Ο γάμος του Ερνέστο Γκεβάρα με την Αλεϊδα Μαρτς στην Αβάνα το 1959. Η τελετή έλαβε χώρα σε αίθουσα των φυλακών της Λα Καμπάνια.
Κατηγορία: Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Γκρεμίζει σύνορα και σήμερα
Του Πάνου Τριγάζη.
Το να θυμόμαστε και να τιμούμε τον Τσε Γκεβάρα έχει ιδιαίτερη αξία σήμερα: για τους δύσκολους αγώνες που καλούμαστε να δώσουμε, αλλά και για τις σχέσεις μέσα στην ίδια την αριστερά της χώρας μας, που έχουν υποστεί οδυνηρούς αυτοτραυματισμούς τον τελευταίο καιρό. Η βαθιά κρίση, που ζει όλος ο κόσμος, αναδεικνύει όσο ποτέ πριν την σημασία του διεθνισμού της αριστεράς, του οποίου ο Τσε αποτελεί το απόλυτο σύμβολο. Την ίδια ώρα χρειαζόμαστε τον Τσε ως ηθικό πρότυπο και πηγή έμπνευσης για ένα μεγάλο κίνημα αξιών, καθώς η κρίση είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο τις «κορυφές» του καπιταλιστικού συστήματος αλλά λειτουργεί διαβρωτικά μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες, παράγοντας ποικίλες βαρβαρότητες.
Αν λέγαμε ότι ο «Τσε Γκεβάρα ζει», 43 χρόνια μετά τη δολοφονία του, θα ήταν κάτι κοινότυπο για τον «αιώνιο επαναστάτη», που η παγκοσμιότητα της παρουσίας του δεν έχει προηγούμενο. Ο Τσε γκρεμίζει σύνορα και σήμερα. Η μορφή του υπάρχει παντού όπου υπάρχει εξέγερση, σε κάθε διαδήλωση, στα πανεπιστήμια, στις μεγάλες ροκ συναυλίες, αλλά και σε άλλους χώρους όπου συγκεντρώνονται νέοι άνθρωποι. Ο Τσε έγινε ποίηση, τραγούδι, μυθιστόρημα, ήρωας πολλών ταινιών, «γκράφιτι» στους τοίχους στις γειτονιές όλου του κόσμου. Ακόμα και η καταναλωτική εκμετάλλευση του μύθου του, που προσβάλλει τη μνήμη του, δείχνει την τεράστια απήχηση του στην παγκόσμια νεολαία.
Ο Τσε δεν χωράει σε κανένα επαναστατικό «καλούπι». Δεν μπορεί κανένα ρεύμα της αριστεράς να τον οικειοποιηθεί. Αναφέρονται σ’ αυτόν όλες οι αντισυστημικές δυνάμεις, από τους κομμουνιστές και την νέα αριστερά, ως τους αντιεξουσιαστές, ακόμα και σοσιαλδημοκράτες. Η μνήμη του αποτελεί ένα είδος βάλσαμου για τον βαρύτατα πληγωμένο επαναστατικό ρομαντισμό μας από σοσιαλιστικά εγχειρήματα που οδηγήθηκαν στον εκφυλισμό. «Ίσως για μας καλύτερα που δεν γέρασες/ που έμεινες για πάντα νέος Ερνέστο/ όπως η Επανάσταση στη χαραυγή της», λέει χαρακτηριστικά σ’ ένα ποίημά του ο Τίτος Πατρίκιος.
«Ο Τσε έπεσε υπερασπιζόμενος την υπόθεση των φτωχών και των ταπεινών αυτής της γης», είπε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα (18-10-1967), προσθέτοντας ότι «ξεχώρισε ως άνθρωπος ανυπέρβλητης δράσης, αλλά ήταν και άνθρωπος βαθυστόχαστος, με διορατική ευφυΐα και βαθιά μόρφωση». «Ο μαρξισμός μου έχει βαθιές ρίζες και έχει εξαγνιστεί», έγραφε στο τελευταίο γράμμα προς τους γονείς του, το 1965, αλλά άρχιζε το ίδιο γράμμα με τη φράση: «νοιώθω και πάλι κάτω από τις φτέρνες μου το ανεβοκατέβασμα των πλευρών του Ροσινάντε», δηλαδή έβλεπε τον εαυτό του σαν ένα είδος Δον Κιχώτη. Όμως, η παγκόσμια ακτινοβολία του Τσε δεν εξηγείται με στενά πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, με κριτήριο ότι εκπροσωπεί τη σωστή «συνταγή» για την επανάσταση, αλλά διότι συνεγείρει συνειδήσεις ως κορυφαίο ηθικό πρότυπο ενός ασυμβίβαστου αγωνιστή, που ενώνει την πολιτική και την ηθική.
