Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία

Της Helen Yaffe*.

Τον Ιανουάριο του 1962 ο Γκεβάρα είπε στους συναδέλφους του στο Υπουργείο Βιομηχανιών της Κούβας (ΥΒ): «Σε καμία περίπτωση δεν λέω ότι η οικονομική αυτονομία μιας επιχείρησης με ηθικά κίνητρα, όπως διαπιστώνεται στις σοσιαλιστικές χώρες, είναι μια φόρμουλα που θα εμποδίσει την πρόοδο προς το σοσιαλισμό». Αναφερόταν στο σύστημα οικονομικής διαχείρισης που εφαρμοζόταν στο Σοβιετικό μπλοκ, γνωστό στην Κούβα, ως Σύστημα Auto-χρηματοδότησης (AFS). Μέχρι το 1966, στην κριτική του απέναντι στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας, συμπεραίνει ότι η ΕΣΣΔ «επιστρέφει στον καπιταλισμό». Το κείμενο αυτό θα αποδείξει ότι η ανάλυση του Γκεβάρα εξελίχτηκε στην περίοδο μεταξύ των δύο αυτών δηλώσεων, ως αποτέλεσμα τριών ερευνητικών κατευθύνσεων: τη μελέτη της ανάλυσης του Μαρξ για το καπιταλιστικό σύστημα, την εμπλοκή σε συζητήσεις περί σοσιαλιστικής πολιτικής οικονομίας και την αναφορά στις τεχνολογικές προόδους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Την ίδια εποχή ο Γκεβάρα ασχολιόταν με την πρακτική εμπειρία από την ανάπτυξη του Συστήματος Χρηματοδότησης του Προϋπολογισμού (BFS) – ένα εναλλακτικό εργαλείο για την οικονομική διαχείριση του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Ο Γκεβάρα ήταν επικεφαλής του Τμήματος Βιομηχανοποίησης και πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας το 1960, όταν όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας εθνικοποιήθηκαν. Το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού (BFS) εμφανίστηκε σαν μια πρακτική λύση στα προβλήματα που προέκυψαν από τη μετάβαση από την ιδιωτική στην κρατική ιδιοκτησία της βιομηχανικής παραγωγής. Η Κούβα είχε μια μη ισορροπημένη, στηριζόμενη στο εμπόριο οικονομία κυριαρχούμενη από ξένα συμφέροντα, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι παραγωγικές μονάδες που πέρασαν στη δικαιοδοσία του Τμήματος εκτείνονταν από εργαστήρια τεχνιτών μέχρι εξελιγμένες μονάδες παραγωγής ενέργειας. Πολλές αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο χρεοκοπίας ενώ άλλες ήταν πολύ κερδοφόρες. Η λύση του Γκεβάρα είχε δυο σκέλη: πρώτον, να ομαδοποιηθούν επιχειρήσεις με παραπλήσιες γραμμές παραγωγής σε κεντρικά διοικητικά όργανα που θα ονομάζονταν Ενοποιημένες Επιχειρήσεις. Αυτό επέτρεπε στο Τμήμα να ελέγχει την κατανομή του ολιγάριθμου διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, μετά την αποχώρηση του 65-75% των μάνατζερς, τεχνικών και μηχανικών μετά το 1959 – και, δεύτερον, για να συγκεντρώσει τα οικονομικά όλων των παραγωγικών μονάδων σε έναν τραπεζικό λογαριασμό (ενιαίο ταμείο) για την πληρωμή των μισθών, για τον έλεγχο των επενδύσεων και τη διατήρηση της παραγωγής σε βασικές βιομηχανίες που δεν είχαν χρηματικούς πόρους. Με την ίδρυση του Υπουργείου Βιομηχανίας το Φλεβάρη του 1961 το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού εξελίχτηκε σε ένα συγκεντρωτικό όργανο που ενσωμάτωνε τρεις οργανωτικές δομές σε ένα μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο, ώστε να προωθήσει την εκβιομηχάνιση της Κούβας, να αυξήσει την παραγωγικότητα και να θεσμοθετήσει την συλλογική διαχείριση.

Προηγμένη τεχνολογία

Ο Γκεβάρα δημιούργησε το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού με συντρόφους που κατανοούσαν τις εσωτερικές λογιστικές πρακτικές, τη διοικητική συγκεντροποίηση και την παραγωγική συγκέντρωση των αμερικάνικων επιχειρήσεων και των θυγατρικών τους στην Κούβα. Ο Γκεβάρα εξέτασε τα επίσημα έγγραφα αυτών των εταιριών καθώς περιήλθαν σε κρατικά χέρια. Ήταν εντυπωσιασμένος με τις διοικητικές τους δομές, τη χρήση κεντρικών τραπεζικών λογαριασμών και προϋπολογισμών, των συγκεκριμενοποιημένων επιπέδων ευθύνης και λήψης αποφάσεων, καθώς και των τμημάτων οργάνωσης και ελέγχου. Είπε τους συναδέλφους του ότι το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού είχε ένα λογιστικό σύστημα παρόμοιο με το σύστημα των, προ του 1959, μονοπωλίων που λειτουργούσαν στην Κούβα, με τα αποδοτικά συστήματα ελέγχου τους: «Δεν είναι σημαντικό ποιός επινόησε το σύστημα. Το λογιστικό σύστημα που εφαρμόζουν στην Σοβιετική Ένωση εφευρέθηκε επίσης επί καπιταλισμού».

Ο Γκεβάρα ταξίδεψε για πρώτη φορά στην ΕΣΣΔ το 1960. Ο βοηθός του Ορλάντο Μπορέγκο θυμάται ότι επισκέφτηκαν ένα εργοστάσιο ηλεκτρονικών που έκανε υπολογισμούς με τον άβακα. Έχοντας μελετήσει την αμερικανικής ιδιοκτησίας Ηλεκτρική Εταιρία της Κούβας, την Shell, την Texaco και άλλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν τους τελευταίας τεχνολογίας υπολογιστές της IBM, ο Γκεβάρα έμεινε έκπληκτος από την οπισθοδρομικότητα των σοβιετικών τεχνικών. Πίστευε ότι οι πρόοδοι της ανθρωπότητας θα πρέπει να υιοθετούνται χωρίς το φόβο της ιδεολογικής μόλυνσης.

Με την επιβολή του αποκλεισμού των ΗΠΑ, η Κούβα αναγκάστηκε να αγοράσει εργοστάσια από τις σοσιαλιστικές χώρες, ιδίως της ΕΣΣΔ. Η βοήθεια αυτή ήταν απαραίτητη, όμως η σχετική παλαιότητα του εξοπλισμού συγκρούστηκε με την επιθυμία του Γκεβάρα για μετάβαση σε προηγμένη τεχνολογία. Δεν επέκρινε τους Σοβιετικούς για την καθυστέρηση αυτή καθεαυτή. Αντίθετα, παραπονέθηκε για την αντίφαση ανάμεσα στο υψηλό επίπεδο της έρευνας και ανάπτυξης στη στρατιωτική τεχνολογία και το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων για μη-στρατιωτική παραγωγή. Έφερε αντιρρήσεις για την ιδεολογική τους αντίσταση στις σχετικές προόδους που γίνονταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Αυτό αποτέλεσε ένα δαπανηρό λάθος από την άποψη ανάπτυξης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Για παράδειγμα: «Για καιρό η επιστήμη των συστημάτων (αυτοματοποίηση) θεωρούταν αντιδραστική επιστήμη ή ψευδο-επιστήμη … [αλλά] είναι ένας κλάδος της επιστήμης που υπάρχει και πρέπει να χρησιμοποιείται». Πρόσθεσε ότι στις ΗΠΑ η εφαρμογή της επιστήμης των συστημάτων στη βιομηχανία είχε σαν αποτέλεσμα τον αυτοματισμό – μια σημαντική παραγωγική ανάπτυξη.

Η θεμελίωση ενός συστήματος διαχείρισης βασισμένο στην καπιταλιστική τεχνολογία για την μετάβαση στο σοσιαλισμό ήταν συμβατό με τα στάδια θεωρία του Μαρξ για την ιστορία, η οποία προέβλεπε ότι ο κομμουνισμός θα αναδυόταν από τον πλήρως αναπτυγμένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο Μαρξ έδειξε πως η τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου, δηλαδή προς το μονοπώλιο, ήταν έμφυτη στο σύστημα. Ως εκ τούτου, η μονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού ήταν πιο προχωρημένη από τον «τέλειο ανταγωνισμό». Το σοβιετικό σύστημα προήλθε από έναν κυρίως υπανάπτυκτο, προ-μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα διαχείρισης που θα προέκυπτε από το μονοπωλιακοό καπιταλισμό θα μπορούσε να είναι πιο προηγμένο, αποτελεσματικό και παραγωγικό. Η προέλευση του ΣΧΠ ήταν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις της προ του 1959 Κούβας και επομένως ήταν πιο προοδευτικό από το ΑΧΣ το οποίο είχε από τον προ-μονοπωλιακό Ρωσικό καπιταλισμό.

Κριτική στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας

Τον Απρίλιο του 1965, ο Γκεβάρα έφυγε από την Κούβα επικεφαλής μιας κουβανέζικης στρατιωτικής αποστολής στο Κονγκό. Οι αντάρτες ηττήθηκαν και ο Γκεβάρα έμεινε στην Τανζανία και τη Δημοκρατία τη Τσεχίας μεταξύ 1965 και 1966, όπου άρχισε την εργασία για μια ολοκληρωμένη ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της Σοσιαλιστικής μετάβασης. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το έργο αυτό, ο Γκεβάρα κράτησε σημειώσεις πάνω στο Σοβιετικό εγχειρίδιο, εφαρμόζοντας θεωρητικά επιχειρήματα του ανέπτυξε στην μεγάλη συζήτηση για το κείμενο αυτό. Οι σημειώσεις αυτές δεν γράφτηκαν προκειμένου να δημοσιευθούν, ούτε υπάρχουν ως κείμενο. Ήταν σχόλια που αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες παραγράφους του Εγχειριδίου. Σημειώσεις για τον εαυτό του, συμπεριλαμβανομένων των ενδείξεων των τομέων για περαιτέρω μελέτη.

Ο Γκεβάρα επέκρινε τη μηχανιστική προσέγγιση του Εγχειριδίου πάνω στις κλασσικές μαρξιστικές αντιλήψεις για τις ταξικές σχέσεις ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση του ιμπεριαλισμού ο οποίος δημιούργησε μια προνομιούχα εργατική τάξη στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, καθώς και τους προνομιούχους τομείς (παραγωγής) στα εκμεταλλευόμενα κράτη. Απέρριψε σαν οπορτουνισμό τις προσπάθειες του Εγχειριδίου να ξεπεράσει την εγγενή βία της ταξικής πάλης στη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Όσον αφορά την περίοδο της μετάβασης, ο Γκεβάρα υποστήριξε ότι το συλλογικό σύστημα των «κολχόζ» (συνεταιριστικών αγροκτημάτων) της ΕΣΣΔ δεν ήταν χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού και ότι οι συνεταιρισμοί δεν ήταν μια σοσιαλιστική μορφή ιδιοκτησίας – δημιούργησαν ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα το οποίο συγκρούστηκε με την κρατική ιδιοκτησία και τις σοσιαλιστικές κοινωνικές σχέσεις επιβάλλοντας τη δική τους λογική πάνω στην κοινωνία. Ο Γκεβάρα αντέκρουε συστηματικά τους λεγόμενους νόμους του Σοσιαλισμού που αναφέρονται στο Εγχειρίδιο, ιδιαίτερα το νόμο της διαρκούς αύξησης της εργατικής παραγωγικότητας – το οποίο οργισμένος αποκαλούσε ότι: «Είναι η τάση που έχει οδηγεί τον καπιταλισμό για αιώνες». Καταδίκασε ως «επικίνδυνη» τη σοβιετική πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης και της οικονομικής άμιλλας με τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και επισήμαινε τις σοβαρές διαφωνίες ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, κατηγορώντας τες για άνισες ανταλλαγές και την επιβολή των καπιταλιστικών κατηγοριών στις εμπορικές σχέσεις.

Ταυτόχρονα με τον σεβασμό, το θαυμασμό και τα επαναστατικά κίνητρα, ο Γκεβάρα ανακοίνωσε ότι ο Λένιν ήταν ο τελικός ένοχος επειδή η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), η οποία είχε αναγκαστεί να εισαγάγει το 1921 επέβαλε ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα στην ΕΣΣΔ. Η ΝΕΠ δεν εφαρμόστηκε ενάντια στη μικρή εμπορευματική παραγωγή, δήλωσε ο Γκεβάρα, αλλά κατ ‘απαίτηση αυτής. Η μικρή εμπορευματική παραγωγή περιέχει τα σπέρματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ήταν σίγουρος ότι ο Λένιν θα είχε αντιστρέψει (αλλάξει) τη ΝΕΠ εάν ζούσε περισσότερο. Ωστόσο, οι οπαδοί του Λένιν «δεν είδαν τον κίνδυνο κι έτσι παρέμεινε σαν ο Δούρειος Ίππος του σοσιαλισμού, το άμεσο υλικό κίνητρο ως ένας οικονομικός μοχλός». Αυτό το καπιταλιστικό εποικοδόμημα περιχαρακώθηκε, επηρεάζοντας τις παραγωγικές σχέσεις και δημιουργώντας ένα υβριδικό σύστημα σοσιαλισμού με καπιταλιστικά στοιχεία που αναπόφευκτα προκάλεσε συγκρούσεις και αντιθέσεις οι οποίες όλο και περισσότερο επιλύονταν προς όφελος του εποικοδομήματος – ο καπιταλισμός επέστρεφε στο σοβιετικό μπλοκ.

