Συντάκτης: Guevaristas
Αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε στον Φιντέλ Κάστρο (1965)

- Ο Φιντέλ Κάστρο διαβάζει το γράμμα του Τσε σε δημόσια συγκέντρωση στην Αβάνα, 1965
Φιντέλ,
αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική).
Αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική). Πολλοί σύντροφοι έπεσαν στην πορεία προς τη νίκη.
Σήμερα τα πάντα έχουν ένα λιγότερο δραματικό τόνο, επειδή είμαστε πιο ώριμοι, αλλά το γεγονός επαναλαμβάνεται. Αισθάνομαι ότι έχω κάνει το καθήκον μου προς την Κουβανέζικη επανάσταση, στο έδαφός της, και αποχαιρετώ εσένα, τους συντρόφου, το λαό σου ο οποίος είναι τώρα δικός μου.
Παραιτήθηκα επίσημα από τις θέσεις μου στην ηγεσία του κόμματος, το πόστο μου σαν υπουργός, το βαθμό μου σα διοικητής και τηνυπηκοότητά μου. Δεν έχω κανένα πια δεσμό νομικά με την Κούβα. Οι μόνοι δεσμοί που εχω είναι άλλης φύσεως-αυτοί που δεν σπάνε όπως οι διορισμοί σε πόστα. Ανασκοπώντας τη ζωή μου, πιστεύω ότι δούλευα με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για να εδραιώσω την επαναστατική κατάκτηση. Το μόνο μου σοβαρό λάθος ήταν το ότι δεν σου έδειξα αρκετή εμπιστοσύνη απ’ τις πρώτες στιγμές στη Σιέρα Μαέστρα και το ότι δεν κατάλαβα αρκετά γρήγορα τις ηγετικές και επαναστατικές σου ικανότητες.
Έζησα υπέροχες στιγμές δίπλα σου και αισθάνομαι την τιμή να ανήκω στους ανθρώπους σου στις λαμπρές μα λυπημένες μέρες της κρίσης της Καραϊβικής. Λίγοι πολιτικοί είναι στις μέρες μας τόσο λαμπροί όσο εσύ. Είμαι επίσης περήφανος που σε ακολούθησα χωρίς δισταγμό, που ταυτίστηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι και που εκτιμάς τους κινδύνους.
Άλλα έθνη του κόσμου χρειάζονται τις ταπεινές μου προσπάθειες συμπαράστασης. Μπορώ να κάνω αυτό που εσύ δεν μπορείς λόγω της ευθύνης σου στην αρχηγία της Κούβας, και έφτασε ο καιρός να αποχωριστούμε.
Πρέπει να ξέρεις ότι αυτό το κάνω με ανάμεικτα συναισθήματα. Αφήνω εδώ την πιο αγνή μου ελπίδα σαν χτίστης και σαν αγαπημένος αυτών που λατρεύω. Και αφήνω τους ανθρώπους που με δέχτηκαν σα γιο. Αυτό πληγώνει ένα μέρος της ψυχής μου. Μεταφέρω στα πεδία των νέων μαχών την πίστη ότι με δίδαξες, το επαναστατικό πνεύμα του λαού μου, το αίσθημα της εκπλήρωσης ενός απ’ τα πιο ιερά καθήκοντα: να πολεμάς όπου και να είσαι τον ιμπεριαλισμό. Αυτό είναι μια πηγή δύναμης και ακόμη, γιατρεύει τις βαθύτερες πληγές.
Δηλώνω για άλλη μια φορά ότι απαλλάσσω την Κούβα από κάθε ευθύνη, εκτός απ’ αυτή που προέρχεται απ’ το παράδειγμά της. Αν ο θάνατος με βρει κάτω από άλλους ουρανούς, η τελευταία μου σκέψη θα είναι γι αυτό το λαό και ειδικά για σένα. Είμαι ευγνώμων για τη διδασκαλία και το παράδειγμά σου, στο οποίο θα προσπαθήσω να σταθώ πιστός μέχρι τις τελικές συνέπειες των πράξεών μου.
