Φιντέλ Κάστρο- Πολλές από τις ιδέες του Τσε παραμένουν επίκαιρες στο ακέραιο (Μέρος ‘Α)

Fidel Castro-Che GuevaraΗ ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στις 8 Οκτώβρη 1987 στην κεντρική τελετή για την εικοστή επέτειο του θανάτου του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρονικών εξαρτημάτων της πόλης Πινάρ ντελ Ρίο που είχε πρόσφατα ανοίξει τις πύλες του. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Γκράνμα, όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας στο φύλλο της 12 Οκτώβρη 1987. Το παρόν αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Κάρλος Ταμπλάδα «Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» (Εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2014). 

Φιντέλ Κάστρο,
8 Οκτώβρη 1987.

Συναγωνίστριες και συναγωνιστές,

Πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, στις 18 Οκτώβρη 1967, συναντηθήκαμε στην Πλατεία της Επανάστασης, ανάμεσα σε ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων, για να τιμήσουμε τον συναγωνιστή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Ήταν πολύ πικρές, πολύ δύσκολες εκείνες οι μέρες, όταν κατέφθαναν πληροφορίες για τα γεγονότα στο Βάδο ντελ Γιέσο, στη ρεματιά Γιούρο, όπου ο Τσε είχε πέσει στη μάχη, σύμφωνα με τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων.

Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι οι αναφορές αυτές ήταν απόλυτα ακριβείς, αφού συνοδεύονταν από κείμενα και φωτογραφίες, οι οποίες το αποδείκνυαν πέρα από κάθε αμφιβολία. Για αρκετές μέρες οι ειδήσεις εισέρρεαν ωσότου, με όλες αυτές τις πληροφορίες στα χέρια μας αν και δεν γνωρίζαμε πολλές από τις λεπτομέρειες που ξέρουμε σήμερα πραγματοποιήθηκε εκείνη η μεγάλη μαζική συγκέντρωση, στην οποία με σεμνότητα αποχαιρετίσαμε για τελευταία φορά τον συναγωνιστή μας που έπεσε στη μάχη.

Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε, και σήμερα, στις 8 Οκτώβρη, τιμούμε την μέρα που έπεσε στη μάχη. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες τις οποίες σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας, στην πραγματικότητα δολοφονήθηκε την επομένη από τη μέρα που τον συνέλαβαν, αφού τον βρήκαν άοπλο και τραυματισμένο το όπλο του είχε αχρηστευτεί στη μάχη. Αυτός είναι ο λόγος που έγινε παράδοση να τιμούμε αυτό το δραματικό γεγονός στις 8 Οκτώβρη.

Ο πρώτος χρόνος πέρασε και μετά πέρασαν πέντε, δέκα, δεκαπέντε και τώρα είκοσι χρόνια, και κάθε φορά είναι ανάγκη να θυμόμαστε στις ιστορικές του διαστάσεις εκείνο το γεγονός και πάνω απ’ όλα τον άνθρωπο που πρωταγωνίστησε σε αυτό. Έτσι με τον πιο φυσικό τρόπο, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη ή προμελέτη, αυθόρμητα, όλοι οι τομείς, το σύνολο του λαού, φέρνει την ημερομηνία αυτή στη μνήμη του τους τελευταίους μήνες.

Θα μπορούσαμε να τιμήσουμε την εικοστή επέτειο με σεμνότητα, όπως κάνουμε εδώ σήμερα: με ενός λεπτού σιγή, με τον ύμνο, με το έξοχο ποίημα του Νικολάς Γκιγιέν, που αντήχησε με την ίδια φωνή την οποία ακούσαμε και πριν από είκοσι χρόνια.
Θα μπορούσα να δώσω μια πολύ επίσημη, στομφώδη ομιλία, ίσως μια γραπτή ομιλία, την ώρα αυτή που λόγω του φόρτου της δουλειάς είναι ζήτημα εάν μας μένει ένα λεπτό για βαθύτερους στοχασμούς γύρω από όλα εκείνα τα γεγονότα και για όλα όσα θα μπορούσα να πω εδώ, πόσο μάλλον να γράψω μια ομιλία.

Γι’ αυτόν τον λόγο θα προτιμούσα να φέρω στον νου μου τον Τσε, να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας, επειδή έχω σκεφτεί πολύ για τον Τσε.

Έδωσα μια συνέντευξη, μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε χτες στη χώρα μας, σε έναν Ιταλό δημοσιογράφο, ο οποίος με είχε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες για σχεδόν δέκα έξι ώρες στη σειρά. Στην πραγματικότητα ήταν κινηματογραφικές, όχι τηλεοπτικές οι κάμερες επειδή, για να έχει καλύτερη ποιότητα εικόνας στη δουλειά του, δεν χρησιμοποίησε βιντεοκασέτες, μερικές από τις οποίες διαρκούν δύο ώρες, αλλά κινηματογραφικές κάμερες.

Άλλαζε καρούλια κάθε είκοσι ή είκοσι πέντε λεπτά και έτσι ήταν μια εξαντλητική συνέντευξη. Κάτι που θα έπρεπε να μας είχε πάρει τρεις μέρες, χρειάστηκε να το τελειώσουμε σε μία, γιατί δεν υπήρχε περισσότερος χρόνος. Αρχίσαμε μια Κυριακή, πριν από το μεσημέρι, και τελειώσαμε στις πέντε το πρωί της επόμενης μέρας. Είχε περισσότερες από 100 ερωτήσεις. Ανάμεσα στα διάφορα θέματα, ο δημοσιογράφος ενδιαφερόταν πολύ να συζητήσει για τον Τσε και κάπου ανάμεσα στις τρεις και τις τέσσερις η ώρα το πρωί μπήκαμε στο θέμα. Προσπάθησα να απαντήσω σε καθεμία από τις ερωτήσεις του και έκανα ιδιαίτερη προσπάθεια να συνοψίσω τις αναμνήσεις μου για τον Τσε.

Του είπα ό,τι αισθανόμουν, και θεωρώ ότι πολλοί σύντροφοι αισθάνονται το ίδιο, όσον αφορά τη μοναδική παρουσία του Τσε. Πρέπει να θυμόμαστε την ιδιαίτερη σχέση με τον Τσε, τη στοργή, τους αδελφικούς, συντροφικούς δεσμούς, τους αγώνες που δώσαμε μαζί, για σχεδόν δώδεκα χρόνια, από τη στιγμή που συναντηθήκαμε στο Μεξικό έως το τέλος· μια περίοδο πλούσια σε ιστορικά γεγονότα, μερικά από τα οποία δημοσιεύτηκαν μόλις τις τελευταίες μέρες.

Ήταν μια ιστορική περίοδος γεμάτη ηρωικές και ένδοξες πράξεις, από την ώρα που ο Τσε ενώθηκε μαζί μας στην εκστρατεία του Γκράνμα: η απόβαση, οι αντιξοότητες, οι πιο δύσκολες μέρες, η επανέναρξη του αγώνα στα βουνά, η ανασυγκρότηση ενός στρατού σχεδόν από την αρχή, οι πρώτες συγκρούσεις και οι τελευταίες μάχες.

Ύστερα ήρθε εκείνη η γεμάτη ένταση περίοδος που ακολούθησε τη νίκη της επανάστασης: οι πρώτοι επαναστατικοί νόμοι, με τους οποίους προσπαθήσαμε να είμαστε απόλυτα πιστοί στις δεσμεύσεις μας απέναντι στον λαό και πραγματοποιήσαμε μια αληθινά ριζική μεταρρύθμιση στη ζωή της χώρας. Τα γεγονότα διαδέχονταν γοργά το ένα το άλλο: άρχισαν οι επιθέσεις του ιμπεριαλισμού, ο αποκλεισμός, οι εκστρατείες κατασυκοφάντησης της επανάστασης μόλις αρχίσαμε να απονέμουμε δικαιοσύνη στους εγκληματίες και τους φονιάδες που είχαν δολοφονήσει χιλιάδες συμπατριώτες μας, ο οικονομικός αποκλεισμός, η εισβολή στη Χιρόν, η διακήρυξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης, ο αγώνας κατά των μισθοφόρων, η κρίση του Οκτώβρη, τα πρώτα βήματα προς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού όταν ακόμη δεν είχαμε τίποτε ούτε εμπειρία, ούτε στελέχη, ούτε μηχανικούς, ούτε οικονομολόγους και σχεδόν καθόλου τεχνικούς, όταν απομείναμε σχεδόν χωρίς γιατρούς, αφού οι 3.000 από τους 6.000 γιατρούς που υπήρχαν στη χώρα έφυγαν για το εξωτερικό.

Ύστερα ήρθε η πρώτη και μετά η δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας, ξεκίνησε η περίοδος της απομόνωσης που επιβλήθηκε στη χώρα μας, η συλλογική διακοπή των διπλωματικών σχέσεων από όλες τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, με την εξαίρεση του Μεξικού. Ήταν μια περίοδος στην οποία, παράλληλα με όλες αυτές τις εξελίξεις, έπρεπε να οργανώσουμε την οικονομία της χώρας. Ήταν μια σχετικά σύντομη αλλά πλούσια περίοδος, γεμάτη αλησμόνητα γεγονότα.

Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ο Τσε επέμενε σε μια παλιά του επιθυμία, μια παλιά του ιδέα: να επιστρέψει στη Νότια Αμερική, στη χώρα του, για να κάνει την επανάσταση βασισμένος στην εμπειρία που απέκτησε στη χώρα μας. Ας θυμηθούμε τη μυστικότητα με την οποία έπρεπε να οργανωθεί η αναχώρησή του, το μπαράζ δυσφήμησης που δέχτηκε η επανάσταση, όταν έκαναν λόγο για συγκρούσεις, για διαφορές με τον Τσε ή ότι ο Τσε είχε εξαφανιστεί. Κυκλοφορούσε ακόμα και η φήμη ότι είχε δολοφονηθεί εξαιτίας κάποιας διάσπασης στους κόλπους της επανάστασης.

Στο μεταξύ η επανάσταση ήρεμα και ακλόνητα υπέμενε αυτή την άγρια επίθεση, γιατί πέρα και πάνω από τον εκνευρισμό και την πικρία που προκαλούσαν εκείνες οι εκστρατείες, το σημαντικό θέμα ήταν να μπορέσει ο Τσε να πραγματοποιήσει τους στόχους του· το σημαντικό θέμα ήταν να διασφαλιστεί ότι δεν θα κινδυνέψει ο ίδιος και οι συμπατριώτες μας που ήταν μαζί του στις ιστορικές του αποστολές.

Στη συνέντευξη εξήγησα από πού πήγαζε η ιδέα αυτή, πως, όταν ενώθηκε μαζί μας, είχε θέσει μόνο έναν όρο: ότι, όταν θα είχε γίνει η επανάσταση, όταν θα ήθελε να επιστρέψει στη Νότια Αμερική, δεν θα παρουσιαζόταν κάποιο εμπόδιο ή υποχρέωση απέναντι στο κράτος να τον παρεμποδίσει, ότι δεν θα του απαγορεύαμε να το κάνει. Του απαντήσαμε τότε ότι ναι, θα μπορούσε να προχωρήσει και ότι θα τον υποστηρίζαμε. Κατά καιρούς μάς υπενθύμιζε αυτή την υπόσχεση, μέχρι που ήρθε η στιγμή που αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να φύγει.
Όχι μόνο τηρήσαμε την υπόσχεσή μας να μην εμποδίσουμε την αναχώρησή του, αλλά τον βοηθήσαμε με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει αυτό το εγχείρημα. Προσπαθήσαμε να καθυστερήσουμε λίγο την αναχώρησή του. Του δώσαμε άλλα καθήκοντα ώστε να εμπλουτίσει την εμπειρία του στο αντάρτικο και προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις εκείνες ώστε να μη χρειαστεί να περάσει ο ίδιος το πιο δύσκολο στάδιο, το αρχικό στάδιο της οργάνωσης ενός αντάρτικου κινήματος, όπως γνωρίζαμε καλά από τη δική μας εμπειρία.

Εκτιμούσαμε το ταλέντο του Τσε, την εμπειρία του και τον ρόλο του. Ήταν ένα στέλεχος κατάλληλο να αναλάβει τις μεγαλύτερες, στρατηγικής σημασίας αποστολές και ίσως θα ήταν καλύτερα να αναλάμβαναν άλλοι σύντροφοι την πρωταρχική οργανωτική δουλειά και ο ίδιος να συμμετείχε σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.

Αυτό ταίριαζε επίσης με την πολιτική μας, κατά τη διάρκεια του πολέμου, να διαφυλάττουμε τα στελέχη που διακρίνονταν για να αναλαμβάνουν όλο και πιο σημαντικές και στρατηγικής σημασίας αποστολές.

Δεν είχαμε πολλά έμπειρα στελέχη και, όσα διακρίνονταν, δεν τα στέλναμε κάθε μέρα με μια ομάδα που θα έστηνε ενέδρα· προτιμούσαμε να τους αναθέτουμε πιο σημαντικά καθήκοντα, σύμφωνα με την ικανότητα και την εμπειρία τους.
Θυμάμαι λοιπόν ότι, όταν ξεκίνησε η τελική επίθεση του Μπατίστα στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα ενάντια στις μαχητικές αλλά ολιγάριθμες δυνάμεις μας, δεν τοποθετήσαμε τα πιο έμπειρα στελέχη μας στις πρώτες γραμμές· τους αναθέσαμε στρατηγικής σημασίας ηγετικές αποστολές και τους κρατούσαμε ακριβώς για τη σαρωτική μας αντεπίθεση. Δεν θα είχε νόημα να τοποθετήσουμε τον Τσε, τον Καμίλο [Σιενφουέγος] και άλλους συντρόφους, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει σε πολυάριθμες μάχες, επικεφαλής μιας ομάδας. Τους προστατεύαμε ώστε να μπορούν μετέπειτα να ηγηθούν στις φάλαγγες που θα αναλάμβαναν επικίνδυνες αποστολές ύψιστης σημασίας. Τότε ήταν που τους στέλναμε σε εχθρικό έδαφος, με πλήρη ευθύνη και συναίσθηση των κινδύνων, όπως στην περίπτωση της εισβολής στην επαρχία Λας Βίγιας που ηγήθηκαν ο Καμίλο και ο Τσε, μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή που απαιτούσε άντρες με μεγάλη εμπειρία και κύρος ως διοικητές φάλαγγας, άντρες ικανούς να φτάσουν στον στόχο.

Ακολουθώντας αυτή τη λογική και με δεδομένους τους αντικειμενικούς στόχους, θα ήταν πιθανώς καλύτερα αν είχε τηρηθεί αυτή η αρχή και ο Τσε εντασσόταν σε ένα επόμενο στάδιο. Πραγματικά, δεν ήταν τόσο απαραίτητο να χειριστεί ο ίδιος το καθετί από την αρχή.
Αλλά ήταν ανυπόμονος, πραγματικά πολύ ανυπόμονος. Ορισμένοι Αργεντινοί σύντροφοι είχαν σκοτωθεί στις αρχικές απόπειρες που έγιναν πριν από χρόνια, όπως ο Ρικάρντο Μασέτι, ιδρυτής της Prensa Latina.

Το θυμόταν συχνά και ανυπομονούσε πραγματικά να πραγματοποιήσει ο ίδιος το καθήκον αυτό.

Όπως πάντα, σεβαστήκαμε τις δεσμεύσεις μας και τις απόψεις του, γιατί η σχέση μας βασιζόταν πάντα στην απόλυτη εμπιστοσύνη, στην απόλυτη αδελφοσύνη, ανεξάρτητα από το ποια θεωρούσαμε ότι είναι η ιδανική στιγμή για να ενσωματωθεί στο αντάρτικο κίνημα που οργανωνόταν.

Και έτσι του προσφέραμε όλη τη βοήθεια και όλες τις διευκολύνσεις για να ξεκινήσει τον αγώνα. Ύστερα έφτασαν οι ειδήσεις των πρώτων συγκρούσεων και χάσαμε κάθε επαφή. Ο εχθρός ανακάλυψε το αντάρτικο κίνημα σε μια πρώιμη φάση της ανάπτυξής του και αυτό σήμανε την αρχή μιας περιόδου πολλών μηνών, κατά την οποία σχεδόν οι μόνες ειδήσεις που λαμβάναμε ήταν οι ανταποκρίσεις που κατέφθαναν από τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων, τις οποίες έπρεπε να γνωρίζουμε να ερμηνεύουμε.

Αλλά αυτό ήταν κάτι στο οποίο η επανάστασή μας έχει αποκτήσει μεγάλη εμπειρία: να προσδιορίζει πότε μια αναφορά είναι αξιόπιστη και πότε είναι πλαστή, ψεύτικη.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, τότε που έφτασε μια ανταπόκριση με την είδηση του θανάτου της ομάδας του Χοακίν (του συναγωνιστή του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Βίλο Ακούνια).

Μόλις την αναλύσαμε, συμπέρανα αμέσως ότι ήταν αλήθεια· και αυτό εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο, σύμφωνα με την περιγραφή, εξολόθρευσαν την ομάδα, ενώ διέσχιζε ένα ποτάμι. Από τη δική μας εμπειρία ως αντάρτες, από αυτά που είχαμε ζήσει, γνωρίζαμε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εξοντωθεί μια μικρή ομάδα ανταρτών. Γνωρίζαμε τους λίγους, συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εξολοθρευτεί μια τέτοια ομάδα.

Όταν αναφερόταν στην ανταπόκριση ότι ένας αγρότης ήρθε σε επαφή με τον στρατό και έδωσε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία και τα σχέδια της ομάδας, η οποία έψαχνε τρόπο για να διασχίσει το ποτάμι· πώς ο στρατός έστησε ενέδρα στην άλλη όχθη.
Στις 17 Απρίλη 1967 η μονάδα των ανταρτών στη Βολιβία χωρίστηκε σε δύο: στην κύρια ομάδα υπό την ηγεσία του Γκεβάρα και στην οπισθοφυλακή με δέκα επτά αγωνιστές υπό τη διοίκηση τού Χοακίν (Χουάν Βίλο Ακούνια).

Αν και ο χωρισμός αυτός υποτίθεται ότι θα διαρκούσε δύο μόλις μέρες, οι δύο ομάδες έχασαν τη μεταξύ τους επαφή. Στις 31 Αυγούστου, το υπόλοιπο της ομάδας του Χοακίν έπεσε σε ενέδρα και σκοτώθηκαν όλοι οι αντάρτες.

σε θέση πάνω στον δρόμο, την οποία ο ίδιος αγρότης είχε υποδείξει στους αντάρτες να χρησιμοποιήσουν · ο τρόπος που ο στρατός άνοιξε πυρ στη μέση του ποταμού· όλα αυτά αποδείκνυαν το αληθές της ανταπόκρισης. Αν αυτοί που συντάσσουν ψευδείς ειδήσεις, όπως τόσες που μας έφταναν συχνά, δοκίμαζαν να το κάνουν ξανά, θα μου ήταν αδύνατο να παραδεχτώ ότι αυτοί, οι οποίοι ήταν πάντα τόσο αδέξιοι στα ψέματά τους, θα είχαν αρκετή ευφυΐα και εμπειρία να επινοήσουν τις ακριβείς και τις μοναδικές περιστάσεις στις οποίες θα μπορούσε η ομάδα να εξολοθρευτεί. Με αυτό το σκεπτικό συμπεράναμε ότι η αναφορά ήταν αληθινή.

