Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Πρώτο)

Το παρακάτω άρθρο του Τσε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η βιομηχανία μας, Οικονομική Επιθεώρηση» (τεύχος No 5) το Φεβρουάριο του 1964.

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Με το θέμα αυτό ήδη έχουμε ασχοληθεί λίγο, αλλά όχι αρκετά και πιστεύω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσουμε βαθύτερες αναλύσεις πάνω σ’ αυτό για να μπορέσουμε να δώσουμε μια καθαρή εικόνα της εμβέλειας και της μεθοδολογίας του. Το σύστημα αυτό κατοχυρώνεται επίσημα με το Νόμο που ρυθμίζει το σύστημα που χρηματοδοτεί τις κρατικές επιχειρήσεις μέσα από τον προϋπολογισμό και εγκαινιάζεται στα πλαίσια εργασίας του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Η ιστορία του είναι σύντομη και φτάνει μόλις μέχρι το 1960, οπότε το σύστημα αρχίζει να αποκτάει κάποια υπόσταση. Πρόθεσή μας όμως δεν είναι ν’ αναλύσουμε την ανάπτυξή του, αλλά το πώς παρουσιάζεται σήμερα, γνωρίζοντας καλά ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την εξέλιξή του. Μας ενδιαφέρει να κάνουμε σύγκριση με το λεγόμενο οικονομικό υπολογισμό. Σε ό,τι αφορά το σύστημα αυτό, δίνουμε έμφαση στην πλευρά της οικονομικής αυτοδιαχείρισης, διότι αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα διαφοροποίησης, καθώς και έμφαση στη στάση απέναντι στο υλικό κίνητρο, διότι είναι η βάση στην οποία στηρίζεται η αυτοδιαχείριση.

Η εξήγηση των διαφορών είναι δύσκολη, καθώς συχνά είναι θολές και λεπτές και επιπλέον η μελέτη του συστήματος της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό δεν έχει μπει σε τέτοιο βάθος, ώστε να παρουσιαστεί με την ίδια σαφήνεια, όπως ο οικονομικός υπολογισμός.

Θα ξεκινήσουμε με κάποιες παραθέσεις. Η πρώτη είναι από τα οικονομικά χειρόγραφα του Μαρξ που χρονολογούνται από την εποχή που τη βάφτισαν περίοδο του «νέου Μαρξ». Τότε που το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του φαινόταν καθαρά ακόμα και στο λεξιλόγιό του και οι ιδέες του πάνω στην οικονομία ήταν ακόμα ασαφείς. Παρ’ όλα αυτά, ο Μαρξ τότε βρισκόταν στην πληρότητα της ζωής του: Είχε πια αγκαλιάσει την υπόθεση των ταπεινών και την εξηγούσε φιλοσοφικά, χωρίς ωστόσο την επιστημονική δεινότητά του, «Το Κεφάλαιο». Στοχαζόταν πιο πολύ σαν φιλόσοφος και αναφερόταν λοιπόν πιο συγκεκριμένα στον άνθρωπο σαν άτομο και στα προβλήματα της απελευθέρωσής του σαν κοινωνικό ον, χωρίς να μπαίνει ακόμα στην ανάλυση του αναπόφευκτου της κατάρρευσης των κοινωνικών δομών της εποχής του για να ανοίξει ο δρόμος της μεταβατικής περιόδου: Της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ παρουσιάζεται σαν επιστήμονας οικονομολόγος που αναλύει εξονυχιστικά το μεταβατικό χαρακτήρα των κοινωνικών σταδίων και την ταύτισή τους με τις σχέσεις παραγωγής. Δεν προχωράει σε φιλοσοφικές αναζητήσεις.

 
 

