Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης (Μέρος Τρίτο)

Του Τόνυ Σανουά.

Διεθνισμός.

Σε μια γιορτή για τα 24α γενέθλια του στο Περού έκανε την εξής πρόποση: «…η διαίρεση της Αμερικής σε διάφορες φανταστικές εθνότητες είναι τελείως πλασματική. Αποτελούμε μια ενιαία φυλή μιγάδων η οποία παρουσιάζει αξιοσημείωτες εθνογραφικές ομοιότητες από το Μεξικό ως τον Πορθμό του Μαγγελάνου. Γι’ αυτό στην προσπάθεια μου να ελευθερωθώ από το βάρος οποιουδήποτε στενόμυαλου πατριωτισμού πίνω εις υγείαν του Περού και μιας ενωμένης Αμερικής«. Αυτή η δήλωση του έδειχνε καθαρά τις εξελλισόμενες διεθνιστικές του πεποιθήσεις. Βέβαια δεν αποτελούσαν μια ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση και ήταν κάπως απλοϊκές στην εκτίμηση της κατάστασης. Η ιδέα της ενοποιημένης Λατ.Αμερικής υπάρχει ακόμα από τον καιρό του Σιμόν Μπολιβάρ (ο οποίος ηγήθηκε ένοπλων εξεγέρσεων κατά της Ισπανίας και βοήθησε να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία σ’ ένα μεγάλο τμήμα της Λατ.Αμερικής) και από τους πολέμους της εθνικής απελευθέρωσης του 19ου αιώνα. Η ενότητα της ηπείρου εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο όραμα για τις λατινοαμερικάνικες μάζες, όμως από τότε έχει δημιουργηθεί και μια εθνική συνείδηση σε κάθε χώρα.

Η επιθυμία ωστόσο, των μαζών να ενοποιήσουν την Λατ.Αμερική δεν είναι εφικτή στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η αστική τάξη κάθε λατινοαμερικάνικου έθνους έχει μεν να υπερασπιστεί τα δικά της οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αλλά την ίδια ώρα, έχει μεγάλα κοινά υλικά και οικονομικά συμφέροντα με τον ιμπεριαλισμό, που είναι αντίθετος με την ενότητα της ηπείρου, ακόμα και σε καπιταλιστικές συνθήκες, γιατί μπορεί να επιβάλλεται ευκολότερα σε ξεχωριστά και πιο αδύναμα απ’ αυτόν κράτη. Έτσι, η εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικής ομοσπονδίας στη Λατ.Αμερική με προοπτική την ενοποίηση της ηπείρου, είναι πραγματοποίησιμη μόνο αν ανατραπεί ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός και επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Αυτή η ιδέα του διεθνισμού ήταν ένα θέμα στο οποίο ο Τσε επανήλθε πολλές φορές και μάλιστα τα επόμενα χρόνια υπερασπίστηκε με θέρμη και την ιδέα μιας διεθνούς επανάστασης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

Ο Τσε συνέχισε το ταξίδι του στην Κολομβία και την Βενεζουέλα χωρίς τον φίλο και σύντροφο του ταξιδιού του και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να δώσει τις τελικές του εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Η επίδραση αυτού του πρώτου ταξιδιού του ήταν φανερή στις «Ταξιδιωτικές του Σημειώσεις» («Notas de Viaje»), που έγραψε μετά βασισμένος στο ημερολόγιο του. Δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε από την Αργεντινή. «Ο άνθρωπος που έγραψε αυτές τις σημειώσεις πέθανε όταν πάτησε ξανά στο έδαφος της Αργεντινής, αυτός που τις εκδίδει και τις επεξεργάζεται, «εγώ» δηλαδή, δεν είμαι εγώ, ή τουλάχιστον δεν είναι το ίδιο εγώ που ήταν προηγουμένως. Αυτή μου η περιπλάνηση στην «Αμερική» μας, με άλλαξε περισσότερο από ότι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ«.

Οταν γύρισε στην Αργεντινή, η οικογένεια του έλπιζε ότι οι μέρες της περιπλάνησης του είχαν τελειώσει κι ότι τώρα πια θα αφοσιωνόταν στο επάγγελμα που είχε διαλέξει, την ιατρική. Ο Τσε ολοκλήρωσε τις σπουδές του τον Απρίλη του 1953 και πήρε το πτυχίο του γιατρού τ

ον Ιούνη, λίγες μέρες πριν κλείσει τα 25. Οι ελπίδες όμως των δικών του έσβησαν γρήγορα όταν ο Τσε ξεκίνησε για τη δεύτερη περιοδεία του στην Αμερική. Σ’ αυτό το ταξίδι θα πήγαινε μαζί με τον παιδικό του φίλο Κάρλος (Καλίκα) Φερέρ, που είχε διακόψει τις σπουδές του στην ιατρική.

Σύμφωνα με τον Καλίκα οι δύο φίλοι σχεδίαζαν να περάσουν πάλι από την Βολιβία, γιατί ο Τσε ήθελε να επισκεφθεί ξανά τα ερείπια των Ινκας και του Μάτσου Πίτσου. Για ακόμα αργότερα σχεδίαζαν να επισκεφθούν την Ινδία όπως έλπιζε ο Τσε και το Παρίσι που ήθελε να γνωρίσει ο Καλίκα. Ετσι, στις αρχές του Ιούλη, όταν οι δύο συνταξιδιώτες ξεκίνησαν με το τρένο από το Μπουένος Αϊρες, ο Τσε δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι σύντομα θα αφιέρωνε την ζωή του στον επαναστατικό αγώνα. Επικρατούσε ακόμα στον χαρακτήρα του ο μποέμ. Σχετικά σύντομα όμως αυτό επρόκειτο να αλλάξει.

Οι άνθρωποι συμμετέχουν στο επαναστατικό κίνημα για πολλούς λόγους. Μερικοί έλκονται από τις πολιτικές ιδέες, άλλοι σπρώχνονται από την αγανάκτηση τους για την υπάρχουσα κατάσταση και κάποιοι κερδίζονται στην επανάσταση όταν ζούν μέσα σε μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, απλά γιατί δεν μπορούν πια να μείνουν αμέτοχοι στα γεγονότα. Ο λόγος για τον οποίο άλλαξε ριζικά η ζωή του Τσε δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια μόνο αιτία. Αναμφίβολα τον ενδιέφερε η πολιτική και πράγματι εξοργιζόταν από τις κοινωνικές συνθήκες που αντίκρυζε. Την ίδια ώρα επηρεάστηκε πολύ από τις ισχυρές κοινωνικές εκρήξεις που γνώρισε στο δεύτερο ταξίδι του στην Λατ.Αμερική και ειδικότερα από τα επαναστατικά κινήματα της Βολιβίας και της Γουατεμάλας. Από κεί και πέρα η ζωή του πήρε μια εντελώς νέα και αναπάντεχη γι’ αυτόν τροπή.