Οι σημειώσεις του Γκεβάρα προσφέρουν μια ξεκάθαρη κριτική της σοβιετικής πολιτικής οικονομίας. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι μερικοί ενδέχετο να παρερμηνεύσουν το έργο του γιά ακραίο αντικομμουνισμό που μεταμφιέζεται ως θεωρητικό επιχείρημα, αλλά υποστήριξε ότι η αδυναμία της αστικής οικονομίας να ασκήσει κριτική στον εαυτό της, όπως ανέδειξε ο Μαρξ στην αρχή του «Κεφαλαίου», παρατηρήθηκε στον σύγχρονο μαρξισμό. Αφιέρωσε τη δουλειά του αυτή στους κουβανούς φοιτητές που περνούν από την επώδυνη διαδικασία της εκμάθησης «αιώνιων αλήθειών» στα ανατολικοευρωπαϊκά εγχειρίδια. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: Η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει πολλές εκπλήξεις (σοκ) μέχρι την τελική απελευθέρωση, αλλά δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί χωρίς ριζική αλλαγή στην στρατηγική των πρώτων σημαντικότερων σοσιαλιστικών δυνάμεων.

Συμπέρασμα

Αυτή η εργασία συνόψισε την ανάλυση που οδήγησε το Γκεβάρα να προειδοποιήσει για την κατάρρευση του Σοσιαλισμού στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Έκανε μια σημαντική συνεισφορά τόσο στη θεωρία και την πράξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ήλπιζε να πείσει τις σοσιαλιστικές χώρες να αντικαταστήσουν σταδιακά τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς κατά τη διάρκεια της μετάβασης και πρόσφερε εναλλακτικές πολιτικές προς στην κατεύθυνση αυτή. Οι προειδοποιήσεις του δεν εισακούστηκαν και, για τους λόγους που ο Γκεβάρα προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ο καπιταλισμός επανήλθε σε όλες αυτές τις χώρες. Στην Κούβα, η ανάλυση του ήταν επανεξετάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 κατά την περίοδο της λεγόμενης Διόρθωσης (Rectification), όταν η χώρα απομακρύνθηκε από το σοβιετικό μοντέλο προτού αυτό καταρρεύσει, βοηθώντας έτσι στην επιβίωση του σοσιαλισμού στην Κούβα.

(Μετάφραση – Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)

* Η Dr. Helen Yaffe είναι αρθρογράφος και ερευνήτρια Οικονομικής Θεωρίας στο Ινστιτούτο Αμερικανικών Σπουδών του University College London. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου «Che Guevara: The Economics of Revolution» (Palgave McMilan, 2007)», απόσπασμα του οποίου είναι το παρόν κείμενο.

Сообщение Эрнесто Че Гевары в трех континентов

Создать два, три… много Вьетнамов – вот наш лозунг.

Это час пылающих горнов, и не должно быть видно ничего кроме света.

Хосе Марти

После окончания последней мировой войны прошел двадцать один год; этому событию, финалом которого стал разгром Японии, посвящается сейчас огромное количество публикаций на всех языках. Многие регионы разделенного на два лагеря мира демонстрируют оптимизм[1].

Двадцать один год без новой мировой войны в ситуации острой конфронтации, конфликтов с использованием силы и внезапных перемен представляются всем очень долгим сроком. Однако даже не анализируя специально, к каким результатам на практике привел этот мир (нищета, деградация, эксплуатация все возрастающего числа регионов Земли), – мир, о своей борьбе за поддержание которого мы все постоянно говорим, – хорошо бы понять, является ли он реальностью.

Цель данных заметок – не описание локальных войн, случившихся со времени капитуляции Японии, и тем более не составление длинного и все увеличивающегося реестра гражданских конфликтов, случившихся за период так называемого мира. Но чтобы понять всю необоснованность демонстрируемого оптимизма, достаточно вспомнить о войнах в Корее и Вьетнаме.

В Корее после нескольких месяцев ожесточенных боев северная часть страны подверглась самому чудовищному опустошению, какое можно найти в анналах современных войн: сплошь перепаханная бомбами, она осталась без фабрик, без школ, без больниц, без какого-либо следа жилья, где могли бы укрыться десять миллионов ее жителей.

Под прикрытием флага ООН в этой интервенционистской войне участвовали десятки стран, которыми командовали США, в боевые операции было вовлечено огромное количество американских солдат, в качестве пушечного мяса использовались призванные по мобилизации южные корейцы.

С другой стороны, армия и народ Кореи, а также добровольцы из Китайской Народной Республики, получали помощь оружием, боеприпасами и военными советниками из СССР. Американцы задействовали в войне все виды оружия массового разрушения, кроме термоядерного; в ограниченных масштабах использовалось даже бактериологическое и химическое оружие. Во Вьетнаме же патриотическим силам пришлось практически непрерывно вести боевые действия против трех империалистических держав: сначала против Японии, чья военная мощь ослабла только после бомбардировок Хиросимы и Нагасаки, затем против Франции, которая забыла о данных ею в тяжелые для нее времена обещаниях и вновь захватила свои индокитайские колонии, оккупированные Японией, и, наконец, против Соединенных Штатов.

Локальные столкновения имели место на всех континентах, хотя в Латинской Америке долгое время случались лишь военные мятежи да попытки развернуть освободительную борьбу – до тех пор, пока Кубинская революция не напомнила всем, насколько важен этот регион, и не вызвала гнев империалистов, из-за чего ей пришлось защищать кубинские берега сначала на Плайя-Хирон, а затем во время Октябрьского кризиса[2].

Последний инцидент едва не спровоцировал войну с непредсказуемыми последствиями, поскольку Куба чуть не стала причиной прямого североамериканско-советского вооруженного конфликта.

Несомненно, однако, что средоточием основных противоречий в настоящее время является Индокитай. Лаос и Вьетнам сотрясают гражданские войны, но характер этих войн изменился после того, как американский империализм вмешался в события, использовав всю свою мощь, что превратило весь регион в одну огромную пороховую бочку, готовую взорваться в любой момент.

Максимальной остроты конфронтация достигла во Вьетнаме. Мы не намерены писать историю этой войны. Укажем только на главные ее вехи.

В 1954 году, после того, как французская армия потерпела сокрушительное поражение под Дьенбьенфу, были подписаны Женевские соглашения, по которым страна была разделена на две зоны и которые предусматривали проведение выборов в течение 18 месяцев – и эти выборы и должны были определить, кто будет управлять Вьетнамом и как должна быть объединена страна. США не подписали эти соглашения, а приступили к маневрам, имевшим целью замену французской марионетки – императора Бао Дая – своим человеком. Этим человеком оказался Нго Динь Дьем, чей трагический конец – империализм выжал его как лимон – известен всем[3].

Первые месяцы после подписания Женевских соглашений были месяцами царствования оптимизма в лагере народных сил. На юге страны демонтировались базы сопротивления, созданные в период войны с французами; все были уверены, что соглашения будут выполняться. Однако вскоре стало очевидно, что никаких выборов не будет, если только США не будут уверены, что смогут всем навязать свою волю – а это им не удалось бы сделать даже в том случае, если бы они применили все известные способы мошенничества на выборах.

С тех пор возобновившаяся на Юге Вьетнама борьба все ожесточалась и ожесточалась – и к настоящему времени американский экспедиционный корпус достигает там полумиллиона человек, при том, что численность марионеточной армии, почти утратившей боеспособность, постоянно сокращается.

Североамериканцы в течение последних без малого двух лет подвергают систематическим бомбардировкам территорию Демократической Республики Вьетнам, пытаясь таким образом снизить боеспособность сил, сражающихся на Юге, и принудить их согласиться на переговоры, которые США намерены вести с позиции силы. В принципе, первоначально бомбардировки ДРВ имели место лишь время от времени – под предлогом возмездия за так называемые провокации Севера. Но затем методы изменились, интенсивность бомбардировок возросла – и теперь они превратились в гигантскую бойню, которую ежедневно осуществляют ВВС США с целью уничтожения каких-либо признаков цивилизации в северной части Вьетнама: бомбардировки стали частью печально известной политики эскалации.

В значительной степени янки удалось воплотить в жизнь свои планы, несмотря на бесстрашное сопротивление вьетнамских сил ПВО, уничтожение более чем 1700 американских самолетов и помощь военным снаряжением со стороны социалистического лагеря.

Горькая правда состоит в том, что Вьетнам, страна, ставшая символом чаяний и надежд обездоленных всего мира, трагически одинока. Вьетнамский народ выносит удары американской военной машины – практически в упор на Юге, с минимальными возможностями защитить себя на Севере – и при этом сражается в одиночку.

Солидарность прогрессивных сил мира с народом Вьетнама напоминает – приходится говорить об этом с горькой иронией – шумное одобрение римским плебсом гладиаторов, сражавшихся на аренах цирков. Нужно не желать успеха жертвам агрессии, а разделить их судьбу, идти вместе с ними к смерти или к победе.

Когда мы анализируем причины одиночества Вьетнама, нас охватывает острая боль: настолько алогичным выглядит отношение человечества к происходящему.

Империализм США виновен в развязывании агрессии, его преступления грандиозны и прекрасно известны всему миру. Мы тоже их знаем, господа! Но ответственность лежит и на всех тех, кто в решающий момент допустил колебания и не провозгласил Вьетнам неприкосновенной территорией социализма. Разумеется, такая тактика влекла бы за собой риск возникновения войны мирового масштаба, но с этим риском вынужден был бы считаться и американский империализм тоже. Виноваты также и те, кто продолжает вести уже давно тянущуюся «холодную войну» между двумя крупнейшими державами социалистического лагеря[4], войну, в которой обе стороны интригуют друг против друга и публично друг друга поносят.

Мы задаем вопрос, требуя прямого ответа: одинок ли Вьетнам в своем опасном балансировании между двумя противоборствующими сверхдержавами?

Но как велик этот народ! Каковы его стойкость и мужество! Каким примером для всего мира служит его борьба!

Пройдет немало времени, прежде чем станет ясно, действительно ли президент Джонсон собирался проводить реформы, облегчающие жизнь простого народа – чтобы снизить остроту классовых противоречий, все чаще заявляющих о своей взрывоопасности. Но уже сейчас очевидно, что все эти реформы, помпезно названные «борьбой за великое общество»[5], утонули в болоте Вьетнама.

Крупнейшая из существующих империалистических держав обнаружила, что ее начинает обескровливать война против бедной и отсталой страны, что военные расходы подрывают ее чудо-экономику. Убийство перестает быть самым выгодным бизнесом для монополий. А ведь все, чем располагают удивляющие весь мир вьетнамские бойцы, – это оборонительное оружие (да и то в недостаточном количестве), да еще любовь к родине и исключительное мужество. Империализм завяз во Вьетнаме, он не может найти выхода из создавшегося положения и отчаянно ищет кого-нибудь, кто помог бы ему, не потеряв лица, выбраться из этой чреватой опасностями ситуации. Однако «четыре пункта», предложенные Севером, и «пять пунктов», предложенных Югом[6], жгут его, как раскаленными клещами, и противостояние все углубляется.

Происходящее показывает, что тот хрупкий мир, который и миром-то называется только потому, что глобальная конфронтация не достигла уровня прямого военного столкновения между двумя лагерями, сегодня подвергается опасности быть разрушенным каким-либо необратимым и неприемлемым для другой стороны действием североамериканцев. И мы, угнетенные этого мира, какую позицию мы должны занять? Народы трех континентов следят за событиями во Вьетнаме и извлекают уроки из этих событий. Раз империалисты шантажируют все человечество угрозой развязывания войны, верным ответом на этот вызов будет перестать бояться войны. Общей тактикой народов должны стать постоянные и решительные атаки на империалистов везде, где наблюдается конфронтация.

Какую задачу мы должны решать там, где жалкий, с трудом переносимый «мир» еще не нарушен? Освобождение любой ценой.

Картина мира сегодня отличается большой пестротой. Такая задача, как освобождение, стоит даже перед странами старой Европы, достаточно развитыми, чтобы ощутить на себе все противоречия капитализма, но слишком слабыми, чтобы вести открыто империалистическую политику или вступить на этот путь. В ближайшие годы противоречия в этих странах обострятся до взрывоопасного уровня[7], но встающие перед народами этих стран проблемы (а следовательно, и решения этих проблем) отличаются от проблем наших народов – экономически отсталых и зависимых.

Зоной основной империалистической эксплуатации являются три экономически отсталых континента – Азия, Африка и Латинская Америка. Каждая из стран на этих континентах обладает своими особенностями, подобно тому как отличаются своеобразием и сами континенты.

Латинская Америка представляет собой более или менее однородное явление, и практически на всей ее территории абсолютное превосходство удерживает за собой североамериканский монополистический капитал. Марионеточные или (в лучшем случае) слабые и трусливые местные правительства не в силах ослушаться приказов своих североамериканских хозяев. США достигли почти максимального политического и экономического господства на континенте; сверх того, что уже есть, они могут получить лишь очень немного – и потому любое изменение ситуации грозит им потерей преимуществ. Поэтому политика США нацелена на удержание уже завоеванного. Сегодня основная линия действий США на континенте – это использование грубой силы для уничтожения освободительных движений любого вида.

Лозунг «Не допустить новой Кубы» выступает в качестве прикрытия наглых агрессивных действий янки, таких как преступление против Доминиканской Республики[8], а ранее – массовое убийство в Панаме[9], а также в качестве откровенной угрозы: янки готовы применить свои войска в любом месте Латинской Америки, где будет поколеблен существующий порядок и поставлены под угрозу североамериканские интересы. Эта политика проводится в условиях по сути полной безнаказанности: ОАГ[10], полностью себя дискредитировавшая, используется янки в качестве удобного прикрытия; беспомощность ООН приобрела черты трагикомические; армии всех стран Латинской Америки готовы к борьбе с собственными народами. Де-факто создан интернационал преступлений и предательства.

