Μια αναλυτική μελέτη του Ημερολογίου Βολιβίας (Μέρος ‘Α)

 

che14-6-1928-9-10-1967-by-babis-zafiratos9-x-2015
Σχέδιο: Μπάμπης Ζαφειράτος, 9.Χ.2015 (Μελάνι, 29χ21 εκ.)

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο «Μποτίλια στον Άνεμο». Η επιμέλεια (εισαγωγή, επεξηγήσεις, μεταφορά κειμένων στο διαδίκτυο, σημειώσεις, επιλογή φωτό, σκίτσα κλπ) της μελέτης είναι του Μπάμπη Ζαφειράτου.

Α’ ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Στο Ημερολόγιό του ο Κομαντάντε καταγράφει όλο το τελευταίο του αντάρτικο, ανελλιπώς και χωρίς ούτε ένα κενό· 335 συνολικά ημέρες, συν τις 11 αναλύσεις του, που ακολουθούν στο τέλος του κάθε μήνα και συνοψίζουν τα γεγονότα.

Ο Τσε έγραφε ακατάπαυστα ‒γίνεται αμέσως αντιληπτό‒ και υπό οιεσδήποτε συνθήκες· ακόμα και όταν σερνόταν κυριολεκτικά από τις εξαντλητικές πορείες, την πείνα, την αϋπνία ή τις φοβερές ασθματικές κρίσεις· ή κι απ’ όλα αυτά ταυτόχρονα· είτε γιορτάζοντας κάποια επέτειο ‒δεν παρέλειπε τα γενέθλια φίλων και συντρόφων‒ είτε μετά από μια σκληρή μάχη και την απώλεια αγαπημένων προσώπων, κρατώντας παράλληλα και ένα ακόμα Ημερολόγιο Αξιολόγησης των ανδρών του.
Μερικές από αυτές τις αξιολογήσεις μεταφέρονται και εδώ, στο τέλος κάποιων ημερομηνιών, και με αφορμή πάντα τα γεγονότα που προηγούνται.

Πολλοί ακόμη αντάρτες (Ελισέο Ρέγιες Ροντρίγκεζ -Καπιτάν Σαν Λούις, Πόμπο -Χάρυ Βιγιέγας, Ίντι -Γκουίντο Περέντο και άλλοι), ακολουθώντας τη συνήθεια του αρχηγού τους, τηρούν ημερολόγιο.

Επίσης, εκτός από τα σημεία που σχετίζονται με την Κυριακάτικη Ανάγνωση,έχουν μεταφερθεί και άλλα σημαντικά γεγονότα του Ημερολογίου, που καλύπτουν 138 εγγραφές του Τσε, έτσι ώστε να δίνουν μια αρκετά πλήρη εικόνα από το τελευταίο δραματικό οδοιπορικό του προς την αθανασία.
Πιστεύουμε ότι σύντομα θα είναι διαθέσιμες και οι 335 ημέρες (346 συνολικά εγγραφές), μαζί με τον Πρόλογο του Φιντέλ, που συνόδευε, άλλωστε, και την αρχική πρώτη έκδοση.

diario-del-che-guevara-en-bolivia-ii-25281ene-7oct19672529-iiΟ Τσε και ο Πατσούγκο ‒Ισπανοί έμποροι βοοειδών, ενίοτεαπό (πιθανότατα) 23 Οκτώβρη 1966 ταξιδεύουν: Αβάνα – Μόσχα – Πράγα – Βιέννη – Φρανκφούρτη – Παρίσι – Μαδρίτη – Σάο Πάολο, στη 1 Νοέμβρη. Στις 6 Νοέμβρη βρίσκονται στην Κορούμπα, σύνορα Βραζιλίας – Βολιβίας. Από τη Φρανγκφούρτη κι αυτή η ατζέντα που έμελλε να γίνει το Ημερολόγιο Βολιβίας από 1 Γενάρη έως 7 Οκτώβρη 1967.

Φ ύ λ λ α    η μ ε ρ ο λ ο γ ί ο υ

Οι 138 εγγραφές της Μποτίλιας αναλύονται σε:

62 πλήρεις καταγραφές: 

  • Ολόκληρες οι 3 πρώτες (7-9 Νοέμβρη 1966), οι 7 τελευταίες (1-7 Οκτώβρη 1967) και 41 ακόμη πλήρεις ημέρες (συν. 51)
  • Οι 11 μηνιάτικες Αναλύσεις του Κομαντάντε (Νοε. 1966 – Σεπ. 1967).

50 αποσπάσματα (συχνά εκτεταμένα) αντίστοιχων ημερών. 

26 προσθήκες – αποσπάσματα διαφορετικών ημερών (1. Επίμετρο) για Ντεμπρέ (ο Γάλλος) και σία (ο Κάρλος και ο Άγγλος δημοσιογράφος).che-ramon-benitez-from-guatemalaΟ υπάλληλος του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης, Λουίς Ερνάνδες Γκαλβάν, ξαναγίνεται ο Ουρουγουανός έμπορος Ραμόν Μπενίτεζ από το Μοντεβιδέο, ο οποίος ενάμιση χρόνο πριν (23 Απρ. 1965) είχε ήδη επισκεφτεί το Νταρ ες Σαλάαμ της Τανζανίας, με επόμενο σταθμό την Κιγκόμα της λίμνης Ταγκανίκα και τελικό προορισμό του την αντίπερα όχθη της, στον μικρό οικισμό της Κιμπάμπα, στο έδαφος του Κονγκό. Ο ίδιος έμπορος, θα ταξιδέψει στις 19 Ιουλίου 1966 στη Βιέννηαπό την Πράγα, όπου είχε βρεθεί περί τα τέλη Φεβρουαρίου, και μετά την αποτυχία των αφρικανικών του «επιχειρήσεων».«Έμαθα στο Κονγκό· υπάρχουν λάθη που δε θα ξανακάνω, ίσως κάποια άλλα να επαναληφθούν και να διαπράξω και μερικά καινούργια. Βγήκα με μεγαλύτερη πίστη, όσο ποτέ άλλοτε, στον αντάρτικο αγώνα, αλλά αποτύχαμε. Η ευθύνη μου είναι μεγάλη· δε θα ξεχάσω ούτε την ήττα αλλά ούτε και τα πολύτιμα διδάγματά της».

Από τις 62 ημέρες σε αυτές περιλαμβάνονται και όσες αφορούν μάχες και αψιμαχίες (φωτό-σχεδιάγραμμα στις 23 Μάρτη), οι 30 αναφέρονται την περίοδο των τελευταίων 70 ημερών (με 11 σημαδιακές μέρες του Αυγούστου και 12 του Σεπτέμβρη), από την κρίσιμη μάχη της 30 Ιουλίου, όπου ξεκίνησετο βαρύ πλήγμα της οπισθοφυλακής του Τσε, μέχρι την ενέδρα του Βάδο δελ Γέσο (31 Αυγούστου βλ. Σημειώσεις Μποτίλιας, V. Η Ενέδρα στον Ρίο Γκράντε) και την απελπισμένη προσπάθεια εξόδου των ανταρτών από τονκλοιό που σφίγγει, αλλά και ολόκληρη βέβαια (όπως προαναφέραμε) η βδομάδα της αρχής του τέλους, με το Ημερολόγιο να παίρνει φωτιά.che-selfportrait-of-gonzalez-mena-copacabana-3-nov-1966Λα Παζ Βολιβία. Ξενοδοχείο Κοπακαμπάνα, 3 Νοέμβρη 1966. Ο κύριος Αδόλφο Μένα, Ουρουγουανός μελετητής της υπαίθρου, αυτοφωτογραφίζεται.

Ε π ε ξ η γ ή σ ε ι ς

Σε [αγκύλες] εντός των «φύλλων» υπάρχουν όπου κρίνεται απαραίτητοσύντομες επεξηγήσεις, πληροφορίες, προσθήκες, μικρές αναδρομές και σημειώσεις της Μποτίλιας για καλύτερη παρακολούθηση των γεγονότων.

Συγκεντρώθηκαν και προτάσσονται τα διπλά και τριπλά (σε πολλές περιπτώσεις) ονόματα των ανταρτών, τόσο από τις σημειώσεις επεξηγήσεις του Ημερολογίου (κάποια από αυτά περιλαμβάνονται βέβαια και στην ελληνική έκδοση), όσο και από πολλές και διαφορετικές πηγές, δίνοντας ταυτόχρονα και μερικά πληροφοριακά στοιχεία για τον καθένα. (Β. Η γεωγραφία των ονομάτων).

Επεξηγούνται τα αρκτικόλεξα που συναντήσαμε, αφού στην ελλ. μτφρ. έχουν μετατραπεί απλώς σε ελληνικούς χαρακτήρες και χωρίς άλλη πληροφορία (σήμερα, το διαδίκτυο μας έχει κάνει… σοφούς). (Γ. Αρκτικόλεξα και χρήσιμες λέξεις).

Τηρήθηκε η ορθογραφία και η προφορά ονομάτων και τοπωνυμίων (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) και κρατήθηκε επιμελώς το «Γκουεβάρα» της εν λόγω έκδοσης, όχι μόνο γιατί έτσι πρωτακούσαμε στα ελληνικά το θρυλικό όνομα, αλλά και σαν φόρο τιμής στον αξέχαστο Μάνο Λοΐζο, αφού με αυτή την προφορά του ονόματος τραγουδήσαμε μαζί του.2-abapo-tuma-2528carlos2bcoello2529-y-che-guevara-en-el-paso-de-abap25c325b3-antes-de-salir-hacia-lagunillas

Ο Τούμα και ο Τσε στο Αμπαπό, πριν την αναχώρησή τους για τη Λανγκουίγιας.

Λ ο ι π ά

Στις Σημειώσεις (2. I-IX), θα βρείτε πληροφορίες και υλικό για: Γάλλο, Κάρλος, Άγγλο, Τάνια, Λογιόλα, Ίντι, τους πέντε, τη σφαγή των ορυχείων.

Τέλος, στην τρίτη ενότητα (3. Τάιμπο) μεταφέρθηκαν το 57ο και το 58ο Κεφάλαιο από το βιβλίο του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, ΕΡΝΕΣΤΟ ΓΚΕΒΑΡΑ γνωστός και ως ΤΣΕ, (Μετάφραση: Βασιλική Κνήτου, ΚΕΔΡΟΣ 2005), στα οποία εξιστορούνται τα γεγονότα που ακολούθησαν από την τελευταία τελεία που βάζει ο Τσε στο Ημερολόγιό του, μέχρι την Αιχμαλωσία του στο Φαράγγι του Γιούρο.

Β.  Η γεωγραφία των ονομάτων
Στρατόπεδο Νακαχουάσου.
che-map1

Βολιβία, Στρατόπεδο Νακαχουάσου.

Χοακίν [ή Βίλο – Χουάν Βιτάλιο Ακούνια Νούνες].Αρχηγός ΟπισθοφυλακήςΚούβα. Σκοτώθηκε στην ενέδρα του Βάδο δελ Γέσο, 31 Αυγ. 1967. (Βλ. ‒Σημειώσεις Μποτίλιας, V. Η Ενέδρα στον Ρίο Γκράντε). 42 χρονώ.Αλεχάντρο [Γκουσταύο Ματσίν Χοέδ δε Μπέσε].Κέντρο Κούβα. Διοικητής του στρατού των ανταρτών.Ενσωματώθηκε στους αντάρτες το Δεκέμβριο του 1966, όπου ήταν και ο γενικός διευθυντής. Στις 17 Απρ., λόγω προβλημάτων υγείας, έμεινε πίσω με την ομάδα του. […] βαδίσαμε καλά μέχρι τον Ικίτα, αλλά η Τάνια και ο Αλεχάντρο καθυστέρησαν. Όταν έβαλαν θερμόμετρο, η Τάνια είχε πάνω από 39 πυρετό και ο Αλεχάντρο 38. (Ημερολόγιο, 16 Απρ.). Σκοτώθηκε στην σφαγή του Βάδο δελ Γιέσο (ενέδρα του Ονοράτο) στο Ρίο Γκράντε, 31 Αυγ. 1967. (βλ. ‒Σημειώσεις Μποτίλιας, V. Η Ενέδρα στον Ρίο Γκράντε και VΙ. Ονοράτο). 30 χρονώ.

Μπραούλιο [Ισραέλ Ρέγιες Ζάγιας]. Υπαρχηγός ΟπισθοφυλακήςΚούβα. Παλαίμαχος από τη Σιέρα Μαέστρα και το Κονγκό. Επικεφαλής της οπισθοφυλακής. Έπεσε στην ενέδρα στο Ρίο Γκράντε, 31 Αυγ. 1967. 34 χρονώ.

Μιγέλ [ή Μανουέλ – Μανουέλ Χερνάντες Οσόριο].Αρχηγός ΕμπροσθοφυλακήςΚούβα. Σκοτώθηκε στη μάχη, στο Φαράγγι του Μπατάν, μαζί με το Κόκο και τον Χούλιο, στις 26 Σεπ. 1967. «Το τσάκισμα» που λέει ο Τσε. (Βλ. Ημερολόγιο, 26 Σεπτέμβρη). 36 χρονώ.

Ρολάντο [Ελισέο Ρέγιες Ροντρίγκεζ, Καπιτάν Σαν Λούις].Κέντρο Κούβα. Επαναστάτης από τα δεκατρία του κι από τη Σιέρα Μαέστρα, Κομισάριος στη Βολιβία. Σκοτώθηκε σε μάχη στις 25 Απρ. 1967. Ο θάνατός του ήταν ένα σκληρό χτύπημα, γιατί σκεφτόμουν να τον αφήσω διοικητή ενός δεύτερου πιθανού μετώπου. (Ημερολόγιο, 25 Απρ. και Ανάλυση του Μήνα). 27 χρονώ.

Φέλιξ [ ή Ελ Ρούμπιο (ο Ξανθός)- Ζέζους Σουάρες Γκαγιόλ]. Κομισάριος, Οπισθοφυλακή Κούβα. Ένας παλαίμαχος. Όταν κλήθηκε από τον Τσε στη Βολιβία, κατείχε τη θέση του Αναπληρωτή Υπουργού Βιομηχανίας. Σκοτώθηκε στη μάχη, στον Ρίο Ιριπιτί, 10 Απρ. 1967. Το πρώτο αίμα. (βλ. Ημερολόγιο, 12 Απρ.). 31 χρονώ. 

ΠατσούγκοΠάτσο – Αλμπέρτο Φερνάντες Μόντες ντε Όκα]. ΕμπροσθοφυλακήΚούβα. Σκοτώθηκε στη μάχη, στο Φαράγγι του Γιούρο, 8 Οκτ. 1967. 32 χρονώ.

Τουμαΐνι [ή Τούμα – Κάρλος Κοέγιο]. Κέντρο Κούβα.Ο αχώριστος σύντροφος, που στο Κονγκό βαφτίστηκε Τούμα. Σκοτώθηκε σε μάχη στη Λα Φλορίντα, 26 Ιουν. 1967.Μαζί του, έχασα τον αχώριστο σύντροφο των τελευταίων χρόνων, τον πιστό σε κάθε δοκιμασία φί­λο. Έχω την εντύπωση ότι έχασα ένα γιο μου. (βλ. Ημερολόγιο, 26 Ιούν). 27 χρονώ.

Πάπι [Ρικάρντο, Μπίλι και Τσίντσου – Χοσέ Μαρία Μαρτίνες Ταμάγιο]. Κέντρο Κούβα. Σύντροφος και στο Κονγκό. Σκοτώθηκε σε μάχη, στον Ρίο Ροζίτα, μαζί με τον Ραούλ. 30 Ιουλ. 1967. Είναι μια άλλη βαριά απώλεια εξαιτίας της ποιότητας του ανθρώπου (βλ. Ημερολόγιο, ημ/νία). 31 χρονώ.

Αρτούρο [Ρενέ Μαρτίνες Ταμάγιο]. Κέντρο ασυρματιστής Κούβα. Ο μικρός δελφός του Πάπι. Ποιητής, με δράση από τα φοιτητικά του, ξυλοκοπείται από το καθεστώς Μπατίστα, αφήνεται ελεύθερος και ενώνεται με τον μεγάλο του αδερφό στο αντάρτικο. Το 1964 σπουδάζει στην ΕΣΣΔ και το φέρει βαρέως που δεν συνοδεύει τον Τσε στο Κονγκό. Σκοτώθηκε στο Φαράγγι του Γιούρο, 8 Οκτ. 1967. 26 χρονώ.

Μόρο [Μορογκόνο ή Μουγκάνκα ή Γιατρός – Οκτάβιο ντε λα Κονσεψιόν ντε λα Πεντράχα]. Κέντρο Κούβα. Σκοτώθηκε στη μάχη στο Καχόνες στις 12 Οκτ. 1967. 32 χρονώ.

Αντόνιο [ή Όλο – Ορλάντο Παντόχα Ταμάγιο]. Κέντρο Κούβα. Σκοτώθηκε στη μάχη, στο Φαράγγι του Γιούρο, 12 Οκτ. 1967. 34 ετών.

Μάρκος [ή Πινάρες – Αντόνιο Σάντσες Ντίαζ]. Οπισθοφυλακή Κούβα. Σκοτώθηκε σε μάχη στην Πένια Κολοράντα, 2(ή 1;) Ιουν. 1967. 40 χρονώ. Εκείνη τη μέραο Τσε σημειώνει: «Εδημοσίευσαν ένα παράξενο ανακοινωθέν για δυο νεκρούς και τρεις τραυματίες, χωρίς να ξέρουμε αν πρόκειται για παλιούς ή νέους». Ο δεύτερος νεκρός ήταν ο Βολιβιανός Κασίλδο Κονδόρι (δεξιά). Οπισθοφυλακή. 26 χρονώ.

