Ομιλία Φιντέλ Κάστρο γιά τον Τσε στην Σάντα Κλάρα (1997)

Η παρακάτω ομιλία εκφωνήθηκε από τον Πρόεδρο Φιντέλ Κάστρο κατά τη διάρκεια της επίσημης υποδοχής των λειψάνων του Τσε και των συντρόφων του στην πόλη της Σάντα Κλάρα, τον Οκτώβρη του 1997. Λίγες ημέρες πριν είχαν συμπληρωθεί 30 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε και των έξι ανταρτών στη Βολιβία.

17 Οκτωβρίου 1997

Συγγενείς των συντρόφων που σκοτώθηκαν στη μάχη,
Καλεσμένοι,
Λαέ της Σάντα Κλάρα,
Συμπατριώτες:

Με βαθιά συναισθήματα ζούμε μια από αυτές τις στιγμές που δε μπορούν να επαναληφθούν. Δεν ήρθαμε εδώ προκειμένου να πούμε αντίο στον Τσε και στους ηρωϊκούς συντρόφους του, ήρθαμε γιά να τους καλωσορίσουμε.

Βλέπω τον Τσε και τους αντάρτες του ως μια ενίσχυση, ως ένα άγημα ακατανίκητων μαχητών που, σε αυτήν την περίπτωση, περιλαμβάνει κουβανούς όπως και λατινοαμερικάνους που έχουν έρθει να αγωνιστούν μαζί μας και να γράψουν νέες σελίδες ιστορίας και δόξας. Βλέπω, επίσης, τον Τσε ως έναν ηθικό γίγαντα που μεγαλώνει όλο και περισσότερο κάθε μέρα που περνάει, του οποίου η εικόνα, η δύναμη και η επιρροή έχει πολλαπλασιαστεί σε όλον τον κόσμο.

Πως θα μπορούσε να χωρέσει κάτω από μιά ταφόπλακα, πως θα μπορούσε να χωρέσει σε αυτήν την πλατεία, πως θα μπορούσε να χωρέσει μόνο στο αγαπημένο μας, μικρό νησί; Μόνο στον κόσμο που ονειρεύτηκε, γιά τον οποίο έζησε και πάλεψε υπάρχει επαρκής χώρος γι’ αυτόν.

Η αξία του είναι ακόμη μεγαλύτερη γιατί (σήμερα στον κόσμο) υπάρχει περισσότερη αδικία, περισσότερη εκμετάλλευση, περισσότερη ανισότητα, περισσότερη ανεργία, περισσότερη φτώχεια, πείνα και αθλιότητα στην ανθρώπινη κοινωνία.

Οι αξίες γιά τις οποίες πολέμησε θα «ανυψωθούν» ακόμη περισσότερο ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ιμπεριαλιστικής δύναμης, ηγεμονίας, της κυριαρχίας και παρεμβατικότητας ενάντια στα πιό ιερά δικαιώματα των λαών – ιδιαίτερα των πλέον αδύναμων, των υποανάπτυκτων, των φτωχών – που ήταν αποικίες της Δύσης και πηγές σκλαβωμένης εργασίας.

Τα προφανή ουμανιστικά του αισθήματα θα πάρουν τώρα μεγαλύτερη αξία αφού υπάρχει περισσότερη κακομεταχείριση, περισσότερος εγωκεντρισμός, περισσότερη απομόνωση, περισσότερες διακρίσεις κατά των αυτόχθονων λαών, των εθνοτικών μειονοτήτων, των γυναικών, των μεταναστών… ‘Οταν περισσότερα παιδιά αποτελούν αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης η όταν εκατομμύρια παιδιά εξαναγκάζονται να εργαστούν. Το παράδειγμα του θα ζεί όσο υπάρχει περισσότερη ανασφάλεια, περισσότερη εγκατάλειψη.
Το παράδειγμα του ως  ανθρώπου και επαναστάτη θα συνεχίζει να ξεχωρίζει την στιγμή που υπάρχουν περισσότεροι διεφθαρμένοι πολιτικοί, δημαγωγοί και υποκριτές σε όλα τα μέρη του κόσμου.

Η προσωπική του ανδρεία και η επαναστατική του ακεραιότητα θα αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού την στιγμή που υπάρχουν δειλοί, οπορτουνιστές και προδότες στον κόσμο. Η ατσάλινη θέλήση του θα τιμάται την στιγμή που υπάρχουν οι ψυχικά αδύναμοι.

