Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Δεύτερο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Γενικές διαφορές ανάμεσα στον οικονομικό υπολογισμό και το σύστημα της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό.

Υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς διαφορές ανάμεσα στον οικονομικό υπολογισμό και στο σύστημα της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό. Θα προσπαθήσουμε να τις διαχωρίσουμε σε δύο μεγάλες ομάδες και να τις εξηγήσουμε συνοπτικά. Υπάρχουν διαφορές μεθοδολογικής τάξης – πρακτικής ας πούμε – και διαφορές βαθύτερου χαρακτήρα, αλλά που η ανάλυση της φύσης τους μπορεί να θεωρηθεί «βυζαντινολογία», αν αυτή δε γίνει με μεγάλη προσοχή.

Πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι αυτό που αναζητούμε είναι η αποτελεσματικότερη μορφή για να φτάσουμε στον κομμουνισμό. Δεν υπάρχει διαφορά αρχών. Ο οικονομικός υπολογισμός απέδειξε την πρακτική του αποτελεσματικότητα και ξεκινώντας από τις ίδιες βάσεις αποσκοπούμε στους ίδιους σκοπούς. Πιστεύουμε ότι το σχήμα δράσης του συστήματός μας, κατάλληλα ανεπτυγμένο, μπορεί να ανυψώσει την αποτελεσματικότητα της οικονομικής διαχείρισης του σοσιαλιστικού κράτους, να εμβαθύνει τη συνείδηση των μαζών και να ενισχύσει τη συνοχή του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος πάνω στη βάση μιας ολοκληρωμένης δράσης.

Η πιο άμεση διαφορά φαίνεται όταν μιλάμε για την επιχείρηση. Για μας, μια επιχείρηση είναι ένα σύνολο εργοστασίων και παραγωγικών μονάδων με παρόμοια τεχνολογική βάση, κοινό προορισμό για την παραγωγή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια περιορισμένη γεωγραφική θέση. Στο σύστημα οικονομικού υπολογισμού η επιχείρηση είναι μια παραγωγική μονάδα με δική της νομική προσωπικότητα. Με βάση αυτή τη μέθοδο, ένα κεντρικό εργοστάσιο ζάχαρης είναι μια επιχείρηση, ενώ για μας όλες οι ζαχαροβιομηχανίες και άλλες μονάδες σχετικές με τη ζάχαρη αποτελούν την Ενιαία Επιχείρηση Ζάχαρης.

Στην ΕΣΣΔ πρόσφατα έκαναν τέτοιου τύπου προσπάθειες, προσαρμοσμένες στις ειδικές συνθήκες της αδελφής αυτής χώρας.7

Μια άλλη διαφορά υπάρχει στη μορφή χρησιμοποίησης του χρήματος. Στο σύστημά μας το χρήμα δε λειτουργεί παρά σαν αριθμητικό στοιχείο, σαν αντανάκλαση, στις τιμές, της διαχείρισης της επιχείρησης, που οι κεντρικοί οργανισμοί θα αναλύσουν για να ελέγξουν τη λειτουργία της. Στον οικονομικό έλεγχο δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ακόμα και μέσο πληρωμής που λειτουργεί σαν έμμεσο εργαλείο ελέγχου, μια και αυτά τα αποθέματα είναι που επιτρέπουν τη λειτουργία της μονάδας και οι σχέσεις της με την τράπεζα είναι παρόμοιες με τη σχέση ενός ιδιωτικού παραγωγού με τις καπιταλιστικές τράπεζες, όπου πρέπει να εξηγήσει τα σχέδιά του λεπτομερειακά και ν’ αποδείξει τη φερεγγυότητά του. Φυσικά, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει αυθαίρετη απόφαση, αλλά υποταγή σε ένα σχέδιο και οι σχέσεις πραγματοποιούνται ανάμεσα σε κρατικούς οργανισμούς.

