
- Το επιτελείο των Βολιβιανών ανταρτών: Από αριστερά: Urbano, Miguel, Marcos, Che, Chino ( κινεζικής και περουβιανής καταγωγής), Pacho και Coco τον Δεκέμβριο του 1966.
Κατηγορία: Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Πώς έβλεπε ο Τσε τον Σοσιαλισμό

Του Μισέλ Λεβί.
Από την επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, το 1959, μέχρι το 1967, η σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα εξελίχτηκε. Αν και οι κεντρικοί άξονες της πολιτικής του θεωρίας και πρακτικής παρέμειναν η χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής και ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 1963 και μετά τον απασχολούσε η άσκηση κριτικής στο αδιέξοδο όπου οδηγούσαν τα συστήματα της Ανατολικής Ευρώπης.
Ο Τσε Γκεβάρα απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τις αρχικές αυταπάτες του για την ΕΣΣΔ και τον σοβιετικού τύπου μαρξισμό. Σε επιστολή του, το 1965, προς τον φίλο του Αρμάντο Χαρτ (τον κουβανό υπουργό Πολιτισμού), κατακρίνει σκληρά τον « ιδεολογικό μιμητισμό » που έχει κάνει την εμφάνισή του στην Κούβα με την έκδοση σοβιετικών εγχειριδίων για τη διδασκαλία του μαρξισμού.
Εκείνη την εποχή, την άποψή του συμμερίζονταν οι Μαρτίνεζ Χερέντια, Ορέλιο Αλόνσο και ο κύκλος τους στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Αβάνας, οι οποίοι εξέδιδαν την επιθεώρηση « Pensiamento critico ». Τα εγχειρίδια, τα οποία αποκαλούσε « σοβιετικά τούβλα », « έχουν το μειονέκτημα ότι δεν σε αφήνουν να σκεφτείς : το Κόμμα το έχει ήδη κάνει για σένα, κι εσύ οφείλεις να τα χωνέψεις » [1], έγραφε. Είναι ξεκάθαρο ότι αναζητεί ένα νέο μοντέλο, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, πιο ριζοσπαστική, πιο εξισωτική, πιο αλληλέγγυα.
Το έργο του « Τσε » δεν είναι ένα στεγανό σύστημα που έχει απάντηση για όλα : για πολλά ζητήματα (τη σοσιαλιστική δημοκρατία, τον αγώνα ενάντια στη γραφειοκρατία) η συλλογιστική του παραμένει ατελής και εξαιτίας του θανάτου του, το 1967. Ο Μαρτίνεζ Χερέντια έχει δίκιο να υπογραμμίζει : « το ανολοκλήρωτο της σκέψης του Τσε […] παρουσιάζει και θετικές όψεις. Ο μεγάλος διανοητής είναι παρών, δείχνοντάς μας προβλήματα και δρόμους […] απαιτώντας από τους συντρόφους του να σκέφτονται, να μελετούν, να συνδυάζουν τη θεωρία με την πράξη. Είναι αδύνατον, όταν αποδέχεσαι πραγματικά τη σκέψη του, να τη μετατρέψεις σε δόγμα ή σε θεωρητικό προπύργιο […] τσιτάτων και συνταγών » [2].
Μεταξύ 1960 και 1962, ο Γκεβάρα έτρεφε πολλές ελπίδες για τις « αδελφές χώρες » του « υπαρκτού σοσιαλισμού ». Ύστερα από μερικές επισκέψεις στην ΕΣΣΔ και την Αν. Ευρώπη, και μετά την εμπειρία των πρώτων χρόνων της μετάβασης προς τον σοσιαλισμό στην Κούβα, άρχισε να γίνεται επικριτικός. Η απόκλιση των απόψεών του εκφράστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως στον διάσημο « Λόγο του Αλγερίου » το 1965. Όμως, ήδη από την περίοδο 1963-1964, κατά τη διάρκεια του μεγάλου δημόσιου διαλόγου για την οικονομία στην Κούβα, έγινε αισθητή η απόπειρά του να διατυπώσει μια καινούρια προσέγγιση του σοσιαλισμού.
Τα « τούβλα » από την ΕΣΣΔ.
Ο συγκεκριμένος διάλογος είχε οδηγήσει σε αντιπαράθεση τους οπαδούς ενός είδους « σοσιαλισμού της αγοράς » όπου θα υπήρχε αυτονομία των επιχειρήσεων και επιδίωξη της οικονομικής αποτελεσματικότητας, όπως συνέβαινε στην ΕΣΣΔ, και του Γκεβάρα, ο οποίος υποστήριζε έναν κεντρικό σχεδιασμό, βασισμένο σε κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά κριτήρια : αντί για πριμ παραγωγικότητας και τιμές καθορισμένες από την αγορά, πρότεινε να παρέχονται δωρεάν ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, στις παρεμβάσεις ο Τσε δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποιος θα ελάμβανε τις θεμελιώδεις οικονομικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, ετίθετο το ζήτημα της δημοκρατίας στο σχεδιασμό. Πάνω σε αυτό το θέμα, όπως και σε αρκετά άλλα, ορισμένα ανέκδοτα έως τώρα κείμενα του Γκεβάρα, που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα στην Κούβα, ανοίγουν νέες προοπτικές.
Πρόκειται για τις « Κριτικές σημειώσεις » του Τσε στο Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (έκδοση του 1963 στα ισπανικά) -ένα από τα « τούβλα » που ανέφερε στην επιστολή του προς τον Χαρτ- οι οποίες συντάχθηκαν κατά την παραμονή του στην Τανζανία και κατόπιν, κυρίως, στην Πράγα, τη διετία 1965-1966. Δεν μιλάμε για βιβλίο, ούτε καν για δοκίμιο, αλλά για μια συλλογή αποσπασμάτων του σοβιετικού έργου, τα οποία συνοδεύονται από σχόλια, συχνά αιχμηρά και ειρωνικά [3].
Περιμέναμε την έκδοση αυτού του ντοκουμέντου εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Για δεκαετίες έμεινε « εκτός κυκλοφορίας » : η μόνη παραχώρηση ήταν να αφήσουν μερικούς κουβανούς ερευνητές να το μελετήσουν και να δημοσιοποιήσουν ορισμένα αποσπάσματα [4]. Χάρη στη Μαρία ντελ Κάρμεν Αριέτ Γκαρσία, του Κέντρου Μελετών Τσε Γκεβάρα της Αβάνας, βρίσκεται σήμερα στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων. Η διευρυμένη έκδοση περιέχει και διάφορα άλλα ανέκδοτα κείμενα : μια επιστολή στον Φιντέλ Κάστρο, γραμμένη τον Απρίλιο του 1965, η οποία χρησιμεύει ως πρόλογος του βιβλίου, σημειώσεις πάνω σε κείμενα του Μαρξ και του Λένιν, μια επιλογή των πρακτικών των συζητήσεων ανάμεσα στον Γκεβάρα και τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας (1963-1965), τα οποία εν μέρει είχαν ήδη εκδοθεί τη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970, επιστολές σε διάφορες προσωπικότητες (Πολ Σουίζι, Σαρλ Μπετελέμ), αποσπάσματα μιας συνέντευξης στο αιγυπτιακό περιοδικό « Al Taliah » (Απρίλιος 1965).
