Ερνέστο Γκεβάρα Λυντς (Ernesto Guevara Lynch Sr)

Ο Ερνέστο Γκεβάρα Λυντς ήταν ο πατέρας του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Γεννημένος το 1900 στο Μπουένος Άιρες, ήταν απόγονος Βάσκων και Ιρλανδών μεγαλοαστών. Ο πατέρας του (και παππούς του Τσε), Ρομπέρτο Γκεβάρα Κάστρο είχε γεννηθεί στην Καλιφόρνια. H μητέρα του, Άννα Ίζαμπελ Λυντς, γεννήθηκε στην Ιρλανδία και μετανάστευσε στη Λατινική Αμερική σε νεαρή ηλικία. Ο Γκεβάρα-Λιντς πέθανε το 1982 στην Αβάνα.

Ο μεγάλος γιός της Λατινικής Αμερικής

Μια μελέτη της Έλλης Αλεξίου.

Με πολλή δυσκολία παίρνει κανείς την πένα, όταν είναι να γράψει για μορφές της ιστορίας, όπως ο Ερνέστο Γκουεβάρα. Πώς να τολμήσεις να καταπιαστείς με τέτοιο εγχείρημα, έχοντας μπροστά σου έναν υπεράνθρωπο, ένα ανθρώπινο φαινόμενο, που όσοι τον γνώρισαν ή ασχολήθηκαν με την προσωπικότητά του, μόνο σαν ημίθεο τον παρουσιάζουν. Ο Ερνέστο Γκουεβάρα, που οι Κουβανέζοι αποκαλούν χαϊδευτικά Τσέ, υπήρξε ο άνθρωπος, που τόσο κυριαρχήθηκε από τα ιδανικά του, που αυτά μόνο γίνανε ο Πολικός του. Και μπρός σ΄ αυτά είχαν πάψει να λειτουργούν και να υπάρχουν όλες οι ανθρώπινες ανάγκες. Στα ιδανικά υποτάχτηκαν όλες οι ανθρώπινες αδυναμίες, όλες οι ανθρώπινες επιδιώξεις. Αλλά ποιά να ήσαν άραγε αυτά τα πανίσχυρα ιδανικά, που κυριαρχούσαν μέσα του; Ισως γίνουν περισσότερο καταληπτά, αν αναφερθούμε στο τελευταίο γράμμα που στέλνει ο Τσέ στα παιδιά του:
«…Αν έρθει μέρα, που θα διαβάσετε αυτό μου το γράμμα, θα πεί πως ο πατέρας σας έχει φύγει από κοντά σας… Ο πατέρας σας είναι ένας άνθρωπος, που ενεργεί όπως σκέπτεται. Και πού σίγουρα έμεινε πάντα πιστός στις πεποιθήσεις του… Προπάντων να κρατήσετε μέσα σας την ικανότητα να αισθάνεστε πολύ βαθιά κάθε αδικία, που διαπράττεται εναντίον οποιουδήποτε, σ΄ οποιοδήποτε σημείο κι αν είναι του κόσμου… Αυτή είναι η πιό ωραία αρετή ενός επαναστάτη…».

Το χτύπημα λοιπόν της αδικίας, αδιάφορο για το πού γίνεται η αδικία, από ποιόν και για ποιόν, ήτανε η μόνιμη αγωνία του Τσέ, που κανόνιζε, και κανόνισε ως το τέλος, την πορεία της ζωής του. Ο Τσέ ήταν Αργεντίνος, από το Ροζάριο της Αργεντινής. Εκεί γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1928. Παιδί αστικής οικογένειας, έκαμε τις σπουδές που ταίριαζαν στην τάξη του. Σπούδασε γιατρός, κι έκανε την ιατρική του εξάσκηση και ειδίκευση σε λεπροκομείο. Αλλά στη ζωή του, που το μεγάλο μέρος της το πέρασε στην παρανομία, στις ερημιές και στις χαράδρες, μέσα στα απόκρημνα βράχια και στα πυκνόφυτα δάση της Σιέρρα Μαέστρα, άσκησε πληθωρικά την ιατρική, επιδένοντας τραύματα, κάνοντας τις επιβαλλόμενες επεμβάσεις, περιθάλποντας και αγρυπνώντας κοντά στους συναγωνιστές του, στις πολύμορφες, και πολύμοχθες αντάρτικες περιπέτειες. Για ξένη γλώσσα έμαθε τα γαλλικά, και αγαπώντας από μικρός πολύ το διάβασμα, διάβασε τους μοντέρνους για τότε Γάλλους ποιητές Μπωντλέρ, Βερλέν και Γκαίτε, Νερούντα… χωρίς να παραμελεί και σοβαρότερα βιβλία, τον Μάρξ, Λένιν, Σπένγκλερ, και άλλους. Λένε μάλιστα πως δεν αποκλείεται να σπούδασε γιατρός, επηρεασμένος από τη μελέτη των έργων του Φρόυντ. Εξάλλου, κι αν γεννήθηκε στη Ροζάριο, τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στο Μπουένος Αιρες, την πρωτεύουσα της Αργεντινής, με σπουδαίο Πανεπιστήμιο, καθώς και στην Κόρδοβα. Ο πατέρας του ήταν αρχιτέκτων και η εργασία του απαιτούσε τη διαμονή σε μεγαλύτερα κέντρα. Ο νεαρός Τσέ σαν φοιτητής δέχτηκε από νωρίς τις φιλελεύθερες προοδευτικές επιδράσεις της νεολαίας της Αργεντινής και κυριεύτηκε από ακαταμάχητες παρορμήσεις ταξιδιών που η επαναστατική φύση του δεν θα άφηνε ανικανοποίητες. Με ελάχιστα μέσα, συχνά κάνοντας και τον φωτογράφο διέτρεξε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο ίδιος έλεγε πώς ξέρει καλά όλες σχεδόν αυτές τις χώρες. Κατά κύριο λόγο φυσικά την απέραντη πατρίδα του την Αργεντινή. Αλλά και τη Βενεζουέλα, το Μιάμι, τη Γουατεμάλα, το Μεξικό, την Κούβα.

Τα ταξίδια αυτά πρόσφεραν στον Τσέ τη δυνατότητα να γνωρίσει καλά – καλά τη Λατινική Αμερική όχι μόνο γεωγραφικά, μα εθνικιστικά. Διαπίστωσε πώς οι χώρες αυτές αποτελούν στην ουσία μια ενότητα. Πώς τις χωρίζουν πλαστά σύνορα, ενώ τις ενώνουν οι κοινές τύχες τους. Παντού συνάντησε την ίδια αθλιότητα, την ίδια γύμνια, την ίδια εκμετάλλευση. Εθνικιστικά δεν συναντούσε χτυπητές διαφορές. Μέσα του σιγά – σιγά καλλιεργούνταν η συναίσθηση πως είναι Λατινοαμερικάνος. Ούτε Αργεντίνος, ούτε Μεξικάνος, ούτε Βραζιλιάνος, ούτε Κουβανός… Και αξίζει να σημειωθεί πως η συναίσθηση αυτή, που ήταν επίκτητη, επαληθευόταν ακόμα και με τον τόνο της φωνής του και με την ομιλία του. Κανένας ακούοντάς τον δεν μπορούσε να καθορίσει με σιγουριά ποιάς χώρας είναι πολίτης. Δεν είχε η προφορά του ξεχωριστό χρωματισμό.

Η Επαναστατική του δράση αρχίζει

Μπορούμε να πούμε πώς η επαναστατική, αντάρτικη δράση του άρχισε από τη Γουατεμάλα. Εζησε από κοντά τα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης της χώρας αυτής, στη μεγίστη πλειοψηφία της δημοκρατικής, και τις εγκληματικές ενέργειες του στρατοκράτη Καστίλλο Αρμάς, που βοηθούμενος από τους Αμερικάνους, έπνιξε το ξεσήκωμα του λαού της Γουατεμάλας. Παρόμοια γεγονότα είχαν προηγηθεί στο Καρακάς. Η ψυχή του Γκουεβάρα έβλεπε, βασανιζόταν και αποθήκευε πικρίες και τύψεις. Αλλά στη Γουατεμάλα δεν είχε μείνει με δεμένα χέρια. Ολο το 1954 έζησε από πρώτο χέρι το δράμα της Γουατεμάλας. Αντάρτης, παράνομος, κυνηγημένος και καταζητούμενος. – Είχε ελπίσει και σε έγκαιρη αποστολή όπλων, που δεν πραγματοποιήθηκε -. Οταν καταπνίγηκε κάθε λαϊκή αντίσταση, ο Τσέ πέρασε στο Μεξικό. Οχι βέβαια για να εγκαταλείψει τα όνειρά του, και να αλλάξει γραμμή πορείας, αλλά αντίθετα για να πλουτίσει τις γνώσεις του και να συμπληρώσει τις ελλείψεις του, που η επαναστατική δράση του στη Γουατεμάλα του τις είχε αποκαλύψει. Στο Μεξικό με μια ομάδα συναγωνιστών επιδόθηκε σε εντατικές στρατιωτικές ασκήσεις. Μέσα σε αυστηρή συνωμοτικότητα και παρανομία ασκούνταν στη σκοποβολή, στη χρήση ποικίλων όπλων κλπ., προετοιμάζοντας ένα μελλοντικό αντάρτικο. Εκεί, στο Μεξικό, εντελώς τυχαία και απρόσμανα, έγινε η πρώτη συνάντηση των δύο μεγάλων: Του Τσέ και του Φιντέλ Κάστρο. Υπάρχουν τέτοιες καταπληκτικές συμπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων, που μοιάζουν μ΄ ενσυνείδητες επεμβάσεις μυστικών δυνάμεων.

Ο ίδιος ο Τσέ στα απομνημονεύματά του, έτσι περιγράφει το πρώτο αντάμωμά του με τον Φιντέλ Κάστρο: «Εκείνος που σας γράφει αυτές τις γραμμές, μπερδεμένος και παρασυρμένος από τα κύματα των κοινωνικών κινημάτων που συνταράσσουν την Αμερική, είχε την ευκαιρία να συναντήσει, γι΄ αυτές τις ίδιες αιτίες, έναν άλλο Αμερικάνο εξόριστο, τον Φιντέλ Κάστρο… Εκαμα τη γνωριμία του σε μια από εκείνες τις παγωμένες μεξικάνικες νύχτες, και θυμούμαι πώς οι πρώτες μας κουβέντες περιστράφηκαν γύρω από τη διεθνή πολιτική κατάσταση. Τις πρωϊνές ώρες ήμουνα ήδη μέλος του μελλοντικού εκστρατευτικού σώματος… Αξιζε τον κόπο να πεθάνει κανείς σε μια ξένη ακτή για ένα ιδανικό τόσο αγνό…».
Κείνη την βραδυά που ανταμώθηκαν απλά, φιλικά, ανυποψίαστα οι δυό αυτοί ήλιοι της επανάστασης, σε μιά τρίτη χώρα, είχε παιχθεί και νικήσει η τύχη της Κούβας. Αφηνε πίσω του τη μαύρη διακυβέρνηση του Περόν και περνούσε στην Κούβα, όπου δίπλα – δίπλα με τον Φιντέλ Κάστρο έμελλε να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην απελευθέρωσή της. Η ριψοκίνδυνη έφεση, για επαναστατική δράση στην Κούβα, αποφασίστηκε, καταστρώθηκε και ετοιμάστηκε με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες στο Μεξικό. Και στα τέλη του 1956 ογδόντα δύο άνδρες, που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Φιντέλ Κάστρο και, υπό τις διαταγές του, ο Τσέ και ο Καμίλλο Σιενφουέγκος, κάνουν την απόβαση στο Γράμνα.

Η Κούβα από τον Μάρτη του 1952 στέναζε κάτω από το ζυγό του δικτάτορα Μπατίστα, που δεν ήτανε δά οι πρώτες βαρειές αλυσσίδες που γνώριζε. Ο Τσέ στο βιβλίο του » Η επανάσταση της Κούβας» δίνει σε μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση σειρά δικτατοριών και δικτατόρων που μέσα στα γρανάζια τους δεινοπαθούσε επί χρόνια η Κούβα. Και στον καιρό που γίνηκε η απόβαση, δεν ζούσε μόνο η Κούβα κάτω από αμερικάνικης έμπνευσης και στήριξης απολυταρχισμό. Στη Γουατεμάλα, όπως ειπώθηκε, είχε καταπνιγεί το 1954 το επαναστατικό κίνημα. Στο Καράκας, στο Μεξικό τα ίδια. Μα η ελπίδα και το φως ζούσε άσβηστο στις καρδιές των επαναστατών.

Η Απόβαση του Γκράνμα. Στις δύο από τα μεσάνυχτα της 25ης του Νοέμβρη του 1956 ογδόντα δύο άντρες αποπλέανε από το Μεξικό για το νησί της Κούβας. Παράνομοι, μπαρουτοκαπνισμένοι, γλυτωμένοι από τρίχα από τις φυλακές και τις επικήρυξες, άφηναν πίσω τους τι μεξικάνικη ακτή. Είχαν μελετήσει, ναί, τις λεπτομέρειες, μα ποιός μπορεί σε τέτοιο εγχείρημα να ξέρει εκ των προτέρων τι του επιφυλάσσει ο αιματοπότης εχθρός και τι η αθώα μα ασύνειδη φύση; Η νύχτα ήταν κατασκότεινη και η θάλασσα ταραγμένη. Το «σαπιοκάραβό μας» έτσι το αποκαλεί ο Τσέ στο ημερολόγιό του, πάλευε με τα κύματα, ενώ το πλήρωμά του, άμαθο σε ναυσιπλοϊες – οι περισσότεροι ταξίδευαν για πρώτη φορά -, πάλευαν με τη ναυτία, τη ζάλη, τους εμετούς. Το βάσανό τους κράτησε μέρες επτά! Στο διάστημα του ταξιδιού, μέσα στη ζάλη και την εξάντληση, είχαν πάρει μια μεγάλη χαρά. Το ραδιόφωνο της Κούβας ανάγγελνε πώς ξέσπασαν ταραχές στο Σαντιάγκο της Κούβας. Αυτό κάπως τους τόνωσε. Γιατί το χτύπημα αυτό ήταν παρακλάδι της δικής τους ενέργειας. Το είχε οργανώσει ο ανδρείος σύντροφός τους, Φράνκ Πάις, για να φέρει αντιπερισπασμό στο σχέδιο τους απόβασης.

