Μάριο Μόνχε (Mario Monje)

mario monje photoΟ Μάριο Μόνχε Μολίνα ήταν ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας (Partido Comunista Boliviano) την περίοδο που ο Τσε επιχειρούσε τη δημιουργία αντάρτικου κινήματος στη χώρα. Γεννημένος στην κωμόπολη Ιρουπάνα ήταν εκ των ιδρυτών του Κ.Κ. και σταδιακά ανελίχθηκε στην κομματική ιεραρχία.

Ο Μόνχε θεωρείται εκ των βασικών υπαιτίων γιά την σύλληψη του Τσε από το βολιβιανό στρατό. Ως Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βολιβίας είχε αρχικά δεχθεί να βοηθήσει το Γκεβάρα στη δημιουργία αντάρτικου στρατού. Άλλαξε την απόφαση του την τελευταία στιγμή, προδίδοντας ουσιαστικά τον Τσε, κάτι που πιστεύεται ότι ήταν αποτέλεσμα τόσο των προσωπικών επιφυλάξεων του Μόνχε απέναντι στους κουβανούς όσο και πολιτικής πίεσης προερχόμενης από τη Μόσχα.

Ο αμερικανός καθηγητής Ιστορίας Πωλ Ζ. Ντοσάλ αναφέρει στο βιβλίο του Comandante Che: Guerrilla Soldier, Commander, and Strategist, 1956-1967:

«Το Μάϊο του 1966 το Κομμουνιστικο Κόμμα της Βολιβίας (ΚΚΒ) είχε επισήμως υιοθετήσει ψήφισμα το οποίο πρότεινε την ένοπλη δράση ως το μόνο δρόμο για την απελευθέρωση της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, στις εθνικές εκλογές που έλαβαν χώρα δύο μήνες αργότερα, το Κ.Κ.Β έλαβε το υψηλότερο ποσοστό ψήφων στην ιστορία του, προωθώντας τον αμφιταλαντευόμενο Μόνχε στο δρόμο της εκλογικής μάχης και μακρυά απ’ το πεδίο του ένοπλου αγώνα τον οποίο το κόμμα είχε εγκρίνει λίγους μήνες πριν. Μια ομάδα εκπαιδευμένων στην Κούβα ανταρτών-μελών του κόμματος, μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Περέδο, προέτρεψε τον Μόνχε να ξεκίνησει αντάρτικο κίνημα. Το καλοκαίρι του 1966, το Κ.Κ.Β. ξεκίνησε να επιλέγει και να εκπαιδεύει προσωπικό για αντάρτικη αποστολή υπό βολιβιανή ηγεσία. Παρ’ όλα αυτά, σε μια μυστική συνάντηση στη Λα Παζ με τους Βιγιέγκας και Μαρτίνεζ  Ταμάγιο, στις 25 Ιουλίου, ο Μόνχε αντιτάχθηκε στην πρόταση γιά αντάρτικο κίνημα. Στις 28 Ιουλίου, ο Βιγιέγκας και ο Ταμάγιο πίεσαν τον αναποφάσιστο ακόμη Μόνχε, ζητώντας την υποστήριξη του για μια γενικευμένη εξέγερση με χαρακτηριστικά αντάρτικου. Παρά το γεγονός ότι ο Μόνχε δεν έδωσε την συγκατάθεση του, υποσχέθηκε να στηρίξει τους κουβανούς με 20 άνδρες. Όταν όμως στις 8 Αυγούστου ο Μαρτίνεζ του ζήτησε την παραχώρηση αυτών των 20 πολεμιστών, ο Μόνχε παρίστανε τον ανήξερο: «Είκοσι τι;».

Ο Μόνχε ήταν επιφυλακτικός απέναντι στους Κουβανούς από την πρώτη Σύνοδο της Τρικοντινεντάλ, τον Ιανουάριο (1966).  Ο ίδιος διαδοχικά υποστήριξε και έπειτα απέρριψε την περίπτωση ένοπλου αγώνα, στεκόμενος πάντα εμπόδιο στην κουβανική ανάμειξη στη Βολιβία και χωρίς ποτέ να έχει δει με καλό μάτι την προσπάθεια του Τσε. Οι κουβανοί υποστηρίζουν ότι (ο Μόνχε) είχε υποσχεθεί να στηρίξει τον Τσε – ο ίδιος έχει αρνηθεί ότι έδωσε ποτέ επίσημη συγκατάθεση γιά αντάρτικο αγώνα στη Βολιβία».

Ο αληθινός Τσε

Του Γιώργου Ρούση.

Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας θεωρητικοποίησης και εκ των υστέρων αιτιολόγησης μιας ειλημμένης ήδη απόφασης -η οποία πάρθηκε για λόγους που οφείλω να διερευνήσω σε επόμενο σχόλιό μου- χρησιμοποιείται πολύ συχνά ένα κλασικό μεθοδολογικό τερτίπι.

Αυτό συνίσταται στο να παρουσιάζονται στα μέτρα του επιδιωκόμενου στόχου προσωπικότητες οι οποίες έχουν σημαντική απήχηση σε όσους επιθυμούμε να πείσουμε. Η μέθοδος είναι κλασική. Οπως θα δούμε στη συνέχεια χρησιμοποιείται ήδη, και είναι βέβαιο ότι θα επικρατήσει ως μεθοδολογικό εργαλείο στην αναθεωρημένη κομματική ιστορία που μέλλει να δημοσιευτεί στο αμέσως επόμενο διάστημα. Και βεβαίως δεν θα αφορά μόνον πρόσωπα αλλά και γεγονότα.

Ζαχαριάδης, ΕΑΜ, ΕΔΑ, ο ίδιος ο χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού… θα ραφτούν και θα κοφτούν στα μέτρα του σεχταρισμού και της αντιμετωπικής πολιτικής που ακολουθείται σήμερα.

Πρόκειται για μια μέθοδο που ακολούθησε ο Πλάτωνας όταν ήθελε να παρουσιάζεται ο κόσμος των θεών του Ολύμπου ως ένας κόσμος δίχως αντιθέσεις και συγκρούσεις, έτσι ώστε αυτός να λειτουργεί ως υπόδειγμα για την ιδανική κοινωνία την οποία πρότεινε. Τι κι αν με βάση τη μυθολογία οι θεοί αλληλοσπαράζονταν μεταξύ τους. Λίγη σημασία είχε για το μεγάλο αρχαίο στοχαστή.

Την ίδια χρησιμοποίηση είχε και ο Χριστός, ο οποίος όχι λίγες φορές πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας προσωπικότητας η οποία σε τίποτα δεν είχε να κάνει με τις αρχικές ιστορικές ή μυθολογικές περιγραφές του. Πιο πρόσφατα ο Νίτσε, του οποίου ο Ζαρατούστρα έσουρνε στο κράτος-παγερό τέρας- όσο λίγοι στοχαστές, εμφανιζόταν από τους χιτλερικούς, δηλαδή από τους εμπνευστές του πλέον κτηνώδους κράτους της ιστορίας, ως εμπνευστής τους…

Μήπως όμως και ο Μαρξ δεν παρουσιάστηκε το πιο συχνά να υποστηρίζει ακριβώς τα αντίθετα από εκείνα που πραγματικά υποστήριζε, μόνον και μόνον διότι αυτό εξυπηρετούσε εκείνους που τον αναθεωρούσαν στην πράξη ή στη θεωρία ;

Αλλά ας έλθουμε στον θέμα μας, που δεν είναι άλλο από τον Τσε.

Εδώ και λίγα χρόνια νυν κυβερνητικός, λογοτεχνίζων βουλευτής επεδίωκε να πείσει ότι αν ζούσε στην εποχή μας ο Τσε θα ήταν γιάπης!

Και έρχεται το γνωστό μας Ανθρωπάκι[i] λίγες Κυριακές πιο πριν, με ένα εισαγωγικό σημείωμα σε ένα κείμενό του στον «Ριζοσπάστη»[ii] το οποίο ακολουθούσε το διθύραμβο του σταλινισμού, να μας τον εμφανίσει κουτοπόνηρα ως δήθεν σύμφωνο με τις αναλύσεις του κομματικού ιερατείου περί καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Επειδή λοιπόν και πάλι η μισή αλήθεια είναι ένα μεγάλο ψέμα, ας δούμε όσο μας επιτρέπει ο χώρος ποια είναι η πραγματικότητα.