Το έργο εκφράζει παράλληλα την ανεξαρτησία πνεύματος του Γκεβάρα, την κριτική αποστασιοποίησή του από τον « υπαρκτό σοσιαλισμό », καθώς και την αναζήτηση ενός ριζοσπαστικού δρόμου. Δείχνει επίσης και τα όρια της συλλογιστικής του.
Ας αρχίσουμε από τα τελευταία : Ο Τσε, μέχρι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή -δεν γνωρίζουμε αν η ανάλυσή του προχώρησε κατά τη διάρκεια της διετίας 1966-1967- δεν έχει κατανοήσει το πρόβλημα του σταλινισμού. Αποδίδει τα αδιέξοδα που παρατηρήθηκαν στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1960, στη… Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν ! Βέβαια, σκέφτεται ότι, εάν ο Λένιν είχε ζήσει περισσότερο -« διέπραξε το σφάλμα να πεθάνει », παρατηρεί με χιούμορ- θα είχε διορθώσει εκείνες τις επιπτώσεις της που οδήγησαν στα μεγαλύτερα πισωγυρίσματα. Παραμένει πεπεισμένος ότι η εισαγωγή καπιταλιστικών στοιχείων από τη Νέα Οικονομική Πολιτική οδήγησε σε βαθύτατες παρεκκλίσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση του καπιταλισμού, η οποία παρατηρήθηκε στην ΕΣΣΔ το 1963.
Καμία από τις κριτικές σημειώσεις του για τη Νέα Οικονομική Πολιτική δεν στερείται ενδιαφέροντος. Μερικές φορές συμπίπτουν με εκείνες που διατύπωσε η αριστερή αντιπολίτευση (στην ΕΣΣΔ) την περίοδο 1925-1927 : για παράδειγμα, όταν διαπιστώνει ότι « τα στελέχη του κόμματος συμμάχησαν με το σύστημα, δημιουργώντας μια προνομιούχο κάστα ». Όμως, η ιστορική υπόθεση που καθιστά τη Νέα Οικονομική Πολιτική υπεύθυνη για τις φιλοκαπιταλιστικές τάσεις στην ΕΣΣΔ του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, προφανώς ελάχιστα στέκει. Όχι ότι ο Γκεβάρα αγνοούσε τον ολέθριο ρόλο του Στάλιν… Σημειώνει κάπου, με εντυπωσιακή ακρίβεια : « Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν υπήρξε το γεγονός ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας ». Αν και δεν πρόκειται για ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, είναι ήδη εμφανής η κατηγορηματική του απόρριψη από τον Τσε.
Σοσιαλιστικός επεκτατισμός
Στον « Λόγο του Αλγερίου », ο Γκεβάρα απαιτούσε από τις χώρες που αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστικές να θέσουν τέρμα « στη σιωπηρή συνενοχή τους με τις χώρες των εκμεταλλευτών, τις δυτικές χώρες ». Αυτή η πρακτική εκφραζόταν μέσα από τους άνισους όρους ανταλλαγών με τους λαούς που αγωνίζονταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό [5]. Το ζήτημα επανέρχεται πολλές φορές στις « Κριτικές σημειώσεις » του στο σοβιετικό εγχειρίδιο. Ενώ οι συγγραφείς του επίσημου έργου εξυμνούν την « αμοιβαία βοήθεια » ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο πρώην υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα : « Εάν ο προλεταριακός διεθνισμός πρωτοστατούσε στις ενέργειες των κυβερνήσεων κάθε σοσιαλιστικής χώρας, (…) αυτό θα αποτελούσε μεγάλη επιτυχία. Όμως, ο διεθνισμός έχει αντικατασταθεί από τον σοβινισμό (της υπερδύναμης ή της μικρής χώρας) ή από την υποταγή στην ΕΣΣΔ (…). Αυτή η κατάσταση πληγώνει όλα τα τίμια όνειρα των κομουνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο ».
Μερικές σελίδες παρακάτω, σε ένα ειρωνικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο το εγχειρίδιο εξυμνούσε τον καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο οποίος υποτίθεται ότι στηριζόταν στην « αδελφική συνεργασία », ο Γκεβάρα παρατηρεί : « Η σφηκοφωλιά της Κομεκόν [6] διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό στην πράξη. Το κείμενο αναφέρεται σε μια ιδανική κατάσταση η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την εφαρμογή στην πράξη του προλεταριακού διεθνισμού, ωστόσο, σήμερα αυτός είναι αξιοθρήνητα απών ». Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται κι ένα άλλο απόσπασμα, στο οποίο διαπιστώνει με πικρία ότι στις σχέσεις των χωρών που υποστηρίζουν ότι είναι σοσιαλιστικές συναντάμε « φαινόμενα επεκτατισμού, ετεροβαρών ανταλλαγών, ανταγωνισμού, έως και κάποιον βαθμό εκμετάλλευσης, και οπωσδήποτε την υποταγή των ασθενέστερων κρατών στα ισχυρότερα ».
Τέλος, όταν το εγχειρίδιο μιλάει για την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού » στην ΕΣΣΔ, η κριτική του Τσε θέτει το ρητορικό ερώτημα : « Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό σε μια μονάχα χώρα ; » Μια άλλη παρατήρηση κινείται έχει παρόμοια αφετηρία : ο Τσε διαπιστώνει ότι ο « Λένιν είχε διατρανώσει απερίφραστα τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, πράγμα που στη συνέχεια διαψεύστηκε ». Πρόκειται για μια ξεκάθαρη αιχμή προς την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μονάχα χώρα » [7].
Στις περισσότερες κριτικές του Γκεβάρα αντιστοιχούν οικονομικά κείμενά του της διετίας 1963-1964 : υπεράσπιση του κεντρικού σχεδιασμού ενάντια στον νόμο της αξίας και ενάντια στα αυτόνομα εργοστάσια που λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς. Ανησυχεί επίσης για τα πριμ που χορηγούνται ως υλικό κίνητρο στους διευθυντές των εργοστασίων, καθώς θεωρεί ότι αποτελούν όχημα διαφθοράς. Ο Γκεβάρα υπερασπίζεται το σχεδιασμό ως κεντρικό άξονα της διαδικασίας της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, επειδή « απελευθερώνει το ανθρώπινο ον από την κατάσταση του οικονομικού πράγματος ». Ωστόσο, αναγνωρίζει στην επιστολή του προς τον Φιντέλ ότι στην Κούβα « οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν στη σύνταξη του πλάνου ».
Ποιος πρέπει να εκπονεί τον σχεδιασμό ;
Ο διάλογος της περιόδου 1963-1964 δεν είχε δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Στις « Κριτικές σημειώσεις » του 1965-1966 βρίσκουμε πολύ πιο ενδιαφέρουσες και πιο προωθημένες απόψεις : ορισμένα αποσπάσματα θέτουν ξεκάθαρα την αρχή της λήψης των αποφάσεων για τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα από τον ίδιο τον λαό. Οι μάζες, γράφει ο Τσε, οφείλουν να συμμετέχουν στην εκπόνηση του πλάνου, ενώ η εκτέλεσή του αποτελεί ένα καθαρά τεχνικό θέμα. Κατά τη γνώμη του, στην ΕΣΣΔ η θεώρηση του πλάνου ως « μια οικονομική απόφαση των μαζών, οι οποίες έχουν συνείδηση του ρόλου τους », αντικαταστάθηκε από ένα πλασέμπο, τους οικονομικούς μοχλούς που καθορίζουν τα πάντα. Οι μάζες, επιμένει, « οφείλουν να έχουν τη δυνατότητα να κατευθύνουν το πεπρωμένο τους, να αποφασίζουν το μερίδιο που θα διατεθεί για τη συσσώρευση και το μερίδιο που θα διατεθεί για κατανάλωση », ενώ η οικονομική τεχνική οφείλει να εργάζεται με βάση τους αριθμούς τους οποίους έχει αποφασίσει ο λαός, και η « συνείδηση των μαζών οφείλει να εξασφαλίζει την επίτευξη αυτών των στόχων ».