Στην Βολιβία.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του, ο Τσε έγραψε ένα άλλο ημερολόγιο με τίτλο «Otra Vez» («Πάλι Ξανά»). (* σημείωση στο τέλος του κεφαλαίου) Αναλογιζόμενος πως άρχισε το ταξίδι, έγραφε: «Αυτή τη φορά, το όνομα του κολλητού μου άλλαξε, τώρα ο Αλμπέρτο ονομάζεται Καλί-κα, όμως το ταξίδι παραμένει ίδιο: δύο διαφορετικές επιθυμίες ταξιδεύουν σ’ ολόκληρη την Αμερική χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι θέλουν ή προς τα που είναι ο βορράς«.

Ο Τσέ και ο σύντροφος του έφτασαν τον Ιούλη του 1953 στην Λα Παζ, την πρωτεύουσα της Βολιβίας. Εκεί εμπλάκηκαν αμέσως στις επαναστατικές αναταραχές που συγκλόνιζαν ένα από τα πιο φτωχά και «ινδιάνικα» έθνη της Αμερικής. Δώδεκα μήνες νωρίτερα είχε ξεσπάσει ένας μαζικός ξεσηκωμός των ιθαγενών αγροτών και των εργατών στα ορυχεία κασσίτερου. Αυτή η μαζική εξέγερση ανέβασε στην εξουσία το «Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα» (MNR -Movimiento Nacionalista Revolutionario). Η νέα κυβέρνηση, προσπαθώντας να κρατήσει το μαζικό κίνημα υπό τον έλεγχο της, αναγκάστηκε εξαιτίας των μαζικών ξεσηκωμών να εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Οι χωρικοί, μετά από μια σειρά καταλήψεις σε μεγάλες εκτάσεις γής, επέβαλαν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης. Τα ορυχεία κασσίτερου, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν την μεγαλύτερη πηγή εισοδήματος της Βολιβίας, εθνικοποιήθηκαν. Οι εργάτες των ορυχείων και οι αγρότες πήραν τα όπλα και τμήματα του στρατού πέρασαν με το μέρος τους. Ιδρύθηκε μια πολιτοφυλακή και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ο στρατός τυπικά διαλύθηκε. Παρ’ όλα αυτά, η επανάσταση δεν ολοκληρώθηκε με την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος εργατικής δημοκρατίας και το κίνημα τελικά ηττήθηκε.

Κατά τη διάρκεια αυτών των επαναστατικών γεγονότων, οι εργάτες των ορυχείων έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ίδρυση ενός νέου ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κέντρου, του COB (Central Obrera Boliviana-Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο Βολιβίας). Επηρεασμένο από το επαναστατικό αυτό κύμα το COB υϊοθέτησε και επίσημα πλέον το «Μεταβατικό Πρόγραμμα», που έγραψε ο Λ.Τρότσκυ το 1938. Στην Λα Παζ, ο Τσε περνούσε το μεγάλο μέρος του χρόνου του σε καφενεία και μπαρ, όπου συναντούσε πολιτικούς πρόσφυγες που είχαν καταφτάσει απ’ ολόκληρη την Αμερική. Καθώς προχωρούσε η επανάσταση, η Βολιβία είχε γίνει πόλος έλξης των ριζοσπαστών και αριστερών επαναστατών.

Ο Τσε έγραφε στο «Otra Vez»: «Η Λα Παζ είναι η Σαγκάη της Αμερικάνικης ηπείρου. Μια μεγάλη ποικιλία ριψοκίνδυνων ανθρώπων απ’ όλες τις εθνικότητες φυτρώνει και ανθίζει στην πολύχρωμη αυτή πόλη των μιγάδων». Εκεί, ο Τσε γνώρισε διάφορους πολιτικούς αγωνιστές, με τους οποίους είχε πολλές συζητήσεις και λογομαχίες. Συναντήθηκε, επίσης και με μερικούς Αργεντινούς που ζούσαν στην Λα Παζ. Ανάμεσα σε αυτούς που γνώρισε ήταν κι ένας εξόριστος Αργεντινός, ο Νόγκες.

Η επιρροή των σημαντικών κοινωνικών γεγονότων που συνέβαιναν στη Βολιβία αντανακλώνται στα σχόλια που έκανε ο Τσε για αυτόν τον ηγέτη της Αργεντίνικης κοινότητας. «Οι πολιτικές του ιδέες είναι εδώ και κάμποσο καιρό ξεπερασμένες, όμως αυτός τις διατηρεί ανεξάρτητα από την προλεταριακή καταιγίδα που έχει ξεσπάσει στο πολεμοχαρές μας ημισφαίριο». Με αυτές τις κοινωνικές επαφές, ο Τσε ζούσε μια διπλή ζωή στη Λα Παζ. Από την μια παρακολουθούσε το επαναστατικό κίνημα και από την άλλη συμμετείχε στη ζωή της υψηλής κοινωνίας της Αργεντίνικης κοινότητας. Κάποια στιγμή ο αδερφός του Νόγκες, που είχε γυρίσει πρόσφατα από την Ευρώπη, έδειξε στον Τσε και τον Καλίκα μια πρόσκληση που είχε λάβει για τον γάμο ενός Ελληνα μεγιστάνα, του Αριστοτέλη Ωνάση.

Η φωτιά της επανάστασης.

Ομως, ήταν οι επαναστατικές εξελίξεις που έζησε ο Τσε στη Λα Παζ,, που τον επηρέασαν περισσότερο. Τον Ιούλη έγραφε στον πατέρα του λέγοντας ότι ήθελε να μείνει περισσότερο στη Βολιβία διότι «…είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χώρα και βρίσκεται σε στιγμές μεγάλου αναβρασμού. Στις 2 Αυγούστου θα εφαρμοστεί η αγροτική μεταρρύθμιση και αναμένεται να γίνουν φασαρίες και συγκρούσεις σε ολόκληρη την χώρα. Εχουμε δει απίστευτες διαδηλώσεις, ανθρώπους οπλισμένους με Μάουζερς και «πιριπίπι» (πολυβόλα) να πυροβολούν για πλάκα. Κάθε μέρα ακούγονται πυροβολισμοί και υπάρχουν πολλοί νεκροί και τραυματίες».

Ο Τσε θέλοντας να γνωρίσει τους φημισμένους Βολιβιανούς εργάτες των ορυχείων από πρώτο χέρι, επισκέφτηκε τα ορυχεία της Μπάλσα Νέγκρα, που βρισκόταν έξω από την Λα Παζ. Πριν από την επανάσταση οι φρουροί της εταιρείας πυροβολούσαν εν ψυχρώ τους απεργούς εργάτες. Τώρα όμως τα ορυχεία είχαν εθνικοποιηθεί. Ο Τσε συνάντησε φορτηγά γεμάτα με εργάτες που γύριζαν από την πρωτεύουσα, όπου είχαν πάει για να διαδηλώσουν την υποστήριξη τους στον αγώνα των αγροτών για αγροτική μεταρρύθμιση. «Με σκληρές εκφράσεις στα πρόσωπα τους και με τα κόκκινα πλαστικά κράνη τους φάνταζαν σαν πολεμιστές από άλλους κόσμους».

