον τομέα των οικονομικών επιστημών μόνο με τον σκοπό να τους βοηθήσουν στην απολογητική του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Περιμένουν και κάτι άλλο απ’ τους οικονομολόγους κι αυτό είναι η βοήθεια στην επίλυση των πολλών προβλημάτων της οικονομικής πολιτικής. Την εποχή του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού τα καθήκοντα σ’ αυτόν τον τομέα ήταν περιορισμένα και δεν αναφέρονταν παρά στην οικονομική διοίκηση, στη νομισματική πολιτική, στην πολιτική των πιστώσεων, στην τελωνειακή πολιτική, στις μεταφορές κλπ. Στις συνθήκες όμως του μονοπωλιακού καπιταλισμού και ιδιαίτερα στις συνθήκες της ολοένα και μεγαλύτερης διείσδυσης του κρατικού καπιταλισμού στην οικονομική ζωή, αυτού του είδους τα προβλήματα αυξάνονται. Μπορούμε να παραθέσουμε μερικά: Η ανάλυση της αγοράς για τη διευκόλυνση της πολιτικής των τιμών των μεγάλων μονοπωλίων, οι μέθοδοι ενός συνόλου βιομηχανικών επιχειρήσεων συγκεντροποιημένης διεύθυνσης, οι αμοιβαίοι λογιστικοί κανονισμοί ανάμεσα στις επιχειρήσεις, η προγραμματισμένη σύνδεση της δραστηριότητας και της ανάπτυξής τους, της αντίστοιχης τοποθέτησής τους, η πολιτική εξοφλήσεων ή επενδύσεων. Από δω πηγάζουν και τα ζητήματα τα σχετικά με τη δραστηριότητα του καπιταλιστικού κράτους στη σύγχρονη περίοδο, καθώς και τα κριτήρια δραστηριότητας των εθνικοποιημένων βιομηχανιών, της επενδυτικής τους πολιτικής καθώς και της πολιτικής τοποθέτησής τους (ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας), με τέτοιο τρόπο ώστε να επεμβαίνουν πολιτικά – οικονομικά στο σύνολο της εθνικής οικονομίας κλπ.».

«Σε όλα αυτά τα προβλήματα προστέθηκε μια σειρά από τεχνικο-οικονομικά επιτεύγματα, που σε τομείς όπως η ανάλυση της αγοράς ή ο προγραμματισμός της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που αποτελούν τμήμα μιας ομάδας ή στους λογιστικούς κανονισμούς στο εσωτερικό του κάθε εργοστασίου ή της κάθε ομάδας εργοστασίων, τα κριτήρια εξόφλησης και άλλα μπορούν να μας χρησιμεύσουν μερικώς στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού (όπως άλλωστε θα χρησιμεύσουν στο μέλλον στους εργαζόμενους των χωρών που τώρα είναι καπιταλιστικές, όταν θα γίνει η μετάβαση στο σοσιαλισμό)».

Ας σημειώσουμε ότι την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές η Κούβα δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει τη μετάβασή της και δεν είχε ακόμη καν αρχίσει την επανάστασή της. Πολλές από τις τεχνικές προόδους που περιγράφονταν από το Λάνγκε υπήρχαν στην Κούβα, με άλλα λόγια, οι συνθήκες της κουβανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής επέτρεπαν το συγκεντροποιημένο έλεγχο μερικών επιχειρήσεων που είχαν την έδρα τους στην Αβάνα ή στη Νέα Υόρκη. Η «Empresa Consolidadadel Petroleo», που σχηματίστηκε με τη συνένωση των τριών ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (ESSO, TEXACO, SHELL), διατήρησε και σε μερικές περιπτώσεις τελειοποίησε τα συστήματα ελέγχου της. Το υπουργείο μας την έχει για πρότυπο. Στις επιχειρήσεις όπου δεν υπήρχε ούτε συγκεντρωτική παράδοση ούτε πρακτικές συνθήκες, αυτές δημιουργήθηκαν πάνω στη βάση μιας εθνικής εμπειρίας, όπως στην Empresa Consolidada de la Harin που αξίζει την πρώτη θέση ανάμεσα σε όλες τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο υφυπουργείο Ελαφράς Βιομηχανίας.

Παρόλο που η πρακτική των πρώτων ημερών διεύθυνσης των βιομηχανιών μάς πείθει πλήρως για το ότι είναι αδύνατο να ακολουθήσουμε λογικά άλλο δρόμο, θα ήταν άχρηστο να συζητήσουμε τώρα αν τα μέτρα οργάνωσης που πάρθηκαν θα είχαν δώσει παρόμοια ή καλύτερα αποτελέσματα με την εφαρμογή της αυτοδιαχείρισης στο επίπεδο της μονάδας. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες κι ότι η συγκεντροποίηση επέτρεψε – στην περίπτωση της καλτσοβιομηχανίας για παράδειγμα – τη διάλυση μιας μεγάλης ποσότητας από αναποτελεσματικά μικρομάγαζα και να προωθήσουμε έξι χιλιάδες εργάτες σε άλλους κλάδους της παραγωγής.

Θελήσαμε να καθορίσουμε, με όλες αυτές τις παραθέσεις, τα θέματα που θεωρούμε βασικά για την ερμηνεία του συστήματος:

1. Ο κομμουνισμός είναι ένας στόχος της ανθρωπότητας, στον οποίο φτάνει συνειδητά. Επειτα, η εκπαίδευση και η εξάλειψη των ιχνών της παλιάς κοινωνίας στη συνείδηση των ανθρώπων έχουν τεράστια σημασία, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε ότι ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κοινωνία χωρίς παράλληλες προόδους στην παραγωγή.

2. Οι μορφές διεύθυνσης της οικονομίας, τεχνολογική πλευρά του ζητήματος, πρέπει να επιλεγούν από τις πιο αναπτυγμένες και τις περισσότερο προσαρμόσιμες στη νέα κοινωνία. Η πετροχημική τεχνολογία του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το σοσιαλιστικό χωρίς να φοβηθούμε τη μόλυνση της αστικής ιδεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει με καθετί που έχει σχέση με τις τεχνικές νόρμες διεύθυνσης και ελέγχου της παραγωγής στον οικονομικό τομέα.

Θα μπορούσαμε, αν και κάπως τολμηρά, να παραφράσουμε το Μαρξ όταν αναφέρεται στη χρήση της διαλεκτικής του Χέγκελ και να πούμε ότι οι τεχνικές αυτές ξαναστήνονται έτσι στα πόδια τους.

Μια ανάλυση των μεθόδων λογιστικής τεχνικής που χρησιμοποιούνται σήμερα στις σοσιαλιστικές χώρες μάς δείχνει ότι ανάμεσα σε αυτές και στις δικές μας βρίσκεται μια διαφοροποιημένη αντίληψη που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτή που υπάρχει στον καπιταλισμό, ανάμεσα στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού και το μονοπώλιο. Τελικά οι προηγούμενες τεχνικές «στημένες στα πόδια τους» χρησίμευσαν σαν βάση για την ανάπτυξη και των δύο συστημάτων. Από εκεί και πέρα οι δρόμοι χωρίζουν, μια και ο σοσιαλισμός έχει τις δικές του σχέσεις παραγωγής και, συνακόλουθα, τις δικές του απαιτήσεις.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι σαν τεχνική ο πρόδρομος του συστήματος χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό είναι το ιμπεριαλιστικό μονοπώλιο που υπήρχε στην Κούβα, που είχε κιόλας υποστεί τις παραλλαγές τις εγγενείς στη μακρόχρονη διαδικασία ανάπτυξης της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου που αρχίζει από την αυγή του μονοπωλιακού συστήματος μέχρι τις μέρες μας, όπου φτάνει στα ανώτερα επίπεδά της. Οταν έφυγαν τα μονοπώλια πήραν μαζί τους τα ανώτερα στελέχη τους και μερικά μεσαία στελέχη. Ταυτόχρονα, η ανώριμη αντίληψή μας για την επανάσταση μας είχε ωθήσει στην κατάργηση μιας ολόκληρης σειράς από καθιερωμένες μεθόδους, μόνο και μόνο γιατί ήταν καπιταλιστικές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σύστημά μας δεν έχει ακόμα φτάσει στο βαθμό αποτελεσματικότητας των ντόπιων μονοπωλιακών υποκαταστημάτων, σχετικά με τη διεύθυνση και τον έλεγχο της παραγωγής. Τραβάμε λοιπόν αυτό το δρόμο, καθαρίζοντάς τον από οποιαδήποτε προηγούμενη σαβούρα.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007. 