Στην Κούβα αποβιβάστηκαν στις 2 του Δεκέμβρη του 1956, σε μια περιοχή που λέγεται Μπελίκ. Η απόβαση πέρασε στην ιστορία της Κούβας σαν απόβαση του Γκράνμα. Ο Φιντέλ Κάστρο είχε δηλώσει ξεκινώντας για την Κούβα, πώς μέσα στο 1956 και πρωτού βγεί ο χρόνος «θα είμαστε ή λεύτεροι ή μάρτυρες». Είχε μάλιστα εκμεταλλευτεί τη δήλωση αυτή του Κάστρο το φερέφωνο του Μπατίστα, που επαναλάβαινε τα λόγια του Κάστρο με πολλή ειρωνία. Ο Κάστρο, βέβαια, εννοούσε πως ή θα έχουμε ελευθεώσει την Κούβα, ή θα έχουμε θυσιαστεί, σκοτωθεί, για να μπούμε με τη σειρά μας στο μαρτυρολόγιο των ηρώων. Σήμερα διαβάζοντας τα απομνημονεύματα του Τσέ, λέμε πώς η φράση του Φιντέλ Κάστρο επαληθεύτηκε στο ακέραιο, χωρίς το διαζευτικό ή. Εγιναν και λεύτεροι και μάρτυρες. Τα δεινά που γνώρισε κείνη η ομάδα των απελευθερωτών, ξεπερνούν κάθε φρικιαστική εικόνα βασάνων. Ολοένα να αποδεκατίζονται και ολοένα να λιγοστεύουν. Από τραυματισμούς εχθρικών επιθέσεων, από κακουχίες που κανένας ανθρώπινος οργανισμός δεν θα ήταν ικανός να τις αντιπαλαίψει. Βάδιζαν σε αιχμηρά βράχια και σε βάλτους, με πόδια ήδη πληγιασμένα και πρησμένα, ξυπόλυτοι, σε τέτοια πόδια πώς να χωρούσαν παπούτσια, ενώ πάνω κι από τα εχθρικά βόλια κι από την πείνα τους βασάνιζε η αβάσταχτη δίψα. Κι όμως δεν τόβαζαν κάτω. Η επιμονή, η πίστη, η αυταπάρνηση αλλά πάνω απόλα η περιφρόνηση στο θάνατο, άρχισαν σιγά – σιγά να πληθαίνουν τους ολιγοστεμένους. Τα επιτυχή χτυπήματα ακολουθούσαν το ένα το άλλο. Οταν πιά φτάσανε στη δασώδη περιοχή της Σιέρρα Μαέστρα, τότε, λέει ο Τσέ, μπορούσε πιά κανένας να μιλάει για πραγματικό αντάρτικο. Δεν τους βασάνιζε πιά η δίψα. Οι χωρικοί άρχισαν να ξεφοβούνται και να τους προμηθεύουν ότι είχαν. Τώρα όλο και πλήθαιναν, ενώ ο οπλισμός τους, που είχε κατεβεί στο μηδέν, πλουτιζόταν με όπλα, με σφαίρες, με βαρύ οπλισμό, με αυτόματα… Και στις ώρες της ανάπαυλας οι γραμματισμένοι μάθαιναν γράμματα στους αγράμματους.

Η κατάληψη της Κούβας ολοκληρώθηκε στα τέλη του Δεκέμβρη του 1958. Την Πρωτοχρονιά του 1959 το επαναστατικο κίνημα του Τσέ και του Κάστρο είχε επικρατήσει. Το γεγονός αυτό, που έκλεινε με τη μάχη της Σάντα Κλάρα, ήτανε το καλύτερο δώρο που η ζωή έκανε στους επαναστάτες και οι επαναστάτες στην πολύπαθη Κούβα.

Η επικράτηση όμως της επανάστασης ήταν μόνο η μια πλευρά της επιτυχίας. Αναγγέλθηκε βέβαια η συγκρότηση και η επιβολή της νέας κυβέρνησης και το διώξιμο του Μπατίστα. Αλλά, όπως μας λέει σε βιβλία του ο Τσέ, η δεύτερη φάση, ύστερα από μια επανάσταση, είναι η δύσκολη. Και πού απ΄ αυτήν θα εξαρτηθεί τελικά και η ομαλή πορεία της ανατροπής. Με την επικράτηση της επανάστασης και την εγκατάσταση της επαναστατικής κυβέρνησης είχε επιτευχθεί μόνο η πολιτική ελευθερία της Κούβας. Για να γίνει όμως λόγος για αληθινή λευτεριά μιας χώρας πρέπει την πολιτική λευτεριά να ακολουθήσει η οικονομική ανεξαρτησία. Αυτό το ξέρουν όλοι οι λαοί κι όλοι οι κυβερνήτες. Μα απ΄ όλους καλύτερα το ξέρουν οι αποικιοκράτες, τα αφεντικά. Αυτοί που έχουν γίνει ξεφτέρια στους τρόπους υποδούλωσης των λαών. Oι Αμερικάνοι δυνάστες έβαλαν σε εφαρμογή αμέσως δύο φοβερά μέτρα. Επαψαν ν΄ αγοράζουν το μοναδικό προϊόν της Κούβας, τη ζάχαρη. Και δεύτερο αρνούνταν να παρέχουν πετρέλαιο από τα διυλιστήριά τους, τα εγκαταστημένα στο νησί, αν δεν συμμορφωνόντουσαν στους όρους που αυτοί απαιτούσαν. Δυσκόλεψε η ζωή πολύ στην Κούβα μετά την επανάσταση. Ο δέ λαός, άμαθος, ακαλλιέργητος, και ανίκανος να δεί τα αίτια της κακοδαιμονίας του, έκανε άστοχες συγκρίσεις, βρίσκοντας χειρότερες τις συνθήκες διαβίωσής του με την αλλαγή του καθεστώτος. Ισως σε άλλους καιρούς η οικονομία της Κούβας να γονάτιζε. Τώρα όμως ο σοσιαλισμός είχε επικρατήσει σε πολλές χώρες και η βασική αρετή του σοσιαλισμού, η διεθνιστική αλληλεγγύη, έδρασε ευεργετικά και στην παρούσα περίπτωση. Η Σοβιετική Ενωση έγινε ο αγοραστής της ζάχαρης και η Σοβιετική Ενωση έδωσε λύση στα κουβανέζικα πετρέλαια. Η Κούβα θαρραλέα, απερίφραστα, μια κι έξω, εθνικοποίησε τα αμερικάνικα διυλιστήρια, που ήσαν στο έδαφός της, και πετρέλαιο προμηθευόταν τώρα από σοσιαλιστικές χώρες. Η αμερικάνικη δυναστεία απαιτούσε από την Κούβα, να προμηθεύεται το πετρέλαιο από δικούς της προμηθευτές. Για τη νέα μορφή που έπαιρνε μετά την επανάσταση η οικονομία της Κούβας πολλά μας εξιστορεί ο Τσέ στα βιβλία του. Στην αρχή, μας λέει, ειλικρινά δίχως την παραμικρή πρόθεση συγκάλυψης ότι κάναμε ήτανε απάντηση στα μέτρα που παίρνανε εναντίον μας οι Βορειοαμερικανοί. Επιτίθενταν αυτοί με σκληρότητα για να μας εξοντώσουν, έπαιρνε και η επαναστατική κυβέρνηση ότι αποφάσεις μπορούσε, για να αντιπαλαίψει την επίθεση. Τίποτε δεν ήτανε προμελετημένο. Ετσι καθαυτό πρώτο νόμο που εξαγγείλαμε, νόμο της επανάστασης, ήταν ο νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση.

Τον πρώτο καιρό, μόλις ξέσπασε η επανάσταση, οι Βορειοαμερικανοί άρχισαν με ένα επίμονο συκοφαντικό δημοσιογραφικό πόλεμο. Τον συνέχισαν με επίσημες δηλώσεις και απειλές, ώσπου κατάληξαν στις αποφάσεις του αποκλεισμού και της φυσικής εξόντωσης του λαού. Τελευταία ακολούθησαν τα μέτρα για τη ζάχαρη και το πετρέλαιο… Τότε ήρθαν σε βοήθεια της επανάστασης η Σοβιετική Ενωση και οι λαϊκές μάζες της Κούβας. Οι μεγαλοαστοί, το μεγάλο κεφάλαιο, που τα συμφέροντά τους και τα πεπρωμένα τους ήσαν αλληλένδετα με τα συμφέροντα των Ενωμένων Πολιτειών, αφού στην αρχή για κάμποσον καιρό στάθηκαν στο περιθώριο σε στάση αναμονής, ύστερα εκδηλώθηκαν ανοιχτά εχθροί της επανάστασης. Τότε η Κούβα στο μεταίχμιο ή να χαθεί κάτω από τη σκληρή μεταχείρηση των Αμερικάνων ή να ριζώσει, κινήθηκε με δραστικά μέτρα και ρίζωσε.

Οι κοινωνιολόγοι σ΄ όλον τον κόσμο, που τους αρέσουν οι γενικότητες και οι αποφθεγματικοί τόνοι, δήλωναν πως η επανάσταση της Κούβας ήτανε επανάσταση κομμουνιστική. Οι επαναστάτες όμως ξεκινώντας για την απελευθέρωση της Κούβας, δεν είχαν μπροστά τους κανένα υπόδειγμα. Ο Τσέ, βέβαια, είχε μελετήσει όλη τη θεωρία του μαρξισμού, όλα τα έργα του Λένιν, ήταν βαθύς γνώστης των κοινωνικών μετασχηματισμών, που απορρέουν από μια εκ βάθρων ανατροπή, αλλά η θεωρία από την πράξη απέχει παρασάγγας. Τα γεγονότα, μας λέει ο Τσέ, και οι επιθέσεις του εχθρού κανόνιζαν την πορεία μας. Οι επαναστάτες ακολουθούσαν τη διαδικασία που τους επέβαλαν τα πράγματα. Τελικά οι εξελίξεις του αγώνα, ας προχωρούσαν στην αρχή στην τύχη, ήρθαν να επαληθεύσουν τη μαρξιστική θεωρία. Ο κοινωνιολόγος Ρομπέρ Μερτόν πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει την ιδεολογία της Κουβανέζικης επανάστασης σαν «Προφητεία που πραγματοποιήθηκε αφ΄ εαυτής».

Και ο Τσέ στις 28 Ιουλίου του 1960 στο λόγο του στο Συνέδριο της Νεολαίας, που συγκλήθηκε στην Αβάνα, είπε: «…αν με ρωτήσουν αν τούτη η επανάσταση, που την παρακολουθείτε να εξελίσσετε μπρος στα μάτια σας, είναι κομμουνιστική…θάπρεπε να πω πώς τούτη η επανάσταση, στην περίπτωση που θα ήταν μαρξιστική – σας το ξαναλέω, μαρξιστική -, θα ήτανε, γιατί αυτή η ίδια ανακάλυψε, με τις δικές της πιά μέθοδες, τους δρόμους που είχε υποδείξει ο Μάρξ». Αλλά πάνω σ΄ αυτό ο Τσέ λέει και κάτι άλλο, σχετικά δηλαδή με τον μαρξισμό, πολύ διαφωτιστικό «…Οφείλουμε, λέει, να είμαστε μαρξιστές με την ίδια φυσικότητα που είμαστε «Νευτονικοί» (όπως δηλαδή πιστεύουμε στο νόμο του Νεύτωνα για την έλξη της γής, που κανείς πια δεν την αμφισβητεί), ή «Παστερικοί» (όπως δηλαδή πιστεύουμε στην ανακάλυψη των μικροβίων και τον Παστέρ, που κανείς πια δεν ανφισβητεί την ύπαρξή τους). Ο Νεύτων ανακάλυψε ένα φυσικό νόμο, ο Παστέρ ένα νόμο της βιολογίας, ο Μάρξ ανακάλυψε ένα νόμο των κοινωνικών εξελίξεων, που κανείς πιά δε μπορεί να τον θέσει υπό συζήτηση». Ο Τσέ και ως θεωρητικός της επανάστασης με τα άρθρα του, με τους λόγους του, αναδείχτηκε βαθύς γνώστης των κοινωνικών νόμων. Σ΄ αυτό συντελούσε τόσο ο μορφωτικός του εξοπλισμός όσο και η έμφυτη οξυδέρκεια και διορατικότητα. Ολα τα προβλήματα που ανακύπτανε, όλα τα ζητήματα που η πορεία της επανάστασης έφερνε στην επιφάνεια, και για τα οποία επεβάλλονταν μια άμεση λύση, ο Τσέ τα εξέταζε, τα μελετούσε κι έπαιρνε τη δέουσα ξεκάθαρη θέση. Στις 8 του Οχτώβρη του 1960 στις «Σημειώσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας της Κουβανέζικης Επανάστασης» αναλύει με καταπληκτική σαφήνεια όλο το πολιτικό – οικονομικό προτσές της επανάστασης. Οι γνώμες που εξέφραζε κατά καιρούς πέρασαν στο στόμα του λαού και των θαυμαστών του σαν γνωμικά και σαν αξεπέραστες αλήθειες.
«… Είναι πιό ευχάριστο και πιο εποικοδομητικό να ζεί κανείς την πείρα της επανάστασης, παρά να γράφει γι΄ αυτήν…».
«… Η Επανάσταση της Κούβας δεν είναι παρά ένα μικρό κεφάλαιο της μιάς κι αδιαίρετης επανάστασης…».
«… Ο Επαναστάτης ζεί μέσα στους κόλπους του κόμματός του, που είναι η ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης. Και αναλίσκεται μέσα στην κομματική δράση, που συνεχίζεται δίχως διακοπή ώς το θάνατό του. Εκτός εάν η οικοδόμηση του σοσιαλισμού έχει πιά αγγαλιάσει όλον τον κόσμο…».
Ο Τσέ ανάλυσε με βαθειά γνώση του θέματος το κεφάλαιο το αναφερόμενο στα κίνητρα της επαναστατικής δράσης. Τα υλικά και τα ηθικά. Και δίνει την τόσο ορθή διατύπωση, πώς βέβαια τα υλικά κίνητρα είναι ισχυρά, αλλά δε θα τους δώσουμε ποτέ την πρώτη θέση οικοδομώντας το σοσιαλισμό. Και πάνω σ΄ αυτό κάνει ιδιαίτερο λόγο για τον «Νέο Ανθρωπο» που πρέπει να δημιουργήσει η επανάσταση, που τη δράση του δεν θα την κανονίζουν τα ίδια κίνητρα που μπαίνουν σε ενέργεια στον καπιταλιστικό κόσμο… Εχει κάμει ο Τσέ πολύ λόγο και για το νόμο της αξίας, για τον κίνδυνο της γραφειοκρατίας, για το πώς αντιλαμβάνεται τα στελέχη της επανάστασης, ποιές είναι οι αρετές που πρέπει νάχει ο νέος κομμουνιστής. Πώς αντιλαμβάνεται τη σωστή συγκρότηση του κόμματος. Ολα, λέει, ο Τσέ, πρέπει να γίνουνται για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Αυτά τα επαναλαμβάνει και στο τελευταίο άρθρο του με τον τίτλο: «Ο Σοσιαλισμός και ο Ανθρωπος», που δημοσιεύτηκε όταν ο Τσέ είχε ήδη φύγει από την Κούβα.