Αυτό το ζήτημα επανέρχεται αρκετές φορές : όπως γράφει, οι εργάτες, και ο λαός γενικότερα « θα αποφασίζουν για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας (ρυθμός ανάπτυξης, συσσώρευση-κατανάλωση) », ακόμα κι αν το πλάνο ανήκει στην αρμοδιότητα των ειδικών. Αυτός ο υπερβολικά μηχανικός διαχωρισμός ανάμεσα στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων και στην εκτέλεσή τους είναι συζητήσιμος. Ο Γκεβάρα δεν έχει φτάσει ακόμα σε όλα τα πολιτικά συμπεράσματα που αυτός συνεπάγεται -εκδημοκρατισμός της εξουσίας, πολιτικός πλουραλισμός, ελευθερία της δημιουργίας οργανώσεων- ωστόσο, η σημασία αυτής της νέας αντίληψης για την οικονομική δημοκρατία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί [8].
Μπορούμε να θεωρήσουμε τις σημειώσεις ως ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο του Γκεβάρα προς μια εναλλακτική κομουνιστική δημοκρατική λύση απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο. Αυτός ο δρόμος διακόπηκε απότομα τον Οκτώβριο του 1967, από τους βολιβιανούς δολοφόνους του που εργάζονταν για λογαριασμό της CIA.
«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 11 Δεκεμβρίου 2007 – Le Monde Diplomatique.
Υποσημειώσεις:

[1] Η επιστολή, η οποία παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη, παρουσιάστηκε στο έργο του Nestor Kohau, « Ernesto Che Guevara. Otro mondo es possible », Nuestra America, Μπουένος Αϊρες, 2003, σελ. 156-158.
[2] « Che, el socialismo y el comunismo », στο « Pensar el Che, Centro de estudios sobre America », Editorial Jose Marti, Αβάνα, 1989, τόμος ΙΙ, σελ.30.
[3] Ernesto Che Guevara, « Apuntes criticos a la economia politica », Ocean Press, Αβάνα, 2006.
[4] Βλέπε Carrlos Tablada, « El pensiamento economico de Ernesto Che Guevara » (τριάντα εκδόσεις από το 1987, η τελευταία εκ των οποίων στον « Ruth Casa Editorial », Παναμάς, 2005), Orlando Borrego, « El camino del fuego », Imagen Contempor―nca, Αβάνα, 2001.
[5] Ernesto Che Guevara, « Obras 1957-1967 », Maspero, Παρίσι, 1970, τόμος ΙΙ, σελ. 574.
[6] Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας : ένα είδος Κοινής Αγοράς των χωρών του « υπαρκτού σοσιαλισμού ».
[7] Αυτή η πολιτική θεωρία την οποία υποστήριξε ο Στάλιν το 1924 και η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τις « διεθνιστικές » αρχές που υποστήριζε παλαιότερα ο Λένιν, υιοθετήθηκε από το 14ο Συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης στις 18 Δεκεμβρίου του 1925.
[8] Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στις συζητήσεις με τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας οι οποίες δημοσιεύονται στον ίδιο τόμο, ο Γκεβάρα υπερασπίστηκε πολλές φορές την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, σε μια συζήτηση τον Νοέμβριο του 1964 επιμένει : « Δεν είναι δυνατόν να καταστρέψεις μια γνώμη με τη βία, αυτό μπλοκάρει όλη την ελεύθερη ανάπτυξη της διάνοιας ».
Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα («Ο Ανταρτοπόλεμος», Πρώτο Κεφάλαιο)
Του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Η ένοπλη νίκη του κουβανικού λαού κατά της δικτατορίας του Μπατίστα, δεν υπήρξε μόνο ένας επικός θρίαμβος που ανακοινώθηκε από τα δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου. Υπήρξε και παράγοντας για την αναθεώρηση παλιών δογμάτων σχετικά με την συμπεριφορά των λαϊκών μαζών της Λατινικής Αμερικής, αποδείχνοντας με τρόπο απτό την ικανότητα του λαού να αποτινάξει μια καταπιεστική κυβέρνηση μέσω του αντάρτικου αγώνα.
Πιστεύουμε ότι με τρία θεμελιώδη σημεία συνέβαλε η Κουβανική Επανάσταση στην πρακτική των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική. Αυτά είναι:
1. Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο ενάντια στον στρατό.
2. Δεν είναι πάντα απαραίτητο να πριμένουμε να δημιουργηθούν όλες οι συνθήκες για την επανάσταση – μια εστία εξέγερσης μπορεί να τις δημιουργήσει.
3. Στην υπανάπτυκτη Αμερική, το πεδίο του ένοπλου αγώνα πρέπει βασικά να είναι η ύπαιθρος.
Από αυτές τις τρείς συνεισφορές, οι δύο πρώτες αντιμάχονται την παθητική στάση κάποιων επαναστατών ή ψευτοεπαναστατών που καταφεύγουν, βρίσκοντας, έτσι , καταφύγιο για την αδράνεια τους στην πρόφαση ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει απέναντι σε έναν επαγγελματικό στρατό. Αντιμάχονται όμως και κάποιους άλλους, που κάθονται και περιμένουν να δημιουργηθούν, με τρόπο μηχανικό, όλες οι αναγκαίες αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, δίχως να νοιάζονται να τις επιταχύνουν. Όσο και αν είναι σήμερα ολοφάνερη η ισχύς αυτών των δύο αναμφισβήτητων αληθειών, συζητήθηκαν αρκετά στο παρελθόν στην Κούβα και πιθανά να συζητιούνται επίσης και στη Λατινική Αμερική. Φυσικά, όταν μιλάμε για τις συνθήκες της επανάστασης, δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς ότι όλες τους θα δημιουργηθούν κάτω από την ώθηση που θα τους δώσει η αντάρτικη εστία. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου, ότι υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις που κάνουν εφικτή την δημιουργία και την εδραίωση της πρώτης εστίας. Δηλαδή, πρέπει να αποδείξουμε ολοκάθαρα στο λαό ότι δεν είναι δυνατό να κρατάμε τον αγώνα για κοινωνικές διεκδικήσεις μέσα στα πλαίσια μόνο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ειρήνη τορπιλίζεται απο κείνες ακριβώς τις καταπιεστικές δυνάμεις που διατηρούνται στην εξουσία παραβιάζοντας το καθιερωμένο δίκαιο,
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η λαϊκή δυσαρέσκεια παίρνει ολοένα και πιο θετικές μορφές και προεκτάσεις, και αποκτά, σε κάποια δεδομένη στιγμή, ένα τέτοιο επίπεδο αντίστασης που αποκρυσταλλώνεται στο ξέσπασμα του αγώνα, που αρχικά προκλήθηκε από τη στάση των αρχών. Εκεί όπου μια κυβέρνηση ανέβηκε στην εξουσία έπειτα από κάποιας μορφής λαϊκή ετυμηγορία, είτε νόθα είτε όχι, και υπάρχει τουλάχιστον μια φαινομενική τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας, το αντάρτικο ξέσπασμα είναι αδύνατο να προκληθεί, εφόσον δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες του πολιτικού αγώνα.
Η τρίτη συμβολή είναι βασική στρατηγικής φύσης και πρέπει να απασχολήσει εκείνους που επιχειρούν με δογματικά κριτήρια να επικεντρώσουν την πάλη των μαζών στα κινήματα των πόλεων, ξεχνώντας ολότελα την τεράστια συμμετοχή ανθρώπων της υπαίθρου στη ζωή όλων των υπανάπτυκτων χωρών της Αμερικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε τους αγώνες των οργανωμένων εργατικών μαζών. Απλά, αναλύουμε με ρεαλιστικά κριτήρια τις δυνατότητες κάτω από τις δύσκολες συνθήκες του ένοπλου αγώνα, εκεί όπου οι εγγυήσεις που συνήθως κοσμούν τα συντάγματα μας είτε έχουν ανασταλεί είτε αγνοούνται. Σε αυτές τις συνθήκες, τα εργατικά κινήματα αναγκάζονται να περάσουν στην παρανομία, δίχως όπλα, αντιμετωπίζοντας τεράστιους κινδύνους. Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν.
Παρ’ όλο που αργότερα θα αναλύσουμε λεπτομερειακά αυτά τα τρία συμπεράσματα που απορρέουν από την κουβανική επαναστατική εμπειρία, τα αναφέρουμε τώρα, στην αρχή αυτού του έργου, γιατί τα θεωρούμε σαν τη θεμελιώδη συνεισφορά μας.
Ο ανταρτοπόλεμος, βάση της πάλης για την απελευθέρωση ενός λαού, παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά, διαφορετικές όψεις, ακόμα και αν υπάρχει πάντα η ίδια ουσιαστική θέληση για απελευθέρωση. Είναι ευνόητο – και όσοι έγραψαν πάνω σε αυτό το θέμα το έχουν τονίσει πολλές φορές – ότι ο πόλεμος ανταποκρίνεται σε μια καθορισμένη σειρά επιστημονικών νόμων, και όποιος πάει αντίθετα σε αυτούς τους νόμους, οδηγείται στην ήττα. Ο ανταρτοπόλεμος, όντας μια φάση του πολέμου, πρέπει να διέπεται απο όλους αυτούς τους νόμους. Αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας του, διέπεται επιπλέον απο μια σειρά συμπληρωματικούς νόμους, που πρέπει να ακολουθηθούν για να διεξαχθεί με επιτυχία. Είναι φυσικό, οι γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε χώρας να προσδοιορίζουν τον τρόπο και τις ιδιαίτερες μορφές που θα προσλάβει ο ανταρτοπόλεμος. Όμως, οι ουσιαστικοί του νόμοι έχουν ισχύ για οποιονδήποτε αγώνα αυτού του είδους. Καθήκον μας αυτην την στιγμή είναι να βρούμε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτού του είδους ο αγώνας, τους κανόνες που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί που αναζητούν την απελευθέρωση τους. Να θεωρητικοποιήσουμε τα γεγονότα, να συνθέσουμε και να γενικεύσουμε αυτή την εμπειρία, έτσι ώστε να επωφεληθούν από αυτήν και άλλοι.
Το πρώτο που πρέπει να καθορίσουμε είναι ποιοι είναι οι μαχητές σε έναν ανταρτοπόλεμο. Απο τη μια πλευρά έχουμε τον πιεστικό πυρήνα και τον πράκτορα του, τον επαγγελματικό στρατό, καλά οπλισμένο και πειθαρχημένο, που, σε πολλές περιπτώσεις, βασίζεται στην ξένη βοήθεια, καθώς και μικρούς πυρήνες γραφειοκρατών, λακέδες στην υπηρεσία του καταπιεστικού πυρήνα. Από την άλλη πλευρά έχουμε τον πληθυσμό της συγκεκριμένης χώρας ή περιοχής. Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση.
Τότε, ο αντάρτης μπορεί να υπολογίσει στην ολόπλευρη υποστήριξη του πληθυσμού της περιοχής. Είναι κάτι απολύτως απαραίτητο. Και αυτό φαίνεται ολοκάθαρα, αν πάρουμε για παράδειγμα τις συμμορίες ληστών που δρουν σε κάποια περιοχή. Έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του αντάρτικου στρατού: ομοιογένεια, σεβασμό στον αρχηγό, γενναιότητα, γνώση του εδάφους, και πολλές φορές, ακόμη και ολοκληρωμένη εκτίμηση για την τακτική που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Το μόνο που τους λείπει είναι η υποστήριξη του λαού. Και αναπόφευκτα αυτές οι συμμορίες είτε συλλαμβάνονται, είτε εξολοθρεύονται από τις δυνάμεις της δημόσιας τάξης.
Έχοντας αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο κάνει τις επιχειρήσεις του το αντάρτικο, τις μορφές του αγώνα και κατανοώντας τη μαζική του βάση, απομένει να αναρωτηθούμε: Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών. Όταν θα αναλύσουμε σε βάθος την τακτική του ανταρτοπολέμου, θα δούμε ότι ο αντάρτης πρέπει να έχει πλήρη γνώση του εδάφους όπου βρίσκεται, των δρόμων πρόσβασης και διαφυγής, των δυνατοτήτων γρήγορων ελιγμών – πρέπει να έχει την υποστήριξη του λαού και, φυσικά, μέρη όπου να μπορεί να κρυφτεί. Όλα αυτά υποδεικνύουν ότι ο αντάρτης θα κάνει τις επιχειρήσεις του σε τόπους τραχείς και αραιοκατοικημένους. Σε αυτούς τους τόπους, η πάλη του λαού για διεκδικήσεις επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο, και σχεδόν αποκλειστικά, στην αλλαγή της κοινωνικής δομής της γαιοκτησίας. Δηλαδή, ο αντάρτης είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας αγρότης επαναστάτης. Εκφράζει τις επιθυμίες της μεγάλης μάζας των αγροτών να γίνουν αφέντες της γης, αφέντες των μέσων παραγωγής, των ζώων τους και όλων όσων τελικά λαχταρούσαν τόσα χρόνια, όλων όσων αποτελούν τη ζωή τους και θα αποτελέσουν και τον τάφο τους. Πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες ερμηνείες υπάρχουν δυο διαφορετικοί τύποι ανταρτοπολέμου. Ο ένας από αυτούς, που συνίσταται σε έναν αγώνα συμπληρωματικό, πλάι στο μεγάλο τακτικό στρατό, όπως είναι η περίπτωση του ουκρανικού αντάρτικου στην Σοβιετική Ένωση, δεν ενδιαφέρει αυτήν την ανάλυση. Μας ενδιαφέρει η περίπτωση μιας ένοπλης ομάδας που αναπτύσσεται σε αγροτικές περιοχές. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όποια και αν είναι η ιδεολογία που εμπνέει τον αγώνα, η οικονομική βάση προσδιορίζεται από την επιθυμία για ιδιοκτησία της γης.