Με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Νάσερ / With Egyptian leader Gamal Abdel Nasser

Ο Τσε βραβεύεται από τον πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ενώπιον του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Χουσεϊν Αλ-Χαφί, στο Κάϊρο, Ιούνιος 1959 (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).

Συνάντηση με τον πρόεδρο Νάσερ και μέλη της αιγυπτιακής κυβέρνησης στο Κάϊρο (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).

Με τον πρόεδρο Νάσερ.

Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης

Του Τόνυ Σονουά.

Εισαγωγή.

Μέσα στο 1996 και το 1997 εκδόθηκαν από διάφορους συγγραφείς πολλά βιβλία, μπροσούρες και άρθρα, για τον Ερνέστο Γκεβάρα, σε ανάμνηση της 30ης επετείου από την εκτέλεση του. Σε ολόκληρο τον κόσμο είναι βέβαια πιο γνωστός με το ψευδώνυμο «Τσε», ένα παρατσούκλι που του έβγαλαν οι συναγωνιστές του όταν ήτανε στο Μεξικό την 10ετία του 1950. Το «Τσε» είναι ένα πολύ διαδεδομένο παρα-όνομα στην Αργεντινή την χώρα που γεννήθηκε. Το 1997, πολλοί νεολαίοι στην Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη άρχισαν να φοράνε μπλουζάκια με τον Γκεβάρα και να κολλάνε στα σπίτια τους αφίσες με το πορτραίτο του.

Διάφοροι κυνικοί και επιπόλαιοι φιλοκαπιταλιστές δημοσιογράφοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν το νέο αυτό ενδιαφέρον για τον Τσε. Υποστήριξαν έτσι λαθεμένα ότι δεν είναι τίποτα άλλο από μια διάθεση να ταυτιστούν αυτοί οι νεολαίοι με το απελευθερωμένο στιλ ζωής που συνδέθηκε με τη 10ετία του 1960. Χωρίς αμφιβολία ο Τσε Γκεβάρα ασκεί μια ρομαντική έλξη σε πολλούς νεολαίους, που θέλουν να προβάλλουν κι αυτοί την εικόνα του «επαναστάτη».

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το ανανεωμένο αυτό ενδιαφέρον για τον Γκεβάρα, αντανακλά την έλξη που πάντα είχε, σ’ αυτούς που αναζητάνε ένα τρόπο για ν’ αλλάξουν την κοινωνία και να βάλουν τέλος στην εκμετάλλευση του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Ο Τσε και η Κούβα, αποτελούν για πολλούς ένα σύμβολο αντίστασης. Την ίδια ώρα, αυτό που εκφράζει η μεγάλη απήχηση που έχει ο Τσε Γκεβάρα στη νέα γενιά είναι η διάθεση αναζήτησης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών, που προσφέρουν την μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό.

Γιατί όμως, η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (C.W.I.), εκδίδει αυτή τη μπροσούρα για τον Τσε και την Κούβα όταν έχουν ήδη γραφτεί τόσα πολλά διεθνώς;

Εκτός από πολλά ειρωνικά και επιφανειακά άρθρα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, τον τελευταίο καιρό εκδόθηκαν και ορισμένα σοβαρά βιβλία και βιογραφίες για τον Τσε. Για παράδειγμα, το βιβλίο «Τσε Γκεβάρα: Μια επαναστατική ζωή» από τον Αμερικάνο δημοσιογράφο και συγγραφέα Λη Άντερσον, είναι μια πολύ καλογραμμένη βιογραφία. Το ίδιο ισχύει και με την βιογραφία «Ερνέστο Γκεβάρα, ο γνωστός επίσης σαν Τσε» του Μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο, (διαθέσιμη μόνο στα ισπανικά). Ωστόσο, παρά την πολύχρονη έρευνα που έκαναν αυτοί οι συγγραφείς, τα έργα τους αναπόφευκτα έχουν μια σημαντική έλλειψη. Δεν βγάζουν τα πολιτικά συμπεράσματα από την συμβολή του Τσε στο επαναστατικό κίνημα, έτσι ώστε τα μαθήματα αυτά να ενισχύσουν το σημερινό αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια αυτοί οι συγγραφείς, παρά το γεγονός ότι κάνουν μια σημαντική συμβολή στην ιστοριογραφία, δεν μπορούσαν να φέρουν σε πέρας αυτό το καθήκον, γιατί οι ίδιοι δεν συμμετέχουν σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

H C.W.Ι. εκδίδει λοιπόν αυτή την μπροσούρα για τον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση του 1959 με στόχο να συμβάλει μ’ αυτό τον τρόπο στο χτίσιμο μιας διεθνούς επαναστατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης, που θα αγωνιστεί για να ανατρέψει τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ξανά με τον ίδιο τρόπο. Μπορούμε όμως να βγάλουμε πολύ σοβαρά μαθήματα από τους προηγούμενους αγώνες και τις επαναστάσεις, που να βοηθήσουν να έχει επιτυχία η σημερινή πάλη για τον σοσιαλισμό. Η Κουβανέζικη Επανάσταση πιο συγκεκριμένα και η συμβολή που είχε σ’ αυτήν ο Τσε Γκεβάρα, έχει να προσφέρει σοβαρά διδάγματα στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση, που ξεδιπλώνεται σήμερα ειδικά στην Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ασία και την Μέση Ανατολή.

Για να βγάλουμε όμως τα σωστά συμπεράσματα, δεν είναι αρκετό να παρακολουθήσουμε μόνον τα ιστορικά γεγονότα όπως συνέβηκαν, αλλά είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε και να συζητήσουμε τις ιδέες και τις μεθόδους που υιοθέτησαν οι κεντρικοί πρωταγωνιστές σ’ αυτούς τους αγώνες. Αυτή λοιπόν η μπροσούρα είναι κύρια μια συμβολή στη συζήτηση πάνω στις εμπειρίες, τις ιδέες και τις μεθόδους του αγώνα που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης, στην οποία ο Τσε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, και δεν έχει στόχο ν’ αποτελέσει μια πλήρη προσωπική βιογραφία του Τσε.

Έτσι, πολλές πτυχές της ζωής του, συμπεριλαμβανομένων και των δύο γάμων του, δεν εξετάζονται εδώ, παρά το γεγονός ότι τα προσωπικά ζητήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό ενός χαρακτήρα και επηρεάζουν την πολιτική του εξέλιξη. Επίσης δεν ήταν δυνατόν σ’ αυτό το έργο ν’ αναφερθούμε σ’ όλα τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την περίοδο και στα οποία συμμετείχε ο Τσε. Εκείνοι οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται γι’ αυτά, θα πρέπει να διαβάσουν τουλάχιστον κάποιες από τις βιογραφίες ή τα ιστορικά έργα, που αναφέρονται στη Κούβα, στον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση.