Η αίσθηση της τιμής, της αξιοπρέπειας και της αισιοδοξίας (του Τσε) θα μεγαλώνει όσο υπάρχουν οι πεσιμιστές. Η εγκράτεια του, το πνεύμα εργατικότητας και μελέτης θα μεγεθύνονται, την στιγμή που υπάρχουν αυτοί που κατασπαταλούν τις πολυτέλειες και τον πλούτο που παράγουν άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι.

Ο Τσε ήταν ένας πραγματικός Κομμουνιστής και είναι σήμερα το παράδειγμα και το είδωλο του επαναστάτη και του Κομμουνιστή. Ο Τσε υπήρξε δάσκαλος γιά ανθρώπους όπως ο ίδιος.

Πάντοτε συνεπείς με τις πράξεις του, δεν σταμάτησε ποτέ να κάνει ότι είχε πεί ότι θα κάνει και ήταν απαιτητικός με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Όποτε χρειαζόταν ένας εθελοντής γιά μια αποστολή, ο Τσε ήταν ο πρώτος που θα έκανε ένα βήμα μπροστά. Είτε στο πεδίο της μάχης είτε στην ειρήνη, θα έδινε και τη ζωή του γιά την πραγμάτωση των μεγαλύτερων ονείρων του. Έκανε τα πάντα που φαινόντουσαν αδύνατα, δυνατά.

Η έφοδος του που τον οδήγησε από τα βουνά της Σιέρρα Μάεστρα στην κατάληψη της Σάντα Κλάρα με μιά μικρή ομάδα ανταρτών πιστοποιεί, μεταξύ άλλων πράξεων, τα πράγματα που ήταν ικανός να κάνει.

Το Βιετνάμ απέδειξε ότι ήταν δυνατό να πολεμήσει ενάντια στην ιμπεριαλιστική εισβολή και να νικήσει. Οι Σαντινίστας νικήσανε μια απ’ τις πλέον πανίσχυρες μαριονέτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αντάρτες του Ελ Σαλβαδόρ βρέθηκαν στο παρά πέντε μιάς νίκης. Στην Αφρική το απαρτχάιντ ηττήθηκε παρά το γεγονός ότι το καθεστώς διέθετε πυρηνικά όπλα. Η Κίνα, χάρη στον ηρωϊκό αγώνα των εργατών και των χωρικών της, είναι μιά απ’ τις χώρες με τις καλύτερες προοπτικές στον κόσμο. Το Χονγκ Κονγκ επιστράφηκε έπειτα από 150 χρόνια κατοχής, η οποία ξεκίνησε ως μιά προσπάθεια να επιβληθεί εμπόριο ναρκωτικών στην υπόλοιπη Κίνα.

Δεν απαιτούν όλες οι εποχές και οι περιστάσεις τις ίδιες μεθόδους και τακτικές, όμως τίποτα δε μπορεί να σταματήσει την πορεία της ιστορίας – οι αντικειμενικοί της νόμοι έχουν διαχρονική εγκυρότητα. Ο Τσε βασίστηκε σε αυτούς τους νόμους και είχε απόλυτη πίστη στην ανθρωπότητα.

Πολλές φορές, οι μεγάλοι επαναστάτες και μεταρρυθμιστές της ανθρωπότητας δεν είχαν την ευκαιρία να δουν τα όνειρα τους να πραγματώνονται όσο σύντομα θα ήθελαν η πίστευαν. Αλλά, αργά η γρήγορα, ήταν νικητές. Ένας μαχητής μπορεί να πεθάνει, αλλά οι ιδέες του δεν πεθαίνουν.

Τι γύρευε ένας πράκτορας της κυβέρνησης των Η.Π.Α. στο σημείο που τραυματίστηκε ο Τσε και (μετέπειτα) στην ανάκριση; Πίστεψαν ότι με το να τον σκοτώσουν, θα πάψει να υπάρχει ως μαχητής. Δεν είναι πλέον στο Λα Ιγκέρα… Αντίθετα, είναι οπουδήποτε υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα προς υπεράσπιση.

Όσοι ενδιαφέρονταν να τον αφανίσουν δε μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο θρύλος του γράφτηκε ήδη στην ιστορία και ότι το προφητικό του όραμα θα γίνει σύμβολο όλων των εκατοντάδων εκατομμυρίων φτωχών ανθρώπων αυτού του πλανήτη.