Επομένως, εξαιτίας της μορφής χρησιμοποίησης του χρήματος, οι επιχειρήσεις μας δεν έχουν δικά τους αποθέματα. Στην τράπεζα υπάρχουν χωριστοί λογαριασμοί για να σηκώσουν ή να καταθέσουν λεφτά. Η επιχείρηση μπορεί, σύμφωνα με το σχέδιο, να σηκώσει καταθέσεις από το γενικό λογαριασμό δαπανών ή από τον ειδικό λογαριασμό για να πληρώσει μισθούς. Οταν όμως κάνει μια κατάθεση, αυτή περνάει αυτόματα στα χέρια του κράτους.

Οι επιχειρήσεις των περισσότερων αδελφών χωρών έχουν δικά τους χρηματικά αποθέματα στις τράπεζες, τα οποία ενισχύουν με πιστώσεις από τις ίδιες τράπεζες, για τις οποίες πληρώνουν τόκους, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι αυτά τα «δικά τους» αποθέματα, όπως και οι πιστώσεις ανήκουν στην κοινωνία και ότι η κίνησή τους εκφράζει την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

Σε ό,τι αφορά τους κανόνες εργασίας, οι επιχειρήσεις οικονομικού ελέγχου εφαρμόζουν την εργασία κανονισμένη με το χρόνο και την εργασία με το κομμάτι ή με την ώρα (εργολαβικά). Προσπαθούμε να εφαρμόσουμε σε όλες τις επιχειρήσεις την κανονισμένη με το χρόνο εργασία, με τα πριμ υπερπαραγωγής και με όριο την τιμή της ανώτερης κλίμακας. Θα ξανάρθουμε στο ζήτημα αυτό παρακάτω.

Στο πλήρως αναπτυγμένο σύστημα οικονομικού υπολογισμού υπάρχει μια αυστηρή μέθοδος σύμβασης, με πρόστιμα σε περίπτωση μη τήρησης και βασισμένη σε ένα νομικό πλαίσιο καθιερωμένο στη διάρκεια πολύχρονης εμπειρίας. Στη χώρα μας μια τέτοια δομή δεν υπάρχει ακόμη ούτε για τους οργανισμούς αυτοδιαχείρισης, όπως είναι το Εθνικό Ινστιτούτο Αστικής Μεταρρύθμισης (INRA). Η εφαρμογή της στάθηκε ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας της συνύπαρξης δύο τόσο ανόμοιων μεταξύ τους συστημάτων. Υπάρχει τώρα η Επιτροπή Διαιτησίας, χωρίς εκτελεστικές δυνατότητες, αλλά η σημασία της ολοένα και μεγαλώνει, μπορεί να αποτελέσει τη βάση της μελλοντικής νομικής μας δομής. Στο εσωτερικό σχέδιο, ανάμεσα σε οργανισμούς που υπάγονται στο σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, η απόφαση είναι εύκολη, παίρνονται διοικητικά μέτρα για τη σωστή και καθημερινή διαχείριση των λογαριασμών ελέγχου (αυτό γίνεται κιόλας στην πλειοψηφία των επιχειρήσεων αυτού του υπουργείου).

Ξεκινώντας από τη βάση ότι και στα δύο συστήματα το γενικό σχέδιο του κράτους είναι η υπέρτατη αρχή, υποχρεωτικά σεβαστή, μπορούμε να συνοψίσουμε τις λειτουργικές αναλογίες και διαφορές, λέγοντας ότι η αυτοδιαχείριση στηρίζεται σε ένα σφαιρικό συγκεντροποιημένο έλεγχο και σε μια πιο ισχυρή αποκέντρωση, ο έμμεσος έλεγχος ασκείται μέσω του ρουβλιού από την τράπεζα και το νομισματικό αποτέλεσμα της διαχείρισης χρησιμεύει σαν μέτρο για τα πριμ, το υλικό συμφέρον είναι ο μεγάλος μοχλός που κινεί ατομικά και συλλογικά τους εργαζόμενους.