Μέσα από πολλά χρόνια επαναστατικής εμπειρίας έχουμε μάθει να αποκρυπτογραφούμε τις ανταποκρίσεις και να ξεχωρίζουμε την αλήθεια από τα ψέματα σε κάθε περιγραφή, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και πολλά άλλα ζητήματα. Αυτό όμως ήταν το είδος της πληροφόρησης που είχαμε για την κατάσταση, μέχρι που ήρθε η είδηση για τον θάνατο του Τσε.

Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, τρέφαμε ελπίδες ότι ακόμη και τότε που είχαν μείνει είκοσι μόνο άντρες, ακόμη και τότε που η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, το αντάρτικο κίνημα είχε ακόμη πιθανότητες επιτυχίας. Κατευθύνονταν προς μια περιοχή όπου ορισμένα στρώματα των αγροτών είχαν οργάνωση, όπου ορισμένα καλά στελέχη από τη Βολιβία είχαν επιρροή και έτσι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέχρι σχεδόν το τέλος, το κίνημα είχε πιθανότητες να συγκροτηθεί και να αναπτυχθεί.

Αλλά οι περιστάσεις στις οποίες αναπτύχθηκε η σχέση μας με τον Τσε ήταν τόσο μοναδικές η σχεδόν εξωπραγματική ιστορία της σύντομης αλλά γεμάτης ένταση εποποιίας των πρώτων χρόνων της επανάστασης, τότε που συνηθίσαμε να κάνουμε το ανέφικτο εφικτό, που, όπως εξηγούσα σε αυτόν τον δημοσιογράφο, είχε κανείς διαρκώς την εντύπωση ότι ο Τσε δεν πέθανε, ότι ήταν ακόμη ζωντανός.
Η προσωπικότητά του ήταν τόσο υποδειγματική, τόσο αλησμόνητη, τόσο οικεία, που ήταν δύσκολο να αποδεχτεί κανείς την ιδέα του θανάτου του.

Ορισμένες φορές ονειρευόμουν, όλοι ονειρευόμαστε, γεγονότα σχετικά με τη ζωή και τους αγώνες μας με τον Τσε, ότι είχε επιστρέψει, ότι ήταν ζωντανός. Πόσες φορές έγινε αυτό! Είπα στον δημοσιογράφο ότι όσα του περιγράφω είναι αισθήματα για τα οποία σπάνια μιλάει κανείς, αλλά δίνουν μια εικόνα για τον αντίκτυπο της προσωπικότητας του Τσε και επίσης για τον εξαιρετικό βαθμό στον οποίο παραμένει ζωντανός, λες και η παρουσία του είναι φυσική, με τις ιδέες και τα κατορθώματά του, με το παράδειγμά του και με όλα όσα δημιούργησε, με την επικαιρότητα των ιδεών του και με τον σεβασμό που του τρέφουν, όχι μόνο στη Λατινική Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.

Όπως προβλέψαμε στις 18 του Οκτώβρη, πριν από είκοσι χρόνια, ο Τσε έγινε σύμβολο για όλους τους καταπιεσμένους, για όλους τους εκμεταλλευόμενους ανθρώπους, για όλους τους πατριώτες και τους δημοκράτες, για όλους τους επαναστάτες. Έγινε ένα διαρκές και ακατανίκητο σύμβολο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, επειδή αισθανόμαστε όλοι την παρουσία του Τσε τόσο ζωντανή, ακόμα και αν έχουν περάσει είκοσι χρόνια, όταν ακούμε το ποίημα, όταν ακούμε τον ύμνο ή όταν ηχεί η σάλπιγγα για την ενός λεπτού σιγή, όταν ανοίγουμε τις εφημερίδες μας και βλέπουμε φωτογραφίες του Τσε σε διάφορα στάδια της ζωής του, την εικόνα του, πασίγνωστη ανά τον κόσμο γιατί πρέπει να πούμε ότι ο Τσε όχι μόνο διέθετε όλες τις αρετές και όλες τις ανθρώπινες και ηθικές ιδιότητες ώστε να αποτελέσει ένα σύμβολο, είχε επίσης την εμφάνιση ενός συμβόλου, την εικόνα ενός συμβόλου: το βλέμμα, η ειλικρίνεια και η δύναμη της ματιάς του· το πρόσωπό του, που αντανακλά τον χαρακτήρα, μια ασυγκράτητη αποφασιστικότητα για δράση, δείχνοντας ταυτόχρονα μεγάλη ευφυΐα και μεγάλη αγνότητα, όταν βλέπουμε τα ποιήματα που έχουν γραφτεί, τα περιστατικά που εξιστορούνται και τις ιστορίες που επαναλαμβάνονται, αισθανόμαστε κατά τρόπο απτό πόσο επίκαιρος είναι ο Τσε, αισθανόμαστε ότι είναι παρών.

Δεν είναι παράξενο αν κάποιος αισθάνεται κατά τρόπο απτό την παρουσία του Τσε, όχι μόνο στην καθημερινότητα της ζωής, αλλά ακόμα και στα όνειρά του, να φαντάζεται ότι είναι ζωντανός, ότι ο Τσε είναι ενεργός και ότι ποτέ δεν πέθανε. Στο τέλος πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην ουσία, για την επανάστασή μας, ο Τσε δεν πέθανε ποτέ και, στο φως των γεγονότων, είναι πιο ζωντανός από ποτέ, έχει μεγαλύτερη επιρροή από ποτέ και αποτελεί τον πιο ισχυρό αντίπαλο του ιμπεριαλισμού από ποτέ.

Αυτοί που ξεφορτώθηκαν το πτώμα του έτσι ώστε να μη γίνει σύμβολο· αυτοί οι οποίοι, υπό την καθοδήγηση και με τις μεθόδους των ιμπεριαλιστών αφεντικών τους, επιθυμούσαν να μην απομείνει ούτε ίχνος του, έχουν διαπιστώσει ότι, παρόλο που ο τάφος του είναι άγνωστος, παρόλο που δεν υπάρχουν λείψανα και δεν υπάρχει πτώμα, ωστόσο υπάρχει ένας τρομερός αντίπαλος του ιμπεριαλισμού, ένα σύμβολο, μια δύναμη, μια παρουσία η οποία δεν είναι δυνατό να εξοντωθεί.

Όταν έκρυψαν τη σωρό του Τσε, έδειξαν την αδυναμία και τη δειλία τους, γιατί έδειξαν επίσης τον φόβο τους για το υπόδειγμα και το σύμβολο που αποτελεί. Δεν ήθελαν να έχουν οι εκμεταλλευόμενοι χωρικοί, οι εργάτες, οι φοιτητές, οι διανοούμενοι, οι δημοκράτες, οι προοδευτικοί ή οι πατριώτες αυτού του ημισφαίριου έναν τόπο να πηγαίνουν και να αποτίνουν φόρο τιμής στον Τσε. Και σήμερα, στον κόσμο του σήμερα, όπου δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τόπος που να μπορεί κανείς να αποτίνει φόρο τιμής στα λείψανα του Τσε, του αποτίνουν φόρο τιμής παντού. [Χειροκροτήματα]

Σήμερα, δεν τιμούμε τον Τσε μία φορά τον χρόνο, ούτε μία φορά κάθε πέντε, δέκα, δέκα πέντε ή είκοσι χρόνια· σήμερα, αποτίουμε φόρο τιμής στον Τσε κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε μέρα, παντού, σε ένα εργοστάσιο, σε ένα σχολείο, σε έναν στρατώνα, σε ένα σπίτι, μεταξύ παιδιών, μεταξύ πιονέρων.

Ποιος μπορεί να μετρήσει πόσες εκατομμύρια φορές σε αυτά τα είκοσι χρόνια δήλωσαν οι πιονέροι: «Πιονέροι για τον κομμουνισμό, θα γίνουμε σαν τον Τσε»! [Χειροκροτήματα]

Αυτό το γεγονός το οποίο μόλις ανέφερα, αυτή η ιδέα, αυτό το έθιμο, συμπυκνώνει τη μεγαλειώδη και μόνιμη παρουσία του Τσε. Και θεωρώ ότι, όχι μόνο οι πιονέροι μας, όχι μόνο τα παιδιά μας, αλλά και τα παιδιά σε ολόκληρο το ημισφαίριο, σε ολόκληρο τον κόσμο, θα μπορούσαν να επαναλάβουν το ίδιο σύνθημα: «Πιονέροι για τον κομμουνισμό, θα γίνουμε σαν τον Τσε»! [Χειροκροτήματα]
Πράγματι, δεν μπορεί να υπάρξει ανώτερο σύμβολο, δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη εικόνα, δεν μπορεί να υπάρξει πιο ακριβής ιδέα, άμα ψάχνουμε για τον ιδανικό επαναστάτη, άμα ψάχνουμε για τον ιδανικό κομμουνιστή.

Το λέω αυτό γιατί έχω τη βαθύτατη πεποίθηση, την είχα πάντοτε και την έχω ακόμη σήμερα, ακριβώς την ίδια ή και περισσότερο από όταν μίλησα στις 18 εκείνου του Οκτώβρη και ρώτησα πώς θα θέλαμε να είναι οι αγωνιστές μας, οι επαναστάτες μας, τα μέλη του κόμματός μας, τα παιδιά μας, και δήλωσα ότι θα θέλαμε να είναι σαν τον Τσε.

Γιατί ο Τσε είναι η προσωποποίηση, ο Τσε είναι η εικόνα εκείνου του νέου τύπου ανθρώπου, η εικόνα εκείνου του ανθρώπου, αν θέλουμε να μιλάμε για μια κομμουνιστική κοινωνία· [Χειροκροτήματα] αν ο πραγματικός στόχος μας είναι να οικοδομήσουμε, όχι μόνο τον σοσιαλισμό αλλά τα ανώτερα στάδια του σοσιαλισμού, αν είναι η ανθρωπότητα να μην αποποιηθεί την υψηλή και εξαιρετική ιδέα, να ζήσει μια μέρα στην κομμουνιστική κοινωνία.

Αν μας χρειάζεται ένα παράδειγμα, ένα πρότυπο, ένα υπόδειγμα για να φτάσουμε αυτούς τους υψηλούς στόχους, τότε άντρες σαν τον Τσε είναι απαραίτητοι, όπως είναι οι άντρες και οι γυναίκες που τον μιμούνται, που είναι όπως αυτός, που σκέπτονται όπως αυτός, που ενεργούν όπως αυτός· άντρες και γυναίκες που συμπεριφέρονται όπως αυτός στην εκπλήρωση του καθήκοντος, σε κάθε πράγμα, κάθε λεπτομέρεια, κάθε δραστηριότητα· στον τρόπο που έβλεπε την εργασία, στη συνήθειά του να διδάσκει και να διαπαιδαγωγεί δίνοντας το παράδειγμα· στη νοοτροπία του να επιθυμεί να είναι πρώτος σε όλα, ο πρώτος να προσφερθεί εθελοντικά για τα πιο δύσκολα έργα, τα πιο σκληρά, αυτά που απαιτούν τη μεγαλύτερη αυταπάρνηση· ο άνθρωπος που αφιερώνει την ψυχή και το σώμα του σε έναν σκοπό, ο άνθρωπος που δίνεται, ψυχή και σώμα, στους άλλους, το άτομο που δείχνει αληθινή αλληλεγγύη, το άτομο που δεν εγκαταλείπει ποτέ έναν σύντροφο· ο απλός άνθρωπος· ο άνθρωπος χωρίς ψεγάδι, ο οποίος ζει χωρίς καμία αντίθεση ανάμεσα στον λόγο και στην πράξη, ανάμεσα σε αυτό που εφαρμόζει και αυτό που κηρύττει· ένας άνθρωπος της σκέψης και ένας άνθρωπος της δράσης όλα αυτά συμβολίζει ο Τσε. [Χειροκροτήματα]

che guevara with fidel castro 8

Αποτελεί τιμή και μεγάλο προνόμιο για τη χώρα μας να υπολογίζει τον Τσε ως ένα από τα παιδιά της, αν και δεν γεννήθηκε σε αυτή τη γη. Είναι παιδί της χώρας μας, γιατί κέρδισε το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του και να θεωρείται παιδί της χώρας μας, και είναι τιμή και προνόμιο για τον λαό μας, για τη χώρα μας, για την ιστορία της χώρας μας, για την επανάστασή μας, που είχε στις γραμμές της έναν αληθινά εξαιρετικό άντρα όπως ο Τσε.

Με αυτό δεν λέω πως θεωρώ ότι οι εξαιρετικοί άνθρωποι είναι σπάνιοι· δεν είναι ότι πιστεύω πως ανάμεσα στις μάζες δεν υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια ακόμα, εξαιρετικοί άνθρωποι. Το είπα παλιότερα, τις πικρές εκείνες μέρες μετά την εξαφάνιση του Καμίλο. Εξιστορώντας πώς διαμορφώθηκε ο Καμίλο ως άνθρωπος, είχα πει ότι «ανάμεσα στον λαό μας υπάρχουν πολλοί Καμίλο». Θα μπορούσα να πω επίσης ότι «ανάμεσα στον λαό μας, ανάμεσα στους λαούς τής Λατινικής Αμερικής και στους λαούς του κόσμου, υπάρχουν πολλοί Τσε».

Αλλά γιατί τους αποκαλούμε εξαιρετικούς; Γιατί πραγματικά, στον κόσμο μέσα στον οποίο έζησαν, στις περιστάσεις στις οποίες έζησαν, είχαν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να παρουσιάσουν όλα όσα ο άνθρωπος με τη γενναιοδωρία και την αλληλεγγύη του είναι ικανός να γίνει.

Και όντως, σπάνια υπάρχουν οι ιδανικές συνθήκες που να επιτρέπουν στον άνθρωπο να εκφραστεί και να δείξει όλα όσα έχει μέσα του, όπως ήταν η περίπτωση του Τσε.

Είναι φυσικά ξεκάθαρο ότι υπάρχουν ανάμεσα στις μάζες αμέτρητοι άντρες και γυναίκες οι οποίοι, ως αποτέλεσμα του παραδείγματος άλλων ανθρώπων και ορισμένων νέων αξιών που διαμορφώνονται, είναι ικανοί να φτάσουν στον ηρωισμό, ικανοί επίσης να φτάσουν σε ένα είδος ηρωισμού που θαυμάζω πολύ: τον σιωπηλό ηρωισμό, τον ανώνυμο ηρωισμό, τη σιωπηλή αρετή, την ανώνυμη αρετή.
Αλλά με δεδομένο ότι είναι τόσο ασύνηθες, τόσο σπάνιο να συνυπάρχουν όλες αυτές οι αναγκαίες συνθήκες που δημιουργούν μια μορφή σαν τον Τσε ο οποίος έχει γίνει σήμερα ένα σύμβολο για όλο τον κόσμο, ένα σύμβολο το οποίο θα μεγαλώσει αποτελεί τιμή και προνόμιο για μας να έχει γεννηθεί αυτή η μορφή μέσα από την επανάστασή μας.

Και ως απόδειξη των όσων είπα νωρίτερα για την παρουσία και τη δύναμη του Τσε σήμερα, θα μπορούσα να ρωτήσω: Υπάρχει καλύτερη ημερομηνία, καλύτερη επέτειος από αυτήν για να θυμόμαστε τον Τσε με όλη μας τη δύναμη και με τα πιο βαθιά αισθήματα εκτίμησης και ευγνωμοσύνης; Υπάρχει καλύτερη στιγμή από αυτή την επέτειο, όταν βρισκόμαστε για τα καλά στη διαδικασία επανόρθωσης; Τι επανορθώνουμε; Επανορθώνουμε όλα εκείνα τα πράγματα και είναι πολλά τα οποία απομακρύνονταν από το επαναστατικό πνεύμα, την επαναστατική δουλειά, την επαναστατική αρετή, την επαναστατική προσπάθεια, την επαναστατική ευθύνη· όλα εκείνα τα πράγματα που απέκλιναν από το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων.

Επανορθώνουμε όλη την τσαπατσουλιά και τη μετριότητα που συνιστούν ακριβώς την άρνηση των ιδεών του Τσε, της επαναστατικής του σκέψης, του ύφους του, του πνεύματός του και του παραδείγματός του.

Πιστεύω ειλικρινά, και το δηλώνω με μεγάλη ικανοποίηση ότι, αν ο Τσε καθόταν εδώ σε αυτή την καρέκλα, θα ήταν πραγματικά πασιχαρής. Θα χαιρόταν γι’ αυτά τα οποία κάνουμε πράξη τούτες τις μέρες, ακριβώς όπως θα ήταν δυσαρεστημένος κατά την ασταθή εκείνη περίοδο, την ντροπιατική περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην οποία άρχισαν να κυριαρχούν μια σειρά από ιδέες, από μηχανισμούς, από κακές συνήθειες που θα είχαν προκαλέσει στον Τσε αισθήματα βαθύτατης και φρικτής πικρίας. [Χειροκροτήματα]
Η εθελοντική εργασία, για παράδειγμα, που ήταν το δημιούργημα του Τσε και ένα από τα καλύτερα πράγματα που μας άφησε κατά την παραμονή του στη χώρα μας και μέσα από τη συμμετοχή του στην επανάστασή μας, παρήκμαζε διαρκώς. Έγινε σχεδόν εθιμοτυπική. Γινόταν πράξη μόνο κατά περίσταση, μια ειδική μέρα, μια Κυριακή. Τότε έτρεχαν άνθρωποι σαν τις σβούρες και έκαναν πράγματα με ανοργάνωτο τρόπο.

Η άποψη του γραφειοκράτη, η άποψη του τεχνοκράτη ότι η εθελοντική εργασία δεν ήταν ούτε βασική, ούτε απαραίτητη, κέρδιζε όλο και περισσότερο έδαφος. Το σκεπτικό ήταν ότι η εθελοντική εργασία ήταν μια ανοησία, ότι ήταν σπατάλη χρόνου, ότι τα προβλήματα έπρεπε να επιλυθούν με υπερωρίες, και όλο και περισσότερες υπερωρίες, και μάλιστα ενώ ακόμα και η κανονική εργάσιμη μέρα δεν χρησιμοποιούνταν αποδοτικά.

Είχαμε βαλτώσει στη γραφειοκρατία, στο πλεονάζον προσωπικό, στους απαρχαιωμένους κανονισμούς εργασίας, στον βάλτο της κομπίνας, του ψεύδους. Είχαμε ξεπέσει σε ένα σωρό κακές συνήθειες για τις οποίες ο Τσε θα είχε φρίξει.

Γιατί αν ποτέ έλεγαν στον Τσε ότι κάποια μέρα θα υπήρχαν στην κουβανική επανάσταση επιχειρήσεις έτοιμες να κλέψουν προκειμένου να δείξουν ότι είναι κερδοφόρες, ο Τσε θα έφριττε. Ή αν του μιλούσαν για επιχειρήσεις οι οποίες, για να δείξουν ότι είναι κερδοφόρες και να απονείμουν χρηματικά βραβεία και ποιος ξέρει τι άλλα πριμ, θα πουλούσαν τα υλικά που τους παραχωρήθηκαν για τις εργασίες τους και θα κατέγραφαν τα έσοδα σαν να είχαν κατασκευάσει αυτά τα οποία είχαν αναλάβει να κατασκευάσουν, ο Τσε θα έφριττε. Και σας πληροφορώ ότι αυτό συνέβη στους δέκα πέντε δήμους της πρωτεύουσας της Δημοκρατίας, στις δέκα πέντε επιχειρήσεις υπεύθυνες για την επισκευή κατοικιών· και αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα. Εμφάνιζαν παραγωγή αξίας 8.000 πέσος τον χρόνο και όταν βάλαμε λίγη τάξη στο χάος, αποδείχθηκε ότι παρήγαγαν για λιγότερο από 4.000 πέσος. Δεν ήταν λοιπόν κερδοφόρες οι επιχειρήσεις αυτές. Ήταν κερδοφόρες μόνο όταν έκλεβαν.