Δεν είναι ψέμα ότι ο Τσε ήταν αντίθετος στο «σοσιαλισμό της αγοράς» και στην αυτονομία των επιχειρήσεων με βάση την κερδοφορία τους, και ότι ήταν υπέρ της κεντρικής σχεδιοποίησης. Μάλιστα ο Τσε φτάνει να κατηγορήσει και τον Λένιν για τη ΝΕΠ, θεωρώντας όμως ταυτόχρονα με μια δόση χιούμορ, ότι αν ο Λένιν «δεν είχε κάνει το λάθος να πεθάνει» θα μπορούσε να διορθώσει τις πιο οπισθοδρομικές πτυχές αυτής του της μεταρρύθμισης. Βέβαια είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι δίχως και πάλι ο Τσε να έχει επ’ αυτού μια ολοκληρωμένη αντίληψη, τοποθετείται σαφώς υπέρ της σοσιαλιστικής δημοκρατικής σχεδιοποίησης, με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των ίδιων των εργατών σε αυτήν. Και όπως άλλωστε ο Λένιν, καταγγέλλει και προειδοποιεί για τους κινδύνους απόσπασης των όποιων διαχειριστών, στο βαθμό που παραβιάζεται αυτή η δημοκρατία.

Σε ένα γενικότερο επίπεδο ο Τσε ασκεί κριτική στην Κούβα η οποία διακρινόταν από έναν «ιδεολογικό μιμητισμό», πιο ειδικά απέναντι στα σοβιετικά εγχειρίδια -αυτά δα που και το δικό μας κόμμα τα θεωρούσε σαν βαγγέλια – «τα οποία είχαν το μειονέκτημα να μην σε αφήνουν να σκέφτεσαι: το Κόμμα το έχει ήδη πράξει για λογαριασμό σου και εσύ πρέπει απλώς να το χωνέψεις»[iii].

Από την άλλη όμως ο Τσε αν και δεν πρόλαβε να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη άποψη περί Στάλιν, είχε μια σαφή αντίληψη για την ουσία της στάσης του. Να τι γράφει σε μια από τις «κριτικές υποσημειώσεις» του: «Το μεγάλο ιστορικό έγκλημα του Στάλιν (ήταν) ότι περιφρονούσε την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας».

Οπως ορθά επισημαίνει ο Michael Lowy, «αν αυτό δεν αποτελεί ακόμη μια ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, αποτελεί όμως ήδη μια κατηγορηματική απόρριψή του», και στην κάθε περίπτωση καταδεικνύει ότι ο Τσε κάθε άλλο παρά συμφωνούσε με τον Στάλιν.

Επίσης ο Τσε ήταν κάθετα αντίθετος με τη δυνατότητα κατάκτησης του κομμουνισμού σε μια μόνο χώρα[iv].Γράφει σχετικά : «Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον κομμουνισμό σε μια μόνον χώρα» ; Ο Λένιν «ξεκάθαρα διατύπωσε τη θέση για τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, κάτι το οποίο στη συνέχεια απορρίφθηκε»[v].

[i] Υπόσχομαι, σε επόμενο σχόλιό μου να αναφερθώ σε όλα τα χαρακτηριστικά από το «Ανθρωπάκι» όπως τα παραθέτει ο Τσίρκας στην Τριλογία του.

[ii] 13/2/20011.

[iii] Αυτή η επιστολή που έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη περιέχεται στο Nestor Kohan, Ernesto Che Guevara. Otro mundo es posible, Nuestra America, Buenos Aires, 2003, p. 156-158.

[iv] Μια θέση που υποστηρίχτηκε το 1924 από τον Στάλιν και υιοθετήθηκε στο XIV Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το Δεκέμβρη του 1925.

[v] Βλέπε Michael Lowy, «Le socialisme selon Che Guevara», «Le monde diplomatique», Οκτώβριος 2007.

Ο Γιώργος Ρούσης είναι καθηγητής πολιτικής θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη «Ελευθεροτυπία», 13 Μαρτίου 2011.

Διάφορα γράμματα & επιστολές

Τον Ιανουάριο του 1958, ο Τσε γράφει γράμμα προς την τότε σύζυγο του Ίλντα Γκαντέα. Η επιστολή γράφτηκε δύο μήνες μετά την απόβαση του πληρώματος της Granma στις κουβανικές ακτές και δίνει μιά εικόνα του πως «έβλεπε» ο Τσε εκείνη την περίοδο του ανταρτοπολέμου.

«Αγαπητή Γραία!

«Σου γράφω αυτές τις φλεγόμενες Μαρτινές* γραμμές από την κουβανική Μanigua. Είμαι ζωντανός και διψώ για αίμα. Μπορεί να πείς ότι είμαι πραγματικά ένας στρατιώτης (τουλάχιστον είμαι βρώμικος και υπό κατάρρευση), για ένα χαώδες σετ μαγειρικής χρησιμεύει ως γραφείο μου, ένα όπλο είναι κρέμεται πάνω απ’ τον ώμο μου και ένα νέο απόκτημα – ένα πούρο – κολλημένο ανάμεσα στα δόντια μου. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.

Γνωρίζετε ήδη ότι μετά από επτά ημέρες στο Granma, όπου είχαμε επιβιβαστεί τόσο αναπαυτικά που δεν μπορούσες καν να αναπνεύσεις, καταλήξαμε από λάθος του πλοηγού μας σε κάποιο δύσοσμο υπόροφο και η ατυχία μας συνεχίστηκε μέχρι που δεχθήκαμε επίθεση στην ήδη διαβόητη Alegra de Pio και έπρεπε να διασκορπιστούμε σαν τα περιστέρια. Εγώ τραυματίστηκα στο λαιμό και παραμένω ζωντανός μόνο χάρη στη ζωή της γάτας μου, μια σφαίρα από ένα πολυβόλο που βρήκε τη θήκη φυσιγγίων μου εκφεντονιζόμενη γύρω από το στήθος μου, και από εκεί πέρασε ξιστά απ’ το λαιμό μου. Περιπλανήθηκα στους λόφους για λίγες μέρες, θεωρώντας τον εαυτό μου σοβαρά τραυματίσμένο, γιατί εκτός από την πληγή στο λαιμό μου το στήθος μου πονούσε άσχημα.

Από αυτούς που γνωρίζεις μόνο ο Jimmy Hertzel πέθανε, παραδώθηκε και τον σκότωσαν. Πέρασα επτά ημέρες με την Almeida και τον Ramirito – τους ξέρεις – φοβισμένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, μέχρι που αποδράσαμε απ’ την ενέδρα και με τη βοήθεια των χωρικών ενωθήκαμε μαζί με τον Φιντέλ (που λένε ότι ο καημένος ο Сico επίσης έχασε τη ζωή του, αν και δεν είμαστε ακόμη σίγουροι για αυτό). Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να οργανωθουμε και πάλι ως μονάδα και να οπλιστούμε ακόμη μιά φορά. Αφού επιτεθήκαμε σε ένα στρατιωτικό φυλάκιο, σκοτώσαμε και τραυματίσαμε λίγους στρατιώτες και πήραμε τους υπόλοιπους ως αιχμαλώτους.

Αφήσαμε τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Λίγο αργότερα συλλάβαμε και αφοπλίσαμε άλλους τρεις στρατιώτες. Εάν προσθέσεις σε αυτό ότι δεν έχουμε υποστεί ούτε μια απώλεια και ότι στα βουνά αισθάνομαστε σαν στο σπίτι μας, γίνεται σαφές πόσο αποθαρυμένοι είναι οι στρατιώτες τους. Ποτέ δεν θα καταφέρουν να μας περικυκλώσουν. Φυσικά η μάχη δεν έχει τελειώσει ακόμα, έχουμε ακόμα πολλές μάχες μπροστά, αλλά η πλάστιγγα ήδη γέρνει προς το μέρος μας και με κάθε μέρα αυξάνεται το πλεονέκτημά μας.

«Τώρα, αναφορικά με σένα, θα ήθελα να ξέρω αν είσαι ακόμα στην ίδια διεύθυνση, όπου θα πρέπει να σου γράψω, και πως πάνε τα πράγματα, ειδικά με τα πιό απαλό κομμάτι της αγάπης μας. Αγκάλιασε την και φίλησε την τόσο δύνατα όσο τα μικρά της κόκκαλα θα το επιτρέψουν. Ήμουν τόσο βιαστικός που άφησα τις φωτογραφίες σου στο σπίτι του Πάντσο. Στείλε τες σε μένα. Μπορείς να μου γράψεις στέλοντας τα γράμματα στη διεύθυνση του θείου ή στο Patojo. Πιθανόν να υπάρχει μια καθυστέρηση, αλλά νομίζω ότι τα γράμματα θα φτάσουν.»

