Εμείς οι Γκεβαριστές

Του Στέργιου Κατσαρού.

Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του ’60 και του ’70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των -Ιουλιανών-, και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.

«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι -εστίες-, ο -φοκίσμο- του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»

«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες -περίεργες- ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του -εστιασμού-. Μετά την έκρηξη του ’65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»

«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ’ όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.» Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία -Βενσερέμος- στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»

Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»

Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ’ την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές». Η εκπαίδευση της ομάδας του Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο». Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας».

Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ’ οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το ‘παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ’ το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας». Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd’s! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.

«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική».

Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του Στέργιου Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας -Βενσερέμος- στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ’ όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του ’68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της -συντριβής του συμμοριτισμού-, όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.

«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα ‘πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες». Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης».

Αποφυλακίζεται το ’73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του -φοκίσμο- παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ’ όλα». Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται». Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο -Μανωλάκης ο βομβιστής-. «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη».

«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του -εστιασμού-. Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η «17 Νοέμβρη» προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης».

«Η επικαιρότητα του -εστιασμού- παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο».

(Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα, 1999).

Κουβανική Εκστρατεία Αλφαβητισμού

Η Εθνική Κουβανική Εκστρατεία Αλφαβητισμού (Campaña Nacional de Alfabetización en Cuba) αποτέλεσε μια πανεθνικής εμβέλειας προσπάθεια της Επαναστατικής κυβέρνησης με σκοπό να μάθουν ανάγνωση και γραφή ένα περίπου εκατομμύριο κουβανοί. Ξεκίνησε στα τέλη του 1960 και διήρκησε ένα ολόκληρο χρόνο, λαμβάνοντας τέλος το Δεκέμβρη του 1961. Ο Τσε, ως μέλος της κυβέρνησης Κάστρο, υπήρξε από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της Εκστρατείας, τονίζοντας την ανάγκη να δωθεί έμφαση στην εκπαίδευση του λαού.

Για την επίτευξη του μεγαλεπίβολου αυτού στόχου, περίπου 100.000 νέοι και νέες εργάστηκαν στην κουβανική ύπαιθρο, διδάσκοντας στους εργάτες και τους αγρότες. Ταυτόχρονα κινητοποιήθηκαν περίπου 260.000 κουβανοί, δάσκαλοι και εθελοντές. Το 1961 ονομάστηκε «Έτος Εκπαίδευσης» και τα αποτελέσματα της εκστρατείας υπήρξαν εξαιρετικά, καθώς υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 700.000 κουβανοί έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν. Έτσι, το ποσοστό του αλφαβητισμού σε εθνικό επίπεδο έφτασε, μέσα σε ένα χρόνο, το εντυπωσιακό 96%.

Η προσπάθεια ωστόσο δεν ήταν αναίμακτη. Αντεπαναστατικές, τρομοκρατικές ομάδες καθοδηγούμενες από τις Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν πολλές φορές να σαμποτάρουν την εκστρατεία, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους εννέα εθελοντές – δάσκαλοι και μαθητές.

Ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης

Tο παρακάτω κείμενο του Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος δημοσιεύθηκε ως Προλογικό Σημείωμα στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» (Che Guevara talks to young people), εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2004.

Του Αρμάντο Χαρτ*.

Για μένα είναι τιμή και ταυτόχρονα αποτελεί μια πραγματική πρόκληση η συγγραφή ενός προλόγου στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» – ένα βιβλίο που ως επίλογο έχει την ομιλία του Φιντέλ μπροστά στο μνημείο το οποίο χτίστηκε στο κέντρο του νησιού για να στεγάσει τα ιερά οστά του ήρωα, μαζί με εκείνα των αξέχαστων συντρόφων του. Θα προσπαθήσω να μοιραστώ με το νέο σε ηλικία αναγνώστη – στον οποίο, κατά κύριο λόγο, απευθύνεται το βιβλίο αυτό – κάποιες, σύντομες αναγκαστικά, σκέψεις γι’ αυτή την εξαιρετική φυσιογνωμία της αμερικανικής ηπείρου και της συγχρονης παγκόσμιας ιστορίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Τσε θα μιλούσε διαφορετικά σήμερα στους νέους ανθρώπους – οι οποίοι βιώνουν πολύ διαφορετικές συνθήκες – απ’ ότι μιλούσε τρείς και πλέον δεκαετίες νωρίτερα. Ξαναδιαβάζοντας, ωστόσο, αυτές τις ομιλίες, εκπλήσσεται κανείς από το πόσο εξαιρετικά επίκαιρες είναι. Οι ομιλίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι πράγματι ο Τσε είναι ένας άνθρωπος του παρόντος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λεγόταν ότι όλα τα μοντέλα αλλαγής του κόσμου είχαν πλέον εκλείψει, και μαζί τους κάθε πιθανότητα να βρεθούν νεα. Η εικόνα, όμως, του Ηρωικού Αντάρτη προβάλλει σαν ένα φάντασμα που πλανάται σε όλον τον δυτικό κόσμο. Το φάντασμα αυτό μεγαλώνει και θα συνεχίσει να γιγαντώνεται, θα δυναμώνει και θα μεγαλώνει ο πλούτος των ιδεών του στον βαθμό που αγγίζει τους νέους ανθρώπους και εκείνοι κάνουν κτήμα τους την ουσία των πράξεων και των οραμάτων του Τσε. Ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ένας από τους πιο σημαντικούς επαναστάτες στοχαστές της Λατινικής Αμερικής, μελέτησε και κατέδειξε την αναγκαιότητα των μύθων. Επισήμανε ότι οι λαοί που κατάφεραν πολλά, χρειάστηκε να δημιουργήσουν μύθους μεταξύ των μαζών. Εάν θέλουμε να είμαστε επαναστάτες με την αυστηρή έννοια του όρου, πρέπει να μελετήσουμε τα αίτια και τους παράγοντες που κάνουν τον Τσε να ζει στις καρδιές της αμερικανικής ηπείρου και να εκφράζει με χίλιους δυο τρόπους τους πόθους και τα οράματα της πιο ριζοσπαστικής νεολαίας κάθε ηπείρου. Τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που πέρασε στην αθανασία στη χαράδρα του Γιούρο, η μορφή του αντηχεί στις πλατείες και στους δρόμους, ξαναζωντανεύοντας την κραυγή «Πάντα μπροσά ως τη νίκη!» (Hasta la victoria siempre!). Ο καλύτερος τρόπος να είμαστε συνεπείς προς τις ιδέες του σοσιαλισμού και προς τις δυνατότητες μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας και να εντοπίσουμε τους λόγους που βρίσκονται πίσω από αυτό το γεγονός.

