Κονγκό (Congo)

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ή αλλιώς Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό γνωστή στη γαλλική γλώσσα ως «République Démocratique du Congo» (πρώην Ζαΐρ) είναι μια χώρα της Κεντρικής Αφρικής με πληθυσμό περίπου 68.693.000 κατοίκους (εκτίμηση 2009) και έκταση 2.345.410 km². Η χώρα χαρακτηρίζεται και πήρε το όνομά της από τον μεγάλο ποταμό Κονγκό, ο οποίος με τους παραποτάμους του διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Κόνγκο, ενώ προς τα ανατολικά του κλείνεται από το υδάτινο τείχος των λιμνών Ταγκανίκα, Κίβου, Εδουάρδου, Αλβέρτου κ.ά. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η Κινσάσα.

Το Κονγκό αποτέλεσε τον δεύτερο (μετά την Κούβα και πριν τη Βολιβία) «επαναστατικό σταθμό» του Τσε Γκεβάρα, με σκοπό την οργανωτική ενίσχυση του Λαϊκού

Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).

Απελευθερωτικού Στρατού. Ο Τσε, έχοντας το ονοματεπώνυμο Ραμόν Μπενίτεζ, έφτασε τον Απρίλιο του 1965 στη χώρα, έχοντας μαζί του δώδεκα κουβανούς πολεμιστές, και ανέλαβε να προετοιμάσει το έδαφος γιά μιά σειρά ανταρτοπολέμων στην καρδιά της Αφρικής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο της Αλγερίας, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, ο Γκεβάρα έβλεπε την Αφρική ως τον «αδίναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού» που είχε δυνατότητες να δημουργήσει επαναστατικά κινήματα. Ο τότε ισχυρός άνδρας του αραβικού κόσμου και πρόεδρος της Αιγύπτου, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ δεν είδε με καλό μάτι την κίνηση του Τσε (τον οποίο είχε γνωρίσει), θεωρώντας ότι η όλη προσπάθεια γιά δημιουργία επαναστατικού θύλακα στο Κονγκό θα οδηγούνταν σε αποτυχία.

Τον Τσε Γκεβάρα και τη μικρή – αρχικά – ομάδα του ενίσχυσαν περίπου 100 αφροκουβανοί στρατιώτες που ήρθαν από την Κούβα γιά να ενισχύσουν τους κονγκολέζους αντάρτες. Ο Τσε συνεργάστηκε με το Κίνημα «Σίμπα», μιά μαρξιστικών ιδεών ομάδα που είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια πριν. Ταυτόχρονα, η κουβανική αποστολή συνεργάστηκε με τον αφρικανό αντάρτη Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά, με σκοπό την ένοπλη αντιμετώπιση των δυνάμεων της δικτατορίας που είχε δολοφονήσει το νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο Πατρίς Λουμούμπα το 1961.

Σημειώσεις γιά τη μελέτη της Κουβανικής Επανάστασης

Αυτή είναι μία μοναδική επανάσταση που μερικοί άνθρωποι θεωρούν ότι αντιφάσκει με μία από τις πιο ορθόδοξες αρχές του επαναστατικού κινήματος, όπως την εξέφρασε ο Λένιν: «Χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα». Μπορούμε να πούμε πως η επαναστατική θεωρία, ως έκφραση μιας κοινωνικής αλήθειας, υπερβαίνει κάθε διακήρυξή της, δηλαδή, ακόμα και αν η θεωρία δεν είναι γνωστή, η επανάσταση μπορεί να επιτύχει αν η ιστορική αλήθεια ερμηνευτεί σωστά και αν οι εμπλεκόμενες δυνάμεις χρησιμοποιηθούν με το σωστό τρόπο. Κάθε επανάσταση, πάντα συνδυάζει διαφορετικές τάσεις, οι οποίες παρόλα αυτά ταυτίζονται στην πράξη και όσον αφορά τους άμεσους στόχους της επανάστασης.

Είναι ξεκάθαρο, πως αν οι ηγέτες έχουν μία στοιχειώδη θεωρητική γνώση πριν τη δράση, μπορούν να αποφύγουν δοκιμές και σφάλματα, όταν αυτή η θεωρία ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτής της επανάστασης δεν διέθεταν συνεπή θεωρητικά κριτήρια, αλλά δεν μπορούμε να πούμε πως ήταν αδαείς ως προς αρκετές παραμέτρους της ιστορίας, της κοινωνίας, της οικονομίας, και των επαναστάσεων που απασχολούν τον κόσμο σήμερα. Η βαθιά γνώση της πραγματικότητας, η στενή επαφή με το λαό, η σταθερότητα των στόχων του απελευθερωτή καθώς και η πρακτική επαναστατική εμπειρία, έδωσαν στους ηγέτες αυτούς την ευκαιρία να διαμορφώσουν ένα πιο πλήρες θεωρητικό σύστημα.

Όλα αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν ως μία εισαγωγή στην εξήγηση αυτού του περίεργου φαινομένου που ευαισθητοποίησε όλο τον κόσμο: την Κουβανική Επανάσταση. Είναι άξιο διερεύνησης, στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, πώς και γιατί μία ομάδα ανθρώπων, κατεστραμμένη από έναν ασύγκριτα ανώτερο, σε τεχνική και εξοπλισμό, στρατό κατάφερε καταρχήν να επιβιώσει, να γίνει δυνατή και αργότερα δυνατότερη από τον εχθρό στα πεδία της μάχης, να συνεχίσει κατόπιν σε νέες ζώνες μετώπου και τελικά να νικήσει τον εχθρό, αν και τα στρατεύματά της ήταν ακόμα μικρότερα σε αριθμό.

Φυσικά, εμείς που δεν δείχνουμε το απαιτούμενο ενδιαφέρον για την θεωρία, δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να εκθέσουμε την αλήθεια της κουβανικής επανάστασης ως να ήμασταν οι αυθεντίες της. Θα προσπαθήσουμε απλά να δώσουμε τις βάσεις για την ερμηνεία αυτής της αλήθειας. Στην πραγματικότητα, η κουβανική επανάσταση θα πρέπει να διαχωριστεί σε δύο διακριτά επίπεδα: εκείνο της ένοπλης δράσης μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1959, και των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρυθμίσεων που ακολούθησαν.