Νέοι άνθρωποι, παιδιά, ηλικιωμένοι, άνδρες και γυναίκες… όλοι τον ήξεραν. Οι έντιμοι άνθρωποι αυτού του κόσμου, ασχέτως των κοινωνικών τους καταβολών, τον θαυμάζουν. Ο Τσε προελαύνει και κερδίζει περισσότερες μάχες από ποτέ.

Ευχαριστούμε Τσε. Ευχαριστούμε γιά την ιστορία σου, τη ζωή και το παράδειγμα σου. Ευχαριστούμε που έρχεσαι ως ενισχυτής αυτού του δύσκολου αγώνα που δίνουμε σήμερα, να σώσουμε τις ιδέες γιά τις οποίες πολέμησες τόσο πολύ, να σώσουμε την Επανάσταση, το έθνος και τον σοσιαλισμό. Αυτά τα επιτεύγματα είναι κομμάτι των ονείρων σου που γίνονται πραγματικότητα.

Προκειμένου να βγάλουμε εις πέρας αυτό το τεράστιο καθήκον – να νικήσουμε τα ιμπεριαλιστικά σχέδια ενάντια στην Κούβα, αντιστεκόμενοι στον οικονομικό αποκλεισμό – προκειμένου να γράψουμε ιστορία, βασιζόμαστε σε σένα, Τσε.

Όπως βλέπεις αυτή η χώρα, που είναι η δική σου χώρα, αυτός ο λαός που είναι ο δικός σου λαός, αυτή η επανάσταση που είναι η δική σου επανάσταση συνεχίζουν να ανεμίζουν την σημαία του σοσιαλισμού με τιμή και υπερηφάνια.

Καλωσήρθατε ηρωϊκοί σύντροφοι. Ο ωκεανός των ιδεών και της δικαιοσύνης που θα υπερασπιστείτε, στο πλευρό του λαού μας, δεν θα ηττηθεί ποτέ από τον εχθρό. Μαζί θα συνεχίσουμε να πολεμάμε γιά έναν καλύτερο κόσμο.

Hasta la Victoria Siempre!

(Πηγή: Radio Havana Cuba – Μετάφραση: Ν.Μόττας)

Χέρμπερτ Μάθιους (Herbert Matthews)

Ο Χέρμπερτ Μάθιους (γεννηθείς στις 10 Ιανουαρίου 1900 στη Νέα Υόρκη) ήταν αμερικανός δημοσιογράφος και ανταποκριτής της εφημερίδας New York Times. Απέκτησε διεθνή φήμη όταν τον Ιανουάριο του 1957 βρέθηκε στις δύσβατες βουνοπλαγιές της Σιέρρα Μαέστρα, στην Κούβα, προκειμένου να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του αντάρτικου στρατού, Φιντέλ Κάστρο. Λέγεται ότι ο Μάθιους κατάφερε να κανονίσει τη συνέντευξη με τον κουβανό επαναστάτη μέσω της διευθύντριας του γραφείου των Times στην Αβάνα, Ρούμπι Φίλιπς.

Το ρεπορτάζ που υπογράφτηκε από το Μάθιους διέλυσε τις όποιες φήμες είχε δημιουργήσει το καθεστώς Μπατίστα περί δήθεν θανάτου του Φιντέλ. Η ιστορία των γενναίων κουβανών επαναστατών που μάχονταν ενάντια σε μιά αδίστακτη και διεφθαρμένη δικτατορία έκανε το γύρο της Αμερικής και του κόσμου. Η δημοσίευση των κειμένων στους New York Times έκανε το Μάθιους στόχο της συντηρητικής δεξιάς των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία του χρέωσε ότι «έβγαλε το Φιντέλ απ’ την αφάνεια».

Ο Χέρμπερτ Μάθιους πέθανε στις 30 Ιουλίου 1977. Τον Φεβρουάριο του 2007, το Κουβανικό Πρακτορείο Ειδήσεων γνωστοποίησε ότι στο σημείο που είχε δωθεί η συνέντευξη του Μάθιους με τον Κάστρο, ανεγέρθη πινακίδα σε ανάμνηση εκείνης της συνάντησης.

Είπαν-έγραψαν για τον Τσε Γκεβάρα

Παρακάτω περιλαμβάνονται ρήσεις διάφορων, περισσότερο η λιτότερο γνωστών, προσωπικοτήτων για τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα:

three-stars-banner

  • «Ο Τσε ήταν ο πιό ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας» – JEAN PAUL SARTRE, γάλλος φιλόσοφος.