Το σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό βασίζεται στο συγκεντροποιημένο έλεγχο δραστηριότητας της επιχείρησης. Το σχέδιό του και η οικονομική του διαχείριση ελέγχονται από κεντρικούς οργανισμούς με άμεσο τρόπο. Η επιχείρηση δεν έχει δικά της αποθέματα ούτε δέχεται τραπεζικές πιστώσεις. Χρησιμοποιεί ατομικά το υλικό κίνητρο, δηλαδή τα πριμ και ατομικά πρόστιμα και όταν έρθει η στιγμή θα τα χρησιμοποιήσει συλλογικά, αλλά το άμεσο υλικό κίνητρο περιορίζεται από τη μορφή πληρωμής του μισθού.

ΛΕΠΤΟΤΕΡΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ – ΥΛΙΚΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ.

Μπαίνουμε τώρα πλήρως στον τομέα των λεπτότερων αντιθέσεων που πρέπει να αναλυθούν διεξοδικότερα. Το θέμα του υλικού κινήτρου σε αντίθεση με το ηθικό προκάλεσε πολλές συζητήσεις ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους. Ενα πράγμα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε: δεν αρνιόμαστε την αντικειμενική αναγκαιότητα του υλικού κινήτρου, είμαστε όμως επιφυλακτικοί προκειμένου να το χρησιμοποιήσουμε σαν ουσιαστικό μοχλό. Πιστεύουμε ότι στην οικονομία ο τύπος αυτός του μοχλού αποκτάει γρήγορα τη σημασία της κατηγορίας καθεαυτής και μετά επιβάλλει τη δική του δυναμική στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πηγάζει από τον καπιταλισμό και είναι καταδικασμένος να πεθάνει στο σοσιαλισμό.

Πώς θα το κάνουμε να πεθάνει;

Μας απαντούν: Σιγά-σιγά μέσω της προοδευτικής αύξησης των καταναλωτικών αγαθών για το λαό, πράγμα που θα κάνει το κίνητρο αυτό περιττό. Μας φαίνεται πολύ αυστηρή ως μηχανισμός αυτή η αντίληψη. Τα καταναλωτικά αγαθά είναι το σήμα κατατεθέν και, τελικά, το μεγάλο στοιχείο στη διαμόρφωση της συνείδησης για τους υπερασπιστές του άλλου συστήματος. Κατά τη γνώμη μας, άμεσο υλικό κίνητρο και συνείδηση είναι δύο αντίθετες έννοιες.

Είναι ένα από τα σημεία όπου οι διαφωνίες μας παίρνουν συγκεκριμένες διαστάσεις. Δεν πρόκειται πια για δευτερεύουσας σημασίας διαφορές. Για τους οπαδούς της οικονομικής αυτοδιαχείρισης το άμεσο υλικό κίνητρο, προβαλλόμενο μέσα στο μέλλον, που συνοδεύει την κοινωνία στα διάφορα στάδια της οικοδόμησης του κομμουνισμού, δεν είναι αντίθετο στην «ανάπτυξη» της συνείδησης. Για μας είναι αντίθετο. Γι’ αυτό αντιμαχόμαστε την κυριαρχία του, γιατί αυτή θα σήμαινε καθυστέρηση στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής ηθικής.

Αν το υλικό κίνητρο είναι αντίθετο με την ανάπτυξη της συνείδησης, ενώ παραμένει ταυτόχρονα ένας μεγάλος μοχλός για να έχουμε επιδόσεις στην παραγωγή, μήπως θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι με το υπερβολικό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της συνείδησης θα καθυστερήσει η παραγωγή; Με συγκριτικούς όρους σε μια δοσμένη εποχή, είναι δυνατό να γίνει αυτό, αν και κανένας δεν έχει κάνει σχετικούς υπολογισμούς. Εμείς όμως βεβαιώνουμε ότι σε μια σχετικά βραχυπρόθεσμη περίοδο η ανάπτυξη της συνείδησης συμβάλλει πολύ περισσότερο στην ανάπτυξη της παραγωγής από το υλικό κίνητρο. Και αυτό το κάνουμε βασιζόμενοι στη γενική προβολή της ανάπτυξης της κοινωνίας, στην πορεία προς τον κομμουνισμό, πράγμα που προϋποθέτει η εργασία να σταματήσει να είναι μια επίπονη αναγκαιότητα και να μετατραπεί σε μια ευχάριστη επιτακτική ανάγκη.