Το βάρος του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοιο που μας κάνει συχνά να ξεχνάμε τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα (με την καλύτερη έννοια του όρου) των ανησυχιών του. Ο μηχανισμός των σχέσεων παραγωγής και η συνέπειά του, η πάλη των τάξεων, κρύβει σε ένα βαθμό το αντικειμενικό γεγονός ότι είναι άνθρωποι που κινούνται μέσα στο ιστορικό περιβάλλον. Τώρα όμως μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος και αυτός είναι και ο λόγος της παράθεσης αυτού του αποσπάσματος, που δεν έχει λιγότερη αξία ως έκφραση του στοχασμού του φιλόσοφου, επειδή γράφτηκε στη νεότητά του.«Ο κομμουνισμός είναι το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας, η ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση και συνακόλουθα πραγματική ιδιοποίηση της ανθρώπινης ουσίας από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Συνεπώς είναι η ολοκληρωτική επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του σαν κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή ανθρώπινο άνθρωπο, μια επιστροφή συνειδητή που συντελείται μέσα σε ολόκληρο τον πλούτο της προηγούμενης εξέλιξης. Ο κομμουνισμός αυτός σαν ολοκληρωμένος νατουραλισμός=ουμανισμός είναι και σαν ολοκληρωμένος ουμανισμός=νατουραλισμός. Είναι η γνήσια λύση της σύγκρουσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση ή του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο, η γνήσια λύση της πάλης ανάμεσα στην ύπαρξη και την ουσία, ανάμεσα στην αντικειμενοποίηση και την επιβεβαίωση του εαυτού του, ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στο άτομο και το είδος. Είναι η λύση του αινίγματος της ιστορίας, που έχει συνείδηση του εαυτού της, ότι αποτελεί αυτή τη λύση»1.

 
 

Η λέξη συνείδηση υπογραμμίζεται διότι θεωρείται βασική για την τοποθέτηση του προβλήματος. Ο Μαρξ σκεπτόταν την απελευθέρωση του ανθρώπου και έβλεπε τον κομμουνισμό σαν τη λύση των αντιθέσεων που δημιούργησαν την αλλοτρίωσή του, ωστόσο σαν μια πράξη συνειδητή. Δηλαδή ο κομμουνισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί απλά και μόνο το αποτέλεσμα ταξικών αντιθέσεων σε μια ψηλά αναπτυγμένη κοινωνία που θα λύνονταν στην πορεία μιας μεταβατικής περιόδου για να φτάσει στην κορυφή. Ο άνθρωπος δρα συνειδητά στην ιστορία. Χωρίς τη συνείδηση αυτή που περικλείει τη συνείδηση του κοινωνικού του είναι, δεν μπορεί να υπάρξει κομμουνισμός.

Ενώ εργαζόταν πάνω στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ δεν εγκατέλειψε τη μαχητική του στάση. Οταν το 1875 έγινε το συνέδριο της Γκότα για την ενοποίηση των εργατικών οργανώσεων της Γερμανίας (Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και Γενική Ομοσπονδία των Γερμανών Εργαζομένων) και παρουσιάστηκε το πρόγραμμα με το ίδιο όνομα, η απάντησή του ήταν η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα.

Αυτό το κείμενο – που γράφτηκε με καθαρό πολεμικό προσανατολισμό, ενώ εργαζόταν πάνω στο βασικό του έργο – είναι σημαντικό γιατί αναφέρεται, αν και παρεμπιπτόντως, στο πρόβλημα της μεταβατικής περιόδου. Στην ανάλυση του 3ου σημείου του Προγράμματος της Γκότα επεκτείνεται πάνω σε μερικά από τα σημαντικότερα θέματα αυτής της περιόδου που τη θεωρεί σαν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού συστήματος. Στο στάδιο αυτό δεν προβλέπει χρήση του χρήματος, προβλέπει όμως τον ατομικό χαρακτήρα της αμοιβής της εργασίας, γιατί:

«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία, επομένως που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε. Επομένως ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός – ύστερα από τις κρατήσεις – παίρνει πίσω ό,τι ακριβώς της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική του ποσότητα εργασίας»2.

 
 

Ο Μαρξ δεν μπόρεσε παρά μόνο με τη διαίσθησή του να προβλέψει την ανάπτυξη του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, ο Λένιν το αφουγκράζεται και κάνει τη διάγνωσή του:«Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους. Πολιτική μορφή της κοινωνίας, όπου νικάει το προλεταριάτο, ανατρέποντας την αστική τάξη, θα είναι η λαοκρατική δημοκρατία, που θα συγκεντρώσει όλο και περισσότερο τις δυνάμεις του προλεταριάτου του δοσμένου έθνους ή των δοσμένων εθνών στην πάλη ενάντια στα κράτη που δεν θα έχουν ακόμη περάσει στο σοσιαλισμό. Δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των τάξεων χωρίς τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, του προλεταριάτου. Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη ένωση των εθνών στο σοσιαλισμό χωρίς μια λίγο-πολύ μακρόχρονη, επίμονη πάλη των σοσιαλιστικών δημοκρατιών ενάντια στα οπισθοδρομικά κράτη…»3.