В то же время местная латиноамериканская буржуазия окончательно утратила способность сопротивляться империализму (если она вообще имела такую способность) и превратилась в его покорного приспешника. Выбора нет: либо революция на континенте будет социалистической, либо это будет не революция, а карикатура.

Ситуация же на Азиатском континенте иная. В результате освободительной борьбы против сменявших друг друга европейских колонизаторов на континенте здесь возникли в большей или меньшей степени прогрессивные режимы, которые в дальнейшем двигались в разных направлениях: одни пошли на углубление первоначальных целей, ограниченных только задачей национального освобождения, другие вернулись на проимпериалистические позиции.

В Азии, с точки зрения экономики, Соединенные Штаты рисковали очень немногим, зато могли много приобрести. Они заинтересованы в изменении ситуации, они борются за то, чтобы отодвинуть старые колониальные державы и внедриться в новые для себя экономические регионы – либо напрямую, либо с помощью японского капитала.

Но есть еще и особые политические условия (в первую очередь на полуострове Индокитай), которые определяющим образом влияют на характеристику политической ситуации в Азии и в преобладающей степени формируют глобальную военную стратегию империализма США. Этот империализм намерен взять в кольцо Китай, опираясь на Южную Корею, Японию, Тайвань, Южный Вьетнам и Таиланд.

Эта двуединая задача – важнейший стратегический интерес Соединенных Штатов (военное окружение Китайской Народной Республики) и стремление американского капитала к проникновению на крупные азиатские рынки, на которых он пока еще не захватил лидирующие позиции – делают Азию одним из самых взрывоопасных мест в современном мире, несмотря на видимость стабильности за пределами собственно вьетнамской территории.

Ближний Восток, хотя он географически принадлежит к Азиатскому континенту, обладает настолько выраженной спецификой, дошел до такой остроты конфликта, что сегодня невозможно предугадать, чем кончится нынешняя «холодная война» между Израилем, который поддерживают империалисты, и прогрессивными силами этого региона. Это еще один вулкан, угрожающий взрывом всему миру.

Африка же представляет собой, можно сказать, почти нетронутое поле для неоколониалистического вторжения. Здесь мы наблюдали перемены, заставившие колониальные державы отказаться от своих прежних абсолютных прав. Однако в тех случаях, когда эти перемены происходили медленно и ненасильственным путем, колониализм неизменно перерастал в неоколониализм. С точки зрения экономического господства одно от другого ничем не отличается. У Соединенных Штатов не было колоний на этом континенте, и сейчас США пытаются проникнуть на территории, в прошлом считавшиеся заповедной зоной их сегодняшних союзников. Можно не сомневаться, что Африке в стратегических планах американского империализма отводится роль отложенного на будущее резерва: существенные вложения североамериканского капитала наблюдаются лишь в Южно-Африканском Союзе, а проникновение капитала США в Конго, Нигерию и некоторые другие страны, где развертывается ожесточенная конкурентная борьба (пока еще мирная) с другими империалистическими державами, только начинается.

В этом регионе янки пока что не имеют столь значительных интересов, чтобы их приходилось защищать, прикрываясь надуманным «правом» на агрессию в любой точке Земного шара, где американские монополии рассчитывают получить крупные прибыли или где обнаружены богатые месторождения полезных ископаемых.

Все сказанное выше делает актуальной постановку вопроса о кратко- и среднесрочной перспективе борьбы народов за свое освобождение.

Если мы начнем анализировать африканскую ситуацию, мы увидим, что активная борьба ведется сегодня в португальских колониях – в Гвинее, в Мозамбике и в Анголе, причем в Гвинее события развиваются вдохновляющим образом, а в двух других странах – с переменным успехом. Продолжается борьба и в Конго – между последователями Лумумбы и бывшими сообщниками Чомбе, причем чаша весов, судя по всему, склоняется в сторону последних, тех, кто сам про себя говорит, что они добились «усмирения» страны (хотя в латентной форме партизанская война еще продолжается).

В Родезии ситуация выглядит совсем по-другому: британский империализм использовал все возможности, чтобы передать бразды правления в этой стране белому меньшинству, которое и удерживает власть в настоящее время. С точки зрения Великобритании, конфликт носит характер абсолютно нелегитимный, причем эта держава с присущей ей ловкостью – вернее, назовем вещи своими именами, лицемерием – формально выражает возмущение действиями правительства Яна Смита[11]. Такая лукавая позиция Англии находит поддержку в тех странах Британского Содружества, которые всегда следуют в фарватере политики Лондона, но значительная часть стран Черной Африки эту позицию отвергает – вне зависимости от того, являются ли они экономически вассалами британского империализма или нет.

Ситуация в Родезии может взорваться, если мобилизующиеся сейчас народные патриотические силы черного большинства сосредоточатся на подготовке к вооруженной борьбе, а соседние государства окажут им помощь. Пока же все проблемы Родезии пробуют разрешить в рамках таких беспомощных организаций, как ООН, Британское Содружество или ОАЕ[12].

Как бы то ни было, социально-политическое развитие Африки не позволяет нам сделать вывод о приближении континентальной революционной ситуации. Освободительная борьба против португальских колонизаторов несомненно завершится победой, но сама Португалия в мировой империалистической иерархии не занимает никакого места. С точки зрения революции важны именно те столкновения, которые ставят под удар всю систему империализма, хотя понимание этого, конечно, не заставит нас прекратить борьбу за освобождение трех португальских колоний и углубление проходящих в них революций.

Только когда чернокожее население Южной Африки и Родезии начнет настоящую революционную борьбу, в Африке наступил новая эпоха. Или же стартом этой эпохи может стать начало борьбы обездоленных масс какой-либо страны континента против правящих олигархий.

Пока что на континенте происходят – один за другим – лишь военные перевороты, в ходе которых одна группа офицеров свергает другую или же гражданских правителей, чья деятельность перестала отвечать интересам местных каст и лицемерно манипулирующих ими империалистических держав. Народные движения практически отсутствуют. В Конго такое движение, вдохновленное памятью о Лумумбе, на короткое время возникло, однако и оно в последние месяцы утратило свою силу.

В Азии же, как мы видим, ситуация взрывоопасна – и не только во Вьетнаме и Лаосе, где борьба достигла стадии открытого противостояния. Давайте не забывать о Камбодже, против которой американцы могут в любой момент могут развязать агрессию, о Таиланде и Малайзии и, разумеется, об Индонезии, где последнее слово еще не сказано, хотя власть захватили реакционеры и в стране уничтожена Коммунистическая партия[13]. И, естественно, остается еще и Ближний Восток.

В Латинской Америке вооруженная борьба ведется сегодня в Гватемале, Колумбии, Венесуэле и Боливии; первые ростки такой борьбы пробились в Бразилии. Вспыхивают и гаснут и другие очаги сопротивления. Практически во всех странах континента созрели условия для такой борьбы, в результате победы которой должны возникнуть как минимум социалистически ориентированные правительства.

На континенте говорят практически на одном языке, исключение составляет Бразилия, но и с бразильцами испаноязычные могут легко объясниться вследствие близости обоих языков. Классовая ситуация в странах Латинской Америки настолько одинакова, степень самоидентификации классов с теми же классами в соседних странах так велика, что мы можем говорить о некоем «латиноамериканском интернационале». Их объединяют язык, обычаи, общие хозяева. Практически однотипны степень и форма эксплуатации, а также ее последствия – как для эксплуататоров, так и для эксплуатируемых – для большинства стран Латинской Америки. На континенте быстро зреют условия для восстания.

Мы вправе задать вопросы: какими будут плоды этого восстания? какого типа оно будет? Мы уже давно настаиваем на том, что в силу крайней близости характеристик разных стран континента борьба в Латинской Америке рано или поздно неизбежно примет континентальную форму. Латинская Америка станет ареной многих великих боев за освобождение человечества.

С точки зрения битвы континентального масштаба, борьба в тех странах, где она сейчас активно ведется – не более чем частные эпизоды, но эта борьба уже дала своих мучеников, имена которых будут занесены в книгу истории Латинской Америки как имена героев, отдавших свои жизни на первом этапе борьбы за полное освобождение человечества. В истории останутся имена команданте Турсиоса Лимы[14], священника Камилло Торреса[15], команданте Фабрисио Охеды[16], команданте Лобатона[17] и команданте Луиса де ла Пуэнто Уседы[18], сыгравших важнейшую роль в революционном движении в Гватемале, Колумбии, Венесуэле и Перу.

Но в ходе мобилизации активных сил народа выдвинулись новые лидеры: Сесар Монтес[19] и Йон Соса[20] развернули знамя борьбы в Гватемале, Фабио Васкес[21] и Маруланда[22] – в Колумбии, Дуглас Браво[23] и Америко Мартин[24] – в Венесуэле, на западе страны и в Эль-Бачильере[25], где каждый из них командует фронтами.

Новые ростки партизанской войны пробиваются к свету в этих и в других странах, подобно тому, как это уже случилось в Боливии; эти ростки будут крепнуть несмотря на все опасности, которые сегодня подстерегают революционера. Многие падут жертвами собственных ошибок, другие погибнут в будущих суровых битвах, но в огне революционной войны родятся новые бойцы и новые лидеры. Народ сам будет готовить и своих воинов, и своих вождей – отбирая тех, кто прошел через горнило сражений. Конечно, при этом будет расти и число марионеток, используемых янки для осуществления репрессий. Сегодня янки имеют своих военных советников во всех странах, где ведется вооруженная борьба, – и, например, в Перу армия, обученная этими советниками и при их непосредственном участии, весьма успешно провела операцию по подавлению революционной борьбы. Но если создавать очаги вооруженной борьбы не наспех, а с тщательным учетом существующих военных и политических условий, эти очаги станут практически неуничтожимы, а это заставит янки посылать в зону боевых действий все новых и новых своих наемников. В той же Перу новые бойцы, пусть еще не известные миру, демонстрируя твердость и настойчивость, ведут работу по реорганизации партизанской борьбы. Неизбежно следующее: имеющееся устаревшее оружие, которого правительственным армиям хватает для подавления небольших вооруженных групп, придется заменять новейшими вооружениями; численность американских советников придется все наращивать и наращивать, так что в конце концов Соединенные Штаты вынуждены будут присылать уже регулярные войска – и во все возрастающем количестве; иначе им не удастся обеспечить стабильность власти в странах, национальные армии которых разваливаются в ходе борьбы с партизанами. Это – путь Вьетнама; именно по этому пути должны следовать и все остальные народы. По этому же пути пойдет и Латинская Америка – с тем лишь отличием, что в Латинской Америке вооруженные движения должны будут создавать своеобразные Координационные Хунты, цель которых – помешать империализму разворачивать репрессии и помогать друг другу в достижении поставленных целей.

Перед Латинской Америкой, континентом, забытых в последних политических битвах за освобождение, континентом, которому Конференция трех континентов несет слово авангарда его народов, слово Кубинской революции, стоит задача огромнейшей важности: создать на планете второй Вьетнам, или третий, или и второй, и третий Вьетнамы одновременно.

В конце концов, мы должны помнить, что империализм, последняя стадия капитализма – это мировая система, и для победы над ней необходима конфронтация мирового масштаба. Стратегическая цель нашей борьбы – уничтожение империализма. Участие наших народов, народов отсталых и эксплуатируемых стран, должно неизбежно вылиться в разрушение баз снабжения империализма, в пресечении его контроля над нашими угнетенными странами: странами, откуда империализм сегодня черпает свои капиталы, черпает дешевое сырье и дешевых специалистов, где есть дешевая рабочая сила и куда направляются новые капиталы – как орудие господства, направляются оружие и прочие средства, призванные содействовать сохранению нашей тотальной зависимости. Основополагающий элемент стоящей перед нами стратегической задачи – подлинное освобождение народов, которое в подавляющем большинстве случаев возможно только путем вооруженной борьбы, а в Латинской Америке эта борьба неизбежно будет перерастать в социалистическую революцию.

И если мы поставили себе целью уничтожение империализма, мы должны четко усвоить, что руководящей силой империализма являются Соединенные Штаты Америки.

Для реализации этой общей цели нам придется решить и одну тактическую задачу: мы должны выманить противника из привычных ему условий, заставить его сражаться в такой местности, где привычный ему образ жизни разваливается от столкновения с суровой действительностью. И не стоит недооценивать противника: американский солдат обладает высокими боевыми качествами, а техническая и огневая поддержка у него такая, что может испугать кого угодно. Для успешной войны ему не хватает лишь идеологической мотивации – то есть того, чем сегодня в полной мере обладают его самые яростные противники – вьетнамские партизаны. Мы победим американскую армию только в том случае, если сможем подорвать ее моральный дух. Для этого мы должны раз за разом наносить американским солдатам поражения в бою и постоянно держать их в атмосфере лишений и опасностей.

Этот вкратце изложенный план достижения победы подразумевает большие жертвы со стороны народов – и эти жертвы придется приносить уже сегодня, немедленно; однако вероятно, что эти жертвы окажутся меньше тех, какие нашим народам пришлось бы принести, если бы они решили уклониться от борьбы в надежде, что кто-то другой будет для них таскать каштаны из огня.

Ясно, что та страна, которая последней встанет на путь борьбы за освобождение, имеет все шансы избежать вооруженной борьбы, а народ ее окажется избавлен от страданий, сопряженных с долгой и жестокой войной с империализмом. Однако есть вероятность и того, что в силу всемирного характера схватки этой стране не удастся избежать ни самой вооруженной борьбы, ни ее последствий, а страдания народа окажутся столь же велики, сколь и в других странах, или даже будут их превышать. Мы не можем предсказывать будущее, однако тем более недостойно поддаваться искушению оппортунизма и выступать знаменосцами народа, который страстно желает свободы, но в то же время не хочет за нее бороться и ожидает победы, как нищий ожидает подаяния.