Επιφορτισμένη με υποκειμενισμό η διαβεβαίωση αυτή παίρνει το χρίσμα της εμπειρίας και εδώ ακριβώς βρισκόμαστε. Αν στη διάρκεια αυτής της εμπειρίας αποδειχτεί ότι είναι μια επικίνδυνη τροχοπέδη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα πρέπει να αποφασίσουμε να κόψουμε το κακό στη ρίζα του και να ξαναγυρίσουμε στην πεπατημένη. Η ημέρα αυτή δεν ήρθε ακόμα και η μέθοδος αυτή, χάρη στην τελειοποίηση που της δίνει η πρακτική, παίρνει όλο και περισσότερη υπόσταση και αποδείχνει την εσωτερική της συνοχή.

Ποιος είναι λοιπόν ο σωστός τρόπος να αντιμετωπίσουμε το υλικό κίνητρο; Πιστεύουμε ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την ύπαρξή του, είτε εμφανίζεται σαν συλλογική έκφραση των πόθων των μαζών είτε σαν ατομική παρουσία, σαν αντανάκλαση στη συνείδηση των εργαζομένων των συνηθειών της παλιάς κοινωνίας. Δεν έχουμε ακόμα συγκεκριμένες απόψεις για τη συλλογική αντιμετώπιση του υλικού κινήτρου, γιατί οι ανεπάρκειες του μηχανισμού προγραμματισμού μας, μας εμπόδισαν να βασιστούμε απόλυτα σε αυτόν και γιατί δεν μπορέσαμε ακόμα να δημιουργήσουμε μια μέθοδο που μας επιτρέπει να παραμερίσουμε τις δυσκολίες.

Το μεγαλύτερο κίνδυνο τον βλέπουμε στον ανταγωνισμό που δημιουργείται ανάμεσα στον κρατικό διοικητικό μηχανισμό και στους οργανισμούς παραγωγής. Ο Σοβιετικός οικονομολόγος Λίμπερμαν ανέλυσε αυτό τον ανταγωνισμό και συμπέρανε ότι πρέπει να αλλάξουμε τις μεθόδους συλλογικού κινήτρου, εγκαταλείποντας την παλιά φόρμουλα των πριμ που βασιζόταν στην εκπλήρωση πλάνων για να περάσουμε σε άλλες πιο προχωρημένες μεθόδους.

Ακόμα κι αν δεν είμαστε σύμφωνοι μαζί του πάνω στην έμφαση που έδωσε στο υλικό κίνητρο (ως μοχλός), πιστεύουμε ότι έχει δίκιο να ανησυχεί για τις διαστρεβλώσεις που υπέστη η αντίληψη της εκπλήρωσης του πλάνου στην πάροδο των χρόνων. Οι σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τους κεντρικούς οργανισμούς παίρνουν αρκετά αντιφατικές μορφές και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από αυτές για την απόκτηση απολαβών παρουσιάζουν συχνά χαρακτηριστικά αρκετά απομακρυσμένα από την εικόνα της σοσιαλιστικής ηθικής.

Πιστεύουμε ότι κατά κάποιο τρόπο σπαταλούνται οι δυνατότητες ανάπτυξης που προσφέρουν οι καινούριες σχέσεις παραγωγής για να τονιστεί η εξέλιξη του ανθρώπου προς το «Βασίλειο της ελευθερίας». Εμείς, ακριβώς στον προσδιορισμό μας των βασικών επιχειρημάτων του συστήματος υπογραμμίσαμε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη της παραγωγής. Μπορούμε να επιχειρήσουμε τη δημιουργία της καινούριας συνείδησης γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε καινούριες σχέσεις παραγωγής και παρόλο που η συνείδηση, με τη γενική ιστορική έννοια, είναι προϊόν των σχέσεων παραγωγής, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύγχρονης εποχής, η βασική αντίθεση της οποίας (σε παγκόσμια κλίμακα) είναι αυτή ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλισμό. Οι σοσιαλιστικές ιδέες αγγίζουν τη συνείδηση των ανθρώπων όλου του κόσμου και γι’ αυτό μπορεί να προχωρήσει η ανάπτυξη στη συγκεκριμένη κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων σε μια δοσμένη χώρα.

Στην ΕΣΣΔ της πρώτης εποχής το σοσιαλιστικό κράτος ήταν το χαρακτηριστικό του καθεστώτος, παρ’ όλες τις σχέσεις πολύ πιο καθυστερημένου τύπου που υπήρχαν ακόμα μέσα στη χώρα. Και στον καπιταλισμό υπάρχουν ακόμα υπολείμματα του φεουδαρχικού σταδίου, αλλά το καπιταλιστικό σύστημα είναι το χαρακτηριστικό, αφού θριάμβευσε στις βασικές πλευρές της οικονομίας. Στην Κούβα η ανάπτυξη των αντιθέσεων ανάμεσα στα δύο παγκόσμια συστήματα επέτρεψε την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης που της δόθηκε συνειδητά, χάρη στις γνώσεις που είχαν οι ηγέτες της, στην εμβάθυνση της συνείδησης των μαζών, καθώς και στο συσχετισμό των δυνάμεων στον κόσμο.

Αν αυτό στάθηκε δυνατό, γιατί να μη θεωρήσουμε την εκπαίδευση σαν ένα επίμονο αρωγό του σοσιαλιστικού κράτους στον αγώνα για την εξάλειψη των καταβολών μιας πεθαμένης κοινωνίας που πήρε μαζί της στον τάφο και τις παλιές σχέσεις παραγωγής; Ας δούμε τι λέει ο Λένιν γι’ αυτό:

«Προβάλλουν, λογουχάρη ένα απίθανα σχηματικό επιχείρημα, που το έχουν αποστηθίσει στο διάστημα της ανάπτυξης της δυτικοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και που έγκειται στο ότι δεν ωριμάσαμε ακόμη για το σοσιαλισμό, ότι δεν έχουμε, όπως εκφράζονται οι διάφοροι «φωστήρες» απ’ αυτούς τους κυρίους, τις αντικειμενικές οικονομικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό. Και δεν έρχεται σε κανενός το μυαλό να αναρωτηθεί: μα δεν μπορούσε άραγε ένας λαός που βρέθηκε μπροστά σε μιαν επαναστατική κατάσταση, όπως αυτή που διαμορφώθηκε στον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δεν μπορούσε μήπως ο λαός αυτός, όταν επέδρασε πάνω του το αδιέξοδο της κατάστασής του, να ριχτεί σε μια τέτοια πάλη που θα του έδινε έστω και μια πιθανότητα να κατακτήσει όχι εντελώς συνηθισμένες συνθήκες για την παραπέρα ανάπτυξη του πολιτισμού του;

Η Ρωσία δεν έφτασε ακόμη στη βαθμίδα εκείνη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός». Τη θέση αυτή όλοι οι ήρωες της ΙΙ Διεθνούς, μαζί και ο Σουχάνοφ φυσικά, την επαναλαμβάνουν πραγματικά σαν τροπάριο. Την αναμφισβήτητη αυτή θέση την αναμασούν με χίλιους τρόπους και τους φαίνεται ότι η θέση αυτή είναι αποφασιστική για την εκτίμηση της επανάστασής μας.

Τι θα κάνουμε αν η ιδιομορφία της κατάστασης τράβηξε τη Ρωσία, πρώτο, στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στον οποίο έχουν αναμιχθεί όλες οι κάπως σημαντικές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, αν η ιδιομορφία αυτή τοποθέτησε την ανάπτυξη της Ρωσίας στο μεταίχμιο των επαναστάσεων της Ανατολής που αρχίζουν και εν μέρει άρχισαν ήδη σε συνθήκες που θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε την ένωση ακριβώς εκείνη του “πολέμου των χωρικών” με το εργατικό κίνημα, την οποία το 1856 ένας τέτοιος “μαρξιστής” σαν το Μαρξ τη θεωρούσε σαν μια από τις πιο πιθανές προοπτικές για την Πρωσία;

Τι θα κάνουμε αν το πλήρες αδιέξοδο της κατάστασης, δεκαπλασιάζοντας τις δυνάμεις των εργατών και των αγροτών, μας άνοιγε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε τις βασικές προϋποθέσεις του πολιτισμού με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι σε όλα τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη; Μήπως άλλαξε απ’ αυτό το γεγονός η γενική γραμμή εξέλιξης της παγκόσμιας ιστορίας; Μήπως άλλαξαν απ’ αυτό το γεγονός οι βασικές σχέσεις των βασικών τάξεων σε κάθε κράτος που μπαίνει ή μπήκε στη γενική πορεία της παγκόσμιας ιστορίας;

Αν για τη δημιουργία του σοσιαλισμού απαιτείται ένα ορισμένο επίπεδο πολιτισμού (αν και κανένας δεν μπορεί να πει ποιο είναι ακριβώς αυτό το ορισμένο «επίπεδο πολιτισμού», γιατί κάθε δυτικοευρωπαϊκό κράτος έχει και διαφορετικό επίπεδο), τότε γιατί δεν μπορούμε να αρχίσουμε πρώτα από την κατάκτηση με επαναστατικό τρόπο των προϋποθέσεων γι’ αυτό το ορισμένο επίπεδο και μετά πια, βασισμένοι στην εργατοαγροτική εξουσία και στο σοβιετικό καθεστώς, να προχωρήσουμε για να φτάσουμε τους άλλους λαούς;»8.

Σχετικά με την παρουσία, με εξατομικευμένη μορφή, του υλικού συμφέροντος, την αναγνωρίζουμε (παλεύοντας ταυτόχρονα ενάντιά της και προσπαθώντας να επιταχύνουμε την εξαφάνισή της με τη διαπαιδαγώγηση) και χρησιμοποιούμε το υλικό συμφέρον στις νόρμες της εργασίας με το χρόνο και με πριμ και με μισθολογική τιμωρία όταν οι νόρμες δεν εκπληρούνται.

Η λεπτή διαφορά ανάμεσα στους οπαδούς της αυτοδιαχείρισης και σε εμάς στηρίζεται πάνω στα επιχειρήματα της πληρωμής ενός κανονικού μισθού, του πριμ και της τιμωρίας. Η νόρμα παραγωγής είναι η μέση ποσότητα εργασίας που παράγει ένα προϊόν σε καθορισμένο χρόνο, με μέση αξιολόγηση και με συγκεκριμένες συνθήκες χρησιμοποίησης του εξοπλισμού. Είναι η προσφορά μιας ποσότητας εργασίας στην κοινωνία από ένα μέλος της, είναι η εκπλήρωση του κοινωνικού του καθήκοντος. Αν οι νόρμες ξεπεραστούν, τα έσοδα της κοινωνίας αυξάνονται και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο εργάτης που τις ξεπερνά εκπληρώνει καλύτερα τα καθήκοντά του και αξίζει έτσι μια υλική ανταμοιβή. Δεχόμαστε αυτή την αντίληψη σαν ένα αναγκαίο κακό μιας μεταβατικής περιόδου, αλλά δε δεχόμαστε ότι η σωστή ερμηνεία της αρχής «απ’ τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του και στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» πρέπει να είναι η πλήρης πληρωμή, πέρα απ’ το μισθό, του ποσοστού ξεπεράσματος μιας δοσμένης νόρμας (υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πληρωμή ξεπερνάει το ποσοστό εκπλήρωσης της νόρμας, σαν έκτακτο κίνητρο της ατομικής παραγωγικότητας). Ο Μαρξ εξηγεί πολύ καθαρά στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» ότι ένα σημαντικό τμήμα του εργατικού μισθού πάει σε τομείς που βρίσκονται πολύ μακριά από αυτούς που έχει άμεση σχέση:

«Αν πάρουμε πρώτα τις λέξεις “έσοδο της εργασίας” με την έννοια του προϊόντος της εργασίας, τότε το συνεταιριστικό έσοδο της εργασίας είναι το κοινωνικό συνολικό προϊόν.

Απ’ αυτό πρέπει τώρα ν’ αφαιρέσουμε:

Πρώτα: Οσα χρειάζονται για την αντικατάσταση των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν.

Δεύτερο: Ενα πρόσθετο μέρος για την επέκταση της παραγωγής.

Τρίτο: Ενα εφεδρικό απόθεμα ή απόθεμα ασφαλείας ενάντια σε ατυχήματα, καταστροφές από φυσικές αιτίες κλπ.

Αυτές οι κρατήσεις από το “ακέραιο έσοδο της εργασίας” αποτελούν οικονομική ανάγκη και το μέγεθός τους καθορίζεται σύμφωνα με τα υπάρχοντα μέσα και δυνάμεις, εν μέρει με υπολογισμούς στη βάση των πιθανοτήτων, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπολογιστούν με βάση τη δικαιοσύνη.

Μένει το άλλο μέρος του συνολικού προϊόντος, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί σαν μέσο κατανάλωσης.

Προτού φτάσει στο ατομικό μοίρασμα, πρέπει πάλι να αφαιρεθούν από αυτό:

Πρώτα: Τα γενικά διαχειριστικά έξοδα, που δεν ανήκουν στην παραγωγή, από την παραγωγή.

Αυτό το μέρος περιορίζεται εξαρχής σημαντικότατα σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία, και μειώνεται στο βαθμό που αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Δεύτερο: Αυτό που προορίζεται για την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών, όπως είναι τα σχολεία, τα ιδρύματα υγείας κλπ.

Αυτό το μέρος μεγαλώνει από την αρχή σημαντικά σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία και μεγαλώνει στο βαθμό που αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Τρίτο: Αποθέματα για τους ανίκανους για δουλειά κλπ., κοντολογίς αυτό που σήμερα ανήκει στη λεγόμενη επίσημη πρόνοια των απόρων.

Και τώρα πια ερχόμαστε στη “διανομή” που το πρόγραμμα, με τη λασαλική επίδραση, παίρνει μονάχα στενοκέφαλα υπόψη του, δηλαδή σ’ εκείνο το μέρος των μέσων κατανάλωσης που μοιράζεται ανάμεσα στους ατομικούς παραγωγούς του συνεταιρισμού.

Το “ακέραιο έσοδο της εργασίας” μεταβλήθηκε στο μεταξύ στα κρυφά σε “κουτσουρεμένο”, αν και αυτό που χάνει ο παραγωγός με την ιδιότητά του σαν ιδιώτης – άτομο, το παίρνει άμεσα ή έμμεσα με την ιδιότητά του σαν μέλος της κοινωνίας.

Οπως εξαφανίστηκε η φράση “ακέραιο έσοδο της εργασίας”, εξαφανίζεται τώρα γενικά η φράση “έσοδο της εργασίας”»9.