Ελ Μέντικο [Ο Γιατρός, El Negro -Ρεστιτούτο Χοσέ Καμπρέρα Φλόρες]. Οπισθοφυλακή Περού.  Ο ένας από τους 3 Περουβιανούς (Ελ Τσίνο και Εουστάκιο οι άλλοι δύο).Διέφυγε από τη σφαγή του Βάδο δελ Γέσο (31 Αυγ. βλ. ‒Σημειώσεις Μποτίλιας, V. Η Ενέδρα στον Ρίο Γκράντε), συνελήφθη άοπλος, βασανίστηκε άγρια και εκτελέστηκε στις 3 Σεπ. 1967. Μέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού του Περού (ELNP).(Βλ. Ημερολόγιο 4 Σεπ.). 31 χρονώ.

Εουστάκιο [Λούσιο Εδιμπέρτο Γκαλβάν Χιδάλγο].Κέντρο Περού. Σκοτώθηκε στην μάχη στο Καχόνες, στη συμβολή του Ριο Μίζκε και Ριο Γκράντε, 12 Οκτ. 1967. 30 χρονώ.

Μπιγκότες [Λόρο και Χόρχε (Βάσκες Βιάνα)].Εμπροσθοφυλακή Βολιβία. Τραυματίστηκε στη μάχη, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο, από όπου τον απήγαγε ο Βολιβιανός Στρατός, για να τον δολοφονήσει στις 22 Απριλίου 1967, ρίχνοντάς τον από ελικόπτερο. Είναι αυτός για τον οποίο σημειώνει ο Τσε στις 7 Αυγούστου: Από τους 6 πρώτους [άντρες], οι 2 σκοτώθηκαν, ό ένας χάθηκε κι οι δύο πληγώθηκαν (βλ.Ημερολόγιο, 7 Aυγ). 28 χρονώ.

Ραούλ [Ραούλ Κισπάγια Τσόκε]. ΕμπροσθοφυλακήΒολιβία. Σκοτώθηκε σε μάχη, στον Ρίο Ροζίτα, 30 Ιουλ. 1967.Εξαιρετική αυτοπεποίθηση που μας κόστισε τον τραυματισμό του Ρικάρντο [Πάπι] και μετά του Ραούλ, που είχε πάει να τον βοηθήσει. (βλ. Ημερολόγιο, 30 και 31 Ιούλ). 27 χρονώ.

Απολινάρ [Απολινάριο, Πόλο – Απολινάριο Ακίνο Κίσπε]. Οπισθοφυλακή Βολιβία. Σκοτώθηκε στην ενέδρα του Βάδο δελ Γέσο, 31 Αυγ. 1967 (Βλ. ‒Σημειώσεις Μποτίλιας, V. Η Ενέδρα στον Ρίο Γκράντε). 32 χρονώ.

Παν Ντιβίνο [ή Πέδρο – Αντόνιο Νούνες Ταρδίο].ΟπισθοφυλακήΒολιβία. Σκοτώθηκε σε ενέδρα στα βουνά Ινιάο, 9 Αυγ. 1967. 26 χρονώ.

Τσαπάκο [ή Λούις – Χάιμε Αράνα Καμπέρο]. Κέντρο Βολιβία. Δολοφονήθηκε ενόσω ήταν τραυματίας από την ενέδρα στο Καχόνες, 12 Οκτ. 1967. 29 χρονώ.

Κόκο [Ρομπέρτο Περέντο Λέιγε, αδελφός του Ίντι].Εμπροσθοφυλακή ‒ Βολιβία. Σκοτώθηκε στη μάχη, στο Φαράγγι του Μπατάν, στις 26 Σεπ. 1967. «Η πιο σοβαρή απώλεια μετά τον Ρολάντο» (Βλ. Ημερολόγιο, 26 Σεπτέμβρη – Αξιολόγηση και ο Φιντέλ, Ανάλυση Μήνα Νοέ). 29 χρονώ.

Κάμπα [Ορλάντο Χιμένες Μπάθαν]. ΕμπροσθοφυλακήΒολιβία. Ο Τσε δεν τον εκτιμούσε ιδιαίτερα (Ανάλ. Μήνα Σεπτ.: Η εξαφάνιση του Κάμπα είναι καθαρό κέρδος). Συνελήφθη από το στρατό στις 30 Σεπτ. 1967 κοντά στη Λα Ιγκέρα μαζί με τον Αντόνιο Ντομινγκουές Φλόρες (Λεόν). Οδηγήθηκε στο Στρατοδικείο του Καμίρι και βασανίστηκε για να καταθέσει εναντίον Ντεμπρέ -Μπούστος (βλ. Ημερολόγιο, 3 και 5 Οκτ.), αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση. Πήρε αμνηστία το 1970, ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Σουηδία και πέθανε το 1994 (60 χρονώ). 

Λεόν [Αντόνιο Ντομινγκουές Φλόρες]. Κέντρο Βολιβία. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας. Εγκατέλειψε τον αγώνα στη Λα Ιγκέρα, στις 26 Σεπ. 1967.[Ημερολ. 26 Σεπ.: Ο Κάμπα εξαφανίστηκε, παρατώντας το γυλιό του. (…) Τότε είδαμε πως είχε εξαφανιστεί και ο Λεόν]. Παραδόθηκε στις αρχές και έδωσε κάθε δυνατή πληροφορία για την κίνηση των ανταρτών. Κατέθεσε εναντίον Ντεμπρέ -Μπούστος, αλλά συνέχισε να κρατείται. Αφέθηκε κι αυτός ελεύθερος με την αμνηστία του 1970. [Ημερολόγιο, 3 Οκτ.: Το ραδιόφωνο ανάγγειλε πως αιχμαλωτίστηκαν δυο άντρες: ο Αντόνιο Ντομινγκουές Φλόρες (Λεόν) και ο Ορλάντο Χιμένες Μπάθαν (Κάμπα)].

Μόισες Γκεβάρα Ροντρίγκες. Κέντρο Βολιβία.Σκοτώθηκε στην ενέδρα του Βάδο δελ Γέσο, 31 Αυγ. 1967 (Βλ.πορτραίτο του από τον Φιντέλ στο Προλόγισματου ΗμερολογίουΑνάλυση Μήνα Νοε. 1966). 28 χρονώ.

Νάτο [Χούλιο Λούις Μέντες Κόρνες]. Κέντρο Βολιβία. Από τους πρώτους αντάρτες και επικεφαλής προμηθειών. Ένας από τους 10 επιζώντες στο Φαράγγι του Γιούρο. Έπεσε στην τελευταία ενέδρα του στρατού στη Ματαράλ, 15 Νοε. 1967. 30 χρονώ.

*
«Ο Ίντι, ο Παμπλίτο, ο ελ Τσίνο, κι ο Ανιθέτο.

Και ο κλοιός που σφίγγει».

Ελ Τσίνο [Χουάν Πάμπλο Τσανγκ]. Κέντρο Περού.Εκτελέστηκε στη Λα Ιγκέρα, 9 Οκτ. 1967, και σκηνοθέτησαν το θάνατό του για να φαίνεται ότι σκοτώθηκε στη μάχη. 47 χρονώ.

Παμπλίτο [Πάμπλο – Φρανσίσκο Χουάνα Φλόρες].Εμπροσθοφυλακή ‒ Βολιβία. Σκοτώθηκε στη μάχη στο Kαχόνες στις 12 Οκτ. 1967. 22 χρονώ.

Ανισέτο [Ανισέτο Ρεϊνάγα Γορδίγιο].Εμπροσθοφυλακή Βολιβία. Ενώθηκε με τους αντάρτες το Γενάρη του 1967. Έπεσε στο Φαράγγι του Γιούρο, 8 Οκτ. 1967. 27 χρονώ.

*
10.000 πέσος το κεφάλι, γι’ αυτούς που γλύτωσαν από το Φαράγγι του Γιούρο

(Σημειώσεις, VIIΙ. Οι 5 που διέφυγαν και
VIII α. Η οδύσσεια αυτών που επέζησαν)

Μπενίνιο [Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρεθ]. ΕμπροσθοφυλακήΚούβα 
(1939 – )

Ουρμπάνο [Λεονάρντο Ταμάγιο Νούνιεθ]. Κέντρο Κούβα
(1941 – )

Πόμπο [Χάρυ Βιγιέγας Αντόνιο Ταμάγιο]. Κέντρο Κούβα
(1940 – )

Ίντι [Γκουίντο Περέντο]. Κέντρο Βολιβία. 9 Σεπ. 1969. 32 χρονώ.

Ντάριο [ Νταβίντ Αντριαζόλα Βεϊζάγα].ΕμπροσθοφυλακήΒολιβία. 31 Δεκ. 1969. 28 χρονώ.

*
Oι 3 που εγκατέλειψαν το αντάρτικο

Μαουρίτσιο [Ελ Πελάο και Κάρλος]. Πρόκειται για τον Αργεντινό «ζωγράφο-καταδότη» Σίρο Ρομπέρτο Μπούστος ή Μάρκο ή Μαουρίτσιο ή Ελ Πελάντο ή Ελ Πελάο ή Κάρλος Αλμπέρτο Φρουκτουόσο. Σύνδεσμος των ανταρτών.
Κέντρο. (1932 – ).

Ρεζίς Ντεμπρέ ή Δαντόν ή Γάλλος. Κέντρο. (1940 – ).

[41. Αξιολόγηση Δαντόν (Ρεζίς Ντεμπρέ) 6/3/67

Συνελήφθη στις 20/4/67, κατά τη διάρκεια αποστολής. Η κατάστασή του δεν είναι ξεκάθαρη· αν και είναι δύσκολο να κάνουν κάτι νόμιμα, μπορεί και να τον βασανίσουν. Χάσαμε μια μεγάλη πνευματική προσωπικότητα, αλλά αμφιβάλλω ότι μπορεί να γίνει ένας καλός μαχητής].

Άγγλος [ο Αγγλοχιλιανός δημοσιογράφος Τζωρτζ Άντριου Ροθ].

(Για τους τρεις βλ. Σημειώσεις -I. II. III.)

*
Κι ένας άκαπνος

Εστανισλάο [Έλ Νέγκρο, Μάριο ή Μάριο Μόνχε ή σκέτο Μόνχε] ‒Βολιβία. (Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας). Ο… άκαπνος: Ο Μάριο Μόνχε, βέβαια, δεν είχε τη παραμικρή ιδέα από αντάρτικο και δεν είχε πολεμήσει ποτέ. (Φιντέλ) – Βλ. από Ημερολόγιο, Ανάλυση Μήνα Νοε. 1966 και 21 Γενάρη.

*

Οι δυο γυναίκες του Αντάρτικου

(Σημειώσεις, IV. και VII.)

tamara-bunkeΤάνια, Αργεντινογερμανίδα, 1937-1967. 30 χρονώ.

che-loyolaΗ Λογιόλα Γκουσμάν (1942 – ) με τον Tσε, κατά την ανάθεση των οικονομικών της καθηκόντων.

*che-map2Η κίνηση των ανταρτών από Μάρτη έως Οκτώβρη 1967.

Γ. Τα αρκτικόλεξα της ελληνικής έκδοσης

Ε.Λ.Ν. = Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός (Ejército de Liberación Nacional) της Βολιβίας, που δημιουργήθηκε από τον Τσε.

Ο.Λ.Α.Σ. = Οργάνωση Αλληλεγγύης της Λατινικής Αμερικής (OrganizaciónLatinoAmericana de Solidaridad) δημιουργήθηκε στην Κούβα τον Αύγουστο του 1967, από επαναστατικά κινήματα και αντι-ιμπεριαλιστές της Λατινικής Αμερικής

Π.Ρ.Α = Partido Revolucionario Auténtico ‒Αυθεντικό Επαναστατικό Κόμμα. Ιδρύθηκε από τον Γουώλτερ Γκεβάρα το 1960 (Πρόεδρος της Βολιβίας το 1979, ούτε για 3 μήνες), μετά από διάσπαση του Movimiento Nacionalista Revolucionario ‒ Εθνικιστικό Επαναστατικό Κίνημα.

Π.Σ.Β. = Partido Socialista (Boliviano), είχε συνεργαστεί με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα Falange Socialista Boliviana. Εκείνη την περίοδο άσκησε κριτική για τη σφαγή των ορυχείων του Σαν Χουάν. [Βλ. Σημειώσεις -IX]

χρήσιμες λέξεις

Σπηλιές  [κρύπτες που έφτιαχναν σκάβοντας στη γη, συνήθως στις όχθες των ποταμιών]

Γόνδολα  [βολιβιανή λαϊκή έκφραση για το αυτοκίνητο. Εδώ πρόκειται για το «πηγαινέλα» στη μεταφορά ανεφοδιασμού]

Ματσετέρος  [από τη ματσέτα, μεγάλο μαχαίρι]

Αμπαρκάς  [σαντάλια χωριάτικα]
Τσούτσιαλ  [χωράφι φυτεμένο με είδος μπαμπού]
Και μερικές ακόμα, οι οποίες επεξηγούνται εντός του κειμένου.

*

Μανίλα: Όπου αναφέρεται «του Μανίλα» ή «τον Μανίλα», πρόκειται για τη Μανίλα που είναι η κωδική ονομασία της Αβάνας.

Τα μηνύματα από εκεί φτάνουν μέσω βραχέων στους αντάρτες και τα αποκωδικοποιούν με ειδικό μαγνητόφωνο, το οποίο θα χάσουν περνώντας κάποιον ορμητικό χείμαρρο, κατά την κρίσιμη μάχη της 30 Ιούλη, όπου συντελείται και η σφαγή της οπισθοφυλακής (Βλ. Ημερολόγιο, 26 Σεπτέμβρη, «Το τσάκισμα»).

Χάσαμε 11 γυλιούς με φάρμακα, κιάλια, και μερικά άλλα πράγματα που μπορούσαν να μας εκθέσουν, όπως το μαγνητόφωνο πά­νω στο όποιο είχα καταγράψει τα μηνύματα του Μανίλα. (Ημερολόγιο, 31 Ιούλη-4 και 31 Αυγούστου, ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η προδοσία του Ονοράτο και η ενέδρα στο Βάδο δελ Γιέσο).

Επιπλέον, οι αντάρτες δεν μπορούν ούτε και να στείλουν μήνυμα στην Αβάνα, αφού και οι δυο πομποί τους δεν είναι πλέον λειτουργικοί.

Από εκεί και πέρα, ο Τσε και οι άντρες του θα βρεθούν εντελώς απομονωμένοι.

Είμαστε πάντα χωρίς κανενός είδους σύνδεση και χωρίς ελπίδα για προσεχή αποκατάσταση. (Ημερολόγιο, Ανάλυση του Μήνα Αύγ.-1)

ΤΕΛΟΣ ‘Α ΜΕΡΟΥΣ.

Advertisements

Συνέντευξη με τον στρατηγό του Τσε, Χάρυ Βιγιέγας (Πόμπο)

Harry Villegas Tamayo 1Ο Χάρυ Βιγιέγας Ταμάγιο (Harry Villegas Tamayo), γνωστός με το ψευδώνυμο “Πόμπο”, ήταν απο εκείνους τους άνδρες που ακολούθησαν τον Τσε Γκεβάρα σε όλες τις επικίνδυνες αποστολές. Γεννημένος το 1940 στην Κούβα, ο “Πόμπο” βρέθηκε στο πλευρό του Τσε πολεμώντας στην Σιέρρα Μαέστρα, στο Κονγκό και τη Βολιβία. Έζησε τον Κομαντάντε Γκεβάρα σε καλές και κακές στιγμές, έχοντας την ευκαιρία να “δει” τον Τσε στο πεδίο της ένοπλης δράσης, να μοιραστεί τις αντιξοότητες, τον κίνδυνο του θανάτου, τις πικρές ήττες αλλά και τις περήφανες νίκες.

Τον Ιούλη του 2011 ο Βιγιέγας βρέθηκε στην γενέτειρα του Τσε, Αργεντινή, όπου και έδωσε συνέντευξη στο βραζιλιάνικο ειδησεογραφικό πρακτορείο Patria Latina. Ακολουθούν τα κυριότερα αποσπάσματα:

– Τι εντύπωση σχηματίσατε από την επίσκεψη σας στην Αργεντινή που συμπίπτει με την επέτειο γέννησης του Τσε;

Είμαι ικανοποιημένος. Είδα στη νεολαία της Αργεντινής, σε όλο τον πληθυσμό της Αργεντινής ευρύτερα, ένα διαφορετικό ενδιαφέρον για τον Τσε. Όχι μόνο φιλολογικής φύσης αλλά ένα ενδιαφέρον να μάθουν τη δουλειά του, τη ζωή και το έργο του. Πάντα πίστευα ότι γι’ αυτούς (σ.μ: εννοεί τους αργεντίνους) ο Τσε έμοιαζε λίγο μακρυνός. Με αυτήν την ευκαιρία όμως είδα ότι η οικουμενικότητα της προσωπικότητας του, προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη σημασία και στους ίδιους τους αργεντίνους.