Με αφορμή την 30η επέτειο από το θάνατο του, αξίζει πράγματι να θυμηθούμε τους αγώνες στους οποίους πρωτοστάτησε, με ηρωισμό και αυτοθυσία, ενάντια στον καπιταλισμό και στον ιμπεριαλισμό. Ο Τσε πάλεψε με πείσμα ενάντια στην εκμετάλλευση κερδήθηκε στον σοσιαλισμό κύρια μέσα από τις δικές του εμπειρίες και είχε την φλογερή επιθυμία να τον δει να επικρατεί διεθνώς. Αρχικά είδε με ενδιαφέρον τα καθεστώτα της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, σαν πιθανές εναλλακτικές σοσιαλιστικές κοινωνίες. Ακόμη όμως και τότε, διατήρησε μια επιφυλακτικότητα και κράτησε τις αποστάσεις του. Αργότερα, όταν απόκτησε άμεση εμπειρία απ’ αυτά τα γραφειοκρατικά καθεστώτα, που δεν είχαν καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, άλλαξε ριζικά γνώμη.

Ο Τσε αφιερώθηκε στην επανάσταση όταν ήτανε 25 περίπου χρονών και σε αυτό τον αγώνα έμελλε να θυσιάσει και τη ζωή του όταν έγινε 39 ετών. Καθοδηγούσε τους συντρόφους του πάντα με το παράδειγμα του κι ήταν ένα ακλόνητος διεθνιστής. Αυτές οι αρετές του, τον έκαναν πηγή έμπνευσης και σύμβολο πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.

Αντάρτικο.

Την ίδια ώρα, πρέπει να πούμε ότι οι ιδέες του δεν ήταν ολοκληρωμένες και δεν είχε μια πραγματική κατανόηση του μαρξισμού. Οι θέσεις που ανέπτυξε για το αντάρτικο για παράδειγμα, έπαιξαν έναν αποφασιστικό ρόλο στη Κουβανική Επανάσταση και στα γεγονότα που ακολούθησαν, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Ο Τσε όμως πρόβαλλε αυτές τις ιδέες σαν τη βασική μέθοδο πάλης που θα έπρεπε να υιοθετηθεί σ’ ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, πράγμα που τις έκανε τότε κύριο σημείο συζήτησης μέσα σε όλο το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα. Οι θέσεις αυτές του Τσε εξετάζονται με προσοχή σε τούτη τη μπροσούρα, γιατί έτσι μόνο μπορούν να βγουν σημαντικά συμπεράσματα για τους σημερινούς αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό.

Ο Τσε ανάπτυξε βέβαια κι άλλες ιδέες σε σχέση για παράδειγμα, με την οικονομία, όπως επίσης και για το ζήτημα «ο σοσιαλισμός και ο νέος άνθρωπος», που αφορούσε κύρια το πως θα εξελισσόταν η στάση των ανθρώπων απέναντι στη νέα κοινωνία, μετά την ανατροπή του καπιταλισμού. Αυτές τις ιδέες τις ανάπτυξε κύρια σαν αποτέλεσμα των προβλημάτων που αντιμετώπισε μετά τη νίκη της Κουβανέζικης επανάστασης το 1959. Δυστυχώς όμως, εξαιτίας του περιορισμένου χώρου δεν ήταν δυνατό ν’ αναφερθούμε σ’ όλα αυτά σε τούτη την μπροσούρα.

Μελετώντας τη ζωή του Τσε γίνεται φανερό ότι οι ιδέες του αναπτύχθηκαν βασανιστικά και επίπονα, πολύ συχνά σαν αποτέλεσμα των ίδιων του των εμπειριών. Δυστυχώς πέθανε νέος σε ηλικία μόνο 39 ετών. Γιατί είναι ξεκάθαρο ότι επανεξέταζε συνεχώς τις ιδέες του μέχρι το θάνατο του. Με μια έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια ομοιότητα στον τρόπο ανάπτυξης της σκέψης τους ανάμεσα στον Τσε, στον Μάλκομ Χ και τον Τζώρτζ Τζάκσον στις ΗΠΑ.

Αντιμέτωπος με τα προβλήματα της κατάστασης στην Κούβα και τη φρίκη που άρχισε να αισθάνεται για αυτά που έβλεπε στις επισκέψεις του πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα», στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη, άρχισε να ψάχνει για μια νέα εναλλακτική λύση και να αναζητά νέες ιδέες. Λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του άρχισε να διαβάζει γραπτά του Λέοντα Τρότσκι. Μήπως θα υιοθετούσε τις ιδέες του Τρότσκι αν είχε τον χρόνο να συνεχίσει την μελέτη των ιδεών του; Δεν μπορούμε βέβαια να το ξέρουμε.

Το 1964, για παράδειγμα, είχε πάει στη Μόσχα για να συμμετέχει στους εορτασμούς της 47ης επετείου της Ρώσικης Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, όχι μόνον διαμαρτυρήθηκε αγανακτισμένος για τον τρόπο ζωής των Ρώσων αξιωματούχων, αλλά υποστήριξε κιόλας ότι: «… τα σοβιέτ βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο κάτω από την κυριαρχία της γραφειοκρατίας».

Η γραφειοκρατική κάστα στην Κίνα εκείνη την περίοδο, είχε υιοθετήσει μια πιο «ριζοσπαστική» στάση διεθνώς σε μια προσπάθεια να κερδίσει επιρροή και στήριξη μετά την σύγκρουση και την διακοπή των σχέσεων της με την γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ. Η σύγκρουση αυτή ωστόσο είχε σαν κύρια αιτία τις στενά εθνικές διαφορές ανάμεσα στα δύο καθεστώτα.

Η «ριζοσπαστική» στροφή που υιοθέτησε η Κινέζικη γραφειοκρατία εκείνη την περίοδο, σε συνδυασμό με την εμπειρία της νίκης του αγροτικού στρατού στην Κίνα το 1949, αναπόφευκτα τράβηξαν την προσοχή του Τσε, γιατί φαίνονταν να επιβεβαιώνουν και τα δικά του συμπεράσματα. Ωστόσο, την ίδια ώρα φαίνεται ότι άρχισε να εξετάζει και τις ιδέες του Τρότσκι. Γι’ αυτό, ενώ ήταν ακόμη στην Μόσχα, άρχισε να δέχεται εκεί επιθέσεις που τον χαρακτήριζαν «Φιλοκινέζο» και «Τροτσκιστή». Όπως αναφέρει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο στη βιογραφία του, ο Τσε ήταν γνώστης αυτών των επιθέσεων και τις ανάφερε δημόσια σε μια συνάντηση που είχε με τους Κουβανούς φοιτητές στην Πρεσβεία της Κούβας, στη Μόσχα.

«Έχω εκφράσει κάποιες απόψεις», είπε ο Τσε, «που θα μπορούσαν να πλησιάζουν περισσότερο την Κινέζικη πλευρά… όπως επίσης και απόψεις που έχουνε σχέση με τον Τροτσκισμό. Κάποιοι εδώ υποστηρίζουν βέβαια ότι οι Κινέζοι είναι διασπαστές, όπως και οι Τροτσκιστές και μαζί μ’ αυτούς κι εγώ». Και συνέχισε «Οι απόψεις όμως αυτές που κάποιοι θέλουν να θάψουν με την βία μας δίνουν ένα πλεονέκτημα. Δεν μπορείς να πολεμήσεις απλά τις απόψεις με την βία γιατί αυτή ακριβώς είναι η βάση της νοημοσύνης… και είναι ξεκάθαρο ότι μπορεί κανείς να μάθει πολλά πράγματα από τις ιδέες του Τρότσκι».