Τσε

* Μαρτινές: Λογοπαίγνιο του Τσε από το όνομα του Χοσέ Μαρτί, επαναστάτη και εθνικού ποιητή της Κούβας.

three-stars-banner

Το παρακάτω γράμμα συντάχθηκε στις αρχές του 1959, λίγες μέρες από τον θρίαμβο της Επανάστασης. Ο Τσε στέλνει τις σκέψεις του στον παλιό του φίλο Φερνάνδο.

«Αγαπητέ Φερνάνδο,

γνωρίζω ότι είχες αμφιβολίες για εμένα σαν άτομο, εάν ήμουν αληθινός η όχι, αν και τώρα είμαι στην πραγματικότητα πολυ διαφορετικός απ’ το πρόσωπο που ήξερες. Αρκετό νερό κύλησε στο αυλάκι από τότε και απ’ τον πρώην ασθματικό και ατομιστή έχει μείνει μόνο το άσθμα. Έμαθα ότι παντρεύτηκες – το ίδιο συνέβη και με μένα. Έχω δύο παιδιά αλλά παραμένω εραστής της περιπέτειας, αν και σήμερα οι περιπέειες μου συνάδουν με τον κατάλληλο στόχο. Δώσε τους χαιρετισμούς μου στην οικογένεια σου από ένα λείψανο του παρελθόντος και παρακαλώ δέξου μιά αδελφική αγκαλιά απ’ τον Τσε, που είναι το νέο μου όνομα».

three-stars-banner

Το παρακάτω γράμμα εστάλη από τον Τσε σε ένα 10χρονο παιδί στο χωριό Αγκουακάτε, επαρχία Αβάνας. Ο μικρός μαθητής είχε στείλει στον Τσε ένα νόμισμα των 50 σεντάβος ως συμβολή στο Ταμείο γιά την αναστήλωση της Κουβανικής οικονομίας. Την πρώτη φορά το ταχυδρομείο είχε επιστρέψει στο μαθητή το φάκελο με το νόμισμα κι’ ετσι ο μικρός έγραψε και πάλι στον Τσε, αυτή τη φορά με μιά επιταγή της ίδιας αξίας. Θυμίζεται ότι την συγκεκριμένη περίοδο ο Τσε ήταν Πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας.

Αβάνα, 19 Μαίου 1960

Αγαπητέ φίλε,

πολλές ευχαριστίες γιά το ευγενικό σου γράμμα στις 30 Μαρτίου, το οποίο μου έστειλες μέσω της σχολικής Ημέρας Αλληλογραφίας, και πολλά ευχαριστώ γιά την προσφορά σου των 50 σεντάβος που επιθυμείς να καταθέσεις στο ταμείο γιά την αναστήλωση της οικονομίας μας. Σου αποστέλλω απόδειξη με αριθμό 9186 ως απόδειξη της πατριωτικής σου πράξης.

Είμαι βαθιά συγκινημένος από την επιθυμία σου να συνεχίσεις της σπουδές σου και σε συμβουλεύω να συνεχίσεις να είσαι ένα άτομο χρήσιμο γιά τη χώρα σου και γιά σένα. Αυτή είναι η καλύτερη βοήθεια που μπορούν τα παιδιά να δώσουν στην επαναστατική κυβέρνηση.

Λυπάμαι που το ταχυδρομείο σου επέστρεψε το γράμμα με το νόμισμα και πίστεψες ότι δεν επιθυμώ να σου απαντήσω. Σε διαβεβαιώνω ότι το γράμμα σου μου έδωσε μεγάλη χαρά.

Παρακαλώ δέξου τους χαιρετισμούς μου.

Με Σεβασμό,

Στρατηγός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Κονγκό (Congo)

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ή αλλιώς Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό γνωστή στη γαλλική γλώσσα ως «République Démocratique du Congo» (πρώην Ζαΐρ) είναι μια χώρα της Κεντρικής Αφρικής με πληθυσμό περίπου 68.693.000 κατοίκους (εκτίμηση 2009) και έκταση 2.345.410 km². Η χώρα χαρακτηρίζεται και πήρε το όνομά της από τον μεγάλο ποταμό Κονγκό, ο οποίος με τους παραποτάμους του διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Κόνγκο, ενώ προς τα ανατολικά του κλείνεται από το υδάτινο τείχος των λιμνών Ταγκανίκα, Κίβου, Εδουάρδου, Αλβέρτου κ.ά. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η Κινσάσα.

Το Κονγκό αποτέλεσε τον δεύτερο (μετά την Κούβα και πριν τη Βολιβία) «επαναστατικό σταθμό» του Τσε Γκεβάρα, με σκοπό την οργανωτική ενίσχυση του Λαϊκού

Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).

Απελευθερωτικού Στρατού. Ο Τσε, έχοντας το ονοματεπώνυμο Ραμόν Μπενίτεζ, έφτασε τον Απρίλιο του 1965 στη χώρα, έχοντας μαζί του δώδεκα κουβανούς πολεμιστές, και ανέλαβε να προετοιμάσει το έδαφος γιά μιά σειρά ανταρτοπολέμων στην καρδιά της Αφρικής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο της Αλγερίας, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, ο Γκεβάρα έβλεπε την Αφρική ως τον «αδίναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού» που είχε δυνατότητες να δημουργήσει επαναστατικά κινήματα. Ο τότε ισχυρός άνδρας του αραβικού κόσμου και πρόεδρος της Αιγύπτου, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ δεν είδε με καλό μάτι την κίνηση του Τσε (τον οποίο είχε γνωρίσει), θεωρώντας ότι η όλη προσπάθεια γιά δημιουργία επαναστατικού θύλακα στο Κονγκό θα οδηγούνταν σε αποτυχία.

Τον Τσε Γκεβάρα και τη μικρή – αρχικά – ομάδα του ενίσχυσαν περίπου 100 αφροκουβανοί στρατιώτες που ήρθαν από την Κούβα γιά να ενισχύσουν τους κονγκολέζους αντάρτες. Ο Τσε συνεργάστηκε με το Κίνημα «Σίμπα», μιά μαρξιστικών ιδεών ομάδα που είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια πριν. Ταυτόχρονα, η κουβανική αποστολή συνεργάστηκε με τον αφρικανό αντάρτη Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά, με σκοπό την ένοπλη αντιμετώπιση των δυνάμεων της δικτατορίας που είχε δολοφονήσει το νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο Πατρίς Λουμούμπα το 1961.

Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης (Μέρος Τέταρτο)

Του Τόνυ Σανουά.

Διεθνιστική πολιτική.

Έτσι, η έκκληση του προς τους λαούς της Λ. Αμερικής κατάληξε να ζητάει την επανάληψη της κουβανικής επανάστασης στις χώρες αυτές με τις μεθόδους του «αντάρτικου». Η έκκληση αυτή, βέβαια, εξ αιτίας του μεγάλου γοήτρου της κουβανικής επανάστασης, είχε σοβαρό αντίκτυπο ιδιαιτέρα στη νεολαία και στους διανοούμενους σ’ όλη την Λ. Αμερική, αλλά ακόμη και στην Ευρώπη. Όμως, παρά τη μεγάλη συμπάθεια που υπήρχε για την κουβανική επανάσταση και ειδικά για τον Τσε, αυτή η μέθοδος πάλης δεν ήταν κατάλληλη για το ισχυρό εργατικό κίνημα που αναπτυσότανε στη Χιλή, στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στη Βολιβία και σ’ άλλες χώρες. Ο Τσε δεν μπόρεσε δυστυχώς να κατανοήσει ότι έπρεπε να στραφεί κύρια σ’ αυτή την ισχυρή και προοπτικά επαναστατική τάξη και να της προτείνει ένα εναλλακτικό επαναστατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα ενάντια στην πολιτική της ταξικής συνεργασίας, του ρεφορμισμού και των Λαϊκών Μετώπων, που πρόσφεραν τα σοσιαλιστικά και τα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής.

Οι διεθνιστικές ιδέες του Τσε, βρήκαν μεγάλη απήχηση μέσα στην Κούβα και γι’ αυτό το νέο καθεστώς τις χρησιμοποιούσε στην αρχή σαν αντίβαρο στον εμπορικό αποκλεισμό που έκαναν στην Κούβα οι ιμπεριαλιστές. Έτσι, με πρωτοβουλία του Τσε, το καθεστώς στην Κούβα υποστήριξε και εξόπλισε διάφορες αντάρτικες οργανώσεις σε αρκετές χώρες.