Τα ιστορικά βιβλία, η επίσημη βιβλιογραφία, μαρτυρούν το πραγματικό μέγεθος του Τσε. Αρκετές γενιές σχημάτισαν άποψη χωρις να έχουν διαβάσει ούτε μισή γραμμή ή λέξη για τον ίδιο…

– Ποιά είναι η άποψη σας για την σχετιζόμενη με τον Τσε “εικονογραφία”, το cult είδος με τα μπλουζάκια, τα αυτοκόλλητα και τις φωτογραφίες που υπάρχουν ως αποτέλεσμα εμπορευματοποίησης;

Δεν μου αρέσει. Ας είμαστε ειλικρινείς τώρα. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι ένας εμπορευματοποιημένος κόσμος, όπου τα πάντα, όπως ξέρετε, συμβολίζουν αυτήν την “εμπορευματοποίηση”. Ο κόσμος είναι σε κρίση, όχι μόνο οικονομική αλλά και άλλου είδους, όπως με τις κλιματικές αλλαγές και την κρίση ηθικής (αξιών). Δεν είναι δυνατό να αρνηθούμε ή να διαπραγματευτούμε το μάρκετινγκ της εικόνας του Τσε. Ξέρετε πως λειτουργεί η “μόδα”. Ο κόσμος ακολουθεί τη μόδα των ευρωπαίων. Προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να θέσουμε το θέμα στην ηθική, την επαναστατική του διάσταση. Αναρωτιούνται ορισμένοι: Ποιός είναι αυτός; (σ.μ: εννοεί τη μορφή του Τσε). Εάν αυτό τους οδηγεί να γνωρίσουν καλύτερα, αναλυτικότερα, τον Τσε, τότε μας συμφέρει.

Ο Βιγιέγας με τον Τσε στη Βολιβία, 1966.
Ο Βιγιέγας με τον Τσε στη Βολιβία, 1966.

– Να αναζητήσουν το “νέο άνθρωπο” για τον οποίο μιλούσε ο Τσε;

Η προσπάθεια να τον ανακαλύψουν, ναι. Πιστεύω ότι ίσως να μην φτάσουμε στο επίπεδο του “νέου ανθρώπου” αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να τον ανακαλύψουμε έμμεσα, (να ανακαλύψουμε) έναν διαφορετικού τύπου άνθρωπο. Έναν άνθρωπο με περισσότερες αξίες, περισσότερο αυτοσεβασμό, έναν άνθρωπο που σέβεται τους άλλους γι’ αυτό που είναι.

Είναι εφικτό στο καπιταλιστικό σύστημα να υπάρξει το ηθικό ερέθισμα για να αναπτυχθεί αυτή η σκέψη; Πως θα παράγονταν αυτό (το νέο είδος ανθρώπου);

Θα πρέπει να παλέψουμε σκληρότερα για να ενδυναμώσουμε την συνείδηση και εγρήγορση των λαών. Είναι μια μάχη για να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας. Κάτι που οι καπιταλιστές και τα μονοπώλια δεν αντιλαμβάνονται. Θα ήταν πολύ περίπλοκο γι’ αυτούς να χρησιμοποιήσουν τις αξίες του Τσε σε αυτό το (καπιταλιστικό) σύστημα.

Σε κάποιες συνεντεύξεις σας είπατε ότι ο Τσε ήταν κάτι παραπάνω από ένας αντάρτης πολεμιστής. Τι εννοείτε;

Ο κόσμος πιστεύει ότι ο αντάρτης είναι ένας οπλισμένος σκοπευτής, αλλά ο Τσε έλεγε ότι ο αντάρτης δεν είναι κάτι τέτοιο – είναι ένα όχημα κοινωνικού μετασχηματισμού που έχει ως στρατηγικό στόχο την επαναστατική μεταρρύθμιση της κοινωνίας. Οπότε δεν είναι ένας σκοπευτής, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπ’ όψη και το γεγονός ότι στην Κούβα ήταν θεμελιώδες να εκπαιδευτεί (σ.σ: εννοεί όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά από άποψη παιδίας) ο αντάρτικος στρατός. Από τότε ξεκίνησε η διαδικασία εξάλειψης του αναλφαβητισμού στην Κούβα. Από τους στρατιώτες. 

Ο Τσε στο ιστορικό του περιβάλλον

Che Guevara 8974Αποσπάσματα από τον πρόλογο της μπροσούρας «ΕRNESTO GUEVARA ,Ο Ανταρτοπόλεμος”, δόσεις ΑΠΟΨΗ / 2005.

Του Στέργιου Κατσαρού.

Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε ότι η αστυνομία «στρατιωτικοποιείται» και ο στρατός μετασχηματίζεται προοδευτικά σε αστυνομική δύναμη. Ο οπλισμός, και γενικότερα ο τεχνικός εξοπλισμός, έχουν τελειοποιηθεί σε απίστευτο βαθμό. Επίσης, η οργάνωση του στρατού έχει αλλάξει σημαντικά. Σήμερα οι στρατοί δεν στηρίζονται σε μεγάλες δυσκίνητες μονάδες με μεγάλη  αυτονομία δράσης.

Τα επιχειρήματα αυτά και άλλα πολλά επιστρατεύονται ενάντια σε κάθε σκέψη ένοπλης αντίστασης ενάντια στην θεσμοθετημένη βία. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο . Ήδη το 1895 ο Ένγκελς  ο Ένγκελς και όχι κάποιος τυχαίος ρεφορμιστής – στον πρόλογο του για το έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» καταδικάζει τα οδοφράγματα ως μέθοδο πάλης. Στο συγκεκριμένο έργο δεν καταδικάζεται η τακτική του οδοφράγματος ως μία από τις τακτικές της ένοπλης πάλης, αλά κάθε μορφή ένοπλης αντίστασης – αυτό προκύπτει από τα συμφραζόμενα. Το κομμουνιστικό κίνημα συγκρίνεται  με το χριστιανικό που νίκησε μια πανίσχυρη και πάνοπλη αυτοκρατορία, τη Ρωμαϊκή , με μια τακτική της μη βίας που λίγο-πολύ θυμίζει Γκάντι ή Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ.  Δεν πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια και η εμπειρία της Μόσχας διέψευσε τον Ένγκελς. Εκεί το 1905 τρείς εκατοντάδες «ντροζίνικι» γελοιοποίησαν ένα ολόκληρο σύνταγμα στρατού.

Δεν είναι, όμως, ανάγκη να ανατρέξουμε στην Ιστορία ή σε κάποιους «κλασσικούς». Η πρόσφατη εμπειρία είναι αρκετή. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στην Νέα Υόρκη έχουν αποδείξει για μια ακόμα φορά ότι καμιά δύναμη δεν είναι άτρωτη. Το γεγονός ότι αυτή η ενέργεια είχε  ως στόχο άμαχο πληθυσμό  και όχι κάποια στρατιωτική ή αστυνομική εγκατάσταση, δεν αλλάζει το συμπέρασμα ότι οι σύγχρονοι στρατιωτικοί μηχανισμοί είναι το ίδιο τρωτοί όπως στην εποχή του Τσε ή στην εποχή της κομμούνας. Οι τυφλές ενέργειες που σήμερα έχουν μη στρατιωτικούς στόχους Και βρίσκονται στην επικαιρότητα, είναι αποτέλεσμα απελπισίας, απόγνωσης και αδυναμίας. Δεν έχουν να κάνουν σε τίποτα με το ιπποτικό αισιόδοξο πνεύμα του Τσε. Αυτός συμβούλευε να απαγορεύονται τα σαμποτάζ που θα είχαν ως αποτέλεσμα ακόμη και την ανεργία, πόσο μάλλον τον θάνατο άμαχου πληθυσμού. Ακόμα και στους αιχμαλώτους του εχθρικού στρατού θα έδειχνε ανθρωπιά. Εξαίρεση αποτέλεσαν μόνο στελέχη που είχαν βάψει τα χέρια τους με τι αίμα απλών ανθρώπων. Η τακτική του «no prisoners” δεν είναι τακτική των επαναστατών, αλλά, όπως φαίνεται και από την γλώσσα, τακτική των ιμπεριαλιστών. Είναι τακτική που εφάρμοσαν οι αποικιοκράτες ως απάντηση στις εξεγέρσεις των αποικιοκρατούμενων λαών.

 Γενικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αποτελεσματικότητα στην σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής δεν είναι ζήτημα τεχνικό, είναι κυρίως ηθικό. Η ανθρώπινη καρδιά και το μυαλό ήταν και θα είναι τα πιο αποτελεσματικά όπλα. Μπορεί οι επαγγελματικοί στρατοί να διαθέτουν τέτοια όπλα και μέσα παρακολούθησης και να τα τελειοποιούν διαρκώς. Όσο πιο πού εξελίσσονται, τόσο πιο ευάλωτοι γίνονται. Το πεδίο μάχης έχει μετατοπιστεί σήμερα μέσα στις πόλεις και αυτές γίνονται πραγματικά «ανοχύρωτες πόλεις».

Τα όπλα, η τεχνική και η επιστήμη (που και αυτή είναι όπλο) έχουν δύο λαβές, μπορεί να τα κρατήσει και ο «αστυνόμος» και ο «κλέφτης». Το να δίνει κανείς προτεραιότητα  στην  ηθική και το συναίσθημα, τον φέρνει σε αντίθεση με τους ακαδημαϊκούς κύκλους , όσο και με τους οπαδούς του επιστημονικού σοσιαλισμού, του λεγόμενου «διαλεκτικού υλισμού». Η απάντηση που μπορεί  κανείς να δώσει είναι ότι οι κλασικοί τους στις καλύτερες στιγμές τους δεν ήταν καθόλου «επιστήμονες» ή «υλιστές», ήταν «ουτοπιστές» και πραγματικά ιδεαλιστές. Δεν είναι ανάγκη να ανατρέξει κανείς στα γραπτά τους, αλά στην ίδια την πρακτική τους, όταν προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν αυτό που  για τους ρεαλιστές ήταν απραγματοποίητο. Εννοώ τη συμμετοχή του Μαρξ στην επανάσταση του 1848-50 καθώς και την στάση του Λένιν απέναντι στην κυβέρνηση Κερένσκι το 1917. Δεν θέλω να μηδενίσω την προσφορά του Μαρξισμού στο επαναστατικό κίνημα. Μπορώ όμως να απαντήσω στους σημερινούς οπαδούς του, που έχουν κληρονομήσει μόνο τη ρεφορμιστική πλευρά αυτού του ρεύματος, με την τελευταία θέση του Μαρξ για τον Φοιερμπάχ: “Οι φιλόσοφοι ερμηνεύουν τον κόσμο, εμείς τον αλλάζουμε». Ο δε Λένιν το 1917 απαντάει στους «ρεαλιστές» που επέμεναν ότι η επανάσταση είχε ολοκληρωθεί με την κυβέρνηση Κερένσκι (θέση που θεμελιωνόταν στη θεωρία):  «Η θεωρία είναι γκρίζα, το δέντρο της ζωής είναι πράσινο».

Σήμερα ο λεγόμενος επιστημονισμός των ακαδημαϊκών  και των πολιτικών είναι μια θεωρητική και ηθική στάση, που δικαιολογεί την υποταγή στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Είναι μια δουλική συνείδηση που αποδέχεται τα τετελεσμένα γεγονότα.

Το Γκουαντάναμο (κουβανικό έδαφος) είναι το σύμβολο της απόλυτης επικράτησης μιας «υπερδυνάμεως» που φαντάζει ανίκητη. Είναι όμως και δεκάδες χιλιάδες σταυροί στην Αππία Οδό, που δεν έσωσαν την κραταιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία  από την κατάρρευση ούτε και το Γκουαντάναμο θα σώσει την σημερινή «αυτοκρατορία».

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό, είναι άλλο. Ως γνωστόν, τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, μετά την κατάρρευση της Ρώμης , δεν τον διαδέχτηκε ένας καινούργιος ανώτερος αλλά ο Μεσαίωνας. Σήμερα αντιμετωπίζεται το ίδιο δίλημμα: Στον πολιτισμό του χρηματιστηρίου θα αντιπαρατάξουμε τον πολιτισμό του τσαντόρ ; Το δίλημμα δεν είναι αναγκαστικό υπάρχει λύση. Αυτή περνάει μέσα από τις αξίες για τις οποίες πάλεψαν άνθρωποι γεμάτοι πάθος για ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Ερνέστο Γκεβάρα, ο δικός μας Τσε.

[…]

… Στις 21 Οκτώβρη του 1959 ο στρατιωτικός διοικητής στην επαρχία Καμαγουέι προσπάθησε να κάνει πραξικόπημα που κατεστάλη από το Καμίλο Σιενφουέγος, ο οποίος δολοφονείται επτά ημέρες αργότερα. Τα σαμποτάζ και οι μεμονωμένες ενέργειες συνεχίζονται. Στις 17 Απρίλη του 1961 κορυφωνονται με την επέμβαση 1500 μισθοφορων στον Κόλπο των Χοίρων. Η δύναμη αυτή ήταν σημαντική και απέβλεπε στο να ενωθεί με άλλες στο εσωτερικό του νησιού. Η απειλή ενάντια στο επαναστατικό καθεστώς ήταν μεγάλη. Ο στόχος ήταν να καταλάβουν ένα μέρος του νησιού, να στήσουν μια δήθεν κυβέρνηση και να καλέσουν τις ΗΠΑ να επέμβουν ανοιχτά.

Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή η ηγεσία της Κούβας δεν στηρίχθηκε μόνο στον επαναστατικό στρατό αλλά σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Το ένοπλο έθνος ρίχθηκε στη μάχη  με την πολεμική κραυγή «patria o muerte» [1].  Ισως η παραπάνω φράση να χτυπάει άσχημα στα αυτιά κάποιων που αναλώνουν  τις διεθνιστικές τους ευαισθησίες σε ατέρμονες συζητήσεις μέσα σε κλειστούς κύκλους ή το πολύ-πολύ σε πορείες διαμαρτυρίας στην αμερικάνικη πρεσβεία. Πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι οι λέξεις και οι φράσεις χωρίς το συγκεκριμένο περιεχόμενο δεν λένε απολύτως τίποτα. Σε μια ταξική κοινωνία πατριωτισμός σημαίνει υπεράσπιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης που τα ταυτίζει με τα συμφέροντα του έθνους ή της πατρίδας. Στην προκριμένη περίπτωση  υπεράσπιση της πατρίδας σημαίνει υπεράσπιση αυτών που ο κουβανικός λαός κέρδισε με αιματηρούς  αγώνες και τα οποία τώρα κινδύνευαν να χαθούν. Πίσω από τις κραυγές των μισθοφόρων για ελευθερία και δημοκρατία κρύβονταν οι λατιφουντίστας που είχαν χάσει την ιδιοκτησία τους, κρύβονταν οι επιχειρηματίες που τους είχαν αφαιρέσει το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται, κρύβονταν οι Αμερικάνοι ανθύπατοι που είχαν χάσει το προνόμιο να καθορίζουν τις τύχες του κουβανικού λαού. Με λίγα λόγια, κρύβονταν όλοι οι βρικόλακες του παλιού καθεστώτος. Μέσα σε 72 ώρες συνέτριψαν τον μισθοφορικό στρατό. Μετά την νίκη αυτή το καθεστώς της Κούβας σταθεροποιήθηκε σε τυχόν άμεση  επέμβαση από την μεριά των ΗΠΑ, Ο Κάστρο τους υποσχέθηκε docientos mil grincos muertos  (200.000  νεκρούς Αμερικάνους).

[…]

Έχουν περάσει 36 χρόνια από τότε που ο Τσε βρήκε μαρτυρικό θάνατο μέσα σε ένα σχολείο της  Higuera και πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Προς ποια κατεύθυνση, όμως. Η οικονομία της ελεύθερης αγοράς που κυριάρχησε έχει βυθίσει τις χώρες της Λατινικής Αμερικής σε πρωτοφανή κρίση.  Στην Αργεντινή τις συνέπειες  δεν τις πλήρωσαν μόνο οι εξαθλιωμένοι που στοιβάζονται στις φαβέλες των μεγαλουπόλεων, αλλά και οι εργάτες και τα μεσοαστικά στρώματα. Στην Βραζιλία ο «πρώην» μεταλλεργάτης  Λούλα αγωνίζεται να εξασφαλίσει ένα δεύτερο γεύμα την ημέρα για τα εκατομμύρια των πεινασμένων Βραζιλιάνων. Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στις υπόλοιπες χώρες.

Η πολιτική κατάσταση επίσης δεν έχει αλλάξει και πολύ. Στην Βενεζουέλα ο αντιαμερικάνος caudillo Τσάβες μαζί με τον Λούλα υπέγραψαν τελικά το κοινό ανακοινωθέν των αμερικανικών κρατών που τους υπαγόρευσε ο Μπους πρόσφατα στο Μεξικό. Απουσίαζε μόνο ο Κάστρο. Η Κόυβα, παρά τις τεράστιες δυσκολίες,παρά τις μεγάλες υποχωρήσεις, εξακολουθεί να  είναι ακόμα el unico territorio libre del America [2]. Για πόσο θα αντέχει ακόμη, κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Ίσως αυτή δοθεί από μια νέα νίκη σε κάποια λατινοαμερικάνικη χώρα. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές στις κύριες χώρες αυτής της υποηπείρου επικρατούν μεταρρυθμιστικές κυβερνήσεις, ενώ το αντάρτικο βρίσκεται σε έξαρση στην Κολομβία. Το μεγάλο μαζικό κίνημα επηρεάζεται από το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Η βασική πολιτική του είναι ότι με μια τακτική της μη βίας «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Όπως και να εννοεί κανείς αυτό τον «άλλο κόσμο», είναι πράγματι εφικτός με τη μη βία ; Αν κρίνουμε από την μέχρι τώρα εμπειρία, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε, με έναν όρο όμως: να αφοπλιστούν οι αστυνομίες και οι στρατοί και να εξοπλιστούν οι εργάτες, οι αγρότες και οι άνεργοι. Όσο δεν εκπληρώνεται ο όρος αυτός, θα επιμείνουμε μαζί με τον Τσε ότι «la lucha armada es el unico camino para laVictoria” [3]

Θα συμφωνούσε επίσης κανείς ότι η τακτική μερικών νεαρών (και όχι μόνο), που συγκροτούν μειοψηφικές ένοπλες ομάδες, ή άλλων που επιχειρούν να μετατρέψουν  μια απλή διαδήλωση σε εξέγερση, είναι τρέλα ακόμη και προβοκάτσια («πρόκληση» στα ελληνικά). Ο, τι δεν συμφωνεί, όμως, με την κατεστημένη λογική της δουλικής συνείδησης, είναι τρέλα. Είναι επίσης πρόκληση απέναντι στα εκμεταλλευτικά καθεστώτα και τους λεγεωνάριούς τους. Βέβαια εκείνο που καθορίζει τις επαναστατικές περιόδους είναι η χρονική σύμπτωση των μειοψηφούντων «προβοκατόρων» με την μεγάλη πλειοψηφία. Τότε είναι εύκολο να επιλέξει κανείς. Το δύσκολο είναι στα μεσοδιαστήματα, αλλά και τότε είναι προτιμότερος «ένας Μπλανκί από έναν ζαχαρένιο σοσιαλιστή σαν τον Λουί Μπλάν». Η, για να έρθουμε πιο κοντά χρονικά, η σύγκριση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον Αλιέντε και στον Τσε…

[1] Πατρίδα ή Θάνατος.

