Βιβλιοκριτική: Fidel & Che: A Revolutionary Friendship (Simon Reid-Henry)

Fidel Che Revolutionary Friendship book coverΚριτική του βιβλίου “Fidel & Che: A Revolutionary Friendshipτου Σάιμον Ρέϊντ-Χένρι, Sceptre, 2009. Εμπεριέχει στοιχεία και από το βιβλίο της Helen Yaffe, “Che Guevara: The Economics of Revolution” (Palgrave).

Του Ρίτσαρντ Γκοτ*.

Οι Επαναστάσεις πάντα αναδείκνυαν ενδιαφέροντες ηγέτες. Εντυπωσιακές μορφές προέκυψαν στη Γαλλία στα 1790: Ροβεσπιέρος, Νταντόν, Σεντ Ζυστ, Ναπολέων – ένα καταπληκτικό σύνολο ταλέντου. Στη Ρωσική Επανάσταση κυριάρχησε ένας γαλαξίας πρωτοτυπίας και πρωτοβουλίας: Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν, Μπουχάριν. Η Δημοκρατική πολιτική ιστορία, σε οποιαδήποτε δεκαετία, απεναντίας, έχει συγκριτικά να προσφέρει ελάχιστα τέτοια παραδείγματα. Οι αριστεροί ιστορικοί ήταν κάποτε εχθρικοί στην ιδέα ότι το παρελθόν ήταν γεμάτο από “σπουδαίες προσωπικότητες” (που συνήθως είναι άνδρες), αν και πρόσφατα οι ομοϊδεάτες του Ντέιβιντ Στάρκλεϊ έχουν αναβιώσει αυτήν την συντηρητική άποψη με κάποια εμπορική επιτυχία. Παρ’ ότι παραμένει αληθές ότι οι επαναστάσεις είναι γεναιόδωρες στην παραγωγή επαναστατών – όταν κάποιος πεθαίνει υπάρχει πάντα κάποιος να πάρει τη θέση του – πρέπει να έχεις ιδιαίτερη έλλειψη ρομαντισμού ώστε να μην αναγνωρίσεις πως η Ιστορία θα είχε διαφορετική γεύση εάν, ας πούμε, ο Φιντέλ Κάστρο και ο Τσε Γκεβάρα είχαν πεθάνει και οι δύο στα κουβανικά παράλια το Δεκέμβρη του 1956, όταν προσάραξαν με το πλοιάριο Γκράνμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στην πτώση του Μπατίστα συνέβαλλε η κατάρρευση της τιμής της ζάχαρης, αλλά η Κούβα, ως παγκόσμιο φαινόμενο, δεν θα είχε ποτέ την λαμπερή της λάμψη χωρίς τα φωτογενή και χαρισματικά χαρακτηριστικά των πρώτων αρχηγών της Επανάστασης.

Εισερχόμενος σε γνωστά μονοπάτια, ο Σάϊμον Ρέϊντ-Χένρι είχε την φαεινή ιδέα να γράψει μια διπλή βιογραφία των δύο αυτών ανδρών (Φιντέλ και Τσε) κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που ήταν μαζί. Είναι μια τόσο έξυπνη και προφανής σκέψη που αποτελεί έκπληξη πως κανένας δεν το είχε επιχειρήσει στο παρελθόν. Το έκανε ο Μπέρτραμ Γούλφ με το βιβλίο “Οι Τρείς που έκαναν την Επανάσταση”, δημοσιευθέν το 1948, ένας καθηλωτικός απολογισμός της Ρωσικής Επανάστασης μέσα από τις δραστηριότητες των Λένιν, Τρότσκι και Στάλιν, αλλά κανένας δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο με το παράδειγμα των Κάστρο και Γκεβάρα. Το αποτέλεσμα είναι μια πειστική ρεβιζιονιστική ερμηνεία της Κουβανικής Επανάστασης, που είναι και ακαδημαϊκή και προσιτή (στο πλατύ κοινό). Βασιζόμενος στις γνώσεις του πάνω στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, καθως και την κατάθεση επιπλέον υλικού απο διάφορα αρχεία, ο Ρεϊντ-Χένρι εισέρχεται θαραλλέα στο μυαλό των δύο πρωταγωνιστών με υψηλό βαθμό αληθοφάνειας.