  • «Με έμαθε να σκέφτομαι. Μου έμαθε το πιό όμορφο πράγμα, που είναι να είσαι Άνθρωπος»  ΟΥΡΜΠΑΝΟ, κουβανός αντάρτης.

  • «Η ζωή του Τσε αποτελεί έμπνευση γιά κάθε άνθρωπο που αγαπά την ελευθερία. Θα τιμούμε πάντα τη μνήμη του»  ΝΕΛΣΟΝ ΜΑΝΤΕΛΑ.

  • «Είχε μάτια που έδειχναν να σε διαπερνούν. Έχω πάρει συνεντεύξεις από όλων των ειδών της διασημότητες, απ’ τον Μπεν Γκουριόν μέχρι το Μπομπ Ντύλαν, αλλά κανείς δε μου έκανε τέτοια εντύπωση όσο ο Τσε» – MARYLIN ZEITLIN, δημοσιογράφος.

  • «Έχουμε ακόμη να περιμένουμε πολλά χρόνια μέχρι η Ιστορία να δώσει μιά τελεσίδικη κρίση γιά τον Τσε, όταν τα πάθη και των δύο πλευρών θα έχουν περάσει» – UVA DE ARAGON, ακαδημαϊκός.

  • «Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον ‘αθώο’. Αυτά τα άτομα που εκτελέστηκαν απ’ το Γκεβάρα, ή έπειτα από διαταγή του, καταδικάστηκαν γιά τα συνήθη εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή σε περίοδο πολέμου ή μετά από πόλεμο: βασανισμούς, βιασμούς, δολοφονίες η προδοσία. Πρέπει να προσθέσω ότι η έρευνα μου διήρκησε πέντε χρόνια και περιελάμβανε αντι-Καστρικούς Κουβανούς ανάμεσα στους κουβανο-αμερικανούς εξόριστους στο Μαϊάμι και αλλού» – JON LEE ANDERSON, βιογράφος του Τσε.

  • «Είναι σα να είναι ζωντανός μαζί μας, σαν φίλος. Είναι ένα είδος Παναγίας γιά εμάς. Λέμε «Τσε βοήθησε μας με τη δουλειά μας» – και όλα πηγαίνουν καλώς» – MANUEL CORTEZ, αγρότης στο χωριό Ιγκέρα της Βολιβίας.

  • «Θα μπορούσα να γράφω χίλια χρόνια και ένα εκατομμύριο σελίδες γιά τον Τσε Γκεβάρα» – ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ.

  • «Όταν οι άνθρωποι είναι σε θέση να επηρεάσουν τόσους άλλους με τη ζωή και το παράδειγμα τους, δεν πεθαίνουν» – ΑΛΕΪΔΑ ΓΚΕΒΑΡΑ ΜΑΡΤΣ.

  • «Δεν είναι ένας Θεός που χρειάζεται να τον προσκυνούν η κάτι τέτοιο. Απλά ένας άνθρωπος του οποίου το παράδειγμα μπορούμε να ακολουθούμε, δίνοντας τον καλύτερο μας εαυτό σε ότι κάνουμε» – ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΓΚΡΑΝΑΔΟ.

  • «Ο απόστολος της άμεμπτης Επανάστασης» – RICHARD BURNS, βρετανός δημοσιογράφος.

  • «Η ζωή του είναι ένα φωτεινό παράδειγμα γιά τους νέους οι αγώνες των οποίων έχουν ως κινητήριο δύναμη το χτίσιμο ενός νέου κόσμου»  GRAHAM GREENE, βρετανός συγγραφέας.

  • «Η αφοσίωση του στα επαναστατικά του πιστεύω ήταν βαθιά θρησκευτική. Ο Τσε είχε μιά ιεραποστολική πίστη στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων, στην ικανότητα των εργατών να αφοσιώνονται σε ιδανικά και να ξεπερνάνε εγωϊσμούς και προκαταλήψεις. Αυτή ήταν η άλλη όψη του νομίσματος στην παθιασμένη του αγανάκτηση ενάντια στην αδικία και εκμετάλλευση των ταπεινών. Είδε τη λύση σε ένα ευγενές είδος μαρξισμού που θα έφερνε ελευθερία και αδελφοσύνη. Τέτοιοι άνδρες γεννιούνται γιά να γίνουν Μάρτυρες»– HERBERT MATTHEWS, αμερικανός δημοσιογράφος.