* Το κείμενο της Έλλης Αλεξίου δημοσιεύθηκε στο «Πολιτικό Καφενείο», σε επιμέλεια του Παναγιώτη Βήχου.

Χοσέ Μαρτί (José Martí)

Ο Χοσέ Μαρτί, ποιητής και κορυφαίος μαχητής της Κουβανικής ανεξαρτησίας, είναι από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες της ιστορίας της Κούβας. Αποτέλεσε σημείο αναφοράς και έμπνευσης γιά τους ηγέτες της Επανάστασης στο νησί και ιδιαίτερα γιά τον Τσε Γκεβάρα και τον Φιντέλ Κάστρο. Γεννημένος το 1853 στην Αβάνα από ισπανούς γονείς, άρχιζε να δημοσιεύει ποίηματα του σε τοπικές εφημερίδες σε ηλικία μόλις 16 ετών. Το 1869, η υποστήριξη που παρείχε μέσω των γραπτών του στους ξεσηκωμένους κουβανούς ενάντια στο αποικιοκρατικό καθεστώς, τον έβαλε σε σοβαρά προβλήματα. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε έξι χρόνια καταναγκαστική εργασία γιά προδοσία και υποκίνηση ανταρσίας. Με παρέμβαση των γονιών του η ποινή του μειώθηκε, ο ίδιος όμως εξορίστηκε στην Ισπανία. Ευρισκόμενος στην Ευρώπη ο Μαρτί σπούδασε Νομικά συνεχίζοντας ταυτόχρονα να γράφει γιά την κατάσταση που επικρατούσε στην Κούβα. Κατά την ίδια περίοδο χρειάστηκε να χειρουργηθεί δύο φορές προκειμένου να διορθωθεί η βλάβη που είχαν υποστεί τα πόδια του από τις χειροπέδες των φυλακών.

Το 1875 πηγαίνει στο Μεξικό όπου ξαναβρίσκεται με την οικογένεια του. Μέσα σε δύο χρόνια δημοσίευσε μεγάλο αριθμό ποιημάτων, όπως επίσης μεταφράσεις αλλά και ένα δικό του θεατρικό έργο το οποίο παίχτηκε σε θέατρο του Μεξικού. Επέστρεψε στην Κούβα το 1877 έχοντας αλλάξει το όνομα του αλλά έμεινε λιγότερο από ένα μήνα πριν φύγει γιά τη Γουατεμάλα, μέσω Μεξικού. Εκεί βρήκε δουλειά ως καθηγητής Φιλολογίας και παντρεύτηκε την Κάρμεν Ζάγιας Μπαζάν. Στη θέση του καθηγητή έμεινε ένα χρόνο καθώς παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος γιά την άδικη απόλυση ενός συναδέλφου και συμπατριώτη του από το ίδιο τμήμα. Έτσι, επέστρεψε και πάλι στην Κούβα όπου συνέχισε να δουλεύει ως καθηγητής. Όχι όμως γιά πολύ, μιάς και κατηγορήθηκε από τις αρχές γιά συνωμοσία εναντίον της ισπανικής αποικιοκρατίας και ξαναεξορίστηκε στην Ισπανία. Από εκεί έφυγε γιά τη Νέα Υόρκη.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Μαρτί αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγικός. Υπηρέτησε ως Πρόξενος της Ουρουγουάης, της Παραγουάης και της Αργεντινής, έγραψε άρθρα τόσο στον τοπικό Τύπο όσο και σε εφημερίδες χωρών της Λατινικής Αμερικής λειτουργώντας άτυπα ως ανταποκριτής. Την ίδια περίοδο έγραψε κάποια απ’ τα σημαντικότερα του ποίηματα ενώ προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ενισχύσει το κίνημα ανεξαρτησίας στην Κούβα που ολοένα και δυνάμωνε. Το 1895 μαζί με μιά ομάδα εξόριστων κουβανών, υπό την αρχηγία του Μάξιμο Γκόμεζ, αποβιβάζεται στο νησί και παίρνει μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Κατά τη διάρκεια του ανταρτοπόλεμου ο Μαρτί σκοτώνεται ηρωικά χωρίς να προλάβει να δεί τη χώρα του να απελευθερώνεται από τα δεσμά της ισπανικής αποικιοκρατίας, κάτι που συνέβη το 1902.

Η ηρωοποίηση του Χοσέ Μαρτί στα μάτια των επόμενω γενεών συνέβη όχι γιατί ήταν κάποιος πολεμιστής, στρατιωτικός η πολιτικός, αλλά διότι αφιέρωσε τη ζωή του γιά το σκοπό της κουβανικής ανεξαρτησίας. Δεν έμεινε στην ιστορία γιά στρατηγικές ικανότητες ή πολεμικές αρετές, αλλά γιά το γεγονός ότι στο επίκεντρο όλων του των γραπτών – και εν των γένει πνευματικών κληροδοτημάτων – υπήρχε η δίψα γιά απελευθέρωση της Κούβας από τους αποικιοκράτες. Το ποιητικό και συγγραφικό του έργο αποτέλεσε το πνευματικό έναυσμα γιά τη φλόγα του απελευθερωτικού αγώνα και γι’ αυτό ο Μαρτί εορτάζεται μέχρι και σήμερα στην Κούβα ως ο Εθνικός Ποιητής του νησιού.

Στα συγγράματα τους, τόσο ο Ερνέστο Γκεβάρα όσο και ο Φιντέλ Κάστρο (όπως και άλλα στελέχη της μετέπειτα Επανάστασης), αναφέρονται στο Χοσέ Μαρτί ως πηγή έμπνευσης και επαναστατικού πνεύματος. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στον πατριώτη και ποιητή, η Κουβανική κυβέρνηση έδωσε το όνομα του στο διεθνές αεροδρόμιο της Αβάνας, μετονομάζοντας το από Ράνκο-Μπογιέρος σε «Χοσέ Μαρτί».

Φιντέλ Κάστρο (Fidel Castro)

Φιντέλ ο επαναστάτης, ο κομαντάντε, ο ασυμβίβαστος. Ο Ηγέτης. Η ζωή του Φιδέλ Αλεχάνδρο Κάστρο Ρουζ, όπως είναι το πλήρες όνομα του, συνοψίζει τους αγώνες ενός ολόκληρου λαού γιά ελευθερία, ανεξαρτησία και εθνική αξιοπρέπεια. Γεννημένος στο Μπιράν, μιά κωμόπολη στη νοτιοανατολική Κούβα, στις 13 Αυγούστου 1926 ο Φιντέλ ήταν το τρίτο παιδί του Ανχέλ Κάστρο και της Λίνα Ρουζ Γκονζάλες.

Χαρισματικός αλλά μη επιμελής μαθητής, ο Φιντέλ τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Κολλέγιο του Μπελέν, ένα σχολείο Ιησουϊτών στην Αβάνα. Στα τέλη του 1945 εισάγεται στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της κουβανικής πρωτεύουσας και σύντομα αναμειγνύεται με τα τοπικά φοιτητικά ζητήματα της εποχής. Η πρώτη του επαφή με την πολιτική γίνεται στα χρόνια του πανεπιστημίου, όταν και εναντιώνεται στις οργανωμένες συμμορίες φοιτητών που δρούσαν ανεξέλεγκτα έχοντας τη στήριξη ανώτερων αξιωματούχων της τότε κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Φιντέλ αποπειράται, χωρίς επιτυχία, να δολοφονήσει τον Ρολάντο Μασφερέρ, ηγέτη ενός εκ των τρομοκρατικών ομάδων που προστάτευαν το καθεστώς του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Το 1947 είναι γιά το Φιντέλ χρονιά “βαπτίσματος” στο επαναστατικό κίνημα: ταξιδεύει στη Δομινικανή Δημοκρατία προκειμένου να συμμετάσχει σε μια εκστρατεία με στόχο την ανατροπή του δικτάτορα Ραφαέλ Τρουχίγιο. Το πραξικόπημα απέτυχε πριν καν ξεκινήσει, αλλά ο Κάστρο δεν απογοήτευτηκε – αντιθέτως, η δίψα του για ανατροπή του ιμπεριαλισμού και των ανισοτήτων στη Λατινική Αμερική μεγάλωσε. Ένα χρόνο αργότερο, το 1948, παίρνει μέρος στο “Μπογκοτάσο” (Bogotazo), την περιώνυμη λαϊκή εξέγερση που έλαβε χώρα στην Κολομβία έπειτα από τη δολοφονία του φιλελεύθερου ηγέτη Χόρχε Γκαϊτάν. Tην ίδια χρονιά παντρεύεται τη Μίρτα Ντίαζ Μπαλάρντ, κόρη εύπορης οικογένειας από την πρωτεύουσα, με την οποία αποκτά ένα γιό, το Φιντελίτο.

Αργότερα αναμειγνύεται στο επαναστατικό κίνημα κατά της κουβανικής δικτατορίας και παίρνει ενεργά μέρος στην ένοπλη επίθεση κατά του στρατοπέδου της Μονκάδα στις 26 Ιουλίου 1953. Η μέρα αυτή στέκεται αφορμή γιά να ιδρύσει το «Κίνημα της 26ης Ιουλίου» (Μ-26-J) το οποίο, απο ‘δω και πέρα, θα ηγηθεί της προσπάθειας γιά απελευθέρωση της χώρας. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται γιά δύο χρόνια. Κατά τη διάρκεια της δίκης του  εκφωνεί την περίφημη φράση “Καταδικάστε με! Δεν έχει σημασία. Η ιστορία θα με δικαιώσει”. Το 1955 αποφυλακίζετα και μεταβαίνει στο Μεξικό, όπου σχεδιάζει την προετοιμασία ένοπλου αντάρτικου κινήματος με σκοπό την πτώση της δικτατορίας Μπατίστα. Ταυτόχρονα λήγει η σχέση του με τη Ντίαζ-Μπαλάρντ από την οποία παίρνει διαζύγιο.

Τον Δεκέμβριο του 1956 αποβίβαζεται, μαζί με άλλους 80 συντρόφους, στο πλοιάριο “Γκράνμα” που θα τους πήγαινε στις κουβανικές ακτές. Στο πλήρωμα μετέχει και ένας αργεντίνος γιατρός, ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, τον οποίο ο Κάστρο είχε πρωτοσυναντήσει στην Πόλη του Μεξικού, έπειτα από σύσταση του αδελφού του Ραούλ. Έπειτα από αλλεπάληλες συγκρούσεις με τον στρατό του Μπατίστα και έχοντας χάσει 11 συντρόφους, οι κουβανοί επαναστάτες καταφέρνουν να φτάσουν στην οροσειρά Σιέρρα Μαέστρα της επαρχίας Ορίεντε, στη νότια Κούβα. Από εκεί ξεκινάνε έναν ασταμάτητο ανταρτοπόλεμο κατά των δυνάμεων του Μπατίστα, το καθεστώς του οποίου αρχίζει σταδιακά να χάνει δύναμη στην περιφέρεια. Ο Φιντέλ είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του επαναστατικού αγώνα και αποκτά διεθνή φήμη, όταν τον Φεβρουάριο του 1957 δημοσιεύεται στους New York Times η συνέντευξη του στον ανταποκριτή της εφημερίδας Χέρμπερτ Μάθιους.

Την 1η Ιανουαρίου 1959 ο Φιντέλ εισέρχεται θριαμβευτής στην Αβάνα, απελευθερώνοντας από τα δεσμά της αμερικανοκίνητης δικτατορίας έναν ολόκληρο λαό. Η επαναστατική κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του Κάστρο, αναλαμβάνει τα ηνία της Κούβας, ο αδελφός του Φιντέλ, Ραούλ, ορίζεται επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Το Νοέμβριο του 1960 μεταβαίνει στη Νέα Υόρκη όπου δίνει βαρυσήμαντη ομιλία στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1961, ο Φιντέλ αναχαιτίζει επιτυχώς την επιχείρηση κουβανών μισθοφόρων και του αμερικανικού στρατού να εισβάλλουν στη χώρα από τον λεγόμενο Κόλπο των Χοίρων (Bay of the Pigs). Τον Οκτώβριο του 1962 οι κουβανο-αμερικανικές σχέσεις φτάνουν στο ναδίρ, με αφορμή την πρόθεση της Σοβιετικής Ένωσης να εγκαταστήσει πυρηνικά όπλα στο έδαφος της Κούβας. Ο Κάστρο δεν πτοείται από την επιθετικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και συνεχίζει να παρέχει υποστήριξη σε επαναστατικά, αντι-ιμπεριαλιστικά, κινήματα άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής. Τον Ιούλιο του 1967 ο Φιντέλ πρωτοστατεί στην ίδρυση του Λατινοαμερικάνικου Οργανισμού Αλληλεγγύης.

Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 ο Φιντέλ κυβερνά την Κούβα με σταθερότητα παρά τη μόνιμη εχθρότητα της Ουάσινγκτον, έχοντας εμφυσήσει στη νέα γενιά κουβανών την επαναστατική ιδεολογία. Το 1975 λαμβάνει χώρα η στρατιωτική ανάμειξη της Κούβας στην Ανγκόλα, με σκοπό την στήριξη του αριστερού απελευθερωτικού κινήματος  της χώρας ενάντια στην – υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ – εισβολή των δυνάμεων της Νότιας Αφρικής και του Ζαίρ. Ο Φιντέλ αποφασίζει να στηρίξει το λαό της Ανγκόλας και πάλι το 1988 ενάντια στην απειλή του νοτιοαφρικανικού στρατού του Άπαρτχαιντ και ισχυρές κουβανικές δυνάμεις πρωτοστατούν στη μάχη του Κουίτο Κουαναβάλε που διήρκησε σχεδόν τρείς μήνες.