 
 

Λίγα χρόνια αργότερα ο Στάλιν συστηματοποίησε την ιδέα αυτή φτάνοντας στο σημείο να θεωρήσει δυνατή τη σοσιαλιστική επανάσταση και στις αποικίες.«Η τρίτη αντίθεση είναι η αντίθεση ανάμεσα στη χούφτα των κυρίαρχων “πολιτισμένων” εθνών και στις εκατοντάδες εκατομμύρια των αποικιακών και εξαρτημένων λαών του κόσμου. Ο ιμπεριαλισμός είναι η πιο ξετσίπωτη εκμετάλλευση και η πιο απάνθρωπη καταπίεση των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων του πληθυσμού των απέραντων αποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Η απόσπαση υπερκερδών – αυτός είναι ο σκοπός αυτής της εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο ιμπεριαλισμός όμως, εκμεταλλευόμενος αυτές τις χώρες, είναι υποχρεωμένος να φτιάχνει εκεί σιδηροδρόμους, φάμπρικες και εργοστάσια, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα. Και τα αναπόφευκτα αποτελέσματα από αυτή την “πολιτική” είναι: η εμφάνιση της τάξης των προλετάριων, η γέννηση μιας ντόπιας διανόησης, το ξύπνημα της εθνικής συνείδησης, το δυνάμωμα του απελευθερωτικού κινήματος. Αυτό το δείχνει ολοφάνερα το δυνάμωμα του επαναστατικού κινήματος σ’ όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες. Το γεγονός αυτό είναι σπουδαίο για το προλεταριάτο, γιατί υποσκάπτει στη ρίζα τους τις θέσεις του καπιταλισμού, και μετατρέπει έτσι τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες από εφεδρείες του ιμπεριαλισμού σε εφεδρείες της προλεταριακής επανάστασης4.

 
 

Οι θέσεις του Λένιν αποδείχτηκαν στην πράξη με το θρίαμβο που αποτελεί η πράξη γέννησης της ΕΣΣΔ.Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα καινούριο φαινόμενο: Ο ερχομός της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνη χώρα, οικονομικά καθυστερημένη, επιφάνειας 22 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, με αραιό πληθυσμό, επιδείνωση της φτώχειας εξαιτίας του πολέμου και – σαν να μην έφτανε αυτό – αντιμέτωπη με την επέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Μετά από μια περίοδο πολεμικού κομμουνισμού ο Λένιν βάζει τις βάσεις της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) και με αυτή τις βάσεις της ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας μέχρι τις μέρες μας.

Πρέπει να περιγράψουμε εδώ την εποχή που ζούσε τότε η Σοβιετική Ενωση και κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό καλύτερα από τον ίδιο το Λένιν:

«Ετσι λοιπόν το 1918 είχα τη γνώμη ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σχέση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελούσε ένα βήμα προς τα μπρος. Αυτό μας φαίνεται πολύ περίεργο και ίσως μάλιστα και ανόητο, γιατί και τότε η Δημοκρατία μας ήταν σοσιαλιστική Δημοκρατία. Τότε υιοθετούσαμε κάθε μέρα, με τη μεγαλύτερη βιασύνη – ασφαλώς με υπερβολική βιασύνη – διάφορα νέα οικονομικά μέτρα, που δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε αλλιώς, παρά μόνο σοσιαλιστικά μέτρα. Και ωστόσο σκεφτόμουνα τότε ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σύγκριση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελεί ένα βήμα προς τα μπρος και στη συνέχεια εξηγούσα αυτή μου τη σκέψη, απαριθμώντας απλώς τα στοιχεία του οικονομικού συστήματος της Ρωσίας. Τα στοιχεία αυτά ήταν, κατά τη γνώμη μου, τα παρακάτω: 1) η πατριαρχική, δηλαδή σε σημαντικό βαθμό φυσική, αγροτική οικονομία, 2) η μικρή εμπορευματική παραγωγή (εδώ ανήκει η πλειοψηφία των αγροτών από εκείνους που πουλάνε στάρι), 3) ο ιδιωτικός καπιταλισμός, 4) ο κρατικός καπιταλισμός και 5) ο σοσιαλισμός. Ολα αυτά τα οικονομικά στοιχεία αντιπροσωπεύονταν στη Ρωσία εκείνου του καιρού. Εβαζα τότε σαν καθήκον μου να εξηγήσω τη σχέση αυτών των στοιχείων μεταξύ τους και διερωτόμουν αν δεν θα έπρεπε να θεωρούμε ένα από τα μη σοσιαλιστικά στοιχεία, δηλαδή τον κρατικό καπιταλισμό, ανώτερο από το σοσιαλισμό. Το ξαναλέω: αυτό φαίνεται σε όλους πολύ περίεργο, ότι δηλαδή σε μια Δημοκρατία που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλιστική, το μη σοσιαλιστικό στοιχείο θεωρείται ανώτερο, αναγνωρίζεται ότι στέκεται ψηλότερα από το σοσιαλισμό. Το πράγμα όμως γίνεται κατανοητό, αν θυμηθείτε ότι δεν εξετάζαμε το οικονομικό καθεστώς της Ρωσίας σαν κάτι το ομοιογενές και πολύ αναπτυγμένο, αλλά είχαμε απόλυτα την επίγνωση ότι στη Ρωσία, δίπλα στη σοσιαλιστική μορφή, υπάρχει και η πατριαρχική γεωργία, δηλ. η πιο πρωτόγονη μορφή της γεωργίας. Ποιο ρόλο μπορούσε λοιπόν να παίξει ο κρατικός καπιταλισμός μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες;»5.