[2] To μοναδικό ελεύθερο έδαφος της Αμερικής.

[3] Η ένοπλη πάλη είναι ο μοναδικός δρόμος για την νίκη.

Πρώτη Δημοσίευση / Πηγή: ΒΟΡΕΙΑ της Αθήνας.

Προς υπεράσπιση του Τσε Γκεβάρα: Απαντώντας στα ψέματα και τις συκοφαντίες

Ο τίτλος είναι ίσως υπερβολικός. “Έχει ανάγκη υπεράσπισης μια ιστορική προσωπικότητα όπως ο Τσε;”, θα αναρωτηθούν ορισμένοι. Όχι. Τέσσερις και πλέον δεκαετίες όμως μετά τη δολοφονία του στη Βολιβία, η δράση του θρυλικού επαναστάτη συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο διαστρεβλώσεων (σκοπίμων ως επί το πλείστον) και ψευδολογιών με κύριο στόχο την σπίλωση της ιδεολογικής και πολιτικής του κληρονομιάς. Στο “παιχνίδι” αυτό της διάδοσης ψευδών πληροφοριών για τον Τσε έχουν μετάσχει αντικομμουνιστές όλων των ειδών (από την φασιστική ακροδεξιά μέχρι το “φιλελεύθερο” κέντρο), με πρωμετωπίδα ασφαλώς την συντηρητική αμερικανική δεξιά και την αντεπαναστατική κουβανική μαφία της Φλόριντα. Στο άρθρο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια αποδόμησης επτά ψευδολογημάτων που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στο διαδίκτυο (αλλά και στον Τύπο) αναφορικά με τον Γκεβάρα. Σαρανταπέντε χρόνια μετά την άνανδρη δολοφονία του Τσε, η στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη απάντηση στις ύπουλα δομημένες συκοφαντίες καθίσταται αναγκαία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το σοσιαλιστικό όραμα του επαναστάτη αποκτά επίκαιρο νόημα και το παράδειγμα του συνεχίζει να φωτίζει το δρόμο όσων πιστεύουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο.

Ψέμα 1ο: “Το ταξίδι του νεαρού Τσε και του φίλου του Αλμπέρτο Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική είναι, ως επι το πλείστο, μύθος. Η μηχανή (Λα Ποδερόσα II) καταστράφηκε νωρίς και οι δύο αργεντίνοι έκαναν το ταξίδι τους με άλλα μέσα”.

Πρόκειται περί προφανέστατου ψεύδους. Το ταξίδι των νεαρών Γκεβάρα και Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική έχει καταγράψει ο φωτογραφικός φακός. Φωτογραφίες των δύο αργεντίνων στη Χιλή, στο Περού, σε περιοχές των δύσβατων Άνδεων αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα. Επιπλέον, οι αναλυτικές – και συνάμα αφηγηματικού χαρακτήρα – ιδιόχειρες σημειώσεις του Γκεβάρα που αργότερα δημοσιεύθηκαν υπό τον τίτλο “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (Diarios de Motocicleta) δίνουν σαφές στίγμα των εντυπώσεων που αποκόμησε από το μεγάλο αυτό ταξίδι. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και ο Γκρανάδο παλαιότερα σε αφηγήσεις του, έχουν καταγράψει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια πτυχές του ταξιδιού τους αναφερόμενοι σε ανθρώπους που γνώρισαν και συνομίλησαν, σε μέρη που επισκέπτηκαν αλλά και στην εθελοντική τους εργασία ως γιατροί στο λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο. Το ταξίδι των Γκεβάρα-Γκρανάδο κατέληξε, έπειτα από επτά μήνες περιπλάνησης, στο Καράκας. Αποτέλεσε δε το έναυσμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνειδητοποίησης του μεσοαστού αργεντίνου, ο οποίος είδε με τα ίδια του τα μάτια την ιμπεριαλιστική καταπίεση και εκμετάλλευση που κατέτρωγε τις “σάρκες” και “έπινε το αίμα” των λαών της λατινικής αμερικής.

Ψέμα 2ο: “Μετά την πτώση του Μπατίστα, ο Τσε αποφάσισε την εκτέλεση – χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης – εκατοντάδων κουβανών αξιωματούχων του καθεστώτος”.

Είναι αλήθεια ότι ο Τσε είχε οριστεί υπεύθυνος για την απόδοση δικαιοσύνης απέναντι σε όσους είχαν αποδεδειγμένη συμμετοχή στο τυρρανικό καθεστώς του Μπατίστα, ή είχαν συνεργαστεί με αυτό συμβάλοντας άμεσα στην πολυετή καταπίεση του κουβανικού λαού. Είναι επίσης αλήθεια ότι πολλοί εξ’ αυτών εκτελέσθηκαν. Συνιστά όμως ύπουλο ψεύδος ο ισχυρισμός ότι οι εκτελεσθέντες ήταν, δήθεν, αθώοι. Γι’ αυτό παραπέμπουμε στα λόγια του βιογράφου του Τσε, του αμερικανού Τζον Λι Άντερσον: «Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον ‘αθώο’. Αυτά τα άτομα που εκτελέστηκαν απ’ το Γκεβάρα, ή έπειτα από διαταγή του, καταδικάστηκαν γιά τα συνήθη εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή σε περίοδο πολέμου ή μετά από πόλεμο: βασανισμούς, βιασμούς, δολοφονίες η προδοσία». [1] Συγκρατήστε το “σε περίοδο πολέμου” – η απόδοση δικαιοσύνης απέναντι στους εγκληματίες της δικτατορίας Μπατίστα ακολούθησε το θρίαμβο της Επανάστασης ο οποίος ήλθε μέσα από μακρά περίοδο βίαιων πολεμικών επιχειρήσεων.

Σε αυτό να σημειωθεί ότι η πενταετής έρευνα του Άντερσον δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην Κούβα αλλά, επιπλέον, έλαβε πληροφοριες και από την κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι, γνωστή για τα αντικομμουνιστικά, αντιγκεβαρικά της αισθήματα. Αυτοί που συνήθως κατηγορούν τον Τσε (και την επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας εν γένει) για εκτελέσεις “αθώων” είναι οι ίδιοι που “ένειπταν τας χείρας τους” όταν η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ, ή του ΝΑΤΟ, δολοφονούσε μαζικά άμαχο πληθυσμό στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Σερβία, τη Λιβύη και αλλού.

Ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Γκεβάρα: «…ήρθε η 1η Γενάρη 1959, και η Επανάσταση – πάλι χωρίς να σκεφτεί τα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία αλλά ακούγοντας ότι της χρειαζόταν από τα χείλη του λαού – αποφάσισε πρώτα απ’ όλα να τιμωρήσει τους ενόχους, και το έπραξε. Οι αποικιακές δυνάμεις αμέσως παρουσίασαν την όλη ιστορία στα πρωτοσέλιδα τους σε όλο τον κόσμο ως δολοφονία, και αμέσως προσπάθησαν να κάνουν αυτό που προσπαθούν πάντα να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: να ενσπείρουν τη διχόνοια. “Υπάρχουν εδώ κομμουνιστές που σκοτώνουν ανθρώπους” έλεγαν. Με προφάσεις και τετριμμένα επιχειρήματα προσπάθησαν να ενσπείρουν διχόνοια ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν πολεμήσει για τον ίδιο σκοπό». [2]

Η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς την επιβολή της λαϊκής Δικαιοσύνης. Οι προδότες, οι δοσίλογοι είχαν σχεδόν πάντα αυτήν την τύχη, από τη γαλλική επανάσταση του 1789 μέχρι την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Ναζί το 1945. Από την άλλη πλευρά, η γενναιοδωρία, παραδείγματος χάρη, των Σαντινίστας στη Νικαράγουα (που έδωσαν αμνηστία σε συνεργάτες της δικτατορίας του Σομόζα) είχε ολέθριες συνέπειες: παλιοί της εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι συμμάχησαν με τις, υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, αντεπαναστατικές δυνάμεις των Κόντρα και στράφηκαν κατά των Σαντινίστας.

Ψέμα 3ο:Ο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας ψυχρός και ανελέητος δολοφόνος. Εκπαίδευσε αντάρτες οι οποίοι εκτέλεσαν αμάχους, ενώ δε δίσταζε να εκτελεί άμεσα συντρόφους του οι οποίο επεδείκνυαν λιποταξία”.

Είναι σαφές ότι οι χαρακτηρισμοί “ψυχρός”, “ανελέητος”, “δολοφόνος” κλπ, στοχεύουν αποκλειστικά στη δημιουργία εντυπώσεων. Και προφανώς εκστομίζονται από όσους δεν αντιλαμβάνονται – ή, ακόμη χειρότερα, παριστάνουν πως δεν αντιλαμβάνονται – το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται ένας ανταρτοπόλεμος ενάντια σε ένα τυρρανικό, διεφθαρμένο, φιλοιμπεριαλιστικό καθεστώς. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και οι υπόλοιποι πολεμιστές του αντάρτικου “Κινήματος της 26ης Ιούλη”, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν άριστα εκπαιδευμένο στρατό που είχε πολλαπλάσια αριθμητική υπεροχή και σαφώς πιο εξελιγμένο οπλισμό. Ως εκ τούτου, είχαν υποχρέωση να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία και την απαρέγκλητη προσήλωση τους στους νόμους της επανάστασης. Και πράγματι, σύμφωνα με το Γκεβάρα, μια ένοπλη επανάσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει εάν δεν έχει εμποτιστεί με ταξικό μίσος – αυτό που οι αντάρτες, οι εξεγερμένοι, ο ίδιος ο λαός και οι σύμμαχοι του τρέφουν για τον εκμεταλλευτή κεφαλαιοκράτη, τον ιμπεριαλιστή, τον αποικιοκράτη και τους δειλούς αντεπαναστάτες.

Αντίθετα με όσα λένε και γράφουν οι εχθροί του Γκεβάρα, δεν υπάρχει ούτε ένα αξιόπιστα διασταυρωμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Τσε έδωσε εντολή για εκτέλεση αμάχων. Τουναντίον, με την ιδιότητα του ως γιατρού, ο Γκεβάρα προσέφερε βοήθεια τόσο σε αιχμάλωτους στρατιώτες, όσο και στους ντόπιους χωρικούς στις περιοχές απ’ όπου πέρασε ο αντάρτικος στρατός. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, κατά τον κουβανικό ανταρτοπόλεμο, η οποιαδήποτε επίθεση (ακόμη και “παρενόχληση”) εναντίον άμαχου πληθυσμού απαγορεύονταν ρητά από τον επαναστατικό νόμο του Κινήματος της 26ης Ιούλη και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν η εσχάτη των ποινών.

Αλλά και στο αντάρτικο της Βολιβίας υπάρχουν σαφή δείγματα της συμπεριφοράς του Τσε απέναντι στους αντιπάλους που πολύ απέχει από τις ψευδολογίες που εξαπολύουν οι συκοφάντες του. Αντιγράφουμε απ’ το ημερολόγιο της Βολιβίας: «Πιάσαμε αιχμαλώτους δυο νέους κατασκόπους, έναν υπολογαχό των καραμπινιέρων κι έναν καραμπινιέρο. Τους διαβάσαμε την μπροσούρα και τους αφήσαμε ελεύθερους…». [3] Σε άλλο σημείο του ίδιου ημερολογίου διαβάζουμε πως ο Γκεβάρα, ευρισκόμενος σε λόγο με θέα το δρόμο παρατηρούσε δύο στρατιώτες σε ένα περαστικό καμιόνι. Ένιωσε οίκτο γι’ αυτούς που κρύωναν, τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους. «Δεν βρήκα το θάρρος να τους ρίξω…» γράφει.

Ψέμα 4ο: “Ο Τσε Γκεβάρα επεδείκνυε ρατσιστικό μίσος κατά των ομοφυλόφιλων, πρωταγωνιστώντας στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης”.

Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι οι απόψεις – και κυρίως η δράση – του Τσε είχαν ως βάση ρατσιστικά (εθνοτικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, κλπ.) κριτήρια. Ως γνήσιος μαρξιστής-λενινιστής ο Τσε Γκεβάρα δρούσε με ταξικό κριτήριο. Ως εχθρό του, απέναντι του, είχε αποκλειστικά τον καταπιεστή, τον εκμεταλλευτή, τον ιμπεριαλιστή και τους συνηγόρους αυτών. Όταν αναφερόμαστε σε διακρίσεις κατά των ομοφυλόφιλων στην Κούβα του 1960 πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη δύο βασικά πράγματα:

Πρώτον, το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνίες της εποχής δεν ήταν ακόμη έτοιμες να δεχθούν διαφοροποίησεις, ή αλλαγές, στα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Να θυμήσουμε ότι τη δεκαετία του ’60 στις “προοδευτικές” Ηνωμένες Πολιτείες γινόντουσαν διακρίσεις κατά των μαύρων οι οποίοι αντιμετωπίζονταν ως πολίτες β’ κατηγορίας. Στις πρώην ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, κλπ.) οι πολίτες προερχόμενοι από αφρικανικές και ασιατικές χώρες αποτελούσαν δουλοπάροικους των εκεί καπιταλιστικών συστημάτων, στην φτηνή εργασία των οποίων βασίστηκε η όποια κερδοφορία των κεφαλαιοκρατικών ελίτ.

Δεύτερον, τις συνθήκες τις οποίες είχε να αντιμετωπίσει η Επανάσταση ώστε να εδραιωθεί. Συνθήκες οι οποίες απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως δε σε ζητήματα που αφορούσαν τη διαφθορά των επαναστατικών συνειδήσεων την οποία επιδίωκε ο διεθνής ιμπεριαλισμός. Ένα κομμάτι της κοινωνίας που, εκμεταλλευόμενος τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, επιχείρησε να στρέψει κατά της Επανάστασης ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ήταν οι ομοφυλόφιλοι. Πρόκειται για τον ίδιο ιμπεριαλισμό που, στα προ-επαναστατικά χρόνια, είχε εγκαταστήσει στο νησί μια ολόκληρη βιομηχανία πορνείας προς τέρψην εύπορων αμερικανών. Χιλιάδες κουβανοί και κουβανές, όλων των σεξουαλικών προσανατολισμών, χρησιμοποιήθηκαν ως φτηνό εμπόρευμα από τη δικτατορία του Μπατίστα και τους βορειοαμερικανούς προστάτες της.

Δύο ερευνήτριες, οι Λούρδη Αργκουέλες και Μπ. Ρούμπι-Ριτς [4], που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στην μετά-1959 περίοδο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση της παραοικονομίας (της πορνείας) μετά την εδραίωση της επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια προσεταιρισμού των ομοφυλόφιλων από αντεπαναστατικές δυνάμεις του υποκόσμου. «Αρκετοί βετεράνοι της κουβανικής μαφίας στρατολογήθηκαν από την CIA μπαίνοντας στις τάξεις των αντεπαναστατών» γράφουν οι Αρκουέλες και Ριτς. Οι αντεπαναστάτες του υποκόσμου (που είχαν χάσει τα κέρδη τους με τον θρίαμβο της επανάστασης) ξεκίνησαν να προσεγγίζουν νεαρούς ομοφυλόφιλους με σκοπό να τους εντάξουν στο αντεπαναστατικό κίνημα που οργανώνονταν από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Ένα παράδειγμα τέτοιας στρατολόγησης είναι η περίπτωση του Ρολάντο Κουμπέλα, ομοφυλόφιλου φοιτητή ο οποίος είχε πολεμήσει στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων κατά του Μπατίστα αλλά κατέληξε να στρατολογηθεί από την CIA με σκοπό τη δολοφονία του Κάστρο. Έτσι, τα παραθαλάσσια τουριστικά γκέι-μπαρ στην περιοχή Λα Ράμπα είχαν καταλήξει ουσιαστικά μετά το 1959 “γιάφκες” αντεπανάστασης. Ποιά πολιτική όφειλε λοιπόν να ασκήσει η επαναστατική κυβέρνηση προκειμένου να διαφυλάξει τα κεκτημένα της επανάστασης και να προστατεύσει το λαό;

Οι ομοφυλόφιλοι νέοι και νέες που στρατολογήθηκαν από την CIA αποτέλεσαν – και αυτοί όπως πολλοί άλλοι κουβανοί – “πιόνια” της ιμπεριαλιστικής εχθρότητας απέναντι στην Επανάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομοφυλόφιλων κουβανών, κυρίως προερχόμενος από την εργατική τάξη και τα χαμηλά λαϊκά στρώμματα, που ουδέποτε εγκατέλειψε την Κούβα – αντιθέτως, οι άνθρωποι αυτοί εργάστηκαν προκειμένου να ενσωματωθούν αρμονικά στην κουβανική κοινωνία προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο κοινό καλό της επανάστασης.