Πάντα ταυτιζόμουν με την εξωτερική πολιτική της επανάστασής μας,όπως και συνεχίζω. Όπου κι αν βρίσκομαι, θα αισθάνομαι την ευθύνη του να είσαι Κουβανός επαναστάτης και σαν τέτοιος θα συμπεριφέρομαι. Δεν λυπάμαι που δεν άφησα τίποτα υλικό στη γυναίκα και τα παιδιά μου. Είμαι ευτυχισμένος που έγινε έτσι. Δε ζητώ τίποτα γι αυτούς γιατί το κράτος θα φροντίσει να έχουν αρκετά για να ζήσουν και να μορφωθούν. Θα είχα πολλά να πω σ’ εσένα και το λαό μας, αλλά αισθάνομαι ότι είναι άχρηστα. Οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που θα ήθελα και δεν υπάρχει λόγος να ξοδεύω σελίδες.
Πάντα μπροστά για τη νίκη!
Πατρίδα ή θάνατος!
Σε αγκαλιάζω με όλο τον επαναστατικό μου ζήλο.
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, 3 Οκτωβρίου 1965.
Che’s ideas are absolutely relevant today: A speech by Fidel Castro (Part Three)
For example, voluntary work, the brainchild of Che and one of the best things he left us during his stay in our country and his part in the revolution, was steadily on the decline. It became a formality almost. It would be done on the occasion of a special date, a Sunday. People would sometimes run around and do things in a disorganized way. The bureaucrat’s view, the technocrat’s view that voluntary work was neither basic nor essential gained more and more ground. The idea was that voluntary work was kind of silly, a waste of time, that problems had to be solved with overtime, and with more and more overtime, and this while the regular work-day was not even being used efficiently. We had fallen into a whole host of habits that Che would have been really appalled at.
If Che had ever been told that one day, under the Cuban revolution, there would be enterprises prepared to steal to pretend they were profitable, Che would have been appalled. Or if he’d been told of enterprises that wanted to be profitable and give out prizes and I don’t know what else, bonuses, and they’d sell the materials allotted to them to build and charge as they had built whatever it was, Che would have been appalled.
And I’ll tell you that this happened in the fifteen municipalities in the capital of the republic, in the fifteen enterprises responsible for house repair; and that’s only one example. They’d appear as though what they’d produced was with 8,000 pesos a year, and when the chaos was done away with, it turned out they were producing 4,000 pesos worth or less. So they were not profitable. They were only profitable when they stole. Che would have been appalled if he’d been told that enterprises existed that would cheat to fulfill and even surpass their production plan by pretending to have done January’s work in December.Che would have been appalled if he’d been told that there were enterprises that fulfilled their production plan and then distributed prizes for having fulfilled it in monetary value but not in goods produced, and that engaged in producing items that meant more monetary value and refrained from producing others that yielded less profit, despite the fact that one item without the other was not worth anything.
Che would have been appalled if he’d been told that product norms were so slack, so weak, so immoral that on certain occasions almost all the workers fulfilled them two or three times over. Che would have been appalled if he’d been told that money was becoming man’s concerns, man’s fundamental motivation. He who warned us so much against that would have been appalled. Work shifts were being shortened and millions of hours of overtime reported; the mentality of our worker was being corrupted and men were increasingly being motivated by the pesos on their minds.
Che would have been appalled for he knew that communism could never be attained by wandering down those beaten capitalist paths and to follow along those paths would mean eventually to forget all ideals of solidarity and even internationalism. To follow those paths would never develop a new man and a new society. Che would have been appalled if he’d been told that a day would come when bonuses and more bonuses of all kinds would be paid, without these having anything to do with production. Were he to have a group of enterprises teeming two-bit capitalists — as we call them — playing at capitalism, beginning to think and act like capitalists, forgetting about the country, the people and high standards (because high standards just didn’t matter; all they cared about was the money being earned thanks to the low norms), he would have been appalled.
And were he to have seen that one day they would not just take manual work subject to [quantitative] productions norms — with a certain logic to it, like cutting cane doing many other manual and physical activities — but even intellectual work, even radio and television work, and the here even a surgeons’ work was likely to be subject to norms — putting just anybody under the knife in order to double or triple his income — I can truthfully say that Che would have been appalled, because none of those paths will ever lead use to communism. On the contrary, those paths lead to all the bad habits and the alienation of capitalism.