Абсолютно справедливо стремление к тому, чтобы избежать ненужных жертв. Поэтому очень важно понять, насколько реальна для нашей зависимой Латинской Америки возможность достичь освобождения мирным путем. Мы думаем, ответ на этот вопрос уже известен: мы можем ошибиться в выборе места и времени для начала борьбы, но нельзя больше строить иллюзий относительно возможности достижения свободы без сражений. Мы не имеем права на такие иллюзии. И этими сражениями будут не уличные беспорядки, в которых камни противопоставляют слезоточивому газу, и не всеобщие стачки мирного характера, и не стихийные выступления разъяренного народа, способные в два-три дня разнести в щепы репрессивные структуры правящих олигархий; нет, борьба будет длительной, беспощадной, передовая линия ее будет проходить через укрытия партизан, через дома бойцов, где члены их семей будут становиться легкой добычей репрессий, через полностью уничтожаемые крестьянские поселки, через города и села, разрушаемые вражескими бомбардировками.

Нас принуждают к такой борьбе – и у нас нет другого пути, кроме как решиться на нее и готовиться к ней.

Начало этой борьбы не может быть легким, напротив, оно будет очень трудным. Олигархии мобилизуют на свою защиту все возможности репрессивной машины, всю свою жестокость и всю свою демагогию. В первое время нашей задачей будет выживание, но затем начнут работать такие факторы, как сила примера борющегося партизанского отряда и проводящаяся им вооруженная пропаганда. Эту пропаганду следует понимать так, как во Вьетнаме: это пропаганда посредством выстрелов и боев с противником, победных или нет, но ведущихся постоянно.

Важнейшим в просвещении угнетенных масс является укоренение в них уверенности в непобедимости герильи. Так возрождается национальный дух, появляются силы для решения все более сложных задач, сопротивления все более свирепым репрессиям.

Ненависть – важный фактор борьбы: непримиримая ненависть к врагам наделяет человека особой силой, превращает его в эффективную, яростную, действующую четко и избирательно машину уничтожения. Такими и должны быть наши солдаты; народ, не способный ненавидеть, никогда не одержит победы над жестоким врагом.

Нужно вести войну везде, где присутствует противник: и там, где он живет, и там, где он отдыхает; нужно сделать войну тотальной. Нельзя давать противнику ни минуты покоя ни в казармах, ни за их стенами; нужно атаковать его всюду, где бы он ни находился; противник должен везде чувствовать себя затравленным зверем. Только так мы добьемся падения его морального духа.

Да, противник станет зверствовать пуще прежнего – но именно это и будет внешним признаком упадка его духа.

И тогда должен будет заявить о себе подлинный пролетарский интернационализм, должны быть созданы интернациональные пролетарские армии, боевым знаменем которых станет священное дело освобождения всего человечества, когда смерть за свободу Вьетнама, Венесуэлы, Гватемалы, Лаоса, Гвинеи, Колумбии, Боливии, Бразилии – упомянуты лишь те страны, где сегодня ведется вооруженная борьба – станет равно славной и желанной для латиноамериканца, для азиата, для африканца и даже для европейца.

Каждая капля крови, пролитая за освобождение чужой страны, а не той, где ты родился, – бесценный опыт; выжившие усвоят его и используют для освобождения своей родины. Таким образом, освобождение любого народа будет рассматриваться как успешное сражение в битве за освобождение своего собственного народа.

Настало время забыть о наших разногласиях и все наши силы отдать общей борьбе.

Между борцами за свободу сегодня существуют серьезные противоречия, это общеизвестно и не является тайной[26]. Эти противоречия приобрели такой характер и такую остроту, что всякий диалог и тем более примирение в высшей степени затруднительны, если вообще сейчас возможны. Нет способа начать диалог, если спорщики от него отказываются. Но противник повсюду наносит нам удары – и эти удары должны заставить нас объединиться, не сейчас, так завтра. И тот, кто поймет неизбежность этого раньше других и начнет готовиться к столь необходимому союзу, заслужит благодарность народов.

Если принять во внимание ту степень агрессивности и непримиримости, с какой отстаивается каждая из противоборствующих точек зрения, мы, обездоленные, отказываемся соглашаться с такой формой выражения разногласий – даже тогда, если мы в каких-то случаях согласны с постановкой вопроса одной из сторон или тезисы одной из сторон кажутся нам ближе, чем тезисы другой. В условиях острой борьбы против общего врага форма, в какой публично выражаются нынешние разногласия, ослабляет всех нас; но учитывая уровень этих разногласий, надежды на их корректное урегулирование иллюзорны. История либо снимет эти разногласия, либо даст им подлинное истолкование.

В нашем сражающемся мире любые расхождения относительно тактики и методов достижения поставленных целей должны подвергаться анализу со всем уважением, на какое могут рассчитывать чужие мнения. Но в том, что касается главной стратегической цели – полного уничтожения империализма посредством борьбы с ним – мы должны проявлять непреклонность.

Обобщим наш план достижения победы: необходимо уничтожить империализм посредством разрушения его главной основы – имперского господства Соединенных Штатов Америки. Тактическим путем к этому является последовательное освобождение наших народов, одного за другим или целыми группами, с одновременным принуждением противника к невыгодной для него борьбе за пределами его территории, с тем чтобы лишить его баз снабжения – зависимых стран.

Это предполагает длительную войну. И, повторим еще раз, войну ожесточенную. Не следует обольщаться на этот счет, начиная ее, но в то же время не следует и колебаться, начинать войну или нет – колебаться, страшась ее последствий. Эта война – единственная наша надежда на победу.

Мы не можем не ответить на вызов времени. Этому нас учит Вьетнам своим постоянным примером героизма, ежедневными трагическими уроками борьбы и смерти во имя достижения окончательной победы.

Там солдаты империализма оказались в невыгодном для себя положении – привыкнув к пресловутому североамериканскому образу жизни, они вынуждены теперь существовать во враждебной стране; они испытывают неуверенность, чувствуя, что каждый их шаг – это шаг по земле противника; смерть поджидает тех из них, кто покидает свои укрепления, везде и постоянно они встречают враждебное население. Это спровоцировало отклик внутри самих Соединенных Штатов: возник новый фактор, ослабляющий силы империализма – классовая борьба на собственно североамериканской территории.

Каким близким и сияющим стало бы будущее, если бы на планете возникло два, три, много Вьетнамов – пусть с их квотами смертей и безмерными трагедиями, но и с каждодневным героизмом, непрерывными ударами по империализму: ударами, заставляющими его распылять свои силы и мешающими укрываться от ненависти народов всего мира!

Если бы мы смогли объединиться для того, чтобы наши удары стали сильнее и точнее, чтобы любая помощь сражающимся народам была бы предельно действенной – каким бы великим стало будущее, каким близким!

Если нам, всем, кто в крошечных точках на карте мира исполняет свой долг и отдает борьбе то немногое, что мы можем отдать – наши жизни, наше самопожертвование, – придется в ближайшее время пасть на земле, орошенной нашей кровью и ставшей поэтому нашей, знайте: мы осознаем масштаб наших действий и рассматриваем себя лишь как частичку великой армии пролетариата – и при этом гордимся тем, что восприняли основной урок Кубинской революции и ее главного лидера, урок, вытекающий из положения, которое они занимают в этой части планеты: «Что значит опасность, угрожающая одному человеку или даже целому народу, что значат их жертвы, когда на кону судьба человечества?»

Наши действия – это боевой антиимпериалистический клич и призыв к объединению народов мира против главного врага рода человеческого – против Соединенных Штатов Америки. И где бы ни застала нас смерть – мы приветствуем ее, если только наш боевой клич достигнет чуткого уха, и новые руки подхватят наше оружие, и новые бойцы готовы будут пропеть нам надгробные песни – под аккомпанемент пулеметов и новых боевых кличей и криков победы.

Tricontinental. Suplemento especial, 16 de abril de 1967. Granma. 17 de abril de 1967.

© Александр Тарасов, перевод, примечания. Авторский вариант. Сетевая публикация: scepsis.ru
Опубликовано (с редакционными изменениями) в книге: Эрнесто Че Гевара. Статьи. Выступления. Письма. М.: Культурная Революция, 2006. С. 514–530.


1. Конференция трех континентов («Триконтиненталь») проходила в Гаване весной 1966 года, на ней была основана Организация солидарности народов Азии, Африки и Латинской Америки (ОСПАААЛ). В течение 1964-1965 годов Э. Че Гевара принимал активное участие в подготовке Конференции и создании ОСПАААЛ.

2. Имеется в виду Карибский ракетный кризис.

3. Нго Динь Дьем (Нго Динь Зьем) погиб 1 ноября 1963 года в результате организованного ЦРУ США военного переворота.

4. Имеется в виду идеологическое противостояние между КПСС и Компартией Китая, повлекшее за собой раскол в мировом коммунистическом движении.

5. Программа социальных реформ администрации Джонсона была помпезно названа программой превращения США в «Великое общество».

6. «Пять пунктов мирного урегулирования Вьетнамской проблемы» были предложены Национальным фронтом освобождения Южного Вьетнама 22 марта 1965 года и поддержаны Национальным собранием Демократической Республики Вьетнам в апреле 1965 года («4 пункта»). Они предусматривали: признание права вьетнамского народа на независимость, единство и территориальную целостность; прекращение агрессии США во Вьетнаме; вывод с территории южного Вьетнама войск США и их союзников; предоставление народу Вьетнама возможности самостоятельно решать свою судьбу, включая вопрос об объединении.

7. Предсказано за два года до кризисного 1968-го.

8. Военная интервенция США в Доминиканскую республику в 1965-1966 годах с целью недопущения к власти законно избранного президента Хуана Боша, свергнутого в результате военного переворота.

9. Расстрел американской морской пехотой в Панаме в январе 1964 года демонстраций студентов и молодежи, требовавших возвращения зоны Панамского канала.

10. Организация Американских Государств, на тот момент следовавшая в фарватере политики Вашингтона.

11. Лидер расистского режима сначала Южной Родезии (британской колонии), а затем (с 1965 года) – Родезии (непризнанного расистского государства).

12. Организация африканского единства (с 2001 года – Африканский союз).

13. В 1966 году партизанская борьба разной степени интенсивности велась во всех перечисленных странах.

14. Лидер гватемальского Революционного движения 13 ноября и Повстанческих вооруженных сил (ФАР), погиб в бою 2 октября 1966 года.

15. Колумбийский священник-партизан, социолог, теоретик «теологии освобождения», погиб в бою 15 февраля 1966 года.

16. Один из руководителей венесуэльских Вооруженных сил национального освобождения, убит правительственными агентами 21 июля 1966 года.

17. Лидер перуанского Левого революционного движения (МИР), погиб в бою 7 января 1966 года.

18. Лидер перуанского Левого революционного движения (МИР), личный друг Че, погиб в бою 23 октября 1965 года.

19. Псевдоним Хулио Сесара Масиаса Майоры, одного из основателей Революционного движения 13 ноября и Повстанческих революционных сил (ФАР) Гватемалы, командующий партизанским фронтом Гуасапа во время гражданской войны в Сальвадоре в 80-е годы, в настоящее время – ближайший помощник Ригоберты Менчу.

20. Лидер Революционного движения 13 ноября, застрелен мексиканскими пограничниками 18 мая 1970 года.

21. Один из основателей партизанской Армии национального освобождения (АНО), в 1975 году эмигрировал на Кубу.

22. Действующий лидер Революционных вооруженных сил Колумбии – Армии народа (РВСК-АН), крупнейший партизанской организации в Латинской Америки.

23. Один из лидеров Вооруженных сил национального освобождения, в настоящее время – лидер левой организации «Движение третьего пути».

24. Лидер Левого революционного движения (МИР), прекратившего вооруженную борьбу в 1971 году; в настоящее время – руководитель и полномочный представитель леволиберальной коалиции античавистской оппозиции «Демократическая координация».

25. Горный район, цитадель партизанского Фронта имени Эсекиеля Саморы, развернутого МИР.

26. Речь идет о советско-китайской дискуссии в мировом коммунистическом движении

Ομιλία του Τσε σε φοιτητές της Ιατρικής Σχολής

Η παρακάτω ιστορική ομιλία εκφωνήθηκε από τον Τσε σε κουβανούς φοιτητές της Ιατρικής, στις 20 Αυγούστου 1960.

Όλοι σχεδόν ξέρετε ότι ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως γιατρός πριν από αρκετά χρόνια. Όταν ξεκίνησα, όταν άρχισα να σπουδάζω ιατρική, οι περισσότερες από τις ιδέες που έχω σήμερα ως επαναστάτης απουσίαζαν από το οπλοστάσιο των ιδανικών μου. Ήθελα να πετύχω, όπως θέλουν όλοι. Το όνειρο μου ήταν να γίνω διάσημος ερευνητής. Το όνειρο μου ήταν να δουλεύω ακούραστα για να πετύχω κάτι που θα μπορούσε πραγματικά να τεθεί στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, αλλά, την ίδια στιγμή, θα αποτελούσε κι έναν προσωπικό θρίαμβο. Ήμουν, όπως όλοι μας, ένα παιδί του περιβάλλοντος μου. Μέσα από κάποιες ειδικές περιστάσεις, ίσως και εξαιτίας του χαρακτήρα μου επίσης, αφού πήρα το  πτυχίο μου, άρχισα να ταξιδεύω στη Λατινική Αμερική και τη γνώρισα πολύ καλά. Με εξαίρεση την Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία, επισκέφτηκα -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- όλες τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Έτσι όπως ταξίδευα, πρώτα ως φοιτητής και ύστερα ως γιατρός, άρχισα να έρχομαι σε στενή επαφή με τη φτώχεια, την πείνα, τις αρρώστιες, την αδυναμία να θεραπευτεί ένα παιδί από έλλειψη μέσων, με το μούδιασμα που προκαλούν η πείνα και οι τιμωρίες, ώσπου φτάνουμε σ’ ένα σημείο που φαντάζει ασήμαντο γεγονός να χάνει ένας γονιός το παιδί του, όπως συχνά συμβαίνει στις σκληρά δοκιμαζόμενες κοινωνικές τάξεις στην πατρίδα μας, τη Λατινική Αμερική. Κι άρχισα να βλέπω ότι υπήρχε κάτι που μου φαινόταν τότε σχεδόν εξίσου σημαντικό με την καριέρα μου ή με τη συμβολή μου στην ιατρική επιστήμη, και αυτό ήταν να βοηθήσω εκείνουςτους ανθρώπους.

Εξακολούθησα όμως να είμαι, όπως όλοι μας εξακολουθούμε να είμαστε, ένα παιδί τουπεριβάλλοντος μου και ήθελα να βοηθήσω εκείνους τους ανθρώπους με τις προσωπικές μου προσπάθειες. Είχα ήδη ταξιδέψει πολύ – βρισκόμουν τότε στη Γουατεμάλα, στη Γουατεμάλα του [δημοκρατικά εκλεγμένου Γιάκομπο] Άρμπενς – και είχα αρχίσει να κρατάω κάποιες σημειώσεις γιατη συμπεριφορά ενός επαναστάτη γιατρού. Άρχισα να εξετάζω τι χρειαζόμουν για να γίνω έναςεπαναστάτης γιατρός. Η επίθεση εξαπολύθηκε, ωστόσο: το πραξικόπημα [του 1954] οργανώθηκε από τη Γιουνάιτεντ Φρουιτ Κόμπανι, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, τον [διευθυντή της CIA] Φόστερ Ντάλες-στην πραγματικότητα, ήταν όλοι τους ένα και το αυτό – και το ανδρείκελο Καστίγιο Άρμας [με τον οποίο αντικατέστησαν τον Άρμπενς]. Η επίθεση ήταν πετυχημένη, δεδομένου ότι ο λαός δεν είχεφτάσει ακόμα στο επίπεδο ωριμότητας που έχει σήμερα ο λαός της Κούβας. Και μια ωραία μέρα εγώ,όπως πολλοί άλλοι, πήρα το δρόμο της εξορίας, ή πάντως το δρόμο της φυγής από τη Γουατεμάλα, αφού δεν ήταν αυτή η πατρίδα μου. Τότε συνειδητοποίησα κάτι βασικό: για να γίνω επαναστάτης γιατρός ή απλώς επαναστάτης, έπρεπε πρώτα να υπάρξει επανάσταση. Η μεμονωμένη προσπάθεια, η προσωπική προσπάθεια, η καθαρότητατων ιδανικών, η επιθυμία για θυσία μιας ολόκληρης ζωής στο πιο ευγενικό ιδανικό δε σημαίνουν τίποτα αν αυτή η προσπάθεια γίνεται μεμονωμένα, απόμερα, σε μια γωνιά της Λατινικής Αμερικής, απέναντι σε εχθρικές κυβερνήσεις και κοινωνικές συνθήκες που δεν επιτρέπουν την πρόοδο. Η επανάσταση έχει ανάγκη αυτό που γίνεται στην Κούβα: την κινητοποίηση ενός ολόκληρου λαού, που έχει μάθει να χρησιμοποιεί τα όπλα και να είναι ενωμένος στη μάχη, που ξέρει τι αξία έχει ένα όπλο και τι αξία έχει η ενότητα του λαού. Ερχόμαστε λοιπόν στην καρδιά του προβλήματος που έχουμε σήμερα μπροστά μας. Έχουμε ήδη το δικαίωμα και την υποχρέωση ακόμα να είμαστε, πρώτα απ’ όλα, επαναστάτες γιατροί, δηλαδή άτομα που θέτουν τις τεχνικές γνώσεις του επαγγέλματος τους στην υπηρεσία της επανάστασης και του λαού.

Επιστρέφουμε τώρα στα αρχικά ερωτήματα: Πώς δουλεύει κανείς αποτελεσματικά για την κοινωνική ευημερία; Πώς συμβιβάζει κανείς την ατομική προσπάθεια με τις ανάγκες της κοινωνίας; Πρέπει να ξαναφέρουμε στο νου μας πώς ήταν η ζωή του καθενός από εμάς, τι έκανε και τι πίστευε καθένας από εμάς, ως γιατρός ή λειτουργός της δημόσιας υγείας από άλλη θέση, πριν από την επανάσταση. Πρέπει να το κάνουμε με βαθύ κριτικό ενθουσιασμό. Θα συμπεράνουμε τότε ότι σχεδόν όλα όσα πιστεύαμε και νιώθαμε εκείνη την παλιά εποχή πρέπει να παραμεριστούν και ότι ένας νέοςτύπος ανθρώπου πρέπει να δημιουργηθεί. Αν ο καθένας από εμάς γίνει ο αρχιτέκτονας αυτού του νέου τύπου ανθρώπου για τον εαυτό του, τότε η δημιουργία αυτού του νέου τύπου ανθρώπου που θα αντιπροσωπεύει τη νέα Κούβα θα είναι πολύ ευκολότερη.

Είναι καλό για σας – τους παρόντες, τους κατοίκους της Αβάνας – να βάλετε καλά στο μυαλό σας αυτήν την ιδέα: ότι στην Κούβα γεννιέται ένας νέος τύπος ανθρώπου, που δεν μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως στην πρωτεύουσα, αλλά μπορεί κανείς να τον δει σε κάθε άλλη γωνιά της χώρας. Όσοι από εσάς πήγατε στη Σιέρρα Μαέστρα στις 26 Ιουλίου θα είδατε κάτι πολύ σημαντικό… Θα είδατε παιδιά που από το ανάστημα τους φαίνονται οχτώ ή εννιά χρονών, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι σχεδόν όλα δεκατριών ή δεκατεσσάρων. Είναι τα γνήσια τέκνα της Σιέρρα Μαέστρα, τα γνήσια παιδιά της πείνας και της φτώχειας σε όλες τις μορφές της. Είναι τα πλάσματα του υποσιτισμού. Στη μικρή μας Κούβα, με τα τέσσερα ή πέντε τηλεοπτικά κανάλια, με τους εκατοντάδες ραδιοφωνικούς σταθμούς, με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, όταν ένα βράδυ εκείνα τα παιδιά έφτασαν στο σχολείο και είδαν για πρώτη φορά ηλεκτρικό φως, αναφώνησαν ότι τα αστέρια ήταν πολύ χαμηλά εκείνη τη νύχτα. Εκείνα τα παιδιά, τα οποία κάποιοι από εσάς θα είδατε, σπουδάζουν τώρα στα σχολεία, από τις πρώτες τάξεις μέχρι την επαγγελματική κατάρτιση, μέχρι την πολύδύσκολη επιστήμη της επανάστασης. Αυτό είναι το νέο είδος ανθρώπων που γεννιέται στην Κούβα. Γεννιούνται σε απομονωμένους τόπους, σε απόμερες περιοχές της Σιέρα Μαέστρα και επίσης στις κολεκτίβες και στους χώρους εργασίας. Όλα αυτά συνδέονται στενά με το θέμα της σημερινής μας συζήτησης: την ενσωμάτωση στοεπαναστατικό κίνημα των γιατρών και των άλλων εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Γιατί το καθήκον της επανάστασης – το καθήκον της μόρφωσης και διατροφής των παιδιών, το καθήκον της εκπαίδευσης του στρατού, το καθήκον της διανομής της γης των παλιών απόντων γαιοκτημόνων σ’εκείνους που έχυναν τον ιδρώτα τους κάθε μέρα στην ίδια γη χωρίς να δρέπουν τους καρπούς της- είναι το σπουδαιότερο έργο κοινωνικής ιατρικής που έχει γίνει στην Κούβα.

Η μάχη κατά της αρρώστιας πρέπει να βασίζεται στην αρχή της δημιουργίας ενός γέρου σώματος, όχι μέσω της περίτεχνης εργασίας ενός γιατρού πάνω σ’ έναν αδύναμο οργανισμό, αλλά δημιουργώντας ένα γερό σώμα μέσω της δουλειάς ολόκληρου του συνόλου, ιδιαίτερα ολόκληρου του κοινωνικούσυνόλου.Μια μέρα η ιατρική θα πρέπει να γίνει μια επιστήμη που θα προλαμβάνει τις ασθένειες, που θα προσανατολίζει το κοινό προς τις ιατρικές υποχρεώσεις του και η οποία θα χρειάζεται να παρεμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσες για να πραγματοποιήσει μια χειρουργική επέμβαση ή να αντιμετωπίσει κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο στη νέα κοινωνία που δημιουργούμε… Εκείνο που απαιτείται γι’ αυτό το οργανωτικό έργο, όπως και για όλα τα επαναστατικά έργα, είναι το άτομο. Η επανάσταση δεν τυποποιεί, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, τη συλλογική βούληση, τη συλλογική πρωτοβουλία. Το αντίθετο, απελευθερώνει τις ατομικές ικανότητες των ανθρώπων. Αυτό που πράγματι κάνει η επανάσταση είναι να κατευθύνει αυτή την ικανότητα. Αποστολή μας σήμερα είναι να προσανατολίσουμε το δημιουργικό ταλέντο όλων των επαγγελματιών του τομέα της υγείας προς το έργο της κοινωνικής ιατρικής. Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής, και όχι μόνο εδώ στην Κούβα. Αντίθετα με όσα λέγονται καιπαρά τις ελπίδες κάποιων ανθρώπων, οι μορφές του καπιταλισμού που γνωρίσαμε, κάτω από τιςοποίες μεγαλώσαμε και υποφέραμε, νικιούνται σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα μονοπώλια νικιούνται. Η σοσιαλιστική επιστήμη σημειώνει κάθε μέρα νέους, σημαντικούς θριάμβους. Έχουμε την περηφάνια και το καθήκον να βρισκόμαστε στην πρωτοπορία ενός κινήματος απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική, το οποίο ξεκίνησε πριν από καιρό στις άλλες υποδουλωμένες ηπείρους της Αφρικής και της Ασίας. Αυτή η βαθιά κοινωνική αλλαγή απαιτεί επίσης πολύ βαθιές αλλαγές στη νοοτροπία των ανθρώπων.

Ο ατομικισμός ως τέτοιος, ως η μεμονωμένη δράση ενός προσώπου στο κοινωνικό περιβάλλον, πρέπει να εκλείψει στην Κούβα. Αύριο ο ατομικισμός θα πρέπει να είναι η σωστή χρησιμοποίηση όλων των ατόμων προς όφελος της κοινότητας. Αλλά, αν και όλα αυτά, όλα όσα λέω, γίνονται κατανοητά σήμερα, αν και όλοι είναι πρόθυμοι να σκεφτούν λίγο το παρόν, το παρελθόν και το πώς θα πρέπει να είναι το μέλλον, η αλλαγή του τρόπου σκέψης απαιτεί βαθιές εσωτερικές αλλαγές και συμβολή στην πραγματοποίηση βαθιών εξωτερικών αλλαγών, κυρίως κοινωνικών. Αυτές οι εξωτερικές αλλαγές πραγματοποιούνται στην Κούβα καθημερινά. Ένας τρόπος να μάθετε γι’αυτή την επανάσταση, να γνωρίζετε τις δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι, δυνάμεις που ήταν λανθάνουσες για τόσο καιρό, είναι να επισκεφτείτε όλη την Κούβα, να επισκεφτείτε τις κολεκτίβες και όλους τους χώρους δουλειάς που δημιουργούνται. Κι ένας τρόπος για να φτάσετεστην καρδιά του ιατρικού ζητήματος είναι όχι μόνο να γνωρίσετε, όχι μόνο να επισκεφτείτε αυτά ταμέρη, αλλά να γνωρίσετε και τους ανθρώπους που συνθέτουν αυτές τις κολεκτίβες και τα κέντρα εργασίας. Πηγαίνετε εκεί και μάθετε τι αρρώστιες έχουν, από τι πάσχουν, από πόση φτώχεια υπέφεραν σ’ όλη τους τη ζωή, φτώχεια που κληρονόμησαν από αιώνες καταπίεσης και απόλυτης υποταγής. Ο γιατρός, ο νοσοκόμος, θα φτάσουν τότε στην καρδιά της νέας δουλειάς τους, δηλαδή ως άτομα μέσα στις μάζες, άτομα μέσα στην κοινότητα. Ό,τι κι αν συμβαίνει στον κόσμο, μένοντας πάντα κοντά στον άρρωστο, γνωρίζοντας καλά την ψυχολογία του, εκπροσωπώντας εκείνους που έρχονται κοντά στον πόνο και τον ανακουφίζουν, ο γιατρός έχει πάντα πολύ σημαντικό έργο, ένα έργο μεγάλης ευθύνης στην κοινωνική ζωή. Πριν από λίγο καιρό, λίγους μήνες, συνέβη εδώ στην Αβάνα μια ομάδα φοιτητών που μόλις είχανπάρει το πτυχίο της ιατρικής να μη θέλουν να πάνε στην ύπαιθρο και ζητούσαν επιπλέον πληρωμή για να το κάνουν. Από την οπτική γωνία του παρελθόντος είναι περισσότερο από λογικό να συμβαίνειαυτό- έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται και το καταλαβαίνω. Θυμάμαι πως έτσι ήταν τα πράγματα, έτσι σκέφτονταν οι άνθρωποι πριν από μερικά χρόνια. Για ακόμα μια φορά είναι ο μονομάχος στην επανάσταση, ο μοναχικός πολεμιστης αυτός που θέλει να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον, καλύτερες συνθήκες, και να κερδίσει την αναγνώριση για αυτό που κάνει. Τι θα συνέβαινε όμως αν δεν ήταν αυτά τα άτομα – οι οικογένειες των οποίων στην πλειονότητα τους μπορούσαν να πληρώσουν για τις σπουδές τους – εκείνα που ολοκλήρωσαν τα μαθήματα τους και αρχίζουν τώρα να ασκούν το επάγγελμα τους; Τι θα συνέβαινε αν στη θέση τους ήταν διακόσιοι, τριακόσιοι χωρικοί αυτοί που θα ξεπρόβαλλαν – σαν από θαύμα, ας πούμε – από τις αίθουσες διαλέξεων του πανεπιστημίου; Αυτό που απλώς θα συνέβαινε είναι ότι αυτοί οι χωρικοί θα έτρεχαν αμέσως και με μεγάλο ενθουσιασμό να φροντίσουν τα αδέρφια τους. Θα ζητούσαν τις θέσεις με τη μεγαλύτερη ευθύνη και την περισσότερη δουλειά, για να δείξουν ότι τα χρόνια σπουδών δε σπαταλήθηκαν άσκοπα. Αυτό θα συμβεί σε έξι εφτά χρόνια, όταν οι νέοι φοιτητές, παιδιά της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, θα πάρουν τα πτυχία τους. Δεν πρέπει όμως να βλέπουμε το μέλλον μοιρολατρικά και να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς και σε αντεπαναστάτες. Αυτό είναι απλουστευτικό, δεν είναι αλήθεια, και τίποτα δε διαπαιδαγωγεί περισσότερο έναν έντιμο άνθρωπο από το να βιώσει τηνεπανάσταση.Κανένας από εμάς, απ’ όσους φτάσαμε πρώτοι με το Granma, εγκατασταθήκαμε στη Σιέρα Μαέστρα και μάθαμε να σεβόμαστε τον αγρότη και τον εργάτη, ζώντας μαζί τους, κανένας από εμάς δεν ήτανεργάτης ή αγρότης στο παρελθόν. Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που είχε χρειαστεί να δουλέψουν, πουείχαν γνωρίσει ορισμένες ανάγκες σαν παιδιά.

Την πείνα όμως, την αληθινή πείνα, κανείς μας δεν τηνείχε γνωρίσει και αρχίσαμε να μαθαίνουμε τι θα πει πείνα, προσωρινά, τα δύο χρόνια πάνω στη Σιέρρα Μαέστρα. Και τότε πολλά πράγματα έγιναν ξεκάθαρα… Μάθαμε ότι η ζωή ενός ανθρώπου αξίζει εκατομμύρια φορές περισσότερο απ’ όλη την περιουσία του πλουσιότερου ανθρώπου στη γη. Τομάθαμε εκεί εμείς, που δεν ήμαστε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς. Γιατί λοιπόν ναδιαλαλήσουμε τώρα ότι είμαστε οι προνομιούχοι και ότι ο υπόλοιπος λαός της Κούβας δεν μπορεί κιαυτός να μάθει; Ναι, μπορούν, να μάθουν. Σήμερα μάλιστα η επανάσταση απαιτεί να μάθουν, απαιτεί να καταλάβουν καλά ότι η περηφάνια που πηγάζει από την εξυπηρέτηση του συνανθρώπου μας είναιπολύ σημαντικότερη από ένα καλό εισόδημα· ότι η ευγνωμοσύνη των ανθρώπων είναι μονιμότερη, διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ όσο χρυσάφι μπορεί να συσσωρεύσει κάποιος. Κάθε γιατρός, στη σφαίρα της δραστηριότητας του, μπορεί και πρέπει να συγκεντρώσει αυτό τον πολύτιμο θησαυρό, την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων. Πρέπει τότε να αρχίσουμε να διαγράφουμε τις παλιές αντιλήψεις μας και να ερχόμαστε όλο και πιοκοντά στο λαό με κριτικό πνεύμα. Όχι με τον τρόπο που τον πλησιάζαμε πριν, γιατί όλοι θα πείτε: «Όχι, εγώ είμαι φίλος του λαού. Μου αρέσει να μιλάω με εργάτες και αγρότες και τις Κυριακές πηγαίνω στο τάδε μέρος για να δω τοτάδε πράγμα». Όλοι το έκαναν αυτό. Αλλά το έκαναν υπό τύπον ελεημοσύνης και αυτό που πρέπει να προωθήσουμε σήμερα είναι η αλληλεγγύη. Δεν πρέπει να πλησιάζουμε το λαό για να λέμε: «Να’ μαστε. Ερχόμαστε να σας ελεήσουμε με την παρουσία μας, να σας διδάξουμε την επιστήμη μας, να καταδείξουμε τα λάθη σας, την έλλειψη λεπτότητας και στοιχειώδους γνώσης που σας διακρίνει».

Πρέπει να τον πλησιάζουμε με ερευνητικό ζήλο και ταπεινό πνεύμα, για να μαθαίνουμε από αυτή τη μεγάλη πηγή σοφίας που είναι ο λαός. Συχνά συνειδητοποιούμε πόσο λανθασμένες ήταν κάποιες αντιλήψεις μας, οι οποίες είχαν γίνει κομμάτι του εαυτού μας και, αυτόματα, της συνείδησης μας. Κάθε τόσο έπρεπε να αλλάζουμε όλεςτις αντιλήψεις μας, όχι μόνο τις γενικές, κοινωνικές ή φιλοσοφικές αντιλήψεις, αλλά πότε πότε και τιςαντιλήψεις μας για την ιατρική. Θα δούμε ότι οι ασθένειες δε θεραπεύονται πάντα όπως θεραπεύεται μια αρρώστια στο νοσοκομείο μιας μεγάλης πόλης. Θα δούμε ότι ο γιατρός πρέπει να είναι και αγρότης, ότι πρέπει να μάθει να καλλιεργεί νέα τρόφιμα και, με το παράδειγμα του, να καλλιεργεί τηνεπιθυμία για κατανάλωση νέων τροφίμων, για διαφοροποίηση της διατροφικής δομής στην Κούβα -τόσο μικρής και τόσο φτωχής σε μια αγροτική χώρα που είναι εν δυνάμει η πλουσιότερη στη γη. Θα δούμε τότε ότι κάτω από αυτές τις περιστάσεις θα πρέπει να είμαστε και παιδαγωγοί, ότι θα πρέπει επίσης να είμαστε και πολιτικοί – ότι το πρώτο που θα πρέπει να κάνουμε δεν είναι να προσφέρουμε τη σοφία μας, αλλά να δείξουμε άτι είμαστε έτοιμοι να μάθουμε με το λαό, να φέρουμε σε πέρας αυτή τη σπουδαία και όμορφη κοινή εμπειρία – να χτίσουμε μια νέα Κούβα.

Έχουμε ήδη κάνει πολλά βήματα και η απόσταση από την 1η Ιανουαρίου 1959 μέχρι σήμερα δεν μπορεί να μετρηθεί με συμβατικό τρόπο. Πριν από καιρό οι άνθρωποι καταλάβαιναν ότι εδώ είχε καταρρεύσει όχι μόνο ένας δικτάτορας, αλλά κι ένα σύστημα. Τώρα ο λαός πρέπει να μάθει ότι πάνω στα ερείπια ενός γκρεμισμένου συστήματος πρέπει να οικοδομήσουμε ένα νέο, το οποίο θα οδηγεί στην απόλυτη ευτυχία του λαού….Πειστήκαμε οριστικά ότι υπάρχει ένας κοινός εχθρός. Ξέρουμε ότι όλοι κοιτάζουν πίσω τους για να δουν μήπως τους ακούει κανείς, μήπως κρυφακούει κανείς από κάποια πρεσβεία και μεταδώσει όσα ακούει, πριν πουν ξεκάθαρα τη γνώμη τους κατά των μονοπωλίων, πριν πουν ξεκάθαρα: «Εχθρός μας και εχθρός ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής είναι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που στηρίζει τα μονοπώλια». Αν όλοι ξέρουν ήδη ότι αυτός είναι ο εχθρός και αν έχουμε ως αφετηρία μας τη γνώση ότι όποιος παλεύει εναντίον αυτού του εχθρού έχει κάτι κοινό με εμάς, τότε προχωρούμε παρακάτω. Ποιοι είναι οι στόχοι μας εδώ στην Κούβα; Τι θέλουμε; Θέλουμε την ευτυχία του λαού ή όχι; Παλεύουμε για την απόλυτη οικονομική απελευθέρωση της Κούβας ή όχι; Δεν παλεύουμε για να είμαστε μια ελεύθερη χώρα ανάμεσα σε ελεύθερες χώρες, χωρίς να ανήκουμε σε κανένα στρατιωτικό συνασπισμό, χωρίς να πρέπει να συμβουλευόμαστε την πρεσβεία οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης για κάθε απόφαση που παίρνουμε για εσωτερικά και διεθνή θέματα; Δε σκεφτόμαστε να ανακατανείμουμε τον πλούτο εκείνων πουέχουν πάρα πολλά για να δώσουμε σ’ εκείνους που δεν έχουν τίποτα; Δε σκεφτόμαστε εδώ να προσφέρουμε δημιουργικό έργο, μια δυναμική καθημερινή πηγή ευτυχίας; Αν ναι, τότε έχουμε ήδη τους στόχους στους οποίους αναφερθήκαμε… Σε καιρούς μεγάλου κίνδυνου, σε καιρούς μεγάλης έντασης και μεγάλης δημιουργίας, αυτό που έχει σημασία είναι ο μεγάλος εχθρός και οι μεγάλοι στόχοι. Αν συμφωνούμε, αν όλοι μας ξέρουμε ήδη πού πηγαίνουμε, τότε, ό,τι κι αν συμβεί, πρέπει να αρχίσουμε τη δουλειά μας. Σας έλεγα ότι για να είναι κανείς επαναστάτης πρέπει να υπάρχει επανάσταση. Την έχουμε ήδη. Κι ένας επαναστάτης πρέπει επίσης να γνωρίζει τους ανθρώπους με τους οποίους πρόκειται να δουλέψει .Πιστεύω ότι δε γνωρίζουμε ακόμα καλά ο ένας τον άλλο. Πιστεύω ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας… [Ωστόσο] αν γνωρίζουμε τους στόχους, αν γνωρίζουμε τον εχθρό και αν γνωρίζουμε προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε, τότε το μόνο που μας απομένει είναι να μάθουμε πόση απόσταση πρέπει να διανύουμε κάθε μέρα και να το κάνουμε. Κανένας δεν μπορεί να πει πόση είναι αυτή η απόσταση· η απόσταση αυτή είναι η προσωπική πορεία κάθε ανθρώπου – είναι αυτό που θακάνει κάθε μέρα, αυτό που θα κερδίζει από την προσωπική του εμπειρία και αυτό που θα δίνει απότον εαυτό του ασκώντας το επάγγελμα του, αφοσιωμένος στην ευημερία του λαού. Αν διαθέτουμε ήδη όλα τα στοιχεία για να βαδίσουμε προς το μέλλον, ας θυμηθούμε τη φράση του Χοσέ Μαρτί, την οποία πρέπει να εφαρμόζουμε διαρκώς: «Ο καλύτερος τρόπος να πεις κάτι είναι νατο κάνεις».

Ας βαδίσουμε λοιπόν προς το μέλλον της Κούβας.

Πηγή: Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, Latinoamericana, Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, 2004. Το πλήρες κείμενο αυτής της ομιλίας περιλαμβάνεται στη νέα έκδοση του Che Guevara Reader, που εκδόθηκε από την Ocean Press το 2003.

Τζoν Λι Άντερσον (Jon Lee Anderson)

Ο Τζον Λι Άντερσον είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος-ερευνητής και αρθρογράφος του περιοδικού New Yorker. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1957. Είναι ο συγγραφέας του πλέον διάσημου βιογραφικού βιβλίου γιά τον Τσε με τίτλο «Che Guevara: A Revolutionary Life», που εκδόθηκε το 1997, ενώ η έρευνα του στη Βολιβία οδήγησε στην ανακάλυψη των λειψάνων του Γκεβάρα στο Βαλεγκράντε.

Ο Άντερσον έχει συνεργαστεί με έντυπα όπως οι New York Times και το The Nation, έχοντας δημοσιεύσει ποικίλλες ανταποκρίσεις από εμπόλεμες ζώνες συμπεριλαμβανομένων των Αφγανιστάν, Ιράκ, Ιράν, Λίβανος, Ελ Σαλβαδόρ και Ουγκάντα.

‘Che’ Guevara: A Sociological Analysis of a Life (Part One)

By Robin West*.

Whether we choose to regard Ernesto ‘Che’ Guevara as the tragic Hegelian ‘world-individual’ whose passions are exploited and exhausted in the dialectic of change, or as an individual who finds the odds against him in his attempt to implement widespread ideological change, focus primarily falls on the actions of the historical Guevara in the context of voluntarism. Yet, as Bourdieu (1977) points out, passions and emotions become mere escapes into the transcendental layer of the self when the locus of agency is seen purely in terms of the subjective – and the agental determinisms of the objective world, toward which these passions are directed, is denied. Alternatively, to treat the actions of an individual as directly determined by prevailing conditions, external influences, or predetermined ‘roles’, is to exclude the reflective and agental capabilities of the knowledgeable actor. This paper focuses on significant events in Guevara’s life by aligning influential factors with contemporary theories of structure and agency.1 Following an introduction to the composition of his early years, Part One will consider Guevara’s youthful travels in Latin America and will draw mainly on the formation of his character by considering emotional responses as emergent properties of habitus. In Part Two, by examining the events of Che’s penultimate (and disastrous) escapade in post-colonial Congo, I suggest that dominant residues of the habitus may have affected his powers of judgement and agency when faced with multi-dimensional external structures.

I. The development of an egalitarian character: habitus and the experience of doxa.

Youth and the accumulation of dispositions.