Το 1996 ο κουβανός ηγέτης επισκέπεται τις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1998 υποδέχεται στην Αβάνα τον Πάπα Ιωάννη Παύλο ΙΙ. Αντιμετωπίζοντας αυξανόμενα προβλήματα υγείας, σε ηλικία 80 ετών, παραδίδει τη σκυτάλλη της εξουσίας στον αδελφό του Ραούλ τον Ιούλιο του 2006. Παραμένει ωστόσο τακτικός δημόσιος σχολιαστής των γεγονότων, μέσω της στήλης του στη Γκράνμα γνωστής ως «Reflexiones de Fidel», με καθοριστική επιρροή στην κουβανική πολιτική.

(Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)

Message à la Tricontinentale

«C’est l’heure des brasiers, et il ne faut voir que la lumière».
José Marti

Vingt et un ans se sont déjà écoulés depuis la fin du dernier conflit mondial, et diverses publications, dans un grand nombre de langues, célèbrent l’événement symbolisé par la défaite du Japon. Il règne une atmosphère d’optimisme apparent dans de nombreux secteurs des camps dissemblables qui divisent le monde.

Vingt et ans sans guerre mondiale, en ces temps de suprêmes affrontements, de chocs violents et de brusques changements, cela paraît long. Mais sans analyser les résultats pratiques de cette paix pour laquelle nous sommes tous disposés à lutter(la misère, la déchéance, l’exploitation de plus en plus grande d’énormes secteurs du monde), il convient de se demander si cette paix est réelle.

Ces notes ne prétendent pas faire l’historique des divers conflits de caractère local qui se sont succédé depuis la reddition du Japon ; notre tâche n’est pas non plus de dresser le lourd bilan croissant des luttes civiles qui se sont déroulées au cours de ces années de prétendue paix. Il nous suffit d’opposer à cette optimisme démesuré les exemples des guerres de Corée et du Vietnam.

Dans la première, après des années de lutte sauvage, la partie nord du pays a été l’objet de dévastation la plus terrible des annales de la guerre moderne ; criblée de bombes ; sans usines, sans écoles et sans hôpitaux, sans aucun abri pour dix millions d’habitants.

Dans la guerre de Corée, sous le drapeau déloyal des Nations Unies, sont intervenus des dizaines de pays sous la conduite militaire des Etats-Unis, avec la participation massive des soldats américains, et m’emploi de la population sud-coréenne enrôlée comme chair à canon.

Dans le camp adverse, l’arme et le peuple de Corée et les volontaires de la République populaire de Chine étaient ravitaillés et assistés par l’appareil militaire soviétique. Du côté américain, on s’est livré à toutes sortes d’ essais d’armes de destruction : si les armes thermonucléaires ont été exclues, les armes bactériologiques et chimiques ont été utilisées à échelle réduite.

Au Vietnam se sont succédé des actions de guerre, menées presque sans interruption par les forces patriotiques, contre trois puissances impérialistes : le Japon, ont la puissance devait subir une chute verticale après les bombes d’Hiroshima et de Nagasaki ; la France, qui récupéra sur ce pays vaincu ses colonies indochinoises et ignora les promesses faites dans les moments difficiles ; et les Etats Unis, à cette dernière étape de la lutte.

Sur touts les continents il y a eu des affrontements limités, encore que sur le continent américain il ne s’est produit pendant longtemps que des tentatives de lutte de libération et des coups d’état, jusqu’au moment où la Révolution cubaine sonna le clairon d’alarme sur l’importance de cette région et provoqua la rage des impérialistes, ce qui l’obligea à défendre ses côtes, d’abord ) Playa Giron, et ensuite pendant la crise d’Octobre.

Ce dernier incident aurait pu provoquer une guerre aux proportions incalculables, à cause de l’affrontement entre Américains et Soviétiques à propos de Cuba.

Mais évidemment, le foyer des concentrations, en ce moment dans les territoires de la péninsule indochinoise et dans les pays voisins. Le Laos et le Vietnam sont secoués par des guerres civiles, qui cessent d’être telles dès l’instant où l’impérialisme américain est présent, avec toute sa puissance ; et toute la zone devient un dangereux détonateur prêt à exploser.

Au Vietnam, l’affrontement a pris une extrême acuité. Nous n’avons pas non plus l’intention de faire l’historique de cette guerre. Nous signalerons simplement quelques points de repère.

En 1954, après la défaite écrasante de Dien-Bien-Phu, on signa les accords de Genève, qui divisaient la pays en deux zones et stipulaient que des élections interviendraient dans les dix-huit mois pour décider qui devait gouverner le Viet-nam et comment le pays se réunifierait. Les Américains ne signèrent pas ce document et commencèrent à manœuvrer pour remplacer l’empereur Bao Dai, fantoche français, par un homme répondant à leurs intentions. Ce fut Ngo Dinh de l’orange pressée par l’impérialisme. L’optimisme régna dans le camp des forces populaires durant les mois qui suivirent la signature des accords de Genève. On démantela au sud du pays les dispositifs de la lutte anti-française et on s’attendait à l’exécution du pacte. Mais les patriotes ne tardèrent pas à comprendre qu’il n’y aurait pas d’élections à moins que les Etats-Unis se sentent à même d’imposer leur volonté aux urnes, ce qui ne pouvait pas se produire, même s’ils avaient recours à toutes les formes de fraude dont ils ont le secret.

Les luttes reprirent de nouveau au sud du pays, et devinrent de plus en plus intenses, jusqu’au moment actuel où l’armée américaine est composée de près d’un demi-million d’envahisseurs, tandis que les forces fantoches diminuent et perdent totalement leur combativité.

Il y a près de deux ans que les Américains ont commencé le bombardement systématique de la République démocratique du Vietnam dans une nouvelle tentative pour freiner la combativité du Sud et lui imposer une conférence à partir d’une position de force. Au début, les bombardements étaient plus ou moins isolés et prétextaient des représailles contre de prétendues provocations du Nord. Par la suite, ces bombardements augmentèrent d’intensité, devinrent méthodiques jusqu’à transformer en une gigantesque battue réalisée par les unités aériennes des Etats-Unis, jour après jour, dans le but de détruire tout vestige de civilisation dans la zone septentrionale du pays. C’est l’un des épisodes de la tristement célèbre escalade.

Les objectifs matériels du monde yankee ont été pour la plupart atteints malgré la résistance résolue des unités anti-aériennes du Vietnam, malgré les 1700 avions abattus et malgré l’aide du camp socialiste en matériel de guerre.

Il y a une pénible réalité : le Vietnam, cette nation qui incarne les aspirations, les espérances de victoire de tout un monde oublié, est tragiquement seul.

La solidarité du monde progressiste avec le peuple du Vietnam ressemble à l’ironie amère qui signifiait l’encouragement de la plèbe pour les gladiateurs du cirque romain.

Il ne s’agit pas de souhaiter le succès à la victime de l’agression, mais de partager son sort, de l’accompagner dans la mort ou dans la victoire.

Si nous analysons la solitude vietnamienne, nous sommes saisis par l’angoisse de ce moment illogique de l’humanité.

L’impérialisme américain est coupable d’agression : ses crimes sont immenses et s’étendent au monde entier. Cela nous le savons, messieurs ! Mais ils sont aussi coupables ceux qui, à l’heure de la décision, ont hésité à faire du Vietnam une partie inviolable du territoire socialiste ; ils auraient effectivement couru les risques d’une guerre à l’échelle mondiale, mais ils auraient aussi obligé les impérialistes américains à se décider. Ils sont coupables ceux qui poursuivent une guerre d’insultes et de crocs-en-jambe, commencée il y a déjà longtemps par les représentants des deux plus grandes puissances du camp socialiste.

Posons la question pour obtenir une réponse honnête : Le Vietnam est-il oui ou non isolé, se livrant à des équilibres dangereux entre les deux puissances qui se querellent ?

Comme ce peuple est grand ! Comme il est stoïque ! Et quelle leçon sa lutte a représenté pour le monde !

Nous ne saurons pas avant longtemps si le président Johnson pensait sérieusement entreprendre certaines des réformes nécessaires à un peuple pour enlever leur acuité à des contradictions de classe qui se manifestent avec une force explosive et de plus en plus fréquemment. Ce qui est certain, c’est que les améliorations annoncées sous le titre pompeux de lutte pour la » grande société » sont tombées dans la bouche d’égout du Vietnam.

La plus grande puissance impérialiste éprouve dans ses entrailles la perte de sang provoquée par un pays pauvre et arriéré et sa fabuleuse économie se ressent de l’effort de guerre. Tuer cesse d’être le commerce le plus lucratif des monopoles. Tout ce que possèdent ces soldats merveilleux, rage à toute épreuve, ce sont des armes de défense, et encore en quantité insuffisante. Mais l’impérialisme s’enlise au Vietnam, il ne se trouve pas d’issue et cherche désespérément une voie qui lui permette d’éluder dignement le péril où il est pris. Mais les «Quatre Points» du Nord et les  «Cinq Points» du Sud le tenaillent, et rendent l’affrontement encore plus décidé.

Tout semble indiquer que la paix, cette paix précaire à laquelle on n’a donné ce nom que parce qu’aucun conflit mondial ne s’est produit, est de nouveau en danger de se rompre contre une initiative irréversible, et inacceptable, prise par les Américains.

Et à nous, les exploités du monde, quel est le rôle qui nous revient ? Les peuples de trois continents observent et apprennent leur leçon au Vietnam. Puisque les impérialistes, avec la menace de la guerre, exercent leur chantage sur l’Humanité, la réponse juste c’est de ne pas avoir peur de la guerre. Attaquer durement et sans interruption à chaque point de l’affrontement doit être la tactique générale des peuples.

Mais, là où cette paix misérable que nous subissions a été brisée, quelle sera notre tâche ? Nous libérer à n’importe quel prix .

Le panorama du monde offre une grande complexité. La tâche de la libération attend encore des pays de la vieille Europe, suffisamment développés pour ressentir toutes les contradictions du capitalisme, mais si faibles qu’ils ne peuvent pas suivre la voie de l’impérialisme ou s’y engager. Là les contradictions atteindront dans les prochaines années un caractère explosif, mais leur problèmes (et par conséquent leur solution) sont différents de ceux de nos peuples dépendants et économiquement arriérés.

Le principal champ d’exploitation de l’impérialisme embrasse les trois continents arriérés : l’Amérique, l’Asie, et l’Afrique. Chaque pays a ses caractéristiques propres, mais les continents dans leur ensemble les présentent aussi.

L’Amérique constitue un ensemble plus ou moins homogène et dans presque tout son territoire les capitaux monopolistes américains maintiennent une primauté absolue. Les gouvernements fantoches, ou, dans le meilleur des cas, faibles et timorés, ne peuvent s’opposer aux ordres du maître yankee. Les Américains sont parvenus presque au faîte de leur domination politique et économique et ils ne pourraient guère avancer désormais ;mais n’importe quel changement dans la situation pourrait se changer en un recul de leur primauté. Leur politique est de conserver ce qu’ils ont conquis. La ligne d’action se limite actuellement à l’emploi brutal de la force pour étouffer les mouvements de libération , quels qu’ils soient.

Le slogan :  «Nous ne permettrons pas un autre Cuba», dissimule la possibilité de commettre impunément des agressions, comme celle perpétrée contre la République dominicaine, ou précédemment, le massacre de Panama, et le clair avertissement que les troupes yankees sont disposées à intervenir n’importe où en Amérique où l’ordre établi est troublé, mettant en péril les intérêts américains. Cette politique bénéficie d’une impunité presque absolue ; l’OEA, pour discréditée qu’elle soit, est un masque commode ; l’ONU est d’une inefficacité qui confine au ridicule et au tragique ; les armées de tous les pays d’Amérique sont prêtes à intervenir pour écraser leurs peuples. De fait, l’internationale du crime et de la trahison s’est constituée. Par ailleurs, les bourgeoisies nationales ne sont plus du tout capables de s’opposer à l’impérialisme ( si elles l’ont jamais été) et elles forment maintenant son arrière-cour. Il n’y a plus d’autres changements à faire : ou révolution socialiste ou caricature de révolution.

L’Asie est un continent aux caractéristiques différentes. Les luttes de libération contre diverses puissances coloniales européennes ont entraîné l’établissement de gouvernements plus ou moins progressistes, dont l’évolution ultérieure a été, dans certains pays, l’approfondissement des objectifs premiers de la libération nationale, et dans d’autres le retour à des positions pro-impérialistes.

Du point de vue économique, les Etats-Unis avaient peu à perdre et beaucoup à gagner en Asie. Les changements les favorisent ; on lutte pour évincer d’autres puissances néo-coloniales, pour pénétrer dans de nouvelles sphères d’action sur le terrain économique, parfois directement d’autres fois en utilisant le Japon.

Mais il existe des conditions politiques spéciales, surtout dans la péninsule indochinoise, qui donnent à l’Asie des caractéristiques d’une importance exceptionnelle et qui jouent un très grand rôle dans la stratégie militaire globale de l’impérialisme américain. Celui-ci étend autour de la Chine un cercle qui comprend au moins la Corée du Sud, le Japon, Taiwan, le Sud-Vietnam et la Thaïlande.

Cette double situation : un intérêt stratégique aussi important que l’encerclement militaire de la République Populaire de Chine et l’ambition des capitaux yankees d’avoir accès à ses grands marchés qu’ils ne dominent pas encore, font que l’Asie est l’un des lieux les plus explosifs du monde actuel, malgré l’apparente stabilité qui règne en dehors de la zone vietnamienne.

Appartenant géographique à ce continent, mais avec des contradictions qui lui sont propres, le Moyen-Orient est en pleine ébullition, sans que l’on puisse prévoir les proportions que prendre cette guerre froide entre Israël, soutenu par les impérialistes, et les pays progressistes de la zone. C’est un autre des volcans qui menacent le monde.

L’Afrique offre les caractéristiques d’un terrain presque vierge pour l’invasion néo-coloniale. Il s’y est produit des changements qui, dans une certaine mesure, ont obligé les puissances néo-coloniales à céder leurs anciennes prérogatives de caractère absolu. Mais quand les processus se développent sans interruption, au colonialisme succède, sans violence, un néo-colonialisme dont les effets sont les mêmes en ce qui concerne la domination économique.

Les Etats-Unis n’ont pas de colonies sur ce continent et ils luttent maintenant pour pénétrer dans les anciennes chasses gardées de leurs partenaires. On peut assurer que l’Afrique constitue dans les plans stratégiques de l’impérialisme américain un réservoir à long terme ; ses investissements actuels en ont importants qu’en Union sud-Africaine et sa pénétration commence au Congo, au Nigeria et dans d’autres pays, où s’amorce une concurrence violente (de caractère pacifique pour l’instant) avec d’autres puissances impérialistes.