Those paths, I repeat — and Che knew it very well — would never lead us to building real socialism, as a first and transitional stage to communism. But I don’t think Che was that naïve, an idealist, or someone out of touch with reality. Che understood and took reality into consideration. But Che believed in man. And if we don’t believe in man, if we think that man is an incorrigible little animal, capable of advancing only if you feed him grass or tempt him with a carrot or whip him with a stick — anybody who believes this, anybody convinced of this will never be a revolutionary; anybody who believes this, anybody convinced of this will never be a socialist; anybody who believes this, anybody convinced of this will never be a communist. Our revolution is an example of what faith in man means because our revolution started from scratch, from nothing. We did not have a single weapon, we did not have a penny, even the men who started the struggle were unknown, and yet we confronted all that might, we confronted their hundreds of millions of pesos, we confronted the thousands of soldiers, and the revolution triumphed because we believed in man. Not only was victory made possible, but so was confronting the empire and getting this far only a short way off from celebrating the twenty-ninth anniversary of the triumph of the revolution. How could we have done all of this if we had not had faith in man?
Che had great faith in man. Che was a realist and did not reject material incentives. He deemed them necessary during the transitional stage, while building socialism. But Che attached more importance — more and more importance — to the conscious factor, to the moral factor. At the same time, it would be a caricature to believe that Che was unrealistic and unfamiliar with the reality of a society and a people who had just emerged from capitalism. But Che was mostly known as man of action, a soldier, a leader, a military man, a guerrilla, an exemplary person who always was the first in everything; a man who never asked others to do something that he himself would not do first; a model of a righteous, honest, pure, courageous man. These are the virtues he possessed and the ones we remember him by. Che was a man of very profound thought, and he had the exceptional opportunity during the first years of the revolution to delve deeply into very important aspects of the building of socialism because given his qualities, whenever a man was needed to do an important job, Che was always first there. He really was a many-sided man and whatever his assignment, he fulfilled it in a completely serious and responsible manner.
He was in INRA [National Institute of Agrarian Reform] ad managed a few industries under its jurisdiction at a time when the main industries had not yet been nationalized and only a few factories had been take over. He headed the National Bank, another of the responsibilities entrusted to him, and he also headed the Ministry of Industry when this agency was set up. Nearly all the factories had been nationalized by then and everything had to organized, production had to be maintained, and Che took on the job, as he had taken on many others. He did so with total devotion, working day and night, Saturdays and Sundays, and he really set out to solve far-reaching problems. It was then that he tackled the task of applying Marxist-Leninist principles to the organization of production, the way he understood it, the way he saw it.
He spent years doing that; he spoke a lot, wrote a lot on all those subjects, and he
really managed to develop a rather elaborate and very profound theory on the manner in which, in his opinion, socialism would be built leading to a communist society.
Recently all these ideas were compiled, and an economist wrote a book that was awarded a Casa de las Américas prize. The author compiled, studied, and presented in a book the essence of Che’s economic ideas, retrieved from many of his speeches and writings — articles and speeches dealing with a subject so decisive in the building of socialism. The name of the book is The Economic Thoughts of Ernesto Che Guevara. So much has been done to recall his other qualities that this aspect, I think, has been largely ignored in our country. Che held truly profound, courageous, bold ideas, which were different from many paths already taken.
In essence — in essence! — Che was radically opposed to using and developing capitalist economic laws and categories in building socialism, he advocated something that I had often insisted on: Building socialism and communism is not just a matter producing and distributing wealth but is also a matter of education and consciousness. He was firmly opposed to using these categories, which have been transferred from capitalism to socialism, as instruments to build the new society. At a given moment some of Che’s ideas were incorrectly interpreted and, what’s more, incorrectly applied. Certainly no serious attempt was ever made to put them into practice, and there came a time when ideas diametrically opposed to Che’s economic thought began to take over.
This is not the occasion for going deeper and deeper into the subject. I’m essentially interested in expressing one idea: Today, on the twentieth anniversary of Che’s death; today, in the midst of the profound rectification process we are all involved in, we fully understand that rectification does not mean extremism, that rectification cannot mean idealism, that rectification cannot imply for any reason whatsoever a lack realism, that rectification cannot even imply abrupt changes.
Read Part Four.
Τσε Γκεβάρα και Γιούρι Γκαγκάριν / Che Guevara and Yuri Gagarin
Τσε Γκεβάρα: Ο άνθρωπος πίσω απ’ το μύθο
Του Νικολάου Μόττα.