Η Κίνα του Μάο ξεκινά με έναν ξεσηκωμό των εργατικών πυρήνων του Νότου, που ηττήθηκαν και σχεδόν αποδεκατίστηκαν. Σταθεροποιείται και ξεκινά την ανοδική του πορεία μονάχα όταν, μετά τη μεγάλη πορεία στο Γενάν, εγκαθίσταται σε αγροτικές περιοχές και θέτει σαν βάση των διεκδικήσεων την αγροτική μεταρρύθμιση. Ο αγώνας του Χο Τσι Μινχ στην Ινδοκίνα στηρίζεται στους καταπιεσμένους από τον γαλλικό αποικιακό ζυγό αγρότες των ορυζώνων, και με αυτήν τη δύναμη προχωρά μέχρι που νικά τους αποικιοκράτες. Και στις δύο περιπτώσεις παρεμβάλλεται ο πατριωτικός πόλεμος ενάντια στον ιάπωνα εισβολές, όμως δεν ξεχνιέται η οικονομική βάση, δηλαδή, ο αγώνας για τη γη. Στην περίπτωση της Αλγερίας, η μεγάλη ιδέα του αραβικού εθνικισμού αποτελεί την οικονομική απάντηση στον σφετερισμό του συνόλου σχεδόν της καλλιεργήσιμης γης από ένα εκατομμύριο γάλλους εποίκους. Σε κάποιες χώρες, όπως το Πουέρτο Ρίκο, όπου οι ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού δεν επέτρεψαν το αντάρτικο ξέσπασμα, το πατριωτικό πνεύμα των κατοίκων του, βαθιά τραυματισμένο από τις διακρίσεις που καθημερινά διαπράττονται εναντίον τους, έχει σαν βάση τον πόθο του αγρότη (αν και σε πολλές περιπτώσεις έχει ήδη προλεταριοποιηθεί) για τη γη που του κλέβει ο βορειοαμερικάνος εισβολέας.
Ήταν η ίδια αυτή κεντρική ιδέα που εμψύχωνε, αν και με διαφορετικές προεκτάσεις, τους μικροϊδιοκτήτες, τους αγρότες και τους σκλάβους των υποστατικών της ανατολικής Κούβας που συσπειρώθηκαν για να υπερασπιστούν όλοι μαζί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία της γης, στη διάρκεια του τριαντάχρονου απελευθερωτικού πολέμου.
Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κάνουν τον ανταρτοπόλεμο έναν ειδικό τύπο πολέμου και έχοντας υπόψη τις δυνατότητες ανάπτυξης του, καθώς, με την αύξηση της δυναμικότητας του πυρήνα που πραγματοποιεί τις επιχειρήσεις, μεταβάλλεται σε έναν πόλεμο θέσεων, πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτού του είδους ο αγώνας δεν είναι παρά ο ίδιος ο πόλεμος θέσεων σε εμβρυακή κατάσταση, δεν είναι παρά ένα σχέδιο για τον πόλεμο θέσεων. Οι δυνατότητες του αντάρτικου να αναπτυχθεί και να αλλάξει το είδος του αγώνα μέχρι να φτάσει σε έναν συμβατικό πόλεμο είναι τόσες, όσες είναι και οι πιθανότητες να νικήσει τον εχθρό στις διάφορες μάχες, συγκρούσεις και αψιμαχίες που θα διεξαχθούν. Γι’ αυτό και θεμελιώδης αρχή είναι πως δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δοθεί μάχη που να μην κερδηθεί, δεν πρέπει να γίνει σύγκρουση ή αψιμαχία που να μην κερδηθεί. Υπάρχει ένας αντιπαθητικός ορισμός που λέει: “Ο αντάρτης είναι ο ιησουίτης του πολέμου”. Αυτός ο ορισμός υποδεικνύει την ιδιότητα της πανουργίας, του αιφνιδιασμού και μυστικότητας, που είναι, ολοφάνερα, ουσιαστικά στοιχεία του αντάρτικου αγώνα. Όπως είναι φυσικό, είναι ένας ειδικός ιησουιτισμός που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, που κάποιες στιγμές μας αναγκάζουν να πάρουμε μια απόφαση διαφορετική από τις ρομαντικές και φαιδρές αντιλήψεις με τις οποίες θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως γίνεται ο πόλεμος.
Ο πόλεμος είναι πάντα ένας αγώνας, όπου και οι δύο αντίπαλοι προσπαθούν να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο. Έτσι, εκτός από τη δύναμη, θα καταφύγουν σε κάθε στρατήγημα, σε κάθε πιθανό κόλπο, για να πετύχουν αυτό το αποτέλεσμα. Οι στρατιωτικές τακτικές και στρατηγικές αντιπροσωπεύουν τις επιδιώξεις της ομάδας που αποβλέπει να επωφεληθεί από κάθε αδύνατο σημείο του εχθρού. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, σε έναν πόλεμο θέσεων, η δράση κάθε διμοιρίας μιας μεγάλης στρατιωτικής ομάδας, παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, όσον αφορά την ατομική πάλη, με εκείνα που παρατηρούνται στο αντάρτικο. Υπάρχει πανουργία, μυστικότητα, αιφνιδιασμός, και όταν δεν υπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι γιατί είναι αδύνατο να αιφνιδιαστεί ο αντίπαλος που βρίσκεται σε επαγρύπνηση. Επειδή όμως το αντάρτικο είναι απο μόνο του ένας διαχωρισμός και επειδή υπάρχουν μεγάλες εδαφικές περιοχές που δεν περιφρουρούνται από τον εχθρό, πάντα μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτές οι επιχειρήσεις κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί ο αιφνιδιασμός – και είναι καθήκον του αντάρτη να το κάνει.
“Χτύπα και φύγε” το αποκαλούν μερικοί περιφρονητικά, και αυτό ακριβώς είναι. Χτύπα και φύγε, περίμενε, παραμόνευε, ξαναχτύπα και φύγε πάλι, και έτσι συνέχεια, δίχως να αφήνεις ανάπαυση στον εχθρό. Φαινομενικά, υπάρχει σε όλα αυτά μια αρνητική στάση, μια στάση οπισθοχώρησης και αποφυγής μετωπικών συγκρούσεων. Όμως, όλα αυτά, είναι συνεπή με τη γενική στρατηγική του ανταρτοπολέμου, που έχει ίδιο τελικό στόχο με οποιονδήποτε πόλεμο: την επίτευξη της νίκης και την εξόντωση του εχθρού. Είναι ολοφάνερο ότι ο ανταρτοπόλεμος είναι μια φάση του πολέμου που από μόνος του δεν έχει τη δυνατότητα να πετύχη τη νίκη. Είναι, επιπλέον, μια απο τις αρχικές φάσεις του πολέμου και θα αναδιπλώνεται και θα αναπτύσσεται, μέχρι που, με την συνεχή αύξηση του, ο αντάρτικος στρατός προσλάβει τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού. Εκείνη τη στιγμή θα είναι έτοιμος να δώσει το οριστικό πλήγμα στον εχθρό και να εξασφαλίσει τη νίκη. Ο θρίαμβος θα είναι πάντα καρπός ενός τακτικού στρατού, κι ας έχει τις απαρχές του σε έναν αντάρτικο στρατό.