Ernesto Guevara was born in 1928 into a blue-blooded line of Argentinian aristocracy. His father was of Spanish-Irish descent whilst his mother, Celia, came from a distinguished and landed lineage. Ernesto’s grandmother had been prominent socially as a liberal and iconoclast and was a significant figure in his life. Although Celia was educated in Catholicism, any leanings in this direction were tempered by the influence of her elder sister – a card-carrying communist – and she eventually emerged as a ‘socialist, anti-clerical feminist’. Prior to Guevara’s meeting with Fidel Castro, Celia was to be the major intellectual and political figure in his life. At the time of his birth, Argentina was a prosperous, fledgling democracy that aspired to join the ranks of ‘first world’ nations. By the late 1930’s the effects of the Depression had transformed it into a shadow of its former self: the economy collapsed, right-wing pressure groups were formed; the middle-class became disillusioned and eventually democracy was replaced by military rule. All this led to ideological polarisation and great cultural changes for the nation. During this time, Ernesto attended public school, giving rise to some curious paradoxes in his early life. Prior to the Depression, Argentina had been a fairly homogenous society that aimed at improving equality – hence Ernesto studied alongside pupils from destitute neighbourhoods and social elites alike. However, the economic troughs of the Thirties saw the emergence of a new working class compounded from the now redundant agricultural sector. Thus, on the one hand, Ernesto had early intellectual experience of social diversity – and, on the other, he was spatially separated by his social position as a scion of the Argentine elite: a position that gave him a cultural and self-enhancing advantage.

Through this sketch of the cultural background of Guevara, a sense of the initial factors that combined to furnish a particular socially conditioned disposition is revealed. We can see the nascent forms of the intellectual and cultural capital that will affect his sense of reflexive judgement in relation to external structures in later life. Bourdieu has defined the notion of a ‘socialised subjectivity’ as the habitus (Bourdieu and Wacquant, 1992:126): that is to say that it is the sum of the acquired patterns of thought, behaviour, and aestheticism that provides the initial bridge between the subject as ‘agent’ and the determinism of objective social structures. Habitus can therefore be considered as the internalised storehouse of cultural capital from which we draw according to the relevant situation, and which will reflect the social constitution of our ‘generalised’ worldview as a ‘system of cognitive and motivating structures’ (Bourdieu, 1977:76). In much the same manner in which Giddens considers structures as ‘rules and resources’ existing as memory traces and as the ‘organic basis of human knowledgeability’ (1984:377), habitus defines the normative conditions of the cultural ‘lifeworld’ that are drawn on as a pre-reflexive source in the individual’s phenomenological activity. An example can be taken from an experience in Ernesto’s early life. The street in which he lived bordered a shantytown district of dispossessed workers wherein a character known as the ‘man of dogs’ (as a legless cripple, he was pulled around on a small chariot by a brace of hounds) resided. One day the local children took to taunting and molesting him. Ernesto’s reaction was to attempt to intervene and plead with the children to stop – yet he was met with mockery not from the children, but from the cripple he had tried to defend, whose eyes were ‘filled with an ageless, irreparable class hatred’. This incident perhaps illustrates Ernesto’s disposition towards injustice embedded in his habitus and reflects the normative structures underlying bourgeois family life. It also reveals the taken-for-granted distinction, not so much between class divisions, but with regard to the fact that his actions could somehow be separated from his elite social positioning. Bourdieu points to the element of conservatism at play in the way that we pre-reflexively accept uncontested accounts of our social world (Bourdieu and Wacquant, 1992:73-74): hence pre-reflexive appraisals are defined as the doxic realm in which categorisations (such as class) conform to the established order (Bourdieu, 1977:164). Guevara’s position during this encounter can be considered as the doxa of the bourgeois ‘socialist’ lifeworld in the sense that the intellectualisation of egalitarianism effectively serves to reify class divisions. Consequentially, the contempt directed towards the cripple’s ‘saviour’ reveals the fact that the status of ‘enemy’ was conferred not on the attackers, but on the ‘rich child trying to defend him’.

In Guevara’s middle-class lifeworld the naturalisation of a class society presupposes any discourse on equality – the latter relying on the recognition of a heterodox account of antagonistic social positions. It is in this context that Mouzelis (1991:100) separates the paradigmatic from the syntagmatic play of exchanges in social interaction.3 That Guevara consciously acts on his own ethical standpoint in the above incident does not obscure the sociological observation that he uncritically imposes the ‘virtual’ morality of his habitus onto an ‘actual’ world built on diverse experiences. The consequence is the instigation of an interactional dualism in which his sense of agency is restricted. The clash of different lifeworlds, typically in the form of culturally instilled ethical agency versus antagonistic embedded structures, is a theme that re-occurs throughout his life. The following account of his travels in Latin America will draw on this premise through a hermeneutical interpretation of the intellectual challenges faced during this time and, by arguing that the modification of consciousness enriches the scope of habitus, explain how this period may have been instrumental in the intended, and unintended, outcomes of future actions.

My underlying argument is twofold: first, I suggest that Ernesto’s habitus emerges from this standpoint and is initially drawn upon in practice as the unreflexive enactment of internalised rule-games. Second, I consider the possibilities for atypical action that result from reflexive evaluations of situations. That these may fall beyond the scope of a priori experience does not conflict with Bourdieu’s emphasis on the durable and transposable nature of habitus (1977:95). Certainly, habitus should be considered as orienting the individual toward a predisposition for ‘particular’ forms of practical action (Burkitt, 2002:225), however, as new objective structures are encountered, then new modes of habitus arise in response to emergent realities (cf. King, 2000:428). This, of course, suggests that actors do not enter into new situations with tabula rasa minds given the anterior determinism of their ‘personal and culturally nuanced ideas and memories’ (Stones, 1996:48). However, whilst Bourdieu’s sense of habitus appears to bear a quality that transcends the objectivist-subjectivist divide, without due modification, it retains an overly deterministic character through its emphasis on culturally inherited dispositions (in the last instance). In terms of the individual qua personality, Bourdieu suggests that each individual system of dispositions should be considered merely as a structural variant of the wider group habitus and as the expression of the difference between subjective life courses both inside and outside of the group (1977:86). We will notice, however, that in stating this Bourdieu does not adequately consider the developmental role of subsequent experience that may occur beyond the scope of culturally instilled dispositions. By this I imply those experiences that may serve to substantiate a specific trait of character4 through either emotional or evaluative ratifications. Thus, and as Mouzelis (1991) elaborates, we must allow for the experiential trajectory that removes the actor from the limitations of pre-reflexive habitus in the form of the dispositional dimension of attitudes, skills and norms, that do not derive from a specific role, but from the actor’s wider experience of life vis-à-vis new situations. To understand actions it is necessary to look for the ‘situational dimension of social life’ that reveals an order of interaction between participants and their respective lifeworlds (cf. Mouzelis, 1991:198).

It is at this juncture that we must seek the phenomenological dimension of the actor that selectively (if not unconsciously) draws on, or rejects, the stock of cultural knowledge in conjunction to the experiences that are faced in unique interactions. It is then perhaps best to think of dispositional attributes as existing on a continuum that flows between the objective and subjective worlds.5 My overall aim is to highlight the conflicts that arise in this modification of habitus but, nonetheless, to stress the resilience of early formulations of belief and strategies. Therefore, in the subsequent accounts of events in Guevara’s life, I intend to illustrate the intransitive and transitive6 content of habitus rooted in both cultural conditioning and common-sense ‘relational’ understandings respectively. With reference to the unintended and intended outcomes of his actions, I am suggesting that habitus necessarily retains a sense of ontological dualism within the agent due to the co-existence of deeply embedded dispositions and the capacity for effective (or erroneous) reflexivity. In short, habitus simultaneously displays qualities of inertia and dynamism (cf. Noble and Watkins, 2003:524).7 In this sense, there is a constant tension between the generative possibilities of habitus and those restrictions emerging from attempts to synthesise the motivations inherent to diverse cultural beliefs.

The conjunctural development of habitus.

Between 1951 and 1954, Guevara travelled extensively through Latin America. With the above suggestions in mind, we can think of Ernesto’s trips in terms of both an initiation rite to the wider culture of the continent’s lifeworld and as a political epiphany that increases the scope of habitus. There are a number of interactions during this period that can be considered as revealing the relevance of habitus as either constricting or enabling – or, as Bourdieu (1984; 1993a; 1993b) sets out, disclosing the existence of cultural fields that consist of the objective relations between culturally positioned actors that enable or prevent the activation of a particular type of cultural capital. Initially he travelled, with a companion, from Chile through to Venezuela. I will focus on one instance that gave a broader vision of the ‘order of things’ and the conditions that underlay the social and political status quo that perpetuated a distinct sense of caste and inequality outside of his native Argentina.

We must take as an entry point the hybridity of socialism and an emotional interest (cf. James, 1884) in native culture that lay at the core of Ernesto’s personality: both can be attributed to the educational capital underlying bourgeois habitus, thus enabling later evaluations. Perhaps it is Guevara’s fascination for the ‘exotic’ that becomes fused with a nostalgic sense of primitive communism and fervent anti-imperialism that stands out in his account of this time. We find here the nascent interpretations of the reality of social divisions and the attribution of a ‘meaning’ to national and class struggle. As I hope to show in the final section, the effects that this modification of habitus has in subsequent situations have both intended and unintended outcomes on agental conduct in terms of reflexivity, motivation, and the prioritisation of concerns.

One episode in particular represents the overall point that I am trying to make. In his journey through Latin America, Guevara, apparently for the first time, engaged with the industrial proletariat and was immediately attracted both by their ‘difference’ and the limitations of authentic contact. Whilst in transit through Chile, the pair planned a visit to the Chuquicamata copper mine and, waiting for official permission, spent the night with a working couple who were ardent communists. Ernesto was acutely aware of the differences between himself and these individuals who had suffered at the hands of the authorities for their political beliefs. His diary entry is worth reproducing so as to catch the essence of the phenomenological conception that bridges his inner-world as habitus and the alien exterior world:

The couple, numb with cold, huddling together in the desert night, were a living symbol of the proletariat the world over. They didn’t have a single blanket to sleep under […] it was one of the coldest nights I’ve ever spent; but also one which made me feel a little closer to this strange, for me anyway, human species […]. Although by now we could barely make out the couple in the distance, the man’s singularly determined face stayed with us and we remembered his simple invitation: ‘Come, comrades, come and eat with us. I’m a vagrant too,’ which showed he basically despised our aimless travelling as parasitical. (Guevara, 1996:59-60. My emphasis.)

Here we seem to find echoes of the incident with the Argentinian cripple in the sense that Guevara bases his perceptual evaluation on the uncontested ethics of bourgeois mentality – hence he is unnerved by the critical rationality of his host. In terms of the distinction of habituses, there is a gulf between the shared understandings of either party – the middle-class adventurer who nonetheless proffers an ethical reflection of the situation falls short of the reality of the lived experience with which he is faced. This perhaps is not surprising given that each party in the interaction inhabit a field that does not allow for the mutual synthesis of dispositions. Despite the element of human ‘connectedness’ in the situation, it falters due to the collision of antagonistic cultural positions. Ernesto and his companion are culturally competent in their own field, yet they cannot ‘cash in’ their capital for their hosts are oblivious to the cultural rationale behind the desire to acquire knowledge through travelling. Guevara’s interpretation of the plight of the couple reveals an innocent ethical stance that takes in the tragedy of the moment but remains politically naïve; hence he declares that what had ‘burgeoned’ in the communist worker was merely the natural desire for a better life, ‘a protest against persistent hunger transformed into a love for this strange doctrine, whose real meaning he could never grasp’ but when translated as ‘bread for the poor’ became something that the worker could understand (ibid:60). In this sense, it is an almost poetic interpretation of a political affiliation that demeans the agency of the worker through its adherence to dispositional beliefs, but one, nonetheless, that prompts Guevara to engage in a level of reflection that will propel him towards a closer affiliation with the working class. This reflexivity is enabled via the occurrence of a unique situational dimension (cf. Mouzelis, 1991:198).

This youthful simplicity vis-à-vis the actual conditions of the proletariat and the wider political context becomes blurred with his interpretation of indigenous culture that is formed by the access to, and conditions of, his educational background. Thus habitus ensures an intellectual knowledge of the indigenous position, yet is impoverished by a lack of intimate contact with the ‘real world’ of events. Guevara was ‘fascinated by the tropics with their mulatto and black exoticism’ that was ‘so starkly different from his white, middle-class Buenos Aires’. He was enraptured by the ‘richness’ of indigenous culture and the mysteries that were buried in the ruins of Indian architecture – such cultural remnants signifying the last border of resistance against Spanish imperialism. What I intend to argue here is that Ernesto’s critical reflections on situations he encounters have a considerable outcome on his sense of agency. Through the newly acquired knowledge of social settings and positions, he is able, as Mouzelis outlines, to make sense of ‘micro-situations’ by constructing abstract typifications of the social world (1991:89). This seems to be consolidated into a new worldview (based increasingly on the idea of mutual Latin-Americanism) through the process of associating concrete perceptions with his (limited) understanding of ideological issues and ethical position. In the case of Guevara, Mouzelis seems quite right when he suggests that ‘these typifications are often erroneously perceived as actual macro-structures that subsume, control or generate micro-situations’ (ibid.), for the simplistic associations belie both the structural reality and the actual ordering of concerns of other individuals.

* Robin West is a teaching fellow at the University of Essex (U.K.).

Χουάν Αλμέϊδα Βόσκε (Juan Almeida Bosque)

Juan Almeida BosqueΟ Χουάν Αλμέιδα Βόσκε (Juan Almeida Bosque) ήταν εκ των αρχικών ηγετών της Κουβανικής Επανάστασης, σύντροφος του Τσε Γκεβάρα στον αντάρτικο αγώνα. Γεννήθηκε στις 7 Φλεβάρη 1927 στην Αβάνα. Μετά την επιτυχία της Επανάστασης, ήταν από τις εξέχουσες προσωπικότητες του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας. Την στιγμή του θανάτου του, στις 11 Σεπτέμβρη του 2009, κατείχε την θέση του αντιπροέδρου του κουβανικού λαϊκού συμβουλίου.