«Αφού υπογράμμισα ότι ακόμη από το 1918 θεωρούσαμε τον κρατικό καπιταλισμό σαν ενδεχόμενη γραμμή υποχώρησης, περνώ στα αποτελέσματα της νέας οικονομικής μας πολιτικής. Το επαναλαμβάνω: τότε αυτό ήταν ακόμη μια πολύ αόριστη ιδέα. Το 1921 όμως, αφού ξεπεράσαμε το σπουδαιότερο στάδιο του εμφυλίου πολέμου, και το ξεπεράσαμε νικηφόρα, σκοντάψαμε σε μια μεγάλη – νομίζω τη μεγαλύτερη – εσωτερική πολιτική κρίση της Σοβιετικής Ρωσίας, κρίση που γέννησε δυσαρέσκεια όχι μόνο σε μια σημαντική μερίδα της αγροτιάς, μα και των εργατών. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά και ελπίζω πως θα είναι και η τελευταία στην Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, όταν μεγάλες μάζες της αγροτιάς ήταν εναντίον μας, αν και ασυνείδητα, ενστικτωδώς, από μια εσωτερική διάθεση. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε την ιδιόμορφη αυτή κατάσταση που δεν ήταν, όπως καταλαβαίνετε, καθόλου ευχάριστη για μας; Η αιτία ήταν ότι στην οικονομική μας επίθεση είχαμε προχωρήσει πολύ μπροστά, ότι δεν εξασφαλίσαμε επαρκείς βάσεις και ότι οι μάζες ένιωσαν εκείνο που τότε ακόμη δεν ξέραμε να το διατυπώσουμε συνειδητά, μα που σε λίγο, μέσα σε μερικές εβδομάδες, το αναγνωρίσαμε κι εμείς, δηλαδή ότι το άμεσο πέρασμα σε καθαρά σοσιαλιστικές μορφές οικονομίας, σε μια καθαρά σοσιαλιστική κατανομή των προϊόντων ήταν ανώτερο από τις δυνάμεις μας και ότι, αν αποδειχτεί ότι δεν είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε την υποχώρηση έτσι, ώστε να περιοριστούμε στα πιο εύκολα καθήκοντα, μας απειλεί καταστροφή»6.

Βλέπουμε ότι η οικονομική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ενωσης απαιτούσε την αναδίπλωση για την οποία μιλούσε ο Λένιν. Ολη αυτή η πολιτική πρέπει να θεωρηθεί σαν μια τακτική στενά δεμένη με την ιστορική κατάσταση της χώρας και συνεπώς δεν πρέπει να προσάψουμε σε αυτές τις προτάσεις καθολική αξία. Πιστεύουμε όμως ότι πρέπει να υπολογίσουμε δύο εξαιρετικής σημασίας παράγοντες για τη μεταφορά της προβληματικής αυτής σε άλλες χώρες:

1. Τα χαρακτηριστικά της τσαρικής Ρωσίας τη στιγμή της επανάστασης, την εξέλιξη της τεχνικής σε όλα τα επίπεδα, τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του λαού της, τις γενικές συνθήκες της χώρας, όπου στην καταστροφή ενός παγκόσμιου πολέμου προστέθηκαν οι ερημώσεις που προκάλεσαν οι λευκές ορδές και οι ιμπεριαλιστικές επιδρομές.

2. Τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής στον τομέα της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου της οικονομίας.

