Η χρονιά της εξαφάνισης

Την άνοιξη του 1965 ο Τσε εξαφανίστηκε από προσώπου γης, μέσα σε μια απίστευτη παραφιλολογία των δυτικών ΜΜΕ που τον ήθελαν να έχει αυτοκτονήσει, να έχει εκτελεστεί από τον Κάστρο ή να είναι θαμμένος στο … Λας Βέγκας. Στην πραγματικότητα, όπως έμελλε να αποδείξει ο θάνατός του δυόμισι χρόνια αργότερα στα βουνά της Βολιβίας, ο θρυλικός κομαντάντε είχε αποφασίσει να κάνει πράξη το κάλεσμά του για τη μετατροπή του Τρίτου Κόσμου σε «2, 3, πολλά Βιετνάμ». Πρώτος σταθμός του θα είναι το πρώην βελγικό Κονγκό (αργότερα Ζαίρ), σε μια επτάμηνη εκστρατεία που θα παραμείνει για τρεις ολόκληρες δεκαετίες «το καλύτερα φυλαγμένο μυστικό της κουβανικής επανάστασης».

Κι όμως, επρόκειτο για επιχείρηση κάθε άλλο παρά αμελητέα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, το Κονγκό ήταν για τη διεθνή πολιτική ό,τι η Γιουγκοσλαβία των ημερών μας: ένα πεδίο δοκιμής της νέας τάξης πραγμάτων του μεταποικιακού κόσμου -με εθνοτικές διαμάχες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αποτυχημένες ειρηνιστικές παρεμβάσεις του ΟΗΕ. Το 1964, τρία διαφορετικά αντάρτικα αριστερών αποκλίσεων μάχονταν -με τη δεδηλωμένη υποστήριξη του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας- κατά της νεοαποικιακής κυβέρνησης του Μωϋσή Τσομπέ και των λευκών μισθοφόρων της · το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, η προέλασή τους θα ανακοπεί από βέλγους αλεξιπτωτιστές, που μεταφέρθηκαν από αμερικανικά αεροπλάνα μέσω βρετανικών βάσεων. Η κουβανική επέμβαση θα επιχειρήσει να απαντήσει σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική επιδρομή: η πρώτη ομάδα μαχητών, με επικεφαλής τον Γκεβάρα, έφτασε στο Νταρ-ες-Σαλάμ της Τανζανίας στις 19.4.1965 και λίγες μέρες αργότερα πέρασε στο Κονγκό, στην απέναντι όχθη της λίμνης Ταγκανίκα · ακολουθούν τους επόμενους μήνες περισσότεροι από 100 ακόμα Κουβανοί, όλοι εθελοντές. Η επιχείρηση παρόλα αυτά θα καταλήξει σε πανωλεθρία, εξαιτίας μιας σειράς αδυναμιών του κονγκολέζικου αντάρτικου αλλά και της αλλαγής της διεθνούς συγκυρίας. Στις 23 Νοεμβρίου 1965, το εκστρατευτικό σώμα του Γκεβάρα εγκαταλείπει τη χώρα. Ο ίδιος ο κομαντάντε, ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα στην Πράγα, θα πάρει το δρόμο για τη Βολιβία -όπου η αφρικανική εμπειρία του θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές του, κυρίως όσον αφορά την επιμονή του να κρατήσει ο ίδιος την ηγεσία του αντάρτικου και να μην την εμπιστευθεί στην απρόθυμη καθοδήγηση του τοπικού ΚΚ.

Η πρώτη λεπτομερής περιγραφή του κονγκολέζικου εγχειρήματος έγινε μόλις το 1994, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αβάνα από το γνωστό μεξικανό συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ και τους κουβανούς δημοσιογράφους Φροϊλάν Εσκομπάρ και Φελίξ Γκέρα, με τίτλο «Η χρονιά που δεν ήμασταν πουθενά». Στο μεγαλύτερο μέρος του πρόκειται για συρραφή από μαρτυρίες κουβανών και κονγκολέζων που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία, το πιο ενδιαφέρον όμως τμήμα του αποτελούν τα αποσπάσματα από ένα αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του Γκεβάρα με τίτλο «Pasajes de la guerra revolucionaria: el Congo» (Σελίδες του επαναστατικού πολέμου: το Κονγκό). Από τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου ( Παρίσι 1995, εκδ. Metaile) μεταφέρουμε εδώ κάποια χαρακτηριστικά τμήματα των απομνημονευμάτων του Τσε, μαζί με δυο μαρτυρίες συμπολεμιστών του.

Η άφιξη. «Δεν ενημέρωσα κανέναν κονγκολέζο για την απόφασή μου να συμμετάσχω στον αγώνα, ούτε φυσικά για την παρουσία μου. Στην πρώτη συζήτηση με τον Καμπίλα δεν μπορούσα να το κάνω, γιατί τίποτα δεν είχε αποφασιστεί και, άπαξ και αποφασίστηκε, ήταν επικίνδυνο να γνωστοποιηθεί το σχέδιό μου πριν φτάσω στον προορισμό μου (…) Είχα συνείδηση του γεγονότος ότι μια άρνηση από μέρους τους θα με έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς δε θα μπορούσα πια να γυρίσω πίσω, υπολόγιζα όμως πως θα τους ήταν δύσκολο να αρνηθούν. Ήταν ένας εκβιασμός, όπου επέβαλα την παρουσία μου».

Τα Μετώπισθεν. «Μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως οι κονγκολέζοι διοικητές μοίραζαν άδειες για επισκέψεις από το μέτωπο στην Κιγκόμα. Αυτό το χωριό αποτελούσε ένα καταφύγιο, όπου οι πιο τυχεροί μπορούσαν να αποβιβαστούν για να ζήσουν μακριά από τις τύχες του πολέμου. Η καταστροφική επίδραση της Κιγκόμα, των πορνείων της, των μπαρ της και κυρίως αυτός ο χαρακτήρας της ως εξασφαλισμένο άσυλο, δεν είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψη από την επαναστατική διοίκηση. (…) Οι μέρες περνούσαν. GΗ λίμνη διασχιζόταν από διάφορους αγγελιοφόρους, που είχαν μια μυθική ικανότητα να διαστρέφουν κάθε είδηση, ή από αδειούχους που είχαν εξασφαλίσει ένα κάποιο πάσο για την Κιγκόμα. Ως γιατρός (επιδημιολόγος), δούλεψα κάμποσες μέρες μαζί με τον Κούμι στο αγροτικό ιατρείο, όπου παρατήρησα αρκετά ανησυχητικά κρούσματα. Πρώτα απ’ όλα, το μεγάλο αριθμό αφροδίσιων νοσημάτων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν αποκτηθεί στην Κιγκόμα. Δεν ήταν η υγειονομική κατάσταση του πληθυσμού ή των πορνών της Κιγκόμα που θεωρούσα τότε ανησυχητικά, αλλά το γεγονός ότι αυτές ήταν σε θέση να μολύνουν τόσους άντρες. Ποιος πλήρωνε γι’ αυτές τις γυναίκες; Πού πήγαιναν τα χρήματα της επανάστασης;»

Το Χάος. «Συμμετείχα προσωπικά στη διανομή σοβιετικών φαρμάκων, η όλη σκηνή έμοιαζε με ανατολίτικο παζάρι. Κάθε εκπρόσωπος ένοπλης ομάδας έβγαζε αριθμούς και παρέθετε λόγους για να πάρει μεγάλες ποσότητες φαρμάκων · χρειάστηκε πολλές φορές να αντιταχθώ βίαια στην αρπαγή ορισμένων σκευασμάτων και ειδικευμένου υλικού που θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν στα πολεμικά μέτωπα, αλλά όλοι ήθελαν να έχουν απ’ όλα. Καθένας ορμούσε με αριθμούς μαγικούς: τέσσερις χιλιάδες οι δικοί μου, κι εγώ άλλες δυο χιλιάδες, και ούτω καθεξής (…) Η παράδοση των φορτίων με τα όπλα και τον υπόλοιπο εξοπλισμό γινόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντοτε έλειπε κάτι: κανόνια ή πολυβόλα χωρίς βασικά εξαρτήματα, τουφέκια με ακατάλληλα πυρομαχικά νάρκες δίχως πυροκροτητές. Όλα αυτά έμοιαζαν αναγκαστικό χαρακτηριστικό των αποστολών υλικού από την Κιγκόμα».