Ψέμα 5ο: Ο Τσε ήλπιζε ότι η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα θα οδηγούσε σε πυρηνικό πόλεμο, χωρίς να υπολογίζει το κόστος των χαμένων ανθρώπινων ζωών.

Το επιχείρημα αυτό αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του Τσε λίγο καιρό μετά το τέλος της Κρίσης των Πυραύλων. Ο Γκεβάρα είχε δηλώσει τότε: «Είναι το εκπληκτικό παράδειγμα ενός λαού έτοιμου να διαλυθεί από ατομική έκρηξη προκειμένου οι στάχτες του να γίνουν τσιμέντο για τις νέες κοινωνίες και, την στιγμή που το κάνει αυτό, μια συμφωνία αποφασίζει την απόσυρση των ατομικών πυραύλων χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του, κι ο λαός αυτός δεν αναισαίνει από ανακούφιση» [5]. Η διαστρέβλωση έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία των λεγομένων του Τσε. Ο Γκεβάρα, μέσα από την υπερβολή της παραπάνω φράσης, στρέφονταν ουσιαστικά κατά της τότε σοβιετικής ηγεσίας του Χρουστσώφ η οποία στήριξε τους διπλωματικούς της ακροβατισμούς στις πλάτες της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης. Ως υπέρμαχος του ότι “κάθε άσκοπη θυσία θα πρέπει να αποφεύγεται”, ο Τσε ήταν μακριά από αυτοκτονικού τύπου αντιλήψεις οι οποίες θα απέβαιναν μοιραίες. Η θυσιαστική του αντίληψη ως αντάρτη πολεμιστή (θυσία σε προσωπικό επίπεδο, σε κάθε τομέα της ζωής, με στόχο την επιβίωση και εν τέλει την πραγμάτωση της επανάστασης) πρέπει να ερμηνεύεται στα δεδομένα ιστορικά και πολιτικά πλαίσια της εποχής αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες θριάμβευσε και εδραιώθηκε η κουβανική Επανάσταση.

Ψέμα 6ο: Ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε απέτυχε παταγωδώς σε όλες τις πρωτοβουλίες που πήρε για την κουβανική οικονομία.

Ο Τσε δεν ήταν οικονομολόγος. Όντας μέλος του “Κινήματος της 26ης Ιούλη” και έχοντας συνεισφέρει τα μέγιστα στον θρίαμβο της Επανάστασης το 1959, ο Γκεβάρα ανέλαβε συγκεκριμένα πολιτικά πόστα έπειτα από πρόταση του Φιντέλ Κάστρο. Το έργο που είχε να επιτελέσει η επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας ήταν πρακτικά τιτάνιο, έχοντας “κληρονομήσει” από το δικτάτορα Μπατίστα μια υποανάπτυκτη παραγωγικά χώρα, με κολοσσιαίες κοινωνικές ανισότητες και διαλυμένη οικονομία. Ορισμένα στατιστικά στοιχεία μιλούν απο μόνα τους: 91% των σπιτιών της επαρχίας δεν είχε επαρκή ηλεκτρισμό, 45% του πληθυσμού της επαρχίας δεν είχε μόρφωση (44% εξ’ αυτών δεν είχε πάει ποτέ σχολείο), για 2.000 άτομα αναλογούσε ένας γιατρός, 27% των παιδιών στις πόλεις και 61% στην επαρχία δεν πήγαιναν σχολείο, το 73% της καλλιεργήσιμης γης αποτελούσε ιδιοκτησία μιας χούφτας (9% των γεωκτημόνων) εύπορων αμερικανών επιχειρηματιών. Σε όλα αυτά να προστεθεί ο οικονομικός αποκλεισμός και τα άμεσα μέτρα απομόνωσης του νησιού που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1960, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια εξαγωγών στην επαναστατική κυβέρνηση Κάστρο.

Πέραν των στρατιωτικών και διπλωματικών καθηκόντων του, ο Τσε ανέλαβε αρχικά επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (INRA). Στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν στην Κούβα συντελέστηκε μια γενναία αναδιανομή γης (δήμευση των “λατιφουντίων” και πολυεθνικών, εθνικοποίηση αγροτικών και κτηνοτροφικών ράντσων, διανομή περισσότερου από 1 εκατομμύριο εκτάρια γης σε 100.000 αγρότες) στο πλαίσιο της περίφημης αγροτικής μεταρρύθμισης για την οποία ο Γκεβάρα εργάστηκε εντατικά και της οποίας υπήρξε θερμός υποστηρικτής. Αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης ήταν η σαφής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κουβανών της επαρχίας, η ρευματοδότηση των κατοικιών και η δημιουργία υποδομών, σχολείων και κλινικών.

Κατά τη θητεία του Τσε ως επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας στο INRA και ως προέδρου της Εθνικής Τράπεζας, όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας κοινωνικοποιήθηκαν – πέρασαν στον έλεγχο του κράτους. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση έπρεπε να λύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη μετάβαση από την διαλυμένη ιδιωτική οικονομία στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της βιομηχανίας. Κατά την πενταετή ενασχόληση του Γκεβάρα με την προσπάθεια εκβιομηχανοποίησης της χώρας, η κουβανική βιομηχανία άρχισε να μεγαλώνει, να διευρύνεται και να σταθεροποιείται, κυρίως ως αποτέλεσμα της κινητοποίησης του ανθρώπινου παράγοντα (εργατικού δυναμικού) στον οποίο ο Τσε πίστευε ακράδαντα. Ασφαλώς, η οικονομική σκέψη του Τσε Γκεβάρα παραμένει μέχρι και σήμερα αντικείμενο υπό μελέτη, δεδομένων των διαφωνιών που ο ίδιος εξέφρασε γραπτά με την σοβιετική αντίληψη περί πολιτικής οικονομίας που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Η βρετανίδα συγγραφέας και ερευνήτρια Έλεν Γιάφε (Helen Yaffe) έχει ασχοληθεί εκτενώς με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης στην Κούβα [6]. Σύμφωνα με την Γιάφε, ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε δημιούργησε εννέα ερευνητικά και αναπτυξιακά κέντρα τα οποία μελετούσαν οτιδήποτε σχετίζονταν με την εκβιομηχάνιση της χώρας: από μηχανισμούς αύξησης της παραγωγής ζάχαρης μέχρι την παραγωγή νικελίου, την ανίχνευση πηγών πετρελαίου, τη χημική βιομηχανία και την έρευνα στις νέες τεχνολογίες (την εποχή εκείνη υπήρχε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε όλο το νησί). Ο Τσε εισήγαγε την ψυχολογική υποστήριξη (για το εργατικό δυναμικό αλλά και τους προϋσταμένους του) ως εργαλείο βελτίωσης της παραγωγικής δυνατότητας, σχεδίασε και οργάνωσε έναν λογικό μηχανισμό κλιμακούμενης μισθοδοσίας, υποστήριξε ένθερμα την αυτοοργάνωση των εργατών στο πλαίσιο της κολεκτιβοποίησης της εργασίας (κυρίως στις αγροτικές περιοχές), εισήγαγε για τις επιχειρήσεις το καινοτόμο “Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού” (ένα συγκεντρωτικό όργανο διαχείρησης διαφορετικό από αυτό της τότε ΕΣΣΔ) το οποίο στόχευε στην πρακτική αναθεώρηση της σοβιετικής αντίληψης περί του μαρξιστικού “νόμου της αξίας”. Σύμφωνα με την Δρ. Γιάφε “μέσα σε έξι ταραγμένα χρόνια ο Τσε έκανε μια αλησμόνητη συνεισφορά στην κουβανική οικονομία”.

Πέρα από το καθαρά πρακτικό σκέλος των πολιτικών που εφαρμόστηκαν επί υπουργίας του Γκεβάρα, η οικονομική θεωρία που ανέπτυξε ο Τσε (μέσα και από τη μελέτη της μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής οικονομίας) έδειξε το δρόμο μιας εναλλακτικής σοσιαλιστικής οικονομίας η οποία δεν “αντιγράφει” τους καπιταλιστικούς νόμους παραγωγής. Η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική πολιτική οικονομία (σωστή ή λάθος, η ιστορία θα αποφανθεί) υπήρξε ουσιαστικά προάγγελος της σταδιακής κατάρρευσης των οικονομικών συστημάτων του ανατολικού μπλοκ δύο και πλέον δεκαετίες μετά το θάνατο του. Επομένως, στην αποδεδειγμένα σημαντική συνεισφορά του στην εκβιομηχάνιση της επαναστατικής Κούβας θα πρέπει να προστίθεται και η θεωρητική του συμβολή στην κατεύθυνση ενός οικονομικού συστήματος με πυρήνα τον άνθρωπο, πραγματική ενσάρκωση των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς.

Ψέμα 7ο: Ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα το 1965, όχι για να ενισχύσει τον αγώνα άλλων λαών για την ελευθερία, αλλά διότι είχε αποτύχει στην προσωπική του ζωή, έχοντας άστατο οικογενειακό βίο, δεκάδες ερωμένες και “νόθα” τέκνα.

Πρόκειται ασφαλώς για μη πολιτικό επιχείρημα που στοχεύει στην σπίλωση του Γκεβάρα σε προσωπικό επίπεδο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Τσε, παρ’ ότι αφιερωμένος στους σκοπούς της επαναστατικής του δραστηριότητας, υπήρξε στοργικός σύζυγος και πατέρας. Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη την περουβιανή Ίλντα Γκαντέα και τη δεύτερη την κουβανή Αλέιδα Μαρτς. Απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά (Ιλντίτα Μπεατρίζ, Αλέιδα, Καμίλο, Σέλια, Ερνέστο). Δεν υπάρχει ουδεμία βάσιμη ένδειξη ότι ο Τσε απέκτησε παιδιά πέραν αυτών με τις δύο συζύγους του. Στο βιβλίο της “Αναπόληση” [7], η Αλέιδα Μαρτς περιγράφει έναν άνδρα που αν και βρίσκονταν στη δίνη της επανάστασης (έχοντας περάσει τρία δύσκολα χρόνια στον ανταρτοπόλεμο και έχοντας αναλάβει διοικητικά πόστα στην επαναστατική κυβέρνηση) διατηρούσε στο ακέραιο το ενδιαφέρον του για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών του, τα οποία λόγω υποχρεώσεων δεν έβλεπε όσο συχνά θα ήθελε. Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε η πρώτη σύζυγος του Τσε, η Ίλντα Γκαντέα, ούτε η Μαρτς έχουν αναφέρει το παραμικρό περιστατικό άστατης προσωπικής ζωής του Γκεβάρα.

Ο Τσε Γκεβάρα ήταν υπέρμαχος μιας αυστηρά πειθαρχημένης (στους σκοπούς της επανάστασης) ζωής, την οποία απαιτούσε να έχουν οι σύντροφοι και συναγωνιστές του. Πρώτα απ’ όλα όμως, την εφάρμοζε ο ίδιος στον εαυτό του, δίνοντας το παράδειγμα σε όσους έζησαν δίπλα του. Παρά το γεγονός ότι πτυχές της προσωπικής του ζωής ενδέχεται να μην τις μάθουμε ποτέ, η προσωπικότητα και ο πειθαρχημένος χαρακτήρας του επαναστάτη μαρξιστή Γκεβάρα δεν άφηναν σε καμία περίπτωση πολλά περιθώρια για άστατο βίο και πομπώδεις παρεκτροπές.

Νικόλαος Μόττας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] The Legacy of Che, PBS NewsHour, 20 Νοεμβρίου 1997.

[2] Ομιλία κατα την έναρξη του Πρώτου Συνεδρίου Λατινοαμερικανικής Νεολαίας, 28 Ιούλη 1960.

[3] El Diario del Che En Bolivia, Αβάνα 1968.

[4] Lourdes Arguelles and B. Ruby Rich (1984), “Homosexuality, Homophobia, and. Revolution: Notes toward an. Understanding of the Cuban. Lesbian and Gay Male. Experience”.

[5] “Tactique et strategie de la revolution latino-americaine”, αναφορά στο άρθρο στο βιβλίο “Ernesto Guevara, connu aussie comme le Che” του Paco Ignacio Taibo II.

[6] Helen Yaffe, “Che Guevara: The Economics of Revolution”, Palgrave-McMillan / Δείτε επίσης “Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία”.

[7] Αλεϊδα Γκεβάρα-Μαρτς (μτφ. Βασιλική Κνήτου), Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε, εκδ. Ψυχογιός, 2007.

Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα («Ο Ανταρτοπόλεμος», Πρώτο Κεφάλαιο)

Του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Η ένοπλη νίκη του κουβανικού λαού κατά της δικτατορίας του Μπατίστα, δεν υπήρξε μόνο ένας επικός θρίαμβος που ανακοινώθηκε από τα δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου. Υπήρξε και παράγοντας για την αναθεώρηση παλιών δογμάτων σχετικά με την συμπεριφορά των λαϊκών μαζών της Λατινικής Αμερικής, αποδείχνοντας με τρόπο απτό την ικανότητα του λαού να αποτινάξει μια καταπιεστική κυβέρνηση μέσω του αντάρτικου αγώνα.

Πιστεύουμε ότι με τρία θεμελιώδη σημεία συνέβαλε η Κουβανική  Επανάσταση στην πρακτική των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική. Αυτά είναι:

1. Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν  έναν πόλεμο ενάντια στον στρατό.
2. Δεν είναι πάντα απαραίτητο να πριμένουμε να δημιουργηθούν όλες οι συνθήκες για την επανάσταση – μια εστία εξέγερσης μπορεί να τις δημιουργήσει.
3. Στην υπανάπτυκτη Αμερική, το πεδίο του ένοπλου αγώνα πρέπει βασικά να είναι η ύπαιθρος.

Από αυτές τις τρείς συνεισφορές, οι δύο πρώτες αντιμάχονται την παθητική στάση κάποιων επαναστατών ή ψευτοεπαναστατών που καταφεύγουν, βρίσκοντας, έτσι , καταφύγιο για την αδράνεια τους στην πρόφαση ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει απέναντι σε έναν επαγγελματικό στρατό. Αντιμάχονται όμως και κάποιους άλλους, που κάθονται και περιμένουν να δημιουργηθούν, με τρόπο μηχανικό, όλες οι αναγκαίες αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, δίχως να νοιάζονται να τις επιταχύνουν. Όσο και αν είναι σήμερα ολοφάνερη η ισχύς αυτών των δύο αναμφισβήτητων αληθειών, συζητήθηκαν αρκετά στο παρελθόν στην Κούβα και πιθανά να συζητιούνται επίσης και στη Λατινική Αμερική. Φυσικά, όταν μιλάμε για τις συνθήκες της επανάστασης, δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς ότι όλες τους θα δημιουργηθούν κάτω από την ώθηση που θα τους δώσει η αντάρτικη εστία. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου, ότι υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις που κάνουν εφικτή την δημιουργία και την εδραίωση της πρώτης εστίας. Δηλαδή, πρέπει να αποδείξουμε ολοκάθαρα στο λαό ότι δεν είναι δυνατό να κρατάμε τον αγώνα για κοινωνικές διεκδικήσεις μέσα στα πλαίσια μόνο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ειρήνη τορπιλίζεται απο κείνες ακριβώς τις καταπιεστικές δυνάμεις που διατηρούνται στην εξουσία παραβιάζοντας το καθιερωμένο δίκαιο,

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η λαϊκή δυσαρέσκεια παίρνει ολοένα και πιο θετικές μορφές και προεκτάσεις, και αποκτά, σε κάποια δεδομένη στιγμή, ένα τέτοιο επίπεδο αντίστασης που αποκρυσταλλώνεται στο ξέσπασμα του αγώνα, που αρχικά προκλήθηκε από τη στάση των αρχών. Εκεί όπου μια κυβέρνηση ανέβηκε στην εξουσία έπειτα από κάποιας μορφής λαϊκή ετυμηγορία, είτε νόθα είτε όχι, και υπάρχει τουλάχιστον μια φαινομενική τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας, το αντάρτικο ξέσπασμα είναι αδύνατο να προκληθεί, εφόσον δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες του πολιτικού αγώνα.

Η τρίτη συμβολή είναι βασική στρατηγικής φύσης και πρέπει να απασχολήσει εκείνους που επιχειρούν με δογματικά κριτήρια να επικεντρώσουν την πάλη των μαζών στα κινήματα των πόλεων, ξεχνώντας ολότελα την τεράστια συμμετοχή ανθρώπων της υπαίθρου στη ζωή όλων των υπανάπτυκτων χωρών της Αμερικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε τους αγώνες των οργανωμένων εργατικών μαζών. Απλά, αναλύουμε με ρεαλιστικά κριτήρια τις δυνατότητες κάτω από τις δύσκολες συνθήκες του ένοπλου αγώνα, εκεί όπου οι εγγυήσεις που συνήθως κοσμούν τα συντάγματα μας είτε έχουν ανασταλεί είτε αγνοούνται. Σε αυτές τις συνθήκες, τα εργατικά κινήματα αναγκάζονται να περάσουν στην παρανομία, δίχως όπλα, αντιμετωπίζοντας τεράστιους κινδύνους. Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν.