Αυτή η πολιτική βέβαια έφερε συγκρούσεις και διαφωνίες ανάμεσα στην Αβάνα και στη Μόσχα και δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις της με τα τοπικά κομμουνιστικά κόμματα που ήταν αντίθετα σ’ αυτές τις μεθόδους. Όμως το Κρεμλίνο ήτανε διαθετημένο ν’ ανεχθεί για ένα διάστημα αυτή την κατάσταση, γιατί η οικονομική βοήθεια που η Μόσχα έδινε στην Κούβα είχε αυξήσει σημαντικά το διεθνές γόητρο της, ιδιαίτερα στον αποικιακό και πρώην αποικιακό κόσμο. Την ίδια ώρα, η προσωρινή αυτή ανοχή ήταν δυνατή επειδή η κουβανική κυβέρνηση δεν έκανε έκκληση στην παγκόσμια εργατική τάξη για να την στηρίξει και κύρια γιατί δεν αμφισβητούσε τα καθεστώτα στην Αν. Ευρώπη και την ΕΣΣΔ και μ’ αυτή την έννοια δεν αποτελούσε ένα άμεσο κίνδυνο για την εξουσία τους. Στην πραγματικότητα, η αποφασιστική διαφορά με την οποία ο Χρουστσόφ αντιμετώπισε την επανάσταση στην Ουγγαρία, το 1956 και την επανάσταση στην Κούβα, ήταν αποτέλεσμα του διαφορετικού χαρακτήρα του καθεστώτος στην Αβάνα.

Η επανάσταση στην Ουγγαρία δημιούργησε Εργατικά Συμβούλια κι η εξουσία πέρασε στα χέρια της εργατικής τάξης και των μαζών, που απειλούσαν ν’ ανατρέψουν τη γραφειοκρατία. Η νίκη της επανάστασης στην Ουγγαρία απειλούσε να εξαπλωθεί με επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρη την Αν. Ευρώπη και την ίδια την ΕΣΣΔ. Γι’ αυτό ακριβώς η ρώσικη γραφειοκρατία δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί μια τέτοια απειλή και γι’ αυτό ο Χρουστσόφ έπνιξε στο αίμα την Ουγγρική Επανάσταση. Αντίθετα, έδωσε χέρι βοηθείας, εμπορικές συμφωνίες και μεγάλη οικονομική ενίσχυση στην Αβάνα, ακριβώς γιατί ο χαρακτήρας του καθεστώτος του Κάστρο δεν απειλούσε την εξουσία της γραφειοκρατίας στο Κρεμλίνο.

Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους αντανακλά αναπόφευχτα την εσωτερική πολιτική του. Από το 1968, μετά το θάνατο του Τσε, η Αβάνα άρχισε να προσπαθεί να επανασυνδέσει τις σχέσεις της με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους υπηρέτες του στην Λ. Αμερική. Η πολιτική αυτή στροφή ήταν αποτέλεσμα της σταθεροποίησης της εξουσίας της γραφειοκρατίας μέσα στην Κούβα και μιας προσωρινής χαλάρωσης του εμπορικού αποκλεισμού από την πλευρά των ΗΠΑ. Έτσι, η υποστήριξη της Κούβα στα επαναστατικά κινήματα άρχισε να περιορίζεται, γιατί τα συμφέροντα του καθεστώτος έπαιρναν πια προτεραιότητα απέναντι στο διεθνές επαναστατικό κίνημα.

Η Μεξικάνικη κυβέρνηση ήταν η μόνη καπιταλιστική χώρα που διατήρησε, όλη αυτή την περίοδο, τις διπλωματικές της σχέσεις με την Αβάνα. Στην πραγματικότητα, έπαιζε και παίζει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα την Αβάνα και στην Ουάσιγκτον. Έτσι όταν τον Οκτώβρη του 1968, ο στρατός στο Μεξικό, κατάστειλε αιματηρά την φοιτητική εξέγερση και δολοφόνησε 1000 περίπου φοιτητές, η κυβέρνηση και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας δεν έβγαλαν ούτε μιά φωνή διαμαρτυρίας.

Την ίδια ώρα, ενώ το καθεστώς του Κάστρο διατηρούσε ακόμα στα λόγια την υποστήριξη της στα αντάρτικα κινήματα, δεν έδινε καμμιά σημασία στα κινήματα της εργατικής τάξης. Όταν μέσα στη δεκαετία του 1960 ξέσπασαν παγκόσμια θυελλώδη εργατικά κινήματα, το καθεστώς στην Κούβα παράμεινε απαθές. Η Αβάνα δεν έβγαλε ούτε λέξη, όταν ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός συγκλονίστηκε από τη Γενική Απεργία των δέκα εκατομμυρίων εργατών στην Γαλλία, τον Μάη του 1968 . Τον ίδιο χρόνο όμως, ο Κάστρο υποστήριξε ανοικτά την στρατιωτική επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Τσεχοσλοβακία.

Ο διεθνισμός, όμως, του Τσε ήτανε πραγματικός και γι αυτό τον έσπρωξε να προσπαθήσει να κάνει πράξη την εξάπλωση της επανάστασης, πράγμα που τελικά του κόστισε τη ζωή του.

Από το Κονγκό στη Βολιβία.

Το διεθνιστικό πνεύμα του Τσε είχε βρει μεγάλη απήχηση στους νεαρούς Κουβανούς. Αντιπροσωπείες νέων έφταναν συχνά για να τον συναντήσουν ή του έστελναν γράμματα, παρακαλώντας τον να τους επιτραπεί να πάνε να πολεμήσουν στη Νικαράγουα, τη Γουατεμάλα, τη Βενεζουέλα και σ’ άλλες χώρες. Εκείνη την εποχή μάλιστα δημιουργήθηκε μια ειδική κυβερνητική υπηρεσία, που ονομάστηκε «Liberacion» (Απελευθέρωση), επιφορτισμένη ειδικά με την ευθύνη της διάδοσης της επανάστασης στην Λατινική Αμερική.

Επειδή όμως, η εξωτερική πολιτική είναι πάντα συνέχεια της εσωτερικής πολιτικής, έτσι, και τα διάφορα γραφεία της εξωτερικής πολιτικής της Κουβανικής κυβέρνησης είχαν δύο πλευρές. Καταρχήν, όσοι δούλευαν σ’ αυτά είχαν την επιθυμία να εξαπλώσουν την ιδέα της επανάστασης και να προσφέρουν βοήθεια σε μαχητές από άλλες χώρες. Πρόσφεραν μάλιστα άσυλο σε όλους όσους πολιτικά διώκονταν σ’ όλη τη Λατινική Αμερική και δεν είχαν που αλλού να πάνε.

Ωστόσο, η βοήθεια που πρόσφερε η «Liberacion» κατευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά σε αντάρτικες οργανώσεις και δεν είχε κανένα προσανατολισμό προς στην εργατική τάξη. Εκπαίδευαν, κύρια, αντάρτικες ομάδες και τους παρείχαν διάφορα εφόδια. Ο ίδιος ο Τσε ήταν υπεύθυνος για τις ομάδες της Γουατεμάλας, του Περού, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας. Πολλοί από τους ηγέτες του FSLN, όπως ο Toμας Μπορζ και ο Ροντόλφο Ρομέρο, που ήταν στην ηγεσία των Σαντινίστας όταν πήραν την εξουσία στη Νικαράγουα το 1979, πέρασαν από στρατιωτική εκπαίδευση στη Κούβα.

Αυτή η βοήθεια, που στην αρχή αντανακλούσε ακόμα τη δυναμική της επανάστασης μέσα στην Κούβα, έγινε αργότερα μέσο ελέγχου και επιβολής της κουβανικής πολιτικής, πάνω στα αντάρτικα και τις διάφορες αριστερές ομάδες και στη συνέχεια μέσο για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας της Μόσχας.

Αυτό έγινε φανερό αργότερα, όταν οι Σαντινίστας πήραν την εξουσία, με επαναστατικό αγώνα παρόμοιο με αυτόν της Κούβα. Στη Νικαράγουα ωστόσο, οι αντάρτες δεν προχώρησαν από την αρχή στην εθνικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας και στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Όμως το 1985, μπρος στην απειλή της αντεπανάστασης που στήριζαν οι ΗΠΑ, η ηγεσία των Σαντινίστας, φλέρταρε με την ιδέα μιας «νέας Κούβας». Τον Απρίλιο, ο Ντανιέλ Ορτέγκα επισκέφθηκε τη Μόσχα για να ζητήσει την υποστήριξη της Σοβιετικής γραφειοκρατίας. Μη θέλοντας να εμπλακούν σε ένα πόλεμο στη Κεντρική Αμερική, μια και η διεθνής κατάσταση και τα συμφέροντα τους, ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά της περιόδου 1959-60, οι γραφειοκράτες αρνήθηκαν να δώσουν ουσιαστική βοήθεια.