Το Μαγικό Φίλτρο. «Ο αντισυνταγματάχης Λαμπέρ, συμπαθητικός και στην αρχή πρόσχαρος, μου εξήγησε πως τα αεροπλάνα του εχθρού δε μετράνε καθόλου γι’ αυτούς, αφού διαθέτουν το dawa, ένα φάρμακο που τους κάνει άτρωτους στις σφαίρες.
-Εμένα, με έχουν πετύχει πολλές φορές και οι σφαίρες πέφτουν στη γη, χωρίς δύναμη.

Δεν άργησα να αντιληφθώ πως μιλούσε σοβαρά. Αυτό το dawa αποδείχθηκε μάλλον καταστροφικό για τη στρατιωτική προετοιμασία. Η αρχή είναι η εξής: ο μαχητής λούζεται με ένα υγρό, όπου έχουν λιώσει διάφορα βότανα και άλλες μαγικές ουσίες, με τη συνοδεία ορισμένων καβαλιστικών σημείων και, σχεδόν πάντα, με τη χάραξη ενός σημαδιού με κάρβουνο στο πρόσωπό του · προς το παρόν, προστατεύεται απέναντι σε κάθε λογής όπλα του εχθρού (αυτό εξαρτάται από την έκταση των δυνάμεων του μάγου), δεν πρέπει όμως να ακουμπήσει κανένα αντικείμενο που δεν του ανήκει, ούτε γυναίκα, ούτε να φοβάται, γιατί αλλιώς θα χάσει την προστασία. Οι αποτυχίες είναι έτσι εύκολο να εξηγηθούν: νεκρός άντρας ίσον άντρας που φοβήθηκε, που έκλεψε ή που κοιμήθηκε με γυναίκα, τραυματίας ίσον άντρας που φοβήθηκε. Καθώς ο φόβος αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολέμου, οι μαχητές βρίσκουν πολύ φυσικό να αποδίδουν ένα τραύμα στη δειλία, τουτέστιν στην απουσία πίστης. Και καθώς οι νεκροί δε μιλάνε, μπορεί κανείς πάντοτε να υποψιάζεται ότι παρέβησαν μίαν από τις τρεις εντολές.

Αυτή η πεποίθηση είναι τόσο ισχυρή, που κανείς δεν πηγαίνει στη μάχη χωρίς την προστασία του dawa. Πάντα φοβόμουνα μήπως αυτή η δεισιδαιμονία στρεφόταν τελικά εις βάρος μας, καθιστώντας υπεύθυνους για την αποτυχία μιας μάχης με μεγάλες απώλειες, κι επιχείρησα πολλές φορές να συζητήσω το ζήτημα με διάφορους υπεύθυνους για να δοκιμάσω να τους πείσω. Αποδείχθηκε αδύνατο· το dawa θεωρούνταν σημάδι πίστης. Οι πιο προχωρημένοι πολιτικά έλεγαν πως το dawa είναι μια υλική, φυσική δύναμη, κι ότι ως οπαδοί του διαλεκτικού υλισμού αναγνωρίζουν τη δύναμη του dawa, που επιβάλει τα μυστικά του στους μάγους του δάσους».

Οι Τούτσι. «Περίπου τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο από τη βάση μας, υψώνεται ένα σύνολο από μικρούς οικισμούς, των δέκα σπιτιών το πολύ, διασκορπισμένους σε μια τεράστια έκταση φυσικών λιβαδιών. Η ζώνη ονομάζεται γενικά Νγκάνια και κατοικείται από μια φυλή που κατάγεται απ’ τη Ρουάντα. Παρόλο που ζουν στο Κονγκό εδώ και κάμποσες γενιές, διατηρούν άθικτο το πνεύμα της πατρίδας τους · αφοσιώθηκαν στην κτηνοτροφική ζωή αλλά είναι μόνιμοι κάτοικοι κι έχουν την αγελάδα ως κέντρο της οικονομίας τους (…) Πολλές φορές μας αφηγήθηκαν την ιστορία εκείνου του άτυχου στρατιώτη που δεν είχε τον αριθμό αγελάδων που απαιτούσε ο πατέρας της γυναίκας των ονείρων του, γιατί η γυναίκα αγοράζεται κι αυτή -ακριβέστερα, η κατοχή όσο γίνεται περισσότερων γυναικών αποτελεί δείγμα οικονομικής ισχύος, χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι είναι αυτή που ασχολείται με τη γεωργία και το σπίτι. Αυτή η κοινότητα μας επέτρεπε να έχουμε στη διάρκεια του πολέμου πρόσβαση στο πολύτιμο βοδινό κρέας που θεραπεύει τα πάντα, ακόμη και τη νοσταλγία (ή σχεδόν)».

Η επίσκεψη του αρχηγού. «Ο Καμπίλα έδειξε πως ήξερε τη νοοτροπία των αντρών του · ζωντανός κι ευχάριστος, εξήγησε στα σουαχίλι όλες τις συνεδριάσεις και τα αποτελέσματα του Καίρου. Έκανε τους αγρότες να μιλούν, έδωσε γρήγορες απαντήσεις που ικανοποίησαν τον κόσμο. Όλα τέλειωσαν με γιορτή και χορό, στο ρυθμό μιας μουσικής που κατέληγε στο ρεφρέν «Καμπίλα βά, Καμπίλα έ».

Επιδείκνυε μίαν έντονη δραστηριότητα, είχε το ύφος πως ήθελε να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο. Πρότεινε να οργανώσουμε την άμυνα της βάσης, κι έμοιαζε να δίνει κουράγιο σε όλο τον κόσμο και να αλλάζει τη φυσιογνωμία μιας ζώνης που υπέφερε πολύ από έλλειψη πειθαρχίας. Αμέσως μαζεύτηκαν εξήντα άντρες, τους δώσαμε τρεις κουβανούς εκπαιδευτές κι άρχισαν να σκάβουν χαρακώματα και να κάνουν μαθήματα σκοποβολής.
Πέντε μέρες μετά την άφιξή του, ο Καμπίλα με φώναξε για να μου πει πως έπρεπε να ξαναφύγει το ίδιο κιόλας βράδυ για την Κιγκόμα. Μου εξήγησε πως ο Σουμαλιότ βρισκόταν εκεί, κι επιδόθηκε σε μίαν αυστηρή κριτική αυτού του ηγέτη, των οργανωτικών του λαθών, της δημαγωγίας και της αδυναμίας του (…) Στη διάρκεια της συζήτησης, του ξέφυγε πως ο Σουμαλιότ στην πραγματικότητα βρισκόταν στο Νταρ-ες-Σαλάμ (…) Όταν μάθαμε τα νέα για την αναχώρηση του Καμπίλα, οι Κονγκολέζοι και οι Κουβανοί παραδόθηκαν για μίαν ακόμη φορά στην απογοήτευση».

Το Μέτωπο. «Ένας μεγάλος αριθμός από ένοπλους άντρες κυκλοφορούσε ανάμεσα στα μικρά χωριά που διασχίζαμε · σε καθένα, υπήρχε κάποιος αρχηγός που βρισκόταν στο σπίτι του ή στο σπίτι κάποιου φίλου, καθαρός, καλοταϊσμένος, και κατά κανόνα καλοπιωμένος. Οι μαχητές έμοιαζαν ν’ απολαμβάνουν μεγάλη ελευθερία και πολύ ικανοποιημένοι από την τύχη τους. Είχανε πάντα το όπλο τους χιαστί, και δεν παρατηρούσε κανείς ούτε το παραμικρό σημάδι πειθαρχίας, διάθεσης για μάχη ή οργάνωσης.

Η Δυσαρέσκεια. «Η ρομαντική εποχή που απειλούσα τους απείθαρχους πως θα τους στείλω πίσω στην Κούβα, είχε περάσει (…) Φήμες ανάμεσα στους άντρες της αποστολής έλεγαν πως οι Κουβανοί έμεναν στο Κονγκό γιατί ο Φιντέλ αγνοούσε την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε. Δεν μπορούσα να απαιτώ και πολύ απ’ αυτούς να έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά μου να διοικώ, μπορούσα όμως να απαιτήσω να σεβαστούν την καλή μου πίστη. Δεν είχα την πρόθεση να θυσιάσω οποιονδήποτε για την προσωπική μου τιμή. Αν ήταν αλήθεια ότι δεν είχα γνωστοποιήσει στην Αβάνα πως τα πάντα είχαν χαθεί, αυτό οφειλόταν στο ότι πραγματικά δεν το πίστευα.

Επιστολή στο Φιντέλ: «Η παρουσία 200 επιπλέον ανδρών θα ήταν μάλλον επιζήμια τούτη τη στιγμή, εκτός αν αποφασίσουμε μια και καλή να πολεμήσουμε από μόνοι μας, αν και σ’ αυτή την περίπτωση θα μας χρειαζόταν μια μεραρχία, κι επιπλέον, θα ‘πρεπε να δούμε πόσες δυνάμεις θα παρατάξει τότε ο εχθρός απέναντί μας. Ίσως υπερβάλλω και ένα τάγμα ενδεχομένως να αρκούσε για να επαναφέρει τα σύνορα εκεί που βρίσκονταν την εποχή της άφιξής μας και να απειλήσει την Αλμπερτβίλ. Όμως σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ο αριθμός που μετρά. Δε μπορούμε να απελευθερώσουμε από μόνοι μας μια χώρα που δε θέλει να απελευθερωθεί. Πρέπει να δημιουργήσουμε αυτό το μαχητικό πνεύμα και να ξεκινήσουμε να αναζητάμε ανθρώπους με το φανάρι του Διογένη και την υπομονή του Ιώβ, γεγονός που καθιστά την αποστολή αδύνατη, αν λάβουμε υπόψη μας το περιβάλλον σκατό».

Η Ήττα. «Ήταν η κατάρρευση. Ολόκληρα αποσπάσματα και χωρικοί περνούσαν με τον εχθρό. Δεν υπήρχαν πια έμπιστα κονγκολέζικα στρατεύματα (…) Από τα υψώματά μας, μπορούσαμε να δούμε τις αναρίθμητες φωτιές που είχαν ανάψει οι στρατιώτες, καθώς έκαιγαν όλα τα σπίτια των αγροτών».

Η Αναχώρηση. «Πέρασα τις τελευταίες ώρες μοναχός και μπερδεμένος, ώσπου στις δύο το πρωί ήρθαν από την Κιγκόμα τα καράβια με το κουβανέζικο πλήρωμά τους (…) Οργανώσαμε την εκκένωση · ανέβηκαν οι άρρωστοι, ύστερα το επιτελείο του Μεσένγκο, μια σαρανταριά άνθρωποι που αυτός είχε διαλέξει. Όλοι οι Κουβανοί επιβιβάστηκαν κι ένα επώδυνο θέαμα άρχισε, αξιοθρήνητο, θορυβώδες και άδοξο: χρειάστηκε να απωθήσω άντρες που εκλιπαρούσαν να τους πάρουμε μαζί. Δεν υπήρξε ούτε μια χειρονομία μεγαλείου σ’ αυτή την υποχώρηση, ούτε μια κίνηση εξέγερσης. Τα πολυβόλα και οι άντρες ήταν έτοιμα για το ενδεχόμενο που θα επιχειρούσαν να μας πτοήσουν χτυπώντας μας τη στιγμή της αναχώρησης. Όμως τίποτα τέτοιο δε συνέβη (…)

Ο ενθουσιασμός των Κουβανών και των Κονγκολέζων ξεχείλιζε από τις βάρκες, σαν ένα καυτό υγρό που με τσουρούφλιζε χωρίς να υποκύπτω στο κλίμα που μεταδιδόταν. Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων ωρών που πέρασα στο Κονγκό, ένιωσα μόνος όσο ποτέ άλλοτε δεν το είχα νιώσει, ούτε στην Κούβα ούτε οπουδήποτε αλλού, στο μακρύ μου προσκύνημα κατά μήκος του κόσμου».

ΠΗΓΗ: «Ιός» / Ελευθεροτυπία, 9 Οκτ. 1997.

Advertisements