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: «Ξεκίνημα», Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Συνέντευξη του Καμίλο Γκεβάρα στο «Ριζοσπάστη» (2006)

Συνέντευξη στο Δημήτρη Καραγιάννη.

Με την ευκαιρία της επίσκεψής του στην Ελλάδα, πριν μερικές μέρες, είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τον Καμίλο Γκεβάρα, γιο του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, του θρυλικού επαναστάτη Τσε. Ο 44χρονος Καμίλο, ταγμένος στην υπόθεση της Κουβανικής Επανάστασης, όπως μας λέει, έχει σπουδάσει Νομική και σήμερα μαζί με τη μητέρα του, Αλέιδα Γκεβάρα Μαρτς, διοικούν το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» στην Αβάνα. Πρόκειται για ένα κέντρο που σκοπό του έχει να εκδώσει και να διαδώσει όλο το έργο του Τσε.

Με άμεσο, ζεστό και γεμάτο χιούμορ και ζωντάνια λόγο, όπως και οι περισσότεροι Κουβανοί, απάντησε στις ερωτήσεις μας, σε μια συνέντευξη που δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη, για άλλη μια φορά, να γνωρίσει αυτό τον περήφανο λαό, που εξακολουθεί να δίνει καθημερινά τον αγώνα του για αξιοπρέπεια και ακεραιότητα της πατρίδας του. Και στηρίζει το σοσιαλισμό που μέσα σε μεγάλες δυσκολίες οικοδομεί, ο οποίος έχει δώσει τεράστιες δυνατότητες στα λαϊκά στρώματα.

– Τιμή μας να μιλάμε μαζί σας. Επιτρέψτε μας μια πρώτη ερώτηση κάπως κοινότοπη. Εχετε ένα «βαρύ» όνομα, γεμάτο ιστορία. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

– Θα έλεγα ότι είναι βαρύ με την έννοια της αξίας για πολλούς ανθρώπους. Ας το διευκρινίσουμε όμως. Αυτό που συμβαίνει στην Κούβα, την πατρίδα μου, είναι ότι τους ανθρώπους δεν τους εκτιμάμε με βάση το όνομα. Το σημαντικό για τους Κουβανούς, και μιλάω με βάση την προσωπική μου εμπειρία, είναι να σε γνωρίσουν πρώτα, να σε εκτιμήσουν και να σε δεχτούν για τις αξίες και τα ελαττώματά σου. Και έτσι σου ανοίγεται ένας δρόμος στην κοινωνία που ζεις. Μπορείς ή όχι να βαδίσεις στη ζωή με τα δικά σου βήματα. Και νομίζω αυτό είναι σημαντικό. Βέβαια, μπορεί να συμβεί κάποιες φορές όταν κάνεις κάποιες επισκέψεις σε άλλες χώρες να σε «πλακώνουν» οι φωτογράφοι, όπως τώρα (λέει αστειευόμενος με τον φωτογράφο της εφημερίδας).

Αυτό είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσεις για το όνομα. Πάντως, να ξέρετε ότι απέναντί σας έχετε έναν Κουβανό, ο οποίος έχει μιαν αντίληψη που είναι ταγμένη σε μια δίκαιη υπόθεση όπως η δική μας. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσα να απαντήσω στις ερωτήσεις σας.

Το κράτος εξασφαλίζει δυνατότητες εξέλιξης σε όλους

– Μιλήστε μας για τη δική σας εμπειρία. Πώς είναι να μεγαλώνει ένα παιδί στην Κούβα; Πώς διαμορφώνεται ως προσωπικότητα;

– Η Κούβα δίνει μεγάλη σημασία στην Παιδεία, σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης. Αυτή είναι, κατ’ αρχάς, η υποχρεωτική βασική εξάχρονη εκπαίδευση (μαζί με δίχρονη προσχολική) σε ένα απολύτως δημόσιο και δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφαλίζει τα πάντα στο παιδί.

– Θεωρείτε αυτονόητη τη δωρεάν εκπαίδευση, σε πολλές όμως χώρες, και στη δική μας, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική και όνειρο για τα λαϊκά στρώματα.

– Το γνωρίζω, αλλά (αστειευόμενος) μιλάμε για την Κούβα. Επειτα από τη βασική εκπαίδευση ακολουθεί η δευτεροβάθμια, η προπανεπιστημιακή και η πανεπιστημιακή. Αλλά πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις από το κράτος ώστε όλοι να φτάσουν μέχρι την ένατη τάξη και είναι μια από τις πολλές μάχες που δίνουμε ως λαός. Σήμερα, πάνω από το 90% των νέων το καταφέρνει. Ετσι, το να μεγαλώνεις σε μια κοινωνία όπου η συντριπτική πλειοψηφία έχει υψηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο σε βοηθάει να αναπτυχθείς.

Επίσης, υπάρχουν δυνατότητες για σπουδές στην προπανεπιστημιακή εκπαίδευση με βάση τα ενδιαφέροντα του ατόμου και ακολουθούν τα πανεπιστήμια εφόσον ο νέος έχει τα προσόντα. Αυτή την περίοδο γίνεται μεγάλη προσπάθεια να αυξηθούν οι δυνατότητες για όποιον θέλει να σπουδάσει να μπορεί να το κάνει. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί συγκεκριμένα προγράμματα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, όπως το λεγόμενο Πανεπιστήμιο για όλους. Υπάρχουν οι πανεπιστημιακές σχολές, αλλά και τα εργατικά πανεπιστήμια, μια παλιά κατάκτηση της πάλης του λαού μας. Υπάρχουν επίσης τα λεγόμενα Δημοτικά Πανεπιστήμια, που έχουν στόχο να φέρουν πιο κοντά στον πληθυσμό τη δυνατότητα μόρφωσης. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια υπάρχουν στους δήμους πανεπιστήμια για ηλικιωμένους που έχουν πολύ χρόνο και θέλουν να κάνουν ενδιαφέροντα πράγματα.

Το σημαντικότερο επίτευγμα του σοσιαλισμού είναι η ενεργοποίηση των μαζών

– Χωρίς να θέλω να διακόψω τη σκέψη σας, όλα αυτά ακούγονται σε μας, που βιώνουμε τα …δεδομένα του καπιταλισμού, αρκετά πρωτόγνωρα.

– Θα έλεγα ότι είναι πρωτόγνωρα και για άλλες σοσιαλιστικές εμπειρίες που έχουμε από το παρελθόν. Νομίζω όμως ότι αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί στην Κούβα είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι πολύ νέος, μια νέα υπόθεση που πρέπει να εξελιχθεί. Δεν πρέπει να δημιουργούμε δόγματα, πρέπει να επιδιώκουμε να εκφράζεται ο ίδιος ο λαός, τα ινστιτούτα της χώρας, στην πορεία της οικοδόμησης. Αυτό ανοίγει συνεχώς δρόμους. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο ατού που έχει ο σοσιαλισμός είναι ότι έχεις τη δυνατότητα να φτάσεις στο μέγιστο που μπορούν να δώσουν οι μάζες. Και αυτό εξελίσσεται σε μια συνεχή δημιουργία, μέσα από όλες αυτές τις ευκαιρίες, που έχουν όμως το χαρακτήρα της ισότητας για όλους και σου επιτρέπουν να κάνεις όλα αυτά τα πράγματα. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό επίτευγμα του σοσιαλισμού. Σε αυτό το πλαίσιο και σε αυτές τις στιγμές η Κούβα κάνει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.

Ξέχασα να πω ότι υπάρχει και ένα πανεπιστήμιο στις φυλακές. Γιατί, δυστυχώς, στην Κούβα υπάρχουν και φυλακές, δεν είμαστε τέλειοι. Δίνεται, λοιπόν, η δυνατότητα σε ανθρώπους που υπέπεσαν σε κάποιο ποινικό αδίκημα να πάρουν κάποια εφόδια που θα μπορούσαν, με τη δική τους θέληση, να τους βοηθήσουν μετέπειτα στη ζωή τους.