L’impérialisme n’a pas encore de grands intérêts à défendre, sauf son prétendu droit à intervenir dans n’importe quel endroit du monde où ses monopoles flairent de bons profits ou la présence de grandes réserves de matières premières.

Toutes ces données justifient que l’on s’interroge sur les possibilités de libération des peuples, à court ou à moyen terme.

Si nous analysons l’Afrique, nous verrons qu’on lutte avec un certaine intensité dans les colonies portugaises de Guinée, du Mozambique et de l’Angola, avec un succès notable dans la première, un succès variable dans les deux autres. Qu’on assiste encore à la lutte entre les successeurs de Lumumba et les vieux complices de Tschombé au Congo, lutte qui semble pencher actuellement en faveur des derniers, qui ont » pacifié » à leur propre profit une grande partie du pays, si bien que la guerre y demeure latente.

En Rodhésie, le problème est différent : l’impérialisme britannique a utilisé tous les mécanismes à sa portée pour livrer le pouvoir à la minorité blanche qui le détient actuellement. Le conflit, du point de vue de l’Angleterre, n’est absolument pas officiel ; avec son habileté diplomatique habituelle (appelée aussi clairement hypocrisie) cette puissance se contente de présenter une façade de réprobation face aux mesures prises par le gouvernement de Ian Smith ; son attitude rusée bénéficie de l’appui de certains pays du Commonwealth qui la suivent, et elle est attaquée par une bonne partie des pays de l’Afrique Noire, qu’ils soient ou non de dociles vassaux de l’impérialisme anglais.

En Rhodésie, la situation peut devenir extraordinairement explosive si les efforts des patriotes noirs pour prendre les armes se cristallisent et si ce mouvement reçoit effectivement l’appui des nations africaines voisines. Mais pour le moment, tous ces problèmes sont discutés dans des organismes aussi inopérants que l’ONU, le Commonwealth ou l’OUA.

Néanmoins, l’évolution politique et sociale de l’Afrique ne laisse pas prévoir une situation révolutionnaire continentale. Les luttes de libération contre les Portugais doivent déboucher sur la victoire, mais le Portugal ne signifie rien sur la liste des employés de l’impérialisme. Les affrontements de portée révolutionnaire sont ceux qui mettent en échec tout l’appareil impérialiste. Mais nous ne devons pas pour autant cesser de lutter pour la libération de trois colonies portugaises et pour l’approfondissement de leurs révolutions.

Quand les masses noires de l’Afrique du Sud ou de la Rhodésie auront commencé leur authentique lutte révolutionnaire, une nouvelle époque aura commencé en Afrique ; ou quand les masses appauvries se lanceront à l’action pour arracher des mains des oligarchies gouvernantes leur droit à une vie digne.

Jusqu’à maintenant les coups d’Etat se succèdent , ou un groupe d’officiers remplace un autre groupe ou un gouvernant qui ne servent plus les intérêts de la caste ni ceux des puissances qui les manient sournoisement, mais il n’y a pas de convulsions populaires. Au Congo, le souvenir de Lumumba a animé ces mouvements caractéristiques qui ont perdu leur force au cours des derniers mois.

En Asie, comme nous l’avons vu, la situation est explosive, et les points de friction ne se trouvent pas seulement au Vietnam et au Laos où on lutte. Ils se trouvent également au Cambodge où l’agression américaine directe peut commencer à n’importe quel moment, de même qu’en Thaïlande, en Malaisie, et évidemment en Indonésie, où nous ne pouvons penser que le dernier mot ait été dit, malgré l’anéantissement du Parti communiste de ce pays quand les réactionnaires ont pris le pouvoir. Et il y a, bien sûr, le Moyen-Orient.

En Amérique latine, on lutte les armes à la main au Guatemala, en Colombie, au Venezuela et en Bolivie, et les premiers signes se manifestent déjà au Brésil. Il y a d’autres foyers de résistance qui surgissent et s’éteignent. Mais presque tous les pays de ce continent sont mûrs pour une pareille lutte, qui pour triompher exige pour le moins l’instauration d’un gouvernement de tendance socialiste.

Sur ce continent, on parle pratiquement une seule langue, sauf le cas exceptionnel du Brésil, dont le peuple peut être compris des peuples de langue espagnole, étant donné la similitude entre les deux langues. Il y a une identité si grande entre les classes de ces pays qu’ils parviennent à une identification de caractère » international américain «, beaucoup plus complète que sur d’autres continents. Langue, coutumes, religion, le même maître, sont les facteurs qui les unissent. Le degré et les formes d’exploitation sont identiques quant à leurs effets, tant pour les exploiteurs que pour les exploités de la plupart des pays de notre Amérique. Et la rébellion est en train de mûrir à un rythme accéléré.

Nous pouvons nous demander : cette rébellion comment fructifiera-t-elle ?Quelle forme prendra-t-elle ? Nous soutenons depuis longtemps qu’étant donné les caractéristiques similaires, la lutte en Amérique atteindra, le moment venu, des dimensions continentales. L’Amérique sera le théâtre de grandes et nombreuses batailles livrées par l’ humanité pour sa libération.

Dans le cadre de cette lutte de portée continentale, les luttes qui se poursuivent actuellement de façon active ne sont que des épisodes, mais elles ont déjà donnée les martyrs qui auront leur place dans l’histoire américaine pour avoir donné leur quote-part de sang nécessaire à cette dernière étape de la lutte pour la pleine liberté de l’homme. Dabs ce martyrologue figureront les noms du commandant Turcios Lima, du Père Camilo Torres, du commandant Fabricio Ojeda, des commandants Lobaton et Luis de la Puente Uceda, figures de premier plan des mouvements révolutionnaires du Guatemala, de Colombie, du Venezuela et du Pérou.

Mais la mobilisation active du peuple crée ses nouveaux dirigeants ; César Montes et Yon Sosa lèvent le drapeau au Guatemala ; Fabio Vasquez et Marulanda le font en Colombie ; Douglas Bravo à l’Ouest et Américo Martin dans les montages du Bachiller dirigent leurs front respectifs au Venezuela.

De nouveaux foyers de guerre surgiront dans ces pays-là et d’autres pays américains, comme c’est déjà le cas en Bolivie, et de plus en plus ils augmenteront, avec toutes les vicissitudes qu’implique ce métier dangereux de révolutionnaire moderne. Beaucoup mourront victimes de leurs erreurs, d’autres tomberont dans le dur combat qui s’approche ; de nouveaux combattants et de nouveaux dirigeants surgiront dans l’ardeur de la lutte révolutionnaire. Le peuple formera peu à peu ses combattants et ses guides dans le cadre de la guerre même, et les agents yankee de répression augmenteront. Aujourd’hui, il y a des conseillers dans tous les pays où se poursuit la lutte armée et l’armée péruvienne a réalisé, à ce qu’il paraît avec succès, une battue contre les révolutionnaires de ce pays, elle aussi conseillée et entraînée par les yankees. Mais si les foyers de guerre sont dirigés avec suffisamment d’intelligence politique et militaire, ils deviendront imbattables et exigeront de nouveaux envois de yankees. Au Pérou même, de nouvelles figures, pas encore connues, réorganisent la lutte de guérilla avec ténacité et fermeté. Peu à peu, les armes périmées qui suffisent à réprimer de petites bandes armées céderont la place à des armes modernes et les groupes de conseillers seront remplacés par des combattants américains, jusqu’à ce que, à un moment donné, ils se voient forcés d’envoyer des effectifs croissants de troupes régulières pour assurer la stabilité relative d’un pouvoir dont l’armée nationale fantoche se désintègre sous les coups des guérillas. C’est la voie prise par le Vietnam ; c’est le chemin que suivra l’Amérique ; avec la particularité que les groupes en armes pourront former des conseils de coordination pour rendre plus difficile la tâche répressive de l’impérialisme yankee et faciliter leur propre cause.

L’Amérique, continent oublié par les dernières luttes politiques de libération, qui commence à se faire entendre à travers la Tricontinentale par la voix de l’avant-garde de ses peuples, qui est la Révolution cubaine, aura une tâche d’un relief beaucoup plus important : celle de créer le Deuxième ou le Troisième Vietnam du monde.

En définitive, il faut tenir compte du fait que l’impérialisme est un système mondial, stade suprême du capitalisme, et qu’il faut le battre dans un grand affrontement mondial. Le but stratégique de cette lutte doit être la destruction de l’impérialisme. Le rôle qui nous revient à nous, exploités et sous-développés du monde, c’est d’éliminer les bases de subsistance de l’impérialisme : nos pays opprimés, d’où ils tirent des capitaux, des matières premières, des techniciens et des ouvriers à bon marché et où ils exportent de nouveaux capitaux (des instruments de domination) des armes et toutes sortes d’articles, nous soumettant à une dépendance absolue.

L’élément fondamental de ce but stratégique sera alors la libération réelle des peuples ; libération qui se produira à travers la lutte armée, dans la majorité des cas, et qui prendra inéluctablement en Amérique la caractéristique d’une Révolution socialiste.

En envisageant la destruction de l’impérialisme, il convient d’identifier sa tête, qui n’est autre que les Etats-Unis d’Amérique.

Nous devons exécuter une tâche de caractère général, dont le but tactique est de tirer l’ennemi de son élément en l’obligeant à lutter dans les endroits où ses habitudes de vie se heurtent au milieu ambiant. Il ne faut pas sous-estimer l’adversaire ; le soldat américain a des capacités techniques et il est soutenu par des moyens d’une ampleur telle qu’il devient redoutable. Il lui manque essentiellement la motivation idéologique que possèdent à un très haut degré ses plus opiniâtres rivaux d’aujourd’hui : les soldats vietnamiens. Nous ne pourrons triompher de cette armée que dans la mesure où nous parviendrons à miner son moral. Et celui-ci sera miné à force d’infliger à cette armée des défaites et de lui causer des souffrances répétées.

Mais c petit schéma de victoires implique de la part des peuples des sacrifices immenses, qui doivent être consentis dès aujourd’hui, au grand jour, et qui peut-être seront moins douloureux que ceux qu’ils auront à endurer si nous évitons constamment le combat, pour faire en sorte que ce soient d’autres qui tirent pour nous les marrons du feu.

Il est évident que le dernier pays qui se libérera le fera probablement sans lutte armée et que les souffrances d’une guerre longue et cruelle, comme celles que font les impérialistes, lui seront épargnées. Mais peut-être sera-t-il impossible d’éviter cette lutte ou ses conséquences, dans un conflit de caractère mondial où l’on souffre de manière égale, si ce n’est pas plus. Nous ne pouvons pas prévoir l’avenir mais nous ne devons jamais céder à la lâche tentation d’être le porte-drapeau d’un peuple qui aspire à la liberté, mais se dérobe à la lutte qu’elle implique et attend la victoire comme une aumône.

Il est absolument juste d’éviter tout sacrifice inutile. C’est pourquoi il est si important de faire la lumière sur les possibilités effectives dont l’Amérique la dépendante dispose pour se libérer par des moyens pacifiques. Pour nous, la réponse à cette interrogation est claire ; le moment actuel peut être ou ne pas être le moment indiqué pour déclencher la lutte, mais nous ne pouvons nous faire aucune illusion, ni nous n’en n’avons le droit de conquérir la liberté sans combattre. Et les combats ne seront pas de simples combats de rue, de pierres contre les gaz lacrymogènes, ni des grèves générales pacifiques ; ce ne sera pas non plus la lutte d’un peuple en colère qui détruit en deux ou trois jours le dispositif de répression des oligarchies dirigeantes ; ce sera une longue lutte, sanglante, dont le front se trouvera dans les abris des guérillas, dans les villes, dans les maisons des combattants ( où la répression cherchera des victimes faciles parmi leurs proches), dans la population paysanne massacrée, dans les villes et les villages détruits par le bombardement ennemi.

On nous a acculés à cette lutte ; il ne nous reste pas d’autre ressource que de la préparer et de nous décider à l’entreprendre.

Les débuts ne seront pas faciles. Ils seront extrêmement difficiles. Toute la capacité de répression, toute la capacité de brutalité et de démagogie des oligarchies sera mise au service de cette cause. Notre mission, dans les premiers temps, sera de survivre, ensuite oeuvrera l’exemple continuel de la guérilla, réalisant la propagande armée, selon l’acception vietnamienne du terme, autrement dit la propagande des coups de feu, des combats qui sont gagnés ou perdus, mais qui se livrent contre les ennemis. Le grand enseignement de l’invincibilité de la guérilla imprégnera les masses de dépossédés. La galvanisation de l’esprit national, la préparation à des tâches plus dures, pour résister à de plus violentes répressions. La haine comme facteur de lutte ; la haine intransigeante de l’ennemi, qui pousse au-delà des limites naturelles de l’être humain et en fait une efficace, violente, sélective et froide machine à tuer. Nos soldats doivent être ainsi ; un peuple sans haine ne peut triompher d’un ennemi brutal.

Il faut mener la guerre jusqu’où l’ennemi la mène : chez lui, dans ses lieux d’amusements ; il faut la faire totalement. Il faut empêcher d’avoir une minute de tranquillité, une minute de calme hors de ses casernes, et même dedans ; il faut l’attaquer là où il se trouve ; qu’il ait la sensation d’être une bête traquée partout où il se trouve ; qu’il ait la sensation d’être une bête traquée partout où il passe. Alors il perdra peu à peu son moral. Il deviendra plus bestial encore, mais on notera chez lui des signes de défaillance.

Et il faut développer un véritable internationalisme prolétarien ; avec des armées prolétariennes internationales, où le drapeau sous lequel on lutte devient la cause sacrée de la rédemption de l’humanité, de telle sorte que mourir sous les couleurs du Vietnam, du Venezuela , du Guatemala, du Laos, de la Guinée, de la Colombie, de la Bolivie, du Brésil, pour ne citer que les théâtres actuels de la lutte armée, soit également glorieux et désirable pour un Américain, un Asiatique, un Africain, et même un Européen.

Chaque goutte de sang versée sur un territoire sous le drapeau duquel on n’est pas né est un expérience que recueille celui qui y survit pour l’appliquer ensuite à la lutte pour la libération de son lieu d’origine. Et chaque peuple qui se libère est une étape gagnée de la bataille pour la libération d’un autre peuple.

C’est l’heure de modérer nos divergences et de tout mettre au service de la lutte.