Ήταν 5 Μαρτίου 1960 όταν ο φωτογραφικός φακός του Αλμπέρτο Κόρντα αποτύπωνε τη μορφή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα που έμελλε να μείνει στην αιωνιότητα. Έκτοτε, εκείνη η φωτογραφία αποτέλεσε για ολόκληρες γενιές το «εικόνισμα» του ασυμβίβαστου επαναστάτη. Πέρα όμως από το βλοσυρό και αποφασιστικό βλέμμα του γενειοφόρου αργεντίνου υπήρχε και ένας άλλος Ερνέστο. Αυτός της ευρυμάθειας και της ευαισθησίας. Πέρα απ’ τον commandante υπήρχαν και άλλες, περισσότερο ανθρώπινες, όψεις του Τσε: αυτή του πολιτικού στοχαστή, αλλά και του ποιητή, του φωτογράφου, του συζύγου και πατέρα.
Μέσα από την ενδελεχή μελέτη των λόγων και των γραπτών του Γκεβάρα προκύπτει μια αξιοσημείωτη ευρεία πολιτική και κοινωνική μόρφωση εξίσου σημαντική με τις στρατηγικές του ικανότητες στον ανταρτοπόλεμο. Αφοσιωμένος μαρξιστής και ταυτόχρονα λάτρης μιας πλειάδας πνευματικών έργων που εκτείνονται από τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους μέχρι την πολιτική κληρονομιά του Χοσέ Μαρτί και από την ποίηση του Πάμπλο Νερούδα μέχρι τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Ζαν Πωλ Σαρτρ. O ασπασμός της μαρξιστικής ιδεολογίας από τον Γκεβάρα δεν ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο της συνεχούς διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και του ιμπεριαλισμού που ο ίδιος, ως φοιτητής ιατρικής, είχε αντιληφθεί ταξιδεύοντας σε χώρες της λατινικής Αμερικής. Υπήρξε και απότοκος βαθύτερης σκέψης και προσωπικών αναζητήσεων, με στόχο την κατανόηση της επανάστασης ως μέσου για την κατάκτηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στο βιβλίο της «Αναπόληση: η ζωή μου με τον Che» η σύζυγος του αργεντίνου επαναστάτη Αλέϊδα Μαρτς: «Όλοι τον γνώριζαν για τα στρατηγικά του χαρίσματα, αλλά σχεδόν τίποτα δεν ήταν γνωστό για την ευρεία θεωρητική του κατάρτιση, για την καλλιέργεια του ήδη απ’ τα χρόνια της εφηβείας του». Εκτός λοιπόν από δεινός μαχητής στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα, στη ζούγκλα του Κονγκό και στη βολιβιανή ύπαιθρο, ο Τσε ήταν ένας ακούραστος αναγνώστης. Ακόμη και υπό τις πλέον δύσκολες συνθήκες. Θυμάται η Αλέϊδα Μάρτς: «Διάβαζε πολύ, όπως πάντα, αλλά τώρα (σ.σ. κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κονγκό) το ενδιαφέρον του στρεφόταν σε ακόμη περισσότερα αντικείμενα και η μελέτη του ήταν πιο βαθιά. Είναι απίστευτο πως εν μέσω τόσων δυσκολιών, σ’έναν αφιλόξενο τόπο και έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι τον περίμενε, εξακολουθούσε να διαβάζει φιλοσοφία και διάφορα άλλα αναγνώσματα, που θα τον βοηθούσαν να αναπτύξει θεωρίες, ικανές να ενισχύσουν το μέλλον του σοσιαλισμού στον Τρίτο Κόσμο».
Ανάμεσα στα βιβλία που ζητούσε να έχει μαζί του ήταν μεταξύ άλλων: οι Τραγωδίες του Αισχύλου, Δράματα και Τραγωδίες του Σοφοκλή, Ιστορία του Ηροδότου, τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, οι Διάλογοι και η Πολιτεία του Πλάτωνα, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, ο Δον Κιχώτης, ο Φάουστ του Γκαίτε, τα Άπαντα του Σαίξπηρ. Για τον Γκεβάρα, στον κόσμο του ανταρτοπόλεμου και της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, υπήρχε χώρος και χρόνος για την ανάγνωση αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, πολιτικών δοκιμίων και ποίησης. Άλλωστε, χωρίς τη γνώση, η δημιουργία του «νέου ανθρώπου» που οραματίστηκε ο Τσε – ενός ανθρώπου απαλλαγμένου από τον εγωκεντρισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας – θα ήταν αδύνατο να γίνει πραγματικότητα.