Παρ’ όλο, όμως που είδε την τρομερή δύναμη των Βολιβιανών εργατών ο Τσε δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει πραγματικά τον αποφασιστικό ρόλο που μπορεί να παίξει η εργατική τάξη στη σοσιαλιστική επανάσταση, ακόμα και σε χώρες όπως η Βολιβία, όπου η εργατική τάξη αποτελούσε την μειοψηφία του πληθυσμού. Αυτή του η αδυναμία, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες έμελλε να έχει ένα άμεσο αντίκτυπο στις ιδέες που ανάπτυξε αργότερα.

Σ’ αυτό όμως το στάδιο της πολιτικής εξέλιξης του Τσε, πρέπει να σημειώσουμε την μεγάλη επιρροή που άσκησαν τα γεγονότα της Βολιβίας στην αντίληψη του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ήρθε σε άμεση επαφή με την φλόγα της επανάστασης. Παρά όμως το σαρωτικό χαρακτήρα αυτών των γεγονότων, ο Τσε παράμεινε ακόμα κύρια παρατηρητής παρά ενεργός συμμέτοχος σ’ αυτά. Αφού παράτειναν τη διαμονή τους στην Λα Παζ για περίπου ένα μήνα, τελικά ο Τσε κι ο Καλίκα, συνέχισαν το ταξίδι τους. Εμειναν λίγο καιρό στο Περού και στη Λίμα, συνάντησαν ξανά τον δόκτωρ Πέσκε και τον Νόγκες. Ο Νόγκες τους κάλεσε μερικές φορές να δειπνήσουν μαζί στο «Κάουντρι Κλάμπ» και στο πιο ακριβό ξενοδοχείο της Λίμας, το «Γκράντ Οτέλ Μπολιβάρ».

Μετά, συνέχισαν για το Εκουαδόρ όπου έκαναν καινούργιες φιλίες. Ο Τσε σκόπευε να συνεχίσει με τον Καλίκα για την Βενεζουέλα. Μετά όμως από μια σειρά περιπέτειες ο Καλίκα και ο Τσε χώρισαν. Ο Καλίκα κατευθύνθηκε προς το Καράκας και ο Τσε μαζί με ένα νέο φίλο, τον Γκάλο, προς την Γουατεμάλα. Βέβαια είχαν μείνει χωρίς λεφτά και έτσι αναγκάστηκαν να δουλέψουν για να πληρώσουν τα εισιτήρια του πλοίου. Πριν φτάσουν στην Γουατεμάλα πέρασαν από την Κόστα Ρίκα, τον Παναμά και τη Νικαράγουα και στο δρόμο ειχαν την ευκαιρία να γνωρίστούν και να συζητήσουν με διάφορα άτομα και παρέες. Ταξιδεύοντας με κατεύθυνση τον βορρά προς την Κεντρική Αμερική, ο Τσε μπήκε για πρώτη φορά σε ένα διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που υπήρχε στη νότια χερσόνησο της Λατινικής Αμερικής. Ο ιμπεριαλισμός κυριαρχούσε σε αυτές τις χώρες του νότου σε συνεργασία με την ντόπια αδύναμη εθνική αστική τάξη. Υπήρχε ένας σχετικά μεγάλος αστικός πληθυσμός, και η εργατική τάξη στις πόλεις όπως και οι κοινωνίες ήταν πιο αναπτυγμένες. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στις φτωχότερες εκείνη την εποχή χώρες, όπως η Βολιβία και το Περού.

Ωστόσο, σε μια σειρά χώρες της Κεντρικής Αμερικής ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ επέβαλλε απ’ ευθείας ντόπιους τυρράνους ως δικτάτορες και την ίδια στιγμή, μισητές εταιρείες όπως η Coca-Cola και η United Fruit Company λεηλατούσαν ξεδιάντροπα τις οικονομίες τους. Οπως σχολίασε κι ο Τσε: «…οι χώρες αυτές δεν ήταν πραγματικά έθνη, αλλά ιδιωτικά φέουδα«. Κι αυτά συνέβαιναν μόλις 50 χρόνια αφότου ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ δημιούργησε το κράτος του Παναμά, που διοικούσε σαν να ήταν χτήμα του, για να έχει τον έλεγχο της διώρυγας που είχε φτιάξει για να εξυπηρετεί τους εμπορικούς και στρατηγικούς του στόχους. Η Νικαράγουα κυβερνιόταν για 30 χρόνια από ένα διεφθαρμένο δικτάτορα, τον Σομόζα. Το Σαλβαδόρ κυβερνήθηκε από μια σειρά δικτατόρων, που σαν κύριο στόχο τους είχαν να υπερασπίσουν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών φυτειών καφέ και οι Ονδούρες έπαιζαν ουσιαστικά το ρόλο της ιδιωτικής φυτείας της United Fruit Company.

Η United Fruit Company ήταν το σύμβολο της εκμετάλλευσης της ηπείρου από τον ιμπεριαλισμό. Ο αγαπημένος ποιητής του Τσε, ο Πάμπλο Νερούδα, έγραψε μερικούς ειρωνικούς στίχους με τίτλο «La United Fruit CO», εκφράζοντας έτσι τα αισθήματα των Λατινοαμερικανών για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία.

«Οταν ήχησαν οι σάλπιγγες
όλα πάνω στην γή είχαν ετοιμαστεί
κι ο Ιεχωβάς μοίρασε τον κόσμο
στην Coca-Cola Inc, την Anaconda,
την Ford Motors και σ’ άλλες οντότητες
Η United Fruit Company κράτησε γι’ αυτήν το πιο ζουμερό:
το κεντρικό παράλιο της γής μου,
τη γλυκειά μέση της Αμερικής…».
Το ποίημα του Νερούδα συνεχίζει και καταγγέλει την εταιρεία που δημιούργησε τις «δικτατορίες της μύγας», τους δικτάτορες δηλαδή της Κεντρικής Αμερικής:
«μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος,
μύγα Καρρίας, μύγα Μαρτίνεζ,
μύγα Ουβίκο….
μύγες ποτισμένες με αίμα».

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: “Ξεκίνημα”, Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).

Che (ψευδώνυμο)

Με το προσωνοίμιο «Che» (Τσε) είναι γνωστός παγκοσμίως ο Ερνέστο Γκεβάρα. Η συνήθεια του να χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή σε καθημερινές φράσεις αποτέλεσε το λόγο που του προσδώθηκε το ψευδώνυμο. Σε αρκετές χώρες όπου ομιλείται η ισπανική γλώσσα η έκφραση «Τσε» – χρησιμοποιούμενη κυρίως στην καθομιλουμένη αργκό – αποτελεί προσφώνηση του τύπου «φίλε», «αδελφέ», «μεγάλε». Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η αντίστοιχη ισπανική φράση των αγγλικών εκφράσεων «man», «dude», «bro».