Ο Τσε ήταν ένας μεγάλος διεθνιστής και αντιιμπεριαλιστής, στη θεωρία και στην πράξη. Αν κάναμε μια δημοσκόπηση, ρωτώντας ποια είναι η εθνικότητά, του δύσκολα θα παίρναμε σωστή απάντηση. Γεννήθηκε στην Αργεντινή, αλλά είναι ήρωας όλης της Λατινικής Αμερικής και σύμβολο της ενότητάς της. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της Κουβανικής Επανάστασης, δίπλα στον Φιντέλ Κάστρο, με τον οποίο συμπορεύτηκε από το 1955 ως το 1965, όταν εγκατέλειψε τη θέση του υπουργού που κατείχε στην Κούβα, για να πολεμήσει στο πλευρό εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Θεωρούσε ότι «το βασικό πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού περιλαμβάνει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους, Λατινική Αμερική, Ασία και Αφρική», και έβλεπε το μέλλον φωτεινό «αν δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ, άνθιζαν στην επιφάνεια της γης». Με βάση αυτή την ανάλυση και όχι ως «απελπισμένη ανταρσία», επέλεξε να φύγει το 1965 για το Κογκό και να καταλήξει, το 1966, στη Βολιβία. Εκεί προσπάθησε να οργανώσει αντάρτικο κίνημα, αλλά βρήκε μεγάλες δυσκολίες και τελικά έπεσε σε ενέδρα μαζί με τους 17 συμμαχητές που του είχαν απομείνει. Αιχμαλωτίστηκε από τον βολιβιανό στρατό, με τη βοήθεια της CIA, στις 8 Οκτωβρίου 1967, και την επομένη ημέρα δολοφονήθηκε.
«Για τα παιδιά του κόσμου σκοτώθηκες/ Τσε Γκεβάρα», λέει σ’ ένα ποίημά του ο Τάσος Λειβαδίτης, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης (Λειτουργία Νο 2), ενώ με τον δικό του μοναδικό τρόπο θρήνησε τη δολοφονία του Τσε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας:
Ποιος το ‘λεγε ποιος το ‘λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες, και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.
Το πώς δέχθηκαν οι Έλληνες αριστεροί την είδηση της δολοφονίας του Τσε μέσα στη μαύρη νύχτα της χούντας, αποδόθηκε από τον Μάνο Λοΐζο με ένα τραγούδι που λέει:
Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα/ μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα/ Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές/ απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές/ απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές/ στην καρδιά τους.
Διανύοντας τον 21ο αιώνα, ο μύθος του Τσε όχι μόνο δεν έχει φθαρεί αλλά συνεχώς ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους και τις νέες του πλανήτη μας. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η κρίση του συστήματος είναι βαθειά και πολυδιάστατη και ο κόσμος πρέπει να αλλάξει ριζικά, να βγει από τις «συμπληγάδες» των ανισοτήτων, που συνθλίβουν τις κοινωνίες και ακινητοποιούν τις δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων. Γιατί η ίδια η ζωή στη γη απειλείται από την ραγδαία περιβαλλοντική υποβάθμιση, που οφείλεται στο κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης.
Ο Τσε είναι πιο ζωντανός σήμερα. Ζει στις νίκες των συνασπισμένων αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στη Λ. Αμερική, στον αγώνα για την άρση του αμερικανικού εμπάργκο εις βάρος της Κούβας. Προτείνει την αριστερά ως στάση και τρόπο ζωής. Μιλάει στην καρδιά και στη συνείδησή μας με τα ίδια λόγια που μίλησε στα παιδιά του με το τελευταίο γράμμα του: «Πάνω απ΄ όλα να είστε πάντα ικανοί να νοιώθετε βαθιά μέσα σας οποιαδήποτε αδικία διαπράττεται ενάντια σε οποιονδήποτε, σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου. Είναι η πιο όμορφη ιδιότητα ενός επαναστάτη».
Σημ: όλα τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά είναι από το βιβλίο «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – κείμενα», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, με την εξαίρεση της αναφοράς σε «απελπισμένη ανταρσία» που είναι από το βιβλίο του Γερ. Λυκιαρδόπουλου «Η έσχατη στράτευση», εκδόσεις Ύψιλον 1985.