Παρ’ όλο που αργότερα θα αναλύσουμε λεπτομερειακά αυτά τα τρία συμπεράσματα που απορρέουν από την κουβανική επαναστατική εμπειρία, τα αναφέρουμε τώρα, στην αρχή αυτού του έργου, γιατί τα θεωρούμε σαν τη θεμελιώδη συνεισφορά μας.

Ο ανταρτοπόλεμος, βάση της πάλης για την απελευθέρωση ενός λαού, παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά, διαφορετικές όψεις, ακόμα και αν υπάρχει πάντα η ίδια ουσιαστική θέληση για απελευθέρωση. Είναι ευνόητο – και όσοι έγραψαν πάνω σε αυτό το θέμα το έχουν τονίσει πολλές φορές – ότι ο πόλεμος ανταποκρίνεται σε μια καθορισμένη σειρά επιστημονικών νόμων, και όποιος πάει αντίθετα σε αυτούς τους νόμους, οδηγείται στην ήττα. Ο ανταρτοπόλεμος, όντας μια φάση του πολέμου, πρέπει να διέπεται απο όλους αυτούς τους νόμους. Αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας του, διέπεται επιπλέον απο μια σειρά συμπληρωματικούς νόμους, που πρέπει να ακολουθηθούν για να διεξαχθεί με επιτυχία. Είναι φυσικό, οι γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε χώρας να προσδοιορίζουν τον τρόπο και τις ιδιαίτερες μορφές που θα προσλάβει ο ανταρτοπόλεμος. Όμως, οι ουσιαστικοί του νόμοι έχουν ισχύ για οποιονδήποτε αγώνα αυτού του είδους. Καθήκον μας αυτην την στιγμή είναι να βρούμε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτού του είδους ο αγώνας, τους κανόνες που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί που αναζητούν την απελευθέρωση τους. Να θεωρητικοποιήσουμε τα γεγονότα, να συνθέσουμε και να γενικεύσουμε αυτή την εμπειρία, έτσι ώστε να επωφεληθούν από αυτήν και άλλοι.

Το πρώτο που πρέπει να καθορίσουμε είναι ποιοι είναι οι μαχητές σε έναν ανταρτοπόλεμο. Απο τη μια πλευρά έχουμε τον πιεστικό πυρήνα και τον πράκτορα του, τον επαγγελματικό στρατό, καλά οπλισμένο και πειθαρχημένο, που, σε πολλές περιπτώσεις, βασίζεται στην ξένη βοήθεια, καθώς και μικρούς πυρήνες γραφειοκρατών, λακέδες στην υπηρεσία του καταπιεστικού πυρήνα. Από την άλλη πλευρά έχουμε τον πληθυσμό της συγκεκριμένης χώρας ή περιοχής. Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση.

Τότε, ο αντάρτης μπορεί να υπολογίσει στην ολόπλευρη υποστήριξη του πληθυσμού της περιοχής. Είναι κάτι απολύτως απαραίτητο. Και αυτό φαίνεται ολοκάθαρα, αν πάρουμε για παράδειγμα τις συμμορίες ληστών που δρουν σε κάποια περιοχή. Έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του αντάρτικου στρατού: ομοιογένεια, σεβασμό στον αρχηγό, γενναιότητα, γνώση του εδάφους, και πολλές φορές, ακόμη και ολοκληρωμένη εκτίμηση για την τακτική που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Το μόνο που τους λείπει είναι η υποστήριξη του λαού. Και αναπόφευκτα αυτές οι συμμορίες είτε συλλαμβάνονται, είτε εξολοθρεύονται από τις δυνάμεις της δημόσιας τάξης.

Έχοντας αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο κάνει τις επιχειρήσεις του το αντάρτικο, τις μορφές του αγώνα και κατανοώντας τη μαζική του βάση, απομένει να αναρωτηθούμε: Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών. Όταν θα αναλύσουμε σε βάθος την τακτική του ανταρτοπολέμου, θα δούμε ότι ο αντάρτης πρέπει να έχει πλήρη γνώση του εδάφους όπου βρίσκεται, των δρόμων πρόσβασης και διαφυγής, των δυνατοτήτων γρήγορων ελιγμών – πρέπει να έχει την υποστήριξη του λαού και, φυσικά, μέρη όπου να μπορεί να κρυφτεί. Όλα αυτά υποδεικνύουν ότι ο αντάρτης θα κάνει τις επιχειρήσεις του σε τόπους τραχείς και αραιοκατοικημένους. Σε αυτούς τους τόπους, η πάλη του λαού για διεκδικήσεις επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο, και σχεδόν αποκλειστικά, στην αλλαγή της κοινωνικής δομής της γαιοκτησίας. Δηλαδή, ο αντάρτης είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας αγρότης επαναστάτης. Εκφράζει τις επιθυμίες της μεγάλης μάζας των αγροτών να γίνουν αφέντες της γης, αφέντες των μέσων παραγωγής, των ζώων τους και όλων όσων τελικά λαχταρούσαν τόσα χρόνια, όλων όσων αποτελούν τη ζωή τους και θα αποτελέσουν και τον τάφο τους. Πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες ερμηνείες υπάρχουν δυο διαφορετικοί τύποι ανταρτοπολέμου. Ο ένας από αυτούς, που συνίσταται σε έναν αγώνα συμπληρωματικό, πλάι στο μεγάλο τακτικό στρατό, όπως είναι η περίπτωση του ουκρανικού αντάρτικου στην Σοβιετική Ένωση, δεν ενδιαφέρει αυτήν την ανάλυση. Μας ενδιαφέρει η περίπτωση μιας ένοπλης ομάδας που αναπτύσσεται σε αγροτικές περιοχές. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όποια και αν είναι η ιδεολογία που εμπνέει τον αγώνα, η οικονομική βάση προσδιορίζεται από την επιθυμία για ιδιοκτησία της γης.

Η Κίνα του Μάο ξεκινά με έναν ξεσηκωμό των εργατικών πυρήνων του Νότου, που ηττήθηκαν και σχεδόν αποδεκατίστηκαν. Σταθεροποιείται και ξεκινά την ανοδική του πορεία μονάχα όταν, μετά τη μεγάλη πορεία στο Γενάν, εγκαθίσταται σε αγροτικές περιοχές και θέτει σαν βάση των διεκδικήσεων την αγροτική μεταρρύθμιση. Ο αγώνας του Χο Τσι Μινχ στην Ινδοκίνα στηρίζεται στους καταπιεσμένους από τον γαλλικό αποικιακό ζυγό αγρότες των ορυζώνων, και με αυτήν τη δύναμη προχωρά μέχρι που νικά τους αποικιοκράτες. Και στις δύο περιπτώσεις παρεμβάλλεται ο πατριωτικός πόλεμος ενάντια στον ιάπωνα εισβολές, όμως δεν ξεχνιέται η οικονομική βάση, δηλαδή, ο αγώνας για τη γη. Στην περίπτωση της Αλγερίας, η μεγάλη ιδέα του αραβικού εθνικισμού αποτελεί την οικονομική απάντηση στον σφετερισμό του συνόλου σχεδόν της καλλιεργήσιμης γης από ένα εκατομμύριο γάλλους εποίκους. Σε κάποιες χώρες, όπως το Πουέρτο Ρίκο, όπου οι ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού δεν επέτρεψαν το αντάρτικο ξέσπασμα, το πατριωτικό πνεύμα των κατοίκων του, βαθιά τραυματισμένο από τις διακρίσεις που καθημερινά διαπράττονται εναντίον τους, έχει σαν βάση τον πόθο του αγρότη (αν και σε πολλές περιπτώσεις έχει ήδη προλεταριοποιηθεί) για τη γη που του κλέβει ο βορειοαμερικάνος εισβολέας.

Ήταν η ίδια αυτή κεντρική ιδέα που εμψύχωνε, αν και με διαφορετικές προεκτάσεις, τους μικροϊδιοκτήτες, τους αγρότες και τους σκλάβους των υποστατικών της ανατολικής Κούβας που συσπειρώθηκαν για να υπερασπιστούν όλοι μαζί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία της γης, στη διάρκεια του τριαντάχρονου απελευθερωτικού πολέμου.

Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κάνουν τον ανταρτοπόλεμο έναν ειδικό τύπο πολέμου και έχοντας υπόψη τις δυνατότητες ανάπτυξης του, καθώς, με την αύξηση της δυναμικότητας του πυρήνα που πραγματοποιεί τις επιχειρήσεις, μεταβάλλεται σε έναν πόλεμο θέσεων, πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτού του είδους ο αγώνας δεν είναι παρά ο ίδιος ο πόλεμος θέσεων σε εμβρυακή κατάσταση, δεν είναι παρά ένα σχέδιο για τον πόλεμο θέσεων. Οι δυνατότητες του αντάρτικου να αναπτυχθεί και να αλλάξει το είδος του αγώνα μέχρι να φτάσει σε έναν συμβατικό πόλεμο είναι τόσες, όσες είναι και οι πιθανότητες να νικήσει τον εχθρό στις διάφορες μάχες, συγκρούσεις και αψιμαχίες που θα διεξαχθούν. Γι’ αυτό και θεμελιώδης αρχή είναι πως δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δοθεί μάχη που να μην κερδηθεί, δεν πρέπει να γίνει σύγκρουση ή αψιμαχία που να μην κερδηθεί. Υπάρχει ένας αντιπαθητικός ορισμός που λέει: “Ο αντάρτης είναι ο ιησουίτης του πολέμου”. Αυτός ο ορισμός υποδεικνύει την ιδιότητα της πανουργίας, του αιφνιδιασμού και μυστικότητας, που είναι, ολοφάνερα, ουσιαστικά στοιχεία του αντάρτικου αγώνα. Όπως είναι φυσικό, είναι ένας ειδικός ιησουιτισμός που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, που κάποιες στιγμές μας αναγκάζουν να πάρουμε μια απόφαση διαφορετική από τις ρομαντικές και φαιδρές αντιλήψεις με τις οποίες θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως γίνεται ο πόλεμος.

Ο πόλεμος είναι πάντα ένας αγώνας, όπου και οι δύο αντίπαλοι προσπαθούν να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο. Έτσι, εκτός από τη δύναμη, θα καταφύγουν σε κάθε στρατήγημα, σε κάθε πιθανό κόλπο, για να πετύχουν αυτό το αποτέλεσμα. Οι στρατιωτικές τακτικές και στρατηγικές αντιπροσωπεύουν τις επιδιώξεις της ομάδας που αποβλέπει να επωφεληθεί από κάθε αδύνατο σημείο του εχθρού. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, σε έναν πόλεμο θέσεων, η δράση κάθε διμοιρίας μιας μεγάλης στρατιωτικής ομάδας, παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, όσον αφορά την ατομική πάλη, με εκείνα που παρατηρούνται στο αντάρτικο. Υπάρχει πανουργία, μυστικότητα, αιφνιδιασμός, και όταν δεν υπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι γιατί είναι αδύνατο να αιφνιδιαστεί ο αντίπαλος που βρίσκεται σε επαγρύπνηση. Επειδή όμως το αντάρτικο είναι απο μόνο του ένας διαχωρισμός και επειδή υπάρχουν μεγάλες εδαφικές περιοχές που δεν περιφρουρούνται από τον εχθρό, πάντα μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτές οι επιχειρήσεις κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί ο αιφνιδιασμός – και είναι καθήκον του αντάρτη να το κάνει.

“Χτύπα και φύγε” το αποκαλούν μερικοί περιφρονητικά, και αυτό ακριβώς είναι. Χτύπα και φύγε, περίμενε, παραμόνευε, ξαναχτύπα και φύγε πάλι, και έτσι συνέχεια, δίχως να αφήνεις ανάπαυση στον εχθρό. Φαινομενικά, υπάρχει σε όλα αυτά μια αρνητική στάση, μια στάση οπισθοχώρησης και αποφυγής μετωπικών συγκρούσεων. Όμως, όλα αυτά, είναι συνεπή με τη γενική στρατηγική του ανταρτοπολέμου, που έχει ίδιο τελικό στόχο με οποιονδήποτε πόλεμο: την επίτευξη της νίκης και την εξόντωση του εχθρού. Είναι ολοφάνερο ότι ο ανταρτοπόλεμος είναι μια φάση του πολέμου που από μόνος του δεν έχει τη δυνατότητα να πετύχη τη νίκη. Είναι, επιπλέον, μια απο τις αρχικές φάσεις του πολέμου και θα αναδιπλώνεται και θα αναπτύσσεται, μέχρι που, με την συνεχή αύξηση του, ο αντάρτικος στρατός προσλάβει τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού. Εκείνη τη στιγμή θα είναι έτοιμος να δώσει το οριστικό πλήγμα στον εχθρό και να εξασφαλίσει τη νίκη. Ο θρίαμβος θα είναι πάντα καρπός ενός τακτικού στρατού, κι ας έχει τις απαρχές του σε έναν αντάρτικο στρατό.

Έτσι λοιπόν, όπως σε έναν σύγχρονο πόλεμο δεν χρειάζεται να πεθάνει ο στρατηγός μιας μεραρχίας επικεφαλής των στρατιωτών του, έτσι και ο αντάρτης, όντας στρατηγός του εαυτού του, δεν πρέπει να πεθάνει σε οποιαδήποτε μάχη. Είναι πρόθυμος να δώσει τη ζωή του, όμως η θετική ιδιότητα του ανταρτοπόλεμου είναι ακριβώς ότι ο καθένας από τους αντάρτες είναι πρόθυμος να πεθάνει, όχι για να υπερασπιστεί ένα ιδανικό, αλλά για να το κάνει πραγματικότητα. Αυτή είναι η βάση, η ουσία του αντάρτικου αγώνα. Αυτό είναι το θαύμα, χάρη στο οποίο ένας μικρός πυρήνας ανθρώπων, ένοπλη πρωτοπορία του μεγάλου λαϊκού πυρήνα που τον υποστηρίζει, βλέποντας πιο πέρα από τον άμεσο τακτικό στόχο, προχωρεί αποφασιστικά στην κατάκτηση ενός ιδανικού, στην εδραίωση μιας νέας κοινωνίας, στο σπάσιμο των απαρχαιωμένων σχημάτων της παλιάς κοινωνίας, στην κατάκτηση, τελικά, της κοινωνικής δικαιοσύνης για την οποία αγωνίζεται.

Απ’ αυτήν την άποψη, όλες οι υποτιμητικές εκφράσεις αποκτούν το πραγματικό τους μεγαλείο, το μεγαλείο του σκοπού που υπηρετούν. Και ας τονίσουμε πως δεν αναφερόμαστε σε ανεπίτρεπτα μέσα για να φτάσουμε στον στόχο. Η αγωνιστική στάση, αυτή η στάση που ούτε μια στιγμή δεν πρέπει να ατονίσει, αυτή η ανυποχώρητη στάση μπροστά στα μεγάλα προβλήματα του τελικού στόχου, αποτελεί το μεγαλείο του αντάρτη.

* Το κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος του Πρώτου Κεφαλαίου του βιβλίου «Ο Ανταρτοπόλεμος» (Guerrilla Warfare) που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1961. Επιμέλεια: Ν. Μόττας/Guevaristas.  

Αν ζούσε σήμερα ο Τσε

Του Περικλή Κοροβέση*.

Ο Χορστ Μάλερ αυτό το επιφανές  μέλος της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» – RAF θεωρούσε την εργατική τάξη της Δυτικής Γερμανίας τελείως παθητική και διεφθαρμένη και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί από μόνη της. Οι εργάτες ήταν κατατρομαγμένα γουρούνια, μαζί με το σύνολο της Αριστεράς. Και μαζί με τους συντρόφους του, πίστεψαν πως με κάποιες δολοφονίες και κάποιους δυναμίτες θα την απελευθέρωναν. Αντίστοιχες αντιλήψεις και δράσεις υπήρχαν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το ενδιαφέρον με τον Μάλερ ήταν πως μόλις βγήκε από τη φυλακή άλλαξε το μπολσεβίκικο κοστούμι του και φόρεσε το ναζιστικό. Σήμερα είναι  ηγετικό στέλεχος των Νεοναζί.

Άλλαξε ο Μάλερ πολιτικές αντιλήψεις, όπως τον κατηγόρησαν, ή απλά παρέμεινε συνεπής στις απόψεις του και ήταν πάντα ναζί; Κατά την άποψή μου, μια ναζιστική ή φασιστική αντίληψη δεν είναι απαραίτητο να έχει την αντίστοιχη ιδεολογική αναφορά. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από ένα θρησκευτικό κίνημα. Ακόμα μπορεί να εκφραστεί και από το οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα, δεξιό, κεντρώο, αριστερό, αλλά ακόμα και αναρχικό. Σ΄ αυτή την αντίληψη υπάρχουν μερικά σταθερά χαρακτηριστικά:

-Οι μάζες βρίσκονται σε λήθαργο και παρακμή και από μόνες τους δεν  μπορούν να κάνουν τίποτε. Είναι πρόβατα και χρειάζονται ένα τσοπάνη (χριστιανική προσέγγιση, ποίμνιο και ποιμένας). Έχουν ανάγκη από έναν μεσσία-αρχηγό που θα τους οδηγήσει στην απελευθέρωση τους, αφού πρώτα υποταγούν τυφλά στον αρχηγό (Χίτλερ, Μουσολίνι, και από την άλλη πλευρά του καθρέπτη, Στάλιν, Μάο και όχι μόνο). Το ρόλο του Μεσσία μπορούν να παίξουν και οι λεγόμενες πρωτοποριακές ομάδες, που θεωρούν τον εαυτό τους εκπρόσωπο του λαού, άσχετα αν δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Το μόνο που έχουν να κάνουν οι «κατώτεροι» είναι ή να ακολουθήσουν τυφλά τους αρχηγούς ή να θεωρηθούν εχθροί, στο σημείο που δεν υποτάσσονται στην ανώτερη αλήθεια. Άνθρωποι είναι μόνο όσοι είναι δικοί μας. Οι υπόλοιποι βαπτίζονται εχθροί. Και η βία, από εργαλείο, γίνεται αξία και δημιουργεί τον σίριαλ κίλερ, είτε με πολιτική αναφορά, είτε όχι.