Η έκφραση «Τσε» χρησιμοποιείται κυρίως στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη. Δεν είναι όμως απίθανο να ακουστεί σε δρόμους της Παραγουάης, του Περού ή και της Βραζιλίας. Κατά την Κουβανική Επανάσταση, η εμμονή του Γκεβάρα στη χρήση της προσφώνησης αυτής ήταν αρκετά αξιοπερίεργη γιά τους λοιπούς λατινοαμερικάνους συντρόφους του που, έπειτα από ένα διάστημα, καθιερώθηκε ως το μόνιμο σύντομο όνομα του Ερνέστο. Έτσι, ο αργεντίνος κομαντάντε ονομάζονταν απλώς ως «El Che» και με αυτό μάλιστα το ψευδώνυμο υπέγραψε τα πρώτα χαρτονομίσματα της Κεντρικής Τράπεζας που εξέδωσε η Επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας.

Αλέιδα Γκεβάρα: «στη Λατινική Αμερική σήμερα υπάρχει ένα άρωμα επανάστασης»

Συνέντευξη στην Σία Κοσιώνη γιά το Americalatina.com.gr.

Πώς είναι δυνατόν σε ένα κόσμο που τα πάντα έχουν να κάνουν με το χρήμα ο Τσε να παραμένει ζωντανός;

Σήμερα οι νέοι ψάχνουν πολύ την εικόνα του. Αυτό συμβαίνει ίσως γιατί έχουν ανάγκη το παράδειγμα ενός άνδρα ολοκληρωμένου. Στον κόσμο που ζούμε οι άνθρωποι αναζητούν κάτι πιο αγνό, πιο καθαρό, κάτι στο οποίο να μπορούν να στηριχθούν, όπως ένα κομμάτι ξύλο στη θάλασσα. Νομίζω πως αυτό ακριβώς ήταν ο πατέρας μου.

Πως μπορεί κάποιος τη σήμερον ημέρα να πιστεύει ακόμη στις ιδέες του Τσε;

Οι ιδέες του είναι αναγκαίες σήμερα. Η πραγματικότητα για την οποία πάλεψε και αγωνίστηκε έστω και ως ιδέα έχει καταρρακωθεί από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Δέστε τι γίνεται ακόμη και στην Ευρώπη. Η φτώχια σαρώνει. Ο καπιταλιστικός κόσμος που δημιουργούν τα θέλει όλα δικά του και δεν αφήνει τίποτα για τους άλλους. Σε αυτες τις ανάγκες, σε αυτες τις συνθήκες, η εικόνα του Τσε γίνεται ακόμα πιο δυνατή. Ίσως ο κόσμος έχει μεγάλη ανάγκη για νέες ιδέες.

Πόσα χρόνια κυριαρχεί ο καπιταλισμός ως διεθνές σύστημα; Περισσότερα από 200 χρόνια; Ναι. Και το 80% της ανθρωπότητας παραμένει φτωχό. Άρα αυτό το σύστημα δεν έλυσε τα προβλήματα της μεγάλης πλειοψηφίας. Άρα τι πρέπει να κάνουμε; Να ψάξουμε για εναλλακτικές. Πρέπει να θέσουμε σε ισχύ ιδεές που να μιλούν για αλλυλεγγύη, για σεβασμό μεταξύ των λαών και αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ποια πιστεύετε ότι είναι η επόμενη μέρα της Κούβας;

(Γελάει). Ποτέ δεν μπορώ να αποφύγω αυτήν την ερώτηση! Κοίτα, πρέπει να ξέρεις την Κούβα για να καταλάβεις. Ο κουβανέζικος λαός έχει πολεμήσει πολλά χρόνια για να κατακτήσει την ανεξαρτησία του και το κατάφερε πριν 50 χρόνια. Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να καταλάβετε πως ο Φιντέλ Κάστρο είναι ένας άνδρας εξαιρετικός, ένας άνδρας μοναδικός, αλλά είναι μόνος… Μόνος δε θα μπορούσε να κάνει επανάσταση στην Κούβα και όντας μόνος δεν μπορεί να τη διατηρήσει. Και μάλιστα σε απόσταση μόλις 90 μιλίων από τις ΗΠΑ. Πρέπει να υπάρχει λαϊκή συνείδηση και συναίνεση για να προχωρήσει η επανάσταση.

Πιστεύετε πως ο καπιταλισμός θα καταφέρει να εισβάλλει εύκολα στην Κούβα;

Πιστεύω πως δεν είναι ο καπιταλισμός η πραγματική μας ανησυχία. Νομίζω πως υπάρχουν άλλα σοβαρότερα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Στον κόσμο, βλέπεις, αρέσει να βολεύεται όταν του δίνονται προνόμια. Εμείς πρέπει να παλέψουμε ενάντια σε αυτό. Να παλέψουμε για την ιδεολογία μας. Δεν φοβόμαστε λοιπόν τον ιμπεριαλισμό. Αυτό που μας φοβίζει είναι το κατά πόσο μπορούμε εμείς οι ίδιοι να διατηρήσουμε το σύστημα που έχουμε δημιουργήσει. Και για αυτό πρέπει να παλεύουμε διαρκώς.

Τι συμβαίνει στη Λατινική Αμερική; Γιατί τόσες κοινωνικές επαναστάσεις τώρα;

Πολλά πράγματα συμβαίνουν. Είναι μια από τις πιο όμορφες περιόδους της ηπείρου μου. Ή θα τα καταφέρουμε τώρα ή δε θα τα καταφέρουμε ποτέ. Υπάρχει άρωμα επανάστασης, μια λαϊκή κίνηση δυνατή. Έχουμε τις αντιδράσεις των ιθαγενών στον Ισημερινό, στη Βολιβία, στη Βραζιλία… Αντιδράσεις μεγάλες, δυνατές, θαυμάσιες κινήσεις λαϊκές. Ο κόσμος ψάχνει για τις εναλλακτικές που σας έλεγα. Και σε αυτό αρχηγός είναι αυτή τη στιγμή η Βενεζουέλα.

Γιατί αποφασίσατε να γίνετε γιατρός;

Η ιατρική είναι η πιο ανθρωπιστική επιστήμη. Το να είσαι γιατρός σημαίνει να είσαι κοντά στη χαρά και στον πόνο του ανθρώπου. Από τη στιγμή που γεννήθηκα εισέπραξα πολύ αγάπη από το λαό μου και ήθελα κάπως να την επιστρέψω. Δε θα μπορούσα να γίνω κάτι άλλο. Μόνο έτσι μπορώ να αποπληρώσω κάτι από όλα όσα έχω εισπράξει.