Ακόμα και αυτά τα δύο επίπεδα, πρέπει να υποδιαιρεθούν, ωστόσο δεν θα ασχολήθουμε με αυτά υπό το πρίσμα της ιστορικής έκθεσης, αλλά από την οπτική της εξέλιξης της επαναστατικής σκέψης των ηγετών τους, μέσω της επαφής τους με τον λαό. Με την ευκαιρία, εδώ πρέπει να τοποθετηθούμε γενικά απέναντι σε έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους όρους του σύγχρονου κόσμου: τον μαρξισμό. Όταν μας ρωτούν αν είμαστε Μαρξιστές, η θέση μας είναι η ίδια με εκείνη ενός φυσικού ή βιολόγου στο ερώτημα αν είναι «με τον Νεύτωνα» ή «με τον Παστέρ» αντίστοιχα.

Υπάρχουν αλήθειες τόσο εμφανείς και μέρος της ανθρώπινης γνώσης, ώστε είναι σήμερα άσκοπο να τις συζητούμε. Πρέπει να είναι κανείς «Μαρξιστής», τόσο φυσικά όσο είναι κάποιος με τον Νεύτωνα στη φυσική ή με τον Παστέρ στη βιολογία, αναλογιζόμενος πως αν νέα δεδομένα καθορίσουν νέες αντιλήψεις, οι αντιλήψεις αυτές δεν στερούν από τις παλαιότερες το μέρος της αλήθειας που κατέχουν. Τέτοια είναι για παράδειγμα η περίπτωση της σχετικότητας του Αϊνστάιν ή της κβαντικής θεωρίας του Πλανκ, σε σχέση με τις ανακαλύψεις του Νεύτωνα. Δεν αφαιρούν τίποτα από το μεγαλείο του σοφού Άγγλου. Χάρη στο Νεύτωνα, η φυσική κατάφερε να εξελιχθεί ανακαλύπτοντας νέες έννοιες του διαστήματος. Ο σοφός Άγγλος πρόσφερε το αναγκαίο σκαλοπάτι για τους επόμενους.

Οι εξελίξεις στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, όπως και σε άλλους τομείς, αποτελούν τμήματα μίας μακράς ιστορικής πορείας, που συνδέονται μεταξύ τους, αλληλοπροστίθενται και διαρκώς οδηγούν σε βελτιώσεις. Στις αρχές της ιστορίας του ανθρώπου, υπήρξαν τα μαθηματικά των Κινέζων, των Αράβων ή των Ινδών. Σήμερα, τα μαθηματικά δεν έχουν σύνορα. Στην πορεία της ιστορίας, υπήρξε ένας Έλληνας Πυθαγόρας, ένας Ιταλός Γαλιλαίος, ένας Άγγλος Νεύτωνας, ένας Γερμανός Γκάους, ένας Ρώσος Λομπατσέφκσι, ένας Αϊνστάιν κ.λπ. Έτσι και στον τομέα των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, από το Δημόκριτο μέχρι τον Μαρξ, μία μακρά σειρά από στοχαστές πρόσθεσαν τις δικές τους πρωτότυπες έρευνες και διαμόρφωσαν ένα σώμα εμπειρίας και αντιλήψεων.

Η συνεισφορά του Μαρξ είναι πως ξαφνικά παρήγαγε μία ποιοτική αλλαγή στην ιστορία της κοινωνικής σκέψης. Ερμηνεύει την ιστορία, κατανοεί τη δυναμική της και προβλέπει το μέλλον (πράγμα που από μόνο του ικανοποιεί την επιστημονική του υποχρέωση), αλλά επί πρόσθετα εκφράζει μία επαναστατική αντίληψη: ο κόσμος δεν αρκεί να ερμηνευτεί αλλά θα πρέπει να μεταβληθεί. Ο άνθρωπος παύει να αποτελεί δούλο και εργαλείο του περιβάλλοντός του, μετατρέποντας τον εαυτό του σε αρχιτέκτονα της μοίρας του. Εκείνη τη στιγμή, ο Μαρξ θέτει τον εαυτό του στόχο όλων εκείνων που ενδιαφέρονται να διατηρήσουν την παλιά τάξη, όπως άλλοτε με τον Δημόκριτο του οποίου το έργο κάηκε από τον Πλάτωνα και τους ακόλουθούς του, τους ιδεολόγους της Αθηναϊκής αριστοκρατίας των δούλων. Με αφετηρία τον επαναστατικό Μαρξ, μία πολιτική ομάδα με στέρεες ιδέες εδραιώθηκε. Βασιζόμενη στος γίγαντες Μαρξ και Έγγελς, εξελίχθηκε σταδιακά χάρη σε προσωπικότητες όπως ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Μάο Τσετούνγκ και οι νέοι ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας, διαμόρφωσε ένα σύνολο δογμάτων και ας μας επιτραπεί να πούμε, παραδείγματα για να ακολουθήσουμε.

Η κουβανική επανάσταση παίρνει τον Μαρξ από το σημείο εκείνο στο οποίο ο ίδιος εγκατέλειψε την επιστήμη για να φέρει στον ώμο το επαναστατικό τουφέκι. Και τον πιάνει από εκείνο το σημείο, όχι με διάθεση ρεβιζιονισμού ενάντια αυτών που ακολουθούν τον Μαρξ ή αποκατάστασης ενός «καθαρού» Μαρξ, αλλά γιατί σε εκείνο το σημείο, ο επιστήμονας Μαρξ, έθετε τον εαυτό του έξω από την Ιστορία, την οποία μελετούσε και προέβλεπε. Ήταν από εκεί και πέρα που ο επαναστάτης Μαρξ μπορούσε να αγωνιστεί μέσα στην Ιστορία.

Εμείς οι πρακτικοί επαναστάτες ακολουθούμε απλώς τους νόμους που προέβλεψε ο Μαρξ, ο επιστήμονας. Προσαρμοζόμαστε στις προβλέψεις του επιστήμονα Μαρξ, καθώς διασχίζουμε τον δρόμο της εξέγερσης, αντιπαλεύοντας την παλαιά δομή εξουσίας, στηριζόμενοι στο λαό για την καταστροφή αυτής της δομής και έχοντας την ευτυχία του λαού ως βάση του αγώνα μας. Δηλαδή, και είναι καλό να το τονίσουμε μία ακόμα φορά, οι νόμοι του Μαρξισμού περιέχονται στα γεγονότα της κουβανικής επανάστασης, ανεξάρτητα από το τί γνωρίζουν οι ηγέτες της για αυτούς, από θεωρητικής πλευράς.

Πριν την απόβαση του Γκράνμα, κυριαρχούσε μία νοοτροπία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, σε ένα βαθμό «ιδεαλιστική»: τυφλή σιγουριά για μία αστραπιαία λαϊκή έκρηξη, ενθουσιασμός και πίστη στην δυνατότητα ανατροπής του καθεστώτος του Μπατίστα μέσω ενός ένοπλου ξεσηκωμού συνδυασμένου με αυθόρμητες επαναστατικές απεργίες.που θα προκαλούσαν την πτώση του δικτάτορα. […]

Μετά την απόβαση έρχεται η ήττα, η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή των δυνάμεων και η επανασυγκρότησή τους σε αντάρτικο. Οι λιγοστοί – αποφασισμένοι για τον αγώνα – που επιβίωσαν, κατανόησαν πως το να βασίζονται σε μαζικούς ξεσηκωμούς σε όλη την έκταση του νησιού ήταν λάθος, μία ψευδαίσθηση. Κατάλαβαν επίσης πως ο αγώνας θα ήταν μακρύς και ότι απαιτούσε μεγάλη συμμετοχή των χωρικών. Εκείνη την περίοδο, οι αγρότες προσχωρούσαν στον ανταρτοπόλεμο για πρώτη φορά.

Δύο γεγονότα συνέβησαν, μικρής αξίας σε σχέση με τον αριθμό των πολεμιστών που συμμετείχαν, αλλά μεγάλης ψυχολογικής σημασίας. Καταρχήν, ο ανταγωνισμός που ένιωθαν οι άντρες των πόλεων – που αποτελούσαν την αντάρτικη ομάδα – απέναντι στους χωρικούς έσβησε. Με τη σειρά τους, οι χωρικοί ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην ομάδα και κυρίως φοβούνταν τα σκληρά αντίποινα της κυβέρνησης. Σε αυτή τη φάση, δύο πολύ σημαντικές διαπιστώσεις προέκυψαν: στους χωρικούς έγινε φανερό πως οι παράνομες φορολογίες του στρατού και οι διωγμοί δεν θα αρκούσαν για την λήξη του αντάρτικου, ακόμα και τη στιγμή που ο στρατός μπορούσε να εξολοθρεύσει τα σπίτια, τη συγκομιδή και τις οικογένειές τους. Συνεπώς ήταν καλή λύση να καταφύγουν στους αντάρτες. Από την πλευρά τους, οι αντάρτες έμαθαν ότι ήταν όλο και περισσότερο αναγκαίο να «κερδίσουν» τις μάζες των χωρικών. […]

[Μετά την αποτυχία της κύριας επίθεσης του Μπατίστα στον Επαναστατικό Στρατό], ο πόλεμος παίρνει νέα μορφή: η αναλογία των δυναμέων κλίνει προς το μέρος της επανάστασης. Μέσα σε ενάμισι μήνα, δύο ολιγάριθμες φάλλαγες, η πρώτη 80 και η άλλη 140 ανδρών, διαρκώς περιστοιχισμένες και διωκόμενες από έναν στρατό χιλιάδων στρατιωτών, διέσχισαν τις πεδιάδες του Camagüey, έφθασαν στη Λας Βίγιας και ξεκίνησαν το έργο του διαχωρισμού του νησιού στα δύο. Ίσως μοιάζει παράδοξο, ακατανόητο, ακόμα και εντυπωσιακό πως δύο φάλλαγες τόσο μικρού μεγέθους – χωρίς επικοινωνία, μεταφορικά μέσα, χωρίς το στοιχειώδη οπλισμό του σύγχρονου ανταρτοπολέμου – κατόρθωσαν να πολεμήσουν εναντίον καλά εκπαιδευμένων και πάνω απ’ όλα καλά εξοπλισμένων μονάδων. Βασικό στοιχείο [για τη νίκη] είναι ο χαρακτήρας της κάθε στρατιάς: όσο λιγότερες ανέσεις έχει ο αντάρτης, τόσο περισσότερο μυείται στις κακουχίες της ζωής στη φύση και αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Το ηθικό του είναι υψηλότερο, η αίσθηση ασφάλειας είναι μεγαλύτερη. Την ίδια στιγμή, έχει μάθει να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του σε κάθε περίσταση, να την εμπιστεύεται στην τύχη σαν να παίζει κορώνα-γράμματα. Γενικά, σε αυτό το είδος πολέμου, ελάχιστα μετρά στον κάθε αντάρτη αν θα επιζήσει ή όχι. Ο εχθρός, στο παράδειγμα της Κούβας, είναι ο κατώτερος συνέταιρος του δικτάτορα, είναι ο άνθρωπος στον οποίο αφήνονται τα τελευταία ψίχουλα από μία μακρά αλυσίδα κερδοσκόπων, ξεκινώντας από τη Γουώλ Στρητ και καταλήγοντας σε εκείνον. Ο ρόλος του είναι να υπερασπιστεί τα προνόμιά του, αλλά μόνο μέχρι το σημείο που αυτό έχει σημασία για τον ίδιο. Ο μισθός του και η σύνταξή του αξίζουν κάποια ταλαιπωρία και κινδύνους, αλλά σε καμία περίπτωση την ίδια τη ζωή του. Αν το τίμημα για την υπεράσπισή τους είναι τέτοιο, τότε είναι καλύτερο για αυτόν να τα εγκαταλείψει, υποχωρώντας δηλαδή μπροστά στον αντάρτη. Από αυτές τις δύο διαπιστώσεις, και την ηθική τους, αναδεικνύεται η διαφορά που έμελλε να προκαλέσει την κρίση της 31ης Δεκεμβρίου 1958. […]

Εδώ παίρνει τέλος η σύγκρουση. Αλλά οι άντρες που φθάνουν στην Αβάνα μετά από δύο χρόνια αγώνα στα βουνά και τις πεδιάδες του Οριέντε, στις πεδιάδες του Camagüey και στα βουνά, τις πεδιάδες και τις πόλεις της Λας Βίγιας, δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι, ιδεολογικά, με αυτούς που προσάραξαν στις ακτές της Λας Κολοράντας ή με αυτούς που πήραν μέρος στην πρώτη φάση του αγώνα. Η δυσπιστία τους απέναντι στους χωρικούς έχει μεταβληθεί σε οικειότητα και σεβασμό για τις αρετές τους. Η ολοκληρωτική άγνοιά τους για την αγροτική ζωή έχει μεταβληθεί σε γνώση των αναγκών των χωρικών. Η προσήλωσή τους σε στατιστικές και θεωρίες έχει πλέον συνδεθεί με την καθημερινή πραγματικότητα.

Με σημαία την Αγροτική Μεταρρύθμιση, η πραγματοποίηση της οποίας ξεκινά στη Σιέρα Μαέστρα, αυτοί οι άντρες συγκρούονται με τον ιμπεριαλισμό. Γνωρίζουν ότι η Αγροτική Μεταρρύθμιση είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί η νέα Κούβα. Γνωρίζουν επίσης ότι θα δώσει γη σε όλους τους μη κατέχοντες αλλά και ότι θα απογυμνώσει τους παράνομους σφετεριστές της, γνωρίζοντας ότι οι μεγαλύτεροι εκμεταλλευτές είναι άνθρωποι που ασκούν επιρροή στο Στέητ Ντιπάρτμεντ ή την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αλλά έμαθαν ήδη να νικούν τις δυσκολίες με γενναιότητα, με κουράγιο και κυρίως με την υποστήριξη του λαού. Και βλέπουν πλέον στο μέλλον την απελεύθερωση που περιμένει, πέρα από τις κακουχίες.

Che Guevara: General Principles of Guerrilla Warfare

1. Essence of Guerrilla Warfare

2. Guerrilla Strategy

3. Guerrilla Tactics

4. Warfare on Favorable Ground

5. Warfare on Unfavorable Ground

6. Suburban Warfare

1. Essence of Guerrilla Warfare

The armed victory of the Cuban people over the Batista dictatorship was not only the triumph of heroism as reported by the newspapers of the world; it also forced a change in the old dogmas concerning the conduct of the popular masses of Latin America. It showed plainly the capacity of the people to free themselves by means of guerrilla warfare from a government that oppresses them.
We consider that the Cuban Revolution contributed three fundamental lessons to the conduct of revolutionary movements in America. They are:
   1. Popular forces can win a war against the army.
   2. It is not necessary to wait until all conditions for making revolution exist; the insurrection can create them.
  3. In underdeveloped America the countryside is the basic area for armed fighting.
Of these three propositions the first two contradict the defeatist attitude of revolutionaries or pseudo-revolutionaries who remain inactive and take refuge in the pretext that against a professional army nothing can be done, who sit down to wait until in some mechanical way all necessary objective and subjective conditions are given without working to accelerate them. As these problems were formerly a subject of discussion in Cuba, until facts settled the question, they are probably still much discussed in America.
Naturally, it is not to be thought that all conditions for revolution are going to be created through the impulse given to them by guerrilla activity. It must always be kept in mind that there is a necessary minimum without which the establishment and consolidation of the first center is not practicable. People must see clearly the futility of maintaining the fight for social goals within the framework of civil debate. When the forces of oppression come to maintain themselves in power against established law, peace is considered already broken.
In these conditions popular discontent expresses itself in more active forms. An attitude of resistance finally crystallizes in an outbreak of fighting, provoked initially by the conduct of the authorities.
Where a government has come into power through some form of popular vote, fraudulent or not, and maintains at least an appearance of constitutional legality, the guerrilla outbreak cannot be promoted, since the possibilities of peaceful struggle have not yet been exhausted.
The third proposition is a fundamental of strategy. It ought to be noted by those who maintain dogmatically that the struggle of the masses is centered in city movements, entirely forgetting the immense participation of the country people in the life of all the underdeveloped parts of America. Of course, the struggles of the city masses of organized workers should not be underrated; but their real possibilities of engaging in armed struggle must be carefully analyzed where the guarantees which customarily adorn our constitutions are suspended or ignored. In these conditions the illegal workers’ movements face enormous dangers. They must function secretly without arms. The situation in the open country is not so difficult. There, in places beyond the reach of the repressive forces, the inhabitants can be supported by the armed guerrillas.
We will later make a careful analysis of these three conclusions that stand out in the Cuban revolutionary experience. We emphasize them now at the beginning of this work as our fundamental contribution.
Guerrilla warfare, the basis of the struggle of a people to redeem itself, has diverse characteristics, different facets, even though the essential will for liberation remains the same. It is obvious-and writers on the theme have said it many times-that war responds to a certain series of scientific laws; whoever ignores them will go down to defeat. Guerrilla warfare as a phase of war must be ruled by all of these; but besides, because of its special aspects, a series of corollary laws must also be recognized in order to carry it forward. Though geographical and social conditions in each country determine the mode and particular forms that guerrilla warfare will take, there are general laws that hold for all fighting of this type.
Our task at the moment is to find the basic principles of this kind of fighting and the rules to be followed by peoples seeking liberation; to develop theory from facts; to generalize and give structure to our experience for the profit of others.
Let us first consider the question: Who are the combatants in guerrilla warfare? On one side we have a group composed of the oppressor and his agents, the professional army, well armed and disciplined, in many cases receiving foreign help as well as the help of the bureaucracy in the employ of the oppressor. On the other side are the people of the nation or region involved. It is important to emphasize that guerrilla warfare is a war of the masses, a war of the people. The guerrilla band is an armed nucleus, the fighting vanguard of the people. It draws its great force from the mass of the people themselves. The guerrilla band is not to be considered inferior to the army against which it fights simply because it is inferior in firepower. Guerrilla warfare is used by the side which is supported by a majority but which possesses a much smaller number of arms for use in defense against oppression.
The guerrilla fighter needs full help from the people of the area. This is an indispensable condition. This is clearly seen by considering the case of bandit gangs that operate in a region. They have all the characteristics of a guerrilla army: homogeneity, respect for the leader, valor, knowledge of the ground, and, often, even good understanding of the tactics to be employed. The only thing missing is support of the people; and, inevitably, these gangs are captured and exterminated by the public force.
Analyzing the mode of operation of the guerrilla band, seeing its form of struggle, and understanding its base in the masses, we can answer the question: Why does the guerrilla fighter fight? We must come to the inevitable conclusion that the guerrilla fighter is a social reformer, that he takes up arms responding to the angry protest of the people against their oppressors, and that he fights in order to change the social system that keeps all his unarmed brothers in ignominy and misery. He launches himself against the conditions of the reigning institutions at a particular moment and dedicates himself with all the vigor that circumstances permit to breaking the mold of these institutions.
When we analyze more fully the tactic of guerrilla warfare, we will see that the guerrilla fighter needs to have a good knowledge of the surrounding countryside, the paths of entry and escape, the possibilities of speedy maneuver, good hiding places; naturally, also, he must count on the support of the people. All this indicates that the guerrilla fighter will carry out his action in wild places of small population. Since in these places the struggle of the people for reforms is aimed primarily and almost exclusively at changing the social form of land ownership, the guerrilla fighter is above all an agrarian revolutionary. He interprets the desires of the great peasant mass to be owners of land, owners of their means of production, of their animals, of all that which they have long yearned to call their own, of that which constitutes their life and will also serve as their cemetery.
It should be noted that in current interpretations there are two different types of guerrilla warfare, one of which-a struggle complementing great regular armies such as was the case of the Ukrainian fighters in the Soviet Union-does not enter into this analysis. We are interested in the other type, the case of an armed group engaged in struggle against the constituted power, whether colonial or not, which establishes itself as the only base and which builds itself up in rural areas. In all such cases, whatever the ideological aims that may inspire the fight, the economic aim is determined by the aspiration toward ownership of land.
The China of Mao begins as an outbreak of worker groups in the South, which is defeated and almost annihilated. It succeeds in establishing itself and begins its advance only when, after the long march from Yenan, it takes up its base in rural territories and makes agrarian reform its fundamental goal. The struggle of Ho Chi Minh is based in the rice-growing peasants, who are oppressed by the French colonial yoke; with this force it is going forward to the defeat of the colonialists. In both cases there is a framework of patriotic war against the Japanese invader, but the economic basis of a fight for the land has not disappeared. In the case of Algeria, the grand idea of Arab nationalism has its economic counterpart in the fact that nearly all of the arable land of Algeria is utilized by a million French settlers. In some countries, such as Puerto Rico, where the special conditions of the island have not permitted a guerrilla outbreak, the nationalist spirit, deeply wounded by the discrimination that is daily practiced, has as its basis the aspiration of the peasants (even though many of them are already a proletariat) to recover the land that the Yankee invader seized from them. This same central idea, though in different forms, inspired the small farmers, peasants, and slaves of the eastern estates of Cuba to close ranks and defend together the right to possess land during the thirty-year war of liberation.
Taking account of the possibilities of development of guerrilla warfare, which is transformed with the increase in the operating potential of the guerrilla band into a war of positions, this type of warfare, despite its special character, is to be considered as an embryo, a prelude, of the other. The possibilities of growth of the guerrilla band and of changes in the mode of fight, until conventional warfare is reached, are as great as the possibilities of defeating the enemy in each of the different battles, combats, or skirmishes that take place. Therefore, the fundamental principle is that no battle, combat, or skirmish is to be fought unless it will be won. There is a malevolent definition that says: «The guerrilla fighter is the Jesuit of warfare.» By this is indicated a quality of secretiveness, of treachery, of surprise that is obviously an essential element of guerrilla warfare. It is a special kind of Jesuitism, naturally prompted by circumstances, which necessitates acting at certain moments in ways different from the romantic and sporting conceptions with which we are taught to believe war is fought.
War is always a struggle in which each contender tries to annihilate the other. Besides using force, they will have recourse to all possible tricks and stratagems in order to achieve the goal. Military strategy and tactics are a representation by analysis of the objectives of the groups and of the means of achieving these objectives. These means contemplate taking advantage of all the weak points of the enemy. The fighting action of each individual platoon in a large army in a war of positions will present the same characteristics as those of the guerrilla band. It uses secretiveness, treachery, and surprise; and when these are not present, it is because vigilance on the other side prevents surprise. But since the guerrilla band is a division unto itself, and since there are large zones of territory not controlled by the enemy, it is always possible to carry out guerrilla attacks in such a way as to assure surprise; and it is the duty of the guerrilla fighter to do so.
«Hit and run,» some call this scornfully, and this is accurate. Hit and run, wait, lie in ambush, again hit and run, and thus repeatedly, without giving any rest to the enemy. There is in all this, it would appear, a negative quality, an attitude of retreat, of avoiding frontal fights. However, this is consequent upon the general strategy of guerrilla warfare, which is the same in its ultimate end as is any warfare: to win, to annihilate the enemy.
Thus, it is clear that guerrilla warfare is a phase that does not afford in itself opportunities to arrive at complete victory. It is one of the initial phases of warfare and will develop continuously until the guerrilla army in its steady growth acquires the characteristics of a regular army. At that moment it will be ready to deal final blows to the enemy and to achieve victory. Triumph will always be the product of a regular army, even though its origins are in a guerrilla army.
Just as the general of a division in a modern war does not have to die in front of his soldiers, the guerrilla fighter, who is general of himself, need not die in every battle. He is ready to give his life, but the positive quality of this guerrilla warfare is precisely that each one of the guerrilla fighters is ready to die, not to defend an ideal, but rather to convert it into reality. This is the basis, the essence of guerrilla fighting. Miraculously, a small band of men, the armed vanguard of the great popular force that supports them, goes beyond the immediate tactical objective, goes on decisively to achieve an ideal, to establish a new society, to break the old molds of the outdated, and to achieve, finally, the social justice for which they fight.
Considered thus, all these disparaged qualities acquire a true nobility, the nobility of the end at which they aim; and it becomes clear that we are not speaking of distorted means of reaching an end. This fighting attitude, this attitude of not being dismayed at any time, this inflexibility when confronting the great problems in the final objective is also the nobility of the guerrilla fighter.

2. Guerrilla Strategy

    In guerrilla terminology, strategy is understood as the analysis of the objectives to be achieved in light of the total military situation and the overall ways of reaching these objectives.
To have a correct strategic appreciation from the point of view of the guerrilla band, it is necessary to analyze fundamentally what will be the enemy’s mode of action. If the final objective is always the complete destruction of the opposite force, the enemy is confronted in the case of a civil war of this kind with the standard task: he will have to achieve the total destruction of each one of the components of the guerrilla band. The guerrilla fighter, on the other hand, must analyze the resources which the enemy has for trying to achieve that outcome: the means in men, in mobility, in popular support, in armaments, in capacity of leadership on which he can count. We must make our own strategy adequate on the basis of these studies, keeping in mind always the final objective of defeating the enemy army.
There are fundamental aspects to be studied: the armament, for example, and the manner of using this armament. The value of a tank, of an airplane, in a fight of this type must be weighed. The arms of the enemy, his ammunition, his habits must be considered; because the principal source of provision for the guerrilla force is precisely in enemy armaments. If there is a possibility of choice, we should prefer the same type as that used by the enemy, since the greatest problem of the guerrilla band is the lack of ammunition, which the opponent must provide.
After the objectives have been fixed and analyzed, it is necessary to study the order of the steps leading to the achievement of the final objective. This should be planned in advance, even though it will be modified and adjusted as the fighting develops and unforeseen circumstances arise.
At the outset, the essential task of the guerrilla fighter is to keep himself from being destroyed. Little by little it will be easier for the members of the guerrilla band or bands to adapt themselves to their form of life and to make flight and escape from the forces that are on the offensive an easy task, because it is performed daily. When this condition is reached, the guerrilla, having taken up inaccessible positions out of reach of the enemy, or having assembled forces that deter the enemy from attacking, ought to proceed to the gradual weakening of the enemy. This will be carried out at first at those points nearest to the points of active warfare against the guerrilla band and later will be taken deeper into enemy territory, attacking his communications, later attacking or harassing his bases of operations and his central bases, tormenting him on all sides to the full extent of the capabilities of the guerrilla forces.
The blows should be continuous. The enemy soldier in a zone of operations ought not to be allowed to sleep; his outposts ought to be attacked and liquidated systematically. At every moment the impression ought to be created that he is surrounded by a complete circle. In wooded and broken areas this effort should be maintained both day and night; in open zones that are easily penetrated by enemy patrols, at night only. In order to do all this the absolute cooperation of the people and a perfect knowledge of the ground are necessary. These two necessities affect every minute of the life of the guerrilla fighter. Therefore, along with centers for study of present and future zones of operations, intensive popular work must be undertaken to explain the motives of the revolution, its ends, and to spread the incontrovertible truth that victory of the enemy against the people is finally impossible. Whoever does not feel this undoubted truth cannot be a guerrilla fighter.
This popular work should at first be aimed at securing secrecy; that is, each peasant, each member of the society in which action is taking place, will be asked not to mention what he sees and hears; later, help will be sought from inhabitants whose loyalty to the revolution offers greater guarantees; still later, use will be made of these persons in missions of contact, for transporting goods or arms, as guides in the zones familiar to them; still later, it is possible to arrive at organized mass action in the centers of work, of which the final result will be the general strike.
The strike is a most important factor in civil war, but in order to reach it a series of complementary conditions are necessary which do not always exist and which very rarely come to exist spontaneously. It is necessary to create these essential conditions, basically by explaining the purposes of the revolution and by demonstrating the forces of the people and their possibilities.
It is also possible to have recourse to certain very homogeneous groups, which must have shown their efficacy previously in less dangerous tasks, in order to make use of another of the terrible arms of the guerrilla band, sabotage. It is possible to paralyze entire armies, to suspend the industrial life of a zone, leaving the inhabitants of a city without factories, without light, without water, without communications of any kind, without being able to risk travel by highway except at certain hours. If all this is achieved, the morale of the enemy falls, the morale of his combatant units weakens, and the fruit ripens for plucking at a precise moment.
All this presupposes an increase in the territory included within the guerrilla action, but an excessive increase of this territory is to be avoided. It is essential always to preserve a strong base of operations and to continue strengthening it during the course of the war. Within this territory, measures of indoctrination of the inhabitants of the zone should be utilized; measures of quarantine should be taken against the irreconcilable enemies of the revolution; all the purely defensive measures, such as trenches, mines, and communications, should be perfected.
When the guerrilla band has reached a respectable power in arms and in number of combatants, it ought to proceed to the formation of new columns. This is an act similar to that of the beehive when at a given moment it releases a new queen, who goes to another region with a part of the swarm. The mother hive with the most notable guerrilla chief will stay in the less dangerous places, while the new columns will penetrate other enemy territories following the cycle already described.
A moment will arrive in which the territory occupied by the columns is too small for them; and in the advance toward regions solidly defended by the enemy, it will be necessary to confront powerful forces. At that instant the columns join, they offer a compact fighting front, and a war of positions is reached, a war carried on by regular armies. However, the former guerrilla army cannot cut itself off from its base, and it should create new guerrilla bands behind the enemy acting in the same way as the original bands operated earlier, proceeding thus to penetrate enemy territory until it is dominated.
It is thus that guerrillas reach the stage of attack, of the encirclement of fortified bases, of the defeat of reinforcements, of mass action, ever more ardent, in the whole national territory, arriving finally at the objective of the war: victory.

Η στρατιωτική σκέψη του Τσε Γκεβάρα

Του Πάνου Πικραμένου.

Στις 21 Ιουλίου 1957, ο Τσε προάγεται για πρώτη φορά στον βαθμό του «κομαντάντε», δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή. Μέχρι τώρα, παρά την συμμετοχή του στις μάχες που κάποιες φορές έφτανε τα όρια του ηρωισμού, τα επίσημα καθήκοντά του περιορίζονταν σε αυτά του γιατρού της ομάδας. Στις σημειώσεις του, που αργότερα συνοψίστηκαν στο έργο «Ανταρτοπόλεμος», ο Τσε, γράφει τις σκέψεις του για την μεθοδολογία του αντάρτικου, μία εμπειρία που απέκτησε κυρίως την εποχή του αντάρτικου στην Σιέρα Μαέστρα και κατά την πορεία προς την Αβάνα. Σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά του ανταρτοπόλεμου, ο Τσε Γκεβάρα προέβαλε για πρώτη φορά την άποψη ότι πρόκειται για μια μορφή πολέμου όπως όλες οι άλλες και επομένως έχει τα βασικά χαρακτηριστικά που έχει κάθε πόλεμος, όπως πολιτικό στόχο, αυξημένη σημασία του αστάθμητου παράγοντα και της φθοράς, τον ζωτικό ρόλο του στρατιωτικού διοικητή κ.ά.

Κατά την άποψη του, φορέας της επαναστατικής αλλαγής είναι ο επαναστατικός στρατός. Ο επαναστατικός πόλεμος μπορεί να κερδηθεί ή να χαθεί ανάλογα με τον βαθμό της τεχνικής προετοιμασίας, της στρατιωτικής εμπειρίας και πάνω απ’ όλα της στρατιωτικής πειθαρχίας του στρατιωτικού πυρήνα, του «foco», όπως τον ονόμαζε. Ωστόσο αργότερα ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι το αντάρτικο δεν είναι πάντα πανάκεια για την αλλαγή μίας κοινωνίας. Όταν μια κυβέρνηση είναι δημοκρατικά εκλεγμένη και έχει αφήσει χώρο για την έκφραση διαφορετικών πολιτικών απόψεων, η ένοπλη επανάσταση δεν ξεσπάει εύκολα και δεν πρέπει να αποκλείεται η ειρηνική δράση και αντίσταση ως «όπλο» για τις επιθυμητές πολιτικές αλλαγές.

Το έμψυχο υλικό ενός αντάρτικου κινήματος, σύμφωνα με τον Τσε στρατολογείται κυρίως από τον ανεκπαίδευτο πληθυσμό της υπαίθρου, ενώ αναφέρει λεπτομερώς πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν προβλήματα όπως η υποτυπώδης δομή και η πειθαρχία. Από αυτή την πεποίθησή του προκύπτει και η μεγάλη σκληρότητά που έδειχνε στους άνδρες του, όταν πίστευε ότι έβαζαν σε κίνδυνο τον αγώνα. Εκτελούσε αμέσως τους προδότες και τους λιποτάκτες, ενώ αντίθετα ήταν μεγαλόψυχος με τους στρατιώτες του εχθρού. Ο Τσε θεωρούσε απαραίτητους για την επανάσταση όσους έφεραν όπλα και μπορούσαν να συμμετέχουν σε μάχες. Αυτούς, θεωρούσε κύριους φορείς της επαναστατικής δράσης, ενώ τις φοιτητικές και εργατικές οργανώσεις στις πόλεις τις θεωρούσε απαραίτητες, μόνο σε ρόλο επιμελητείας και ανεφοδιασμού. Ο Τσε πιστεύει ότι το κίνημα στις πόλεις είναι ανεπαρκές: «Μπορείτε να εκπαιδεύσετε τους ανθρώπους σας να αντέχουν τα χειρότερα βασανιστήρια στη φυλακή, αλλά δεν μπορείτε να τους μάθετε να χρησιμοποιούν πολυβόλο», παρατηρεί σε έναν από τους ηγέτες των πόλεων. Για τον Τσε ο λαός της υπαίθρου δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που γνωρίζουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνίσιας ζωής. Ως δεξαμενή στρατολόγησης, ο Τσε πίστευε ότι πιο κατάλληλη ήταν η αγροτική παρά η εργατική τάξη, αφού στις τότε συνθήκες της νοτίου Αμερικής επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή το κοινωνικό στρώμα που είχε λόγους να κάνει επανάσταση, δεν ήταν οι βιομηχανικοί εργάτες, όπως κήρυσσε η ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία, αλλά οι αγρότες. Αυτό γιατί στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και ειδικά στη Λατινική Αμερική, δεν υπήρχε ανεπτυγμένη βιομηχανία ώστε να υπάρξει και υπολογίσιμος αριθμός δυσαρεστημένων εργατών που να έχουν αποκτήσει επαναστατική συνείδηση και να επιθυμούν επαναστατικές αλλαγές. Ο Τσε πίστευε ότι η δημιουργία μικρών «πυρήνων», αρκούσε για να προκαλέσει την έναρξη μίας επαναστατικής διαδικασίας, τουλάχιστον στην Λατινική Αμερική της εποχής εκείνης. Mια επιτυχία ενός αντάρτικου κινήματος η υποστήριξη του πληθυσμού θεωρείται αναγκαίος όρος, δηλαδή οι αντάρτες χρειάζονται την λαϊκή υποστήριξη. Ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι «η γνώση του εδάφους και η συνεργασία του λαού αποτελούν απαραίτητα συστατικά της επιτυχίας. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια, δεν μπορεί να γίνει αντάρτης μαχητής… Οι εχθροπραξίες πρέπει να γίνονται πάντα σε έδαφος ευνοϊκό για τους αντάρτες».

Στο άρθρο του «Ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος» και σε ό,τι αφορά την συνεργασία των ανταρτών με τον λαό, o Τσε Γκεβάρα είναι σαφής: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορία του λαού …στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». Αυτό είναι για τον Τσε το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης, μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του Β. Βιετνάμ, που ήταν στα μάτια του Τσε, το παράδειγμα του πιο «ολοκληρωμένου οργανικού δεσμού μεταξύ μιας ένοπλης πρωτοπορίας και του λαού», όπου «ο ανταρτοπόλεμος δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». Για τον Τσε σημαντικό είναι επίσης και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: Σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, υπογραμμίζει ότι είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο τσε Τουνγκ, γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. Και γενικά για τον Τσε ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου» που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. Το κυριότερο όμως και αμιγώς στρατιωτικό χαρακτηριστικό ενός ανταρτοπόλεμου, είναι ότι πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς σταθερές στρατιωτικές επιδιώξεις. «Χτύπα και τρέξε, περίμενε, στήσε ενέδρα, χτύπα ξανά και πάλι τρέξε κι αυτό συνέχεια ώστε ο εχθρός να μην ξεκουράζεται ποτέ. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η παραπάνω λογική εμφανίζει κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά, μία υποχωρητική διάθεση που αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση. Παρ΄ όλα αυτά, απορρέει από την γενικότερη στρατηγική αντιμετώπιση του αντάρτικου που σε τελική ανάλυση έχει τον ίδιο στόχο με οποιανδήποτε εμπλέκεται σε έναν πόλεμο: την συντριβή του εχθρού και την νίκη», γράφει στον «Ανταρτοπόλεμο». «Η μάχη δεν πρέπει να διαρκεί πολύ, αντίθετα πρέπει να είναι ταχύτατη και εξαιρετικά αποτελεσματική, δηλαδή να διαρκεί λίγα λεπτά και να ακολουθείται από άμεση υποχώρηση», συνεχίζει. «Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό μίας αντάρτικης ομάδας είναι η κινητικότητα… Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις προκειμένου να επιβιώσει μία αντάρτικη δύναμη που έχει μόλις αρχίσει να αναπτύσσεται: συνεχής μετακίνηση, συνεχής ετοιμότητα, συνεχής δυσπιστία». «Η υπερβολική ανάπτυξη της περιοχής που εκδηλώνεται το αντάρτικο πρέπει να αποφευχθεί», συνεχίζει εννοώντας ότι ένας αντάρτικος στρατός δεν διεκδικεί εδάφη αλλά προσπαθεί να φθείρει τον αντίπαλο.