Τα διδάγματα και το παράδειγμα της θυσίας του Τσε στις ζούγκλες της Βολιβίας έχουν χαράξει για πάντα στο μυαλό των νέων γενιών μια αίσθηση ηρωισμού και ηθικών αξιών στην πολιτική και στην ιστορία. Και αφού ο ηθικός παράγοντας είναι αυτό που λείπει από την πολιτική, και η έλλειψη αυτή έχει οδηγήσει ακόμα και σε επαναστάσεις, υπάρχει μια πεποίθηση του Τσε που έχει με δραματικό τρόπο επιβεβαιωθεί: δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον ηθικό παράγοντα. Ο Τσε μίλησε επίσης με ευγλωττία, βάθος και σφρίγος για την ανάγκη ενός νέου τύπου ανθρώπου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Η ίδια η ζωή έχει υποχρεώσει έναν τέτοιο άνθρωπο να διαμορφωθεί στον εικοστό αιώνα. Η αναγνώριση του τεράστιου ρόλου της κουλτούρας και των ηθικών αξιών στην ιστορία των πολιτισμών και τα πρακτικά συμπεράσματα που βγαίνουν από την αναγνώριση αυτή είναι το σημαντικότερο μήνυμα του Comandante Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προς τους νέους ανθρώπους. Το ζήτημα αυτό έχει μια προϊστορία. Ο πολιτισμός δεν ανέλυσε ποτέ με το απαιτούμενο βάθος και απο επιστημονική σκοπιά το ρόλο των ηθικών και πνευματικών αξιών στο πέρασμα της Ιστορίας. Αυτή είναι η πιο σημαντική πνευματική πρόκληση που έχει κληροδοτήσει στη νεολαία ο εικοστός αιώνας.

Η δυτική και χριστιανική κουλτούρα στην Ευρώπη εξελίσσεται από το έτος 1000 και νωρίτερα, για να καταφέρει – με το Μαρξ και τον Ένγκελς – να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο της φιλοσοφικής γνώσης, στους τομείς των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, στο μεταξυ, αποκρυσταλλωνόνταν ένας τρόπος σκέψης – με σύμβολα τον Μπολιβάρ και τον Μαρτί – ο οποίος, σε επιστημονική βάση, τόνιζε τη δύναμη του ανθρώπου και τον ρόλο της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της πολιτικής. Η πρωτοτυπία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – όπως και της κουβανικής επανάστασης – συνίσταται στο εξής: εμπνευσμένος από την πνευματική κληρονομιά της Δικής μας Αμερικής και με αφετηρία την αφοσίωση του στις ηθικές αξίες, υιοθέτησε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς και υποστήριξε τη χρήση των λεγόμενων υποκειμενικών παραγόντων στην κινητοποιήση και την καθοδήγηση της επαναστατικής δράσης των μαζών και της κοινωνίας συνολικά.

Ο Χαρτ (δεξιά) με τον Τσε την περίοδο της Επανάστασης.

Αυτό που είναι πολύτιμο και ενδιαφέρον από τη σκοπιά του μαρξισμού είναι ότι, από την άποψη που μόλις ανέφερα, ο Τσε βρέθηκε κατά βάθος πιο κοντά στον Μαρξ, απ’ ότι άλλες ερμηνείες των ιδεών του συγγραφέα του Κεφαλαίου, οι οποίες κυριάρχησαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Η τριτοκοσμική προοπτική των διεθνιστών ανταρτών που έπεσαν στη Βολιβία ήταν ένα σιωπηρό κάλεσμα προς τους σοσιαλιστές, να προσανατολίσουν αποφασιστικά τις ενέργειες τους προς τον Τρίτο Κόσμο. Η σοφία μιας τέτοιας ηθικής και πολιτικής προοπτικής δεν έγινε κατανοητή και δεν υποστηρίχθηκε στον καιρό της, από εκείνους που μπορούσαν και όφειλαν να το κάνουν. Γι’ αυτόν το λόγο, ο κόσμος άλλαξε κατά τρόπο που να ευνοεί την πιο αντιδραστική δεξιά, καταλήγοντας σε ένα μεταμοντέρνο χάος.