Ο Τσε έπρεπε να πεθάνει για να γίνει σύμβολο;

Όχι… Ο Τσε και όσο ζούσε ήταν σύμβολο. Σύμβολο αγώνα και αντίστασης για πολλούς άνδρες και γυναίκες στον κόσμο. Δυστυχώς πέθανε πολύ νέος. Κι όμως με τόση λίγη ζωή άφησε τόσα πράγματα για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Φανταστείτε τι θα είχε αφήσει για όλους μας αν ζούσε περισσότερο. Ήταν πάντα υπέροχος…

Πως συνδυάζονται τα όπλα με τη φωτογραφική μηχανή;

Τα όπλα όταν χρησιμοποιούνται σωστά, σε βοηθούν να υπερασπιστείς τις αρχές σου, την ίδια σου την τρυφερότητα ως άνθρωπος. Κάποια στιγμή βρέθηκα στη Βραζιλία και είδα την απόγνωση ανδρών, γυναικών και παιδιών στους δρόμους, είπα πως κάτι πρέπει να κάνω. Ή θα πεθάνουμε από την πείνα ή θα πεθάνουμε προσπαθώντας να αλλάξουμε αυτήν την πραγματικότητα. Το πώς θα την αλλάξει κάθε λαός είναι δική του απόφαση. Όμως αν αποφασίσει να πάρει τα όπλα για να προστατεύσει τη ζωή του, κανείς δε θα έχει το δικαίωμα να τον κριτικάρει. Δεν είναι παιχνίδι η ζωή των λαών.

Η εικόνα του Τσε Γκεβάρα: Ο καθρέφτης της ντροπής

Του Άγγελου Ελεφάντη.

Να μιλάς σήμερα για τον Ερνέστο Γκεβάρα, τον θρυλικό Τσε, είναι σαν να πατάς αμέριμνος πάνω στον τάφο του παππού σου. Κι ωστόσο δεν είναι τόσο απόμακρος στον χρόνο όσο οι παππούδες μας, συνομήλικος είναι, ή περίπου. Σύγχρονος κι απόμακρος μαζί. Την απόσταση από τον επαναστάτη μιας άλλης εποχής τη δημιουργεί η πραγματική ιστορία του Γκεβάρα μέσα στην εποχή του, που δεν είναι πια η δική μας. Την «επικαιρότητά» του, τη συγχρονικότητά του, η αγορά των συμβόλων. Δεν εννοώ τα εμπορεύσιμα σύμβολα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ, αλλά τα σύμβολα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι και με τα οποία αλληλοαναγνωρίζονται. Γι’ αυτή τη δεύτερη συμβολοποίηση του Γκεβάρα θέλω να πω δυο λόγια, για την εικόνα του που ξεπερνά την εποχή του, ακόμη και την ιστορική του προσωπικότητα.

Δύο τα κύρια στοιχεία αυτής της εικόνας που καταναλώθηκε όσο λίγες αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια: το ένα ο ωραίος, ο νέος, ο ιδαλγικός επαναστάτης με το αστέρι στο μαύρο του μπερέ και το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα. Το άλλο στοιχείο, ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, τρυπημένο από τις σφαίρες των εκτελεστών του που έστειλαν τον Τσε στον άλλο κόσμο, ένα πτώμα «όμορφο», σαν Χριστός μετά την αποκαθήλωση, πτώμα όμως που έδειχνε αναντίλεκτα ότι ο ζωντανός άνθρωπος ήταν πλέον πεθαμένος και νεκρός.

Σε όσους έβλεπαν την εικόνα του ιδαλγικού επαναστάτη, η φωτογραφία του πτώματος έλεγε ότι το όραμα και ο οραματιστής δεν υπάρχουν πια. Σε όσους, πάλι, έβλεπαν το τρυπημένο από τις σφαίρες πτώμα, την αμετάκλητη απουσία του επαναστάτη, εκείνο το φλογερό βλέμμα της εικόνας του Τσε τον ξανάφερνε στη Γη ζωντανό ως επαναστάτη. Τη μια εικόνα, του νεκρού, την έφτιαξε η φωτογραφική μηχανή και οι σκοποί εκείνων που φωτογράφισαν το πτώμα.

Ήθελαν να καταδείξουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο σε όλη την οικουμένη ότι ο Τσε ήταν νεκρός. Μαζί του και ό,τι προσπάθησε, όσα οραματίστηκε. Επέζησε όμως επίμονα η εικόνα του επαναστάτη με το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα, παρ’ όλη την εμπορευματοποίηση που του επέβαλλαν τα ΜΜΕ, οι μόδες, οι ενδυματολογο-μουσικές βιομηχανίες και εκκεντρικότητες. Δεν ήταν όμως δικό τους δημιούργημα, όσο κι αν την ιδιοποιήθηκαν, την εκμεταλλεύτηκαν, την πούλησαν, όσο κι αν τη μελοδραματοποίησαν. Δεν ήταν η αγοραία χρήση της φωτογραφίας, του θρύλου και του μύθου που κράτησε στη ζωή το σύμβολο επί τριάντα χρόνια. Διότι το εικονίζον παρέπεμπε συνεχώς στον εικονιζόμενο και τα συμφραζόμενά του, σε μια φαντασιακή αναφορά, πέρα από τις μεντιατικές παραποιήσεις και τις ιδεολογικές οικειοποιήσεις του εκάστοτε συρμού.

Το εικονιζόμενο ήταν μια ρομαντική αναφορά στο πνεύμα της εξέγερσης, συμπύκνωνε τους οραματικούς συμβολισμούς μιας ολόκληρης γενιάς: της εξεγερμένης νεολαίας της δεκαετίας του ’60. Όχι, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε στην περίπτωση αυτή τη ρήση του Ιωάννου του Δαμασκηνού «άλλο το εικονίζον και άλλο το εικονιζόμενο», διότι υπήρξε ανάμεσά τους μια μυστική επικοινωνία. Η εικόνα του επαναστατικού συμβόλου, όπως όλα τα σύμβολα, καθοδηγούσε το βλέμμα μέσα στο χάος του άγνωστου και της προσδοκίας.