Η στρατιωτική τακτική του είναι κλασσική και έχει μελετηθεί από όλους τους σύγχρονους στρατούς. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη έκδοση στρατιωτικών κειμένων του Τσε Γκεβάρα στην Ελλάδα, δεν έγινε από κάποια αριστερή ομάδα ή κόμμα αλλά από το Γενικό Επιτελείο Στρατού την δεκαετία του 60… Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ανταρτοπόλεμου, που απασχόλησε τον Τσε είναι οι περιορισμένοι πόροι των δυνάμεων που τον διεξάγουν. Ανέκαθεν στον ανταρτοπόλεμο κατέφευγαν όσοι γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν έναν συμβατικό πόλεμο. Βασική θέση του Τσε είναι η πεποίθηση ότι ένας αντάρτικος στρατός μπορεί να υπερισχύσει ενός τακτικού, εφ όσον εκμεταλλευθεί σωστά τις περιστάσεις. Η κατά μέτωπο αντιπαράθεση αποφεύγεται αφού σχεδόν πάντα ο τακτικός στρατός είναι ισχυρότερος και καλύτερα εξοπλισμένος από έναν αντάρτικο.

Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου συνίσταται στην αποκέντρωση των δυνάμεων. Οι αντάρτες έχουν την ικανότητα να είναι «πανταχού παρόντες» ώστε να αποτελέσουν τον εφιάλτη ενός τακτικού στρατού. Οι αντάρτικες δυνάμεις συγκεντρώνονται βάσει σχεδίων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά η συγκέντρωση αυτή καλύπτει περιορισμένο χώρο και γίνεται για περιορισμένο χρόνο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ο ανταρτοπόλεμος χαρακτηρίζεται από έμφαση στην ευκινησία, τον αιφνιδιασμό και τη νυχτερινή δράση, ιδίως όταν το έδαφος είναι δυσμενές για τους αντάρτες. Η συνηθέστερη μορφή τακτικών επιχειρήσεων
του ανταρτοπόλεμου είναι η ενέδρα. Η στρατηγική του αντάρτικου στρατού συνοψίζεται το να φθείρει τον αντίπαλο, να καταφεύγει στα βουνά και να καθιστά την παρουσία του αντιπάλου στις πεδιάδες και στις πόλεις αβέβαιη και ασύμφορη. Πρωταρχικός όμως στόχος των ανταρτών είναι η ίδια η επιβίωσή τους. Μάχη δίνουν μόνο αν η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη, αν υπάρχει κέρδος σε εφόδια και αν οι απώλειες είναι λίγες. Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και η μορφολογία του εδάφους και η καλή γνώση του από τους αντάρτες. Από τα διαφορετικά είδη εδάφους, οι ορεινοί όγκοι, οι ζούγκλες και τα δάση ευνοούν τον
ανταρτοπόλεμο. Το ίδιο ισχύει και για τις ελώδεις περιοχές.

Ο ΤΣΕ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ, 1965.

Μία από τις σημαντικότερες επινοήσεις του Τσε ήταν η έννοια της «ένοπλης προπαγάνδας», δηλαδή η ιδέα ότι οι αντάρτικες κινήσεις δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο την άμεση στρατιωτική νίκη επί του εχθρού, αλλά χρησιμεύουν και στο να υποσκάπτουν το ηθικό του, να ξεσκεπάζουν τις αδυναμίες του και να εδραιώνουν την πίστη του λαού στην επανάσταση. Η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, για τον Τσε δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από τη μια με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του αντιπάλου, από την άλλη, με την εφαρμογή, στις περιοχές που ελέγχει, κοινωνικών μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: «απαλλοτρίωση», κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων κ.λπ. «Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι σταδιακά ως εξουσία κατ’ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότητα που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: επαναστατική εξουσία και νομοθεσία που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης της κυρίαρχης τάξης».

Τέλος σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό, ο Τσε ως ιδανικό όπλο της εποχής του θεωρούσε το αμερικανικής κατασκευής Μ-1, γνωστό ως Garand, καθώς και όπλα μεγάλου βεληνεκούς που επιτρέπουν στους αντάρτες να πυροβολούν τον αντίπαλο από απόσταση. «Η ιδανική σύνθεση για μια αντάρτικη ομάδα της τάξεως των 25 ανδρών θα ήταν: 10 με 15 τουφέκια και δέκα αυτόματα όπλα είτε Garand είτε περίστροφα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρών και εύκολα μεταφερόμενων όπλων όπως το Μπράουνινγκ και το μοντέρνο βελγικό FAL και ημιαυτόματα όπλα Μ-14», αναφέρει στον «Ανταρτοπόλεμο».

Ο ίδιος ο Τσε ποτέ δεν φαντάστηκε τον αντίκτυπο που θα έχουν οι στρατιωτικοπολιτικές προτάσεις του και η θεωρία του για τον ανταρτοπόλεμο. Το εγχειρίδιο περί ανταρτοπόλεμου που συνέγραψε υπήρξε αληθινό «Ευαγγέλιο» για μια σειρά από επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Τσε το συνέγραψε έναν χρόνο μετά την πτώση του Μπατίστα και την κατάληψη της εξουσίας στην Κούβα, το 1960.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.

Σιέρρα Μαέστρα (Sierra Maestra)

Το όνομα της Σιέρρα Μαέστρα (Sierra Maestra) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Κουβανική Επανάσταση και, επομένως, με τον ίδιο τον Τσε. Η οροσειρά που βρίσκεται στα δυτικά της επαρχίας Οριέντε, στο νότιο άκρο της Κούβας, έχει υπάρξει μάρτυρας σημαντικών ανταρτοπολέμων – από τον Πόλεμο των Δέκα Ετών επί ισπανικής αποικιοκρατίας στα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τον αγώνα γιά την Κουβανική ανεξαρτησία και φυσικά τη δράση του Επαναστατικού Κινήματος της 26ης Ιουλίου ενάντια στο καθεστώς Μπατίστα. Στις δύσβατες βουνοπλαγιές της Σιέρρα Μαέστρα ο Φιντέλ Κάστρο και οι σύντροφοι του οργάνωσαν τον αντάρτικο αγώνα ενάντια στα στρατεύματα της Κουβανικής δικτατορίας, δίνοντας μιά θρυλική – ιστορικής σημασίας – διάσταση στα απόκρυμνα δάση της επαρχίας Οριέντε.

Το υψηλότερο σημείο της οροσειράς είναι το Πίκο Τουρκίνο φτάνοντας τα 1.974 μέτρα. Στην κορυφή υπάρχει προτομή του πρωτεργάτη της Κουβανικής ανεξαρτησίας, Χοσέ Μαρτί. Η γύρω περιοχή από το Πίκο Τουρκίνο αποτελεί Εθνικό Πάρκο εκτάσεως περίπου 230 τετραγωνικών χιλιομέτρων.