-Υπάρχει πάντα μία αναφορά που δεν μπαίνει ποτέ σε αμφισβήτηση. Και αυτή μπορεί να είναι θρησκευτική-μεταφυσική, μπορεί να είναι εθνική ιδέα, μπορεί να είναι φυλετική και ακόμα μπορεί να είναι επαναστατική-φαντασιακή. Ένα είδος θεατρικού έργου, που για να παιχτεί, απαιτεί ανθρώπινες ζωές.

Αν ζούσε σήμερα ο Τσε δεν θα έκανε κανένα αντάρτικο. Θα είχε καταλάβει πως τα ένοπλα κινήματα είναι αδιέξοδα. Δηλαδή, αυτό που κατάλαβαν όλα τα ένοπλα κινήματα στη Λατινική Αμερική, που δεν είχαν καμιά σχέση με τις καρικατούρες των ένοπλων κινημάτων στην Ευρώπη. Οι Σαντινίστας, που πήραν την εξουσία με τα όπλα το 1979, κατάλαβαν στη συνέχεια πως δεν μπορούσαν να την κρατήσουν με τα όπλα. Και το 1990 κάνουν εκλογές  τι οποίες και  χάνουν  και αποχωρούν από την εξουσία. Ο υποδιοικητής Μάρκος των Ζαπατίστας στο Μεξικό ποτέ δε δήλωσε πως πρέπει να πάρουν την εξουσία με τα όπλα, αλλά  πως πρέπει να παλέψουν  σε ένα πολιτικό πλαίσιο που θα δημιουργούσε μια αυθεντική δημοκρατία στο Μεξικό που θα χωρούσε και τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών του.
Το μόνο ένοπλο κίνημα που έχει απομείνει στη Λατινική Αμερική είναι το παραδοσιακό αντάρτικο του FARC που δεν έχει πραγματικό πρόγραμμα εξουσίας. Αυτοσυντηρείται συχνά με συμμαχίες με τις μαφίες των ναρκωτικών, δημιουργώντας έτσι ένα ανταρτοληστρικό κίνημα που δεν έχει σχέση με τη πολιτική αλλά με την επιβίωση.

Να θυμίσουμε λίγο την εποχή που γεννήθηκαν οι «ένοπλες επαναστατικές ομάδες» στην Ευρώπη: Αντάρτικα στον τρίτο κόσμο. Πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Βιετνάμ και Καμπότζη που προχωρούσαν νικηφόρα με τη δύναμη των όπλων. Κι ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: Ξαναπαίρνουμε τα όπλα στον αναπτυγμένο κόσμο και γινόμαστε η ένοπλη πρωτοπορία ή εντασσόμαστε  στο μαζικό κίνημα και δίνουμε όλη μας την ενέργεια σε αυτή τη δύναμη; Κάποιοι επέλεξαν την ένοπλη βία σαν υποδειγματική πράξη. Και έτσι είχαμε  τη Φράξια Κόκκινος Στρατός στη Δυτική Γερμανία, την Άμεση Δράση στη Γαλλία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία και στην Ελλάδα την 17 Νοέμβρη. Εκτός από την Ιταλία, όπου οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η Αυτονομία του Νέγκρι είχαν χιλιάδες μέλη και υποστηρικτές, όλες οι υπόλοιπες ομάδες της ένοπλης υποδειγματικής δράσης ήταν ολιγάριθμες.

Η τακτική που επιλέχτηκε ήταν οι δολοφονίες και η νιτρογλυκερίνη που αναβίωσαν τις χειρότερες στιγμές του αναρχικού κινήματος στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Ο αναρχισμός, από κίνημα ισότητας και δικαιοσύνης, ταυτίζεται με δολοφονικές ενέργειες, από τους πολέμιους του, και μέχρι σήμερα δεν έχει μπορέσει να ξεφύγει από αυτή τη ρετσινιά. Σε αυτό δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι ίδιοι οι αναρχικοί. Δομικά αυτά τα κινήματα δεν ήταν διαφορετικά από τα ένοπλα ακροδεξιά κινήματα των ΗΠΑ και ιδιαίτερα με την Κουν Κουξ Κλαν που χρησιμοποίησε τις ίδιες μεθόδους. Αυτό που άλλαζε ήταν ο στόχος. Στη περίπτωση της Ακροδεξιάς των ΗΠΑ στόχος ήταν οι μαύροι. Στη περίπτωση των ένοπλων επαναστατικών ομάδων ήταν στελέχη του κατεστημένου, άσχετα αν ήταν ένοχοι ή αθώοι. Και εδώ επικράτησε η φασιστική αντίληψη της συλλογικής ευθύνης. Ξεπέρασαν  έτσι και τους ίδιους τους νόμους του κάθε ολοκληρωτικού κράτους. Εκεί κάποια δίκη ή κάποιο στρατοδικείο στηνόταν, έστω και για τα μάτια. Σ΄ αυτές τις ομάδες δεν χρειαζόταν τίποτα. Αποφάσιζαν  ποιος ήταν ο εχθρός και τον εκτελούσαν, ξεπερνώντας και την ίδια τη μαφία στην οποία ποτέ δεν ίσχυσε η συλλογική ευθύνη. Το θύμα πάντοτε ήταν συγκεκριμένο. Στους «δικούς μας επαναστάτες» ισχύει η συλλογική ευθύνη. Και κατά τα πρότυπα των Ναζί  δημιουργούν «Καλάβρυτα» στο μέτρο του δυνατού. Και εφαρμόζουν την αρχή του «συλλογικού υποσυνείδητου» που σημαίνει πως όλοι είναι ένοχοι.

Η υπόθεση της επανάστασης είναι να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Κι αυτό αποτελεί  το μεγάλο διακύβευμα, όταν οι πολλοί πιστεύουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Και ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρό για τους επαναστάτες. Αγώνας για να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Γι αυτό χρειάζονται πολλές παρεμβάσεις, σε πολλά επίπεδα, τόσο στο ατομικό, όσο και  στο κοινωνικό. Για μένα, αυτός που θέλει ένα κουβά νερό για να πλύνει τα δόντια του, δεν μπορεί να είναι επαναστάτης, ακόμα και αν διδάσκει οικολογία σε πανεπιστήμιο. Χωρίς προσωπική ηθική, είμαστε όλοι εν δυνάμει εξουσιαστές και γραφειοκράτες, όσο κι αν διακηρύσσουμε το αντίθετο.

Τελικά για ποιόν παράδεισο αγωνιζόμαστε; Για ποια ουτοπία; Για τίποτα από όλα αυτά. Κανείς δεν ήρθε  από τον παράδεισο για να μας πει πως είναι. Και οι ουτοπίες που πήγαν να χτιστούν γίναν δυστοπίες. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καμία μελλοντική κοινωνία, αν δεν αρχίζουμε να τη χτίζουμε από τώρα μέσα σ΄ αυτή τη κοινωνία. Μπορούμε να δούμε μερικά χαρακτηριστικά : ισότητα, δικαιοσύνη, η παραγωγή του πλούτου να πηγαίνει στη κοινωνία κι όχι στους κερδοσκόπους. Μαζί  με πολλά άλλα  χαρακτηριστικά, που έχουν διατυπωθεί ανά τους αιώνες από τους μεγάλους στοχαστές που είχαν στόχο τον άνθρωπο και την ευτυχία του.

Προς το παρόν παλεύουμε για ανθρώπινα δικαιώματα στη κόλαση. Κι αυτό δεν είναι εύκολη δουλειά.

(Ο Περικλής Κοροβέσης είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και πολιτικός της αριστεράς. Γεννήθηκε το 1941 στο Αργοστόλι. Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν τμήμα της εισαγωγής του βιβλίου «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις διάπυρον.)

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Ο ανταρτοπόλεμος ως πολιτικός καταλύτης

Che Guevara 971Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος.

Για ποιό λόγο ανταρτοπόλεμος;

Από που εξεπήγασε η θεωρία του Τσέ για τον ανταρτοπόλεμο; Κατά κύριο λόγο από ισπανικές πηγές (Η Ισπανία εξάλλου είναι η απαρχή του νεώτερου αντάρτικου): εμελέτησε στο Μεξικό το 1955 τα κείμενα πάνω στη στρατιωτική στρατηγική του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, και υπήρξε ένας από τους καλύτερους μαθητές του παλιού αξιωματικού του δημοκρατικού στρατού, Αρμάντο Μπάϊο, που γύμναζε τους Κουβανούς αντάρτες πρωτού αναχωρήσουν. Δεν ανακάλυψε τους «κλασσικούς του Μάο Τσέ – Τούνγκ παρά αργότερα, στη Σιέρρα, το 1958. Μετά τη νίκη, θα μελετήσει από κοντά την πείρα των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, των Αλγερινών εθνικιστών, των βιετναμέζων επαναστατών. Κι αφού ειπώθηκαν τα παραπάνω, προφανές είναι ότι κύρια πηγή του είναι η βιωμένη εμπειρία του ίδιου του κουβανέζικου αντάρτικου.

Γιατί το αντάρτικο της αγροτιάς ήτανε στα μάτια του Τσέ o δρόμος, ο πιό σίγουρος και ο πιό πραγματικός για το σχηματισμό του λαϊκού στρατού; Υπάρχουν στα κείμενά του σειρά επιχειρημάτων φύσεως οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και στρατιωτικής, για να δικαιολογηθεί ο προνομιούχος ρόλος τον οποίον αποδίδει στο αντάρτικο μέσα στο καθολικό προτσές του επαναστατικού πολέμου.

1. Στο οικονομικό: στις υπο-ανάπτυκτες χώρες, στην αγροτική οικονομία, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού βρίσκεται στην εξοχή, η επανάσταση είναι, στην αρχή αγροτική επανάσταση που διεξάγεται στις εξοχές και στα βουνά, κατεβαίνοντας αργότερα στις πόλεις (όπου γίνεται σοσιαλιστική) (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 201, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Το επιχείρημα αυτό, μεμονωμένα λαμβανόμενο θα ήτανε μηχανιστικό: ξέρουμε σωστά ότι η τσαρική Ρωσσία, χώρα κατ΄ εξοχήν αγροτική, εγνώρισε όμορφα και καλά μια αστική προλεταριακή επανάσταση τον Οχτώβρη του 1917…

2. Στο κοινωνικό: η φριχτή καταπίεση και η υπερεκμετάλλευση των χωρικών, κολασμένων της γής, που δεν έχουν τίποτε να χάσουν, των οποίων η κοινωνική κατάσταση είναι εκρηκτική, και που κατά συνέπεια αποτελούν «τεραστία επαναστατική δύναμη εν δυνάμει» (Διακήρυξη της Αβάνας, 1961). Αναλύοντας το ρόλο των διαφόρων στρωμάτων της αγροτιάς, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι όχι μόνο το αγροτικό προλεταριάτο μα και οι φτωχοαγρότες αποτελούν την κοινωνική βάση του αντάρτικου της υπαίθρου. Αληθινά οι στρατιώτες που αποτέλεσαν τον πρώτο μας αντάρτικο στρατό από χωρικούς προήρχονταν, από την πλευρά αυτής της τάξης που εκδηλώνει σχεδόν επιθετικά την επιθυμία της για απόκτηση γής, που εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα που καταλογίζεται σαν «μικροαστικό…». (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, σελ. 94, 104. Ας αντιπαραβάλουμε με την αποκαλυπτική δήλωση του προέδρου της Κολομβίας, Κάρλος Λιέρας Ρεστρέπο, το 1966: «Νομίζω ότι πολιτικά οι μικροκτηματίες είναι πολύ πιό επικίνδυνοι από τους γαιοκτήμονες. Οι ιδιοκτησίες αυτές που όλο και μικραίνουν, δεν επαρκούν στο να συντηρήσουν μια οικογένεια και το πρόβλημα των μικροκτηματιών επιδεινούται αδιάκοπα με την διανομή που επιβάλλει ο νόμος κληρονομίας και με την ισχυρή δημογραφική έκρηξη… που δημιουργεί μια τάξη «προλεταρίων ιδιοκτητών» των οποίων τα εισοδήματα είναι ακόμη πενιχρότερα από των θεριστάδων του ζαχαροκάλαμου», στο Ν. Γκάλλι, «Η κληρονομιά του Τσέ Γκουεβάρα», Πνεύμα, Σεπτέμρ. 1969, σελ. 215. Δες επίσης τις δηλώσεις του αρχηγού των επαναστατικών Στρατιωτικών Δυνάμεων της Γουατεμάλας, Καίσαρ Μόντες, για την εκπληκτική επιτυχία του αντάρτικου στους πτωχεύσαντες μικροϊδιοκτήτες χωρικούς).

3. Στο πολιτικο-στρατιωτικό: κατά τον Τσέ οι αστικές επαναστάσεις, οι περικλεισμένες και σωριασμένες μέσα στα όρια της πόλης, τελειώνουν συνήθως με την ήττα των επαναστατών και τη σφαγή του λαού. Το επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί τότε να ανασυνταχθεί παρά εάν, όπως στην Κίνα μετά την ήττα στην πόλη συμπτυχθεί στην ύπαιθρο και διεξαγάγει τον ανταρτοπόλεμο. Ο λαϊκός στρατός ο ικανός να χτυπήσει το στρατό της ολιγαρχίας δεν γεννιέται αυτομάτως: χρειάζεται να τον φτιάξεις προοδευτικά στην πορεία ενός παρατεινόμενου πολέμου. Και λοιπόν, μια τέτοια συνεχιζόμενη πάλη μακρόχρονης διάρκειας δύσκολα μπορεί να διεξαχθεί αλλού, από την ύπαιθρο, που αποτελεί τον κρίκο τον πιό αδύνατο της καταπίεσης. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 217, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

4. Στη στρατιωτική στρατηγική: Η ύπαιθρος είναι το πεδίο το πλέον ευνοϊκό στο λαϊκό στρατό: προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στην οπλισμένη πρωτοπορεία, μεγαλύτερο χώρο ελιγμών οδών σύμπτυξης, κρυψώνων μή προσβαλλομένων από τις δυνάμεις της καταπίεσης, ελαστικότητας στις κινήσεις. Οσο για το αντάρτικο των πόλεων, ο Τσέ, αν και αναγνωρίζοντας την «άκρα σημασία» του, φαίνεται να είχε υποτιμήσει το ρόλο του, θεωρώντας το σαν απλό υποπροϊόν του αντάρτικου της υπαίθρου («αντάρτικο μέσα στην πόλη δεν μπορεί να ξεπηδήσει από μόνο του») και περιορίζοντάς το κυρίως στο σαμποτάζ. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, «Ο πόλεμος στις αστικές ζώνες», σελ. 71-72, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Στην πρόσφατη ιστορία της ένοπλης πάλης στη Λατινική Αμερική, το αντάρτικο των πόλεων (Τουπαμάρος στην Ουραγουάη, διάφορες οργανώσεις στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στη Γουατεμάλα) έπαιξε ένα ρόλο πολιτικά πολύ σημαντικότερο από ότι είχε προβλέψει ο Τσέ στα κείμενά του, γενικεύοντας υπερβολικά την περίπτωση της Κούβας. Εξάλλου, οι αποτυχίες και οι δυσκολίες του αντάρτικου της υπαίθρου στο Περού (και στη Βολιβία…) κάνουν να υποθέσουμε ότι εκεί υπερεκτίμησε την ασφάλεια που προσφέρει η ύπαιθρος σε σχέση με την πόλη για την ένοπλη πρωτοπορία.

Το αντάρτικο και ο λαός.

Η θεωρία του Τσέ για το αντάρτικο καταδικάστηκε από τους ψευτο-ορθόδοξους σαν μπλανκιστική αίρεση, μπακουνική, τυχοδιωκτική, στηριγμένη στην αυταπάτη ότι μια μικρή ομάδα ανθρώπων ηρωικών κι αποφασισμένων μπορούσε να κάμει την επανάσταση, να καταλάβει την αρχή και να απελευθερώσει το λαό, και που θα θέλει να υποκαταστήσει τους λαϊκούς αγώνες με τα αξιοθαύμαστα κατορθώματα μιας ομάδας παληκαράδων τύπου τριών σιδερόφρακτων σωματοφυλάκων. Λοιπόν, αυτό δεν ήτανε καθόλου η γνώμη του Τσέ, που δεν δεχότανε στο «εγχειρίδιό (του) για το αντάρτικο» την ετυμολογική σημασία της ισπανικής λέξης (γκουερίλα=μικρός πόλεμος) υπογραμμίζοντας ότι ο ανταρτοπόλεμος δεν ήταν μικροσκοπικός πόλεμος, ο πόλεμος μιας ομάδας μειονότητας εναντίον του ισχυρού στρατού, αλλά αντίθετα μάλιστα ο πόλεμος ολοκλήρου του λαού εναντίον της καταπιεστικής κυριαρχίας. Στο άρθρο του Ανταρτοπόλεμος μια μέθοδος, είναι ακόμα πιό ξεκάθαρος: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορεία του λαού {…} στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». Αυτό είναι το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του βιετναμέζικου λαού, που ήταν στα μάτια του Τσέ, το παράδειγμα το πιό ολοκληρωμένο «οργανικού» δεσμού μεταξύ της ένοπλης πρωτοπορείας και του λαού, και όπου «ο ανταρτοπόλεμος» δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 183,203,-204, Εκδ. Καρανάση. Πρόλογος στο «Guerra del Pueblo, Ejercito del Pueblo», του Γκιάπ, στο Pensamiento Critico, αριθ. 33 Οκτώβρης 1969, σελ. 250).