Στο περιθώριο του πεδίου της μάχης και της πολιτικής, ο Ερνέστο έβρισκε το χρόνο για τις αγαπημένες του συνήθειες: την ανάγνωση και συγγραφή ποίησης, το ψάρεμα αλλά και τη φωτογραφία. Λίγοι γνώριζαν την αγάπη του να αποτυπώνει στιγμές της καθημερινότητας μέσα απ’ τον φωτογραφικό φακό. Πριν από τέσσερα χρόνια, το Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα (Centro de Estudios Che Guevara) υπό τη διεύθυνση της κόρης του Αλέϊδα Γκεβάρα, παρουσίασε μια κινητή έκθεση υπό τον τίτλο «Τσε, ο φωτογράφος» επιθυμώντας να καταστήσει γνωστή άλλη μια όψη του αργεντίνου επαναστάτη. Η Αλέϊδα Μαρτς γράφει γι’ αυτήν την πλευρά του Τσε: «Το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία, απ’ την εποχή που ήταν ακόμη έφηβος, ήταν τέτοιο που η τέχνη αυτή έγινε μόνιμη κι αχώριστη σύντροφος και βοηθός του στην προσπάθεια του να αιχμαλωτίσει εικόνες που σχετίζονται με τα ανθρωπιστικά του ενδιαφέροντα, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στη λατινική Αμερική και σε άλλα μέρη του κόσμου».
Αχώριστη σύντροφος του όμως ήταν και η ποίηση. Η σύντροφος του διατηρεί ως πολύτιμο θησαυρό γράμματα που ο Ερνέστο της είχε στείλει από το εξωτερικό σε πολλά από τα οποία επέλεγε να εκφραστεί ποιητικά, συνδυάζοντας το χιούμορ με το ρεαλισμό της πραγματικότητας, την προσήλωση στο καθήκον της επανάστασης με τη νοσταλγία της οικογένειας που είχε αφήσει πίσω.
Αξίζει να παρατεθούν αποσπάσματα των δύο τελευταίων γραμμάτων που ο Τσε είχε στείλει στη σύζυγο του όντας στο δρόμο για τη Βολιβία, όπου λίγο καιρό αργότερα θα συναντούσε το θάνατο.
«Μοναδική μου,
Θα μπορούσα να σου πω ότι μου λείπεις τόσο που έχω χάσει τον ύπνο μου, αλλά ξέρω ότι δε θα με πίστευες, οπότε συγκρατούμαι. Είναι όμως κάποιες μέρες που η νοσταλγία ορμάει ασυγκράτητη και με κυριεύει. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, κυρίως, δεν ξέρεις πόσο μου έλειψαν τα τελετουργικά σου δάκρυα, κάτω από τούτον τον ουρανό με τα καινούργια άστρα, που μου θύμιζε πόσο λίγο έχω χαρεί τη ζωή στον προσωπικό τομέα. […] Για τη ζωή μου εδώ δεν έχω να σου πω πολλά ενδιαφέροντα, η δουλειά μου αρέσει αλλά απαιτεί απομόνωση και μερικές φορές γίνεται κουραστική. Μελετάω, όποτε μου μένει χρόνος, και πότε πότε ονειρεύομαι. Παίζω σκάκι, δίχως αξιόλογους αντιπάλους, και περπατάω αρκετά. Αδυνατίζω, λίγο απ’ τη νοσταλγία και λίγο απ’ τη δουλειά. Δώσε ένα φιλί στα κεφτεδάκια, και σ’όλους τους άλλους. Για σένα ένα φιλί έμπλεο αναστεναγμών και λοιπών θλιβερών, απ’ τον φτωχό και φαλακρό σου σύζυγο».