Ο Κάστρο παρέμεινε αβέβαιος για το αν πράγματι αντιλήφθηκε, ή ενέκρινε, την οικονομική στρατηγική του Τσε στο υπουργείο βιομηχανίας και η οποία αμφισβητήθηκε αρκετά από άλλα κυβερνητικά ιδρύματα με οικονομικές αρμοδιότητες. Τα ζητήματα που αναδείχθηκαν, γνωστά ορισμένες φορές ως “Η Μεγάλη Συζήτηση”, αφορούσαν αρκετά διαφορετικού είδους θέματα: η σχετική σημασία που δόθηκε στην εκβιομηχάνιση αντί της αγροτικής παραγωγής, το ερώτημα των ηθικών αντί υλικών κινήτρων και η καταλληλότητα του εισαγόμενου σοβιετικού οικονομικού μοντέλου.

Ένας πλήρης απολογισμός αυτής της σημαντικής αλλά δυσνόητης ιδεολογικής διαπάλης περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Έλεν Γιάφε, Che Guevara: The Economics of Revolution (Palgrave Macmillan, 2009). Ένα μεχρί σήμερα άγνωστο πεδίο έρευνας, βασιζόμενο σε ευρεία έρευνα στα αρχεία αλλα και συνεντεύξεις με δεκάδες ζώντες συνεργάτες του Γκεβάρα, αποτελεί πραγματικά πρωτογενή συμβολή στη γνώση μας για τις εσωτερικές διαδικασίες της Κουβανικής Επανάστασης. Ο Γκεβάρα αντιλήφθηκε το σοβιετικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, που αναμφίβολα ήταν χρήσιμο τη δεκαετία του 1920 όταν και πρωτοεφαρμόστηκε, ως ασύμβατο για τη δεκαετία του 1960. Ενδιαφέρονταν περισσότερο για την (λογιστική, οικονομικοτεχνική) οργάνωση των σύγχρονων αμερικανικών καπιταλιστικών συστημάτων, από τα οποία η Κούβα είχε ήδη μια εμπειρία σε αντίθεση με την Σοβιετική Ένωση. Εάν το μέλλον του σοσιαλισμού είναι συνδεδεμένο με τον κρατικό καπιταλισμό, υποστήριζε ο Γκεβάρα, τότε ίσως μπορούμε να μάθουμε περισσότερα από την Αμερική παρά απ’ τη Ρωσία…

Ο Φιντέλ και ο Τσε τα πήγαιναν καλά μαζί, είχαν την ίδια αντίληψη σε πολλά σημαντικά ζητήματα, τα διαφορετικά ταλέντα τους συμπλήρωναν το ένα τ’ άλλο. Ήταν πολλοί διαφορετικοί. Στο βιβλίο της Γιάφε παρουσιάζεται μια ανέκδοτη μέχρι πρότινος πτυχή της σχέσης τους. Τον Οκτώβρη 1961, ο Τσε σημείωσε την “καταπληκτική ικανότητα” του Φιντέλ να πλησιάζει τον κόσμο και να δημιουργεί απευθείας επαφή με τις μάζες. Σε αντίθεση με αυτό, είπε ο Τσε σε μια συνάντηση στο υπουργείο βιομηχανίας, “δε γνωρίζω ούτε ένα καμπαρέ, σινεμά η παραλία… πρακτικά δεν έχω βρεθεί σε οικογενειακό σπίτι στην Αβάνα, δεν γνωρίζω πως ζούν οι κουβανοί, γνωρίζω μόνο στατιστική, αριθμούς ή προϋπολογισμούς…”. Η αυστηρή λιτότητα της επαναστατικής εμφάνισης και καθημερινής πρακτικής του Τσε τον τοποθετεί κοντύτερα στο Ροβεσπιέρο παρά στο Νταντόν.