Ο Κάστρο για να μην προκαλέσει τις ΗΠΑ, υπάκουσε τα αφεντικά του στη Μόσχα και άσκησε πίεση στους ηγέτες του FSLN να μην προχωρήσουν. Ένας μικρός αριθμός μάλιστα από σοβιετικά MIGs, προοριζόμενα για τη Νικαράγουα, κατασχέθηκε στην Αβάνα. Ο Κάστρο είχε ήδη επισκεφτεί την Μανάγκουα, τον Ιανουάριο του 1985, για να συμβουλέψει το FSLN να υποστηρίξει τη μικτή οικονομία. «Μπορείτε να συζήσετε με την καπιταλιστική οικονομία» τους είπε και παίνεψε τον Ορτέγκα για την »σοβαρή και υπεύθυνη στάση του».

Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Τσε είχε τη πρόθεση να εξαπλώσει την επανάσταση σ’ ολόκληρη τη Λ. Αμερική, εφαρμόζοντας τις μεθόδους του αντάρτικου . Έλπιζε ιδιαίτερα να μπορέσει να προκαλέσει το ξέσπασμα της επανάστασης στην Αργεντινή, τη χώρα της καταγωγής του. Ο Κάστρο όμως, ήθελε βασικά να ισχυροποιήσει το καθεστώς του και να κερδίσει την εύνοια του Χρουστσόφ. Έτσι μετά την επιστροφή του από τη Μόσχα, το 1963, όπου είχε εξασφαλίσει μια τεράστια οικονομική βοήθεια από την ΕΣΣΔ, το ενδιαφέρον του για την εξάπλωση της επανάστασης πέρα από τις ακτές της Κούβας μειώθηκε σημαντικά. Γι αυτό και δήλωσε ότι: «ήταν έτοιμος να κάνει οτιδήποτε χρειαστεί για να δημιουργηθούν καλές σχέσεις γειτονίας με τις ΗΠΑ, βασισμένες στις αρχές της ειρηνικής συνύπαρξης.»

Το 1962, συγκροτήθηκε στην Αργεντινή ένα αντάρτικο που ονομάστηκε «Λαϊκός Αντάρτικος Στρατός» (Ejercito Guerrillero del Pueblo). Η Αργεντινή, όμως με τη πολυάριθμη βιομηχανική εργατική τάξη, ήταν η πλέον ακατάλληλη χώρα για την εφαρμογή αντάρτικων μεθόδων. Η πρώτη επίθεση των ανταρτών, που προγραμματίστηκε να συμπέσει με τη δεύτερη επέτειο του στρατιωτικού πραξικοπήματος, απότυχε οικτρά. Η ομάδα σφαγιάστηκε, μαζί και δύο από τους πιο στενούς συνεργάτες του Τσε, ο Ερμής και ο Μασέτι. Η ήττα αυτή κυριολεκτικά συγκλόνισε τον Τσε. Όταν τον ρωτούσαν γιατί είναι τόσο θλιμένος απαντούσε: «Εγώ κάθομαι εδώ ασφαλής σ’ αυτό το κωλογραφείο, ενώ οι άνθρωποι μου πεθαίνουν εκεί που εγώ τους έστειλα.» Μία σειρά από ήττες διαφόρων αντάρτικων δυνάμεων διεθνώς, σε συνδυασμό με την απογοήτευση του για την αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση του Κουβανικού καθεστώτος τον οδήγησαν τελικά να πάρει την απόφαση να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης. Όταν όμως έφυγε από τη Κούβα, το 1965, προορισμός του δεν ήταν η Λ. Αμερική, αλλά η Αφρική, όπου πολέμησε στο Κονγκό. Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης του Λουμούμπα και τη δολοφονία του, το Κονγκό είχε γίνει ένα πολύ σημαντικό πεδίο σύγκρουσης ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Η καταστροφή στο Κονγκό

Πριν φύγει όμως, ο Τσε άφησε ένα γράμμα στο Κάστρο, όπου επαινεί τις αρετές του σαν επαναστάτη και σαν ηγέτη και ξεκαθαρίζει ότι από και πέρα η Κούβα δεν είναι πια υπεύθυνη για τις πράξεις του. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Δεν λυπάμαι καθόλου που δεν αφήνω τίποτα υλικό στη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, το αντίθετο μάλιστα χαίρομαι που τα πράγματα είναι έτσι. Δεν ζήτω τίποτα γι’ αυτούς, γιατί ξέρω ότι το κράτος θα τους προσφέρει ότι χρειάζονται για να ζήσουν και να μορφωθούν«. Τελείωνε το γράμμα του με τη διάσημη πια φράση, που έμελλε να γίνει σύνθημα για τη νεολαία στη πάλη της ενάντια στις δικτατορίες, που δυνάστευαν όλη την ήπειρο τη δεκαετία του ’70-’80 »Hasta la victoria siempre» (Στον αγώνα πάντα μέχρι τη νίκη).

Παρ’ όλ’ αυτά, οι ελπίδες που είχε όταν έφυγε για το Κονγκό πολύ γρήγορα διαψεύστηκαν. Η αποστολή είχε πλήρη αποτυχία. Ήταν από την αρχή μια κακή πρωτοβουλία και απελπιστικά πρόχειρη. Επιπλέον, ήταν μια επιχείρηση που που επιβλήθηκε από τα έξω. Όπως ο ίδιος ο Τσε παραδέχτηκε αργότερα, οι Κονγκολέζοι δεν ήξεραν σχεδόν τίποτα μέχρι που έφτασε στη χώρα τους.

Όταν οι δυνάμεις του έφτασαν στο Νταρ-Ελ-Σαλάμ, στην Τανζανία, όπου οι ηγέτες των επαναστατών είχαν την βάση τους, δεν μπόρεσαν να βρουν κανένα. Είχαν φύγει για το Κάιρο. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Λωράν Καμπίλα, που μετά από τριάντα χρόνια έμελλε να καταλάβει την εξουσία στο Κογκό. Όταν οι κουβανέζικες δυνάμεις έφτασαν στις περιοχές των ανταρτών κυριολεχτικά τάχασαν. Γιατί οι αντάρτες όχι μόνο δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό, αλλά, σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Τσε, ήταν »ένας παρασιτικός στρατός» που τρομοκρατούσε τους ντόπιους αγρότες, τους λήστευε και βίαζε τις γυναίκες τους.

Στις μάχες οι περισσότεροι αντάρτες συνήθως λιποτακτούσαν. Οι αξιωματικοί ήταν συχνά μεθυσμένοι και ξεκίναγαν ατελείωτους καυγάδες. Ο Καμπίλα πέρναγε συνήθως τον καιρό του στο Νταρ-Ελ-Σαλάμ, οδηγόντας μια Μερσεντές και δεν ήταν ποτέ παρών στη φωτιά της μάχης.

Τελικά, έπειτα από μια επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων ενάντια στους αντάρτες, αναγκάστηκαν να παραδεχτούν την ήττα τους και να αποχωρήσουν απογοητευμένοι. Ο Τσε βρήκε καταφύγιο στην κουβανέζικη πρεσβεία της Τανζανίας και τελικά επέστρεψε κρυφά στην Κούβα μέσω της Αν. Ευρώπης. Παρ’ όλ’ αυτά, επειδή είχε μάθει να μάχεται ως το τέλος, δεν μπορούσε να γυρίσει στην Αβάνα «με άδεια χέρια».

Η Βολιβία και ο θάνατος του.

Ο τελικός στόχος του Τσε ήταν να επιστρέψει στην πατρίδα του την Αργεντινή και να συνεχίσει εκεί τον αγώνα του, αλλά αυτό αποδείχτηκε αδύνατο. Έτσι, το 1967 έφτασε στη Βολιβία με σκοπό να αρχίσει εκεί έναν αντάρτικο αγώνα, που να προκαλέσει ένα επαναστατικό κίνημα και μετά να ξαπλωθεί και στις γειτονικές χώρες. Ήταν βέβαια μια ηρωική πράξη, όπως τόσες άλλες στην πολιτική ιστορία του Τσε. Ωστόσο, όπως και στο Κονγκό η εκστρατεία αυτή εξελίχτηκε σε περιπέτεια, μόνο που αυτή τη φορά είχε μοιραίες συνέπειες γι’ αυτόν. Ετσι, επιβεβαιώθηκε ξανά με τραγικό τρόπο ο ιστορικός νόμος ότι η επανάσταση δεν μπορεί να επιβληθεί τεχνητά από τα έξω.

Η Βολιβία αν και είχε αναλογικά μεγαλύτερο αγροτικό πληθυσμό από την Αργεντινή, διέθετε την ίδια ώρα μια ισχυρή εργατική τάξη, γαλουχημένη στις επαναστατικές παραδόσεις των εργατών στα ορυχεία κασσιτέρου. Ο Τσε αγνόησε δυστυχώς αυτές τις παραδόσεις παρά το γεγονός ότι γνώρισε από κοντά το επαναστατικό κίνημα στη Βολιβία το 1953. Ακόμα δεν πήρε υπόψη ότι χάρη σ’ αυτή την επανάσταση επιβλήθηκε τότε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης που έκανε την αγροτιά λιγότερο δεκτική στην προοπτική ενός ένοπλου αντάρτικου αγώνα.

Επιπλέον παρ’ όλες τις προσπάθειες του, ο Τσε, δεν κατόρθωσε τελικά να κερδίσει την ενεργή υποστήριξη του Βολιβιανού Κομμουνιστικού Κόμματος, (PCB), αν και στην πρώτη φάση κράτησε ουδέτερη στάση και επέτρεψε σε μερικά μέλη του να βοηθήσουν στις προετοιμασίες της εκστρατείας του.

Ουσιαστικά, η ηγεσία του Κ.Κ. κράτησε στην αρχή αυτή τη στάση για να φανεί κάπως πιο «επαναστατική», επειδή φοβόταν μήπως ξεπεραστεί από τα αριστερά, κύρια από το Τροτσκιστικό Κόμμα (POR), που είχε σημαντικές παραδόσεις, και μεγάλη επιρροή ιδιαίτερα στους εργάτες των ορυχείων.

Στη πραγματικότητα το Κ.Κ. δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει τους αντάρτες γιατί δεν συμφωνούσε καθόλου μ’ αυτές τις μεθόδους. Ο ηγέτης του Κ.Κ., ο Μόντζε, δεν ήθελε ούτε να ακούσει για αντάρτικη εκστρατεία στη χώρα του. Γιατί το κόμμα ήταν ακόμη εγκλωβισμένο στην πολιτική της συνεργασίας με τα «προοδευτικά» κομμάτια της εθνικής αστικής τάξης.

Παρόλα αυτά, ο Κάστρο, για να μην συγκρουστεί με τον Μόντζε και τους άλλους κομμουνιστές ηγέτες, τους υποσχέθηκε ότι το Κ.Κ. θα έχει το μονοπώλιο της πολιτικής και υλικής υποστήριξης των ανταρτών. Την ίδια ώρα η Μόσχα ήθελε να περιορίσει τα αντάρτικα κινήματα, που έντειναν την αποσταθεροποίηση στη περιοχή της Λ. Αμερικής. Το Κουβανικό καθεστώς φαινόταν να τα ενθαρρύνει και άρα έπρεπε να «ελεγχθεί». Το Κρεμλίνο θεωρούσε ότι ο Τσε ήταν ένας ανεύθυνος τυχοδιώκτης, και τον κατήγγειλε για «τροτσκιστή» και «μαοϊκό».

Στην Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη που έγινε στην Αβάνα τον Γενάρη του ’66 και συμμετείχαν αντιπρόσωποι από την Αφρική, τη Λ. Αμερική, την Ασία, τη Κίνα και τη Ρωσία, αλλά και απο αντάρτικες οργανώσεις κυρίως από τη Λ. Αμερική, ο Κάστρο κατόρθωσε να περάσει μια απόφαση υποστήριξης των αντάρτικων κινημάτων, προς μεγάλη ενόχληση των Ρώσων ηγετών. Αμέσως κατόπιν ο Μόντζε πήγε για μια σύντομη επίσκεψη στη Μόσχα, όπου μετά από συζητήσεις με τους επίσημους του ΚΚΣΕ κατέληξαν ότι ο Τσε ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτή τη πολιτική, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν παρών.

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μόντζε, οι γραφειοκράτες του ΚΚΣΕ, τον συμβούλεψαν να αντιταχθεί στις πιέσεις των Κουβανών και γι’ αυτό δεν έκανε τίποτα για να στηρίξει τον Τσε. Παρόλο όμως, που η στάση των ηγετών του Κ.Κ. ήταν γνωστή στην Αβάνα, ο Κάστρο δέχτηκε να εγκαταλείψει τον Τσε στα χέρια τους.

Ο Τσε τελικά ξεκίνησε την εκστρατεία του, σε μια από τις πιο απομονωμένες περιοχές της Βολιβίας, στο νοτιοανατολικό μέρος της χώρας, 250 χλμ νότια της Σάντα Κρουζ. Ονόμασε τους αντάρτες του Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό αν και οι δυνάμεις του δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 29 Βολιβιανούς και 18 Κουβανούς μαχητές. H περιοχή που διάλεξε ήταν πολύ αραιοκατοικημένη και οι αγρότες εκεί δεν είχαν αγωνιστικές παραδόσεις.

Στην ουσία παρ’ όλες τις προσπάθειες τους οι αντάρτες δεν κατάφεραν να κερδίσουν την υποστήριξη του ντόπιου πληθυσμού. Ετσι απομονώθηκαν, και δέχτηκαν την μία ήττα μετά την άλλη. Η υγεία του Τσε άρχισε να χειροτερεύει και ήταν αναγκασμένος να μετακινείται έφιππος, γιατί με το περπάτημα πάθαινε συνεχώς κρίσεις άσθματος. Η Αβάνα δεν έστελνε ενισχύσεις και τελικά η επικοινωνία τους διακόπηκε.

Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η γραφειοκρατία της Μόσχας ήθελε να ξεφορτωθεί τον Τσε μια και καλή. Ομως ούτε κι ο Κάστρο έκανε τίποτα μέσα σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές που ένας από τους πιο σημαντικούς ηγέτες της Κουβανικής επανάστασης πέρναγε τις πιο δύσκολες μέρες της ζωής του. Ένας από τους τότε συντρόφους του Τσε, ο Ρετζίς Ντεμπρέ, ο οποίος βέβαια αργότερα στράφηκε προς τα δεξιά κι έγινε σύμβουλος του Μιττεράν, κατηγόρησε το 1996 τον Κάστρο ότι είχε εγκαταλείψει τον Τσε.

Την ίδια ώρα οι αντάρτες είχαν να αντιμετωπίσουν 1500 στρατιώτες του βολιβιανού στρατού, οι οποίοι σε συνεργασία με τη CIA, τους κυνηγούσαν με λύσσα. Τελικά, στις 8 Οκτωβρίου, ύστερα από μια τελευταία απελπισμένη σύγκρουση, πιάστηκαν αιχμάλωτοι στο χωριό Ιγκουέρα, νότια της Σούκρε. Ο Τσε ήταν πληγωμένος. Όταν τον ρώτησαν: «Είσαι Κουβανός ή Αργεντινός;» ο Τσε απάντησε: «Είμαι Κουβανός, Αργεντινός, Βολιβιανός, Περουβιανός, κ.λ.π. …. Καταλαβαίνετε»;

Την επόμενη μέρα ο Φέλιξ Ροντρίγκες, κουβανικής καταγωγής πράκτορας της CIA, τον ρώτησε αν θέλει να στείλει κανένα μήνυμα στην οικογένεια του. Ο Τσε κατάλαβε αμέσως και είπε: «Πες στον Φιντέλ ότι σύντομα θα δεί την επανάσταση να θριαμβεύει στην Λ.Αμερική. Και πές στην γυναίκα μου να ξαπαντρευτεί και να είναι ευτυχισμένη». Στη συνέχεια ο Ροντρίγκες έδωσε εντολή σε ένα λοχία να τον σκοτώσει, όπως ήταν δεμένος στο πάτωμα. Μετά το θάνατο του, οι εκτελεστές του έκοψαν τα χέρια και τα έστειλαν στην Αβάνα για να αποδείξουν ότι ήταν πια νεκρός. Τον έθαψαν σε ένα κρυφό τάφο. Ηταν μόνο 39 ετών.