*Ο Πάνος Τριγάζης είναι μέλος της ΚΠΕ του Συνασπισμού. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Αυγή», 17.10.2010.
Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο / Che Guevara and Fidel Castro
Χιλή 1952: Η ασθματική γερόντισσα της «Τζιοκόντα»

- Ο ΤΣΕ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΓΚΡΑΝΑΔΟ ΤΟ 1951.
Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης περιπλάνησης τους στη Νότια Αμερική, ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Αλμπέρτο Γκρανάδο βρέθηκαν στο Βαλπαραϊσο (Valparaíso) της Χιλής. Μια γραφική, παραθαλάσσια πόλη, «χτισμένη στην άκρη της παραλίας με θέα σε ένα μεγάλο κόλπο» όπως αναφέρει ο Τσε στα απομνημονεύματα του στα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας. Οι δύο νεαροί αργεντίνοι κατέλησαν για να ξεκουραστούν προσωρινά στην «Τζιοκόντα», ενός ρεστοράν που ανήκε σε συμπατριώτη τους.
Μάρτιος 1952. Ο Τσε διηγείται στο ημερολόγιο του τις προσπάθειες να βρουν εργασία στο τοπικό νοσοκομείο (σ.σ: ο Τσε ήταν ακόμη φοιτητής Ιατρικής) και αναφέρει, με λόγια που σαν πρόκες καρφώνονται στη μνήμη, ίσως μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του μεγάλου ταξιδιού του:
«Προσπαθούσαμε να έρθουμε σε απευθείας επαφή με τους γιατρούς του Πετροουέ, αλλά αυτοί μόλις γύριζαν από τις δραστηριότητες τους και, μην έχοντας καιρό για χάσιμο, δε μας παραχωρούσαν ούτε μία τυπική συνάντηση-ωστόσο τους είχαμε εντοπίσει και εκείνο το απόγευμα χωριστήκαμε: ο Αλμπέρτο τους ακολούθησε και εγώ πήγα να δω μια ασθματική γερόντισσα, πελάτισσα της «Τζοκόντα». Τη λυπόσουν την καψερή, το δωμάτιο της βρομούσε ιδρωτίλα, ποδαρίλα και σκόνη από δυο τρεις πολυθρόνες, τα μοναδικά είδη πολυτελείας στο σπίτι της. Εκτός από το άσθμα, υπέφερε και από καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν μία από τις περιπτώσεις που ένας γιατρός, συνειδητοποιώντας ότι είναι ανίσχυρος μπροστά στην κατάσταση, νιώθει την επιθυμία μιας ριζικής αλλαγής, που να εξαλείψει την αδικία η οποία ανάγκασε τη γριά γυναίκα να δουλεύει σαν υπηρέτρια μέχρι τον προηγούμενο μήνα για να βγάλει το ψωμί της, ασθμαίνοντας, υποφέροντας, μα κρατώντας ψηλά το κεφάλι στη ζωή. Το ζήτημα είναι πως στις φτωχές οικογένειες το μέλος που αδυνατεί να κερδίσει τα προς το ζην περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας, που κρύβεται με το ζόρι. Από εκείνη τη στιγμή παύει να είναι πατέρας, μητέρα, αδερφός· γίνεται ένας αρνητικός παράγοντας στον αγώνα για επιβίωση και, ως τέτοιος, στόχος μνησικακίας της υγιούς κοινότητας, που θεωρεί την αναπηρία του σαν προσωπική προσβολή γι’ αυτούς που πρέπει να τον συντηρήσουν. Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου. Στα μάτια των ετοιμοθάνατων βλέπεις μια καρτερική έκκληση συγνώμης και, συχνά, μια απελπισμένη έκκληση παρηγοριάς που χάνεται στο κενό, όπως θα χαθεί γρήγορα και το σώμα μέσα στην απεραντοσύνη του μυστηρίου που μας περιβάλλει. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, αλλά είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας. Δεν μπορώ να κάνω πολλά για την άρρωστη· της γράφω απλώς μια κατάλληλη δίαιτα, ένα διουρητικό και αντιασθματικά διαλύματα. Μου έχουν μείνει μερικές δραμαμίνες και της τις χαρίζω. Όταν βγαίνω, με ακολουθούν τα στοργικά λόγια της γερόντισσας και οι αδιάφορες ματιές των συγγενών».
[Το χαμόγελο της «Τζοκόντα», Ημερολόγια Μοτοσικλέτας].