Πίσω απ’ τον ατρόμητο αντάρτη που πολεμούσε για την ελευθερία των λαών υπήρχε ένας ευαίσθητος σύζυγος και πατέρας τεσσάρων παιδιών. Η επιλογή του να αφήσει τη σιγουριά της Κούβας προκειμένου να στηρίξει έμπρακτα τους επαναστατικούς αγώνες άλλων εθνών ήταν μια απόφαση που σφράγισε το πεπρωμένο του. Απόφαση επώδυνη, καθώς η προσωπική και οικογενειακή ζωή θυσιάζονταν γιά τα ιδανικά της επανάστασης. Λίγες μέρες πριν αναχωρήσει για τη Βολιβία, ο Τσε – έχοντας μεταμορφωθεί για λόγους ασφαλείας σε ηλικιωμένο άνδρα – συνάντησε για τελευταία φορά τα παιδιά του. Μια συγκινητική στιγμή που περιγράφει στο βιβλίο της η Αλέϊδα Μαρτς:
«Λίγες μέρες πριν από την αναχώρηση του, τον μετέφεραν σε ένα ασφαλές σπίτι που βρισκόταν στην Αβάνα, μεταμορφωμένο ήδη σε γερό-Ραμόν, κι’ εκεί ζήτησε να δει τα παιδιά. […] Όταν έφτασαν τα παιδιά, τους τον σύστησα ως ένα στενό φίλο του μπαμπά τους που ήθελε να τους γνωρίσει. Φυσικά δε φαντάστηκαν ότι εκείνος ο άνδρας, που έδειχνε εξηντάρης, μπορούσε να είναι ο πατέρας τους. Ήταν μια στιγμή πολύ δύσκολη για τον Τσε αλλά και για μένα. Για εκείνον βέβαια ήταν εξαιρετικά επώδυνο το να βρίσκεται τόσο κοντά τους και να μην μπορεί να τους το πει, ούτε να τους φερθεί όπως ήθελε. Ήταν μία απ’ τις πιο σκληρές δοκιμασίες που χρειάστηκε να περάσει ποτέ του».
Ήταν τέλη του 1966. Λίγους μήνες αργότερα ο Ερνέστο Γκεβάρα θα έπεφτε αιχμάλωτος του βολιβιανού στρατού και των πρακτόρων της CIA. Το τι ακολούθησε είναι γνωστό σε όλους. Πριν την σύλληψη του είχε προλάβει να στείλει το τελευταίο ποίημα στην Αλέϊδα, με λέξεις που υποδηλώνουν μια προαίσθηση του τέλους που πλησίαζε:
«Πάω να οικοδομήσω τις ανοίξεις του αίματος και του γουδιού κι αφήνω, στο κενό της απουσίας μου, ετούτο το φιλί το δίχως γνωστή διεύθυνση. Δε μου έχουν ανακοινώσει, όμως, την κρατημένη θέση στη θριαμβευτική παρέλαση της νίκης και το μονοπάτι που βγάζει στο δρόμο μου είναι φωτοστεφανωμένο από δυσοίωνες σκιές. Αν προορίζουν για μένα τον σκοτεινό θώκο των τσιμέντων, φύλαξε τον στο ομιχλώδες αρχείο των αναμνήσεων, κατέφυγε σ’αυτόν τις νύχτες των δακρύων και των ονείρων…
Αντίο μοναδική μου, μην τρέμεις μπροστά στην πείνα των λύκων ούτε στις παγωμένες στέπες της απουσίας. Σ’έχω στο μέρος της καρδιάς και θα πορευτούμε μαζί ώσπου ο δρόμος να σβηστεί».




When we toured it we were deeply impressed and talked with many compañeros, the members of the Central Committee about what they were doing in the factory, which is advancing at a rapid pace; what was being done in construction. We realized the great future of this factory as a manufacturer of components, of vanguard technology, which will have a major impact on development and productivity, on the automation of production processes. When we toured your first-rate factory and saw the ideas you had which are being put into practice, we realized it would become a huge complex of many thousands of workers, the pride of the province and the pride of the country. In the next five years, more than 100-million pesos will be invested in it to make it a real giant. When we learned that the workers wanted to name it after Che because he was so concerned with electronics, computers and mathematics, the leadership of our party decided that this was where the ceremony marking the twentieth anniversary of Che’s death should be held, and that factory should be given the glorious and beloved name of Ernesto Che Guevara.