  • «Γιατί πίστεψαν ότι σκοτώνοντας τον θα πάψει να υπάρχει ως μαχητής…; Σήμερα είναι σε κάθε μέρος, οπουδήποτε υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα προς υπεράσπιση»  ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ, 1997.

  • «Αν θέλουμε να πούμε πώς θα θέλαμε να είναι οι επαναστάτες μαχητές μας, τα μέλη μας, οι άνθρωποί μας, πρέπει να πούμε δίχως κανενός είδους δισταγμό: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλουμε να περιγράψουμε πώς θα θέλαμε να είναι οι άνθρωποι των μελλοντικών γενιών, πρέπει να πούμε: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλαμε να πούμε πώς θα επιθυμούσαμε να διαπαιδαγωγηθούν τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε δίχως δισταγμό: να διαπαιδαγωγηθούν στο πνεύμα του Τσε! Αν θέλουμε ένα πρότυπο ανθρώπου, ένα πρότυπο ανθρώπου που δεν ανήκει σε αυτούς τους καιρούς, αλλά στο μέλλον, τότε, από τα βάθη της καρδιάς μου λέω ότι αυτό το πρότυπο δίχως κηλίδα στη συμπεριφορά του, στη στάση του, στη δράση του, αυτό το πρότυπο είναι ο Τσε! Αν θέλουμε να πούμε πώς επιθυμούμε να είναι τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε με όλη μας την καρδιά σαν φλογεροί επαναστάτες: θέλουμε να είναι σαν τον Τσε!» – ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ, 1967.

  • «Αυτός ο λαϊκός Άγιος ήταν έτοιμος να πεθάνει διότι δε μπορούσε να ανεχθεί έναν κόσμο όπου οι φτωχοί της Γης, οι εκδιωγμένοι και πρόσφυγες της ιστορίας, θα εξοστρακίζονταν στα τελευταία των περιθωρίων» ARIEL DORFMAN, καθηγητής Duke University, 1999.

  • «Πολίτης του κόσμου, ο Τσε μας θυμίζει αυτό που γνωρίζαμε από την εποχή του Σπάρτακου, κάτι που ενίοτε ξεχνούσαμε: η ανθρωπότητα βρίσκει στην πάλη κατά των αδικιών μια κίνηση που την εξυψώνει, που την κάνει καλύτερη και πιο ανθρώπινη» – SUBCOMANDANTE MARCOS.

  • «Ήταν ακριβώς σαν Χριστός, με τα μεγάλα μάτια του, τα γένια, τα μακριά μαλλιά του. Είναι πολύ θαυματουργός» – ΣΟΥΖΑΝΑ ΟΣΙΝΑΓΚΑ, νοσοκόμα στο χωριό Λα Ιγκέρα (Βολιβία) που έπλυνε το σώμα του Τσε.

  • «Ανήκει περισσότερο στη ρομαντική παράδοση παρά στην επαναστατική. Γιά να διαπρέψει κάποιος ως ρομαντικό είδωλο πρέπει όχι μόνο να πεθάνει νέος αλλά να πεθάνει χωρίς να έχει καμία ελπίδα. Ο Τσε πληρεί και τα δύο κριτήρια. Όταν κάποιος σκέφτεται τον ηρωϊσμό του Τσε, αυτός είναι περισσότερο με όρους λόρδου Βύρωνα παρά Μαρξ» CHRISTOPHER HITCHENS, Αμερικανοβρετανός συγγραφέας.

Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο / Che Guevara and Fidel Castro

Ο Τσε και ο Φιντέλ σε διάφορες στιγμές της Κουβανικής επανάστασης. Σύντροφοι, συνεργάτες και φίλοι.

Αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε στον Φιντέλ Κάστρο (1965)

Ο Φιντέλ Κάστρο διαβάζει το γράμμα του Τσε σε δημόσια συγκέντρωση στην Αβάνα, 1965

Φιντέλ,

αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική).

Αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική). Πολλοί σύντροφοι έπεσαν στην πορεία προς τη νίκη.

Σήμερα τα πάντα έχουν ένα λιγότερο δραματικό τόνο, επειδή είμαστε πιο ώριμοι, αλλά το γεγονός επαναλαμβάνεται. Αισθάνομαι ότι έχω κάνει το καθήκον μου προς την Κουβανέζικη επανάσταση, στο έδαφός της, και αποχαιρετώ εσένα, τους συντρόφου, το λαό σου ο οποίος είναι τώρα δικός μου.