Το βιβλίο του Ρεϊντ-Χένρι περιγράφει την ιστορία περισσότερο συνοπτικά από τα περισσότερα γιγαντιαία βιβλία-βιογραφίες που έχουν δημοσιευθεί για τον Φιντέλ και τον Τσε. Έχει όμως τις αδυναμίες του. Ακολουθεί προηγηθείσες ιστορίες δίνοντας βάση στην πρώϊμη περίοδο του ανταρτοπολέμου (παίρνει 200 σελίδες, το μισό βιβλίο, για να φτάσει στο 1959) και έπειτα είναι υποχρεωμένος να περάσει τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, που είναι ενδιαφέροντα και ταραχώδη, με σχετική βιασύνη. Γράφει με την ψυχολογική ματιά ενός μυθιστοριογράφου, αν και κάποιος θα μπορούσε να δυσανασχετήσει με τα μωβ κείμενα όπου αφήνει την φαντασία του να τρέψει πέρα απ’ τα υπάρχοντα στοιχεία. Είναι συχνά απρόσεκτος με τις ημερομηνίες και υπεροπτικός όταν συστήνει, ή σε άλλες περιπτώσεις αγνοεί επιδεικτικά, κάποιους εξέχουσας σημασίας ιστορικούς χαρακτήρες.

Με την σημερινή οπτική και προοπτική, ο συγγραφέας λίγο έως πολύ υποβιβάζει το ρόλο του αδελφού του Φιντέλ, του τωρινού προέδρου της Κούβας. Ο Ραούλ Κάστρο, χωρίς τα χαρίσματα του αδελφού του, ήταν πάντοτε ηγετικό στέλεχος, κυρίως δε με την στενή στρατιωτική συνεργασία που ανέπτυξε με την Σοβιετική Ένωση επί τριάντα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν συγκέντρωσε τα φώτα επάνω του και παραμένει “σκιώδης” σε αυτό το βιβλίο, όπως και σε προηγηθήσες βιογραφίες του αδελφού του και του Γκεβάρα. Για ένα βιβλίο σχετικό με την Κούβα ο τίτλος “Οι Τρείς που έκαναν την Επανάσταση” θα ήταν επίσης ένας καλός τίτλος.

 * Το κείμενο του Ρ.Γκοτ γράφτηκε για το London Review of Books αλλά δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. O Γκοτ (γεν.1938) είναι βρετανός δημοσιογράφος και ιστορικός. Μετάφραση – Επιμέλεια: Ν.Μόττας / Guevaristas.

Advertisements

Richard Gott: Ανταπόκριση από το Βαλεγκράντε

Ο Ρίτσαρντ Γκοτ ήταν ανταποκριτής της βρετανικής εφημερίδας Guardian στη Λατινική Αμερική την εποχή που ο Τσε πολεμούσε στη Βολιβία. Ήταν ο πρώτος ξένος δημοσιογράφος που είδε το νεκρό Γκεβάρα, λίγες μόνο ώρες μετά την εκτέλεση του από το Μάριο Τεράν. Ο ίδιος ο Γκοτ περιγράφει την εμπειρία του στο βιβλίο «Rural guerrillas in Latin America» (Thomas Nelson, 1970) που εξεδώθη στο Λονδίνο.

8 Οκτωβρίου 1967.

Εκείνη την Κυριακή ο καιρός ήταν ζεστός και στις οκτώμισι το βράδυ περιφερόμασταν με έναν άγγλο φίλο στην κεντρική πλατεία της Σάντα Κρουζ στην ανατολική Βολιβία, όταν κάποιος μας έγνεψε από το τραπεζάκι ενός καφενείου. «Έχω νέα για σας», μας είπε. «Ο Τσε;», ρωτήσαμε, γιατί το ενδεχόμενο να συλληφθεί ο Τσε στριφογύριζε στο μυαλό μας από μία εβδομάδα. Πριν από λίγες ημέρες βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Βαγεγκράντε και είχαμε ακούσει το συνταγματάρχη Χοακίν Σεντένο Ανάγια, διοικητή της όγδοης μεραρχίας των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, να εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα στρατεύματά του θα βάλουν τον Τσε στο χέρι πριν από το τέλος της εβδομάδας. Μας εξήγησε μάλιστα ότι είχαν ενισχυθεί από 600 «ρέιντζερ», φρέσκους από το στρατόπεδο εκπαίδευσης που διηύθυναν οι Ειδικές Δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών βορείως της Σάντα Κρουζ. Είπε ακόμη πώς έγινε η περικύκλωση των ανταρτών. Δυνατότητα διαφυγής υπήρχε μόνο από τη μία πλευρά, κι εκεί ο στρατός είχε σκορπίσει στρατιώτες μεταμφιεσμένους σε αγρότες, ώστε να σημάνουν αμέσως συναγερμό μόλις δουν τους αντάρτες να περνούν από αυτό το σημείο. Από τα στοιχεία που μας είχαν δώσει κάτοικοι ενός χωριού στο οποίο μπήκαν οι αντάρτες περί το τέλος Σεπτεμβρίου, καθώς και από τη μαρτυρία δύο ανταρτών που είχαν συλληφθεί, δεν μας έμενε η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Τσε ήταν ο επικεφαλής τούτης της περικυκλωμένης ομάδας.

«Ο Τσε συνελήφθη», μας είπε ο γνωστός μας στο καφενείο, «αλλά είναι τραυματισμένος σοβαρά και μπορεί να μη βγάζει τη νύχτα. Οι υπόλοιποι αντάρτες παλεύουν απεγνωσμένα να τον πάρουν πίσω, ενώ ο διοικητής του λόχου ζητά να τους στείλουν ελικόπτερο ώστε να μπορέσουν να τον φυγαδεύσουν μακριά. Ο διοικητής είναι σε τέτοια αναστάτωση, ώστε τα λόγια του ήταν εντελώς ακατάληπτα. Το μόνο που κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν εκείνοι που τον άκουγαν ήταν η κραυγή ‘Τον πιάσαμε, τον πιάσαμε'». Ο πληροφοριοδότης μας συνέχισε λέγοντας ότι πρέπει να νοικιάσουμε ελικόπτερο και να πετάξουμε αμέσως στην περιοχή των ανταρτών. Δεν ήξερε αν ο Τσε ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει, αλλά διαισθανόταν ότι οι πιθανότητες να ζήσει ήταν πλέον ελάχιστες. Δεν είχαμε χρήματα να νοικιάσουμε ελικόπτερο, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο, άσε που σε κάθε περίπτωση στη Βολιβία είναι αδύνατη η πτήση μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι νοικιάσαμε ένα τζιπ και στις 4 το πρωί της Δευτέρας 9 Οκτωβρίου πήραμε το δρόμο για τη Βαγεγκράντε. Φθάσαμε πεντέμισι ώρες αργότερα και κατευθυνθήκαμε αμέσως στο αεροδρόμιο.

Ο μισός πληθυσμός της μικρής πόλης έμοιαζε να περιμένει εκεί, οι μαθητές ντυμένοι στα άσπρα και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι ανυπόμονοι να εξασφαλίσουν φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, εδώ είχαν φέρει το σώμα του βολιβιανού αντάρτη «Κόκο» Περέντο και του Κουβανού «Μιγκέλ». Και στο νεκροταφείο κοντά στο αεροδρόμιο είχε ήδη ταφεί η «Τάνια», η όμορφη αντάρτισσα που σκοτώθηκε με άλλους εννέα στις 31 Αυγούστου στο Ρίο Γκράντε, σε ενέδρα όπου οδηγήθηκε με μπαμπεσιά. Οι κάτοικοι της Βαγεγκράντε έχουν πλέον εθιστεί σε τούτα τα πήγαιν’ έλα του στρατού. Τα παιδιά έμοιαζαν περισσότερο αναστατωμένα. Έδειχναν με το χέρι στο βάθος του ορίζοντα και χοροπηδούσαν, καθώς τα μάτια τους βλέπουν μακρύτερα από τα μάτια των ενηλίκων. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα διακρίναμε ένα σημαδάκι στον ουρανό που σύντομα μεταμορφώθηκε σε ελικόπτερο. Μετέφερε δύο νεκρούς φαντάρους, δεμένους στα πέδιλά του. Τους έλυσαν βιαστικά και τους φόρτωσαν χωρίς πολλά πολλά σε ένα φορτηγό για να τους κουβαλήσει στην πόλη. Καθώς όμως το πλήθος διαλυόταν, εμείς μείναμε πίσω και φωτογραφίσαμε τα κιβώτια με τα ναπάλμ, προσφορά των βραζιλιάνικων ενόπλων δυνάμεων, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του αεροδρομίου. Και με τηλεφακό πήραμε φωτογραφίες ενός άνδρα με πράσινη στολή χωρίς διακριτικά, για τον οποίο μάθαμε ότι είναι πράκτορας της CIA.

Τέτοια επίδειξη θράσους από ξένους δημοσιογράφους – γιατί ήμασταν οι πρώτοι που έφθασαν στη Βαγεγκράντε – δεν ήταν νοητή, κι έτσι ο πράκτορας της CIA συνοδευόμενος από μερικούς βολιβιανούς αξιωματικούς επιχείρησε να μας πετάξει έξω από την πόλη. Ήμαστε όμως εφοδιασμένοι με κάμποσα διαπιστευτήρια ώστε να μπορούμε να αποδείξουμε την «καλή μας πίστη», οπότε ύστερα από αρκετή συζήτηση μας επιτράπηκε να παραμείνουμε. Το ένα και μοναδικό ελικόπτερο σηκώθηκε και πάλι και κατευθύνθηκε προς την εμπόλεμη ζώνη, τριάντα περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, μεταφέροντας και το συνταγματάρχη Σεντένο. Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι επέστρεψε με το συνταγματάρχη θριαμβευτή, ανίκανο να κρύψει το πλατύ του χαμόγελο. Ο Τσε πέθανε, ανακοίνωσε. Είδε το πτώμα και δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία. Ο συνταγματάρχης Σεντένο είναι έντιμος άνθρωπος, άμαθος να αποκαλύπτει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα και δεν υπήρχε λόγος να τον αμφισβητήσουμε. Τρέξαμε στο μικρό ταχυδρομικό γραφείο και δώσαμε τα τηλεγραφήματά μας προς τον έξω κόσμο σε έναν αιφνιδιασμένο και δύσπιστο υπάλληλο. Κανείς μας δεν πίστευε και πολύ ότι θα κατάφερναν να φθάσουν στον προορισμό τους.

Τέσσερις ώρες αργότερα, στις 5 ακριβώς, το ελικόπτερο γύρισε και πάλι, κουβαλώντας αυτή τη φορά ένα και μοναδικό μικρό σώμα δεμένο στα πέδιλά του. Αντί όμως να προσγειωθεί κοντά στο σημείο που βρισκόμαστε, όπως έκανε τις προηγούμενες φορές, σταμάτησε στο κέντρο του αεροδρομίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των δημοσιογράφων. Αμέσως μας απαγορεύτηκε να διασπάσουμε τον κλοιό που σχημάτισαν αποφασισμένοι στρατιώτες. Πολύ γρήγορα, το πτώμα φορτώθηκε σε ένα κλειστό βαν μάρκας σέβρολετ που ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πηδήξαμε στο τζιπ που περίμενε εκεί δίπλα και ο τολμηρός οδηγός μας πήρε το βαν στο κατόπι. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, η σέβρολετ έκανε μια απότομη στροφή και μπήκε στον περίβολο ενός νοσοκομείου. Οι στρατιώτες επιχείρησαν να κλείσουν την πύλη προτού περάσουμε, αλλά ήμαστε αρκετά κοντά και τους εμποδίσαμε να το πετύχουν.

Η σέβρολετ ανηφόρισε μια απότομη πλαγιά και σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό παράπηγμα με καλαμωτή οροφή και τη μία πλευρά ανοιχτή στον ουρανό. Κατεβήκαμε από το τζιπ και τρέξαμε στην πίσω πόρτα του βαν προτού ανοίξει. Την ώρα που άνοιγε, πετάχτηκε έξω ο πράκτορας της CIA, ουρλιάζοντας στα αγγλικά: «Εντάξει, ας ξεκουμπιστούμε τώρα γρήγορα». Ο κακομοίρης ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι δύο άγγλοι δημοσιογράφοι περίμεναν στις δύο πλευρές της πόρτας.

Μέσα στο βαν, πάνω σε φορείο, βρισκόταν η σορός του Τσε Γκεβάρα. Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι ήταν αυτός. Τον είχα δει μία και μοναδική φορά πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια στην Αβάνα και δεν ήταν από τις μορφές που ξεχνάς εύκολα. Από τότε, η προσωπική μου ανάμνηση είχε αναμφίβολα επηρεαστεί από τις συχνές φωτογραφίες του στον τύπο και ομολογώ ότι είχα λησμονήσει το κορακίσιο χρώμα του μικρού γενιού του. Μου φάνηκε πιο κοντός και πιο αδύνατος απ’ ό,τι θυμόμουν. Οι μήνες της ζωής στη ζούγκλα είχαν προφανώς αφήσει τα ίχνη τους. Παρά τα ερωτηματικά, δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον Γκεβάρα. Όταν έβγαλαν έξω το πτώμα και το ακούμπησαν σε ένα πρόχειρο τραπέζι μέσα στο παράπηγμα που τους λιγότερο ταραγμένους καιρούς χρησίμευε για πλυσταριό, ήμουν πια βέβαιος ότι ο Γκεβάρα ήταν νεκρός. Το σχήμα του γενιού, το περίγραμμα του προσώπου και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά δεν μπορούσαν να ανήκουν σε άλλον. Φορούσε πράσινη στολή εκστρατείας στο χρώμα της ελιάς και ένα τζάκετ με φερμουάρ. Στα πόδια φορούσε πράσινες ξεθωριασμένες κάλτσες και χειροποίητα παπούτσια. Καθώς ήταν ντυμένος, δυσκολευόμουν να δω πού ακριβώς είχε πληγωθεί. Είχε δύο φανερές οπές στη βάση του λαιμού και αργότερα, όταν καθάριζαν το σώμα, είδα μία ακόμη πληγή στο στομάχι. Δεν αμφισβητώ ότι είχε πληγές στα πόδια και κοντά στην καρδιά, αλλά δεν τις είδα. Οι γιατροί εξέταζαν τις πληγές του λαιμού και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να υποθέσω ότι έψαχναν για τη σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα ετοίμαζαν το σωληνάκι που θα οδηγούσε τη φορμόλη στο σώμα για να το συντηρήσει. Ένας από τους γιατρούς άρχισε να καθαρίζει τα χέρια του νεκρού αντάρτη που ήταν καλυμμένα με αίμα. Αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε τίποτε απωθητικό στο πτώμα.

Ο Τσε έμοιαζε ζωντανός. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και λαμπερά, και δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να του τραβήξουν το χέρι έξω από το τζάκετ. Πρέπει να μην είχε πεθάνει πριν από πολλές ώρες και τη στιγμή εκείνη δεν πίστευα ότι δολοφονήθηκε μετά τη σύλληψή του. Όλοι υποθέταμε τότε ότι πέθανε από τις πληγές του και από έλλειψη ιατρικής φροντίδας τις πρώτες ώρες του πρωινού της Δευτέρας.

Οι άνθρωποι γύρω από το πτώμα ήταν περισσότερο αποκρουστικοί από το νεκρό: Μια καλόγρια που δεν μπορούσε να κρύψει το χαμόγελό της και κάποιες φορές γελούσε δυνατά. Αξιωματικοί που κατέφθαναν με τις ακριβές τους μηχανές για να απαθανατίσουν τη σκηνή. Και, προφανώς, ο πράκτορας της CIA. Έμοιαζε να είναι επικεφαλής της όλης επιχείρησης και γινόταν έξαλλος κάθε φορά που κάποιος τον σημάδευε με τη φωτογραφική του μηχανή. «Από πού είσαι εσύ;», τον ρωτήσαμε στα αγγλικά, προσθέτοντας για πλάκα: «Από την Κούβα; Το Πόρτο Ρίκο;» Δεν έδειξε να διασκεδάζει και απάντησε κοφτά στα αγγλικά: «Από πουθενά». Τον ξαναρωτήσαμε αργότερα, αλλά τούτη τη φορά απάντησε στα ισπανικά «Que dice?» και υποκρίθηκε ότι δεν καταλαβαίνει αγγλικά. Ήταν ένας κοντός, γεροδεμένος τριανταπεντάρης με βαθουλωτά γουρουνίσια μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Δύσκολο να καταλάβεις αν ήταν Βορειοαμερικάνος ή κουβανός εξόριστος, γιατί μιλούσε αγγλικά και ισπανικά με την ίδια ευκολία και χωρίς ίχνος ιδιαίτερης προφοράς. Αργότερα ανακάλυψα ότι λέγεται Εντι Γκονζάλες και ήταν ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου στην Αβάνα πριν από την κουβανέζική επανάσταση.