Que de grands débats agitent le monde qui lutte pour la liberté, nous le savons tous, et tous ne pouvons le dissimuler. Que ces discussions aient atteint un caractère et une acuité tels que le dialogue et la conciliation semblent extrêmement difficiles, sinon impossibles, nous le savons aussi. Chercher les méthodes pour entamer un dialogue que les adversaires éludent, c’est une tâche inutile. Mais l’ennemi est là, il frappe tous les jours et il nous menace avec de nouveaux coups et ces coups nous uniront aujourd’hui, demain ou après demain. Ceux qui en sentent la nécessité et se préparent à cette union nécessaire seront l’objet de la reconnaissance des peuples.

Etant donné la virulence et l’intransigeance avec lesquelles on défend chaque cause, nous autres, les dépossédés, nous ne pouvons prendre parti pour l’une ou l’autre forme d’expression des divergences, même quand nous sommes d’accord avec certaines positions de l’une ou l’autre partie, ou avec les positions d’une partie plus qu’avec celles de l’autre. Au moment de la lutte, la forme que prennent les divergences actuelles constitue une faiblesse ; mais dans l’état où elles se trouvent, vouloir les régler avec des mots est une illusion. L’histoire peu à peu effacera ou leur donnera leur véritable sens.

Dans notre monde en lutte, toute divergence touchant la tactique, les méthodes d’action pour obtenir des objectifs limités, doit être analysée avec le respect dû aux appréciations d’autrui. Quant au grand objectif stratégique, la destruction totale de l’impérialisme au moyen de la lutte, nous devons être intransigeants.

Résumons ainsi nos aspirations à la victoire : destruction de l’impérialisme par l’élimination de son bastion le plus fort : la domination impérialiste des Etats-Unis d’Amérique du Nord. Adopter pour mission tactique la libération graduelle des peuples, un par un ou par groupes, en obligeant l’ennemi à soutenir une lutte difficile sur un terrain qui n’est pas le sien, en liquidant ses bases de subsistance qui sont ses territoires dépendants.

Cela veut dire une guerre longue. Et, nous le répétons une fois de plus, une guerre cruelle. Que personne ne se trompe au moment de la déclencher et que personne n’hésite à la déclencher par crainte des conséquences qu’elle peut entraîner pour son peuple. C’est presque la seule espérance de victoire.

Nous ne pouvons pas rester sourds à l’appel du moment. Le Vietnam nous l’apprend avec sa leçon permanente d’héroïsme, sa leçon tragique et quotidienne de lutte et de mort pour remporter la victoire finale.

Au Vietnam, les soldats de l’impérialisme connaissent les incommodités de celui qui, habitué au niveau de vie qu’affiche la nation américaine, doit affronter une terre hostile ; l’insécurité de celui qui ne peut faire un pas sans sentir qu’il foule un territoire ennemi ; la mort de ceux qui s’avancent au delà de leur redoutes fortifiées, l’hostilité permanente de toute la population. Tout ceci a des répercussions dans la vie interne des Etats-Unis, et fait surgir un facteur qu’atténue l’impérialisme lorsqu’il est en pleine vigueur : la lutte des classes sur son territoire même.

Comme nous pourrions regarder l’avenir proche et lumineux, si deux, trois, plusieurs Vietnam fleurissaient sur la surface du globe, avec leur part de morts et d’immenses tragédies, avec leur héroïsme quotidien, avec leurs coups répétés assénés à l’impérialisme, avec pour celui ci l’obligation de disperser ses forces, sous les assauts de la haine croissante des peuples du monde !

Et si nous étions tous capables de nous unir, pour porter des coups plus solides et plus sûrs, pour que l’aide sous toutes les formes aux peuples soit encore plus effective, comme l’avenir serait grand et proche !

S’ils nous revient, à nous qui en un petit point de la carte du monde accomplissons le devoir que nous préconisons et mettons au service de la lutte ce peu qu’il nous est permis de donner, nos vies, notre sacrifice, de rendre un de ces jours le dernier soupir sur n’importe quelle terre, désormais nôtre, arrosée par notre sang, sachez que nous avons mesuré la portée de nos actes et que nous ne nous considérons que comme des éléments de la grande armée du prolétariat, mais que nous nous sentons fiers d’avoir appris de la Révolution Cubaine et de son dirigeant suprême la grande leçon qui émane de son attitude dans cette partie du monde :  » Qu’importent les dangers ou les sacrifices d’un homme ou d’un peuple, quand ce qui est en jeu c’est le destin de l’humanité «.

Toute notre action est un cri de guerre contre l’impérialisme et un appel vibrant à l’unité des peuples contre le grand ennemi du genre humain : les Etats-Unis d’Amérique du Nord. Qu’importe où nous surprendra la mort ; qu’elle soit la bienvenue pourvu que notre cri de guerre soit entendu, qu’une main se tende pour empoigner nos armes, et que d’autres hommes se lèvent pour entonner les chants funèbres dans le crépitement des mitrailleuses et des nouveaux cris de guerre et de victoire.

Che Guevara, a symbol of struggle

By Tony Saunois.

It is perhaps fitting for an Argentinean to own a yerba mate plantation as Ernesto Guevara Lynch did in the remote jungle of Misiones on the border with Paraguay and Brazil. Chileans are renowned drinkers of tea and Brazilians of coffee. The Argentineans consume with gusto a bitter tea herb throughout the day whilst at work or relaxing with friends.

Ernesto Guevara Lynch was the great-grandson of one of South America’s richest men whose ancestors were of both Spanish and Irish nobility. Most of the family fortune had been lost by previous generations and Guevara Lynch invested what he had in the yerba mate plantation where he hoped to make his fortune. In 1927 he met and married Celia de la Serna, an Argentinean also with ancestors from the Spanish nobility.

The first of four children, Ernesto, was to become known as the world renowned revolutionary, Che Guevara. As a revolutionary who spent most of his life in clandestine activity, it was apt that he should have falsified birth and death certificates.

Ernesto was in fact born one month earlier than June 14 1928 which was stated on his birth certificate, the deception being necessary because his mother was three moths pregnant on the day she married. Che was executed on October 8 1967 in Bolivia at the hands of the United States Central Intelligence Agency (CIA) and the Bolivian army.

Thirty years after his execution the name of Che Guevara lives on throughout Latin America and beyond. He has left a powerful tradition as an internationalist and self-sacrificing revolutionary who acts as an inspiring symbol of struggle against exploitation.

On the thirtieth anniversary of his execution it is legitimate for revolutionaries to salute Che’s qualities as a symbol of struggle against oppression and recognise the heroic role he played in the Cuban revolution in 1959. The guerrilla struggle which was mainly based upon the most downtrodden peasants in Cuba ended with the overthrow of the hated Batista dictatorship.

This was possible because of the concrete situation which existed in Cuba and other countries of Central America and the Caribbean. It was not possible for Che to successfully repeat the experience of the revolution in the countries of Latin America where there were different conditions – in particular a more powerful urban population and smaller rural population than in Central America.

The attempt of Che to apply the same methods he used in Cuba poses important question about his ideas and methods which need to be discussed and analysed by revolutionary socialists.

Che did not readily enter into political activity. Reflecting his middle class upbringing and compassion for the poor and sick he was initially drawn towards medicine and eventually graduated as a doctor from the Buenos Aires Faculty of Medicine in 1953.

His family had moved from Misiones to Cordoba partly for business reasons and also in a bid to aid Che’s chronic asthma through a change of climate. They finally moved to Buenos Aires in 1947 where his parents eventually split up.

Asthma was to dog Che throughout his life. Its crippling effect made all the more remarkable the guerrilla struggles which he eventually was to engage in. Like many such disabilities it had an effect in shaping his early development. Often unable to walk and confined to bed he developed a keen interest in reading and learning to play chess. Whilst determined to overcome his disability and insisting on playing sports he became something of a loner spending much of his time reading and studying. This was re-enforced by the split between his parents, the death of his grandmother and the financial problems which the family were now encountering.

At university Che was drawn to more political reading although he did not actively participate in political life. He began delving into socialist ideas. According to his own recollections he read some Marx, Engels and Lenin along with some material by Stalin. He also studied the novelists Zola and Jack London and Argentine socialists such as Alfredo Palacios. His love of poetry was satisfied, amongst others, by the works of the Chilean writer and Communist Party member, Pablo Neruda, and the Spanish Civil War poet Lorca.

However, for all his new-found curiosity about socialist ideas he never engaged in political activity beyond discussing with some members of the Young Communists and other left-wing groups. According to one report he joined the Peronist Youth (a populist and nationalist Argentinean movement led by General Perón) as a means of obtaining greater access to the university library.

He was regarded as radical and outspoken by those he encountered but did not have any coherent or worked out ideas and certainly did not regard himself as a Marxist. His main objective was still to qualify as a doctor with a view to helping the sick and the poor. However, within him a passion for travel was beginning to develop. Initially this was within Argentina itself and then later he undertook two journeys which brought him throughout Latin America and eventually beyond.

The experiences which he encountered during this Odyssey changed his perception of the tasks necessary to end poverty and exploitation. It was during the adventures and events which he witnessed on these journeys that Che eventually embraced socialist ideas.

Che’s first real journey took place during 1950 in which he travelled widely throughout Argentina. For the first time he witnessed the massive social divide which existed in the country. In Buenos Aires he had evidently seen poverty before but for the first time he witnessed the dual character of much of South America. Buenos Aires was one of the most European of South American cities in its culture and lifestyle. During this journey he travelled into the backward and socially deprived centres of Argentina which existed at the time.

Much of what he saw in the hospitals he visited and amongst the most downtrodden of the rural poor with which he made contact was viewed through the eyes of an aspiring doctor. Che concluded from these experiences that the modern Argentinean nation was a «luxurious façade» under which the real «soul» lay., a soul which was rotten and sick.

Che’s first international tour took place in 1952 and the second during 1953/4. These had a more pronounced effect and ultimately changed the direction of his entire life, especially his second Odyssey throughout the continent.

Nobody can escape the consequences of powerful social upheavals and convulsions. It is true that some individuals, especially from a middle class background, may be content to only observe such events. Others are increasingly drawn into big social events and the struggles between the various classes. Che Guevara was content to play the role of an observer at the beginning of his voyage. As it progressed he was eventually increasingly drawn into the revolutionary struggle which ultimately cost him his life.

At the outset of his voyage he and his traveling companion, Alberto, were more interested in having a good time and gaining some medical experience as they toured South America on a Harley Davidson. Che’s recently published Motor Cycle Diaries provide more than adequate examples of this. Drunken brawls, romantic encounters and other, «youthful» adventures, dominated the trip they were making around the continent. As they crossed the border into Chile they passed themselves off as leprologists. The local papers of the towns and villages they passed through even reported the journey of these two young adventurers. The local daily in Temuco carried the headline ‘Two Argentine Experts in Leprology Travel South America on a Motor Cycle.’

Frequently they had to flee local towns and villages having aroused the wrath of the local peasants, especially fathers with attractive daughters. During this first trip Che led the largely bohemian and carefree existence for which he was known as a student at university in Buenos Aires. It was a lifestyle made all the more possible by the relative affluence of his middle class family. At the same time it also reflected the independent spirit which marked his character.

However, whilst it is this aspect of the trip which is the dominant feature in his diary, other experiences had an important impact on him. The poverty and conditions he witnessed increasingly aroused a nascent social awareness. Che’s anger at the indifference shown towards the poor by the ruling class was being stirred during his travels.

Whilst encamped at the Chilean port of Valparaíso, Che was asked to use his medical skills to try and help an elderly woman who it transpired was dying of chronic asthma and a weak heart. There was little he could do but the experience of trying to treat her, surrounded by poverty, evidently lefts its mark. Afterwards he wrote: » There, in the final moments of people whose farthest horizon is always tomorrow, one sees the tragedy that enfolds the lives of the proletariat throughout the whole world; in those dying eyes there is a submissive apology and also frequently, a desperate plea for consolation that is lost in the void, just as their body will soon be lost in the magnitude of misery surrounding us. How long this order of things based on an absurd sense of caste will continue is not within my means to answer, but it is time that those who govern dedicate less time to propagandising the compassion of their regimes and more money, much more money, sponsoring works of social utility.»

Unable to get a boat to Easter Island as they intended Che and his companion headed north, eventually arriving at Chuquicamata, the world’s largest open cast copper mine. «Chuqui» as it is still known in Chile today, was owned by US monopolies such as Anaconda and Kennecott. US ownership of the mines at «Chuqui» was a symbol of imperialist «gringo» domination of Chile. They were eventually nationalised by the Popular Unity government, led by Salvador Allende of the Socialist Party, between 1970 and 1973.

It was here Che and Alberto encountered the harsh realities of the class struggle. They met a former miner and his wife, both members of the then illegal Chilean Communist Party. Che was told the bitter story of repression, disappearances and black-listing used by the company and government against those who tried to fight for workers’ rights.

Che and Alberto succeeded in entering the mine where a strike was being prepared. They were shown around by a foreman who, as Che noted, commented, «..imbecile gringos, they lose millions of pesos a day in a strike in order to deny a few centavos more to a poor worker.»

This visit to Chuqui made a lasting impression on Che and he kept a note book on the experience in which he detailed not only the impressions he had of the workers, but also production techniques and the political importance of the mines for Chile. Referring to the mineral rich mountains he protested about the «exploited proletariat» and environmental destruction of the landscape.

«The hills show their grey backs prematurely aged in the struggle against the elements, with elderly wrinkles that don’t correspond to their geological age. How many of these escorts of their famous brother (Chuquicamata) enclosed in their heavy wombs similar riches to his, as they await the arid arms of the mechanical shovels that devour their entrails, with their obligatory condiment of human lives?» *

However, despite these scenes and the impact they had on Che, he would still need further experiences and witness greater events before he committed himself to the life of a revolutionary.

The next stop on his Odyssey was Peru which proved decisive in Che embracing socialist ideas through an encounter with a prominent leader of the Peruvian Communist Party, Doctor Hugo Pesce. Before arriving in Lima on 1 May 1952, Che and Alberto had the opportunity to encounter the marvel of ancient Inca culture.

As with all visitors, the stark consequences of four hundred years of «white» European conquest in Latin America and brutal suppression of the indigenous peoples of the continent, was undoubtedly engraved into the consciousness of Che during his visit to the ancient Inca capital of Cuzco and the stunning temple ruins of Macchu Picchu.

Pablo Neruda in his celebrated work on Latin America, Canto General (General Song) included a poem, Alturas de Macchu Picchu (The Heights of Macchu Picchu) reflecting the image this ancient ruin high in the Andes provokes in those aspiring to struggle against exploitation.