Έτσι λοιπόν, όπως σε έναν σύγχρονο πόλεμο δεν χρειάζεται να πεθάνει ο στρατηγός μιας μεραρχίας επικεφαλής των στρατιωτών του, έτσι και ο αντάρτης, όντας στρατηγός του εαυτού του, δεν πρέπει να πεθάνει σε οποιαδήποτε μάχη. Είναι πρόθυμος να δώσει τη ζωή του, όμως η θετική ιδιότητα του ανταρτοπόλεμου είναι ακριβώς ότι ο καθένας από τους αντάρτες είναι πρόθυμος να πεθάνει, όχι για να υπερασπιστεί ένα ιδανικό, αλλά για να το κάνει πραγματικότητα. Αυτή είναι η βάση, η ουσία του αντάρτικου αγώνα. Αυτό είναι το θαύμα, χάρη στο οποίο ένας μικρός πυρήνας ανθρώπων, ένοπλη πρωτοπορία του μεγάλου λαϊκού πυρήνα που τον υποστηρίζει, βλέποντας πιο πέρα από τον άμεσο τακτικό στόχο, προχωρεί αποφασιστικά στην κατάκτηση ενός ιδανικού, στην εδραίωση μιας νέας κοινωνίας, στο σπάσιμο των απαρχαιωμένων σχημάτων της παλιάς κοινωνίας, στην κατάκτηση, τελικά, της κοινωνικής δικαιοσύνης για την οποία αγωνίζεται.
Απ’ αυτήν την άποψη, όλες οι υποτιμητικές εκφράσεις αποκτούν το πραγματικό τους μεγαλείο, το μεγαλείο του σκοπού που υπηρετούν. Και ας τονίσουμε πως δεν αναφερόμαστε σε ανεπίτρεπτα μέσα για να φτάσουμε στον στόχο. Η αγωνιστική στάση, αυτή η στάση που ούτε μια στιγμή δεν πρέπει να ατονίσει, αυτή η ανυποχώρητη στάση μπροστά στα μεγάλα προβλήματα του τελικού στόχου, αποτελεί το μεγαλείο του αντάρτη.
* Το κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος του Πρώτου Κεφαλαίου του βιβλίου «Ο Ανταρτοπόλεμος» (Guerrilla Warfare) που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1961. Επιμέλεια: Ν. Μόττας/Guevaristas.
Ερνέστο ο φωτογράφος: Ο φακός ως «διαρκές όπλο»
7 Μάη 2006. Του Γρηγόρη Τραγγανίδα.
Ο Τσε Γκεβάρα είχε πολλές ιδιότητες, τις περισσότερες από τις οποίες ουδέποτε «διεκδίκησε». Αλλοι ήταν αυτοί που μίλησαν για τη λογοτεχνική του δεινότητα, τις πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες, τα πλούσια και δημιουργικά επεξεργασμένα ιδεολογικά του αποθέματα. «Καλλιτέχνη του αντάρτικου αγώνα» τον αποκαλούσε ο Φιντέλ.
Το σίγουρο είναι, πως αυτή η πολυσχιδής προσωπικότητα, ακόμη και μετά από τόσες δεκαετίες από τον τραγικό του θάνατο, εξακολουθεί να μας εκπλήσσει και να μας διδάσκει. Από την περασμένη Τρίτη στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ελληνικός Κόσμος» (Πειραιώς 254, κτίριο 1) και για τους επόμενους μήνες, το ελληνικό κοινό έχει τη μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά μία από τις χαρακτηριστικότερες, όσο και μέχρι πρότινος άγνωστες στους περισσότερους, πτυχές του Τσε: Την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία. Μέσα από την έκθεση με τίτλο «ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ: Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ», που διοργανώνει και παρουσιάζει σε όλο τον κόσμο το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» που εδρεύει στην Αβάνα (με συνδιοργανωτή για την Ελλάδα την εταιρία «New Star») το αθηναϊκό αρχικά και μετά και το κοινό άλλων μεγάλων ελληνικών πόλεων, θα δει:
-
238 φωτογραφίες, τραβηγμένες από το 1951 ως το 1963, σε μια σειρά χώρες.
-
11 φακέλους εργαστηρίων των φωτογραφιών με σημειώσεις του.
-
Φωτοτυπία της ταυτότητας φωτογράφου του Τσε.
-
Τις μηχανές του, μια «Plaubel» του 1960 και μια «Ihagee» του 1934.
Πάθος για την αλήθεια.
Στόχος του Κέντρου Μελετών, σύμφωνα με την επιστημονική του συντονίστρια, Δρ. Μαρία ντελ Κάρμεν Αριέτ, είναι η «ενημέρωση για τη ζωή και το έργο του Τσε, μέσα από τη μελέτη και την παρουσίαση ανέκδοτου υλικού, που αποτελεί έναν πραγματικό θησαυρό πληροφοριών, ιδιαίτερης ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας». Για τον γιο του Τσε, Καμίλο, το Κέντρο στοχεύει στο «να παρουσιάσει το πλήρες «αποτύπωμα» της ζωής του Τσε, για να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να καταδικαστεί το ψέμα, και για να μην αφήσουμε να περιοριστεί στο παρελθόν η ελπιδοφόρα πράξη αυτού του άντρα, αλλά να περάσει στο παρόν και στο μέλλον».
Η Δρ. Αριέτ γράφει, ότι από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του, «τα «κλικ» της κάμερας του πατέρα του Ντον Ερνέστο (…) πρέπει να αποτέλεσαν ένα καθοριστικό βίωμα. Ηταν αυτός που, κατά πάσα πιθανότητα, του μετέδωσε την ανησυχία και την αγάπη για τη φωτογραφία, μια αγάπη που διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του Τσε».
Αυτή η ενασχόληση έγινε κάποια στιγμή και επαγγελματική. Πριν την επανάσταση έκανε ένα σύντομο πέρασμα από το φωτορεπορτάζ, καλύπτοντας τους Παναμερικανικούς Αγώνες του 1955 στο Μεξικό, για ένα πρακτορείο Τύπου της Αργεντινής. Επίσης, δούλεψε για πολλούς μήνες ως φωτογράφος στα πάρκα της μεξικανικής πρωτεύουσας, τραβώντας κυρίως Αμερικανούς τουρίστες.
Ομως, για την Δρ. Αριέτ, το «πάθος της μετάδοσης της αλήθειας» είναι αυτό που οδηγεί τον Τσε και στη φωτογραφία. To δυστύχημα είναι ότι δε σώθηκαν όλες οι φωτογραφίες από το αρχείο του. Μόνο να φανταστεί κανείς μπορεί πόσο πλουσιότερο θα ήταν αυτό το υλικό, γνωρίζοντας ότι τραβήχτηκε στο «διαρκές ταξίδι» του Τσε, «με διάφορα μέσα μεταφοράς, είτε μέσα στο εσωτερικό της Αργεντινής, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950, είτε σε ολόκληρη την Αμερική». Αυτά τα ταξίδια, σημειώνει η επιστήμονας, «τον άλλαξαν περισσότερο απ’ ό,τι νόμιζε, όπως επίσης και η απόφασή του να συνδεθεί με την Κουβανική Επαναστατική Πρωτοπορία το 1955, πρώτα στην αντάρτικη πλευρά της και αργότερα υπηρετώντας τη με διάφορα καθήκοντα, ως ένας από τους ηγέτες της θριαμβευτικής επανάστασης (…) Απαραίτητος συνένοχος στην περιπλάνησή του, η φωτογραφική του μηχανή, σαν διαρκές όπλο, να δίνει μορφή, από το χέρι του σκοπευτή, συλλαμβάνοντας εικόνες που αποκαλύπτουν την παγκόσμια αφοσίωση αυτού του βαθύτατου ανθρωπιστή».
Διαρκής αναζήτηση.