Αυτή είναι η κατάσταση στην Κούβα. Δε θέλω να πω ότι όλα είναι τέλεια αλλά γίνονται προσπάθειες. Εδώ βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε την κατάσταση όπου ζει η Κούβα. Μόλις τώρα αρχίζει να ξεπερνάει μια βαθιά κρίση, στην οποία βρέθηκε ως συνέπεια των ανατροπών στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με τις οποίες είχαμε το 80% των εμπορικών συναλλαγών μας. Είναι σαν να έχεις έναν άνθρωπο που σχηματικά ζει με 10 δολάρια και ξαφνικά του παίρνουν τα 8 και πρέπει να ζήσει με τα 2 και να διατηρήσει όλα όσα είχε. Περάσαμε πολύ δύσκολα χρόνια το ’90-’95. Ξεπερνάμε αυτό το σοκ, όχι ότι είμαστε …σε διακοπές αλλά οι πιο δύσκολες εποχές πέρασαν και αρχίζουμε να επανακτούμε δυνάμεις στην οικονομία. Είναι αλήθεια – και χωρίς καμία διάθεση έπαρσης – ότι λίγες χώρες στον κόσμο μπορούν να το καταφέρουν αυτό.

– Αυτό άλλωστε είναι η πιο μεγάλη επιτυχία του κουβανικού λαού, ότι διατηρεί το σοσιαλισμό.

– Ετσι είναι. Αυτό είναι αποτέλεσμα της πάλης του λαού. Οχι όμως γενικά και αόριστα, αλλά κάτω από τη συγκεκριμένη καθοδήγηση και ηγεσία και τη συγκεκριμένη οργάνωση της κοινωνίας. Δεν μπορώ να πω ότι έχω δει παρόμοια περίπτωση στον κόσμο. Μιλάμε για μια χώρα που δε λάμβανε οικονομική βοήθεια από πουθενά, με ένα εγκληματικό εμπάργκο από την πιο μεγάλη δύναμη του πλανήτη, με την εξάλειψη του σοσιαλιστικού συστήματος και με πολύ χαμηλές διεθνείς τιμές στα προϊόντα της. Επίσης, πρέπει να υπολογίσουμε το κόστος για την εξασφάλιση της άμυνας της χώρας και τη διατήρηση των κοινωνικών κατακτήσεων.

Παρούσα η σκέψη του Τσε

– Εχετε μελετήσει σίγουρα τα έργα του πατέρα σας, τη σκέψη του για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Πιστεύετε ότι οι ιδέες του βρίσκουν εφαρμογή στην Κούβα;

– Νομίζω ότι οι ιδέες του Τσε είναι παρούσες. Ο Τσε δεν είναι βέβαια το άπαν. Ο Τσε πήρε τις αξίες που υπήρχαν μέχρι την εποχή του, τα θετικά του ανθρώπινου πολιτισμού και με τη δημιουργική του εργασία τις εμπλούτισε με έναν τρόπο αυθεντικό. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα είναι επίκαιρος και έχει σημασία για πολύ κόσμο. Βεβαίως, ο Τσε δεν ήταν μόνος του. Ανήκε σε μια μεγάλη ομάδα επαναστατών, ήταν μέλος ενός κινήματος, αργότερα του Κομμουνιστικού Κόμματος στα πλαίσια της Κουβανικής Επανάστασης και εμπνεόταν από τα ιδανικά μιας μεγάλης ομάδας σε όλο τον κόσμο που ήταν η πρωτοπορία της εποχής της, η οποία βρέθηκε στην εξουσία και έκανε πράξη τις ιδέες της.

Γι’ αυτό βλέπεις ότι η Κούβα, παρόλο που είναι μια φτωχή χώρα, μπορεί να στέλνει χιλιάδες γιατρούς σε κάθε γωνιά του πλανήτη σε όποιο λαό τους έχει ανάγκη. Αυτό σου δείχνει ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης και δράσης, που εκφράζει ένα βαθύ ανθρωπισμό. Ετσι όπως πρέπει να είναι ο κόσμος. Αν εσύ έχεις πρόβλημα εγώ σου δίνω τη βοήθειά μου.

Οι ρίζες αυτής της σκέψης πηγάζουν απ’ ό,τι πιο θετικό έχει δώσει η ανθρωπότητα. Και πιστεύω ότι για να είναι κάποιος κομμουνιστής πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι βαθιά άνθρωπος. Και σε αυτό ο Τσε ήταν σημείο αναφοράς, ένα παράδειγμα. Ηταν ένας με όλη τη σημασία άνθρωπος. Ταγμένος σε μια υπόθεση που στην ουσία είναι βασική για να διατηρηθεί το είδος μας, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα εξαφανιστεί.

Το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα»

– Πείτε μας δυο λόγια για το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα», όπου βρίσκεστε. Ποιος ο σκοπός και το έργο του;

– Το Κέντρο ιδρύθηκε το 1984, ως προσωπικό αρχείο του Τσε στο σπίτι που έζησε στην Αβάνα, στο Νουέβο Βεδάδο. Ετσι, ξεκίνησε μια, θα έλεγα, ανώνυμη δουλιά, η ταξινόμηση και η συστηματοποίηση από επιστήμονες ώστε κάποια στιγμή να μπορέσουμε να εκθέσουμε αυτό το έργο, έχοντας και τη στήριξη της κουβανικής πολιτείας. Μπορούμε να πούμε ότι το Κέντρο έχει δύο κεντρικές κατευθύνσεις. Μια ακαδημαϊκή, που σημαίνει τη μελέτη των έργων, της σκέψης, της δράσης και της ζωής του Τσε. Να εμβαθύνουμε στη μελέτη και να προχωρήσουμε στην έκδοση των ανέκδοτων έργων του. Θέλουμε να εκδοθεί αυθεντικά ο Τσε με δικά του κείμενα και μετά θα έρθουν οι αναφορές και οι αναλύσεις για το έργο του. Θέλουμε να εκδώσουμε όλο του το έργο. Μέσα σε αυτή τη δουλιά υπάρχει μια σημαντική πλευρά, αυτή της διάδοσης του έργου του. Μελετάς το έργο, εμβαθύνεις σε αυτό, το εκδίδεις, αλλά πρέπει και να το διαδώσεις. Ετσι, κάνουμε ντοκιμαντέρ, ψηφιακά προγράμματα στο Ιντερνετ και άλλες εκδόσεις για πιο νέους ανθρώπους, αδιαμόρφωτους, όπως περιοδικά που μπορούν να προσεγγίσουν πιο κατανοητά τον Τσε.

Δεύτερη κατεύθυνση της δουλιάς μας είναι να γίνει το Κέντρο και κέντρο προβολής πολιτισμού, ώστε να αναδειχτούν οι ανθρώπινες αξίες. Εχουμε φτιάξει κοινότητες επικοινωνίας κυρίως με νέους αλλά και παιδιά. Θέλουμε όχι μόνο να επηρεάζει το Κέντρο αλλά και το κοινό μας με βάση τα ενδιαφέροντά του, ώστε να εμβαθύνουμε στις ανθρώπινες αξίες.