Δεν αναφέρομαι στους συμβολισμούς του Τσε και της εικόνας του στη Λατινική Αμερική. Εκεί η επιθυμία και η ανάγκη, η κοινωνική συνθήκη της καταπιεσμένης αγροτιάς και της απέραντης πλέμπας των πόλεων, δίνουν άλλα νοήματα στους λαϊκούς συμβολισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές. Εκτρέφουν ακόμη και την αγιοποίηση. Δεν είναι ίδια η περίπτωση στο Καρτιέ Λατέν, στη Ρώμη, στα Εξάρχεια. Αναφέρομαι στη θέση που κατέκτησε το σύμβολο Τσε στην εξεγερμένη νεολαία -κι όχι μόνο- της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Εδώ, σ’ ένα πρώτο επίπεδο πρόσληψης του Τσε έδρασε ο συμβολισμός του αντάρτη, του γκεριγέρο, για την άμεση πολιτική συνθηματολογία: ένα, δύο, τρία Βιετνάμ, η Τρικοντινεντάλ, η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού (μαοϊκό αυτό, αλλά συμβατό με το γκεβαρικό διάβημα), το αντάρτικο πόλης, ο ένοπλος αγώνας που μόνο αυτός αποδίδει την αλήθεια στην επαναστατική πράξη, η θεωρία του focus, το παράδειγμα της πρωτοποριακής ομάδας που θα μιμηθούν οι μάζες, η επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ο ασυμβίβαστος αντιγραφειοκράτης. Όμως, αυτή η άμεση πολιτική συνθηματολογία και ιδεολογία, η εμπνευσμένη από το παράδειγμα του Γκεβάρα και που μετέτρεψε τον πολιτικό-πρακτικό και θεωρητικό του λόγο σε «γκεβαρισμό», γρήγορα εκμηδενίστηκε, όπως και η απόπειρα του Τσε στα βουνά της Βολιβίας. Και δεν άφησε τίποτε πίσω της, παρά μονάχα τη νοσταλγία και κάποιες απονεννοημένες απόπειρες που έσβησαν κι αυτές στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80, μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση των εμπνευστών της. Ο γκεβαρισμός στη Δύση δεν είχε συνέχεια. Υπήρξε όμως κάτι βαθύτερο από την επαναστατική γυμναστική και την ανατρεπτική φλυαρία, που πουθενά δεν γνώρισαν καμιά νίκη. Ξέρουμε ότι οι εξεγέρσεις -οι φοιτητικές και οι εργατικές- της δεκαετίας του ’60 δεν απείλησαν και δεν άλλαξαν τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλια -τον καπιταλισμό- των κοινωνιών που τις γέννησαν. Η μια κοινωνία μετά την άλλη, η μια εξουσία μετά την άλλη επανέκτησαν γρήγορα το πρόσκαιρα χαμένο έδαφος, εξομάλυναν την αναταραχή, ξαναβρήκαν τον βηματισμό τους. Τούτη η επανάκτηση θα ήταν υπεραρκετή να ενταφιάσει για πάντα το είδωλο του Τσε, όπως χώνεψε κι άλλα πολύ πιο μακρόβια και πολύ πιο αγκυρωμένα στις συλλογικές αναπαραστάσεις σύμβολα.

Πρέπει, ωστόσο, να πάρουμε υπόψη ότι, κατά την «εξεγερμένη» δεκαετία του ’60 στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως, είχε υπάρξει μια ορισμένη σύγκλιση του πολιτικού οράματος με το πολιτισμικό. Εντελώς επιγραμματικά υπενθυμίζω νέα αιτήματα που ανατάραζαν την κατεστημένη τάξη: σεξουαλική επανάσταση, φεμινισμός, αντιαυταρχικό σχολείο, σχετικοποίηση της επιστήμης, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, οικολογία, αντιψυχιατρική, έκρηξη της υποκειμενικότητας, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και γενικότερα των ιεραρχικών δομών, αναθεμελίωση του πανεπιστημίου, αμφισβήτηση του ευρωπαιοκεντρισμού, της κομματοκρατίας, του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, της μικροαστικής ηθικής. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα ότι η εξουσία θεμελιώνεται όχι μόνο στο κράτος και τα χρηματιστήρια, αλλά και σε άλλους πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ακόμη και στη γλώσσα και στην τέχνη και στο σχολείο. Αυτές οι αναζητήσεις, οι ζητήσεις και κινήματα, συνοδευμένες από τη ροκ, τα τζην, τα τραγούδια των Μπητλς και του Ντύλαν, συνοδευμένες από το αντιπολεμικό πνεύμα και την άρνηση του σοβιετισμού, καταλήγουν σε αποσύνθεση μέσα στη νοσταλγία ή στην αντιστροφή. Η φαντασία δεν ήρθε στην εξουσία, πολλοί «φαντασμένοι» όμως θρονιάστηκαν για τα καλά εκεί. Σ’ αυτές όμως τις κοινωνικές ζητήσεις της δεκαετίας του ’60 πρέπει να αναζητήσει κανείς τους λόγους της επιβίωσης του ειδώλου του Τσε: στο σώμα, αν και ασπόνδυλο, μιας πολιτιστικής επανάστασης, που δεν βρήκε τρόπο να είναι κάπως και πολιτική. Γιατί ήταν πράγματι μια πολιτιστική επανάσταση, μολονότι τελικά χάθηκε αφήνοντας τον Κλίντον με το τρομπόνι του να παίζει τον επικήδειό της.

Ο Τσε, αν και χάθηκε «ανώφελα», θα πάρει επικές διαστάσεις. Ίσως ήταν η τελευταία έκφραση επικής ιδεολογίας. Το μοντέλο, βέβαια, του γκεβαρισμού δεν αντιστοιχούσε σε ό,τι προσδιόριζε την εποχή εκείνη στην ανεπτυγμένη Δύση. Ο Τσε, όμως, αυτό το βλέμμα στον ορίζοντα, ενσάρκωσε δυνατά την προσδοκία για την αλλαγή της ζωής, των προϋποθέσεων της ζωής. Δεν ξέρω τι έβλεπε ο ίδιος, ίσως μάλιστα το όραμά του να μας είναι ξένο σήμερα, όπως και οι τρόποι που διάλεξε για να το πραγματοποιήσει, ίσως να προστάτευσε τη σαγήνη του ο θάνατός του. Παρά ταύτα, δεν πιστεύω ότι η «επικαιροποίηση» του Γκεβάρα αυτές τις μέρες είναι μεντιατικός θόρυβος, ούτε νοσταλγία παλαιών πολεμιστών που τη συνδαυλίζει η επέτειος. Έχει μείνει κάτι πολύ σημαντικό, ζεστό, από τη δεκαετία του ’60 και το κατεξοχήν σύμβολό της: η ανάγκη της εξέγερσης, η κληρονομιά της απείθειας. Η ανάγκη της εξέγερσης, της επανάστασης, είναι η πιο ανθρώπινη πολιτική και ηθική ανάγκη, όταν η ζωή γίνεται αβίωτη. Είναι η στιγμή που, όπως έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, αισθανόμαστε ντροπή να είμαστε άνθρωποι. Η εικόνα του Ερνέστο Γκεβάρα είναι ο καθρέφτης για το πρόσωπο της ντροπής μέσα στον μεταμοντέρνο κόσμο μας.

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Ενθέματα, εμβολιασμοί και στράτευση. Παρεμβάσεις για την Αριστερά 1996-2008, Αθήνα 2008, σ. 75-79. Η αναδημοσίευση έγινε από το ιστολόγιο «ΠαραλληλοΓράφος«. Ο Άγγελος Ελεφάντης (1936-2008) ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Τσε: Ένας επαναστάτης αντίπαλος του χρουτσωφικού ρεβιζιονισμού

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ανασύνταξη», όργανο της πολιτικής επιτροπής γιά την ανασύνταξη του ΚΚΕ, στις 20 Οκτωβρίου 2007.