Σε μια ομιλία του Τσε στο Αλγέρι, στις 24 Φλεβάρη του 1964, αυτό το κάλεσμα προσέλαβε δραματικές διαστάσεις και χαρακτήρα έντονης αντιπαράθεσης. Κατά τραγικό τρόπο, η ιστορία θα απεδείκνυε πως είχε δίκαιο. Το πιο θλιβερό πράγμα για τους επαναστάτες είναι ότι η θέση του Τσε σχετικά με το ρόλο των χωρών που παλαιότερα ήταν αποικίες ή νεο-αποικίες βρισκόταν πολύ κοντά στα όσα είχε προβλέψει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ο Λένιν, εφιστώντας την προσοχή στη σημασία των απελευθερωτικών κινημάτων τα οποία ξεπρόβαλλαν τότε στην Ανατολή. Υπάρχουν πολλά πολύτιμα βιβλία γραμμένα από τον άνθρωπο που σφυρηλάτησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, τα οποία θα έπρεπε να μελετήσουμε ξανά σήμερα.

Η ανεπάρκεια των κοινωνικών επιστημών στο κυρίαρχο σύστημα απορρέει από το γεγονός ότι αρνούνται να αντικρίσουν μια αποφασιστικής σημασιας πραγματικότητας: τη φτώχεια που εξαπλώνεται σήμερα και η οποία αποτελεί, μαζί με την καταστροφή της φύσης, τη ρίζα των δεινών και της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου. Η σπουδαιότερη πρόκληση για τον άνθρωπο, καθώς χαράζει ο εικοστός αιώνας, είναι να ξεπεράσει την κατάσταση αυτή. Από επιστημονική σκοπία, το να θέτει κανείς ένα τέτοιο ζήτημα – αντί να υποκρίνεται ότι δεν υπάρχει – είναι ο ακρογωνιαίος λίθος ενός ηθικού συστήματος το οποίο φιλοδοξεί να θέσει γερά θεμέλια για το μέλλον. Η περιφρόνηση του ανθρώπινου πόνου είναι το μεγαλύτερο έγκλημα των κοινωνικών συστημάτων που υπάρχουν στις μέρες μας. Να είμαστε ρεαλιστές, αλλά να βλέπουμε την πραγματικότητα του ανθρώπου συνολικά και σφαιρικά, όχι αποσπασματικά, με μικροπρέπεια, όπως την αντιλαμβάνονται τα σημερινά κυρίαρχα συμφέροντα.

Ο Τσε έβλεπε και αποτιμούσε την πραγματικότητα από μια ηθική σκοπιά – με σκοπό να τη βελτιώσει. Εδώ εντοπίζεται η δύναμη του μύθου που μας άφησε. Οι ιδέες του συνδυάζουν την πιο εξελιγμένη εκδοχή της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης – τον Μαρξ και τον Ένγκελς – με το ουτοπικό όραμα της Δικής μας Αμερικής – του Μπολιβάρ και τον Μαρτί. Το σφάλμα όσων αποκηρύσσουν την ουτοπία είναι ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές ανάγκες όπως προκύπτουν από τα γεγονότα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν είναι ικανοί να συλλάβουν τις αλήθειες του αύριο.

Η πεμπτουσία του λατινοαμερικανικού πολιτισμού που βρίσκεται στην επαναστατική συνείδηση του Τσε συνίσταται στο εξής: έβλεπε την πραγματικότητα και την πράξη ως απαραίτητα στοιχεία για την κατανόηση της αλήθειας και για τον μετασχηματισμό του κόσμου ώστε να υπερισχύσει η δικαιοσύνη, ενώ την ίδια στιγμή έπαιρνε την αίσθηση της ουτοπίας που έχει ο Νέος Κόσμος και τη μετέτρεπε σε κίνητρο για τη διαμόρφωση της πραγματικότητας του αύριο. Ο Τσε δεν αποκήρυξε, λοιπόν, ούτε την πραγματικότητα, ούτε την ελπίδα. Ήταν ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης, απαραίτητα στοιχεία και τα δύο για να ανταποκριθεί στην πρόκληση του επόμενου αιώνα η αμερικανική ήπειρος, αλλά και ο κόσμος.

* Ο Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος (γεν.1930) είναι διαπρεπής κουβανός πολιτικός και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας.  Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και δραστήριο οργανωτικό μέλος της Επανάστασης.  Είναι ο πατέρας της αδικοχαμένης τροτσκίστριας συγγραφέως Σέλια Χαρτ (1963-2008).

Σάντα Κλάρα (Santa Clara)

Το άγαλμα του Τσε στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα.