Στις φωτογραφίες του αποτυπώνει καθημερινά θέματα, αλλά και εξειδικευμένα, που αποκαλύπτουν και άλλα ενδιαφέροντα του Τσε, όπως την αρχαιολογία και κυρίως την ευρεία γνώση του πάνω στις προκολομβιανές κουλτούρες. Η φωτογραφία θα τον βοηθήσει «να γνωρίσει σε βάθος τον Λατινοαμερικανό, τον Ινδιάνο, τον εργάτη, τον αγρότη, όλους αυτούς που αντιπροσωπεύονται σε διαφορετικές στιγμές της ζωής τους μέσα στις φωτογραφίες του». «Η επαναστατημένη Κούβα, η πραγματικότητα της, η κινητικότητα και οι κυρίαρχες αλλαγές από το 1959, καθρεφτίζονται πιστά στο φωτογραφικό του λόγο, σε διάφορες στιγμές και τοποθεσίες: Η εικόνα ενός παιδιού στο βουνό, η γέννηση ενός νέου ανθρώπινου τύπου, νεαροί στρατιώτες που οικοδομούν ένα σχολείο, σύμβολο των νέων καιρών, όταν, για πρώτη φορά στη δική μας ήπειρο, ένας στρατός κατασκευάζει με τα δικά του χέρια έργα για το λαό, ως υποθήκη για το μέλλον»…
Η έκθεση περιλαμβάνει φωτογραφίες από το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική. Ξεκινά από το 1953 και φτάνει στην τελευταία του γνωστή φωτογραφία στην Τανζανία, πριν αναχωρήσει για το Κονγκό. Ανάμεσά τους απαθανατίζει την Κούβα της Επανάστασης, το Κάιρο, τη Δαμασκό, την Ταϊλάνδη, τη Βιρμανία, τις Ινδίες, το Πακιστάν, την Κεϋλάνη, το Χονγκ Κονγκ, την Ιαπωνία, το Μαρόκο, το Τολέδο. Αρχαιολογικοί χώροι, εργοστάσια, πόλεις, πορτρέτα, τίποτα δεν τον αφήνει ασυγκίνητο.
Το 1963 επέστρεψε στη Σιέρα Μαέστρα, «στα παλιά πεδία των μαχών, όπου έπεσαν ηρωικά οι σύντροφοί του κατά την περίοδο του Μπατίστα», και τους τιμά με τις φωτογραφίες του.
«Σε όλα του τα έργα παρατηρείται μια διαρκής αναζήτηση, που φανερώνει τη χωρίς όρια κουλτούρα του, η οποία του γεννά μιαν αναπόφευκτη πνευματική ανάγκη, που όμως δεν ξέχναγε το καθημερινό, την καθημερινή δράση με τους ανθρώπους στους δρόμους, τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, τα εργοστάσια, στα οποία, όσο κι αν δεν είναι αναμενόμενο, βρίσκει κανείς επίσης μια αδιαμφισβήτητη ομορφιά».
Ο Τσε είναι πέρα και πάνω απ’ όλα επαναστάτης. Η φωτογραφία είναι και μέσο τεκμηρίωσης για τις θεωρητικές και ιδεολογικές αναζητήσεις του. Οχι για τον εαυτό του. Αλλά για το λαό. «Πολλές από τις φωτογραφίες αυτών των ταξιδιών χρησίμευαν ως οπτικό υλικό σε άρθρα του και χρονογραφήματα σε εφημερίδες, καθώς και στο διαρκή αγώνα του για την εκπαίδευση και την ευημερία του λαού, στα πλαίσια της Κουβανικής Επανάστασης».
Η συλλογή παρέμεινε ανέκδοτη στο Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» μέχρι και τον Απρίλη του 2001, όταν παρουσιάστηκε στη Βαλένσια (Ισπανία) και τον Ιούλη της ίδιας χρονιάς στην Αβάνα, στο Μόρο Καμπάνια. Το 2002 παρουσιάστηκε στο Μεξικό, μετά στο Μοντεβίδεο και «πέρασε» στην Ευρώπη (Βαλένθια της Ισπανίας, Ρώμη, Δανία, Αυστρία και αλλού). Αξίζει να σημειωθεί πως στην Ελλάδα θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά η πληρέστερη μορφή της έκθεσης.
Για τον Καμίλο Γκεβάρα «αυτές οι οπτικές καταγραφές είναι μαρτυρία μιας εποχής, ενός τρόπου ζωής, κι αποτελούν σημεία αναδρομής – σύντομης βέβαια, αλλά όχι λιγότερο σημαντικής γι’ αυτό – στη ζωή ενός ανθρώπου που μπόρεσε να συνθέσει με τον πιο καίριο τρόπο τις σημαντικότερες αξίες της εποχής μας».
Η φωτογραφική μηχανή ήταν ένα από τα ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα που βρέθηκαν στο σάκο του μετά το μαρτυρικό του θάνατο.
Πηγή: «Ριζοσπάστης», 7 Μάη 2006.
Ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν τροτσκιστής
Του Espresso Stalinist.
Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας αντι-ρεβιζιονιστής μαρξιστής-λενινιστής και δυναμικός υποστηρικτής του Ιωσήφ Στάλιν. Και οι δύο ήταν αντίθετοι στις πρακτικές του Τρότσκι και του Χρουστσώφ. Ο Τσε μισούσε την πολιτική του Χρουστσώφ και ήταν χολωμένος με την υποστήριξη που ο Φιντέλ Κάστρο έδειχνε στον σοβιετικό ρεβιζιονισμό
-
“Θεωρούμε τη δράση του τροτσκιστικού κόμματος ως αντεπαναστατική”, Τσε, 1961
Το Νοέμβρη του 1960, κατά την επίσκεψη του στην Σοβιετική Ένωση, επέμενε στην κατάθεση στεφάνου στον τάφο του Στάλιν, παρά τις παραινέσεις του κουβανού πρέσβη στη Μόσχα ώστε να μην το πράξει. Αυτό συνέβη περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της περίφημης “αποσταλινοποίησης” της ΕΣΣΔ που ξεκίνησε επί Νικίτα Χρουστσώφ.
Ο συνταξιδιώτης του Τσε, Αλμπέρτο Γκρανάδο, είχε πεί ότι ο Γκεβάρα είχε ανακαλύψει τον Στάλιν (σ.μ: προφανώς εννοεί την πολιτική που εφήρμοσε ο Στάλιν στα χρόνια της ηγεσίας του) στα μέσα της δεκαετίας του 1950 (Anderson, σ.165-166 & σ.565).
Το 1955 όντας στο Μεξικό ο Τσε έστειλε γράμμα στην θεία του υπογράφοντας ως “Στάλιν ΙΙ”:
“Πιστεύω ότι η βασική ιδεολογία στην οποία ο Τρότσκι βασίστηκε ήταν λανθασμένη, τα κρυφά κίνητρα της δράσης του (ήταν) λανθασμένα και τα τελευταία του χρόνια υπήρξαν σκοτεινά. Οι τροτσκιστές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα απολύτως στο επαναστατικό κίνημα – εκεί που έδρασαν περισσότερο ήταν στο Περού αλλά στο τέλος απέτυχαν επειδή χρησιμοποιούν κακές μεθόδους”. (Παράρτημα, όπως αναφέρεται στο κείμενο “Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara” από το Revolutionary Democracy Journal).
Παρά το γεγονός ότι ο Γκεβάρα βοήθησε στην ασφαλή απελευθέρωση ορισμένων τροτσκιστών από την φυλακή το 1965 (σ.μ: πιθανόν στην Κούβα, δεν αναφέρεται χώρα), ελευθερώθηκαν υπό τον όρο ότι θα σταματούσαν την πολιτική τους δράση. (Revolutionary History 2000, Τομ.7 Αρ., σ.193-195, σ.249).