Ο Οσκαρ Λάνγκε, στο άρθρο του «Τα σύγχρονα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης στην Πολωνία», γράφει:

«Η αστική οικονομική επιστήμη παίζει ακόμη κι έναν άλλο ρόλο. Η αστική τάξη και τα μονοπώλια δεν παρέχουν τόσα μέσα για να δημιουργήσουν σχολές ανώτερου επιπέδου και ινστιτούτα επιστημονικής ανάλυσης στον τομέα των οικονομικών επιστημών μόνο με τον σκοπό να τους βοηθήσουν στην απολογητική του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Περιμένουν και κάτι άλλο απ’ τους οικονομολόγους κι αυτό είναι η βοήθεια στην επίλυση των πολλών προβλημάτων της οικονομικής πολιτικής. Την εποχή του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού τα καθήκοντα σ’ αυτόν τον τομέα ήταν περιορισμένα και δεν αναφέρονταν παρά στην οικονομική διοίκηση, στη νομισματική πολιτική, στην πολιτική των πιστώσεων, στην τελωνειακή πολιτική, στις μεταφορές κλπ. Στις συνθήκες όμως του μονοπωλιακού καπιταλισμού και ιδιαίτερα στις συνθήκες της ολοένα και μεγαλύτερης διείσδυσης του κρατικού καπιταλισμού στην οικονομική ζωή, αυτού του είδους τα προβλήματα αυξάνονται. Μπορούμε να παραθέσουμε μερικά: Η ανάλυση της αγοράς για τη διευκόλυνση της πολιτικής των τιμών των μεγάλων μονοπωλίων, οι μέθοδοι ενός συνόλου βιομηχανικών επιχειρήσεων συγκεντροποιημένης διεύθυνσης, οι αμοιβαίοι λογιστικοί κανονισμοί ανάμεσα στις επιχειρήσεις, η προγραμματισμένη σύνδεση της δραστηριότητας και της ανάπτυξής τους, της αντίστοιχης τοποθέτησής τους, η πολιτική εξοφλήσεων ή επενδύσεων. Από δω πηγάζουν και τα ζητήματα τα σχετικά με τη δραστηριότητα του καπιταλιστικού κράτους στη σύγχρονη περίοδο, καθώς και τα κριτήρια δραστηριότητας των εθνικοποιημένων βιομηχανιών, της επενδυτικής τους πολιτικής καθώς και της πολιτικής τοποθέτησής τους (ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας), με τέτοιο τρόπο ώστε να επεμβαίνουν πολιτικά – οικονομικά στο σύνολο της εθνικής οικονομίας κλπ.».

«Σε όλα αυτά τα προβλήματα προστέθηκε μια σειρά από τεχνικο-οικονομικά επιτεύγματα, που σε τομείς όπως η ανάλυση της αγοράς ή ο προγραμματισμός της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που αποτελούν τμήμα μιας ομάδας ή στους λογιστικούς κανονισμούς στο εσωτερικό του κάθε εργοστασίου ή της κάθε ομάδας εργοστασίων, τα κριτήρια εξόφλησης και άλλα μπορούν να μας χρησιμεύσουν μερικώς στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού (όπως άλλωστε θα χρησιμεύσουν στο μέλλον στους εργαζόμενους των χωρών που τώρα είναι καπιταλιστικές, όταν θα γίνει η μετάβαση στο σοσιαλισμό)».

Ας σημειώσουμε ότι την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές η Κούβα δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει τη μετάβασή της και δεν είχε ακόμη καν αρχίσει την επανάστασή της. Πολλές από τις τεχνικές προόδους που περιγράφονταν από το Λάνγκε υπήρχαν στην Κούβα, με άλλα λόγια, οι συνθήκες της κουβανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής επέτρεπαν το συγκεντροποιημένο έλεγχο μερικών επιχειρήσεων που είχαν την έδρα τους στην Αβάνα ή στη Νέα Υόρκη. Η «Empresa Consolidadadel Petroleo», που σχηματίστηκε με τη συνένωση των τριών ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (ESSO, TEXACO, SHELL), διατήρησε και σε μερικές περιπτώσεις τελειοποίησε τα συστήματα ελέγχου της. Το υπουργείο μας την έχει για πρότυπο. Στις επιχειρήσεις όπου δεν υπήρχε ούτε συγκεντρωτική παράδοση ούτε πρακτικές συνθήκες, αυτές δημιουργήθηκαν πάνω στη βάση μιας εθνικής εμπειρίας, όπως στην Empresa Consolidada de la Harin που αξίζει την πρώτη θέση ανάμεσα σε όλες τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο υφυπουργείο Ελαφράς Βιομηχανίας.