Πρόσφατα βρέθηκε ο τάφος του και το σώμα του επιστράφηκε στην Κούβα, όπου τάφηκε με μεγάλες τιμές. Σε ένα τοίχο κοντά στο τάφο του στη Βολιβία είναι τώρα γραμμένο ένα απλό σύνθημα: «Ο Τσε ζει, σε πείσμα όσων τον θέλουν νεκρό». Το πνεύμα της αυτοθυσίας και της ηρωικής αφοσίωσης του στον αγώνα ενάντια στη καταπίεση, παραμένει ζωντανό. Το παράδειγμα του εμπνέει σήμερα χιλιάδες νεολαίους που αναζητούν την επανάσταση και μια νέα σοσιαλιστική κοινωνία. Τρεις δεκαετίες μετά το θάνατο του οι Μαρξιστές χαιρετάνε τον Τσε σαν ένα ειλικρινή και ηρωικό επαναστάτη.

Η τραγωδία του Τσε ήταν ότι η πίστη και ο ηρωισμός του δεν ήταν συνδυασμένα με ένα ολοκληρωμένο μαρξιστικό πρόγραμμα και μια επαναστατική στρατηγική που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν αυτό που τον έμπνευσε, τη διεθνή σοσιαλιστική επανάσταση. Οι σημερινοί επαναστάτες πρέπει να βγάλουν τα σωστά συμπεράσματα από τις επαναστατικές εμπειρίες του Τσε και να πάρουν παράδειγμα από την αυτοθυσία και τη τόλμη του για να πετύχουν.

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: “Ξεκίνημα”, Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).

Συνέντευξη με το γιό του Τσε, Καμίλο Γκεβάρα

Ο Καμίλο Γκεβάρα Μαρτς, γεννημένος στις 20 Μαϊου 1962, είναι γιός του Τσε και της Αλέιδα. Πήρε το όνομα του από τον αδικοχαμένο κουβανό επαναστάτη Καμίλο Σιενφουέγος. Η παρακάτω συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο βελγικό περιοδικό Humo στις 16 Οκτωβρίου 1998.

Ερ: Δεν γνώρισες πραγματικά τον πατέρα σου. Ήσουν πέντε χρονών όταν πέθανε. Ίσως τον γνωρίζεις όπως όλοι μας: μέσα από βιβλία.

Κ. Γκεβάρα: Έχω μερικές αναμνήσεις, αλλά αόριστες, πράγματα γιά τα οποία δεν είμαι καν σίγουρος ότι πραγματικά συνέβησαν η τα έχω ονειρευτεί, ως φαντασία. Τον γνωρίζω μέσα από τις ιστορίες που η μητέρα μου, η οικογένεια και οι φίλοι του πατέρα μου, μου έχουν πει.

Ερ: Για όσους πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά και τους Αμερικανούς, είναι ένας διάβολος.

Κ. Γκεβάρα: Αυτό είναι δικό τους πρόβλημα, όχι δικό μου. Είναι ένας διάβολος για την κυβέρνηση των ΗΠΑ και τις αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες. Όχι για το Βόρειο-αμερικανικό λαό. Είμαι πεπεισμένος ότι πολλοί Βορειοαμερικανοί θαυμάζουν και σέβονται τον Τσε, τον αγαπούν και πολεμούν την αδικία στην αμερικανική κοινωνία, υπό τη σημαία του. Στις ΗΠΑ υπάρχει ένα κίνημα που δηλώνει την αλληλεγγύη του με την Κούβα και προσπαθεί να άρει τον οικονομικό αποκλεισμό.

Ερ: Η ζωή του πατέρα σας τελείωσε επεισοδιακά. Έφυγε από την Κούβα επειδή ήρθαν οι Σοβιετικοί τους οποίους δεν εμπιστεύονταν, λένε, και είχε προβλήματα με τον Φιντέλ Κάστρο, που γινόταν ένας όλο και πιο πραγματιστής αρχηγός κράτους.

Κ. Γκεβάρα: Αυτό δεν είναι αλήθεια. Ο πατέρας μου έφυγε από την Κούβα γιατί ήταν ένας αιώνιος επαναστάτης. Δεν είχε καμία απολύτως διαφωνία με τον Φιντέλ. Ο Φιντέλ και ο Τσε παρέμειναν φίλοι, αδελφοί και σύντροφοι μέχρι το τέλος. Ότι είχαν μεταξύ τους προβλήματα είναι ένα ψέμα που είχε ήδη διακινηθεί πριν από το θάνατό Τσε. Το χρονικό διάστημα που βρισκόταν στο Κονγκό, κατά τη δεκαετία του εξήντα, στις καπιταλιστικές χώρες δεν ήξεραν πού ήταν και ο δυτικός Τύπος έγραψε μερικές τρελές ιστορίες: ήταν νεκρός, βρισκόταν κλειδωμένος σε κουβανική φυλακή. Με αυτά τα ψέματα ήθελαν να βλάψουν την κουβανική επανάσταση και τον Φιντέλ Κάστρο, έναν από τους διεθνείς ηγέτες της αριστεράς και των φτωχών του κόσμου, του ογδόντα τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού μέχρι και σήμερα. Από την άλλη πλευρά προσπάθησαν να πείσουν τους ανθρώπους ότι ο επαναστάτης Γκεβάρα, αυτό το μεγάλο σύμβολο, δεν ήταν όλα αυτά, αλλά ένας άνθρωπος που έπρεπε να εγκαταλείψει την Κούβα, επειδή είχε προβλήματα με τον συνάδελφό του – τον επαναστάτη Φιντέλ Κάστρο.

Ερ: Πώς είναι η ζωή για το γιο του Τσε στην Κούβα;

Κ. Γκεβάρα: Θέλετε να μάθετε αν είμαι προνομιούχος; Τα παιδιά του «συμβόλου» έχουν ένα πλεονέκτημα: ένα συντριπτικό μέρος του λαού της Κούβας αγαπά ακόμα τον Τσε. Μου συμβαίνει συχνά να αισθάνομαι άβολα γι’ αυτό, αλλά πολλοί Κουβανοί μας αντιμετωπίζουν, τα παιδιά του El Che, πιο θερμά απ’ ότι τους άλλους. Πιστεύω ότι οι Κουβανοί μεταφέρουν την αγάπη που είχαν για τον πατέρα μου σε μένα και την οικογένειά μου. Με αυτήν την έννοια είμαστε πράγματι προνομιούχοι.

Ερ: Πώς είναι τα πράγματα στην Κούβα σήμερα; Η οικονομική κατάσταση φαίνεται να βελτιώνει σταδιακά;

Κ. Γκεβάρα: Το 1994 ήταν για μας ο «πάτος». Μετά από αυτό η κουβανική οικονομία σταδιακά άρχισε να ισχυροποιείται και πάλι, κάτι που ήταν ένα θαύμα πράγματι. Και ο Τσε δεν είχε καμία σχέση με αυτό! (Γέλια) Ή, ίσως, λίγο. Εκείνη η χρονιά έκανε μεγάλη εντύπωση σε όλους μας. Φανταστείτε: μια χώρα που είναι το θύμα ενός αυστηρού οικονομικού αποκλεισμού ξαφνικά χάνει επίσης ογδόντα τοις εκατό των εμπορικών της συναλλαγών λόγω της κατάρρευσης της Ανατολικής Ευρώπης. Ταυτόχρονα, ο αποκλεισμός είναι ακόμη σκληρός, και οι τιμές των δυτικών προϊόντων, τα οποία εμείς χρειαζόμαστε απεγνωσμένα, ακριβώς όπως οποιαδήποτε άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου, συνεχίζουν να αυξάνονται. Και, πάλι, καταφέραμε να έχουμε την οικονομία μας να αναπτύσσεται. Αυτό είναι το θαύμα. Ένα πολύ επικίνδυνο παράδειγμα. Το πετύχαμε αυτό χωρίς ένα σεντ από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ούτε από οποιοδήποτε άλλο διεθνές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα απολύτως! Έχουμε δείξει ότι μπορούμε να πετύχουμε πολλά, χωρίς χρήματα, αλλά με μεγάλη πολιτική βούληση. Υποψιάζομαι ότι οι καπιταλιστές σε όλο τον κόσμο ανησυχούν ότι το παράδειγμα αυτό θα μπορούσε να ακολουθηθεί και σε άλλες χώρες. Γι ‘αυτό προσπαθούν να μας καταστρέψουν με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.

Ερ: Ο ηγέτης Φιντέλ αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστεί από τη σκηνή. Είναι 72 ετών σήμερα. Τι θα συμβεί στην συνέχεια; Στη Φλόριντα μεγάλες ομάδες εξόριστων κουβανών περιμένουν τη μέρα που θα μπορέσουν να διεκδικήσουν εκ νέου την Κούβα.

Κ. Γκεβάρα: Υπάρχουν λίγα πράγματα για τα οποία μπορεί κανείς να είναι σίγουρος σε αυτόν τον κόσμο. (Γέλια) Οι Κουβανοί στη Φλόριντα ήταν ήδη πεπεισμένοι το 1959 ότι θα επανακτήσουν την Κούβα γρήγορα. Χα! Είμαστε σαράντα χρόνια μετά πλέον, και εξακολουθούν να είναι στη Φλόριντα. Όταν η Ανατολική Ευρώπη κατέρρευσε, γνώριζαν με βεβαιότητα: θα πάρουμε πίσω την Κούβα! Εν τω μεταξύ, αυτό συνέβη πριν από εννιά χρόνια.

Για εξήντα χρόνια, από την αρχή του αιώνα μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50, η Κούβα ήταν αποικία των ΗΠΑ. Ξέρουμε τον καπιταλισμό, τον έχουμε βιώσει στην πράξη. Μέχρι που ο Φιντέλ και μια ομάδα νεαρών ξεκίνησαν την επανάσταση. Τι νομίζετε ότι ο λαός της Κούβας πρόκειται να κάνει μετά το θάνατο του Φιντέλ; Πιστεύετε ότι ο καθένας θέλει να πάει πίσω στην περίοδο πριν από το 1959 – ότι οι άνθρωποι θα επιτρέψουν στις ΗΠΑ να ξανάρθουν και να μας διαφεντεύουν;

Ερ: Δεν θα ήταν δυνατό να καταρρεύσει το κουβανικό καθεστώς; Τα καταναλωτικά αγαθά του καπιταλισμού είναι πολύ δελεαστικά. Κάποιος μπορεί να το αντιληφθεί αυτό σήμερα στην Αβάνα.

Κ. Γκεβάρα: Στη Δύση ο καπιταλισμός σαγηνεύει πολλούς ανθρώπους, ναι. Και ίσως μερικούς ανίδεους ανθρώπους στον Τρίτο Κόσμο επίσης. . .

Ερ: Μα, ελάτε τώρα, η κουβανική νεολαία θέλει επίσης Nike και Marlboro, Coca-Cola και γουόκμαν.

Κ. Γκεβάρα: Χωρίς καμία αμφιβολία, χωρίς αμφιβολία. Αλλά αυτή δεν είναι η πλειοψηφία των νέων. Ποτέ! Ο κουβανικός λαός έχει φτάσει σε ένα επίπεδο πολιτικής και πολιτιστικής εγρήγορσης που δε μπορεί εύκολα να αγνοηθεί. Οι Κουβανοί έχουν δει τι έχει συμβεί στην Ανατολική Ευρώπη: πριν από την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου είχαν υποσχεθεί τον ουρανό με τ’ άστρα σε αυτούς τους λαούς, αλλά τι πήραν; Τίποτα, απολύτως τίποτα, εκτός από χάος και εκμετάλλευση. Εμείς οι Κουβανοί το γνωρίζουμε αυτό, το βλέπουμε και δεν θέλουμε να συμβεί σε εμάς. Εντάξει, υπάρχουν ακόμα μερικοί άνθρωποι που θέλουν να μας ξεπουλήσουν στις ΗΠΑ. Αλλά είναι μια μειονότητα.

Ερ: Δεν θα ήταν σοφότερο να αγνοήστε εντελώς τις ΗΠΑ και να συσφίξετε τους οικονομικούς δεσμούς σας με την Ευρώπη;

Κ. Γκεβάρα: Κοιτάξτε, οι Ευρωπαίοι δεν είναι ούτε και αυτοί φιλάνθρωποι. Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές: η σχέση μας με την Ευρώπη εξαρτάται από το τι μπορούμε να κερδίσουμε ο ένας από τον άλλο. Αλλά οι ΗΠΑ ασκούν πίεση στην Ευρώπη, πολλή πίεση. Η βόρεια Ευρώπη αντιστέκεται στο νόμο Helm-Burton (νόμο των ΗΠΑ που προσπαθεί να αποτρέψει την εμπορική σχέση μη-αμερικανικών βιομηχανιών και Κούβας) και είμαστε ευτυχείς γι ‘αυτό. Όμως, αυτό συμβαίνει επειδή οι Ευρωπαίοι είναι ερωτευμένοι με την Κούβα; Όχι, ένα ζήτημα (εθνικής) κυριαρχίας. Πώς μπορεί μία χώρα να δεχθεί ότι μια άλλη χώρα απαγορεύει το εμπόριο με τον υπόλοιπο κόσμο;

Ερ: Μέχρι πρόσφατα η Κούβα ήταν ένας απομονωμένος σοσιαλιστικός «παράδεισος». Τώρα δέχεστε χιλιάδες τουρίστες και επιχειρηματίες από την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική. Είναι θετικό αυτό;

Κ. Γκεβάρα: Η Κούβα δεν ήταν ποτέ τόσο απομονωμένη όσο νομίζετε. Είχαμε πάντα καλή επικοινωνία με την Ευρώπη. Με την Ανατολική Ευρώπη, ασφαλώς. Αλλά είμασταν ανέκαθεν ανοικτοί στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Στο παρελθόν δεν έχουμε ποτέ προωθήσει το μαζικό τουρισμό από τη Δυτική Ευρώπη γιατί δεν τον χρειαστήκαμε. Τώρα έχει γίνει η πιο σημαντική πηγή εισοδήματός για μας και ένας τρόπος για προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Ερ: Αλλά ο μαζικός τουρισμός έχει επίσης μιά σκιώδη πλευρά: την πορνεία.

Κ. Γκεβάρα: Για μένα έχει να κάνει περισσότερο με την κρίση των ανθρώπινων αξιών σε ολόκληρο τον κόσμο, απ’ οτι με τους τουρίστες που έρχονται στην Κούβα.

Ερ: Το πιστεύετε πραγματικά αυτό;

Κ. Γκεβάρα: Πορνεία υπάρχει και στο Βέλγιο επίσης. Το έχω δει με τα μάτια μου. Οι άνθρωποι που έχουν αρκετά χρήματα για να ζήσουν δεν εκπορνεύονται. Οι άνθρωποι που δεν έχουν χρήματα το κάνουν. Γιατί;

Ερ: Επειδή θέλουν τα χρήματα;

Κ. Γκεβάρα: Όχι! Αν δεν είχα χρήματα και πεινούσα κάθε μέρα, δεν θα εκπορνευόμουν! Πρόκειται για ένα ζήτημα αξιών. Οπότε, τι μπορούμε να κάνουμε γι ‘αυτό; Πρέπει να διώχνουμε όλους τους τουρίστες, ή μήπως πρέπει να βεβαιωθούμε ότι οι άνθρωποι όχι μόνο έχουν αρκετά χρήματα, αλλά και σεβασμό για τις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες; Σε κάθε περίπτωση, εργαζόμαστε σκληρά για να καταστείλλουμε την πορνεία.

Ερ: Εργάζεστε για το Υπουργείο Αλιείας (Κούβα). Είναι περίεργο ότι έχετε τέτοιο Υπουργείο. Οι Κουβανοί δεν τρώνε σχεδόν καθόλου ψάρι.

Κ. Γκεβάρα: Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά υπάρχει βελτίωση. Στο παρελθόν, η κατανάλωση ψαριών ήταν για τους φτωχούς. Ή τροφή για γάτες και σκύλους. Τώρα προσπαθούμε να προωθήσουμε την κατανάλωση ψαριών με συμπόσια και γιορτές.

Ερ: Ακόμα και ο Φιντέλ φαίνεται να παρεμβαίνει;

Κ. Γκεβάρα: Ναι, μια φορά έκανε μια διαφήμιση στην τηλεόραση. Υπήρχε ένα άδειο τραπέζι σε ένα άδειο δωμάτιο. Ο Φιντέλ εισήλθε και κάθισε ο ίδιος πίσω από το τραπέζι, κοίταξε την κάμερα πολύ σοβαρά, αλλά δεν είπε ούτε λέξη. Μετά από λίγο ο σερβιτόρος εισήλθε και του σερβίρισε ένα πιάτο με ψάρι. Ο Φιντέλ έφαγε το ψάρι σιωπηλός. Αυτό έγινε σε λίγα λεπτά. Όταν στο πιάτο είχαν απομείνει μόνο τα ψαροκόκκαλα, ο Φιντέλ σηκώθηκε, κοίταξε αποφασιστικά στην κάμερα, και είπε στο λαό του την ιστορική φράση: «Και τώρα, ΕΣΥ». Από τότε όλοι τρώμε ψάρια.

(Μετάφραση – Επιμέλεια: Ν. Μόττας).