Ο Βόσκε ήταν αφρικανικής καταγωγής και ο πλέον αναγνωρίσιμος αφροκουβανός επαναστάτης και πολιτικός. Είχε λάβει μέρος στην ένοπλη επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα το 1953 και ήταν εκ των 82 επιβαινόντων του πλοιαρίου Γκράνμα το 1956. Για τις υπηρεσίες του στον κουβανικό λαό του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του «Ήρωα της Δημοκρατίας της Κούβας».

Η ταφή του Βόσκε έγινε σε μαυσωλείο στο Σαντιάγκο ντε Κούβα, όπου πολέμησε με γεναιότητα τα χρόνια της επανάστασης.

Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι

Του Πάνου Πικραμένου.

Την τελική απόφαση πάντως για την δράση στην Βολιβία την πήρε ο Φιντέλ Κάστρο σε συνεργασία με τον αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών της Κούβας. Ο Τσε, ενοχλημένος από το γεγονός ότι ο Κάστρο δημοσιοποίησε την αποχαιρετιστήρια επιστολή που του είχε εγχειρήσει πριν αναχωρήσει για το Κονγκό, γεγονός που ουσιαστικά απέκλειε την επιστροφή του στην πολιτική ζωή της Κούβας, δεν φαινόταν να έχει διάθεση να επιστρέψει στην Αβάνα. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός στενού φίλου του και υψηλόβαθμου στελέχους της κουβανέζικης κυβέρνησης για να δεχθεί τελικά να πραγματοποιήσει ένα ανεπίσημο ταξίδι. Επέστρεψε στην Κούβα στα μέσα Ιουλίου 1966. Αυτή τη φορά σιωπηλά, χωρίς επίσημες υποδοχές. Αμέσως κατευθύνθηκε σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα, όπου ασχολήθηκε με την εκπαίδευση των ανταρτών που θα αναχωρούσαν για τη Βολιβία.

Η επιλογή αυτής της χώρας θα αποδεικνυόταν καταστροφική για τον ίδιο και παραμένει αίνιγμα γιατί δεν είδε εξαρχής ότι οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την επιβίωση ενός αντάρτικου κινήματος. Όμως στην Τριηπειρωτική διάσκεψη της Αβάνας, ο Φιντέλ Κάστρο φάνηκε να επανεξετάζει τη στρατηγική της εξάπλωση του αντάρτικου σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, κρατώντας αποστάσεις από τα επίσημα κομουνιστικά κόμματα. Η Βολιβία, ως ηπειρωτική χώρα, ήταν η πιο φτωχή και καθυστερημένη της Λατινικής Αμερικής. Είχε το μεγαλύτερο ποσοστό αναλφάβητων και καθυστερημένων Ινδιάνων από όλες τις άλλες χώρες, ενώ πολιτικά ήταν η πιο ασταθής, αφού μετά το1825, που ανακηρύχτηκε ανεξάρτητη δημοκρατία, πραγματοποιήθηκαν 189 αλλαγές κυβερνήσεων, πολλές με βίαιο τρόπο.

Το 1952 ξέσπασε λαϊκή επανάσταση και το Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα κατέλαβε την εξουσία. Όμως οι ελπίδες διαψεύστηκαν, γιατί σύντομα η κυβέρνηση, οργάνωσε μία κτηνώδη μυστική αστυνομία, καταλήστεψε τα δημόσια ταμεία και συμμάχησε με τις ΗΠΑ απ’ όπου προμηθεύτηκε σύγχρονο οπλισμό. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν διασπασμένο στην βάση της διαμάχης Κίνας-ΕΣΣΔ. Το Μαοϊκό κομμάτι υποστήριζε ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επανάσταση και να στηριχθεί στο αντάρτικο υπαίθρου, ενώ το φιλοσοβιετικό ακολουθώντας την γραμμή της προσέγγισης με την Δύση, ήταν αντίθετο. Η κατάσταση ήταν χειρότερη από πριν, και το 1964 ένα στρατιωτικό πραξικόπημα τερμάτισε την θητεία της κυβέρνησης. Οι αξιωματικοί του στρατού που ανέλαβαν την διακυβέρνηση είχαν όλοι εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ και ήταν φιλοαμερικανοί. Τον Οκτώβριο 1966, κοντά στον ποταμό Νακαχουασού της Βολιβίας θα νοικιαστεί ένα απομονωμένο αγρόκτημα για να χρησιμοποιηθεί ως βάση της αντάρτικης ομάδας. Σύμφωνα με τα σχέδια θα λειτουργεί και ως εκπαιδευτικό κέντρο για νεοσύλλεκτους. Το πρόγραμμα προέβλεπε ότι η εκπαίδευση θα άρχιζε στις 15 Νοεμβρίου και θα τελείωνε στις 20 Δεκεμβρίου. Δηλαδή σε 35 ημέρες οι νεοσύλλεκτοι έπρεπε να μεταμορφωθούν σε ικανούς μαχητές!

Ένας πρώην πράκτορας της CIA, ο Φίλι Αντί, γράφει στο βιβλίο του «Η CIA εναντίον του Τσε» ότι οι Αμερικανοί πίστευαν ότι ο Γκεβάρα μετά την αποτυχημένη εκστρατεία στο Κονγκό, νοσηλευόταν στη Σοβιετική Ένωση, επειδή είχε πάρει ένα χαλασμένο φάρμακο για το άσθμα. Όμως υπήρχε ήδη μία πληροφορία σχετικά με την οργάνωση κάποιου αντάρτικου στη Βολιβία, στην οποία ουδείς έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Παραδόξως όμως εκείνες τις ημέρες οι μυστικές υπηρεσίες της Αργεντινής θέτουν υπό επιτήρηση τα σπίτια των συγγενών του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, έχοντας ίσως κάποια πληροφορία ότι αυτός βρισκόταν κάπου κοντά στην Νότια Αμερική. Ακόμη και σήμερα οι πληροφορίες πάνω στο ζήτημα αν η CIA ήταν ενημερωμένη ή όχι, για τα σχέδια του για την Βολιβία, εξακολουθούν να είναι αντιφατικές. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τ. Άντερσον, στην βιογραφία που συνέγραψε για τον Τσε Γκεβάρα, αναφέρει ότι ο πράκτορας που είχε στρατολογήσει την Τάνια στις υπηρεσίες της Ανατολικής Γερμανίας, ένα μήνα πριν αυτή φτάσει στη Βολιβία αυτομόλησε στις ΗΠΑ και ότι η ίδια είχε σαφή προειδοποίηση από τηνΣτάζι να μη φύγει από το νησί της Κούβας, σύσταση στην οποία η ίδια δεν υπάκουσε. Αν αυτά αληθεύουν, ίσως κάποιοι να είχαν πάρει απόφαση να «τελειώνουν» με το «φαινόμενο Τσε Γκεβάρα»…

Το διαβατήριο Ουρουγουάης του μεταμφιεσμένου Τσε.

Στις 3 Νοεμβρίου ο Τσε αποβιβάστηκε στο αεροδρόμιο της Λα Παζ με το όνομα Αδόλφο Μένα Γκονζάλες και το ουρουγουανό διαβατήριο με αριθμό «Νο 130748». Είχε εμφάνιση αστού γραφειοκράτη: φαλάκρα, μαύρα γυαλιά, σκούρο κοστούμι και γραβάτα. Μαζί του έχει μια βεβαίωση του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών ότι συντάσσει έκθεση για τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις στη Βολιβία. Έφθασε στο αγρόκτημα που χρησιμεύει ως στρατόπεδο και εγκαταστάθηκε σε μια καλύβα με τσίγκινη σκεπή, που βρισκόταν κάτω από ένα δένδρο. Η ομάδα του θα ονομαζόταν Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός-ELN. Όταν ο Τσε έφτασε στην Βολιβία η στρατιωτική χούντα βρισκόταν ήδη δύο χρόνια στην εξουσία.

Στις 7 Νοεμβρίου 1966, ο Τσε ανοίγει ένα σημειωματάριο που είχε αγοράσει στην Φρανκφούρτη και γράφει: σήμερα αρχίζει μια νέα εποχή. Έτσι αρχίζει να καταγράφει στο ημερολόγιό του την εκστρατεία στην Βολιβία. Το σημειωματάριο έγινε γνωστό ως το «Ημερολόγιο της Βολιβίας». Ο Τσε Γκεβάρα αναχωρεί από την Λα Παζ και μετά από ταξίδι δύο ημερών φτάνει σε μια απομονωμένη περιοχή όπου έχει νοικιαστεί ένα αγρόκτημα που θα χρησιμεύσει ως αρχική βάση για τις εξορμήσεις τους: «Καθώς πλησιάζαμε στο αγρόκτημα σταματήσαμε τα αυτοκίνητα και συνεχίσαμε μόνο με το ένα για να μην μας υποψιαστεί ο γείτονας και αρχίσει να λέει ότι η επιχείρησή μας έχει ως σκοπό την παρασκευή κοκαΐνης (…) περάσαμε την νύχτα σε κάτι θάμνους, εκατό μέτρα μακριά από το σπίτι κοντά στον ξεροπόταμο (…) η περιοχή μοιάζει έρημη. Με αρκετή πειθαρχία μπορεί κάποιος να μείνει καιρό εδώ, χωρίς να γίνει αντιληπτός (…) Ξεκόλλησα από το σώμα μου έξι τσιμπούρια.». Η ομάδα σκάβει σπηλιές σε μια πλαγιά και ένα τούνελ για να αποθηκεύσει τρόφιμα και άλλα εφόδια. Στήνεται και ένα παρατηρητήριο για να εποπτεύουν τη φάρμα. Σε έναν μήνα οι εργασίες αυτές είχαν τελειώσει. Εδώ βρίσκονται έξι άτομα και περιμένουν τους υπόλοιπους. Ο Τσε σχεδιάζει να στρατολογήσει 20 Βολιβια- νούς και να αρχίσει τις εχθροπραξίες. Η επιχείρηση έχει καθυστερήσει. Στις 31 Δεκεμβρίου, με καθυστέρηση σχεδόν δύο μηνών, φτάνει στο αγρόκτημα ο Μάριο Μονχέ, ο γεν. γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Βολιβίας.

Ο Τσε, αν και γνωρίζει την έχθρα που τρέφει εναντίον του η Μόσχα, προσπαθεί ακόμη να συμμαχήσει με το φιλοσοβιετικό κομμάτι των κομουνιστών της Βολιβίας. Αυτοί θα τον προσεγγίσουν σε μια κίνηση τακτικής, όμως τελικά όχι μόνο δεν θα τον υποστηρίξουν αλλά θα τον υπονομεύσουν, αφού σύμφωνα με τη γραμμή της Μόσχας εναντιώνονται στην ιδέα του επαναστατικού αντάρτικου. Ο ίδιος ο Γκεβάρα, στο ημερολόγιό του συνοψίζει τις συζητήσεις.

Ο Μονχέ για να υποστηρίξει το αντάρτικο του Τσε είχε απαιτήσει τα εξής, όπως αναφέρονται στα «Ημερολόγια της Βολιβίας»: «θα παραιτούνταν από την καθοδήγηση του κόμματος, αλλά θα κατάφερνε τουλάχιστον αυτό να μείνει ουδέτερο, και ορισμένα στελέχη του θα έβγαιναν στο βουνό για να πάρουν μέρος στον αγώνα. Η πολιτικο-στρατιωτική καθοδήγηση θα ανατεθεί σε αυτόν, όσο η επανάσταση διεξάγεται σε βολιβιανό έδαφος. Θα αποκαθιστούσε επαφές με άλλα νοτιοαμερικάνικα κόμματα, προκειμένου να τα οδηγήσει στην υποστήριξη των απελευθερωτικών κινημάτων». Ο Τσε διαφωνεί ξεκάθαρα με τη δεύτερη απαίτηση του γεν.γραμματέα: «Δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να δεχθώ. Στρατιωτικός διοικητής θα ήμουν εγώ. Το πρώτο ζήτημα εξαρτιόταν από αυτόν. Όμως, θεωρούσα τη θέση του τρομερά λανθασμένη. Είναι διστακτική, γεμάτη συμβιβασμούς και τείνει να πάρει στην Ιστορία τη θέση αυτών που πρέπει να καταδικαστούν. Ο χρόνος θα με δικαιώσει. Όσο για το δεύτερο σημείο, δεν έβλεπα τίποτε κακό στην προσπάθεια αυτή, αλλά ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία». Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου έχει φθάσει στο αγρόκτημα σχεδόν όλη η ομάδα του Τσε. Αυτός είναι ευχαριστημένος από την ποιότητα του έμψυχου υλικού που έχει τεθεί υπό τις διαταγές του. Οι περισσότεροι είναι παλιοί σύντροφοι από την εποχή της Σιέρα Μαέστρα. Όλοι μαζί κάνοντας μακρές πορείες ασχολούνται με την εξερεύνηση και την λεπτομερή απομνημόνευση των περιοχών όπου πρόκειται να δράσουν. Ο Τσε είχε μετατρέψει τον καταυλισμό σε ένα καλά οργανωμένο και οχυρωμένο στρατόπεδο. Σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει ως κέντρο εκπαίδευσης, κέντρο επικοινωνιών, στάβλο για τα ζώα, αποθήκη εξοπλισμού και σχολή αξιωματικών, όπου διδάσκονται μία σειρά από μαθήματα: από πολιτική οικονομία, έως ιστορία και γαλλικά.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.