Η ιστορική πόλη της Σάντα Κλάρα (ιδρύθηκε το 1689) είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας Βίγια Κλάρα στην Κούβα. Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της χώρας και η ιστορία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κορυφαίες στιγμές της Κουβανική επανάστασης. Στις 29 Δεκεμβρίου 1958 ο αντάρτικος στρατός του Φιντέλ Κάστρο εισήλθε στην πόλη απελευθερώνοντας την από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μπατίστα, δίνοντας καθοριστικό χτύπημα στο δικτατορικό καθεστώς και ανοίγοντας το δρόμο γιά την επέλαση των μπαρμπούδος προς την πρωτεύουσα Αβάνα. Η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα έγινε από τις φάλαγγες του Τσε και του Καμίλο Σιενφουέγος, σε μια απ’ τις πλέον επικές μάχες της επανάστασης. Δώδεκα ώρες μετά την πτώση της πόλης, ο Φουλχένσιο Μπατίστα εγκατέλειψε τη χώρα.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑ ΚΛΑΡΑ

Τα τμήματα υπό την καθοδήγηση του Γκεβάρα μετακινήθηκαν από τις 28 Δεκεμβρίου από το λιμάνι του Καϊμπαριέν δια μέσου του τοπικού οδικού δικτύου στην Σάντα Κλάρα. Εν τω μεταξύ, κυβερνητικές δυνάμεις στην στρατιωτική βάση του Καμαϊουάνι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα η μετακίνηση των επαναστατών να συνεχιστεί ανενόχλητα. Τα χαράματα τα επαναστατικά τμήματα βρίσκονταν στο Πανεπιστήμιο της πόλης.

Οι επαναστατικές δυνάμεις, 300 ένοπλοι, διαιρέθηκαν σε δύο ομάδες ομάδες. Η νότια ομάδα ήρθε αντιμέτωπη με τις δυνάμεις του Συνταγματάρχη Κασίγιας Λουμπούϊ. Το επονομαζόμενο «τάγμα αυτοκτονίας» της δεύτερης ομάδας υπό τον Ρομπέρτο Ροντρίγκεθ (ή «Ελ Βακερίτο»), εστάλη από τον Γκεβάρα να καταλάβει τον στρατηγικής σημασίας λόφο στα προάστια της πόλης, όπου βρίσκονταν το αρχηγείο των κυβερνητικών (μέσα σε ένα θωρακισμένο βαγόνι τρένου), χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες. Εντός σύντομου χρονικού διαστήματος η ομάδα του Ροντρίγκεθ έτρεψε σε φυγή τους κυβερνητικούς, οι οποίοι κατέφυγαν σε κέντρο της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι παραδόθηκαν.

Εντός της πόλης, έλαβαν μέρος σποραδικές οδομαχίες, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις υπό τον Ρολάνδο Κουμπέλα, υποστηρίχθηκαν ενεργά και από πολίτες, οι οποίοι τους παρείχαν βόμβες μολότωφ. Οι κυβερνητικοί παρόλο που είχαν υποστήριξη από την αεροπορία και από τεθωρακισμένα οχήματα δεν κατάφεραν παρόλα αυτά να απωθήσουν τους επιτιθέμενους.

Με την κατάληψη του θωρακισμένου τρένου στο οποίο αιχμαλωτίσθηκαν πολλοί κυβερνητικοί αξιωματικοί και κατασχέθηκε μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών, το έργο του Γκεβάρα διευκολύνθηκε ανυπολόγιστα. Η ψυχολογική τροπή των γεγονότων όμως ήταν ακόμη πιο σημαντική καθώς τα περισσότερα οχυρά παραδόθηκαν στους επαναστάτες. Κατά το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Τσε Γκεβάρα μέσω ραδιοφωνικής εκπομπής ανακοίνωσε ότι και τα τελευταία προκαλύμματα του καθεστώτος Μπατίστα στην Σάντα Κλάρα παραδόθηκαν.

Πηγή: Wikipedia.

Σήμερα η Σάντα Κλάρα αριθμεί περί τους 240.000 κατοίκους και είναι απ’ τις πλέον διάσημες τουριστικές τοποθεσίες της Κούβας. Στην πόλη βρίσκεται το Μαυσωλείο του Τσε Γκεβάρα στο οποίο έχουν ταφεί τα οστά του, ενώ στο ίδιο σημείο υπάρχει μουσείο αφιερωμένο στον κορυφαίο επαναστάτη.

Χάρτης της ευρύτερης περιοχής της επαρχίας Βίγια Κλάρα.

Note per lo studio dell’ideologia della Rivoluzione Cubana

Qualcuno ha creduto di notare che questa singolare Rivoluzione non aderisce a una delle premesse fondamentali dell’ortodossia del Movimento rivoluzionario, che Lenin ha così espresso: «Senza teoria rivoluzionaria non vi è Movimento rivoluzionario ». Si potrebbe dire che la teoria rivoluzionaria, come espressione di una verità sociale, è al di sopra di qualsiasi enunciato; vale a dire che si può fare la rivoluzione se si interpreta correttamente la realtà storica e se, altrettanto correttamente, si utilizzano le forze che vi intervengono, anche senza conoscere la teoria. È chiaro che una adeguata conoscenza della teoria semplifica il compito e impedisce di cadere in pericolosi errori: purché però la teoria corrisponda alla verità. Parlando concretamente di questa Rivoluzione, va sottolineato il fatto che í suoi principali protagonisti non erano proprio dei teorici, anche se non ignoravano i grandi fenomeni sociali e l’enunciazione delle leggi che li governano. Questo ha consentito, sulla base di alcune conoscenze teoriche e di una profonda conoscenza della realtà, la nascita graduale di una teoria rivoluzionaria.