Παραιτήθηκα επίσημα από τις θέσεις μου στην ηγεσία του κόμματος, το πόστο μου σαν υπουργός, το βαθμό μου σα διοικητής και τηνυπηκοότητά μου. Δεν έχω κανένα πια δεσμό νομικά με την Κούβα. Οι μόνοι δεσμοί που εχω είναι άλλης φύσεως-αυτοί που δεν σπάνε όπως οι διορισμοί σε πόστα. Ανασκοπώντας τη ζωή μου, πιστεύω ότι δούλευα με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για να εδραιώσω την επαναστατική κατάκτηση. Το μόνο μου σοβαρό λάθος ήταν το ότι δεν σου έδειξα αρκετή εμπιστοσύνη απ’ τις πρώτες στιγμές στη Σιέρα Μαέστρα και το ότι δεν κατάλαβα αρκετά γρήγορα τις ηγετικές και επαναστατικές σου ικανότητες.

Έζησα υπέροχες στιγμές δίπλα σου και αισθάνομαι την τιμή να ανήκω στους ανθρώπους σου στις λαμπρές μα λυπημένες μέρες της κρίσης της Καραϊβικής. Λίγοι πολιτικοί είναι στις μέρες μας τόσο λαμπροί όσο εσύ. Είμαι επίσης περήφανος που σε ακολούθησα χωρίς δισταγμό, που ταυτίστηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι και που εκτιμάς τους κινδύνους.

Άλλα έθνη του κόσμου χρειάζονται τις ταπεινές μου προσπάθειες συμπαράστασης. Μπορώ να κάνω αυτό που εσύ δεν μπορείς λόγω της ευθύνης σου στην αρχηγία της Κούβας, και έφτασε ο καιρός να αποχωριστούμε.

Πρέπει να ξέρεις ότι αυτό το κάνω με ανάμεικτα συναισθήματα. Αφήνω εδώ την πιο αγνή μου ελπίδα σαν χτίστης και σαν αγαπημένος αυτών που λατρεύω. Και αφήνω τους ανθρώπους που με δέχτηκαν σα γιο. Αυτό πληγώνει ένα μέρος της ψυχής μου. Μεταφέρω στα πεδία των νέων μαχών την πίστη ότι με δίδαξες, το επαναστατικό πνεύμα του λαού μου, το αίσθημα της εκπλήρωσης ενός απ’ τα πιο ιερά καθήκοντα: να πολεμάς όπου και να είσαι τον ιμπεριαλισμό. Αυτό είναι μια πηγή δύναμης και ακόμη, γιατρεύει τις βαθύτερες πληγές.

Δηλώνω για άλλη μια φορά ότι απαλλάσσω την Κούβα από κάθε ευθύνη, εκτός απ’ αυτή που προέρχεται απ’ το παράδειγμά της. Αν ο θάνατος με βρει κάτω από άλλους ουρανούς, η τελευταία μου σκέψη θα είναι γι αυτό το λαό και ειδικά για σένα. Είμαι ευγνώμων για τη διδασκαλία και το παράδειγμά σου, στο οποίο θα προσπαθήσω να σταθώ πιστός μέχρι τις τελικές συνέπειες των πράξεών μου.

Πάντα ταυτιζόμουν με την εξωτερική πολιτική της επανάστασής μας,όπως και συνεχίζω. Όπου κι αν βρίσκομαι, θα αισθάνομαι την ευθύνη του να είσαι Κουβανός επαναστάτης και σαν τέτοιος θα συμπεριφέρομαι. Δεν λυπάμαι που δεν άφησα τίποτα υλικό στη γυναίκα και τα παιδιά μου. Είμαι ευτυχισμένος που έγινε έτσι. Δε ζητώ τίποτα γι αυτούς γιατί το κράτος θα φροντίσει να έχουν αρκετά για να ζήσουν και να μορφωθούν. Θα είχα πολλά να πω σ’ εσένα και το λαό μας, αλλά αισθάνομαι ότι είναι άχρηστα. Οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που θα ήθελα και δεν υπάρχει λόγος να ξοδεύω σελίδες.

Πάντα μπροστά για τη νίκη!
Πατρίδα ή θάνατος!
Σε αγκαλιάζω με όλο τον επαναστατικό μου ζήλο.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, 3 Οκτωβρίου 1965.