“Κατά τη διαδρομή μου είχα την ευκαιρία να περάσω απ’ την “επικράτεια” της United Fruit Co., πείθοντας με ακόμη μια φορά πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα μπροστά σε μια φωτογραφία του παλαιού και θρηνημένου συντρόφου Στάλιν ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να δω τον αφανισμό αυτών των χταποδιών”. (Γράμμα στην θεία του Βεατρίκη, όπου περιγράφει εμπειρίες του απ’ τη διαμονή στην Γουατεμάλα το 1953. Απ’ το βιβλίο Che Guevara: A Revolutionary Life (1997) του Jon Lee Anderson).
“Ο Τρότσκι, μαζί με τον Χρουστσώφ, ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων ρεβιζιονιστών” – Γράμμα στον Αρμάντο Χαρτ, 4 Δεκέμβρη 1965
“Ο Τρότσκι έκανε θεμελιώδη λάθη…Οι τροτσκιστές απέτυχαν παντελώς διότι χρησιμοποίησαν κακές μεθόδους” – Άπαντα Κριτική για την Πολιτική Οικονομία, 1964.
“Στα επονομαζόμενα “λάθη του Στάλιν” βρίσκεται η διαφορά μεταξύ μιας επαναστατικής και μιας ρεβιζιονιστικής αντίληψης. Πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε, όχι να τον δεις (αποκλειστικά) ως ένα είδος αγριανθρώπου, αλλά στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια. Ασπάστικα τον κομμουνισμό εξαιτίας του πατερούλη Στάλιν και κανείς δεν πρέπει να ‘ρθει να μου πει ότι δεν πρέπει να διαβάζω Στάλιν. Τον διάβαζα όταν ήταν κάτι πολύ κακό να διαβάζεις γι’ αυτόν. Αυτό ήταν σε μια άλλη εποχή. Και επειδή δεν είμαι πολύ εφυιής, αλλά και ξεροκέφαλος, συνεχίζω να τον διαβάζω. Ιδιαίτερα σε αυτήν τη νέα περίοδο που είναι ακόμη χειρότερο να διαβάζεις (για τον Στάλιν). Τότε, όπως και τώρα, βρίσκω μια σειρά πραγμάτων που είναι πολύ καλά”. (Γράμμα του Τσε προς τον René Ramos Latour, στις 14 Δεκέμβρη 1957, κορυφαίου μέλους του Κινήματος της 26ης Ιούλη που πέθανε στην μάχη).
“Στην Κούβα δεν υπάρχει τίποτα δημοσιευμένο, εάν εξαιρέσουμε τα σοβιετικά τούβλα, τα οποία φέρουν τη δυσκολία ότι δεν σ’αφήνουν να σκεφτείς – το κόμμα σκέφτεται για σένα και συ πρέπει να το αφομοιώσεις. Θα ήταν αναγκαίο να δημοσιευθούν η πλήρης εργογραφία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν (υπογραμμισμένο από τον Τσε στο αυθεντικό έγγραφο της επιστολής) και άλλων σπουδαίων μαρξιστών. Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τους μεγάλους ρεβιζιονιστές (εάν θέλεις μπορείς να προσθέσεις τον Χρουστσώφ) και επίσης τον φίλο σου τον Τρότσκι ο οποίος υπήρξε και προφανώς έγραψε κάτι”. (Γράμμα στον Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος, πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημ. Contracorriente, Αβάνα, Σεπτέμβρης 1997).
Η πρωτότυπη ανάρτηση στα αγγλικά:
Che Guevara was NOT a Trotskyist
«I have yet to find a single credible source pointing to a case where Che executed ‘an innocent’. Those persons executed by Guevara or on his orders were condemned for the usual crimes punishable by death at times of war or in its aftermath: desertion, treason or crimes such as rape, torture or murder. I should add that my research spanned five years, and included anti-Castro Cubans among the Cuban-American exile community in Miami and elsewhere.”
— Jon Lee Anderson, author of Che Guevara: A Revolutionary Life, PBS forum.
Che Guevara was an anti-revisionist Marxist-Leninist and a strong supporter of Joseph Stalin. He was both opposed to Trotsky and Khrushchev. He hated Khrushchev and was very upset that Fidel Castro supported Soviet revisionism.
“We consider the Trotskyist party to be acting against the revolution.”
— (Che Guevara, 1961).
In November 1960, Che Guevara insisted on depositing a floral tribute at Stalin’s tomb even against the advice of the Cuban Ambassador to the USSR. This was more than four years after Khrushchev’s process of “De-Stalinisation” started.
Guevara’s fellow motorcyclist Alberto Ganado said that it was Stalin that Guevara “discovered” in the mid-fifties (Anderson pp.165-166, p.565).
In 1955 while in Mexico he sent a letter to his aunt signed with the words “Stalin II.”
“I think that the fundamental stuff that Trotsky was based upon was erroneous and that his ulterior behaviour was wrong and his last years were even dark. The Trotskyites have not contributed anything whatsoever to the revolutionary movement; where they did most was in Peru, but they finally failed there because their methods are bad.”(‘Annexes’, p. 402)
— quoted in “Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara,” from Revolutionary Democracy Journal
Although Guevara helped secure the release of some Trotskyists from prison in 1965, they were freed only on the condition that they cease their political activity (Revolutionary History 2000, Vol.7 No.3) pp.193-195, p.249).
“Along the way, I had the opportunity to pass through the dominions of the United Fruit, convincing me once again of just how terrible these capitalist octopuses are. I have sworn before a picture of the old and mourned comrade Stalin that I won’t rest until I see these capitalist octopuses annihilated.”
– Letter to his aunt Beatriz describing what he had seen while traveling through Guatemala (1953); as quoted in Che Guevara: A Revolutionary Life (1997) by Jon Lee Anderson
“Trotsky, along with Khrushchev, belongs to the category of the great revisionists.”
– – (December 4, 1965: Letter to Armando Ηart)
“Trotsky was fundamentally wrong… Trotskyites ultimately failed because their methods are bad.”
– (Apuntes criticos a la Economia Politica, 1964)
“In the so called mistakes of Stalin lies the difference between a revolutionary attitude and a revisionist attitude. You have to look at Stalin in the historical context in which he moves, you don’t have to look at him as some kind of brute, but in that particular historical context. I have come to communism because of daddy Stalin and nobody must come and tell me that I mustn’t read Stalin. I read him when it was very bad to read him. That was another time. And because I’m not very bright, and a hard-headed person, I keep on reading him. Especially in this new period, now that it is worse to read him. Then, as well as now, I still find a Seri of things that are very good.”
Che wrote on December 14 of 1957 a letter to René Ramos Latour (“Daniel”), National Coordinator of the Movimiento 26 de Julio who died in combat, the following:
“Because of my ideological background, I belong to those who believe that the solution of the world’s problems lies behind the so-called iron curtain and I see this Movement as one of the many inspired by the bourgeoisie’s desire to free themselves from the economic chains of imperialism.”
“In Cuba there is nothing published, if one excludes the Soviet bricks, which bring the inconvenience that they do not let you think; the party did it for you and you should digest it. It would be necessary to publish the complete works of Marx, Engels, Lenin, Stalin [underlined by Che in the original] and other great Marxists. Here would come to the great revisionists (if you want you can add here Khrushchev), well analyzed, more profoundly than any others and also your friend Trotsky, who existed and apparently wrote something.”