Ολα αυτά μας δείχνουν ότι η σημασία των εφεδρικών αποθεμάτων εξαρτάται από ένα σύνολο πολιτικοοικονομικών ή πολιτικοδιοικητικών αποφάσεων. Οπως όλα τα αγαθά που περιλαμβάνονται στην εφεδρεία πηγάζουν πάντοτε από την αδιανέμητη εργασία, οφείλουμε να συμπεράνουμε ποιες αποφάσεις πάνω στον όγκο των αποθεμάτων που αναλύθηκαν από το Μαρξ επιφέρουν αλλαγές στις πληρωμές, δηλαδή παραλλαγές του μη διανεμημένου άμεσα όγκου εργασίας. Πρέπει να προσθέσουμε σε όσα εκτέθηκαν εδώ ότι δεν υπάρχει ή ότι δε γνωρίζουμε εμείς καμιά μαθηματική νόρμα που να καθορίζει το «δίκαιο» του πριμ ξεπεράσματος της νόρμας (ή του βασικού μισθού). Οπότε πρέπει να στηρίξουμε βασικά πάνω στις καινούριες κοινωνικές σχέσεις τη νομική δομή που θα επικυρώνει τη μορφή διανομής από την κοινότητα ενός τμήματος της εργασίας του κάθε εργάτη χωριστά.

Το σύστημά μας της νόρμας στην παραγωγή έχει το καλό ότι καθιερώνει την υποχρέωση της δημιουργίας της επαγγελματικής ικανότητας για να περάσει κάποιος από μια συγκεκριμένη κατηγορία σε μια ανώτερη, πράγμα που θα φέρει με τον καιρό μια σημαντική ανάπτυξη του τεχνικού επιπέδου.

Οταν δεν πραγματοποιούμε τις νόρμες δεν εκπληρώνουμε το κοινωνικό μας καθήκον. Η κοινωνία τιμωρεί τον παραβάτη με τον περιορισμό ενός μέρους του ενεργητικού του. Η νόρμα δεν είναι μόνο ένα σημείο αναφοράς που καθορίζει ένα ενδεχόμενο μέτρο ή μια συμφωνία πάνω σε ένα μέτρο εργασίας που πρέπει να παραχθεί, είναι η έκφραση μιας ηθικής υποχρέωσης του εργαζόμενου, είναι το κοινωνικό του χρέος. Εδώ πρέπει να διασταυρώνεται η δράση του διοικητικού ελέγχου με τη δράση του ιδεολογικού ελέγχου. Ο μεγάλος ρόλος του Κόμματος στην παραγωγική μονάδα βρίσκεται στο να γίνει ο εσωτερικός της κινητήρας και να χρησιμοποιήσει κάθε παραδειγματική στάση των αγωνιστών του, έτσι ώστε η παραγωγική εργασία, η επαγγελματική ικανότητα και η συμμετοχή στις οικονομικές υποθέσεις της μονάδας να γίνουν συστατικό τμήμα της ζωής των εργατών και να μετατραπούν σιγά σιγά σε μια αναντικατάστατη συνήθεια.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1 Καρλ Μαρξ: «Χειρόγραφα του 1844», Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι 1962, σελ. 87 (σ.μ. Απόσπασμα από τη γαλλική έκδοση).

2 Καρλ Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 21.

3 Ι.Β. Λένιν: «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Απαντα, τόμος 26, σελ. 362-363.

4 Ι.Β. Στάλιν: Ζητήματα Λενινισμού, «Για τις βάσεις του λενινισμού», σελ. 4.

5 Β.Ι. Λένιν: «Πέντε χρόνια της Ρωσικής Επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας επανάστασης». Απαντα, τόμος 45, σελ. 279-280.

6 Β.Ι. Λένιν: «Πέντε χρόνια της Ρωσικής Επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας Επανάστασης». Απαντα, τόμος 45, σελ. 282.

7 Bλέπε: I. Ivonin, «Los Combinados de Empresas Sovieticas – La nueva forma de administration de las industrias». («Οι σύνδεσμοι των Σοβιετικών επιχειρήσεων – Ο νέος τρόπος της διεύθυνσης της βιομηχανίας»), «Nuestra Industria, Revista Economica», Νο 4.

8 Β.Ι. Λένιν: «Για την επανάστασή μας». Απαντα, τόμος 45, σελ. 380-381.

9 Καρλ Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 20.

Πρώτη Δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.

Advertisements