Φιντέλ Κάστρο (Fidel Castro)

Φιντέλ ο επαναστάτης, ο κομαντάντε, ο ασυμβίβαστος. Ο Ηγέτης. Η ζωή του Φιδέλ Αλεχάνδρο Κάστρο Ρουζ, όπως είναι το πλήρες όνομα του, συνοψίζει τους αγώνες ενός ολόκληρου λαού γιά ελευθερία, ανεξαρτησία και εθνική αξιοπρέπεια. Γεννημένος στο Μπιράν, μιά κωμόπολη στη νοτιοανατολική Κούβα, στις 13 Αυγούστου 1926 ο Φιντέλ ήταν το τρίτο παιδί του Ανχέλ Κάστρο και της Λίνα Ρουζ Γκονζάλες.

Χαρισματικός αλλά μη επιμελής μαθητής, ο Φιντέλ τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Κολλέγιο του Μπελέν, ένα σχολείο Ιησουϊτών στην Αβάνα. Στα τέλη του 1945 εισάγεται στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της κουβανικής πρωτεύουσας και σύντομα αναμειγνύεται με τα τοπικά φοιτητικά ζητήματα της εποχής. Η πρώτη του επαφή με την πολιτική γίνεται στα χρόνια του πανεπιστημίου, όταν και εναντιώνεται στις οργανωμένες συμμορίες φοιτητών που δρούσαν ανεξέλεγκτα έχοντας τη στήριξη ανώτερων αξιωματούχων της τότε κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Φιντέλ αποπειράται, χωρίς επιτυχία, να δολοφονήσει τον Ρολάντο Μασφερέρ, ηγέτη ενός εκ των τρομοκρατικών ομάδων που προστάτευαν το καθεστώς του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Το 1947 είναι γιά το Φιντέλ χρονιά “βαπτίσματος” στο επαναστατικό κίνημα: ταξιδεύει στη Δομινικανή Δημοκρατία προκειμένου να συμμετάσχει σε μια εκστρατεία με στόχο την ανατροπή του δικτάτορα Ραφαέλ Τρουχίγιο. Το πραξικόπημα απέτυχε πριν καν ξεκινήσει, αλλά ο Κάστρο δεν απογοήτευτηκε – αντιθέτως, η δίψα του για ανατροπή του ιμπεριαλισμού και των ανισοτήτων στη Λατινική Αμερική μεγάλωσε. Ένα χρόνο αργότερο, το 1948, παίρνει μέρος στο “Μπογκοτάσο” (Bogotazo), την περιώνυμη λαϊκή εξέγερση που έλαβε χώρα στην Κολομβία έπειτα από τη δολοφονία του φιλελεύθερου ηγέτη Χόρχε Γκαϊτάν. Tην ίδια χρονιά παντρεύεται τη Μίρτα Ντίαζ Μπαλάρντ, κόρη εύπορης οικογένειας από την πρωτεύουσα, με την οποία αποκτά ένα γιό, το Φιντελίτο.

Αργότερα αναμειγνύεται στο επαναστατικό κίνημα κατά της κουβανικής δικτατορίας και παίρνει ενεργά μέρος στην ένοπλη επίθεση κατά του στρατοπέδου της Μονκάδα στις 26 Ιουλίου 1953. Η μέρα αυτή στέκεται αφορμή γιά να ιδρύσει το «Κίνημα της 26ης Ιουλίου» (Μ-26-J) το οποίο, απο ‘δω και πέρα, θα ηγηθεί της προσπάθειας γιά απελευθέρωση της χώρας. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται γιά δύο χρόνια. Κατά τη διάρκεια της δίκης του  εκφωνεί την περίφημη φράση “Καταδικάστε με! Δεν έχει σημασία. Η ιστορία θα με δικαιώσει”. Το 1955 αποφυλακίζετα και μεταβαίνει στο Μεξικό, όπου σχεδιάζει την προετοιμασία ένοπλου αντάρτικου κινήματος με σκοπό την πτώση της δικτατορίας Μπατίστα. Ταυτόχρονα λήγει η σχέση του με τη Ντίαζ-Μπαλάρντ από την οποία παίρνει διαζύγιο.