Ciò che fin qui è stato detto deve essere considerato come un’introduzione alla spiegazione di quello strano fenomeno che ancora desta la meraviglia di tutto il mondo: la Rivoluzione cubana. Come e perché un gruppo di uomini fatto a pezzi da un esercito enormemente superiore per tecnica ed equipaggiamento sia riuscito prima a sopravvivere, poi a rafforzarsi, poi ancora a diventare più forte del nemico nelle zone di battaglia e a spostarsi verso nuove zone di combattimento per sconfiggerlo finalmente in battaglie campali, malgrado la propria inferiorità numerica, è un fatto degno di studio nella storia del do contemporaneo. Naturalmente, noi che spesso mostriamo una scarsa preoccupazione per la teoria, non intendiamo oggi esporre, come se fossimo padroni, la verità della Rivoluzione cubana, ma semplicemente cerchiamo di gettare le basi indispensabili per la comprensione di questa verità. Di fatto, bisogna distinguere fasi assolutamente diverse nella Rivoluzione cubana: quella dell’azione armata fino ai primi di gennaio del 1959; la trasformazione politica, economica e sociale da quel momento in poi. Queste due fasi andrebbero ulteriormente suddivise. Noi però non le considereremo dal punto di vista dell’esposizione storica, bensì da quello dell’evoluzione del pensiero rivoluzionario dei dirigenti attraverso il contatto col popolo.

Incidentalmente, bisogna accennare qui a un atteggiamento generale di fronte a uno dei termini più controversi del mondo attuale: il marxismo. La nostra posizione, quando ci viene chiesto se siamo o no marxisti, è quella che adotterebbe un fisico o un biologo a cui si chiedesse se è «newtoniano» o «pasteuriano». Esistono delle verità così evidenti, così legate alla conoscenza dei popoli, che è inutile discuterle. Si deve essere marxista con la stessa naturalezza con cui si è «newtoniano » in fisica o « pasteuriano » in biologia, considerando che se nuovi fatti determinano nuovi concetti, ciò non priverà mai della loro parte di verità quelli che sono stati superati. Questo è il caso, per esempio, della relatività «einsteniana» o della teoria dei «quanti» di Planck rispetto alle scoperte di Newton; esse non tolgono assolutamente niente alla grandezza dello scienziato inglese: è stato grazie a Newton se la fisica ha potuto progredire fino a raggiungere i nuovi concetti dello spazio. Lo scienziato inglese rappresenta il passaggio necessario per questo ulteriore sviluppo.

A Marx, come pensatore, come studioso delle dottrine sociali e del sistema capitalista in cui si trovò a vivere, si possono evidentemente obiettare alcune inesattezze. Noi latino-americani possiamo, per esempio, non essere d’accordo con
la sua interpretazione di Bolívar, o con l’analisi che lui ed Engels fecero dei messicani, dando per scontate certe teorie sulla razza o sulla nazionalità che sono oggi inammissibili. Ma i grandi uomini, scopritori di verità luminose, vivono malgrado le loro piccole pecche ed esse servono soltanto a dimostrarci che erano umani, cioè esseri che possono incorrere in errori, senza che questo ci tolga la chiara coscienza del livello raggiunto da quei giganti del pensiero. Ed è per questo che riconosciamo che le verità essenziali del marxismo fanno parte integrante dell’insieme culturale e scientifico dei popoli e le accettiamo con naturalezza, come qualcosa che non ha più bisogno di essere messo in discussione. I progressi nella scienza sociale e politica, come in altri campi, appartengono a un lungo processo storico i cui anelli si saldano, si sommano, si uniscono e si perfezionano costantemente. Originariamente, esisteva una matematica cinese, una araba, unaindù; oggi la matematica non ha frontiere. Nella sua storia è possibile un Pitagora greco, un Galileo italiano, un Newton inglese, un Gauss tedesco, un Lobacevskij russo, un Einstein ecc. Così nel campo delle scienze sociali e politiche, da Democrito fino a Marx, una lunga serie di pensatori accumularono le proprie ricerche originali formando un corpo di esperienze e di dottrine.

Il merito di Marx risiede nell’avere prodotto di colpo nella storia del pensiero sociale un cambiamento qualitativo. Non solo egli interpreta la storia, ne comprende la dinamica e ne prevede il futuro sviluppo ma, oltre a questo, che segnerebbe il limite del suo dovere scientifico, esprime un concetto rivoluzionario: non basta interpretare la natura bisogna trasformarla. L’uomo cessa di essere schiavo e strumento del mezzo e diventa l’architetto del proprio destino. Da questo momento, Marx comincia a trovarsi in una situazione tale da costituire il bersaglio obbligato di quanti hanno uno speciale interesse a conservare il vecchio, come prima era successo a Democrito, la cui opera fu bruciata da Platone e dai suoi discepoli, ideologi dell’aristocrazia schiavista ateniese. A partire da Marx rivoluzionario, si crea un gruppo politico con idee concrete che, appoggiandosi ai giganti Marx ed Engels e sviluppandosi attraverso tappe successive, con personalità come Lenin, Stalin, Mao Tse-tung e i nuovi governanti sovietici e cinesi, costituiscono un corpo di dottrina e, diciamo, un esempio da seguire.

La Rivoluzione cubana ha inizio là dove Marx lascia la scienza per impugnare il fucile rivoluzionario, e non certo con l’intento di « rivedere » Marx, di opporsi a quanto è seguito a Marx, di rivivere Marx « puro », ma semplicemente perché fino a quel punto Marx, lo studioso collocato fuori della storia, studiava e vaticinava. Dopo, Marx rivoluzionario dentro la storia, pratico. Iniziando la nostra lotta, abbiamo realizzato semplicemente leggi previste dal Marx studioso e, per questa strada di ribellione, lottando contro le vecchie strutture del potere, appoggiandosi al popolo per distruggere queste strutture e avendo come base della nostra lotta la felicità del popolo, non facciamo altro che confermare le previsioni di Marx teorico. Vale a dire, conviene precisarlo ancora una volta, le leggi del marxismo sono presenti negli eventi della Rivoluzione cubana, indipendentemente dal fatto che i suoi leader professino o conoscano interamente, da un punto di vista teorico, queste leggi. Per prima cosa bisognerebbe suddividere la Rivoluzione nelle seguenti fasi: prima dello sbarco del Granma; dallo sbarco fino a dopo le vittorie di La Plata e Arroyo del Infierno; da queste date fino all’Uvero e alla costituzione della seconda colonna guerrigliera; e da qui fino alla costituzione della terza e quarta, l’invasione fino a Sierra de Cristal e la creazione del secondo fronte; lo sciopero di aprile e il suo fallimento; l’arresto della grande offensiva; l’invasione in
direzione di Las Villas. Ognuno di questi piccoli momenti storici della guerriglia implica diversi concetti sociali e diverse valutazioni della realta` cubana attraverso i quali si preciso` il pensiero dei leaders militari della Rivoluzione, i quali, col tempo, avrebbero riaffermato anche la loro qualita` di leaders politici.

Prima dello sbarco del «Granma,» ci fu una cieca fiducia in una rapida esplosione popolare, entusiasmo e fede nella possibilita` di liquidare il potere batistiano per mezzo di una rapida sollevazione abbinata agli scioperi rivoluzionari spontanei con la susseguente caduta del dittatore1. Il movimento era l’erede diretto del Partito Ortodosso e il suo motto principale era l’onesta` amministrativa come base del nuovo governo cubano.

Fidel Castro, tuttavia, aveva indicato in La Storia mi assolvera`2, le basi che sono state quasi interamente edificate dalla Rivoluzione, ma che sono state anche superate, procedendo verso un maggiore approfondimento nel campo economico; fatto, questo, che ha portato a un maggiore approfondimento nel campo politico, nazionale e internazionale. Dopo lo sbarco viene la disfatta, la distruzione quasi totale delle forze, il loro raggruppamento e la loro integrazione nella guerriglia. Il piccolo numero di superstiti – superstiti decisi a lottare – gia` si caratterizza per la comprensione della erroneita` dello schema immaginato rispetto ai moti spontanei di tutta l’Isola, e per la convinzione che la lotta sara` lunga e dovra` contare su una grande partecipazione contadina. Qui si verificano anche le prime adesioni dei contadini alla guerriglia e si hanno due scontri, di poca importanza quanto a numero di combattenti, ma di grande importanza psicologica per il fatto che eliminarono la diffidenza del gruppo centrale della guerriglia (costituito da elementi provenienti dalla citta`) nei riguardi dei contadini.

Questi, a loro volta, diffidavano del gruppo e temevano soprattutto le barbare rappresaglie del governo. In questa fase si chiarirono due cose, entrambe molto importanti per fattori interdipendenti: i contadini videro che le persecuzioni e l’ostilita` dell’esercito non sarebbero state sufficienti a distruggere le loro case, i loro raccolti, i loro familiari, per cui consideravano una buona soluzione quella di rifugiarsi in seno all’organizzazione che garantiva loro la sicurezza della vita; i guerriglieri dal canto loro capirono che era necessario conquistarsi le masse contadine e che per ottenere cio` occorreva offrire loro quel che desideravano con tutte le forze; e non c’e` cosa che un contadino ami di piu` della terra.

Segue una fase nomade durante la quale l’Esercito ribelle conquista via via zone d’influenza. Ancora non puo` restarvi per molto tempo, ma neanche l’esercito nemico puo` farlo. Attraverso numerosi combattimenti si va stabilendo fra le due parti una specie di fronte non molto ben delineato. Il 28 maggio del 1957 stabilisce un punto fermo, con l’attacco nell’Uvero a una guarnigione bene armata, abbastanza ben trincerata con la possibilita` di ricevere rapidamente rinforzi; vicino al mare e con un aeroporto. La vittoria delle forze ribelli in questo combattimento uno dei piu` sanguinosi, visto che il 30% delle forze che vi parteciparono rimase fuori combattimento – fece cambiare totalmente il panorama; c’era un territorio nel quale l’Esercito ribelle si muoveva a proprio agio, da dove non filtravano verso il nemico notizie che avrebbero potuto essergli utili e da dove si poteva, con rapidi colpi di mano, discendere fino alle pianure e attaccare le posizioni avversarie.

Poco dopo si produsse la prima suddivisione con la creazione di due colonne combattenti. La seconda, per ragioni di mimetismo alquanto infantili, porta il nome di quarta colonna. Esse danno immediatamente prova della loro attivita` e cosi`, il 26 luglio, viene attaccata Estrada Palma e, cinque giorni dopo, Bueycito, che si trova a circa trenta chilometri. Le manifestazioni diventano importanti, si aspettano a pie` fermo le repressioni, si bloccano vari tentativi nemici di salire alla Sierra e si crea un fronte di lotta con vaste zone di terra di nessuno, violate dalle incursioni punitive di entrambe le parti, ma si mantengono approssimativamente le stesse posizioni. La guerriglia ingrossa via via le proprie file grazie al sostanziale apporto dei contadini della zona e di qualche membro del Movimento nelle citta, diventa piu` combattiva, rafforza il proprio spirito di lotta. Dopo avere respinto alcune offensive, nel febbraio del 1958 la Colonna di Almeida, la 3a e quella di Rau’l Castro che porta il numero 6 e il nome del nostro eroe Frank Pai’s, morto pochi mesi prima – vanno ad occupare la cerchia di Santiago. Rau’l realizza la prodezza di attraversare la Carretera Central nei primi giorni di marzo di quell’anno, internandosi nelle colline di Mayari e creando il Secondo Fronte Orientale Frank Pai’s.

I successi crescenti delle nostre forze ribelli filtravano pian piano attraverso la censura e il popolo stava rapidamente raggiungendo l’acme della sua attivita` rivoluzionaria. Fu in questo momento che venne impostata dall’Avana la lotta su tutto il territorio nazionale, puntando su uno sciopero generale rivoluzionario che doveva distruggere le forze del nemico, attaccandole simultaneamente da tutte le parti. Il ruolo dell’Esercito ribelle sarebbe stato, in questo caso, quello di catalizzatore, o di stimolo, per scatenare il movimento. In quei giorni le forze guerrigliere intensificarono la loro attivita` e Camilo Cienfuegos comincio` a creare la propria leggenda eroica lottando per la prima volta sulle pianure orientali con senso organizzativo e uniformandosi a una direzione centrale.

Lo sciopero rivoluzionario, pero`, non era stato adeguatamente preparato, dato che non si conosceva l’importanza dell’unita` operaia, ne’ si cerco` di fare in modo che i lavoratori, nell’esercizio stesso della loro attivita` rivoluzionaria, scegliessero il momento opportuno. Si pretese di fare un colpo di mano clandestino, incitando il popolo a scioperare per mezzo di una radio, senza accorgersi che il segreto del giorno e dell’ora era arrivato fino agli sbirri. Il tentato sciopero falli`, e un considerevole e scelto numero di patrioti rivoluzionari fu assassinato senza pieta.

Un fatto curioso che un giorno dovra` essere ricordato nella storia di questa rivoluzione: Jules Dubois, il ruffiano dei monopoli americani, conosceva anticipatamente il giorno in cui si sarebbe scatenato lo sciopero. In questo momento si produce uno dei cambiamenti qualitativi piu` importanti nello sviluppo della guerra: l’acquisizione della certezza che la vittoria sarebbe stata raggiunta soltanto con l’aumento graduale delle forze guerrigliere, fino a sconfiggere il nemico in battaglie campali.

Gia` da allora si stabilirono ampie relazioni con i contadini; l’Esercito Ribelle detta i suoi codici penali e civili, amministra la giustizia, distribuisce gli alimenti e riscuote le imposte nelle zone amministrative. Anche le zone confinanti subiscono l’influenza dell’Esercito Ribelle; si preparano grandi offensive le quali, in due mesi di lotta, danno un totale di mille morti per l’esercito invasore, interamente demoralizzato, e un aumento di seicento armi per la nostra capacita` combattiva. E` chiaro, ormai, che l’esercito non puo` sconfiggerci; non c’e` forza, a Cuba, capace di piegare i picchi della Sierra Maestra e tutte le colline del Secondo Fronte Orientale Frank Pai’s; a Oriente, le strade diventano intransitabili per le truppe della tirannide.

Respinta l’offensiva, si da` incarico a Camilo Cienfuegos, con la Colonna N. 2, e all’autore di queste pagine, con la Colonna N. 8 «Ciro Redondo,» di attraversare la provincia di Camaguey, stabilirsi a Las Villas e tagliare le comunicazioni del nemico. Camilo imito` poi le gesta dell’eroe del cui nome, «Antonio Maceo,» si fregia la sua colonna: l’invasione totale da Oriente fino a Occidente. La guerra mostra ora una nuova caratteristica; l’insieme delle forze converge verso la Rivoluzione, due piccole colonne di ottanta e centoquaranta uomini, attraverseranno in un mese e mezzo le pianure di Camaguey, costantemente accerchiate o minacciate da un esercito composto di migliaia di soldati, arriveranno fino a Las Villas e daranno inizio al compito di tagliare in due l’Isola.

A volte risulta strano, altre volte incomprensibile e, altre ancora, incredibile, che due colonne cosi` piccole possano battersi senza comunicazioni, senza mobilita`, senza le piu` elementari armi della guerra moderna, contro un esercito ben addestrato e, soprattutto, bene armato. La cosa fondamentale e` la caratteristica di ogni gruppo; quanto piu` scomoda e` la sua condizione, quanto piu` e` esposto ai rigori della natura, tanto piu` il guerrigliero si sente a casa propria, tanto piu` alto e` il suo morale, tanto piu` grande e` il suo senso di sicurezza. Al tempo stesso, in qualsiasi circostanza sia venuto a giocare la propria vita, poco importa che il guerrigliero esca vivo o morto dalla lotta.

Il soldato nemico, nel caso di Cuba, e` un alleato minore del dittatore, l’uomo che riceve l’ultima briciola di pane dall’ultimo dei profittatori: una lunga catena che incomincia a Wall Strett e finisce in lui. E` disposto a difendere i propri privilegi, ma e` disposto a farlo nella misura in cui questi siano importanti.

I suoi stipendi e le sue prebende valgono qualche sofferenza e qualche pericolo, mai la vita. Se il prezzo da pagare per conservarli deve essere quest’ultima, e` meglio perderli, e cioe` piegarsi di fronte alla guerriglia. Da questi due concetti e da queste due morali sorge la differenza che doveva creare la crisi del 31 dicembre del 1958.

La superiorita` dell’Esercito ribelle si afferma con sempre maggiore chiarezza e con l’arrivo in Las Villas delle nostre colonne; si rivela inoltre la maggior popolarita` del Movimento del 26 luglio su tutti gli altri: Direttorio rivoluzionario, il Secondo fronte di Las Villas, il Partito socialista popolare e alcune piccole formazioni di guerriglia de L’Organizzazione autentica. A questo risultato si era giunti soprattutto grazie alla personalita` magnetica di un leader come Fidel Castro, ma grazie anche alla superiorita` della sua linea rivoluzionaria.

Qui ha fine l’insurrezione, ma gli uomini che arrivano all’Avana dopo due anni di ardente lotta sulle Sierre e nelle pianure di Oriente, nelle pianure di Camaguey e sulle montagne, nelle pianure e nelle citta` di Las Villas, sono ideologicamente diversi da quelli che arrivarono alle spiagge di Las Coloradas, o che si riunirono nel primo momento della lotta. La loro sfiducia nei contadini si e` tramutata in affetto e rispetto per le loro virtu`; la loro totale ignoranza della vita nei campi si e` tramutata in una profonda conoscenza delle necessita` dei guajiros; le loro «civetterie» statistiche e teoriche hanno subi`to la prova della pratica.

Con la riforma agraria come bandiera, la cui realizzazione inizia nella Sierra Maestra, questi uomini arrivano a trovarsi di fronte l’imperialismo; sanno che la riforma agraria e` la base sulla quale dovra` essere edificata la nuova Cuba; sanno anche che la riforma agraria dara` la terra a tutti i diseredati, ma ne privera` coloro che la detengono ingiustamente; e sanno che i piu` potenti tra coloro che la detengono ingiustamente sono anche uomini influenti al Dipartimento di Stato o al Governo degli Stati Uniti d’America; ma hanno imparato a vincere le difficolta` con il coraggio, con l’astuzia e, soprattutto, con l’appoggio del popolo, e hanno gia` intravisto il futuro di liberta` che ci attende al di la` delle sofferenze.

Questa idea finale dei nostri obbiettivi e` stata raggiunta dopo molto cammino e molti cambiamenti. Ai successivi cambiamenti qualitativi verificatisi sui fronti di battaglia si sono accompagnati i cambiamenti nella compagine sociale della nostra guerriglia nonche’ le trasformazioni ideologiche dei capi. Perche’ ognuno di questi processi, di questi cambiamenti, costituisce effettivamente un cambiamento di qualita` nella composizione, nella forza, nella maturita` rivoluzionaria del nostro esercito. Il contadino gli dona il suo vigore, la sua capacita` di sofferenza, la sua conoscenza del terreno, il suo amore per la terra, la sua fame di riforma agraria. L’intellettuale, di qualsiasi tipo, offre il suo piccolo granello di sabbia cominciando a fare un abbozzo di teoria. L’operaio da` il suo senso dell’organizzazione, la sua tendenza innata alla riunione e alla unificazione. E al disopra di tutte queste cose, l’esempio delle forze ribelli la cui lezione infiammo` e sollevo` le masse fino al punto di togliere loro la paura del boia.

Mai prima d’ora e` stato per noi cosi` chiaro il concetto di interazione: questa interazione che andava maturando e dimostrando l’efficacia dell’insurrezione armata, la forza che l’uomo possiede quando, per difendersi da un altro uomo, ha un’arma in mano e la sicurezza di vincere nello sguardo, e i contadini svelavano le insidie della Sierra, la forza che e` necessaria per vivere e trionfare in essa e le dosi di fermezza, di capacita`, di sacrificio che bisogna avere per poter portare avanti il destino di un popolo.

Per questo, quando bagnati di sudore contadino con un orizzonte di montagne e di nubi, sotto il sole raggiante dell’Isola, il capo ribelle ed il suo corteo entrarono all’Avana, «la storia saliva con i piedi del popolo una nuova scalinata del Giardino d’Inverno».

Τσε και Γιόσιπ Τίτο στο Βελιγράδι / Che and Josip Tito in Belgrade

κλίκ γιά μεγέθυνση

Χειραψία με τον Στρατάρχη Γιόζιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι, 1959. Ο Τσε επισκέπτηκε τη Γιουγκοσλαβία ως πρέσβης καλής θελήσεως της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας.

Ο Τσε, ο Τίτο και μέλη της κουβανικής αποστολής.

Με το Μάο Τσε Τούνγκ στην Κίνα / Che Guevara and Mao Tse Tung in China

Συνάντηση με τον ηγέτη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας Μάο Τσε Τουνγκ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη μεγάλη ασιατική χώρα.