 

In Che’s native Argentina the indigenous peoples had been virtually wiped out and their culture destroyed. In Peru, Bolivia, Mexico and some other Latin American countries this was not the case. They had been reduced to the most downtrodden and exploited layers of society, often predominating in the countryside. The mixed race mestizos had developed and formed big sections of the working class in the cities. The rich and powerful ruling classes were, and remain, largely of pure European decent.

This history of conquest and the continued exploitation of the continent by imperialism, especially US imperialism, has resulted in an extremely powerful anti-imperialist consciousness amongst the exploited classes. In the latter half of this century this bitterness has been largely directed at the «yanki gringos», north of the Rio Grande. Che, during his visit to Peru, increasingly absorbed this hatred of the dominant imperialist power.

Upon being forced to leave the free accommodation they had secured with the arrival of a party of «gringo» tourists, Che noted: «Naturally the tourists who travelled in their comfortable buses would know nothing of the conditions of the Indians…The majority of the Americans fly directly from Lima to Cuzco, visit the ruins and then return, without giving any importance to anything else.»

On 1 May the two travellers arrived in Lima. Che met with Dr. Pesce, a leading figure in the Communist Party and follower of the Peruvian philosopher José Maríategui. Maríategui’s primary work was written in 1928 – Seven Interpretative Essays on Peruvian Reality. This laid great stress on the role of the indigenous people and peasantry in the struggle for socialism.

The discussions with Pesce evidently had a profound effect upon Che. A decade later he sent the doctor a copy of his first book, Guerrilla Warfare, with the inscription, «To Doctor Hugo Pesce who, without knowing it perhaps, provoked a great change in my attitude towards life and society, with the same adventurous spirit as always, but channelled toward goals more harmonious with the needs of America.»

At this stage, despite the discussions he was engaged in with Pesce, Che was still not prepared to embrace openly an identification with «Marxist» ideas. His opinions were however beginning to take shape and he began to express them. In particular he began to openly develop internationalist ideas, at least within the context of Latin America.

At a party to celebrate his twenty fourth birthday in Peru, Che made a toast declaring «…that (Latin) America’s division into illusory and uncertain nationalities is completely fictitious. We constitute a single mestizo race, which from Mexico to the Straights of Magellan presents notable ethnographic similarities. For this, in an attempt to rid myself of the weight of any meagre provincialism, I raise a toast to Peru and for a United America.»

This statement clearly reflected his developing internationalist aspirations. However, they did not constitute a rounded out Marxist analysis and were somewhat simplistic in the assessment of the situation. The aspiration for a unified Latin America has existed since Simón Bolívar (who led armed rebellions against Spain and helped secure independence for much of Latin America) and the 19th century wars of national liberation. Continental unity is still a powerful sentiment amongst the Latin American masses, existing side by side with a national consciousness in each country.

The recurring aspiration of the masses to unify Latin America is not possible to obtain within the context of capitalism because the ruling capitalist class of each Latin American nation have their own economic and political interests to defend. They are also linked by economic and material interests to imperialism from which they cannot break free. Imperialism itself also opposes unity of the continent under capitalism, generally preferring to impose its will on a number of states weaker than itself. The establishment of a democratic federation of Latin American states as a step to unify the continent is only possible by breaking free of capitalism and imperialism and building socialism.

This spirit of internationalism was a theme to which Che returned many times and the idea of an internationally based revolution against imperialism and capitalism was one he championed in later years. The divergence he had with a fully rounded out Marxist analysis was about how this should be done and by which class.

After continuing his tour, arriving in Colombia and Venezuela, Che, having separated from his travel companion and friend, returned to Argentina in order to complete his studies and sit exams at university. The impact of this first journey upon him was evident in his Notas de Viaje, written up from his travel diary. He was no longer the same person who had left Argentina. «The person who wrote these notes died upon stepping once again onto Argentine soil, he who edits and polishes them, ‘I’ am not I; at least I am not the same I that was before. That vagabonding through our ‘América’ has changed me more than I thought.»

Once back in Argentina his family hoped that his days as a vagabond would end and that he would take up his chosen profession, medicine. Che completed his studies during April 1953 and received his doctor’s degree in June, a few days prior to his twenty fifth birthday.

However, the hopes held by his family were rapidly dashed as his second tour of America began. This time it was planned together with his childhood friend, Carlos «Calica» Ferrer, who had dropped out of medical school.

According to Calica, the two friends had talked of going through Bolivia as Che wanted to return to visit the Inca ruins and Machu Picchu. Their longer term plans included Che’s hopes of visiting India and Calica’s quest to see Paris.

Thus by early July when the two travel companions set off by train from Buenos Aires, Che still had no idea of committing himself to a life of disciplined and self-sacrificing revolutionary struggle. The bohemian still dominated his character. Within a relatively short space of time this was to change.

Individuals are drawn to participate in the revolutionary movement for many reasons. Some are mainly motivated by political ideas, others by a revulsion of the existing system, and some through participating in big social upheavals from which they cannot simply stand aside.

The reason the direction of Che’s life took a sharp turn cannot be explained by one single issue. He was undoubtedly interested in political ideas and was outraged by the social conditions which he witnessed. He was also profoundly affected by the powerful social explosions he experienced during his second American tour. These included two revolutionary movements, in Bolivia and then Guatemala, after which his life took an entirely new and unexpected direction.

Source: socialistworld.net.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Φιντέλ Κάστρο: Επικήδειος λόγος στη μνήμη του Τσε (1967)

Ο παρακάτω λόγος εκφωνήθηκε από το Φιντέλ Κάστρο στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Οκτώβρη, όντας αιχμάλωτος ο Τσε είχε δολοφονηθεί από δυνάμεις του βολιβιανού στρατού κατ’ εντολή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.

Αβάνα, 18 Οκτωβρίου 1967.

Συντρόφισσες και σύντροφοι επαναστάτες,

Ήταν μια μέρα του Ιούλη ή του Αυγούστου του 1955 όταν πρωτογνωρίσαμε τον Τσε. Και μέσα σ’ ένα βράδυ- όπως ο ίδιος διηγείται στις εξιστορήσεις του- έγινε ένας από εκείνους που έμελλαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία του Γκράνμα, αν και εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε πλοίο, μήτε όπλα και στρατός για αυτή την εκστρατεία. Έτσι πάντως, μαζί με τον Ραούλ, ο Τσε έγινε ένας από τους δύο πρώτους στον κατάλογο των μελών του Γκράνμα.

Δώδεκα χρόνια έχουν περάσει από τότε· δώδεκα χρόνια γεμάτα αγώνες και ιστορία. Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, ο θάνατος σφράγισε πολλές ανεπανάληπτες και πολύτιμες ζωές. Όμως ταυτόχρονα, στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων της επανάστασής μας, αναδύθηκαν εξαιρετικά άτομα, και σφυρηλατήθηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους της Επανάστασης, ανάμεσα σ’ αυτούς και το λαό δεσμοί εκτίμησης και φιλίας, τέτοιοι που δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν.

Και απόψε συγκεντρωθήκαμε όλοι μας, προσπαθώντας να εκφράσουμε, κατά κάποιον τρόπο, τα αισθήματά μας απέναντι σε εκείνον που υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς από τους πιο αγαπητούς, και δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας. Να εκφράσουμε αυτά τα συναισθήματα σ’ αυτόν και τους ήρωες που μαζί του αγωνίστηκαν και μαζί του έπεσαν σ’ αυτό το διεθνιστικό του στρατό, γράφοντας μια δοξασμένη και ανεξίτηλη σελίδα της ιστορίας.

Ο Τσε ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που αμέσως συμπαθούν όλοι χάρη στην απλότητα, το χαρακτήρα, τη φυσικότητα, τη συντροφικότητα την προσωπικότητα και την πρωτοτυπία του, ακόμα και όταν δεν είχαν γίνει γνωστές οι άλλες ξεχωριστές αρετές που τον χαρακτήριζαν.

Τον πρώτο καιρό ήταν ο γιατρός του στρατού μας. Και έτσι άρχισαν να αναπτύσσονται οι δεσμοί μεταξύ μας, και τα αισθήματά μας απέναντι του. Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύμα μίσους και περιφρόνησης προς τον ιμπεριαλισμό. Όχι μόνο γιατί ήδη η πολιτική του διαπαιδαγώγηση είχε αναπτυχθεί σημαντικά, αλλά και γιατί δεν είχε περάσει πολύς χρόνος από τότε που είχε την ευκαιρία να γίνει μάρτυρας της εγκληματικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Γουατεμάλα από τον μισθοφορικό στρατό που συνέτριψε την επανάσταση σ’ αυτή τη χώρα.

Για έναν άνθρωπο σαν τον Τσε, δε χρειάζονταν πολλά επιχειρήματα. Του αρκούσε να ξέρει πως η Κούβα ζούσε μια παρόμοια κατάσταση, πως υπήρχαν άνθρωπο αποφασισμένοι να παλέψουν με το όπλο στο χέρι ενάντια σε αυτήν την κατάσταση. Του αρκούσε να ξέρει πως αυτοί οι άνθρωποι εμπνέονταν από γνήσια επαναστατικά και πατριωτικά αισθήματα. Και αυτά ήταν υπεραρκετά.

Έτσι, κάποια μέρα, στα τέλη του Νοέμβρη του 1956, ξεκίνησε μαζί μας την πορεία προς την Κούβα. Θυμάμαι πως αυτό το ταξίδι υπήρξε πολύ σκληρό για εκείνον. Χρειάστηκε να οργανώσουμε την αναχώρηση κάτω από τέτοιες περιστάσεις που δεν μπόρεσε ούτε καν να εφοδιαστεί με τα φάρμακα που είχε ανάγκη, και στη διάρκεια όλης της διαδρομής υπέφερε από μια οξεία κρίση άσθματος, δίχως καμιά ανακούφιση, μα και δίχως παράπονο.

Φτάσαμε, ξεκινήσαμε τις πρώτες μας πορείες, υπεστήκαμε το πρώτο μας πλήγμα, και μετά από λίγες βδομάδες η ομάδα όσων απέμειναν από την εκστρατεία του Γκράνμα ανασυντάχθηκε. Ο Τσε εξακολουθούσε να είναι ο γιατρός του στρατού μας. Ήρθε η πρώτη νικηφόρα μάχη, και ο Τσε ήταν πια στρατιώτης και ταυτόχρονα ήταν ακόμη ο γιατρός μας. Ήρθε η δεύτερη νικηφόρα μάχη, και ο Τσε δεν ήταν πια απλά στρατιώτης, αλλά εκείνος που περισσότερο ξεχώρισε σ’ αυτή τη μάχη, πραγματοποιώντας για πρώτη φορά, ένα από εκείνα τα μοναδικά ανδραγαθήματα που τον χαρακτήριζαν σε όλη του τη δράση. Συνέχιζε να αυξάνει η δύναμη μας και σύντομα δώσαμε μια μάχη εξαιρετικής σημασίας για εκείνη τη στιγμή.

Η κατάσταση ήταν δύσκολη. Οι πληροφορίες που είχαμε ήταν από πολλές απόψεις λαθεμένες. Θα κάναμε την επίθεση μόλις ξημέρωνε, με το φως της ημέρας, σε μια θέση με καλή άμυνα και αρκετά ενισχυμένη στις όχθες της θάλασσας. Ο εχθρικός στρατός ήταν στα νώτα μας, όχι πολύ μακριά, και μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση σύγχυσης όπου χρειάστηκε να ζητήσουμε από τους άντρες μας να καταβάλουν υπέρτατες προσπάθειες, ο σύντροφος Χουάν Αλμέιδα ανέλαβε μία από τις πιο δύσκολες αποστολές. Παρ’ όλα αυτά, μια από τις πλευρές μας έμενε τελείως ακάλυπτη, δίχως δυνάμεις που θα μπορούσαν να κάνουν επίθεση, πράγμα που θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την επιχείρηση.

Κι εκείνη τη στιγμή, ο Τσε, που τότε ακόμη ήταν γιατρός, ζήτησε τρεις-τέσσερις άντρες, ανάμεσά τους έναν με μυδραλιοβόλο, και μέσα σε δευτερόλεπτα ξεκίνησε γρήγορα για να αναλάβει την αποστολή της επίθεσης από εκείνη την κατεύθυνση.

Και σ’ εκείνη την περίσταση δεν διακρίθηκε μόνο σαν μαχητής, αλλά και σαν γιατρός, προσφέροντας τη βοήθειά του στους πληγωμένους συντρόφους, αλλά και στους στρατιώτες του εχθρού. Και όταν χρειάστηκε να εγκαταλείψουμε αυτή τη θέση, αφού είχαμε πια καταλάβει όλα τα όπλα, και να ξεκινήσουμε μια μακρά πορεία καταδιωκόμενοι από πολλές εχθρικές δυνάμεις, κάποιος έπρεπε να μείνει πίσω, μαζί με τους τραυματίες. Και ο Τσε έμεινε με τους τραυματίες. Με τη βοήθεια μιας μικρής ομάδας του στρατού μας, τους φρόντισε, τους έσωσε τη ζωή και αργότερα τους έφερε να σμίξουν πάλι με τη φάλαγγά μας.

Από εκείνη τη στιγμή ξεχώριζε σαν αρχηγός ικανός και γενναίος, σαν ένας από αυτούς τους ανθρώπους, που όταν πρέπει να εκτελεστεί κάποια δύσκολη αποστολή, δεν περιμένει να του ζητήσουν να την αναλάβει.

Αυτό έκανε στη μάχη του Ελ Ουβέρο. Το ίδιο, όμως, είχε κάνει και σε κάποια άλλη περίσταση που δεν ανέφερα, όταν στη διάρκεια του πρώτου καιρού, έπειτα από προδοσία, ο μικρός μας στρατός αιφνίδια δέχτηκε την επίθεση πολυάριθμων αεροπλάνων και κάτω από τους βομβαρδισμούς οπισθοχωρήσαμε. Είχαμε κάνει αρκετή διαδρομή, όταν θυμηθήκαμε πως είχαμε αφήσει μερικά τουφέκια που ανήκαν σε αγρότες στρατιώτες που συμμετείχαν μαζί μας στις πρώτες επιχειρήσεις, και οι οποίοι είχαν ζητήσει άδεια να πάνε να επισκεφθούν τις οικογένειές τους, την εποχή που ακόμη δεν υπήρχε και πολλή πειθαρχία στο στρατό μας, που μόλις ξεκινούσε τη δράση του. Και τότε σκεφτήκαμε πως υπήρχε πιθανότητα να χαθούν αυτά τα τουφέκια. Θυμάμαι πως μόλις τέθηκε το πρόβλημα, και ενώ ακόμη μας βομβάρδιζαν, ο Τσε προσφέρθηκε και αμέσως έφυγε να φέρει πίσω τα τουφέκια.