Τον Δεκέμβριο του 1956 αποβίβαζεται, μαζί με άλλους 80 συντρόφους, στο πλοιάριο “Γκράνμα” που θα τους πήγαινε στις κουβανικές ακτές. Στο πλήρωμα μετέχει και ένας αργεντίνος γιατρός, ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, τον οποίο ο Κάστρο είχε πρωτοσυναντήσει στην Πόλη του Μεξικού, έπειτα από σύσταση του αδελφού του Ραούλ. Έπειτα από αλλεπάληλες συγκρούσεις με τον στρατό του Μπατίστα και έχοντας χάσει 11 συντρόφους, οι κουβανοί επαναστάτες καταφέρνουν να φτάσουν στην οροσειρά Σιέρρα Μαέστρα της επαρχίας Ορίεντε, στη νότια Κούβα. Από εκεί ξεκινάνε έναν ασταμάτητο ανταρτοπόλεμο κατά των δυνάμεων του Μπατίστα, το καθεστώς του οποίου αρχίζει σταδιακά να χάνει δύναμη στην περιφέρεια. Ο Φιντέλ είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του επαναστατικού αγώνα και αποκτά διεθνή φήμη, όταν τον Φεβρουάριο του 1957 δημοσιεύεται στους New York Times η συνέντευξη του στον ανταποκριτή της εφημερίδας Χέρμπερτ Μάθιους.

Την 1η Ιανουαρίου 1959 ο Φιντέλ εισέρχεται θριαμβευτής στην Αβάνα, απελευθερώνοντας από τα δεσμά της αμερικανοκίνητης δικτατορίας έναν ολόκληρο λαό. Η επαναστατική κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του Κάστρο, αναλαμβάνει τα ηνία της Κούβας, ο αδελφός του Φιντέλ, Ραούλ, ορίζεται επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Το Νοέμβριο του 1960 μεταβαίνει στη Νέα Υόρκη όπου δίνει βαρυσήμαντη ομιλία στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1961, ο Φιντέλ αναχαιτίζει επιτυχώς την επιχείρηση κουβανών μισθοφόρων και του αμερικανικού στρατού να εισβάλλουν στη χώρα από τον λεγόμενο Κόλπο των Χοίρων (Bay of the Pigs). Τον Οκτώβριο του 1962 οι κουβανο-αμερικανικές σχέσεις φτάνουν στο ναδίρ, με αφορμή την πρόθεση της Σοβιετικής Ένωσης να εγκαταστήσει πυρηνικά όπλα στο έδαφος της Κούβας. Ο Κάστρο δεν πτοείται από την επιθετικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και συνεχίζει να παρέχει υποστήριξη σε επαναστατικά, αντι-ιμπεριαλιστικά, κινήματα άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής. Τον Ιούλιο του 1967 ο Φιντέλ πρωτοστατεί στην ίδρυση του Λατινοαμερικάνικου Οργανισμού Αλληλεγγύης.

Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 ο Φιντέλ κυβερνά την Κούβα με σταθερότητα παρά τη μόνιμη εχθρότητα της Ουάσινγκτον, έχοντας εμφυσήσει στη νέα γενιά κουβανών την επαναστατική ιδεολογία. Το 1975 λαμβάνει χώρα η στρατιωτική ανάμειξη της Κούβας στην Ανγκόλα, με σκοπό την στήριξη του αριστερού απελευθερωτικού κινήματος  της χώρας ενάντια στην – υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ – εισβολή των δυνάμεων της Νότιας Αφρικής και του Ζαίρ. Ο Φιντέλ αποφασίζει να στηρίξει το λαό της Ανγκόλας και πάλι το 1988 ενάντια στην απειλή του νοτιοαφρικανικού στρατού του Άπαρτχαιντ και ισχυρές κουβανικές δυνάμεις πρωτοστατούν στη μάχη του Κουίτο Κουαναβάλε που διήρκησε σχεδόν τρείς μήνες.

Το 1996 ο κουβανός ηγέτης επισκέπεται τις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1998 υποδέχεται στην Αβάνα τον Πάπα Ιωάννη Παύλο ΙΙ. Αντιμετωπίζοντας αυξανόμενα προβλήματα υγείας, σε ηλικία 80 ετών, παραδίδει τη σκυτάλλη της εξουσίας στον αδελφό του Ραούλ τον Ιούλιο του 2006. Παραμένει ωστόσο τακτικός δημόσιος σχολιαστής των γεγονότων, μέσω της στήλης του στη Γκράνμα γνωστής ως «Reflexiones de Fidel», με καθοριστική επιρροή στην κουβανική πολιτική.

(Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)