Στις 9 Οκτώβρη έκλεισαν 30 χρόνια από τη δολοφονία (9.10.67) του Ernesto Che Guevara, του επαναστάτη που αφιέρωσε ολοκληρωτικά τη ζωή του στους ταξικούς αγώνες του διεθνούς προλεταριάτου και των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό, του φλογερού κομμουνιστή συνεπή διεθνιστή που άφησε την τελευταία του πνοή στο πεδίο της ένοπλης πάλης στη γη της Βολιβίας, δολοφονημένος από τα βόλια της βολιβιανής αντίδρασης και των αμερικανών ιμπεριαλιστών, του μαρξιστή μαχητικού αντίπαλου, στη θεωρία και την πράξη, του αντεπαναστατικού προδοτικού ρεύματος του χρουτσωφικου ρεβιζιονισμου. Ο Ernesto Che Guevara γεννημένος στις 14 Ιούνη 1928 στο Ροσάριο της Αργεντινής, αφού σπούδασε γιατρός στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες έφυγε αργότερα, το 1953, για τη Γουατεμαλα και λίγους μήνες μετά την ανατροπή, τον Ιούνη του 1954, του προέδρου της Γ. Αρμπεντς καταφεύγει, το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, στο Μεξικό. Εκεί συναντήθηκε με κουβανούς επαναστάτες και τον Φιντέλ Κάστρο και τον Δεκέμβρη του ’56 αποβιβάζεται στην Κούβα. Παίρνει μέρος στην κουβανέζικη επανάσταση, διακρίνεται για τις στρατιωτικές του ικανότητες και μετά τη νίκη της την Πρωτοχρονιά του 1959 πρωτοστατεί στην ανοικοδόμηση της Κούβας όπου για ένα χρονικό διάστημα χρημάτισε υπουργός Βιομηχανίας, αφού είχε ήδη χρηματίσει διευθυντής του Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης και Διοικητής της Εθνικής Τράπεζάς της Κούβας.

Αρχές του 1965 ταξιδεύει στην Αφρική έρχεται σε επαφή με τα κινήματα διαφόρων χωρών της Αφρικής και το Μάρτη του ίδιου χρόνου επιστρέφει στην Κούβα, παραιτείται απ’ όλα τα αξιώματα, πηγαίνει στο Κογκό, επιστρέφει πάλι στην Κούβα και το Νοέμβρη του 1966 φθάνει στη Βολιβία οργανωτής εκεί αντάρτικων ομάδων, έχοντας αντιπάλους-εχθρούς όχι μόνο το ντόπιο αντιδραστικό καθεστώς και τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές, αλλά και το ρεβιζιονιστικό χρουτσωφικό κόμμα με επικεφαλής τον Μάριο Μόνχε που σαμποτάρει τις προσπάθειες οργάνωσης του αντάρτικου. Στις 9 Οκτώβρη του ’67 πέφτει ηρωικά με το όπλο στο χέρι ο επαναστάτης που θεωρούσε πάντα το θάνατο σαν κάτι «φυσικό και πιθανό», όπως ο ίδιος είχε προαναγγείλει, λίγους μήνες νωρίτερα, το Μάη του 1967: «Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό… δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: καλώς νάρθει, φτάνει ν’ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν’ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλουν τα πένθιμα εμβατήρια ανάμεσα στους κροταλισμούς των πολυβόλων, ανάμεσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης». Ο επαναστάτης Ernesto Che Guevara δρώντας στη θυελλώδη δεκαετία 1957-67 που σημαδεύτηκε από μεγάλους αγώνες του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό και εξεγέρσεις των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό όπως την επανάσταση στην Κούβα, τον ένοπλο αγώνα του ηρωικού λαού του Βιετνάμ, κλπ. αλλά και από την προσπάθεια επικράτησης του αντεπαναστατικού ρεύματος του χρουτσωφικού ρεβιζιονισμού στο διεθνές κομμουνιστικού κίνημα βρέθηκε σε μόνιμη αντίθεση-σύγκρουση μαζί του τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και στην πρακτική πολιτική επαναστατική του δράση σε βασικά ζητήματα της επανάστασης και του σοσιαλισμού καθώς και της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Κούβα εκείνο τον καιρό από τα δικά της εσωτερικά προβλήματα και τις πιέσεις των αμερικανών ιμπεριαλιστών, στις οποίες προσθέτονταν και εκείνες των χρουτσωφικών για να ακολουθήσουν οι κουβανοί τη ρεβιζιονιστική τους γραμμή, ο Che Guevara είχε το θάρρος να τοποθετηθεί ανοιχτά σ’ αυτά τα ζητήματα. Επισημαίνουμε σύντομα τα βασικότερα:

1. «Ειρηνική συνύπαρξη»:

Ο Che Guevara αντιτάχθηκε και απέρριπτε την αντεπαναστατική γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών ως γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος που από τη μια κατέληγε σε συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό και τα αντιδραστικά καθεστώτα και από την άλλη οδηγούσε σε μια πολιτική ταξικής συνεργασίας μεταξύ αστικής τάξης-προλεταριάτου στις καπιταλιστικές χώρες. Υπεράσπισε και εφάρμοσε στην πράξη την επαναστατική γραμμή της ταξικής πάλης και του προλεταριακού διεθνισμού, υποστηρίζοντας απεριόριστα τον αγώνα της εργατικής τάξης και όλων των λαών και προπαντός τον αγώνα του ηρωικού λαού του Βιετνάμ ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ασκώντας κριτική στη στάση των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών απέναντι στο Βιετνάμ έγραφε: «…υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του… Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη… Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεράστια και επεκτείνονται σ’ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι’ εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν».

Στο λόγο του – δριμύτατο κατηγορώ κατά του ιμπεριαλισμού – στη 19η Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (11.12.64) ασκώντας έμμεσα κριτική στην «ειρηνική συνύπαρξη» των χρουστσωφικών ρεβιζιονιστών υπογράμμιζε: «Σαν μαρξιστές, έχουμε υποστηρίξει ότι η ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα στα κράτη δεν περιλαβαίνει και τη συνύπαρξη ανάμεσα στους . εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, ανάμεσα στους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους» και ακόμα «ότι η αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης δεν περιλαβαίνει για κανέναν το δικαίωμα να παίζει με τη θέληση των λαών».