Είναι επίσης, εννοείται, και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι κατά το αντάρτικο της Κούβας είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο και από κεί «πολλά έμαθε» – γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. (σσ Εκλεκτά Εργα: σελ. 368, (Αμερικάνικη έκδοση). Εν πρώτοις, ο λαός (δηλαδή, στην εξοχή, οι χωρικοί) δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που ξέρουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνήσιας ζωής. Και για να γενικεύσουμε, ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου» που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, Σελ. 186-187, 194, βλ. επίσης «Η Επανάσταση στην Κούβα», σελ. 203. Εκδ. Καρανάση 1970).

Οι αγροτικές μάζες δεν παίζουν αυτό τον αποφασιστικό ρόλο στο βαθμό που το αντάρτικο εμφανίζεται σαν έκφραση της πάλης τους της ταξικής. Για το λόγο λοιπόν αυτό πρέπει η ένοπλη δράση του αντάρτικου να είναι η απήχηση της κοινωνικής προστασίας του λαού κατά των καταπιεστών του και των βλέψεων της μεγάλης αγροτικής μάζας που θέλει να αλλάξει το καθεστώς ιδιοκτησίας της γής. Με άλλα λόγια, πρέπει να καταλάβει την πολιτική σημασία του αντάρτικου και να την κάνει δική του.

Γι΄ αυτό ο Τσέ, χωρίς καθόλου να αμελεί την καθαυτό στρατιωτική βαρύτητα, επέμενε στη σπουδαιότητα της πολιτικής δουλειάς που πρέπει να εκτελέσει η πρωτοπορεία και χαρακτήριζε τον επαναστατικό πόλεμο σαν «μεγάλη πολιτικο-στρατιωτική ενέργεια της οποίας τμήμα μόνο είναι το αντάρτικο». Η πρωτοπορεία οφείλει παράλληλα με την ένοπλη δράση να προωθεί μια εντατική μαζική εργασία, εξηγώντας τα αίτια και τους σκοπούς της επανάστασης, τις νίκες του αντάρτικου, τους λόγους για κάθε ενέργεια, και καλώντας σε μαζικούς αποτελεσματικούς αγώνες τους εργάτες και τους χωρικούς: «Οι άκριτες δολοφονίες και τρομοκρατίες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική εργασία, να μεταδίδεται το επαναστατικό ιδανικό, να γίνεται προσπάθεια να ωριμάζει, έτσι, που στην πρέπουσα στιγμή οι μάζες αυτές υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό, να μπορούν να κινητοποιηθούν και να κάνουν να γείρει ο ζυγός στην πλευρά της Επανάστασης. Για το σκοπό αυτό, δεν πρέπει να αμελούμε τις λαϊκές εργατικές και αγροτικές οργανώσεις, που διαδίδουν στις γραμμές τους το επαναστατικό ιδανικό, δίνοντας να διαβάζουν και εξηγώντας τα δημοσιεύματα της επανάστασης». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 222, 223-42, Εκδ. Καρανάση 1972. Είναι εξάλλου γνωστό, ότι κατά την εισβολή του σώματός του στην επαρχία Καμαγκουέη, το καλοκαίρι του 1958, ο Τσέ έφερε σε επαφή τα συνδικάτα εργατών και αγροτών της περιοχής, και μάλιστα ίδρυσε και τοπικούς συνεταιρισμούς εργατών γής. Επιστολή του Τσέ στον Φιντέλ, 13 Σεπτεμβρίου 1958, στο Αντάρτικο, αριθ. 1, Μιλάνο, 1969, σελ. 53).

Βλέπει λοιπόν κανένας πόσο ψεύτικη είναι η εικόνα του Επινάλ, ενός Τσέ ρωμαντικού τυχοδιώκτη, είδους κόκκινου Αρτανιάν, που θα εννοούσε το αντάρτικο σαν κονταρομαχία σωματοφυλάκων εναντίον της βασιλικής φρουράς… Αν και αποδίδει αυστηρή και σχολαστική σημασία, στα καθαρώς στρατιωτικά και στρατηγικά ζητήματα της πάλης, ο Τσέ Γκεβάρα είχε σαφώς συλλάβει το συνολικό χαρακτήρα, πολιτικο-στρατιωτικό του λαϊκού πολέμου, και την κεφαλαιώδη σπουδαιότητα της κινητοποίησης, της προπαγάνδας και της οργάνωσης των μαζών για τον επαναστατικό αγώνα.

Εξάλλου, η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από το ένα μέρος με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του στρατού της καταπίεσης, από το άλλο μέρος, με την εφαρμογή, στις περιοχές υπό τον έλεγχό του, μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: απαλλοτρίωση, κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων, κλπ. Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι βαθμηδόν σαν εξουσία κατ΄ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότης που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: εξουσία και νομοθεσία επαναστατικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης των κυριαρχουσών τάξεων.

Υστερα από αυτά η σχέση μεταξύ αγροτιάς και αντάρτικου δεν είναι καθόλου σχέση μονόπλευρη, μηχανιστική, με μιά και μόνη κατεύθυνση «εκ των άνω προς τα κάτω». Με την επαφή με τη ζωή, με τα προβλήματα, τους αγώνες των αγροτών, «μια επανάσταση διενεργείται μέσα στα μυαλά μας», παρατηρεί ο Τσέ, υπογραμμίζοντας το ρόλο της εμπειρίας αυτής για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του αντάρτικου. Στην πορεία του ανταρτοπόλεμου μπαίνει σε ενέργεια ένα προτσές διαλεκτικής αμοιβαιότητος μεταξύ της πρωτοπορείας και των μαζών: «δημιουργείται τότε {…} μια αληθινή ενδοενέργεια μεταξύ αυτών των αρχηγών που διδάσκουν στο λαό, με τα γεγονότα, τη θεμελιακή σπουδαιότητα της ένοπλης πάλης και τον ίδιο το λαό, που μεγαλώνει μέσα στην πάλη και δείχνει με τη σειρά του στους αρχηγούς τις πρακτικές ανάγκες. Από αυτή την ενδοενέργεια μεταξύ του αντάρτη και του λαού του ξεπηδάει έτσι ένας προοδευτικός ριζοσπαστισμός που επιτείνει βαθμιαία τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του κινήματος και του δίνει εθνική διάσταση». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. «Ο Γκουεριλλέρο κοινωνικός αναμορφωτής», σελ. 76-77, Εκδ. Καρανάση 1972). Πράγματι η στενή συνοχή μεταξύ ανταρτών και χωρικών δεν γίνεται μονομιάς δημιουργείται προοδευτικά στην πολιτικο-στρατιωτική πράξη στο διάστημα της οποίας το αντάρτικο γίνεται λαϊκό και ο λαός επαναστατικός, τα δυό να συγχωνεύουνται βαθμιαία, σε ένα «σώμα» σχετικά ομογενές. Απ΄ αυτή τη στιγμή κι έπειτα το αντάρτικο γίνεται ακατανίκητο στην πράξη και μπορεί προοδευτικά να χτυπήσει γερά, να αποθαρρύνει και να νικήσει το στρατό του αστικού κράτους.

Αν είναι αληθινό ότι ο πυρήνας του αντάρτικου δεν μπορεί ευθύς από την αρχή να είναι «μαζικό κίνημα», δεν θα χρειάζεται ωστόσο κάποια πολιτική δουλειά στους κόλπους των λαϊκών μαζών των πόλεων και της υπαίθρου για να ετοιμάσει το ξέσπασμα της ένοπλης πάλης; Το φτιάξιμο ενός πολιτικο-στρατιωτικού δικτύου στήριξης, καταφυγίου και εφοδιασμού (στις πόλεις και μεταξύ των χωρικών) δεν είναι η προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του πυρήνα; Το αντάρτικο δεν πρέπει ευθύς από την αρχή να βρίσκεται σε σύνδεση με τους ήδη υπάρχοντες ταξικούς αγώνες σε μερικές περιοχές της υπαίθρου; Η απάντηση σ΄ αυτά τα ερωτήματα – που ετέθησαν με δριμύτητα ύστερα από τη βολιβιανή τραγωδία του 1967 – και σε πολλές άλλες δεν θα βρεθεί μόνο στα κείμενα του Τσέ, θα δοθεί με τη συγκεκριμένη εμπειρία νέων επαναστατικών πρωτοποριών που διεξάγουν τον αγώνα στη Λατινική Αμερική (και αλλού) σήμερα.

Ο επαναστατικός πόλεμος δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να θριαμβεύσει χωρίς μερικές συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές. Οι αντικειμενικές συνθήκες στη Λατινική Αμερική είναι τύπου συγκροτησιακού (η αθλιότητα των μαζών, η εκμετάλλευση η υπο-ανάπτυξη, οι παλιές κοινωνικές σχέσεις κλπ.) ή συνεπόμενου (οικονομικές κρίσεις, δικτατορικό καθεστώς, απουσία των νόμιμων δρόμων). Στο Ανταρτοπόλεμος, ο Τσέ παρουσιάζει τα δικτατορικά πολιτικά επακόλουθα σαν όρο Sine qua non (εκ των ών ούκ άνευ) για την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα. «Οταν μια κυβέρνηση ανέλθει στην εξουσία με λαϊκή ετυμηγορία, νοθευμένη ή όχι, και κρατάει μια επιφάνεια τουλάχιστον συνταγματικής νομιμότητας, ο σπόρος του αντάρτικου δεν μπορεί να σκάσει, επειδή όλες οι δυνατότητες της νόμιμης πάλης δεν έχουν εξαντληθεί». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, «Οι γενικές αρχές του Ανταρτοπολέμου», σελ. 40, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Αλλά στα κατοπινά του κείμενα πάει να δώσει ολιγότερη σημασία στη νόμιμη ή μή επιφάνεια του υπάρχοντος ολιγαρχικού καθεστώτος.

Οσο για τις υποκειμενικές συνθήκες, υπάρχουν βασικά δύο που είναι συμπληρωματικές και πού ενισχύονται κατά την πορεία της πάλης.

– Η συναίσθηση της ανάγκης της επαναστατικής αλλαγής του καθεστώτος.

– Η συναίσθηση της δυνατότητας αυτής της αλλαγής.

Η δύναμη της ολιγαρχίας βασίζεται (μεταξύ άλλων) ακριβώς στην απουσία αυτών των όρων: πάνω στην ιδεολογική αλλοτρίωση των λαϊκών μαζών (ή) στο φόβο τους της ένοπλης δύναμης του αστικού κράτους. Η πλάνη των αισιόδοξων ελπίδων αστραπιαίας νίκης, που κατείχε το εκστρατευτικό σώμα του Granma το Δεκέμβριο του 1956 εξεπήγαζε από την άγνοιά τους του ρόλου του δεύτερου υποκειμενικού όρου: ο κουβανέζικος λαός είχε συναίσθηση της ανάγκης αλλαγής, μα του έλειπε η βεβαιότητα των δυνατοτήτων του, να γίνει η αλλαγή. (σσ Πολιτικά Κείμενα: «Το Μαρξιστικό Λενινιστικό Κόμμα», τομ. Α΄, σελ. 203, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, Επίσης Στρατιωτικά Κείμενα: «Η κατανόηση της ποικιλίας στις σχέσεις των δυνάμεων», σελ. 212, Εκδ. Καρανάση).

Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι τα κόμματα και οι επαναστατικοί αρχηγοί οφείλουν να περιμένουν με σταυρωμένα χέρια την ωρίμανση και την ανάδυση αυτών των συνθηκών. Ενάντια προς μια παρόμοια νεο-καουτσκική παθητικότητα (συστατικό πλατιών τομέων της παραδοσιακής αριστεράς στη Λατινική Αμερική), εναντίον του αναβλητισμού των επαναστατών ή ψευτο-επαναστατών που δικαιολογούν την απροσεξία τους, ισχυριζόμενοι ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει κατά του κανονικού στρατού, χωρίς να υπολογίσουμε εκείνους που περιμένουν να βρούν συγκεντρωμένες κατά μηχανιστικό τρόπο όλες τις συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές, χωρίς να μεριμνήσουν για να τις επιταχύνουν», ο Τσέ επιμένει πάνω σε τούτα τα κεφαλαιώδη μαθήματα που δίδαξε η κουβανέζικη επανάσταση.

– Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο κατά του στρατού.

– Δεν πρέπει να περιμένουμε να συγκεντρωθούν όλες οι συνθήκες για να αρχίσουμε την επανάσταση, η επαναστατική εστία μπορεί να συντελέσει στο να τις κάνει να ξεπηδήσουν. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 39, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

Με άλλα λόγια, με τη δράση του την πολιτικο-στρατιωτική, το αντάρτικο αφαιρεί το προσωπείο από την εξουσία (την υποχρεώνει να αποκαλύψει την γυμνότητα της βίαιης δικτατορίας της) και συγχρόνως καταδεικνύει τα τρωτά της την αδυναμία της, καθώς και την ατιμωρησία και το ακατανίκητο του αντάρτικου, φτιάχνει έτσι την επαναστατική συνείδηση και το μαχητικό ενθουσιασμό των λαϊκών μαζών και επιτρέπει το ξέσπασμα και την εμφύτευση του δεύτερου υποκειμενικού όρου: την πεποίθηση ότι η νίκη των καταπιεστών είναι δυνατή. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 214, Πολιτικά Κείμενα: «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», σελ. 173, Εκδ. Καρανάση).

Υστερα από όσα ειπώθηκαν, ο Τσέ δεν είναι καθόλου εθελοντάκιας και δηλώνει ρητά πώς δεν φτάνει μόνο η ώθηση της αντάρτικης εστίας, για να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες για την επανάσταση. Για να φτιαχτεί και να σταθεροποιηθεί η πρώτη εστία, πρέπει μερικοί όροι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί να έχουν ήδη προσφερθεί – όροι που πρέπει να καθοριστούν με μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης καταστάσεως. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. «Οι γενικές αρχές του ανταρτοπόλεμου», σελ. 40, Εκδ. Καρανάση 1972).

Η θέση του Τσέ είναι λοιπόν ακριβώς η θέση της μαρξιστικής διαλεκτικής που ξεπερνάει συγχρόνως το μηχανιστικό ματεριαλισμό («οι συνθήκες καθορίζουν το ιστορικό προτσές») και τον αφηρημένο ιδεαλισμό (πού διακηρύττει την παντοδυναμία της θέλησης): η πράξη της επαναστατικής πρωτοπορείας γεννιέται από τις δοσμένες συνθήκες και δημιουργεί νέες συνθήκες. Με το ρόλο αυτό στη συνείδηση των λαϊκών μαζών, το αντάρτικο λειτουργεί, σαν δρών καταλύτης, κείνο το μικρό εξωτερικό στοιχείο που εισερχόμενο σε ένα «ευνοϊκό περιβάλλον» προκαλεί την αποκρυστάλλωσή του και την πόλωση. Παίζει έτσι αποφασιστικό πολιτικό ρόλο, όχι μόνο στην περιοχή, που προσβάλλεται αμέσως από τις ενέργειές του, αλλά επί εθνικού επιπέδου (ή ηπειρωτικού) ολόκληρου. Αναπολώντας στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την 13 Ιουνίου του 1967 τη σπασμωδική πολιτική της χώρας επακόλουθο των πρώτων νικών του αντάρτικου, ο Τσέ προσθέτει: «λίγες φορές είδαμε τόσο καθαρά την καταλυτική δύναμη του αντάρτικου» (σσ Ημερολόγιο Βολιβίας, σελ. 147-148, Εκδ. Καρανάση, 1970. Κοίταξε και την έκκληση του Σ.Ε.Α. (Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης) στους μεταλλωρείχους της Βολιβίας, όπου ο Τσέ γράφει ότι το αντάρτικο «θα γίνεται όλο και πιό δυνατό εις βάρος του εχθρικού στρατού, και θα χρησιμεύσει σαν δρών καταλύτης για την επαναστατική φλόγα των μαζών ωσότου δημιουργηθεί μια επαναστατική κατάσταση μέσα στην οποία η κρατική εξουσία θα καταρρεύσει με ένα και μόνο αποτελεσματικό χτύπημα, που θα καταφερθεί την κατάλληλη στιγμή». Εκλεκτά Εργα: σελ. 186, Εκδοση Ν. Υόρκης).

Χάρη στην επενέργειά του σαν καταλύτη και την πολιτικο-στρατιωτική του δραστηριότητα, το αντάρτικο μπορεί σιγά – σιγά να κερδίσει την υποστήριξη των χωρικών, για να γίνει τελικά, στα μάτια των λαϊκών μαζών της πόλης και της υπαίθρου, η ένοπλη έκφραση της ταξικής τους πάλης, και η συγκεκριμένη πολιτική εναλλαγή στην εγκατεστημένη εξουσία. Για να γίνει καταληπτό αυτό το προτσές, πρέπει να εξεταστεί από κοντά η συγκρότηση των δεσμών που συνδέουν το αντάρτικο με το λαό, και πρώτα απ΄ όλα στην ύπαιθρο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο, Ιούνιος 2003, «Αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα».