Κατηγορία: Chepedia
Ρεζίς Ντεμπρέ (Régis Debray)
Ο Ρεζίς Ντεμπρέ (Regis Debray) είναι γάλλος φιλόσοφος, πολιτικός μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1941. Είναι γνωστός γιά την συμμετοχή του στην ομάδα ανταρτών του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία το 1967. Σπούδασε στην École Normale Supérieure του Παρισιού έχοντας καθηγητή τον κορυφαίο μαρξιστή θεωρητικό Λουί Αλτουσέρ. Στα τέλη του 1960 δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, έχοντας έρθει σε προσωπική επαφή με τον Φιντέλ Κάστρο και με τον Τσε.
Συνελλήφθη στη Βολιβία τον Απρίλιο του 1967, λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του Τσε. Καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση γιά την συμμετοχή του στην αντάρτικη ομάδα. Αποφυλακίστηκε το 1970 έπειτα από διεθνή καμπάνια υπέρ του στην οποία πήραν μέρος προσωπικότητες της εποχής, από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ και τον Στρατηγό Τσαρλς Ντε Γκολ μέχρι τον Πάπα Ιωάννη-Παύλο ΙΙ. Οι απόψεις γιά την συνεισφορά του Ντεμπρέ στο Επαναστατικό κίνημα διίστανται, καθώς κάποιοι τον θεωρούν ως έναν απ’ τους θεωρητικούς θεμελιωτές της πολιτικής κληρονομιάς του Τσε και άλλοι ως λιποτάκτη που εγκατέλειψε γρήγορα τις επαναστατικές αρχές χάρην του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού.
Έπειτα από την εκλογή του Φρανσουά Μιτεράν στην γαλλική προεδρία το 1981, ο Ντεμπρέ διορίστηκε σύμβουλος του επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής. Παραιτήθηκε το 1988, συνεχίζοντας όμως να κατέχει σημαντικές θέσεις στο ευρύτερο πολιτικό κατεστημένο της Γαλλίας.
Είναι συγγραφέας πλήθους βιβλίων με πρώτο το «Révolution dans la révolution?» (Επανάσταση στην Επανάσταση;) που εκδόθηκε το 1967.
Μάριο Μόνχε (Mario Monje)
Ο Μάριο Μόνχε Μολίνα ήταν ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας (Partido Comunista Boliviano) την περίοδο που ο Τσε επιχειρούσε τη δημιουργία αντάρτικου κινήματος στη χώρα. Γεννημένος στην κωμόπολη Ιρουπάνα ήταν εκ των ιδρυτών του Κ.Κ. και σταδιακά ανελίχθηκε στην κομματική ιεραρχία.
Ο Μόνχε θεωρείται εκ των βασικών υπαιτίων γιά την σύλληψη του Τσε από το βολιβιανό στρατό. Ως Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βολιβίας είχε αρχικά δεχθεί να βοηθήσει το Γκεβάρα στη δημιουργία αντάρτικου στρατού. Άλλαξε την απόφαση του την τελευταία στιγμή, προδίδοντας ουσιαστικά τον Τσε, κάτι που πιστεύεται ότι ήταν αποτέλεσμα τόσο των προσωπικών επιφυλάξεων του Μόνχε απέναντι στους κουβανούς όσο και πολιτικής πίεσης προερχόμενης από τη Μόσχα.
Ο αμερικανός καθηγητής Ιστορίας Πωλ Ζ. Ντοσάλ αναφέρει στο βιβλίο του Comandante Che: Guerrilla Soldier, Commander, and Strategist, 1956-1967:
«Το Μάϊο του 1966 το Κομμουνιστικο Κόμμα της Βολιβίας (ΚΚΒ) είχε επισήμως υιοθετήσει ψήφισμα το οποίο πρότεινε την ένοπλη δράση ως το μόνο δρόμο για την απελευθέρωση της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, στις εθνικές εκλογές που έλαβαν χώρα δύο μήνες αργότερα, το Κ.Κ.Β έλαβε το υψηλότερο ποσοστό ψήφων στην ιστορία του, προωθώντας τον αμφιταλαντευόμενο Μόνχε στο δρόμο της εκλογικής μάχης και μακρυά απ’ το πεδίο του ένοπλου αγώνα τον οποίο το κόμμα είχε εγκρίνει λίγους μήνες πριν. Μια ομάδα εκπαιδευμένων στην Κούβα ανταρτών-μελών του κόμματος, μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Περέδο, προέτρεψε τον Μόνχε να ξεκίνησει αντάρτικο κίνημα. Το καλοκαίρι του 1966, το Κ.Κ.Β. ξεκίνησε να επιλέγει και να εκπαιδεύει προσωπικό για αντάρτικη αποστολή υπό βολιβιανή ηγεσία. Παρ’ όλα αυτά, σε μια μυστική συνάντηση στη Λα Παζ με τους Βιγιέγκας και Μαρτίνεζ Ταμάγιο, στις 25 Ιουλίου, ο Μόνχε αντιτάχθηκε στην πρόταση γιά αντάρτικο κίνημα. Στις 28 Ιουλίου, ο Βιγιέγκας και ο Ταμάγιο πίεσαν τον αναποφάσιστο ακόμη Μόνχε, ζητώντας την υποστήριξη του για μια γενικευμένη εξέγερση με χαρακτηριστικά αντάρτικου. Παρά το γεγονός ότι ο Μόνχε δεν έδωσε την συγκατάθεση του, υποσχέθηκε να στηρίξει τους κουβανούς με 20 άνδρες. Όταν όμως στις 8 Αυγούστου ο Μαρτίνεζ του ζήτησε την παραχώρηση αυτών των 20 πολεμιστών, ο Μόνχε παρίστανε τον ανήξερο: «Είκοσι τι;».
Ο Μόνχε ήταν επιφυλακτικός απέναντι στους Κουβανούς από την πρώτη Σύνοδο της Τρικοντινεντάλ, τον Ιανουάριο (1966). Ο ίδιος διαδοχικά υποστήριξε και έπειτα απέρριψε την περίπτωση ένοπλου αγώνα, στεκόμενος πάντα εμπόδιο στην κουβανική ανάμειξη στη Βολιβία και χωρίς ποτέ να έχει δει με καλό μάτι την προσπάθεια του Τσε. Οι κουβανοί υποστηρίζουν ότι (ο Μόνχε) είχε υποσχεθεί να στηρίξει τον Τσε – ο ίδιος έχει αρνηθεί ότι έδωσε ποτέ επίσημη συγκατάθεση γιά αντάρτικο αγώνα στη Βολιβία».
Νίκο Λόπες (Nico Lopez)
Ο Νίκο Λόπες ήταν ο πρώτος κουβανός επαναστάτης που συνάντησε ο Ερνέστο Γκεβάρα. Η πρώτη τους συνάντηση ήταν στη Γουατεμάλα, όπου ο Λόπες είχε βρεθεί προκειμέν0υ να αποφύγει την σύλληψη απ’ το δικτατορικό καθεστώς του Μπατίστα. Ο Λόπες υπήρξε ο σύνδεσμος του Τσε με τους αδελφούς Κάστρο, συστήνοντας τον Ερνέστο στο Ραούλ Κάστρο.
Γεννημένος το 1932, ο Λόπες είχε πάρει μέρος στην επίθεση το 1953 στην επίθεση ενάντια στο στρατόπεδο Μπαγιάμο. Το 1956 ήταν στο πλήρωμα του Γκράνμα αλλά βρήκε το θάνατο κατά τις πρώτες μέρες (8 Δεκέμβρη 1956) της άφιξης των επαναστατών ανταρτών στην Κούβα, έπειτα από αιφνιδιαστική επίθεση του δικτατορικού στρατού.
Κονγκό (Congo)
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ή αλλιώς Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό γνωστή στη γαλλική γλώσσα ως «République Démocratique du Congo» (πρώην Ζαΐρ) είναι μια χώρα της Κεντρικής Αφρικής με πληθυσμό περίπου 68.693.000 κατοίκους (εκτίμηση 2009) και έκταση 2.345.410 km². Η χώρα χαρακτηρίζεται και πήρε το όνομά της από τον μεγάλο ποταμό Κονγκό, ο οποίος με τους παραποτάμους του διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Κόνγκο, ενώ προς τα ανατολικά του κλείνεται από το υδάτινο τείχος των λιμνών Ταγκανίκα, Κίβου, Εδουάρδου, Αλβέρτου κ.ά. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η Κινσάσα.
Το Κονγκό αποτέλεσε τον δεύτερο (μετά την Κούβα και πριν τη Βολιβία) «επαναστατικό σταθμό» του Τσε Γκεβάρα, με σκοπό την οργανωτική ενίσχυση του Λαϊκού

- Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).