Αν έλεγαν στον Τσε ότι θα εμφανίζονταν επιχειρήσεις οι οποίες, για να δείξουν ότι καλύπτουν και υπερκαλύπτουν το πλάνο, καταχωρούσαν την παραγωγή του Γενάρη στον Δεκέμβρη, ο Τσε θα έφριττε.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι υπήρχαν επιχειρήσεις που κάλυπταν το σχέδιο παραγωγής τους, απονέμοντας και βραβεία για το κατόρθωμα της κάλυψης από πλευράς εσόδων, αλλά όχι από πλευράς παραγωγής.

Παρήγαγαν είδη μεγαλύτερης χρηματικής αξίας και απέφευγαν να παράγουν όλα τα άλλα, επειδή απέδιδαν μικρότερο κέρδος, παρά το γεγονός ότι το ένα είδος χωρίς το άλλο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι οι νόρμες παραγωγής ήταν τόσο χαλαρές, τόσο αναποτελεσματικές, τόσο ανήθικες που σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι τις εκπλήρωναν στο διπλάσιο ή στο τριπλάσιο.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι τα χρήματα θα άρχιζαν να γίνονται το σημαντικότερο εργαλείο, το βασικό κίνητρο του ανθρώπου. Εκείνος που μας προειδοποιούσε τόσο πολύ γι’ αυτό θα ένιωθε φρίκη. Ότι οι βάρδιες δεν θα συμπληρώνονταν, ενώ θα αναφέρονταν εκατομμύρια ώρες υπερωριών· ότι η νοοτροπία των εργαζομένων μας θα διαφθειρόταν και οι άνθρωποι όλο και περισσότερο θα κουβαλούσαν το σύμβολο του πέσο στο μυαλό τους.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη γιατί γνώριζε ότι ο κομμουνισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί μέσα από μια περιπλάνηση στα χιλιοπερπατημένα καπιταλιστικά μονοπάτια και ότι, ακολουθώντας κανείς αυτά τα μονοπάτια, θα ξεχάσει τελικά κάθε έννοια αλληλεγγύης, ακόμα και διεθνισμού.

Ακολουθώντας αυτά τα μονοπάτια δεν θα φτάναμε ποτέ ούτε στον νέο άνθρωπο ούτε σε μια νέα κοινωνία. Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα πληρώνονταν πριμ κάθε λογής, όλο και περισσότερα πριμ, δίχως αυτά να έχουν κάποια σχέση με την παραγωγή.

Θα έφριττε ο Τσε αν μια μέρα έβλεπε ένα συγκρότημα επιχειρήσεων να βρίθει από καπιταλιστές της δεκάρας όπως τους αποκαλούμε εμείς να παίζουν το παιχνίδι του καπιταλισμού, να αρχίζουν να σκέπτονται και να ενεργούν ως καπιταλιστές, να ξεχνούν τη χώρα, να ξεχνούν τον λαό και τις υψηλές προδιαγραφές ποιότητας, επειδή η ποιότητα δεν έχει γι’ αυτούς καμία σημασία και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα χρήματα τα οποία κέρδιζαν χάρη στις χαμηλές νόρμες.

Και αν έβλεπε να εφαρμόζουν τις ποσοτικές νόρμες παραγωγής όχι μόνο στη χειρωνακτική εργασία πράγμα το οποίο έχει κάποια λογική, όπως όταν κόβεις ζαχαροκάλαμο ή κάνεις διάφορες άλλες χειρωνακτικές και σωματικές δραστηριότητες, αλλά ακόμα και στην πνευματική εργασία, σε κάποιον που δουλεύει στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, και ότι εδώ, ακόμη και η δουλειά ενός χειρούργου είναι δυνατό να υπόκειται σε νόρμες να βάζει οποιονδήποτε κάτω από το νυστέρι ώστε να διπλασιάσει ή να τριπλασιάσει το εισόδημά του μπορώ ειλικρινά να δηλώσω ότι ο Τσε θα ένιωθε φρίκη, γιατί κανένας από αυτούς τους δρόμους δεν μπορούσε να μας οδηγήσει ποτέ στον κομμουνισμό.

Αντίθετα, αυτοί οι δρόμοι οδηγούν σε όλες τις αισχρές πρακτικές και στην αποξένωση του καπιταλισμού.

Αυτοί οι δρόμοι, επαναλαμβάνω και ο Τσε το γνώριζε πολύ καλά, δεν θα μας οδηγούσαν ποτέ να οικοδομήσουμε τον πραγματικό σοσιαλισμό, ως το πρώτο και μεταβατικό στάδιο προς τον κομμουνισμό.

Αλλά μη σκεφτείτε ότι ο Τσε ήταν αφελής, ένας ιδεαλιστής ή ένας άνθρωπος που δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα. Ο Τσε κατανοούσε και λάμβανε υπόψη την πραγματικότητα. Αλλά ο Τσε πίστευε στον άνθρωπο. Αν δεν πιστέψουμε στον άνθρωπο, αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα αδιόρθωτο ζωάκι, που μπορεί να βαδίσει μόνο αν το ταΐσεις χορτάρι ή το δελεάσεις με ένα καρότο ή το δείρεις με μια μαγκούρα όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει επαναστάτης· όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει σοσιαλιστής· όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει κομμουνιστής. [Χειροκροτήματα]

Διαβάστε την συνέχεια στο Β’ Μέρος.

Η «Κρίση των Πυραύλων» στην Κούβα και ο Τσε

che guevara cuban missile crisisΜε αφορμή την επέτειο της Κρίσης των Πυραύλων στην Κούβα (Οκτώβρης 1962), το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα παρουσιάζει πτυχές της περιόδου εκείνης, κυρίως μέσα από το πρίσμα της δραστηριότητας και του ρόλου του Τσε, ως ηγετικού μέλους της κουβανικής κυβέρνησης, στην εν λόγω ιστορία. Προς τούτο χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από τα δύο πληρέστερα βιογραφικά πονήματα που έχουν γραφτεί για το Γκεβάρα, αυτά του Jon Lee Anderson και του Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο. 

Η κρίση των πυραύλων του Οκτώβρη, ανάγκασε τον Τσε να επισπεύσει τα σχέδια του για την αντάρτικη δύναμη της Αργεντινής [1]. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, διοικούσε το δυτικό τμήμα των κουβανικών ενόπλων δυνάμεων με βάση το Πίναρ ντελ Ρίο. Το αρχηγείο του βρίσκονταν σε κάτι ορεινές σπηλιές, σε κοντινή απόσταση από τις εγκαταστάσεις σοβιετικών πυραύλων. (Στο στρατηγείο) πήρε μαζί του και εκπαιδευμένους αργεντίνους αντάρτες τοποθετώντας τους σε μεραρχία υπό την ηγεσία κουβανών αξιωματικών. Εάν ξεσπούσε πόλεμος θα έμπαιναν κι’ αυτοί στη μάχη.

Τις ώρες της κορύφωσης της έντασης – έπειτα από την κατάρριψη ενός κατασκοπευτικού αμερικανικού αεροσκάφους U2 από σοβιετικό αντιαεροπορικό βλήμα – ο Φιντέλ επικοινώνησε με τον Χρουστσώφ, μεταφέροντας του την άποψη ότι οι σοβιετικοί έπρεπε να εξαπολύσουν πρώτοι επίθεση με πυραύλους σε περίπτωση ένοπλης αμερικανικής εισβολής. Ο Κάστρο επιβεβαίωσε στον Χρουστσώφ την ετοιμότητα του ίδιου και του κουβανικού λαού να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. […]

Όταν ο Κάστρο ενημερώθηκε πως ο Χρουστσώφ είχε συμφωνήσει με τον Κέννεντι, πίσω απ’ την πλάτη του (για απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων απ’ την Τουρκία με αντάλλαγμα την υπόσχεση των ΗΠΑ να μην επιτεθούν στην Κούβα) έγινε έξαλλος και, σύμφωνα με πληροφορίες, έκανε θρύψαλλα έναν καθρέφτη με τη γροθιά του όταν του το ανακοίνωσαν. Από την πλευρά του ο Τσε διέταξε τη διακοπή της επικοινωνιακής γραμμής του στρατηγείου του με την γειτονική σοβιετική βάση και έφυγε για την Αβάνα προκειμένου να συναντήσει τον Φιντέλ.

Τις επόμενες ημέρες ο Φιντέλ τις πέρασε όντας πικραμένος και εκνευρισμένος με την τακτική του Χρουστσώφ και ο Μικογιάν [2] αναχώρησε για την Αβάνα προκειμένου να συνενοηθεί με τους κουβανούς. Ο Μικογιάν έκανε ότι μπορούσε, αλλά ο Φιντέλ και ο Τσε ήταν πεπεισμένοι πως ο Χρουστσώφ τους είχε “πουλήσει” για την εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων. Οι συνομιλίες (σ.σ: μεταξύ του Μικογιάν και κουβανών αξιωματούχων) συνεχίστηκαν για αρκετές εβδομάδες και σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν εξαιρετικά έντονες. Μια μέρα, ένα λάθος στη μετάφραση απ’ τον ρώσο διερμηνέα προκάλεσε ισχυρές αντεγκλίσεις. Όταν η παρεξήγηση ξεκαθαρίστηκε, ο Τσε έβγαλε ήρεμα το πιστόλι τύπου μακάροφ απ’ την θήκη του και το έδωσε στον διερμηνέα λέγοντας του: “Εάν ήμουν στη θέση σου, αυτό θα ταν το μόνο που μου έμενε να πράξω…”. Σύμφωνα με τον Αλεξάντρ Αλέξιεφ όλοι γέλασαν, συμπεριλαμβανομένου του Μικογιάν. Το μαύρο χιούμορ του Τσε είχε ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.

[…]

Σε μια συνέντευξη με τον Τσε λίγες εβδομάδες μετά την κρίση, ο βρετανός ανταποκριτής της αριστερής εφημερίδας Daily Worker Σαμ Ράσελ τον βρήκε να παραμένει θυμωμένος αναφορικά με την στάση της Μόσχας. Καπνίζοντας το πούρο του και παίρνοντας, εναλλάξ, ανάσες απ’ τον εισπνευστήρα για το άσθμα, δήλωσε στο Ράσελ πως εάν οι πύραυλοι τίθενταν υπό κουβανικό έλεγχο θα εκτοξεύονταν. Ο Ράσελ έφυγε με ανάμεικτα συναισθήματα για τον Τσε, χαρακτηρίζοντας τον ως “ξεκάθαρα έναν άνθρωπο μεγάλης ευφυίας, παρόλο που πίστευα ότι ήταν τρελός κρίνοντας απ’ τον τρόπο που αναφέρθηκε στους πυραύλους”. […]

[1] Ήδη από το 1962 ο Γκεβάρα σχεδίαζε τρόπους δημιουργίας αντάρτικου αγώνα σε χώρες της λατινικής Αμερικής, με επίκεντρο την Αργεντινή. Η Κρίση των Πυραύλων ανάγκασε τον Τσε να αλλάξει τους σχεδιασμούς του, προσαρμόζοντας τους στις πολιτικές και διεθνείς εξελίξεις που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια.

[2] Ανάστας Μικογιάν: Σοβιετικός επαναστάτης, πολιτικός και διπλωμάτης. Διετέλεσε επί πολλά χρόνια Επίτροπος στην ΕΣΣΔ. Διατηρούσε σχέσεις με την κουβανική επαναστατική ηγεσία και αποτελούσε «δίαυλο» επικοινωνίας μεταξύ Μόσχας και Αβάνας. 

Αποσπάσματα απ’ τη βιογραφία του Τσε. Τζον Λι Άντερσον, “Che, A Revolutionary Life”, Grove Press. (Μετάφραση: Guevaristas), σελ. 518-519.

(Πριν ξεσπάσει η κρίση των πυραύλων)

Γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Ταϊμπο ΙΙ: Εκείνες τις μέρες θα δώσει μια διάλεξη στα μέλη της Κεντρικής Ασφάλειας, που αργότερα θα πάρει τη μορφή ενός άρθρου – με τίτλο “Τακτική και Στρατηγική της Κουβανικής Επανάστασης” – που δεν έμελλε να δημοσιευτεί παρά μόνο μετά το θάνατο του. […] “Η Αμερική είναι σήμερα ένα ηφαίστειο, δεν βρίσκεται σε φάση έκρηξης, αλλά είναι ταραγμένο απ’ τους φοβερούς υπόγειους βρυχηθμούς που προαναγγέλουν το ξύπνημα του». Χαρακτηρίζει την Συμμαχία για την Πρόοδο (σ.σ: που είχε εξαγγείλει ο Τζ.Κέννεντι) ως “προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να εμποδίσει τη διαμόρφωση επαναστατικών συνθηκών μεταξύ των λαών, μέσω του συστήματος του να μοιράζεται ένα μικρό μέρος των κερδών με τις τάξεις των κρεολών εκμεταλλευτών”. Καταληγει σε δύο συμπεράσματα: “Απαιτείται αντάρτικος αγώνας για την κατανίκηση του συμβατικού στρατού και ο αγώνας αυτός θα έχει παναμερικανικό χαρακτήρα. Θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε αυτή τη νέα εποχή της χειραφέτησης της Αμερικής ως αντιπαράθεση δύο τοπικών δυνάμεων που παλεύουν για την κυριαρχία και μια περιοχή; Προφανώς όχι (…) Οι γιάνκηδες θα επέμβουν γιατί ο αγώνας στην Αμερική είναι καθοριστικής σημασίας». Δύο ιδέες που έχουν να κάνουν με τη μελλοντική του πρακτική.

Η ένταση μεταξύ της κουβανέζικης επανάστασης και των Ηνωμένων Πολιτειών θα οδηγήσει κατά τους επόμενους μήνες στα πρόθυρα μιάς παγκόσμιας πυρηνικής αναμέτρησης. Μια δυο μέρες πριν από τη γέννηση του γιου του (γεννήθηκε 20 Μάη) ο Τσε είχε σχολιάσει σε μια ομιλία του: «Ο Ιμπεριαλισμός ξέρει ή μπορεί και να μην ξέρει τι είναι ικανή να κάνει η Σοβιετική Ένωση προκειμένου να μας προστατέψει (…) Αν κάνουν ένα λάθος, θα καταστρέψουν τον ιμπεριαλισμό ως τις ρίζες του, αλλά κι απο μας δε θα μείνουν και πολλά. Γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε σταθερά για την ειρήνη».

Στις 30 Μαϊου ο Τσε καλείται από τον Φιντέλ σε μία πολύ κλειστή συνάντηση. Παρίσταται μόνο ο πρόεδρος Ντορτικός, ο Φιντέλ και ο Ραούλ Κάστρο. Ο Φιντέλ τους πληροφορεί ότι την προηγούμενη μέρα είχε συζητήσει με τον Σοβιετικό υποστράτηγο Μπιργιούσοφ, ο οποίος του μετέφερε την πρόταση του Νικίτα Χρουστσώφ να ενισχύσουν την άμυνα της Κούβας εκτός των άλλων και με πυρηνικές κεφαλές. Ο Φιντέλ τους πληροφορεί ότι ανέβαλε την απόφαση του μέχρι να το συζητήσει μαζί τους. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το τι υποστήριξαν οι τέσσερις παριστάμενοι στη συζήτηση, ούτε για τις συμφωνίες ή τις διαφωνίες τους. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1992, ο Φιντέλ θα έλεγε: ¨Δε μας άρεσαν οι πύραυλοι, έβλαπταν την εικόνα της επανάστασης στη Λατινική Αμερική. Οι κεφαλές θα μας μετέτρεπαν σε στρατιωτική βάση των Σοβιετικών, αλλά, από την άλλη, σκεφτήκαμε ότι θα ενισχύονταν έτσι το σοσιαλιστικό μπλοκ». Το γεγονός πάντως είναι ότι οι συμμετέχοντες σ’ αυτή τη συνάντηση αποφάσισαν υπέρ της ρωσικής πρότασης.

[…] Στις 13 Αυγούστου ο Σοβιετικός πρέσβης Αλεξέγεφ παραδίδει στον Φιντέλ το κείμενο της διμερούς συμφωνίας για την εγκατάσταση των βάσεων για τους πυραύλους. Ο Φιντέλ, αφού πρώτα το ελέγχει, το παραδίδει με την σειρά του στον Τσε για να το πάει στην ΕΣΣΔ. Η κατάσταση εξελίσσεται ραγδαία. Στις 27 Αυγούστου ο κομαντάντε Γκεβάρα καταφθάνει στη Μόσχα με τον Εμίλιο Αραγονές, υπό το πρόσχημα μιας επίσκεψης για την τακτοποίηση «οικονομικών υποθέσεων». Στις 30 του μήνα θα συναντηθεί με το Νικίτα στη ντάτσα του στην Κριμαία. Παρά το γεγονός ότι ο Τσε επιμένει να δημοσιοποιηθεί η συμφωνία, ο Νικίτα απορρίπτει την πρόταση. Επίσης δεν υπογράφει το κείμενο, κατά πάσα πιθανότητα για να εμποδίσει τη διαρροή της πληροφορίας απ’ τους Κουβανούς.

Σημείωση: Στο διάστημα που ακολουθεί ο Τσε παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από την Αβάνα, συνεχίζοντας το πρόγραμμα του που περιλαμβάνει από μεροκάματα εθελοντικής εργασίας σε υφαντουργία μέχρι συνεδριάσεις με συνεργάτες στο υπουργείο Βιομηχανίας. Στις 17 Οκτωβρίου ο Τσε υποδέχθηκε στην Αβάνα τον φίλο του, αλγερινό επαναστάτη Μπεν Μπέλα που ταξίδεψε στην Κούβα για υπογραφή διμερών συμφωνιών.

[…] Στις 7 το απόγευμα της 22ης Οκτωβρίου ο πρόεδρος Κέννεντι απευθύνεται στο έθνος μέσω ενός τηλεοπτικού μηνύματος διάρκειας δεκαεφτά λεπτών γνωστοποιώντας «τις αναμφισβήτητες αποδείξεις για την ύπαρξη βάσεων στην Κούβα» και αναφέρει ότι θα επιβληθεί στους Κουβανούς καραντίνα και αποκλεισμός. Σε άμεση απάντηση, τα σοβιετικά πλοία που βρίσκονταν εν πλω παίρνουν διαταγές να αγνοήσουν τον αποκλεισμό. Την επόμενη μέρα η Κούβα τίθεται σε πολεμικό συναγερμό. Ο Αργεντινός δημοσιογράφος Αδόλφο Γκίλι θα επισημάνει: «Ήταν λες κι έβρισκε διέξοδο μία μακροχρόνια συσσωρευμένη ένταση, λες και όλη η χώρα με ένα στόμα έλεγε: «Επιτέλους». Ο Τσε ορίζεται αρχηγός του Δυτικού Τμήματος Στρατού και κατευθύνεται στο Πιναρ ντελ Ρίο. Σύμφωνα με τον Ταμάγιο, τον υπασπιστή του, ο Τσε πίστευε ότι ο πόλεμος θα ξεσπούσε από στιγμή σε στιγμή και ότι η εισβολή αυτή τη φορά θα γινόταν πράγματι από εκείνη την περιοχή (σ.σ: η πρώτη εισβολή ήταν στον Κόλπο των Χοίρων). Εγκαθιστά το γενικό αρχηγείο του στη σπηλιά του Λος Πορτάλες, στα ριζά των λόφων που κυκλώνουν την κοιλάδα του Σαν Άντρες ντε Καϊγουανάμπο, στις όχθες του ποταμού Σαν Ντιέγο. Μία φυσική σπηλιά που είχε τροποποιηθεί ελάχιστα κατά την προεπαναστατική εποχή από τον τσιφλικά Κορτίνα, ο οποίος είχε φτιάξει μερικά σκαλοπάτια και είχε φαρδύνει την είσοδο. Η σπηλιά ήταν μεγαλειώδης, αλλά στο εσωτερικό της, με αυστηρή τάξη, είχαν στηθεί τμήματα, ασύρματοι, μερικά κρεβάτια εκστρατείας, δύο εστίες μαγειρέματος κι ένα τραπέζι φτιαγμένο από μια πέτρινη πλάκα βαλμένη πάνω σε δυο στύλους από πέτρες. Σταλακτίτες, χελιδόνια τη μέρα και νυχτερίδες τη νύχτα.

Ο Τσε κινήθηκε ολοταχώς και, πιστεύοντας ότι ο πόλεμος τον περίμενε στη γωνία, άρχισε να οργανώνει αποθήκες πυρομαχικών σε σπηλιές και οροσειρές και πέρασε από χαρακώματα και καταλύματα μιλώντας με τους άντρες και τονώνοντας το ηθικό τους. Το σχέδιο ήταν η οργανώσουν μια πρώτη γραμμή άμυνας ακολουθώντας τα διδάγματα της εμπειρίας τους στον Κόλπο των Χοίρων, κι έπειτα, σε περίπτωση που οι εισβολείς κατάφερναν να σχηματίσουν ένα μέτωπο στην παραλία, να αναδιπλωθούν σε έναν ανταρτοπόλεμο στη Σιέρα ντε λος Όργκανος. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών της επιφυλακής ο Τσε επιθεωρούσε την περιοχή που βρισκόταν υπ’ ευθύνη του και τις νύχτες διάβαζε και έπαιζε σκάκι. […]

Όταν ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου έχει τελειώσει και έχει οριστικοποιηθεί η συμφωνία Κέννεντι-Χρουστσώφ, η ένταση σταδιακά μειώνεται. Ο Τσε επιστρέφει στην Αβάνα.

Η Ίλδα Γκαδέα (σ.σ: η πρώτη σύζυγος του Τσε με την όποια είχε πάρει διαζύγιο), που επιστρέφει από τη δουλειά της, θα ανακαλύψει έκπληκτη ότι ο Τσε βρίσκεται στο σπίτι της: «Βρήκα τον Ερνέστο πενταβρώμικο, με τις αρβύλες του καταλασπωμένες, να παίζει στο διαμέρισμα με τη μικρή (…) να παίζει και με το σκυλί». Μετά την εγγύτητα του θανάτου, η επιστροφή στη ζωή. Σε ένα άρθρο γραμμένο εκείνες τις μέρες – και που δεν έμελλε να δημοσιευτεί παρά μόνο μετά το θάνατο του – με τίτλο «Τακτική και στρατηγική της λατινοαμερικάνικης επανάστασης», έκανε έναν σκληρό απολογισμό της κρίσης: «Είναι το ανατριχιαστικό παράδειγμα ενός λαού που είναι διατεθειμένος να αιματοκυλιστεί σε μια πυρηνική επίθεση προκειμένου οι στάχτες του να γίνουν το τσιμέντο για νέες κοινωνίες και, όταν γίνεται χωρίς κανείς να ζητήσει τη γνώμη του μια συμφωνία βάσει της οποίας αποσύρονται οι ατομικοί πύραυλοι, δεν αναστενάζει ανακουφισμένος, δε νιώθει ευγνωμοσύνη για την ανακωχή – ρίχνεται στην παλαίστρα για να δώσει τη δική του, μοναδική φωνή, διατρανώνοντας τη μαχόμενη θέση του, δική του και μοναδική, και, πιο πέρα ακόμα, την απόφαση του να παλέψει ακόμα κι’ αν είναι μόνος».  

Είναι φανερό ότι ο Γκεβάρα αισθάνεται οργή για την συμφωνία απόσυρσης των πυραύλων, πίσω απ’ την πλάτη της κουβανικής κυβέρνησης. 

Όπως κάθε φορά που αισθάνεται οργή, ο Τσε θα βυθιστεί σε μία εύγλωττη επίμονη σιωπή [..] και θα αφιοσιωθεί πλήρως στα καθήκοντα του στον τομέα της βιομηχανίας, κρυμμένος απ’ τον κόσμο. Ο Σαβέριο Τουτίνο, ανταποκριτής τότε της ιταλικής κομμουνιστικής εφημερίδας L’ Unita, προσπαθεί να του πάρει συνέντευξη και βρίσκεται αντιμέτωπος με την άρνηση του Τσε. [..] Ο Τουτίνο θα κατέθετε αργότερα: «Είχε μια μυστηριώδη αύρα που απέρρεε από την σιωπή και τις αριστερές του θέσεις, την άρνηση των προνομίων, τη νυχτερινή δουλειά… Κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο Τσε είχε θελήσει να ρίξει στα αμερικανικά αεροπλάνα στη διάρκεια της κρίσης»

Αποσπάσματα απ’ τη βιογραφία του Τσε γραμμένη απ’ τον Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ με τίτλο «Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστός και ως Τσε», Εκδόσεις Κέδρος, 2005, σελ. 572-582.

Η Κρίση των Πυραύλων, η διπλωματία Χρουστσώφ και η συμφωνία που έβαλε τέλος στον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου συνεχίζει να αποτελεί ζήτημα προς μελέτη. Μια δεκαετία περίπου αργότερα, ο Φιντέλ αναγνώρισε ότι η επιλογή των σοβιετικών ήταν συνετή, ασχέτως του αν έγινε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον ίδιο και την κουβανική ηγεσία. Γράφει ο Τέρενς Κάννον στο βιβλίο του «Η Επαναστατική Κούβα» (Εκδ. Χοσέ Μαρτί): 

Καθώς περνούσαν τα χρόνια και οι Ενωμένες Πολιτείες δεν εισέβαλαν στο νησί, οι ηγέτες της Κούβας κατάλαβαν ότι είχαν υποτιμήσει τη σύνεση της σοβιετικής απόφασης να απομακρύνουν τους πυραύλους. Το 1974 ο Φιντέλ ρωτήθηκε τι νόμιζε για τον τρόπο που επιλύθηκε η κρίση: 

«Λοιπόν, δεν ήμασταν εντελώς ευχαριστημένοι με τα αποτελέσματα της Κρίσης των Πυραύλων. Αλλά αν είμαστε ρεαλιστές, και πάμε πίσω στην ιστορία, καταλαβαίνουμε ότι η δική μας στάση δεν ήταν σωστή. Οι Ρώσοι πίστευαν ότι από εκείνες τις διαπραγματεύσεις (σ.σ: Χρουστσώφ-Κέννεντι) δύο αντικειμενικοί σκοπό θα πετυχαίνονταν: η υπόσχεση να μη γίνει εισβολή στην Κούβα από τη μια μεριά και από την άλλη, η εξάλειψη του κινδύνου ενός πυρηνικού πολέμου. Δεν έγινε πόλεμος και υπήρξε μια περίοδος χαλάρωσης των διεθνών εντάσεων, αποδείκνύοντας έτσι ότι η σοβιετική θέση ήταν η σωστή»

Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο: Σύντροφοι και φίλοι στην Επανάσταση, μέχρι το τέλος

Che_Fidel_81

Μια απάντηση στα ψέματα και την προπαγάνδα του Ιμπεριαλισμού για την σχέση των δύο μεγάλων επαναστατών.

Ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα που έχουν ειπωθεί γύρω απ’ την Κουβανική Επανάσταση σχετίζεται με την σχέση δύο ηγετικών στελεχών της: του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα. Οι εκδοχές αυτών των ψεμάτων ποικίλουν ανάλογα με την πηγή που τα διαδίδει. Όλες όμως καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «ο Κάστρο πρόδωσε τον Τσε». Η ιστορία αυτών των διαδώσεων δεν είναι καθόλου καινούργια ασφαλώς. Από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, πηγές που είχαν ως βάση τους τις ΗΠΑ είχαν ξεκινήσει την παραφιλολογία περί των δήθεν διαταραγμένων σχέσεων του Τσε με τον Κάστρο.

Η απόφαση του Γκεβάρα να πάει στο Κονγκό το 1965, εγκαταλείποντας ουσιαστικά τη θέση του στο υπουργείο βιομηχανίας, δημιούργησε θύελλα ψεύτικων διαδώσεων. Γράφει σχετικά ένας εκ των κύριων βιογράφων του, ο Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ: «Φήμες σε βραζιλιάνικες εφημερίδες, που δημοσιεύθηκαν […] τοποθετούσαν τον Τσε στα μέσα του ’65 στην Κολομβία, στο Περού, στη Χιλή, στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στην Ουρουγουάη, ακόμα και σε μια ψυχιατρική κλινική της Πόλης του Μεξικου. Έξι ειδήσεις από διαφορετικά περιοδικά, που είχαν ξεφυτρώσει σε διάφορες χώρες κατα τη διάρκεια του 1965, ανακοίνωναν το βίαιο θάνατο του. Η πιο παράξενη είδηση ίσως ήταν αυτή που τον ήθελε νεκρό και θαμμένο στο υπόγειο ενός εργοστασίου στο Λάς Βέγκας, στην παγκόσμια πρωτεύουσα των τυχερών παιχνιδών» (Ερνέστο Γκεβάρα: Γνωστός και ως Τσε, 1995).

Η πλειοψηφία αυτών των διαδόσεων προέρχονταν χωρίς αμφιβολία από τη CIA, η οποία φρόντιζε να σπείρει «ειδήσεις» για δήθεν ρήξη του Τσε με την κουβανική κυβέρνηση. Συνεχίζει ο Τάϊμπο: «Σύμφωνα με μια κουβανέζικη πηγή, οι εκπομπές των ραδιοφωνικών σταθμών που ελέγχονταν από τη CIA διέδιδαν στα προγράμματα τους που απευθύνονταν στην Ασία ότι ο Τσε είχε δολοφονηθεί από τον Φιντέλ λόγω της φιλοκινεζικής του τάσης και στις εκπομπές προς την Ανατολική Ευρώπη λόγω του ότι ήταν φιλοσοβιετικός».

Κατα τη διάρκεια της διαμονής του Τσε στο Κονγκό, οι φήμες για την τύχη του είχαν οργιάσει. Πηγές απ’ το Μαϊάμι διέδιδαν ότι βρίσκεται στη Δομινικανή Δημοκρατία παίρνοντας μέρος σε λαϊκή εξέγερση, άλλες πηγές αντεπαναστατών στις ΗΠΑ ότι είχε σκοτωθεί σε οδομαχίες στον Άγιο Δομίνικο. Εξόριστοι αντίπαλοι του Κάστρο διέδιδαν πως ο Τσε επέβαινε σε υποβρύχιο που είχε καταστραφεί αύτανδρο από ριπή πυροβολικού. Ήταν δε τέτοια η επιθυμία των αμερικανών να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα που, όπως γράφει ο Τάιμπο, «η υπηρεσία (CIA) είχε παγιδευτεί στο ψεύδος που προσπαθούσε να διαδώσει, ότι δηλαδή οι διαφωνίες με τον Φιντέλ είχαν προκαλέσει την πτώση του Τσε και, κατά συνέπεια, είχε συλληφθεί ή εκτελεστεί στην Κούβα (όπως λέει ο Μαρτσέτι, ένας από τους λόγιους της Εταιρίας)». Ο υποδιοικητής της Μεραρχίας του Δυτικού Ημισφαιρίου για τις κουβανικές υποθέσεις, Τζον Χαρτ, προσπαθούσε να μαντέψει που βρισκόταν ο Τσε. Σε μια επίσκεψη του στον σταθμό της CIA στο Μοντεβιδέο είχε αναφέρει ότι ίσως να βρισκόταν σε κάποιο νοσοκομείο της Σοβιετικής Ένωσης υποφέροντας από κάποια …διανοητική διαταραχή που του προκλήθηκε από φάρμακο κατά του άσθματος.

Ο Φιντέλ Κάστρο έχει αναφερθεί στις φημολογίες που κυκλοφορούσαν για τη δήθεν ρήξη του με τον Τσε. Γι’ αυτές τις φήμες έχει κατηγορήσει τόσο τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και τους αντεπαναστάτες κουβανούς του Μαϊάμι, όσο και λατινοαμερικάνους τροτσκιστές οι οποίοι ποτέ δεν είδαν με καλό μάτι το δρόμο που είχε χαράξει η Επανάσταση στην Κούβα. Ο ρόλος των τροτσκιστών στη διάδοση ψευδών ειδήσεων περί της τύχης του Τσε το 1965 δεν είναι καθόλου αμελητέος. Στις αρχές του 1966, το πρακτορείο Φρανκ Πρες μετέδωσε την ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ότι ο Φιντέλ και ο Τσε είχαν ανταλλάξει πυροβολισμούς κατά τη διάρκεια μιας φιλονικίας και ότι ο Τσε είχε σκοτωθεί. Την ιστορία επιβεβαίωσε και αναδημοσίευσε μια τροτσκιστική εφημερίδα.

Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ο Κάστρο και ο Τσε διατηρούσαν μια σταθερή φιλία βασισμένη στην αλληλοεκτίμηση. Από τα γραπτά που μας έχει αφήσει ο Τσε δεν υπάρχει ούτε δείγμα αρνητικής κριτικής απέναντι στον Φιντέλ – διαφορετικές οπτικές και απόψεις τακτικής φύσης υπήρχαν, ούτε υπόνοια όμως για θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο αντρών. Η αποχώρηση του Τσε από την Κούβα το 1965 αποτελεί μέχρι και σήμερα το βασικό σημείο που επικεντρώνεται η παραφιλολογία για τη δήθεν διαμάχη τους. Καμία ωστόσο από τις ψευδολογίες δεν τεκμηριώνεται. Γκεβάρα και Κάστρο είχαν συμφωνήσει πως από την στιγμή που θα στερεώνονταν η κουβανική Επανάσταση, ο Τσε θα ήταν ελεύθερος να ριχτεί ξανά στη μάχη, σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου. Αυτός ήταν βασικός όρος που ο ίδιος ο Τσε είχε θέσει στον Φιδέλ από τις πρώτες τους κιόλας συνομιλίες στο Μεξικό, κάτι που ο Κάστρο είχε αποδεχθεί: «Εγώ το μόνο που θέλω είναι, αφού θα θριαμβεύσει η επανάσταση, αν θελήσω να πάω να πολεμήσω στην Αργεντινή, να μη μου στερήσετε αυτή τη δυνατότητα, να μη με εμποδίσουν ως προς αυτό τα ζητήματα του κράτους».

Ο ιδιαίτερος γραμματέας του Τσε στο Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης (INRA), ο Χοσέ Μανουέλ Μανρέσα, θυμάται τα λόγια του Γκεβάρα κατά τη πρώτη μέρα της παρουσίας του στο γραφείο. Τα παραθέτει ο Π.Ι.Τάϊμπο: «Το 1961, όταν φτάσαμε στο γραφείο του Τμήματος Βιομηχανίας, ο Τσε ακούμπησε σε μια αρχειοθήκη και μου είπε: Θα μείνουμε εδώ πέντε χρόνια κι ύστερα θα φύγουμε. Με πέντε χρονάκια παραπάνω, θα μπορούμε ακόμα να στήσουμε ένα αντάρτικο».

Che and Fidel - companeros 24Η περίφημη ομιλία του Τσε στο Αλγέρι το 1965, στο πλαίσιο του Δευτέρου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, έχει χαρακτηριστεί ως ο λόγος της φημολογούμενης ρήξης του Γκεβάρα με τον Κάστρο. Και αυτό επειδή ο Τσε είχε αναφερθεί με σκληρά λόγια στην τακτική της τότε σοβιετικής ηγεσίας να χρεώνει την υλικοτεχνική βοήθεια που παρείχε σε υπανάπτυκτες χώρες που πάλευαν για αποδέσμευση από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά. Η σκληρή κριτική που είχε ασκήσει τότε ο Γκεβάρα στην ηγεσία Χρουστσώφ ενδέχεται να ενόχλησε σοβιετικούς κύκλους και να προβλημάτισε ακόμη και την ίδια την κουβανική κυβέρνηση. Δεν αποτελεί όμως λόγο για «ρήξη» στις σχέσεις Κάστρο-Γκεβάρα. Μια ματιά στις ομιλίες του Κάστρο κατα τα έτη 1966-67 αποδεικνύει ότι ο ίδιος ο Φιντέλ δεν δίσταζε να εκφωνήσει αρκετά επικριτικούς λόγους απέναντι στην σοβιετική ηγεσία. Η άποψη ότι οι δύο επαναστάτες ήρθαν σε ρήξη λόγω της ομιλίας του Τσε στο Αλγέρι αποτελεί κατα κύριο λόγο κατασκεύασμα της CIA, έκθεση της οποίας το Οκτώβρη του 1965 ανέφερε ότι ο Τσε είχε «εκπέσει» του αξιώματος του στην Κούβα λόγω της αντίθεσης του «απέναντι στις πολιτικό-οικονομικές πρακτικές της ΕΣΣΔ και της διαφωνίας με τους ρώσους οικονομικούς συμβούλους». Άλλωστε, η πρακτική της CIA να «σπέρνει ζιζάνια» στις σχέσεις σοσιαλιστικών εταίρων και συμμάχων δεν ήταν καθόλου άγνωστη. Το παραπάνω επιχείρημα όμως δεν έχει καμία ουσιαστική βάση, μιάς και η οικονομική πολιτική του Τσε (περί εκβιομηχάνισης) ακολουθήθηκε για τα επόμενα τουλάχιστον δύο χρόνια (1966-67). Ο Τάϊμπο παραθέτει τη μαρτυρία στενού συνεργάτη του Γκεβάρα (Φιγκέρας) στο υπουργείο βιομηχανίας: «Έχουν γραφτεί πολλά σχετικά με το γεγονός ότι τάχα εγκαταλείψαμε την ιδέα του Τσε για εκβιομηχάνιση για να ασχοληθούμε με τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η προσπάθεια για την εκβιομηχάνιση παρατάθηκε μέχρι το ’66-67».

Εάν ίσχυαν τα ψεύδη των της CIA, τότε λογικά ο Φ.Κάστρο θα εγκατέλειπε το Γκεβάρα κατά τις επόμενες επαναστατικές απόπειρες του αργεντίνου. Αυτό όμως δε συνέβη ούτε κατά το ελάχιστο, ούτε στο Κονγκό, ούτε αργότερα στη Βολιβία. Ο Κάστρο έλαβε προσωπικά μέρος στην προετοιμασία του Τσε και της ομάδας των κουβανών ανταρτών για το ταξίδι στο Κονγκό και όρισε υπεύθυνους για την ασφάλεια του Γκεβάρα τους δύο έμπιστους συνοδούς του Κομαντάντε, τον Ντρέκε και τον Μαρτίνες Ταμάγιο. Κατα τη διάρκεια της παραμονής του Τσε στο Κονγκό, οι δύο άνδρες διατηρούσαν επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας η οποία έχει διασωθεί, καθώς ο Γκεβάρα ενημέρωνε αναλυτικά τον κουβανό ηγέτη για τα τεκταινόμενα στην αφρικανική χώρα. Εάν η σχέση τους είχε διαταραχθεί – όπως αναφέρει η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα – τότε γιατί υπήρχε αυτή η προσωπική επικοινωνία και γιατί η κουβανική κυβέρνηση συνέχιζε να ενισχύει το αντάρτικο μέτωπο του Κονγκό με αντάρτες και οπλισμό;

Μια απ’ τις πλέον εμπεριστατωμένες έρευνες αναφορικά με την σχέση των δύο επαναστατών έχει γίνει από τον Simon Reid-Henry στο βιβλίο “Fidel and Che: A revolutonary friendship”. Χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό από Αβάνα και Μόσχα, όπως και αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της CIA, ο Henry έχει προσπαθήσει να δώσει το στίγμα μιας φιλίας που κράτησε μέχρι τέλους. Το βασικό νόημα που περνάει το βιβλίο είναι ότι Φιντέλ και Τσε, δύο διαφορετικές προσωπικότητες, ήταν βαθιά – πιστοί ο ένας στον άλλο – φίλοι και σύντροφοι που, ασχέτως διαφωνιών σε επιμέρους ζητήματα, διατήρησαν την φιλία και αλληλοεκτίμηση τους μέχρι τέλους. Η σχέση του Γκεβάρα με τον Κάστρο συγκρίνεται – με όλες τις διαφοροποιήσεις που εμπεριέχει – με αυτήν του Μάρξ και του Ένγκελς. Ο Simon Reid-Henry απορρίπτει την παραφιλολογία για τη δήθεν ρήξη μεταξύ τους και την φιμολογούμενη «προδοσία» του Κάστρο: «Η φημολογία αυτή μου προσέλκυσε το ενδιαφέρον στο ξεκίνημα της έρευνας αλλά δεν βρήκα κανένα στοιχείο που να την στηρίζει» και συνεχίζει: «φαίνεται ξεκάθαρα ότι, αν και η άμεση πολιτική τους σχέση τελείωσε ουσιαστικά το 1965, οι δεσμοί φιλίας δεν διαλύθηκαν και ο Φιντέλ δεν πρόδωσε τον Τσε στη Βολιβία».

Γιατί ο Τσε δεν επέστρεψε στην Κούβα

Che_Fidel_Ramon_BenitezΤο γεγονός ότι ο Τσε Γκεβάρα δεν εγκαταστάθηκε και πάλι στην Κούβα μετά τον αντάρτικο αγώνα στο Κονγκό, αλλά προτίμησε να οργανώσει ένοπλο αγώνα στη Βολιβία, έχει χρησιμοποιηθεί ως «υπόνοια» για δήθεν διατάραξη των σχέσεων του με την Αβάνα. Όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει ερευνητές, αλλά και τα ίδια τα γραπτά του Τσε, η απόφαση για την οργάνωση αντάρτικου στη νότια Αμερική είχε ήδη παρθεί από το 1964. Εκείνη τη χρονιά, ο ίδιος ο Γκεβάρα κατέστρωνε σχέδια για δημιουργία εστιών ένοπλου αγώνα στην Αργεντινή και τη Βολιβία – στη βιογραφία του Π.Ι.Τάϊμπο αναφέρεται η συμμετοχή στον σχεδιασμό αυτόν (που δεν είναι ευρύτερα γνωστός) πρωτοκλασσάτων στελεχών της κουβανικής επανάστασης, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Κάστρο. Επομένως, η προσπάθεια για έναρξη αντάρτικου στη νότια Αμερική (που δεν ευοδώθηκε το 1964) είχε προαποφασιστεί πριν ακόμη ο Τσε εγκαταλείψει την Κούβα το 1965 με προορισμό το Κονγκό. Το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε Γκεβάρα στον Φιντέλ σήμαινε το τέλος της συμμετοχής του στην κουβανική κυβέρνηση, σε επίσημη πολιτική θέση.

Ο Τσε, πιστός στο διεθνιστικό του καθήκον, θα έδινε τη μάχη στη Βολιβία ούτως ή άλλως.  Επέστρεψε μυστικά στην Κούβα το 1966 προκειμένου να προετοιμαστεί για την αποστολή του αυτή. Από την συνάντηση του με τον Φιντέλ – ο οποίος μάλιστα επιθεώρησε το ψεύτικο διαβατήριο του και με τον οποίο συνομίλησε πρωτού αναχωρήσει – δεν προκύπτει καμία ρήξη, σε προσωπικό τουλάχιστον επίπεδο.  Οι όποιες πολιτικές διαφωνίες – εάν υπήρχαν – δεν έχουν καταγραφεί ώστε να έχουμε σήμερα ενδείξεις. Εάν όντως υπήρχαν, δεν θα είχαν καταγραφεί στο ημερολόγιο του Τσε κατά τους μήνες της παραμονής του στη Βολιβία;

Ποιά είναι η αλήθεια

Ποιοί διαδίδουν τις φήμες για τη δήθεν προδοσία του Φιντέλ απέναντι στον Τσε; Ποιοί στηρίζουν και αναπαράγουν αυτά τα θλιβερά ψεύδη; Οι κοντινοί άνθρωποι του Τσε Γκεβάρα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της ειλικρινούς φιλίας που υπήρχε μεταξύ των δύο επαναστατών. Κανένας, ουδέποτε, δεν έχει αφήσει ούτε υπόνοια για την στάση του Φιντέλ. Η σύζυγος του Τσε, η Αλεϊδα Μαρτς, στο βιβλίο της «Αναμνήσεις: η ζωή μου με τον Τσε» (2007) υποστηρίζει ότι ο Φιντέλ στάθηκε στο πλεύρο του Τσε και των διεθνιστικών του καθηκόντων, στηρίζοντας την οικογένεια του δολοφονηθέντος επαναστάτη.

Μέχρι σήμερα, κανένας απ’ τους επιζώντες συντρόφους του Τσε Γκεβάρα στο αντάρτικο δεν έχει κατηγορήσει τον Φιντέλ για προδοσία. Εξαίρεση αποτελούν άνθρωποι οι οποίοι, για ιδιοτελείς λόγους, πέρασαν στο αντεπαναστατικό στρατόπεδο, έφυγαν απ’ την Κούβα και ζουν στο εξωτερικό διαδίδοντας ψεύδη για την επαναστατική κυβέρνηση. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο Ντανιέλ Αλαρκόν Ραμίρες (Μπενίνο), πρώην αντάρτης στην Σιέρρα Μαέστρα και αργότερα στη Βολιβία που σήμερα διαμένει στην Ευρώπη, ο οποίος συγκαταλέγεται στους αντικαστρικούς αυτοεξόριστους. Η άποψη του Μπενίνο είναι ότι ο Φιντέλ, σε συνενόηση με την σοβιετική ηγεσία, εγκατάλειψε τον Τσε στη μοίρα του αφήνοντας τον βορά στα νύχια της CIA και του βολιβιανού στρατού. Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην αντάρτης δεν έχει δώσει κανένα χειροπιαστό στοιχείο που να αποδεικνύει τα λεγόμενα του, κάνοντας τη μαρτυρία του να μοιάζει αναξιόπιστη. Στο περίφημο ημερολόγιο της Βολιβίας, που ο Τσε έγραφε τους μήνες πριν την σύλληψη και δολοφονία του, δεν περιλαμβάνεται ούτε ψήγμα κατηγορίας ενάντια στην στάση του Κάστρο και της Αβάνας γενικότερα.

Μπενίνο και Φ.Ροντρίγκες.
Μπενίνο και Φ.Ροντρίγκες.

Πέραν της CIA και του Ραμίρες, το αίωλο επιχείρημα περί της δήθεν προδοσίας του Κάστρο έχουν διαδώσει αξιωματικοί του βολιβιανού στρατού, μέλη δηλαδή του σώματος που εξεδίωξε, συνέλαβε και δολοφόνησε (έπειτα απο άνωθεν εντολή) τον Τσε. Για παράδειγμα, το ψέμα αυτό το έχει υποστηρίξει θερμά ο πράκτορας της CIA Φέλιξ Ροντρίγκες, εκ των πρωτεργατών της σύλληψης του Τσε. Είναι περισσότερο απο προφανές ότι η διάδοση αυτού του ψέματος ευνοεί εκείνη την πλευρά που θα επιθυμούσε να προκαλέσει ρήγματα στις γραμμές του επαναστατικού κινήματος, να θέσει σε αντιπαράθεση συντρόφους και συμμάχους, να διαβάλει το αραγές μέτωπο της κουβανικής επανάστασης.

Η ερώτηση «ποιός πρόδωσε την προσπάθεια του Τσε στη Βολιβία;» θα απαντηθεί από την ίδια την Ιστορία. Ευθύνες μπορούν να αποδωθούν στην πλευρά του τότε Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας και του αρχηγού του Μάριο Μόνχε, ο οποίος την τελευταία στιγμή απέσυρε την αρωγή που είχε υποσχεθεί στους αντάρτες. Όπως ευθύνες μπορούν να αποδωθούν στην, λανθασμένη όπως αποδείχθηκε, εκτίμηση για την στήριξη που οι χωρικοί της βολιβιανής επαρχίας θα έδιναν στον αντάρτικο στρατό. Το αντάρτικο στη Βολιβία δεν έτυχε τέτοιας λαϊκής υποστήριξης – η τρομοκρατία της δικτατορίας είχε πιάσει τόπο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Φιντέλ Κάστρο και η κουβανική κυβέρνηση στάθηκαν στο πλευρό του Τσε, εφοδιάζοντας με έμψυχο υλικό, οπλισμό, πλαστά διαβατήρια και έγγραφα την προσπάθεια εκείνη.

Το τι διαμείφθηκε στις προσωπικές συζητήσεις του Τσε με τον Φιντέλ δεν θα το μάθουμε ποτέ. Το σημαντικό είναι ότι, ακόμη και αν είχαν διαφορετική οπτική σε ορισμένα ζητήματα, είχαν κοινούς στόχους. Απ’ την πρώτη γνωριμία στην Πόλη του Μεξικού μέχρι το τραγικό τέλος στη βολιβιανή ύπαιθρο, οι δύο άνδρες διατήρησαν την άρρηκτη σχέση μεταξύ συντρόφων. Η Ιστορία θα δικαιώσει την αλήθεια αυτή, ενάντια στα ψέματα και τις συκοφαντίες του Ιμπεριαλισμού και των διάφορων «καλοθελητών».

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Αύγουστος 2013.

Γιατί έφυγε ο Τσε απ’ την Κούβα; Ο Φιντέλ Κάστρο ενάντια στα ψέματα του Ιμπεριαλισμού και των Τροτσκιστών

Fidel Castro speech35Η απόφαση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα να εγκαταλείψει την Κούβα το 1965, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην προσπάθεια δημιουργίας αντάρτικου αγώνα στο Κονγκό, αποτελεί μια απ’ τις πλέον πολυσυζητημένες φάσεις της ζωής του αργεντίνου επαναστάτη. Η αναχώρηση του Τσε απ’ την Κούβα προσφέρθηκε για πλήθος συνωμοσιολογικών θεωριών γύρω απ’ το “γιατί” και “πως” πήρε αυτήν την απόφαση ο Γκεβάρα. Μέχρι και σήμερα άλλωστε συνεχίζουν να υπάρχουν διάφορες θεωρίες οι οποίες – άλλοτε εκ του πονηρού και άλλοτε από αφέλεια και άγνοια – αναδεικνύουν περίεργες σκοτεινές συνωμοσίες.

Η πιο διαδεδομένη θεωρία συνωμοσίας αναφορικά με το θέμα αυτό σχετίζεται με την παρέμβαση του σοβιετικού παράγοντα – πως η ομιλία του Γκεβάρα στο Αλγέρι, το 1965, προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση της ηγεσίας της ΕΣΣΔ η οποία και απαίτησε από τον Κάστρο την απομάκρυνση του Τσε απ’ την κουβανική κυβέρνηση. Στο γαλλικό ντοκυμαντέρ “Le Journal de Bolivie”, παραγωγής 1994, αναφέρεται πως η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική εξωτερική πολιτική αποτέλεσε το έναυσμα για την απομάκρυνση του από την Κούβα. Αυτή η άποψη υποστηρίζει ότι κατά την επιστροφή του Γκεβάρα στην Αβάνα από το Αλγέρι, όπου μετείχε στην Αφρο-Ασιατική Σύνοδο, ο Τσε ενημερώνεται πως οι σοβιετικοί διαμαρτυρήθηκαν επίσημα για την κριτική που άσκησε στη Μόσχα. Μετά από συνάντηση που είχαν Γκεβάρα και Κάστρο, ο Τσε αποφάσισε να παραιτηθεί απ’ τη θέση του υπουργού Βιομηχανίας, υποστηρίζει το ντοκυμαντέρ – μια άποψη ιδιαίτερα διαδεδομένη, η οποία όμως ουδέποτε έχει επιβεβαιωθεί. Άλλη θεωρία συνομωσίας – πλήρως αστήρικτη και ανεπιβεβαίωτη – θέλει τον Φιντέλ Κάστρο να έχει όχι απλώς διαφωνίες με τον Τσε σε πολιτικό επίπεδο, αλλά να προσπαθεί να τον “ξεφορτωθεί” φοβούμενος την υψηλή δημοτικότητα του αργεντίνου!

Στις 16 Γενάρη 1966, ο Φιντέλ Κάστρο αναφέρθηκε σε αυτές τις θεωρίες συνωμοσίες που, ειδικά εκείνη την εποχή, ακούγονταν ολοένα και περισσότερο. Άλλωστε, διάφορα δυτικά ΜΜΕ έγραφαν τα πιο απίστευτα πράγματα για την “εξαφάνιση του Τσε” – απ’ το ότι κρατούνταν σε κουβανική φυλακή μέχρι του ότι είχε πεθάνει εξόριστος στον Άγιο Δομίνικο. Μιλώντας στο κλείσιμο της Τριηπειρωτικής Συνδιάσκεψης στην Αβάνα ο Φιντέλ καταφέρθηκε τόσο εναντίον των Ιμπεριαλιστικών συνομωσιών όσο και όσων αριστερών υιοθετούσαν τις ψευδολογίες που εκπορεύονταν από κέντρα των ΗΠΑ. Στο κομμάτι της ομιλίας που ακολουθεί, ο Κάστρο καταφέρεται ενάντια στις – ψευδεπίγραφες όπως αποδείχτηκε – κατηγορίες που εξαπέλυαν εκείνη την εποχή εναντίον της κουβανικής επαναστατικής κυβέρνησης λατινοαμερικάνοι τροτσκιστές και πολιτικοί εκπρόσωποι της 4ης Διεθνούς, πάντα σε σχέση με την τύχη του Τσε.

Σημείωνε λοιπόν ο Κομαντάντε Φιντέλ, μεταξύ άλλων, στην ομιλία του:

«Υπάρχει ένα γεγονός που θα ήθελα να το θέσω ως παράδειγμα για να δείξω πως λειτουργεί ο Ιμπεριαλισμός και οι πράκτορες του. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. Αναφέρομαι στην καμπάνια που ξεσήκωσε ο Ιμπεριαλισμός των Γιάνκηδων και οι πράκτορες του σχετικά με την αναχώρηση του συντρόφου μας Ερνέστο Γκεβάρα. Πιστεύω πως πρέπει να αντιμετωπίσουμε στα ίσια αυτό το ζήτημα για να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Ο σύντροφος Ερνέστο Γκεβάρα και λίγοι επαναστάτες από αυτήν εδώ τη χώρα – και λίγοι επαναστάτες εκτός Κούβας – γνωρίζουν πότε έφυγε και τι κάνει όλη αυτήν την περίοδο. Οι ιμπεριαλιστές, ασφαλώς, ενδιαφέρονται πολύ στο να μάθουν όλες τις λεπτομέρειες για το που βρίσκεται, τι πράττει και πως. Προφανώς δεν γνωρίζουν, αλλά και αν γνωρίζουν το καλύπτουν πολύ καλά.

Αυτά είναι πράγματα, φυσικά, που ο χρόνος, όταν το επιτρέψουν οι περιστάσεις, θα ξεκαθαριστούν. Παρ’ όλα αυτά, εμείς οι επαναστάτες δεν χρειαζόμαστε καμία αποσαφήνιση. Ο εχθρός προσπαθεί να πιαστεί απ’ τις περιστάσεις ώστε να προσπαθήσει να συνωμοτήσει και να σπιλώσει. Ο σύντροφος Γκεβάρα έγινε μέλος του κινήματος μας όταν ήμασταν σε εξορία στο Μεξικό. Από την πρώτη μέρα είχε πάντα την ιδέα, ξεκάθαρα εκπεφρασμένη, πως όταν ο αγώνας στην Κούβα θα τελείωνε ο ίδιος θα είχε άλλα καθήκοντα να διεκπεραιώσει αλλού. Του είχαμε δώσει το λόγο μας πως κανένας κρατικός η εθνικός λόγος, καμία περίσταση, δεν θα μας έκανε να ζητήσουμε να παραμείνει στη χώρα αποτρέποντας τον απ’ το να εκπληρώσει την θέληση του. Και εκπληρώσαμε πλήρως και πιστά αυτή μας την υπόσχεση στον σύντροφο Γκεβάρα. Φυσικά, εάν ο σύντροφος Γκεβάρα επρόκειτο να φύγει απ’ τη χώρα, θα ήταν λογικό για τον ίδιο να το πράξει μυστικά. Θα ήταν λογικό να μετακινηθεί με τρόπο που να μην κινεί υποψίες. Είναι λογικό ότι δεν θα ενημέρωνε τους δημοσιογράφους. Είναι λογικό πως δεν θα συγκαλούσε συνεντεύξεις Τύπου. Είναι λογικό πως θα έπραττε ότι είχε σχεδιάσει με τον τρόπο που το έπραξε. Παρ’ όλα αυτά, πόσο προσπάθησαν να κεφαλαιοποιήσουν προς όφελος τους αυτήν την κατάσταση οι ιμπεριαλιστές και πόσο τα κατάφεραν!

Fidel Castro - Che Guevara 986Αυτός είναι ο λόγος που έφερα σήμερα μαζί μου ορισμένα έγγραφα. Μην ανησυχείτε πως θα διαβάσω όλα τα έγγραφα εδώ. Πρόκειται μόνο να σας αναγνώσω ορισμένα πράγματα. Επειδή εδώ έχω αυτά που οι ιμπεριαλιστικές και αστικές εφημερίδες έχουν γράψει αναφορικά με την περίπτωση του στρατηγού Γκεβάρα, τι έγραψαν οι εφημερίδες των ΗΠΑ, τα περιοδικά τους, τα πρακτορεία ειδήσεων, οι λατινοαμερικανικές αστικές εφημερίδες και τα έντυπα σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και πρόκειται να δούμε ποιός έπαιξε το ρόλο του βασικού εκπροσώπου της ιμπεριαλιστικής καμπάνιας της ίντριγκας και των σκευωριών κατά της Κούβας με αφορμή το θέμα του συντρόφου Γκεβάρα. Αρχικά, υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κατά τη διάρκεια των περασμένων δεκαετιών έχουν χρησιμοποιηθεί συνεχώς ενάντια στο επαναστατικό κίνημα. Και αν μου δώσετε λίγο χρόνο, πρόκειται να σας παρουσιάσω τα σημαντικότερα από αυτά. (Σύντομη παύση κατά την οποία ο Φιντέλ κοιτάει τα έγγραφα του και επιλέγει ένα απο αυτά).

Εδώ είναι μια ανταπόκριση του UPI (σ.σ: πρακτορείο ειδήσεων United Press International) με ημερομηνία 6 Δεκέμβρη 1965: “Ο Ερνέστο Γκεβάρα δολοφονήθηκε απ’ τον κουβανό πρωθυπουργό Φιντέλ Κάστρο έπειτα από εντολή της ΕΣΣΔ, ανακοίνωσε ο Φελίπε Αλμπαγκουάντε, επικεφαλής των μεξικανών τροτσκιστών σε δήλωσε του στην El Universal”. Σημειώνει δε πως ο Τσε εξολοθρεύτηκε για την εμμονή του να θέσει την Κούβα στην κινεζική γραμμή επιρροής. Αυτό, φυσικά, ήλθε την ίδια στιγμή που τροτσκιστικά στοιχεία ξεκίνησαν μια καμπάνια σε πολλά μέρη.

Όπως και πριν, με ημερομηνία 22 Οκτώβρη 1965, στην εβδομαδιαία εφημερίδα Marcha δημοσιεύθηκε άρθρο του γνωστού τροτσκιστή θεωρητικού Αδόλφο Γκιλ που αναφέρει ότι ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα λόγω διαφορών με τον Φιντέλ αναφορικά με την Σινο-Σοβιετική διαμάχη κι πως ο Τσε δεν ήταν διατεθειμένος να επιβάλει την άποψη του στην ηγεσία. Ο ίδιος υποστήριζε πως ο Τσε πρότεινε την διάδοση της επανάστασης στο υπόλοιπο της Λατινικής Αμερικής, σε αντίθεση με την σοβιετική γραμμή. Γράφει (ο Γκιλ) πως η κουβανική ηγεσία είναι χωρισμένη σε μια συντηρητική πτέρυγα παλαιών αρχηγών του παρελθόντος, των οπαδών του Τσε, τον Φιντέλ και την ομάδα του. Γράφει πως ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα επειδή ο Τσε δεν είχε τα μέσα προκειμένου να εκφραστεί δημόσια και πως ο Φιντέλ φοβόταν να αντιμετωπίσει το λαό και να εξηγήσει την περίπτωση του Τσε.

Στις 31 Οκτώβρη 1965, ο ίδιος αυτός τροτσκιστής θεωρητικός, ως ανταποκριτής της ιταλικής εφημερίδας Nuovo Mondo, γράφει ένα άρθρο όπου αποκαλεί την κουβανική ηγεσία ως “φιλοσοβιετική” και κατηγορεί τον Φιντέλ πως δεν έχει εξηγήσει πολιτικά τι συνέβη στον Τσε. Γράφει πως ο Στρατηγός Γκεβάρα ηττήθηκε από την ομάδα του Κάστρο. Κριτικάρει τον Τσε διότι δεν αγωνίστηκε προκειμένου να επιβάλει την άποψη του και συμπεραίνει πως το κουβανικό κράτος, παραλυμένο απ’ την ίδια του την πολιτική, δεν υποστήριξε ανοιχτά τη δομινικανή επανάσταση.

Στην έκδοση του Οκτώβρη 1965, η ισπανική τροτσκιστική εφημερίδα Batalla ανακοινώνει: “Το μυστήριο που καλύπτει την υπόθεση του Τσε Γκεβάρα πρέπει να ξεκαθαριστεί. Φίλοι του Τσε υποθέτουν ότι το γράμμα που διαβάστηκε από τον Κάστρο είναι πλαστό και ρωτούν αν η κουβανική ηγεσία προσανατολίζεται σε συμβιβασμό με την γραφειοκρατεία του Κρεμλίνου”. Περίπου την ίδια περίοδο, το επίσημο όργανο των τροτσκιστών της Αργεντινής εκδίδει άρθρο στο οποίο αφήνει υπόνοιες πως ο Τσε είναι νεκρός ή κρατείται φυλακισμένος στην Κούβα. Γράφει: “Ξεκίνησε κόντρα με τον Φιντέλ Κάστρο αναφορικά με τη λειτουργία των εργατικών ενώσεων και την οργάνωση του στρατού”. Προσθέτει πως ο Τσε ήταν αντίθετος στη δημιουργία Κεντρικής Επιτροπής με τους εκλεκτούς του Κάστρο, ιδιαίτερα με στρατιωτικούς που υποστήριζαν τους σκληροπυρηνικούς της Μόσχας.

Παρ’ όλα αυτά, ένα απ’ τα πιο άθλια άρθρα, το πιο απαίσιο, το πιο απρεπές, είναι αυτό που γράφτηκε απ’ τον ηγέτη του πολιτικού γραφείου της 4ης Διεθνούς στη Λατινική Αμερική, και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Lucha Operaria της Ιταλίας. Από αυτό το μεγάλο άρθρο θα σας διαβάσω μόνο τρείς παραγράφους. Ξεκινάει λέγοντας: “Μια παράμετρος της χειροτέρευσης της διεθνούς κρίσης της γραφειοκρατίας είναι η απέλαση του Γκεβάρα. Ο Γκεβάρα απελάθηκε τώρα, όχι οκτώ μήνες πριν. Η συζήτηση με τον Γκεβάρα έχει διαρκέσει οκτώ μήνες. Αυτοί οι μήνες δεν πέρασαν πίνοντας καφέ. Πάλεψαν σκληρά και ίσως υπάρχουν νεκροί, ίσως ξηγήθηκαν με πιστόλια. Δε μπορούμε να πούμε εάν σκότωσαν ή οχι τον Γκεβάρα, αλλά έχουμε το δικαίωμα να υποθέτουμε πως τον σκότωσαν. Γιατί δεν έχει εμφανιστεί ο Γκεβάρα; Δεν τον έχουν παρουσιάσει στην Αβάνα με τον φόβο των επιπτώσεων, για την αντίδραση του πληθυσμού – αλλά στο κάτω κάτω, κρύβοντας τον προκαλούν το ίδιο αποτέλεσμα. Ο κόσμος λέει, “γιατί ο Γκεβάρα δεν εμφανίζεται;” Δεν πρόκειται για πολιτική κατηγορία. Τον επαινούν πολιτικά. Γιατί δεν έχουν παρουσιάσει τον Γκεβάρα; Γιατί δεν έχει μιλήσει; Πως είναι δυνατόν ένας απ’ τους ιδρυτές του κουβανικού εργατικού κράτους, ο οποίος μέχρι πριν από λίγο καιρό γυρνούσε τον κόσμο στο όνομα αυτού του κράτους, απροσδόκητα να λέει: “Βαρέθηκα με την κουβανική επανάσταση. Πάω να δημιουργήσω επανάσταση κάπου αλλού”. Κάπου αλλού, και δεν λένε που έχει πάει, και δεν εμφανίζεται. Εάν δεν υπάρχουν διαφορές, γιατί δεν εμφανίζεται; Ολόκληρος ο κουβανικός λαός αντιλαμβάνεται πως υπάρχει μια τεράστια μάχη και αυτή η μάχη δεν έχει τελειώσει. Ο Γκεβάρα δεν ήταν μόνος και δεν είναι μόνος. Εάν λάβουν αυτά τα μέρα ενάντια στο Γκεβάρα, είναι εξαιτίας της μεγάλης υποστήριξης που έχει. Λίγο καιρό πριν η κουβανική κυβέρνηση δημοσίευσε μια πολύ αυστηρή οδηγία σύμφωνα με την οποία καθίσταται αναγκαία η επιστροφή όλων των όπλων και οπλικών συστημάτων στο κράτος. Σε αυτή τη φάση η κατάσταση ήταν κάπως συγκεχυμένη. Τώρα είναι ξεκάθαρο γιατί εκδόθηκε η οδηγία αυτή. Ήταν ενάντια στους παρτιζάνους του Γκεβάρα. Φοβούνται κάποια εξέγερση”. Ορίστε και μια άλλη παράγραφος: “Γιατί έχουν σωπάσει το Γκεβάρα; Η 4η Διεθνής οφείλει να ξεκινήσει δημόσια καμπάνια γι’ αυτό το θέμα, ζητώντας την εμφάνιση του Γκεβάρα, το δικαίωμα του Γκεβάρα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εκφράζεται ελεύθερα, να ζητήσει απ’ το λαό να μην εμπιστεύεται τα μέτρα που παίρνει το κουβανικό κράτος επειδή πρόκειται για γραφειοκρατικά μέτρα, ίσως εκδιδόμενα από δολοφόνους. Έχουν εξοντώσει το Γκεβάρα για να σταματήσει τον αγώνα του”. […] Στην συνέχεια γράφει: “Αυτό αποδεικνύει όχι μόνο τη δύναμη του Γκεβάρα, ή μιας ομάδας φιλικά προσκείμενης προς τον ίδιο στην Κούβα, αλλά την ωριμότητα των συνθηκών στα υπόλοιπα εργατικά κράτη για την καρποφορία αυτών των θέσεων μέσα σε λίγο χρόνο. Η γραφειοκρατία δεν εξαπατάται με μέσα αυτού του τύπου. Η εξολόθρευση του Γκεβάρα σημαίνει για τη γραφειοκρατία την προσπάθεια αποψίλωσης μιας βάσης πιθανών επαναστατικών τάσεων που συνεχίζουν να αναπτύσσουν την παγκόσμια επανάσταση. Αυτή είναι η βάση για την εξολόθρευση του Γκεβάρα. Και όχι μόνο είναι κίνδυνος για την Κούβα, αλλά ασκεί επιρροή και στις υπόλοιπες επαναστάσεις της Λατινικής Αμερικής. Η Γουατεμάλα είναι στο πλευρό της Κούβας – είναι στο πλευρό της με το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Παρά την ισχύ και τους λόγους του σπουδαιότερου ηγέτη της, του Φιντέλ Κάστρο, δεν έχει καταφέρει να αποσοβήσει τη μετατροπή του Κινήματος της 13ης Νοέμβρη σε επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα που παλεύει κατευθείαν για τον Σοσιαλισμό”.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι αυτός ο κύριος, ένας ηγέτης της 4ης Διεθνούς, αναφέρει εδώ με αλαζονεία την περίπτωση της Γουατεμάλας και του Κινήματος της 13ης Νοέμβρη. Επειδή, ακριβώς σε σχέση με αυτό το κίνημα, ο ιμπεριαλισμός των Γιάνκηδων έχει χρησιμοποιήσει μια απ’ τις πλέον ευφυείς τακτικές για να αποδομήσει ένα επαναστατικό κίνημα, όπως με τη διείσδυση πρακτόρων της 4ης Διεθνούς οι οποίοι, από άγνοια – πολιτική άγνοια – έκαναν τον βασικό πολιτικό αρχηγό (σ.σ: εννοεί του Κινήματος 13ης Νοέμβρη) να υιοθετήσει αυτές τις ψευδεπίγραφες, αντι-ιστορικές απόψεις που χωρίς αμφιβολία υπηρετούν τον Ιμπεριαλισμό, όπως κάνει και το πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς. […] Κάνοντας το αυτό, η 4η Διεθνής διέπραξε ένα αληθινό έγκλημα κατά του επαναστατικού κινήματος απομονώνοντας το απ’ τον υπόλοιπο λαό, από τις μάζες, ιδιαίτερα όταν το εμποτίζει με ανοησίες, με ψευτιές και με το απεχθές πράγμα που ο Τροτσκισμός σήμερα παριστάνει στο πολιτικό στερέωμα. Παρόλο που κάποια στιγμή ο Τροτσκισμός εκπροσωπούσε μια λανθασμένη θέση, αλλά μια θέση στο πεδίο των πολιτικών ιδεών, έγινε στα επόμενα χρόνια ένα χυδαίο όργανο του Ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης. Αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτονται αυτοί οι κύριοι».

Με τον παραπάνω λόγο του, ο Φιντέλ Κάστρο απαντούσε σε όλους σε εκείνους που έπαιζαν το ρόλο του ιμπεριαλιστικού “δούρειου ίππου” στο επαναστατικό κίνημα, που μέχρι και σήμερα κάνουν λόγο για εξαναγκασμό του Τσε Γκεβάρα να φύγει απ’ την Κούβα, να εξαφανιστεί απ’ το πολιτικό προσκήνιο. Η ίδια η αλληλογραφία του Τσε – το τελευταίο γράμμα στον Φιντέλ αλλά και τα γράμματα που του είχε στείλει από το Κονγκό – αποδεικνύουν ότι οι δύο άνδρες διατηρούσαν πάντοτε μια αμοιβαία φιλία, στη βάση της συντροφικότητας και του σεβασμού.

ramonet-100 hours with fidelΑρκετές δεκαετίες αργότερα, μιλώντας στον Ιγνάσιο Ραμονέ για το βιβλίο «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ», ο Φιντέλ μιλά για την εποχή εκείνη της αναχώρησης του Γκεβάρα απ’ το νησί.

Ρωτά ο Ραμονέ: Ο διεθνής τύπος έλεγε ότι υπήρχε ρήξη ανάμεσα στους δυο σας, σοβαρές πολιτικές διαφωνίες, έλεγαν ότι τον είχαν φυλακίσει εδώ, ακόμα και ότι τον είχαν σκοτώσει…

Φιντέλ: Ανεχτήκαμε σιωπηλά εκείνον τον σωρό των φημών και των μηχανορραφιών. Όμως αυτός, φεύγοντας στα τέλη Μαρτίου του 1965, μου είχε γράψει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. […] Και στο μεταξύ αυτή η μηχανορραφία να προχωράει, ο εχθρός να σπέρνει ζιζάνια και αμφιβολίες ότι ο Τσε Γκεβάρα είχε “εκκαθαριστεί”, όχι είχαν σημειωθεί διαφωνίες…

Ραμονέ: Υπήρχε μια ολόκληρη εκστρατεία φημολογιών.

Φιντέλ: Ο Τσε μου γράφει αυτό το γράμμα (σ.σ: αυτό που ο Κάστρο διάβασε δημόσια τον Οκτώβρη του 1965 κατά την συγκρότηση της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας) αυθόρμητα, νομίζω μάλιστα και με μεγάλη ειλικρίνεια: “Μετανιώνω που δεν πίστεψα αρκετά σε σένα…” και μιλάει για την κρίση του Οκτωβρίου και άλλα πράγματα. Νομίζω ότι δεν πίστευε σε κανέναν, γιατί ήταν αυστηρός απέναντι στους πολιτικούς, είχε υποφέρει… […] Από την Αφρική, πάει στην Τσεχοσλοβακία, στην Πράγα το Μάρτιο του 1966 – μια περίπλοκη κατάσταση, βρίσκεται εκεί, πράγματι, κρυφά. Δεν του περνούσε απ’ το μυαλό, από την στιγμή που είχε αποχαιρετήσει να γυρίσει εδώ. Αλλά τα στελέχη για τη Βολιβία είχαν ήδη επιλεγεί… Τότε είναι που του γράφω ένα γράμμα όπου του μιλάω λογικά, κάνω έκκληση στην αίσθηση καθήκοντος και στον ορθολογισμό του.

Ραμονέ: Για να γυρίσει στην Κούβα;

Φιντέλ: Ναι, αυτό το γράμμα νομίζω ότι έχει δημοσιευτεί, η οικογένεια του δημοσίευσε αυτό το γράμμα. Τον πείθω να γυρίσει, του λέω ότι είναι το πιο βολικό γι’ αυτό που ήθελε να κάνει. “Απο κει είναι αδύνατον να το κάνεις αυτό. Πρέπει να έρθεις”. Δεν του λέω “πρέπει” ως διαταγή να έρθει, τον πείθω, του λέω ότι το καθήκον του είναι να γυρίσει, να παραβλέψει τα πάντα και να τελειώσει την προετοιμασία για την υπόθεση της Βολιβίας. Και γυρίζει κρυφά. Κανείς δεν το γνώρισε πουθενά. Ούτε στη διάρκεια του ταξιδιού. Γύρισε εδώ τον Ιούλιο του 1966.

Che and Fidel - companeros 24Επιμέλεια-Μετάφραση: Ν.Μόττας/Guevaristas. Πηγές: Castro Speech Database, Latin American Network Information & Ιγνάσιο Ραμονέ, «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ», Εκδ. Πατάκης, 2007.

Βιβλιοκριτική: Fidel & Che: A Revolutionary Friendship (Simon Reid-Henry)

Fidel Che Revolutionary Friendship book coverΚριτική του βιβλίου “Fidel & Che: A Revolutionary Friendshipτου Σάιμον Ρέϊντ-Χένρι, Sceptre, 2009. Εμπεριέχει στοιχεία και από το βιβλίο της Helen Yaffe, “Che Guevara: The Economics of Revolution” (Palgrave).

Του Ρίτσαρντ Γκοτ*.

Οι Επαναστάσεις πάντα αναδείκνυαν ενδιαφέροντες ηγέτες. Εντυπωσιακές μορφές προέκυψαν στη Γαλλία στα 1790: Ροβεσπιέρος, Νταντόν, Σεντ Ζυστ, Ναπολέων – ένα καταπληκτικό σύνολο ταλέντου. Στη Ρωσική Επανάσταση κυριάρχησε ένας γαλαξίας πρωτοτυπίας και πρωτοβουλίας: Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν, Μπουχάριν. Η Δημοκρατική πολιτική ιστορία, σε οποιαδήποτε δεκαετία, απεναντίας, έχει συγκριτικά να προσφέρει ελάχιστα τέτοια παραδείγματα. Οι αριστεροί ιστορικοί ήταν κάποτε εχθρικοί στην ιδέα ότι το παρελθόν ήταν γεμάτο από “σπουδαίες προσωπικότητες” (που συνήθως είναι άνδρες), αν και πρόσφατα οι ομοϊδεάτες του Ντέιβιντ Στάρκλεϊ έχουν αναβιώσει αυτήν την συντηρητική άποψη με κάποια εμπορική επιτυχία. Παρ’ ότι παραμένει αληθές ότι οι επαναστάσεις είναι γεναιόδωρες στην παραγωγή επαναστατών – όταν κάποιος πεθαίνει υπάρχει πάντα κάποιος να πάρει τη θέση του – πρέπει να έχεις ιδιαίτερη έλλειψη ρομαντισμού ώστε να μην αναγνωρίσεις πως η Ιστορία θα είχε διαφορετική γεύση εάν, ας πούμε, ο Φιντέλ Κάστρο και ο Τσε Γκεβάρα είχαν πεθάνει και οι δύο στα κουβανικά παράλια το Δεκέμβρη του 1956, όταν προσάραξαν με το πλοιάριο Γκράνμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στην πτώση του Μπατίστα συνέβαλλε η κατάρρευση της τιμής της ζάχαρης, αλλά η Κούβα, ως παγκόσμιο φαινόμενο, δεν θα είχε ποτέ την λαμπερή της λάμψη χωρίς τα φωτογενή και χαρισματικά χαρακτηριστικά των πρώτων αρχηγών της Επανάστασης.

Εισερχόμενος σε γνωστά μονοπάτια, ο Σάϊμον Ρέϊντ-Χένρι είχε την φαεινή ιδέα να γράψει μια διπλή βιογραφία των δύο αυτών ανδρών (Φιντέλ και Τσε) κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που ήταν μαζί. Είναι μια τόσο έξυπνη και προφανής σκέψη που αποτελεί έκπληξη πως κανένας δεν το είχε επιχειρήσει στο παρελθόν. Το έκανε ο Μπέρτραμ Γούλφ με το βιβλίο “Οι Τρείς που έκαναν την Επανάσταση”, δημοσιευθέν το 1948, ένας καθηλωτικός απολογισμός της Ρωσικής Επανάστασης μέσα από τις δραστηριότητες των Λένιν, Τρότσκι και Στάλιν, αλλά κανένας δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο με το παράδειγμα των Κάστρο και Γκεβάρα. Το αποτέλεσμα είναι μια πειστική ρεβιζιονιστική ερμηνεία της Κουβανικής Επανάστασης, που είναι και ακαδημαϊκή και προσιτή (στο πλατύ κοινό). Βασιζόμενος στις γνώσεις του πάνω στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, καθως και την κατάθεση επιπλέον υλικού απο διάφορα αρχεία, ο Ρεϊντ-Χένρι εισέρχεται θαραλλέα στο μυαλό των δύο πρωταγωνιστών με υψηλό βαθμό αληθοφάνειας.

Ο Κάστρο παρέμεινε αβέβαιος για το αν πράγματι αντιλήφθηκε, ή ενέκρινε, την οικονομική στρατηγική του Τσε στο υπουργείο βιομηχανίας και η οποία αμφισβητήθηκε αρκετά από άλλα κυβερνητικά ιδρύματα με οικονομικές αρμοδιότητες. Τα ζητήματα που αναδείχθηκαν, γνωστά ορισμένες φορές ως “Η Μεγάλη Συζήτηση”, αφορούσαν αρκετά διαφορετικού είδους θέματα: η σχετική σημασία που δόθηκε στην εκβιομηχάνιση αντί της αγροτικής παραγωγής, το ερώτημα των ηθικών αντί υλικών κινήτρων και η καταλληλότητα του εισαγόμενου σοβιετικού οικονομικού μοντέλου.

Ένας πλήρης απολογισμός αυτής της σημαντικής αλλά δυσνόητης ιδεολογικής διαπάλης περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Έλεν Γιάφε, Che Guevara: The Economics of Revolution (Palgrave Macmillan, 2009). Ένα μεχρί σήμερα άγνωστο πεδίο έρευνας, βασιζόμενο σε ευρεία έρευνα στα αρχεία αλλα και συνεντεύξεις με δεκάδες ζώντες συνεργάτες του Γκεβάρα, αποτελεί πραγματικά πρωτογενή συμβολή στη γνώση μας για τις εσωτερικές διαδικασίες της Κουβανικής Επανάστασης. Ο Γκεβάρα αντιλήφθηκε το σοβιετικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, που αναμφίβολα ήταν χρήσιμο τη δεκαετία του 1920 όταν και πρωτοεφαρμόστηκε, ως ασύμβατο για τη δεκαετία του 1960. Ενδιαφέρονταν περισσότερο για την (λογιστική, οικονομικοτεχνική) οργάνωση των σύγχρονων αμερικανικών καπιταλιστικών συστημάτων, από τα οποία η Κούβα είχε ήδη μια εμπειρία σε αντίθεση με την Σοβιετική Ένωση. Εάν το μέλλον του σοσιαλισμού είναι συνδεδεμένο με τον κρατικό καπιταλισμό, υποστήριζε ο Γκεβάρα, τότε ίσως μπορούμε να μάθουμε περισσότερα από την Αμερική παρά απ’ τη Ρωσία…

Ο Φιντέλ και ο Τσε τα πήγαιναν καλά μαζί, είχαν την ίδια αντίληψη σε πολλά σημαντικά ζητήματα, τα διαφορετικά ταλέντα τους συμπλήρωναν το ένα τ’ άλλο. Ήταν πολλοί διαφορετικοί. Στο βιβλίο της Γιάφε παρουσιάζεται μια ανέκδοτη μέχρι πρότινος πτυχή της σχέσης τους. Τον Οκτώβρη 1961, ο Τσε σημείωσε την “καταπληκτική ικανότητα” του Φιντέλ να πλησιάζει τον κόσμο και να δημιουργεί απευθείας επαφή με τις μάζες. Σε αντίθεση με αυτό, είπε ο Τσε σε μια συνάντηση στο υπουργείο βιομηχανίας, “δε γνωρίζω ούτε ένα καμπαρέ, σινεμά η παραλία… πρακτικά δεν έχω βρεθεί σε οικογενειακό σπίτι στην Αβάνα, δεν γνωρίζω πως ζούν οι κουβανοί, γνωρίζω μόνο στατιστική, αριθμούς ή προϋπολογισμούς…”. Η αυστηρή λιτότητα της επαναστατικής εμφάνισης και καθημερινής πρακτικής του Τσε τον τοποθετεί κοντύτερα στο Ροβεσπιέρο παρά στο Νταντόν.

Το βιβλίο του Ρεϊντ-Χένρι περιγράφει την ιστορία περισσότερο συνοπτικά από τα περισσότερα γιγαντιαία βιβλία-βιογραφίες που έχουν δημοσιευθεί για τον Φιντέλ και τον Τσε. Έχει όμως τις αδυναμίες του. Ακολουθεί προηγηθείσες ιστορίες δίνοντας βάση στην πρώϊμη περίοδο του ανταρτοπολέμου (παίρνει 200 σελίδες, το μισό βιβλίο, για να φτάσει στο 1959) και έπειτα είναι υποχρεωμένος να περάσει τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, που είναι ενδιαφέροντα και ταραχώδη, με σχετική βιασύνη. Γράφει με την ψυχολογική ματιά ενός μυθιστοριογράφου, αν και κάποιος θα μπορούσε να δυσανασχετήσει με τα μωβ κείμενα όπου αφήνει την φαντασία του να τρέψει πέρα απ’ τα υπάρχοντα στοιχεία. Είναι συχνά απρόσεκτος με τις ημερομηνίες και υπεροπτικός όταν συστήνει, ή σε άλλες περιπτώσεις αγνοεί επιδεικτικά, κάποιους εξέχουσας σημασίας ιστορικούς χαρακτήρες.

Με την σημερινή οπτική και προοπτική, ο συγγραφέας λίγο έως πολύ υποβιβάζει το ρόλο του αδελφού του Φιντέλ, του τωρινού προέδρου της Κούβας. Ο Ραούλ Κάστρο, χωρίς τα χαρίσματα του αδελφού του, ήταν πάντοτε ηγετικό στέλεχος, κυρίως δε με την στενή στρατιωτική συνεργασία που ανέπτυξε με την Σοβιετική Ένωση επί τριάντα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν συγκέντρωσε τα φώτα επάνω του και παραμένει “σκιώδης” σε αυτό το βιβλίο, όπως και σε προηγηθήσες βιογραφίες του αδελφού του και του Γκεβάρα. Για ένα βιβλίο σχετικό με την Κούβα ο τίτλος “Οι Τρείς που έκαναν την Επανάσταση” θα ήταν επίσης ένας καλός τίτλος.

 * Το κείμενο του Ρ.Γκοτ γράφτηκε για το London Review of Books αλλά δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. O Γκοτ (γεν.1938) είναι βρετανός δημοσιογράφος και ιστορικός. Μετάφραση – Επιμέλεια: Ν.Μόττας / Guevaristas.

Φιντέλ Κάστρο: Πως έγινα Κομμουνιστής

Fidel Castro Ruiz 1Το παρακάτω κείμενο είναι σύνθεση απαντήσεων που έδωσε ο Φιντέλ Κάστρο σε ερωτήσεις φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κονσεψιόν, στην Χιλή, στις 18 Νοέμβρη 1971. Το παραθέτουμε ως ενδιαφέρουσα – και διδακτική – μαρτυρία ενός ηγέτη που σημάδεψε όχι μόνο την Κουβανική και Παγκόσμια Ιστορία του 20ου αιώνα αλλά και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προσωπικά, μέσω της άρρηκτης φιλίας και συντροφικότητας που για 11 χρόνια συνέδεσε τους δύο άντρες.

Ήμουν γιός ενός γαιοκτήμονα – αυτό ήταν ένας λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Μορφώθηκα σε θρησκευτικά σχολεία όπου πήγαιναν τα παιδιά των πλουσίων – ένας ακόμα λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Ζούσα στην Κούβα, όπου όλες οι ταινίες, οι εκδόσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν “Made in USA” – ένας τρίτος λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Σπούδασα σ’ ένα πανεπιστήμιο όπου απο 15.000 φοιτητές, μόνο τριάντα ήταν αντιιμπεριαλιστές κι εγώ ήμουν ένας απο εκείνους τους τριάντα στο τέλος. Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, μπήκα ως γιος γαιοκτήμονα – και για να κάνουμε τα πράγματα χειρότερα, ήμουν πολιτικά αγράμματος!

… Και κάτι άλλο. Κανένα κομματικό μέλος, κανένας κομμουνιστής, κανένας σοσιαλιστής ή εξτρεμιστής δε με πήρε με το μέρος του να με κατηχήσει. Όχι. Μου έδωσαν ένα μεγάλο, βαρύ, διαβολεμένο, πληχτικό και ανυπόφορο διδακτικό βιβλίο που προσπαθούσε να εξηγήσει την πολιτική οικονομία από αστική άποψη – αυτό το πράγμα το έλαγαν πολιτική οικονομία!

Κι’ αυτό το ανυπόφορο βιβλίο παρουσίαζει τις κρίσεις της υπερπαραγωγής και άλλα τέτοια προβλήματα σαν τα πιο φυσικά στον κόσμο. Εξηγούσε πως στη Βρετανία, όταν υπήρχε αφθονία κάρβουνου, υπήρχαν εργάτες που δεν είχαν καθόλου, γιατί σύμφωνα με τους αδυσώπητους φυσικούς και αμετάβλητους νόμους της ιστορίας, της κοινωνίας και της φύσης, παρουσιάζονται αναπόφευκτα κρίσεις υπερπαραγωγής και όταν παρουσιάζονται, φέρνουν ανεργία και πείνα. Δηλαδή, όταν υπάρχει πολύ κάρβουνο, οι εργάτες κρυώνουν και πεινούν!

Έτσι εκείνος ο γιός του γαιοκτήμονα, που είχε μορφωθεί σε αστικά σχολεία και σύμφωνα με την αμερικανική προπαγάνδα, άρχισε να σκέπτεται ότι κάτι έφταιγε σ’ αυτό το σύστημα, κάτι δεν έβγαζε νόημα…

Σαν γιός ενός φτωχού ανθρώπου που αργότερα έγινε μεγάλος γαιοκτήμονας, είχα τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ζω στην εξοχή, με τους χωρικούς, με τους φτωχούς, που ήταν όλοι φίλοι μου. Αν ήμουν εγγονός γαιοκτήμονα, είναι πολύ πιθανό ότι ο πατέρας μου θα με είχε φέρει να ζήσω στην πρωτεύουσα, σε κάποια υπεραριστοκρατική συνοικία κι εκείνοι οι θετικοί παράγοντες που διέθετα, δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν λόγω της επιρροής του περιβάλλοντος. Ο εγωϊσμός και άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι, θα είχαν επικρατήσει.

Ευτυχώς, τα σχολεία στα οποία σπούδασα, ανέπτυξαν μερικούς απο τους θετικούς παράγοντες. Ένας ορισμένος ιδεαλιστικός ορθολογισμός, μια ορισμένη έννοια του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, κι’ ένα ορισμένο πνεύμα εξεγερτικότητας ενάντια στις επιβολές και την καταπίεση, με οδήγησαν σε μια ανάλυση της ανθρώπινης κοινωνίας και με μετέτρεψαν σε αυτό που αντιλήφθηκα αργότερα πως ήταν ουτοπικός κομμουνιστής. Εκείνο το διάστημα, δεν είχα ακόμα την καλή τύχη να γνωρίσω έναν κομμουνιστή ή να διαβάσω κάποιο κομμουνιστικό ντοκουμέντο.

Λοιπόν, μια μέρα, έπεσε στα χέρια μου ένα αντίγραφο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου – του ξακουστού Κομμουνιστικού Μανιφέστου! – και διάβασα μερικά πράγματα που δεν ξέχασα ποτέ… Τι φράσεις, τι αλήθειες! Και βλέπαμε εκείνα τα πράγματα κάθε μέρα! Ένιωθα σαν μικρό ζώο που γεννήθηκε σ’ ένα δάσος το οποίο δεν καταλάβαινε. Τότε, εντελώς ξαφνικά, βρίσκει ένα χάρτη εκείνου του δάσους – μια περιγραφή, μια γεωγραφία εκείνου του δάσους και όλων μέσα σ’αυτό. Τότε ήταν που βρήκα τον προσανατολισμό μου. Ρίξτε μια ματιά τώρα και δείτε αν οι ιδέες του Μαρξ δεν ήταν δίκαιες, σωστές κι εμπνευσμένες. Αν δεν είχαμε βαδίσει τον αγώνα μας σ’αυτές, δεν θα ήμασταν εδώ τώρα! Δεν θα ήμασταν εδώ!

Λοιπόν, ήμουν κομμουνιστής; Όχι. Ήμουν ένας άνθρωπος που ήταν αρκετά τυχερός να ανακαλύψει μια πολιτική θεωρία, ένας άνθρωπος που πιάστηκε στη δίνη της πολιτικής κρίσης της Κούβας πολύ καιρό πριν γίνει ολοκληρωμένος κομμουνιστής. Συνέχισα να εξελίσσομαι. Έπειτα, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό πιο χειροπιαστά απ’ ότι τον είχα γνωρίσει από το βιβλίο του Λένιν. Τον γνώρισα στην Κούβα, σε απόσταση μόνο 150 χιλιομέτρων από αυτόν. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό – τον χειρότερο και πιο επιθετικό απ’ όλους… Και πιστεύω ότι η ζωή μου έδωσε μια καλύτερη κατανόηση της πραγματικότητας.

Μ’ έκανε περισσότερο επανάστατη, περισσότερο σοσιαλιστή, περισσότερο κομμουνιστή.

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Επαναστατική Κούβα» του Τέρενς Κάνον, Εκδόσεις Χοσέ Μαρτί, 1987.

Η συνέντευξη του Τσε Γκεβάρα στην εκπομπή «Issues and Answers» του ABC (1964)

Lisa Howard-Che GuevaraΗ πρώτη συνέντευξη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην αμερικανική τηλεόραση δώθηκε στην εκπομπή «Issues and Answers» του τηλεοπτικού δικτύου ABC. Η ανταποκρίτρια Λίζα Χάουαρντ (Lisa Howard) ταξίδεψε στην Αβάνα την άνοιξη του 1964 όπου συνάντησε τον τότε υπουργό βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας. Παρακάτω παρατίθεται, μεταφρασμένα στα ελληνικά, τα πρακτικά της συνέντευξης, με τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις όπως ακριβώς δώθηκαν στη δημοσιότητα απ’ το τηλεοπτικό δίκτυο.

22 Μαρτίου 1964.

Ερώτηση: Πόσο σοβαρά επηρεάζει την κουβανική οικονομία ο αποκλεισμός (εμπάργκο) των ΗΠΑ;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Δε μπορώ να σας δώσω συγκεκριμένη εικόνα των επιπτώσεων που ο οικονομικός αποκλεισμός έχει επιφέρει στην Κούβα και, είτε το πιστεύετε η όχι, το εμπάργκο έχει και καλές και αρνητικές επιπτώσεις. Στις καλές [επιπτώσεις] είναι η ανάπτυξη της εθνικής επίγνωσης και του αγωνιστικού πνεύματος του κουβανικού λαού σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει το γεγονός ότι [στο παρελθόν] κάθε μηχάνημα στην Κούβα ήταν κατασκευασμένο στις ΗΠΑ και πως το νησί είχε καταστεί σκουπιδότοπος μεταχειρισμένων αμερικανικών μηχανημάτων, με το αζημίωτο, κάτι που έχει διακοπεί τώρα. Αν το αναλογιστείτε αυτό μπορείτε να καταλάβετε τι έχει επιφέρει το εμπάργκο και την προσπάθεια που απαιτείται για να το αντιμετωπίσουμε. Δε μπορώ να σας δώσω στατιστικά στοιχεία. Δεν τα γνωρίζω. Αλλά ασφαλώς ο αποκλεισμός έχει επιφέρει σοβαρές δυσκολίες. Την ίδια όμως στιγμή, έχει αποτελέσει ένα καλό μάθημα για μας. Μας έμαθε πως να διαχειριστούμε την οικονομία μας στο μέλλον.

Ερώτηση: Η Ρωσία ενισχύει με μεγάλα χρηματικά ποσά στην κουβανική οικονομία κάθε μέρα. Τι θα συνέβαινε στην οικονομία του νησιού εάν αυτή η βοήθεια σταματούσε ξαφνικά;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αυτές οι δηλώσεις περί “καθημερινής” οικονομικής βοήθειας είναι, πιστεύω, χαρακτηριστικό του αμερικανικού τρόπου σκέψης και του πως αντιλαμβάνεστε την έννοια της επένδυσης. Θα μπορούσε, πράγματι, να αντικατοπτρίζει περίπου του πως αντιλαμβάνονται οι αμερικανοί την “οικονομική βοήθεια”. Η αμερικανική βοήθεια στις χώρες της Νότιας Αμερικής τελικώς στράφηκε ενάντια στα κράτη που λάμβαναν τη βοήθεια αυτήν. Στην δική μας περίπτωση έχει υπάρξει αυτό που θα αποκαλούσαμε “οικονομική βοήθεια”, όπως η διαγραφή συγκεκριμένων εμπορικών χρεών, η χορήγηση μακροπρόθεσμων δανείων, σε μια καθαρά εμπορική βάση. Όσο για τα υπόλοιπα, έχουμε την φυσιολογική, φυσική εμπορική σχέση μεταξύ δύο χωρών. Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον ο κύριος πελάτης εισαγωγών-εξαγωγών της Κούβας. Είναι η Σοβιετική Ένωση. Τώρα εάν, με την ερώτηση σας, θέλετε να σας πω τι θα συνέβαινε εάν η σοβιετική οικονομική βοήθεια σταματούσε, τότε μπορώ να σας απαντήσω πως η ζωή της χώρας θα παρέλυε επειδή, για παράδειγμα, το πετρέλαιο μας, όλο το πετρέλαιο που έχουμε, σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια τόνοι, εισάγονται απ’ την Σοβιετική Ένωση – αλλά αυτό δεν συνιστά βοήθεια. Αποτελεί εμπορική σχέση ανταλλαγής στη βάση της πλήρους ισότητας και πληρώνουμε γι’ αυτήν με ζάχαρη και άλλα προϊόντα.

Ερώτηση: Θα κάνατε μια εκτίμηση για το πόσο επιτυχημένος έχει αποδειχθεί ο οικονομικός αποκλεισμός εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Νομίζω ότι σχεδόν με καλείτε να διαρρεύσω απόρρητες πληροφορίες. Έχουμε αναγνωρίσει την σημασία του οικονομικού αποκλεισμού, αλλά έχουμε επίσης δηλώσει πως το εμπάργκο δεν πρόκειται να μας εμποδίσει να αναπτυχθούμε. Κυρίως όμως είναι δύσκολο να είμαι σαφής αναφορικά με αυτό και ούτε είναι σωστό. Σε τελική ανάλυση, ασχέτως των καλών σας προθέσεων, είμαστε ακόμη εχθροί. Και ο εχθρός πρέπει να γνωρίζει μόνο γενικά πράγματα αναφορικά με την άλλη πλευρά.

Ερώτηση: Η Κούβα αγόρασε πρόσφατα λεοφωρεία από το Λονδίνο. Διαπραγματεύεστε για πλοία με την Ισπανία. Αντιλαμβάνομαι πως υπάρχει κάποια οικονομικού τύπου αποστολή στην Ελβετία – αποτελεί αυτό για σας βασική αλλαγή της κουβανικής οικονομίας;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Δε νομίζω. Νομίζω υπάρχει αλλαγή στην οικονομική πολιτική ορισμένων χωρών. Έχει υπάρξει μια συγκεκριμένη διάλυση της επονομαζόμενης μονολιθικής ενότητας του ελεύθερου κόσμου. Υπάρχουν περισσότερες εμπορικές σχέσεις με την Κούβα τώρα. Η εμπορική μας αντίληψη βασίζεται πάντα στις ίδιες αρχές. Με άλλα λόγια, το εμπόρευμα είναι εμπόρευμα και πρέπει να είναι ισοβαρές και για τον αγοραστή και τον πωλητή. Και σε αυτή τη βάση έχουμε εμπορικές σχέσεις με όλον τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμη και μετά την χειροτέρευση των σχέσεων μας.

Οι ΗΠΑ έχουν εξασκήσει μεγάλη πίεση προκειμένου να απαγορεύσουν την πώληση συγκεκριμένων προϊόντων σε μας και γνωρίζετε καλά τις συζητήσεις που έγιναν επειδή η Leyland [1] μας πούλησε λεωφορεία. Αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαστε εμείς που έχουμε αλλάξει. Συγκεκριμένα στοιχεία της διεθνούς πολιτικής έχουν αλλάξει. Δε γνωρίζω εάν αυτά σχετίζονται με εμάς. Δεν το νομίζω. Δε νομίζω ότι είμαστε και τόσο σημαντικοί.

Ερώτηση: Αισθάνεσθε ότι αυτές οι αγορές (εκ μέρους της Κούβας) αποτελούν αποτυχία του οικονομικού αποκλεισμού των ΗΠΑ;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Ναι.

Ερώτηση: Σημαντική αποτυχία;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αυτό εξαρτάται απ’ το πως επηρρεάζει το αμερικανικό “εγώ”, τον εγωϊσμό των ΗΠΑ.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, πιστεύετε ότι οι εμπορικές σας σχέσεις με τη Δύση που υπάρχουν τώρα θα συνεχίσουν – και πιθανόν να επεκταθούν – στο προσεχές μέλλον;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Το ελπίζω. Φυσικά δεν έγκειται μόνο στις δικές μας ευχές αλλά επίσης στη θέληση των λαών με τους οποίους έχουμε σήμερα εμπορικές σχέσεις. Αλλά έχω ελπίδες πως θα συνεχιστεί και θα περάσουμε σε μια νέα εποχή αναφορικά με τις σχέσεις της Κούβας. Το γεγονός δηλαδή ότι οι χώρες της Ευρώπης έχουν αντιληφθεί την σημασία του να έχουν σχέσεις με όλες τις χώρες του κόσμου και πως η Κούβα είναι μια καλή, αξιόπιστη, σταθερή αγορά. Επομένως, όλα μας οδηγούν στο να ελπίζουμε πως αυτές οι σχέσεις θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν στο μέλλον. Ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα γι’ αυτό. Έχουμε κλείσει συμφωνίες για την αγορά εργοστασιακών μονάδων με συγκεκριμένες χώρες, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Ιαπωνία. Αισθανόμαστε ότι στο μέλλον θα είμαστε σε θέση να κάνουμε τέτοιες συμφωνίες και με ακόμη μεγαλύτερη ασφάλεια. Διότι κατά το παρελθόν υπήρχε πάντοτε ο φόβος πως οι εμπορικές σχέσεις μπορούσαν να διακοπούν, αλλά ειδικά η Αγγλία και η Γαλλία έχουν διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις με εμάς σε αυτόν τον τομέα. Έχουν εγγυηθεί την παροχή επιμέρους τμημάτων του εξοπλισμού που αγοράσαμε κατά την επαναστατική περίοδο.

Αυτό έχει ενισχύσει την αυτοπεποίθηση μας στην πιθανότητα να εισάγουμε νέο μηχανικό εξοπλισμό και τότε, με αυτόν τον πρώτης τάξης εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, να χτίσουμε μια ολόκληρη σειρά βιομηχανιών τις οποίες αναπτύσουμε σήμερα.

Ερώτηση: Τι θα συνέβαινε στην κουβανική οικονομία εάν αυτό το εμπόριο με τη Δύση διακόπτονταν ξαφνικά;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Τίποτα.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, αποδεικτικά στοιχεία απ’ το εξωτερικό δείχνουν ότι το μαρξιστικό οικονομικό σύστημα απλά δεν λειτουργεί. Δεν προσφέρει πλούσια ζωή για τους ανθρώπους. Μετά από 47 χρόνια εφαρμογής του, η Σοβιετική Ένωση δε μπορεί ακόμη να θρέψει, να στεγάσει και να ντύσει επαρκώς το λαό της. Πιστεύετε ότι είναι πιθανόν το μαρξιστικό σύστημα να μην προσφέρει τα κατάλληλα κίνητρα για την ύπαρξη υψηλού επιπέδου παραγωγικότητας;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Έχετε μια τάση να κάνετε δηλώσεις υπό τη μορφή ερωτήσεων. Και πάλι, οφείλω να διαψεύσω τη δήλωση σας και έπειτα να απαντήσω στην ερώτηση. Λέτε πως έχει αποδειχθεί ότι ο μαρξισμός, ή το μαρξιστικό σύστημα, δεν προσφέρει στους ανθρώπους αυτά που χρειάζονται για να διασφαλιστεί μια καλή ζωή. Νομίζω πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Εάν συγκρίνουμε το μέσο βιοτικό επίπεδο στις ΗΠΑ με αυτό άλλων χωρών τότε πρέπει πράγματι να παραδεχτούμε πως στις υπόλοιπες χώρες είναι χαμηλότερο. Όταν όμως μιλάτε για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, και αυτόν του ελεύθερου κόσμου, πρέπει να λάβετε υπ’ όψη τα 200 εκατομμύρια ανθρώπων στη Λατινική Αμερική που πεθαίνουν της πείνας, που πεθαίνουν απο αρρώστιες, που η ζωή τους δεν περνάει τα 18 χρόνια, που πεθαίνουν σε παιδική ηλικία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συμβάλλουν στο οικονομικό μεγαλείο των Ηνωμένων Πολιτειών οι οποίες τους εκμεταλλεύονται με τον ένα η τον άλλο τρόπο. Το ίδιο συμβαίνει στην Αφρική και συνέβη επίσης στην Ασία. Ο μαρξισμός δίνει ένα τέλος σε όλα αυτά. Την στιγμή που πολιορκούμαστε απ’ τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό δε μπορούμε να προσφέρουμε στο λαό μας όλα αυτά που θα επιθυμούσαμε, όλα αυτά που θα μπορούσαμε να παρέχουμε μέχρι τώρα. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι λαοί συνεχίζουν να αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους.

Ερώτηση: Όμως η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών γνωρίζει καλά τα προβλήματα στη Λατινική Αμερική και μέσω της Alianza [2] προσπαθεί πολύ σκληρά να ανυψώσει το βιοτικό επίπεδο των λαών σε όλο το ημισφαίριο. Εάν οι μεγαλοαστικές τάξεις συμφωνήσουν σε αγροτικές και φορολογικές μεταρρυθμίσεις και αν αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο, το νόημα της κουβανικής επανάστασης δεν χάνει την σημασία του;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Ασφαλώς θα το έχανε αμέσως. Το μήνυμα της κουβανικής επανάστασης έχει νόημα επειδή ο Ιμπεριαλισμός μπορεί μόνο να προσφέρει χλιαρές μεταρρυθμίσεις οι οποίες δεν φτάνουν στη ρίζα των προβλημάτων. Εάν το σύνολο της Λατινικής Αμερικής απελευθερώνονταν απ’ την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία, τότε ο ίδιος ο Ιμπεριαλισμός θα έρχονταν αντιμέτωπος με πολύ σοβαρά ζητήματα. Η βάση του Ιμπεριαλισμού είναι η κυριαρχία του στις λατινοαμερικανικές χώρες μέσω της ανισοβαρούς σχέσης, της ανταλλαγής βιομηχανικών προϊόντων για πρώτες ύλες, η υφαρπαγή θέσεων “κλειδιά” στις κυβερνήσεις μέσω εθνικών ολιγαρχιών-πιστών στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. 

Τώρα, εάν όλα αυτά επρόκειτο να αλλάξουν, ο Ιμπεριαλισμός θα έχανε την ισχύ του. Θα αντιμετώπιζε τότε τη γενική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Με άλλα λόγια, κρίση προερχόμενη απ’ την εργατική τάξη της ίδιας της πατρίδας του. Και παρ’ ότι δεν είναι τόσο άμεση απειλή στην χώρα σας τώρα, επειδή η εκμετάλλευση των εργατικών τάξεων έχει μεταφερθεί στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και την Ασία, η ταξική πάλη θα στραφεί σε μια τέτοια περίπτωση στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Φυσικά το μήνυμα της κουβανικής επανάστασης θα έχανε όλη την σημασία του, αλλά δεν θα ήταν ούτε χρήσιμο πλέον, επειδή αυτό είναι ακριβώς [σ.μ: η ταξική πάλη] που επιθυμούμε για όλους της λαούς της Λατινικής Αμερικής – και από την στιγμή που αυτό θα είχε επιτευχθεί δεν θα υπήρχε περαιτέρω ανάγκη να διαδώσουμε το μήνυμα μας. Δεν θα είχε νόημα.

Ερώτηση: Επομένως, συμφωνούμε στην ανάγκη για μεταρρυθμίσεις;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αληθινές μεταρρυθμίσεις, για την πρόσβαση των λαών στην εξουσία. Τότε συμφωνούμε.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, αισθάνεστε ότι αυτό δεν μπορεί να έρθει μέσα από μια εξελικτική διαδικασία και πρέπει να έρθει μέσω της βίας και των επαναστατικών αναστατώσεων;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αυτό, φυσικά, έγκειται στις αντιδραστικές τάξεις. Είναι αυτές που αρνούνται να παραδώσουν την εξουσία, να παραδώσουν τα ηνία της ισχύος. Οπουδήποτε οι αντιδραστικές τάξεις επιμένουν τα κρατάνε την εξουσία, πέραν της θέλησης του συνόλου, η σπίθα θα εκραγεί και θα μπορούσε να προκαλέσει πυρκαγιά σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και οι λαοί θα έρθουν στην εξουσία.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, από την επιτυχία της επανάστασης μέχρι τώρα, η κουβανική οικονομία, σύμφωνα με όλες τις πληφορορίες, έχει επιδεινωθεί σε κάθε τομέα. Η βιομηχανική παραγωγή, η καλλιέργεια λαχανικών, η συγκομιδή ζάχαρης η οποία πέρυσι ήταν μειωμένη στους τρεισίμισι εκατομμύρια τόνους. Πως εκτιμάτε αυτήν την οικονομική οπισθοδρόμηση;

Che Guevara interviewed 3ΓΚΕΒΑΡΑ: Λοιπόν, και πάλι η ερώτηση αυτή συνιστά δήλωση. Επομένως το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι η διάψευση της δήλωσης αυτής και μετά η όποια απάντηση. Λέτε ότι όλοι οι τομείς της κουβανικής οικονομίας έχουν επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου και σας λέω πως κάνετε λάθος. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε απ’ το 1959 και θα μπορούσε να έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο εάν δεν είχε επηρρεαστεί απ’ την παραγωγή ζάχαρης η οποία, πράγματι, μειώθηκε. Η βιομηχανική παραγωγή έχει αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό 7% και, φυσικά, χωρίς να μετράμε τη ζάχαρη. Και η αύξηση για το 1963, και οι εκτιμήσεις για το 1964, δείχνουν ακόμη υψηλότερο ρυθμό. Για το 1963, έφτασε το 10% και οι προβλέψεις για το 1964 είναι ακόμη υψηλότερες, όπως και παραγωγή ζάχαρης θα αυξηθεί επίσης.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, όταν πολεμούσατε στους λόγους της Σιέρρα Μαέστρα είχατε προβλέψει ότι η επανάσταση θα γινόταν τόσο ριζοσπαστική;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Διαισθητικά το ένιωσα. Φυσικά, η πορεία και η βίαιη ανάπτυξη της επανάστασης δε μπορούσε να προβλεφθεί. Ούτε ο μαρξιστικός-λενινιστικός χαρακτήρας αυτής μπορούσε να προβλεφθεί. Είχαμε μια, λίγο έως πολύ, ασαφή ιδέα για το πως θα λύσουμε τα προβλήματα που ξεκάθαρα ταλαιπωρούσαν τους χωρικούς που πολεμούσαν μαζί μας και τα προβλήματα που εντοπίσαμε στις ζωές των εργατών. Αλλά θα έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο να σας αφηγηθώ την όλη διαδικασία μεταμόρφωσης της ιδεολογίας μας.

Ερώτηση: Στις ΗΠΑ υπάρχει η πεποίθηση ότι ο Στρατηγός Γκεβάρα ήταν ένας εκ των πλέον ριζοσπαστών της επανάστασης και μετατόπισε (πολιτικά) τον Δρ. Κάστρο προς τα αριστερά. Αυτό που συνέβη εδώ ήταν εν μέρει ότι είχε προσχεδιάσει. Το δέχεται ή το αρνείται αυτό;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Για μεγάλο διάστημα, στις ΗΠΑ και σε πολλές άλλες χώρες, μου έχουν κάνει την τιμή να θεωρούμαι ο εγκέφαλος της επανάστασης, ο ψυχρός υπολογιστής, ο αριστεριστής, η ισχύς πίσω απ’ την εξουσία. Λοιπόν, σε προσωπικό επίπεδο δεν θα με ενοχλούσε, αλλά η ειλικρίνεια μου ως επαναστάτη, η έμφυτη μετριοφροσύνη και ειλικρίνεια με οδηγούν στο να εξομολογηθώ πως ο κορυφαίος αριστερός στην Κούβα είναι ο Φιντέλ Κάστρο και πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις ΗΠΑ στην Κούβα είναι ο Φιντέλ και όχι εγώ.

Ερώτηση: Στους λόφους της Σιέρρα Μαέστρα, όταν ο Φιντέλ Κάστρο δήλωσε ότι δεν είναι κομμουνιστής, πιστέψατε ότι δεν ήταν κομμουνιστής και δεν επρόκειτο να γίνει;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Γνώριζα ότι δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά πιστεύω πως επίσης γνώριζα ότι θα γινόταν κομμουνιστής. Όπως ακριβώς ήξερα, εκείνη την στιγμή, ότι δεν ήμουν και γω κομμουνιστής αλλά θα γινόμουν ένας μέσα σε σύντομο διάστημα – και πως η φυσική συνέχεια της επανάστασης θα μας οδηγούσε όλους στο μαρξισμό-λενινισμό. Δε μπορώ να πω ότι ήταν καθαρή, συνειδητή γνώση, αλλά ήταν διαίσθηση, το αποτέλεσμα προσεκτικής εκτίμησης της συμπεριφοράς των ΗΠΑ και ο τρόπος που η χώρα σας έδρασε εκείνη την εποχή εναντίον μας και υπέρ του Μπατίστα.

Ερώτηση: Εάν συνέβαινε κάτι στον Φιντέλ Κάστρο, ποιά πιστεύετε θα ήταν η μοίρα της κουβανικής επανάστασης και ποιός θα αναλάμβανε τα ηνία της ισχύος εδώ;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Απ’ την ερώτηση της συμπεραίνω ότι αναφέρεστε σε περίπτωση που του συνέβαινε κάτι βίαιο. Δε μπορούμε να αρνηθούμε ότι θα ήταν ένα πολύ σοβαρό χτύπημα στην κουβανική επανάσταση. Ο Φιντέλ είναι ο ηγέτης μας, αδιαμφισβήτητος και αδιαφιλονίκητος. Έχει υπάρξει ο αληθινός οδηγός μας μέσα απο μια σειρά πολύ πολύ δύσκολων περιστάσεων που η Κούβα είχε να αντιμετωπίσει, και σε αυτές τις στιγμές απέδειξε το ηγετικό του ανάστημα ως διεθνούς κύρους ηγέτης. Δε νομίζω ότι κάποιος απο εμάς έχει το ηγετικό του ανάστημα, αλλά έχουμε αποκτήσει επαναστατική εμπειρία πολεμώντας στο πλευρό του. Γίναμε αυτό που γίναμε πηγαίνοντας στο ίδιο “σχολείο” με αυτόν, ένα σχολείο κουράγιου, τόλμης, θυσίας, της αποφασιστικότητας να υπερασπιστούμε τις αρχές μας, της ανάλυσης διαφορετικών προβλημάτων. Και πιστεύω πως όλοι μαζί θα μπορούσαμε, να βαδίσουμε ακόμη και αν συνέβαινε κάτι σ’αυτόν.

Τώρα, αναφορικά με το ποιός θα τον αντικαθιστούσε, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να συζητηθεί τότε. Κανένας απο μας δεν έχει αυτού του είδους την πολιτική φιλοδοξία αλλά, λογικά, ο αδελφός του Ραούλ (θα τον αντικαθιστούσε), όχι επειδή είναι αδελφός του, αλλά για τα ίδια του τα προσόντα – είναι ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και επομένως θα ήταν ο πλέον κατάλληλος μεταξύ υμών ώστε να ακολουθήσει το ίδιο μονοπάτι της κουβανικής επανάστασης.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, ο Δρ.Κάστρο συχνά εκφράζει την επιθυμία του να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις μεταξύ Κούβας και ΗΠΑ. Επιθυμείτε εσείς τέτοια ομαλοποίηση των σχέσεων;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Εάν βασίζεται σε αρχές, ναι. Και πιθανόν εγώ [να το επιθυμώ] περισσότερο απο κάθε άλλον επειδή η βιομηχανία είναι αυτή που πλήττεται περισσότερο απ’ τον οικονομικό αποκλεισμό. Η βιομηχανία και οι μεταφορές είναι ίσως οι τομείς της παραγωγής που έχουν πληγεί περισσότερο απ’ το εμπάργκο. Οι μεταφορές έχουν, λίγο έως πολύ, απελευθερωθεί απ’ τον αποκλεισμό αλλά όχι και η βιομηχανία και επομένως, στη βάση αρχών και πλήρους ισότητας, η ομαλοποίηση των σχέσεων θα ήταν ιδανική για μας.

Ερώτηση: Είστε αισιόδοξος για την πιθανότητα ομαλοποίησης των σχέσεων Κούβας και Ηνωμένων Πολιτειών;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Νομίζω πως είναι δύσκολο να απαντήσω. Παρακολουθούμε. Περιμένουμε. Ετοιμαζόμαστε για όποιον δρόμο κι’ αν ακολουθηθεί, οτιδήποτε κι’ αν συμβεί. Είναι κάτι που εξαρτάται από μια σειρά περιστάσεων. Εξαρτάται απ’ το πως η αμερικανική κυβέρνηση είναι σε θέση να υπολογίσει την κατάσταση διεθνώς. Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση σας δεν έχει δώσει σαφή εικόνα ότι γνωρίζει πως να υπολογίσει τον συσχετισμό δυνάμεων παγκοσμίως και επομένως δεν υπάρχει ξεκάθαρη ιδέα για την πλήρη ομαλοποίηση [των σχέσεων].

Ερώτηση: Τι θα επιθυμούσατε να κάνουν οι ΗΠΑ αναφορικά με την Κούβα;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Είναι πολύ δύσκολο να σας δώσω σαφή απάντηση. Είναι κάπως μη ρεαλιστική, ως ερώτηση. Ίσως η πιο ειλικρινής και υποκειμενική απάντηση θα ήταν η εξής: Τίποτα. Τίποτα απολύτως. Τίποτα για μας ή εναντίον μας. Απλά να μας αφήσουν ήσυχους.

Λίζα Χάουαρντ: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ Στρατηγέ Γκεβάρα.

Υποσημειώσεις:

[1] Leyland: Βρετανική εταιρεία κατασκευής οχημάτων, λεωφορείων και τρόλλεϋ με την επωνυμία Leyland Motors. Ιδρύθηκε το 1896, εθνικοποιήθηκε το 1975 και εντάχθηκε στην εταιρεία Rover το 1986.

[2] Alianza para el Progresso: «Συμμαχία για την ειρήνη», εμπνεύσεως του αμερικανού προέδρου Τζων Φ. Κέννεντι το 1961. Στόχος της, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, ήταν η επέκταση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Λατινικής Αμερικής.

Πηγή: American Broadcasting Corporation, Μετάφραση & Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας/Guevaristas.