Παρόλο που η πρακτική των πρώτων ημερών διεύθυνσης των βιομηχανιών μάς πείθει πλήρως για το ότι είναι αδύνατο να ακολουθήσουμε λογικά άλλο δρόμο, θα ήταν άχρηστο να συζητήσουμε τώρα αν τα μέτρα οργάνωσης που πάρθηκαν θα είχαν δώσει παρόμοια ή καλύτερα αποτελέσματα με την εφαρμογή της αυτοδιαχείρισης στο επίπεδο της μονάδας. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες κι ότι η συγκεντροποίηση επέτρεψε – στην περίπτωση της καλτσοβιομηχανίας για παράδειγμα – τη διάλυση μιας μεγάλης ποσότητας από αναποτελεσματικά μικρομάγαζα και να προωθήσουμε έξι χιλιάδες εργάτες σε άλλους κλάδους της παραγωγής.

Θελήσαμε να καθορίσουμε, με όλες αυτές τις παραθέσεις, τα θέματα που θεωρούμε βασικά για την ερμηνεία του συστήματος:

1. Ο κομμουνισμός είναι ένας στόχος της ανθρωπότητας, στον οποίο φτάνει συνειδητά. Επειτα, η εκπαίδευση και η εξάλειψη των ιχνών της παλιάς κοινωνίας στη συνείδηση των ανθρώπων έχουν τεράστια σημασία, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε ότι ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κοινωνία χωρίς παράλληλες προόδους στην παραγωγή.

2. Οι μορφές διεύθυνσης της οικονομίας, τεχνολογική πλευρά του ζητήματος, πρέπει να επιλεγούν από τις πιο αναπτυγμένες και τις περισσότερο προσαρμόσιμες στη νέα κοινωνία. Η πετροχημική τεχνολογία του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το σοσιαλιστικό χωρίς να φοβηθούμε τη μόλυνση της αστικής ιδεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει με καθετί που έχει σχέση με τις τεχνικές νόρμες διεύθυνσης και ελέγχου της παραγωγής στον οικονομικό τομέα.

Θα μπορούσαμε, αν και κάπως τολμηρά, να παραφράσουμε το Μαρξ όταν αναφέρεται στη χρήση της διαλεκτικής του Χέγκελ και να πούμε ότι οι τεχνικές αυτές ξαναστήνονται έτσι στα πόδια τους.

Μια ανάλυση των μεθόδων λογιστικής τεχνικής που χρησιμοποιούνται σήμερα στις σοσιαλιστικές χώρες μάς δείχνει ότι ανάμεσα σε αυτές και στις δικές μας βρίσκεται μια διαφοροποιημένη αντίληψη που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτή που υπάρχει στον καπιταλισμό, ανάμεσα στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού και το μονοπώλιο. Τελικά οι προηγούμενες τεχνικές «στημένες στα πόδια τους» χρησίμευσαν σαν βάση για την ανάπτυξη και των δύο συστημάτων. Από εκεί και πέρα οι δρόμοι χωρίζουν, μια και ο σοσιαλισμός έχει τις δικές του σχέσεις παραγωγής και, συνακόλουθα, τις δικές του απαιτήσεις.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι σαν τεχνική ο πρόδρομος του συστήματος χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό είναι το ιμπεριαλιστικό μονοπώλιο που υπήρχε στην Κούβα, που είχε κιόλας υποστεί τις παραλλαγές τις εγγενείς στη μακρόχρονη διαδικασία ανάπτυξης της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου που αρχίζει από την αυγή του μονοπωλιακού συστήματος μέχρι τις μέρες μας, όπου φτάνει στα ανώτερα επίπεδά της. Οταν έφυγαν τα μονοπώλια πήραν μαζί τους τα ανώτερα στελέχη τους και μερικά μεσαία στελέχη. Ταυτόχρονα, η ανώριμη αντίληψή μας για την επανάσταση μας είχε ωθήσει στην κατάργηση μιας ολόκληρης σειράς από καθιερωμένες μεθόδους, μόνο και μόνο γιατί ήταν καπιταλιστικές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σύστημά μας δεν έχει ακόμα φτάσει στο βαθμό αποτελεσματικότητας των ντόπιων μονοπωλιακών υποκαταστημάτων, σχετικά με τη διεύθυνση και τον έλεγχο της παραγωγής. Τραβάμε λοιπόν αυτό το δρόμο, καθαρίζοντάς τον από οποιαδήποτε προηγούμενη σαβούρα.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007. 

Advertisements