– Υπάρχει ενδιαφέρον από τη νεολαία;

– Υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον. Ηδη έχουμε εκδώσει κάποια έργα και επίσης πραγματοποιούμε εκδηλώσεις και άλλες δραστηριότητες. Πρόσφατα γυρίστηκε η ταινία «Το ημερολόγιο της Μοτοσικλέτας», του Βραζιλιάνου σκηνοθέτη Βάλτερ Σάλας. Επίσης, έχουμε εκδώσει το «Ημερολόγιο του Κονγκό», «Το δεύτερο ταξίδι στη Λατινική Αμερική» και πρόκειται να εκδώσουμε το βιβλίο «Η οικονομική σκέψη του Τσε» και σειρά από ανέκδοτα κείμενα. Μιλάμε επίσης γι’ αυτά που ονομάζουμε τα «Φιλοσοφικά του τετράδια», κείμενα που έγραψε από τα 17 του χρόνια μέχρι τη Βολιβία. Εκεί βλέπουμε και την ωρίμανση, τη διανοητική εξέλιξη της σκέψης του Τσε, που είναι μια καλή απεικόνιση του διανοητικού δρόμου που ακολούθησε. Και βέβαια αυτή την εργασία δεν μπορούμε να την εκδώσουμε ανεπεξέργαστη, γιατί αυτό μπορεί να μπερδέψει τον αναγνώστη για την πορεία εξέλιξης του Τσε. Γι’ αυτό χρειάζεται να κάνουμε μια μελετητική δουλιά με φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και άλλους επιστήμονες. Επίσης, πρέπει να γίνει κατανοητή η πολιτιστική εξέλιξή του για να κατανοηθεί η οικονομική του σκέψη. Ο Τσε ήταν ένας άνθρωπος που ενώ εργαζόταν ως υπουργός Βιομηχανίας μελετούσε ακατάπαυστα. Σπούδασε λογιστικά, οικονομικές επιστήμες, μαθηματικά και έφτασε σε πολύ υψηλό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Βιομηχανίας. Μελετούσε πάντα, παντού και τα πάντα. Ολα αυτά εξηγούν γιατί η σκέψη του είναι βαθιά. Εφτανε στην ουσία των πραγμάτων.

– Ας πάμε σε κάτι άλλο. Η εικόνα του Τσε έχει αρκετά εμπορευματοποιηθεί. Τη βλέπουμε στις φανέλες, στα μπουκάλια, σε άλλα προϊόντα. Χρησιμοποιείται και σαν άλλοθι για να κρύβεται αυτό που ο Τσε ήταν. Αγιοποιούν τον Τσε για να τον ακυρώσουν; Το σύστημα τον χρησιμοποιεί; Τι λέτε γι’ αυτό;

– Κοιτάξτε, το Κέντρο έχει ως βασική λειτουργία να διαδώσει τη σκέψη του Τσε. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο με μια κίνηση. Χρειάζεται χρόνος και δουλιά για να αλλάξουν τα πράγματα. Το πιο σημαντικό στον Τσε, κατά τη γνώμη μας, είναι η σκέψη του. Γι’ αυτό, πρώτον, πρέπει να εκδώσουμε αυτό το έργο, να βοηθήσουμε τον κόσμο να το καταλάβει. Μετά να συνδυάσουμε την εικόνα του. Δεν μπορούμε να πούμε στον κόσμο να μη βλέπει την εικόνα του. Αυτός εξάλλου είναι ο Τσε, μαζί του είναι και η ιστορία του. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «μύθος» και μόνο, είναι για να τον σκοτώσουν για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά τελικά. Εμείς έχουμε σχεδιασμένη μια στρατηγική. Το πρώτο είναι η σκέψη του Τσε. Αν κάποιος θέλει να τον έχει στην μπλούζα του ή στο ποτήρι του, στο δίσκο του, ωραία, εμείς θέλουμε να του πούμε τι είναι αυτό που συμβολίζει.

Ενας αγωνιστής λαός με ιστορία

– Μια τελευταία ερώτηση που ενδιαφέρει κάθε άνθρωπο ο οποίος έχει ανησυχίες και βλέπει την τιτάνια προσπάθεια που κάνει ο κουβανικός λαός. Τι είναι αυτό που τον κάνει να στέκεται όρθιος παρά τις τεράστιες δυσκολίες;

– Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει λόγω της ιστορίας που είχε αυτός ο λαός. Πάντα αντιστεκόταν ενάντια σε ισχυρούς εχθρούς. Μια μικρή χώρα που έχει περάσει από μεγάλους αγώνες. Η δική μας ιστορία είναι πολύ νέα. Το έθνος μας είναι πολύ νέο και έχει πολλούς νέους ανθρώπους. Με τη νίκη της επανάστασης ήμασταν 6 εκατομμύρια, σήμερα είμαστε 11 εκατομμύρια. Πάντα ήμασταν αγωνιστικός λαός. Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ενάντια στην Ισπανία διάρκεσε 30 χρόνια, με ελάχιστα τεχνικά μέσα, με τα σπαθιά απέναντι σε κανόνια, και ήταν νικηφόρος για τους Κουβανούς. Μετά ήρθαν οι γιάνκηδες. Αυτό δίνει ένα περίγραμμα για το τι έκανε αυτός ο λαός. Είναι μια μείξη φυλών και πολιτισμών, ένας κόσμος σε ένα νησί. Και στο τέλος τέλος όλα όσα μας έκαναν οι εχθροί, οδήγησαν στο να ωριμάσει ο λαός και να διαμορφωθεί πάνω στις αξίες της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας. Και μπορώ να πω, κάνοντας και λίγο χιούμορ, ευτυχώς ή δυστυχώς, οι ΗΠΑ είναι λίγο έξυπνες όλα αυτά τα χρόνια, και αυτό μας υποχρεώνει να παλεύουμε συνεχώς.

Επίσης, αν δεν είχε ο σοσιαλισμός τη στήριξη του κόσμου και της νεολαίας, που είναι το μισό του πληθυσμού και βέβαια γεννήθηκε μετά την επανάσταση, δε θα μπορούσε να επιβιώσει σε απόσταση 90 μίλια από τις ΗΠΑ. Ο κόσμος κάνει αυτό που αισθάνεται και είναι ψέμα ότι οι μεγάλες διαδηλώσεις που διοργανώνουμε συχνά στο νησί είναι γιατί μας υποχρεώνουν. Φυσικά, τίποτα δεν είναι τέλειο, αλλά αυτή η κινητοποίηση του κόσμου δείχνει πολλά πράγματα. Είμαστε μια χώρα με σημαντικό πολιτισμό, εν πολλοίς ομοιογενή, και έχουμε έναν εχθρό που μας κάνει καθημερινά να συνειδητοποιούμε ότι απειλούμαστε. Ολα αυτά κάνουν τον κόσμο να είναι σε συνεχή επαγρύπνηση.

Αναδημοσίευση από το «Ριζοσπάστη», 12 Φλεβάρη 2006.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία

Της Helen Yaffe*.

Τον Ιανουάριο του 1962 ο Γκεβάρα είπε στους συναδέλφους του στο Υπουργείο Βιομηχανιών της Κούβας (ΥΒ): «Σε καμία περίπτωση δεν λέω ότι η οικονομική αυτονομία μιας επιχείρησης με ηθικά κίνητρα, όπως διαπιστώνεται στις σοσιαλιστικές χώρες, είναι μια φόρμουλα που θα εμποδίσει την πρόοδο προς το σοσιαλισμό». Αναφερόταν στο σύστημα οικονομικής διαχείρισης που εφαρμοζόταν στο Σοβιετικό μπλοκ, γνωστό στην Κούβα, ως Σύστημα Auto-χρηματοδότησης (AFS). Μέχρι το 1966, στην κριτική του απέναντι στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας, συμπεραίνει ότι η ΕΣΣΔ «επιστρέφει στον καπιταλισμό». Το κείμενο αυτό θα αποδείξει ότι η ανάλυση του Γκεβάρα εξελίχτηκε στην περίοδο μεταξύ των δύο αυτών δηλώσεων, ως αποτέλεσμα τριών ερευνητικών κατευθύνσεων: τη μελέτη της ανάλυσης του Μαρξ για το καπιταλιστικό σύστημα, την εμπλοκή σε συζητήσεις περί σοσιαλιστικής πολιτικής οικονομίας και την αναφορά στις τεχνολογικές προόδους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Την ίδια εποχή ο Γκεβάρα ασχολιόταν με την πρακτική εμπειρία από την ανάπτυξη του Συστήματος Χρηματοδότησης του Προϋπολογισμού (BFS) – ένα εναλλακτικό εργαλείο για την οικονομική διαχείριση του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Ο Γκεβάρα ήταν επικεφαλής του Τμήματος Βιομηχανοποίησης και πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας το 1960, όταν όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας εθνικοποιήθηκαν. Το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού (BFS) εμφανίστηκε σαν μια πρακτική λύση στα προβλήματα που προέκυψαν από τη μετάβαση από την ιδιωτική στην κρατική ιδιοκτησία της βιομηχανικής παραγωγής. Η Κούβα είχε μια μη ισορροπημένη, στηριζόμενη στο εμπόριο οικονομία κυριαρχούμενη από ξένα συμφέροντα, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι παραγωγικές μονάδες που πέρασαν στη δικαιοδοσία του Τμήματος εκτείνονταν από εργαστήρια τεχνιτών μέχρι εξελιγμένες μονάδες παραγωγής ενέργειας. Πολλές αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο χρεοκοπίας ενώ άλλες ήταν πολύ κερδοφόρες. Η λύση του Γκεβάρα είχε δυο σκέλη: πρώτον, να ομαδοποιηθούν επιχειρήσεις με παραπλήσιες γραμμές παραγωγής σε κεντρικά διοικητικά όργανα που θα ονομάζονταν Ενοποιημένες Επιχειρήσεις. Αυτό επέτρεπε στο Τμήμα να ελέγχει την κατανομή του ολιγάριθμου διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, μετά την αποχώρηση του 65-75% των μάνατζερς, τεχνικών και μηχανικών μετά το 1959 – και, δεύτερον, για να συγκεντρώσει τα οικονομικά όλων των παραγωγικών μονάδων σε έναν τραπεζικό λογαριασμό (ενιαίο ταμείο) για την πληρωμή των μισθών, για τον έλεγχο των επενδύσεων και τη διατήρηση της παραγωγής σε βασικές βιομηχανίες που δεν είχαν χρηματικούς πόρους. Με την ίδρυση του Υπουργείου Βιομηχανίας το Φλεβάρη του 1961 το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού εξελίχτηκε σε ένα συγκεντρωτικό όργανο που ενσωμάτωνε τρεις οργανωτικές δομές σε ένα μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο, ώστε να προωθήσει την εκβιομηχάνιση της Κούβας, να αυξήσει την παραγωγικότητα και να θεσμοθετήσει την συλλογική διαχείριση.

Προηγμένη τεχνολογία

Ο Γκεβάρα δημιούργησε το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού με συντρόφους που κατανοούσαν τις εσωτερικές λογιστικές πρακτικές, τη διοικητική συγκεντροποίηση και την παραγωγική συγκέντρωση των αμερικάνικων επιχειρήσεων και των θυγατρικών τους στην Κούβα. Ο Γκεβάρα εξέτασε τα επίσημα έγγραφα αυτών των εταιριών καθώς περιήλθαν σε κρατικά χέρια. Ήταν εντυπωσιασμένος με τις διοικητικές τους δομές, τη χρήση κεντρικών τραπεζικών λογαριασμών και προϋπολογισμών, των συγκεκριμενοποιημένων επιπέδων ευθύνης και λήψης αποφάσεων, καθώς και των τμημάτων οργάνωσης και ελέγχου. Είπε τους συναδέλφους του ότι το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού είχε ένα λογιστικό σύστημα παρόμοιο με το σύστημα των, προ του 1959, μονοπωλίων που λειτουργούσαν στην Κούβα, με τα αποδοτικά συστήματα ελέγχου τους: «Δεν είναι σημαντικό ποιός επινόησε το σύστημα. Το λογιστικό σύστημα που εφαρμόζουν στην Σοβιετική Ένωση εφευρέθηκε επίσης επί καπιταλισμού».

Ο Γκεβάρα ταξίδεψε για πρώτη φορά στην ΕΣΣΔ το 1960. Ο βοηθός του Ορλάντο Μπορέγκο θυμάται ότι επισκέφτηκαν ένα εργοστάσιο ηλεκτρονικών που έκανε υπολογισμούς με τον άβακα. Έχοντας μελετήσει την αμερικανικής ιδιοκτησίας Ηλεκτρική Εταιρία της Κούβας, την Shell, την Texaco και άλλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν τους τελευταίας τεχνολογίας υπολογιστές της IBM, ο Γκεβάρα έμεινε έκπληκτος από την οπισθοδρομικότητα των σοβιετικών τεχνικών. Πίστευε ότι οι πρόοδοι της ανθρωπότητας θα πρέπει να υιοθετούνται χωρίς το φόβο της ιδεολογικής μόλυνσης.

Με την επιβολή του αποκλεισμού των ΗΠΑ, η Κούβα αναγκάστηκε να αγοράσει εργοστάσια από τις σοσιαλιστικές χώρες, ιδίως της ΕΣΣΔ. Η βοήθεια αυτή ήταν απαραίτητη, όμως η σχετική παλαιότητα του εξοπλισμού συγκρούστηκε με την επιθυμία του Γκεβάρα για μετάβαση σε προηγμένη τεχνολογία. Δεν επέκρινε τους Σοβιετικούς για την καθυστέρηση αυτή καθεαυτή. Αντίθετα, παραπονέθηκε για την αντίφαση ανάμεσα στο υψηλό επίπεδο της έρευνας και ανάπτυξης στη στρατιωτική τεχνολογία και το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων για μη-στρατιωτική παραγωγή. Έφερε αντιρρήσεις για την ιδεολογική τους αντίσταση στις σχετικές προόδους που γίνονταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Αυτό αποτέλεσε ένα δαπανηρό λάθος από την άποψη ανάπτυξης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Για παράδειγμα: «Για καιρό η επιστήμη των συστημάτων (αυτοματοποίηση) θεωρούταν αντιδραστική επιστήμη ή ψευδο-επιστήμη … [αλλά] είναι ένας κλάδος της επιστήμης που υπάρχει και πρέπει να χρησιμοποιείται». Πρόσθεσε ότι στις ΗΠΑ η εφαρμογή της επιστήμης των συστημάτων στη βιομηχανία είχε σαν αποτέλεσμα τον αυτοματισμό – μια σημαντική παραγωγική ανάπτυξη.

Η θεμελίωση ενός συστήματος διαχείρισης βασισμένο στην καπιταλιστική τεχνολογία για την μετάβαση στο σοσιαλισμό ήταν συμβατό με τα στάδια θεωρία του Μαρξ για την ιστορία, η οποία προέβλεπε ότι ο κομμουνισμός θα αναδυόταν από τον πλήρως αναπτυγμένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο Μαρξ έδειξε πως η τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου, δηλαδή προς το μονοπώλιο, ήταν έμφυτη στο σύστημα. Ως εκ τούτου, η μονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού ήταν πιο προχωρημένη από τον «τέλειο ανταγωνισμό». Το σοβιετικό σύστημα προήλθε από έναν κυρίως υπανάπτυκτο, προ-μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα διαχείρισης που θα προέκυπτε από το μονοπωλιακοό καπιταλισμό θα μπορούσε να είναι πιο προηγμένο, αποτελεσματικό και παραγωγικό. Η προέλευση του ΣΧΠ ήταν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις της προ του 1959 Κούβας και επομένως ήταν πιο προοδευτικό από το ΑΧΣ το οποίο είχε από τον προ-μονοπωλιακό Ρωσικό καπιταλισμό.

Κριτική στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας

Τον Απρίλιο του 1965, ο Γκεβάρα έφυγε από την Κούβα επικεφαλής μιας κουβανέζικης στρατιωτικής αποστολής στο Κονγκό. Οι αντάρτες ηττήθηκαν και ο Γκεβάρα έμεινε στην Τανζανία και τη Δημοκρατία τη Τσεχίας μεταξύ 1965 και 1966, όπου άρχισε την εργασία για μια ολοκληρωμένη ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της Σοσιαλιστικής μετάβασης. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το έργο αυτό, ο Γκεβάρα κράτησε σημειώσεις πάνω στο Σοβιετικό εγχειρίδιο, εφαρμόζοντας θεωρητικά επιχειρήματα του ανέπτυξε στην μεγάλη συζήτηση για το κείμενο αυτό. Οι σημειώσεις αυτές δεν γράφτηκαν προκειμένου να δημοσιευθούν, ούτε υπάρχουν ως κείμενο. Ήταν σχόλια που αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες παραγράφους του Εγχειριδίου. Σημειώσεις για τον εαυτό του, συμπεριλαμβανομένων των ενδείξεων των τομέων για περαιτέρω μελέτη.

Ο Γκεβάρα επέκρινε τη μηχανιστική προσέγγιση του Εγχειριδίου πάνω στις κλασσικές μαρξιστικές αντιλήψεις για τις ταξικές σχέσεις ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση του ιμπεριαλισμού ο οποίος δημιούργησε μια προνομιούχα εργατική τάξη στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, καθώς και τους προνομιούχους τομείς (παραγωγής) στα εκμεταλλευόμενα κράτη. Απέρριψε σαν οπορτουνισμό τις προσπάθειες του Εγχειριδίου να ξεπεράσει την εγγενή βία της ταξικής πάλης στη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Όσον αφορά την περίοδο της μετάβασης, ο Γκεβάρα υποστήριξε ότι το συλλογικό σύστημα των «κολχόζ» (συνεταιριστικών αγροκτημάτων) της ΕΣΣΔ δεν ήταν χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού και ότι οι συνεταιρισμοί δεν ήταν μια σοσιαλιστική μορφή ιδιοκτησίας – δημιούργησαν ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα το οποίο συγκρούστηκε με την κρατική ιδιοκτησία και τις σοσιαλιστικές κοινωνικές σχέσεις επιβάλλοντας τη δική τους λογική πάνω στην κοινωνία. Ο Γκεβάρα αντέκρουε συστηματικά τους λεγόμενους νόμους του Σοσιαλισμού που αναφέρονται στο Εγχειρίδιο, ιδιαίτερα το νόμο της διαρκούς αύξησης της εργατικής παραγωγικότητας – το οποίο οργισμένος αποκαλούσε ότι: «Είναι η τάση που έχει οδηγεί τον καπιταλισμό για αιώνες». Καταδίκασε ως «επικίνδυνη» τη σοβιετική πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης και της οικονομικής άμιλλας με τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και επισήμαινε τις σοβαρές διαφωνίες ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, κατηγορώντας τες για άνισες ανταλλαγές και την επιβολή των καπιταλιστικών κατηγοριών στις εμπορικές σχέσεις.

Ταυτόχρονα με τον σεβασμό, το θαυμασμό και τα επαναστατικά κίνητρα, ο Γκεβάρα ανακοίνωσε ότι ο Λένιν ήταν ο τελικός ένοχος επειδή η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), η οποία είχε αναγκαστεί να εισαγάγει το 1921 επέβαλε ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα στην ΕΣΣΔ. Η ΝΕΠ δεν εφαρμόστηκε ενάντια στη μικρή εμπορευματική παραγωγή, δήλωσε ο Γκεβάρα, αλλά κατ ‘απαίτηση αυτής. Η μικρή εμπορευματική παραγωγή περιέχει τα σπέρματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ήταν σίγουρος ότι ο Λένιν θα είχε αντιστρέψει (αλλάξει) τη ΝΕΠ εάν ζούσε περισσότερο. Ωστόσο, οι οπαδοί του Λένιν «δεν είδαν τον κίνδυνο κι έτσι παρέμεινε σαν ο Δούρειος Ίππος του σοσιαλισμού, το άμεσο υλικό κίνητρο ως ένας οικονομικός μοχλός». Αυτό το καπιταλιστικό εποικοδόμημα περιχαρακώθηκε, επηρεάζοντας τις παραγωγικές σχέσεις και δημιουργώντας ένα υβριδικό σύστημα σοσιαλισμού με καπιταλιστικά στοιχεία που αναπόφευκτα προκάλεσε συγκρούσεις και αντιθέσεις οι οποίες όλο και περισσότερο επιλύονταν προς όφελος του εποικοδομήματος – ο καπιταλισμός επέστρεφε στο σοβιετικό μπλοκ.

Οι σημειώσεις του Γκεβάρα προσφέρουν μια ξεκάθαρη κριτική της σοβιετικής πολιτικής οικονομίας. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι μερικοί ενδέχετο να παρερμηνεύσουν το έργο του γιά ακραίο αντικομμουνισμό που μεταμφιέζεται ως θεωρητικό επιχείρημα, αλλά υποστήριξε ότι η αδυναμία της αστικής οικονομίας να ασκήσει κριτική στον εαυτό της, όπως ανέδειξε ο Μαρξ στην αρχή του «Κεφαλαίου», παρατηρήθηκε στον σύγχρονο μαρξισμό. Αφιέρωσε τη δουλειά του αυτή στους κουβανούς φοιτητές που περνούν από την επώδυνη διαδικασία της εκμάθησης «αιώνιων αλήθειών» στα ανατολικοευρωπαϊκά εγχειρίδια. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: Η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει πολλές εκπλήξεις (σοκ) μέχρι την τελική απελευθέρωση, αλλά δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί χωρίς ριζική αλλαγή στην στρατηγική των πρώτων σημαντικότερων σοσιαλιστικών δυνάμεων.

Συμπέρασμα

Αυτή η εργασία συνόψισε την ανάλυση που οδήγησε το Γκεβάρα να προειδοποιήσει για την κατάρρευση του Σοσιαλισμού στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Έκανε μια σημαντική συνεισφορά τόσο στη θεωρία και την πράξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ήλπιζε να πείσει τις σοσιαλιστικές χώρες να αντικαταστήσουν σταδιακά τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς κατά τη διάρκεια της μετάβασης και πρόσφερε εναλλακτικές πολιτικές προς στην κατεύθυνση αυτή. Οι προειδοποιήσεις του δεν εισακούστηκαν και, για τους λόγους που ο Γκεβάρα προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ο καπιταλισμός επανήλθε σε όλες αυτές τις χώρες. Στην Κούβα, η ανάλυση του ήταν επανεξετάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 κατά την περίοδο της λεγόμενης Διόρθωσης (Rectification), όταν η χώρα απομακρύνθηκε από το σοβιετικό μοντέλο προτού αυτό καταρρεύσει, βοηθώντας έτσι στην επιβίωση του σοσιαλισμού στην Κούβα.

(Μετάφραση – Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)

* Η Dr. Helen Yaffe είναι αρθρογράφος και ερευνήτρια Οικονομικής Θεωρίας στο Ινστιτούτο Αμερικανικών Σπουδών του University College London. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου «Che Guevara: The Economics of Revolution» (Palgave McMilan, 2007)», απόσπασμα του οποίου είναι το παρόν κείμενο.