2. Προλεταριακός διεθνισμός:

Ο Guevara σαν φλογερός επαναστάτης διεθνιστής δεν πρόβαλε μόνο πάντα θεωρητικά τον προλεταριακό διεθνισμό που τον θεωρούσε αναπόσπαστο τμήμα της επαναστατικής πάλης του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, αλλά ζητούσε να εκδηλώνεται πρακτικά τονίζοντας: «πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ’ την οποία αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουϊνέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν’ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα – να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο». «Ο επαναστάτης, η ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης, καταναλώνει τη ζωή του μέσα στην αδιάκοπη δραστηριότητα, η οποία δεν μπορεί να έχει άλλο τέλος παρά τον θάνατο μέχρι να πραγματοποιηθεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Εάν ο επαναστατικός ενθουσιασμός αμβλυνθεί, όταν τα πιο επείγοντα καθήκοντα έχουν πραγματοποιηθεί σε τοπικό επίπεδο και αν ξεχνά τον προλεταριακό διεθνισμό του η επανάσταση της οποίας ηγείται θα σταματήσει να είναι μια δύναμη που εμπνέει και θα βυθιστεί σε λήθαργο τον οποίο θα αξιοποιήσει ο άσπονδος εχθρός μας ο ιμπεριαλισμός. Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον αλλά είναι επίσης και μια επαναστατική ανάγκη. Έτσι πρέπει να εκπαιδεύουμε το λαό μας».

3. Πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό:

Και σ’ αυτό το ζήτημα ο Guevara απέρριπτε τη συμβιβαστική γραμμή υποταγής στον ιμπεριαλισμό, την αντεπαναστατική γραμμή της συνεργασίας με τις ιμπεριαλιστικές χώρες και κυρίως τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό με τον οποίο συνεργάζονταν οι χρουτσωφικοί ρεβιζιονιστές στο όνομα τάχα της «αποφυγής μιας παγκόσμιας πυρκαγιάς» και της «διατήρησης της ειρήνης». Θεωρούσε πασιφιστική αυταπάτη το σύνθημα των ρεβιζιονιστών «για ένα κόσμο χωρίς πολέμους». Υπογράμμιζε ότι στις απειλές του ιμπεριαλισμού «σωστή απάντηση είναι να μην φοβόμαστε τον πόλεμο» και πως «η μόνη λύση» για να νικήσουμε τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό «είναι ο μακρόχρονος, ο αιματηρός αγώνας του αντάρτικου», τα «διαρκή πλήγματα εναντίον του», τάσσονταν υπέρ της δημιουργίας «δυο, τριών και πολλών Βιετνάμ» και τόνιζε: «πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολλά Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης». Καλλιεργούσε πάντα το ταξικό μίσος των λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ’ ένα χτηνώδη εχθρό».

4. «Ειρηνικός δρόμος περάσματος στο σοσιαλισμό»:

 Ο Che Guevara αντιτάχθηκε γενικά και καταπολέμησε αποφασιστικά την αντεπαναστατική γραμμή του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου» των χρουτστωφικών ρεβιζιονιστών και ειδικά αυτή των ρεβιζιονιστικών κομμάτων της Λατινικής Αμερικής όπως «Κ»Κ Χιλής, «Κ»Κ Βραζιλίας, κλπ. τόσο σε θεωρητικό επίπεδο προβάλλοντας τον ένοπλο αγώνα σαν τον μοναδικό δρόμο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο και για την αποτίναξη του ζυγού της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας από την πλάτη των καταπιεζόμενων λαών όσο και κάνοντας τον ο ίδιος πράξη μα και βοηθώντας δραστήρια τον ένοπλο αγώνα στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική. Θεωρούσε την αρνητική στάση των ρεβιζιονιστικών, χρουστσωφικών κομμάτων απέναντι στον ένοπλο αγώνα προδοτική, προδοσία της επανάστασης.

5. Ζήτημα σοσιαλισμού:

Σαν μαρξιστής θεωρούσε το σοσιαλισμό «κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». ’σκησε κριτική και απέρριψε τις καπιταλιστικού χαρακτήρα οικονομικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες, ιδιαίτερα στην επέκταση της σφαίρας δράσης του νόμου της Αξίας, στην ανάπτυξη των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και στα υλικά κίνητρα που τα θεωρούσε «επιστροφή στον καπιταλισμό». Υπογραμμίζοντας ότι δεν «πρέπει να ξεχνάμε» ότι το «υλικό κίνητρο» πηγάζει «από τον καπιταλισμό και ότι είναι καταδικασμένο να πεθάνει στο σοσιαλισμό». ’σκησε επίσης κριτική στη διάλυση των συνεταιρισμών που πραγματοποίησε στην Πολωνία ο ρεβιζιονιστής Γκομούλκα καθώς και στη λεγόμενη «αυτοδιαχείριση» των γιουγκοσλάβων ρεβιζιονιστών, τονίζοντας ότι εκεί «εφαρμόζουν κάτι σαν ένα ανταγωνιστικό καπιταλισμό». Δε δίστασε να παραθέτει αποσπάσματα από το έργο του Στάλιν και ταυτόχρονα να ασκεί θαρραλέα ανοιχτή κριτική στις ρεβιζιονιστικές απόψεις του χρουτσωφικού «Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας».

Εφημερίδα Ανασύνταξη, αρ. φυλ. 24, 1-15/10/1997.

Αγροτική Μεταρρύθμιση

Η επονομαζόμενη Αγροτική Μεταρρύθμιση υπήρξε μια από τις πρώτες προτεραιότητες της κυβέρνησης Κάστρο μετά την Επανάσταση. Αποτέλεσε μιά σειρά νόμων, από το 1959 έως το 1963, με στόχο την αναδιανομή της γης. Έβαζε τέλος στην ιδιοκτησία των μεγαλοτσιφλικάδων της εποχής και παρέδωσε μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης τόσο στο εργατικό (αγροτικό) δυναμικό της χώρας όσο και στο κράτος. Προς αυτήν την κατεύθυνση ιδρύθηκε το 1959 το Εθνικό Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρύθμισης (INRA) επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Τσε Γκεβάρα, υπουργός Βιομηχανίας της πρώτης Επαναστατικής κυβέρνησης.

Το πρώτο δείγμα των προθέσεων της νέας κουβανικής κυβέρνησης είχε δώσει ο ίδιος ο Τσε κατά τη διάρκεια ομιλίας του τον Ιανουάριο του 1959: «η αγροτική μεταρρύθμιση θα επαναφέρει την κοινωνική δικαιοσύνη». Στις 17 Μαϊου 1959 τέθηκε σε ισχύ ο νέος Αγροτικός Νόμος που περιόριζε το μέγεθος των αγροκτημάτων σε 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα και των κατοικιών σε αυτά σε 4 τετραγωνικά χλμ. Κτήματα μεγαλύτερου μεγέθους απαλλοτριώνονταν και περνούσαν στα χέρια του Κράτους με σκοπό την αναδιανομή τους σε ίσες ποσότητες σε αγρότες. Ταυτόχρονα, ο νόμος απαγόρευε την ιδιοκτησία ζαχαρότευτλων από ξένους, ιδιώτες η επιχειρήσεις.

Συνολικά κατασχέθηκαν 1.942 τετραγωνικά χιλιόμετρα αγροτικής γης που ανήκαν σε εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων. Δημιουργήθηκαν αγροτικές κοινότητες στο μοντέλο των σοβιετικών «Κολχόζ».