Αυτό ήταν ένα από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του: η άμεση και αυθόρμητη διάθεσή του να προσφέρει για την εκπλήρωση της πιο δύσκολης αποστολής. Και όπως είναι φυσικό, κάτι τέτοιο προκαλούσε το θαυμασμό, το διπλό θαυμασμό για αυτόν το σύντροφο που αγωνιζόταν μαζί μας δίχως να έχει γεννηθεί στη χώρα μας. Για αυτόν τον άνθρωπο με τις βαθιές ιδέες, που ο νους του συγκλονιζόταν από το όνειρο να αγωνιστεί και σε άλλες γωνιές τις ήπειρο, και που βέβαια, ήταν τόσο αλτρουιστής, τόσο ανιδιοτελής, τόσο πρόθυμος να αναλάβει πάντα ό,τι πιο δύσκολο, να διακινδυνεύει συνέχεια τη ζωή του.

Με αυτόν τον τρόπο κέρδισε τους βαθμούς του κομαντάντε και του επικεφαλής της δεύτερης φάλαγγας που οργανώθηκε στη Σιέρα Μαέστρα. Και έτσι άρχισε να μεγαλώνει το κύρος του και να αποκτά τη φήμη έξοχου μαχητή, φήμη που, καθώς προχωρούσε ο πόλεμος, έφτασε στο αποκορύφωμά της. Ο Τσε ήταν ανυπέρβλητος στρατιώτης. Ο Τσε ήταν ανυπέρβλητος αρχηγός. Ο Τσε, από στρατιωτική άποψη, ήταν εκπληκτικά ικανός, εκπληκτικά γενναίος, εκπληκτικά επιθετικός. Αν σαν αντάρτης είχε κάποια αχίλλεια φτέρνα, αυτή ήταν η υπερβολική του επιθετικότητα, η απόλυτη περιφρόνηση του προς τον κίνδυνο.

Οι εχθροί επιχειρούν να βγάλουν συμπεράσματα από τον θάνατό του. Ο Τσε ήταν αυθεντία του πολέμου και δεξιοτέχνης του αντάρτικου αγώνα! Και το απέδειξε άπειρες φορές. Όμως το απέδειξε κυρίως σε δύο εκπληκτικά κατορθώματα. Ένα από αυτά ήταν η επίθεση που έκανε επικεφαλής μιας φάλαγγας, που χιλιάδες στρατιώτες του εχθρού καταδίωκαν, σε ένα έδαφος τελείως επίπεδο και άγνωστο, πραγματοποιώντας έτσι, μαζί με τον Καμίλο Σινφουέγος, ένα καταπληκτικό στρατιωτικό κατόρθωμα. Όμως το απέδειξε και στην αστραπιαία εκστρατεία του στο Λας Βιγιας, και κύρια στην τολμηρή επίθεση στην πόλη Σάντα Κλάρα, εισβάλλοντας με μια φάλαγγα μόλις 300 ανδρών σε μια πόλη, που την υπεράσπιζαν τεθωρακισμένα, πυροβολικό και αρκετές χιλιάδες στρατιώτες του πεζικού.

Αυτά τα δύο κατορθώματα τον καθιέρωσαν σαν εκπληκτικά ικανό αρχηγό, αυθεντία, δεξιοτέχνη του επαναστατικού πολέμου. Κι όμως, με τον ηρωικό και δοξασμένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντιλήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που με κανένα τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του.

Τι το παράδοξο να πεθάνει αυτός ο δεξιοτέχνης στη μάχη; Μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι σε αναρίθμητες περιστάσεις που διακινδύνευσε τη ζωή του στη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα, δε σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Και πολλές φορές χρειάστηκε να ενεργήσουμε για να αποτρέψουμε να χάσει τη ζωή του σε επιχειρήσεις μικρότερης εμβέλειας.

Και έτσι σε κάποια μάχη, σε μια από τις πολλές μάχες που διεξήγαγε, έχασε τη ζωή του. Δε διαθέτουμε αρκετά αποδεικτικά στοιχεία που να μας επιτρέπουν να βγάλουμε συμπεράσματα σχετικά με τις συνθήκες που επικράτησαν σ’ αυτή τη μάχη, σχετικά με το σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να έχει ενεργήσει υπερβολικά επιθετικά. Όμως, επαναλαμβάνουμε, αν σαν αντάρτης είχε μια αχίλλεια φτέρνα, αυτή ήταν η υπερβολική επιθετικότητά του, η απόλυτη περιφρόνησή του προς τον κίνδυνο.

Και είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που μας είναι δύσκολο να συμφωνήσουμε μαζί του αφού εκτιμάμε ότι η ζωή του, η πείρα του, η ικανότητά του σαν έμπειρου ηγέτη, το κύρος του και όλα όσα σήμαινε όσα ζούσε, είχαν πολύ περισσότερη σημασία, ασύγκριτα περισσότερη από όσο πιθανά αξιολογούσε ο ίδιος τον εαυτό του. Ίσως να επέδρασε σημαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της ιστορίας δεν σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών.

Και αυτό είναι αλήθεια, δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε. Αυτό αποδεικνύει την πίστη του στους ανθρώπους, στις ιδέες, στο παράδειγμα. Όμως – όπως είπα πριν λίγες μέρες – θα θέλαμε με όλη μας την καρδιά να τον βλέπαμε να χαλκεύει νίκες, να σφυρηλατεί κάτω από την καθοδήγησή και την ηγεσία του τις νίκες, γιατί άνθρωποι με τη δική του πείρα, με την πραγματικά ξεχωριστή ικανότητά του, άνθρωποι του διαμετρήματος του, δεν είναι συνηθισμένοι.

Μπορούμε να εκτιμήσουμε όλη την αξία του παραδείγματός του και έχουμε την απόλυτη πεποίθηση πως το παράδειγμα του θα βρει μιμητές και θα οδηγήσει να αναδυθούν μέσα από τους κόλπους των λαών άνθρωποι που να του μοιάζουν.

Δεν είναι εύκολο να συνδυάζει ένας άνθρωπος όλες τις αρετές που συνδύαζε εκείνος. Δεν είναι εύκολο να μπορεί ένας άνθρωπος αυθόρμητα να αναπτύσσει μια προσωπικότητα όπως τη δική του. Θα έλεγα πως είναι αυτό το είδος των ανθρώπων που δύσκολα μπορείς να εξομοιωθείς μαζί τους και που είναι πρακτικά αδύνατο να ξεπεράσεις. Αλλά πρέπει να πούμε πως άνθρωποι σαν και αυτόν είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν.

Γιατί στον Τσε δεν θαυμάζουμε μόνο τον αντάρτη, τον άνθρωπο που είναι ικανός για μεγάλα ανδραγαθήματα. Ό,τι έπραξε, ό,τι έκανε όλο αυτόν τον καιρό, τι ίδιο το γεγονός ότι αντιμετώπισε μόνος του με μια χούφτα άντρες το στρατό της ολιγαρχίας, έναν στρατό που καθοδηγείται από βοριοαμερικάνους συμβούλους, που εφοδιάζεται από τον βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό και που υποστηρίζεται από τις ολιγαρχίες όλων των γειτονικών χωρών, αυτό το γεγονός από μόνο του αποτελεί ένα εξαιρετικό κατόρθωμα. Και αν αναζητήσουμε στις σελίδες της ιστορίας, πιθανά να μη συναντήσουμε καμιά περίπτωση, όπου κάποιος με τόσο μικρό αριθμό ανδρών να ανέλαβε τόσο σημαντικό καθήκον, όπου κάποιος με τόσο μικρό αριθμό ανδρών να ξεκίνησε τον αγώνα ενάντια σε τόσο πολυάριθμες και σημαντικές δυνάμεις. Αυτό το δείγμα εμπιστοσύνης στον εαυτό του και στους λαούς, αυτό το δείγμα πίστης στην ικανότητα των ανθρώπων να μάχονται, και αν ακόμη το αναζητήσουμε στις σελίδες της ιστορίας, δε θα μπορέσουμε να βρούμε όμοιό το

Και έπεσε.

Οι εχθροί πιστεύουν πως νίκησαν τις ιδέες του, τις αντιλήψεις του για το αντάρτικο, τις απόψεις του για την ένοπλη επαναστατική πάλη. Και το μόνο που κατάφεραν, με τη βοήθεια της τύχης, ήταν να εξαλείψουν τη φυσική του παρουσία. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να κερδίσουν ένα τυχαίο πλεονέκτημα από αυτά που μπορεί να πετύχει ο εχθρός σε έναν πόλεμο. Κι αυτό το χτύπημα της τύχης, αυτή η σύμπτωση, δε ξέρουμε σε ποιο βαθμό βοηθήθηκε και από το χαρακτηριστικό που είπαμε πριν, από την υπερβολική επιθετικότητα, την απόλυτη περιφρόνηση προς τον κίνδυνο, σε μια μάχη όπως τόσες άλλες.

Το ίδιο συνέβηκε και στον πόλεμο για την ανεξαρτησία μας. Σε μια μάχη στο Ντος Ρίος σκότωσαν τον απόστολο της ανεξαρτησίας μας. Σε μια μάχη στην Πούντα Μπράβα σκότωσαν τον Αντόνιο Μασέο, βετεράνο που είχε συμμετάσχει σε εκατοντάδες μάχες. Σε ανάλογες μάχες πέθαναν πολυάριθμοι ηγέτες, πλήθος πατριωτών του πολέμου για την ανεξαρτησία της χώρας. Κι όμως αυτό δε σήμαινε την ήττα της υπόθεσης της Κούβας.

Ο θάνατος του Τσε – όπως είπαμε πριν λίγες μέρες – είναι ένα σκληρό πλήγμα, ένα τρομακτικό πλήγμα για το επαναστατικό κίνημα, γιατί το στερεί, δίχως καμία αμφιβολία, από τον πιο έμπειρο και ικανό ηγέτη του.

Όμως κάνουν λάθος όσοι μιλούν για νίκη. Κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν πως ο θάνατός του αποτελεί την ήττα των ιδεών του, ήττα της τακτικής του, ήττα των αντιλήψεων του για το αντάρτικο, ήττα των θέσεών του. Γιατί αυτός ο άνθρωπος που έπεσε σα θνητός, σαν άνθρωπος που είχε συχνά εκτεθεί στις σφαίρες, σαν στρατιωτικός, σαν ηγέτης, είναι χίλιες φορές ικανότερος από εκείνους που με ένα τυχαίο χτύπημα τον σκότωσαν.

Ωστόσο, πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν οι επαναστάτες αυτό το αντίξοο πλήγμα; Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτήν την απώλεια; Ποια θα ήταν η γνώμη του Τσε, αν έπρεπε να εκφράσει την άποψή του πάνω σε αυτό το θέμα; Ο Τσε είπε την άποψή του. Την έκφρασε με κάθε σαφήνεια όταν έγραψε στο Μήνυμά του στη Συνδιάσκεψη Λατινοαμερικανικής Αλληλεγγύης πως οπουδήποτε και αν τον αιφνιδίαζε ο θάνατος, τον καλωσόριζε, αρκεί η πολεμική του κραυγή να βρει έναν αποδέκτη και άλλο χέρι να απλωθεί να αδράξει το τουφέκι του.

Και αυτή η πολεμική του κραυγή θα βρει όχι έναν αποδέκτη, αλλά εκατομμύρια αποδέκτες! Και όχι ένα, αλλά εκατομμύρια χέρια, εμπνευσμένα από το παράδειγμά του, θα απλωθούν να αδράξουν τα όπλα. Νέοι ηγέτες θα προβάλουν. Και οι άνθρωποι, οι αποδέκτες και τα χέρια που θα απλωθούν, θα χρειαστούν ηγέτες που θα αναδειχτούν από τις γραμμές του λαού, όπως έχουν αναδειχθεί οι ηγέτες σε όλες τις επαναστάσεις.

Αυτά τα χέρια δε θα έχουν έναν ηγέτη με την εξαιρετική πείρα του και την τεράστια ικανότητα του Τσε. Αυτοί οι ηγέτες θα διπλασιασθούν στην πορεία του αγώνα, αυτοί οι ηγέτες θα αναδυθούν από τους κόλπους των εκατομμυρίων αποδεκτών, των εκατομμυρίων χεριών που αργά ή γρήγορα θα απλωθούν να αδράξουν τα όπλα. Δεν πιστεύουμε ότι στην πρακτική του επαναστατικού αγών, της ανάπτυξης της πάλης ο θάνατός του θα μπορούσε να έχει άμεσο αντίκτυπο. Αλλά όταν ο Τσε ξαναπήρε τα όπλα, δεν είχε κατ νου μια άμεση νίκη, έναν γρήγορο θρίαμβο απέναντι στις δυνάμεις της ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού. Η σκέψη του σαν έμπειρου μαχητή, είχε προετοιμαστεί για έναν παρατεταμένο αγώνα πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνων αν χρειαζόταν. Ήταν πρόθυμος να αγωνιστεί για πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια, ολόκληρη τη ζωή του αν χρειαζόταν. Και είναι με αυτήν την προοπτική μέσα στο χρόνο, που ο θάνατος του, το παράδειγμά του, όπως πρέπει να το λέμε, θα έχει έναν τεράστιο αντίκτυπο, θα έχει μια ακατανίκητη δύναμη.

Όσοι προσκολλούνται στο χτύπημα της τύχης, μάταια επιχειρούν να αρνηθούν την ικανότητά του σαν ηγέτη και την πείρα του. Ο Τσε ήταν ένας στρατιωτικός ηγέτης εξαιρετικά ικανός. Όμως, όταν εμείς θυμόμαστε τον Τσε, όταν σκεφτόμαστε τον Τσε, δεν σκεφτόμαστε βασικά τις στρατιωτικές του αρετές. Όχι! Ο πόλεμος είναι μέσο και όχι σκοπός, ο πόλεμος είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν οι επαναστάτες.

Το σημαντικό είναι η επανάσταση, η επαναστατική υπόθεση, οι επαναστατικές ιδέες, οι επαναστατικοί στόχοι, τα επαναστατικά αισθήματα, οι επαναστατικές αρετές!

Και σε αυτό το πεδίο, στο πεδίο των ιδεών, των αισθημάτων, των επαναστατικών αρετών, της ευφυΐας, πέρα από τις στρατιωτικές του αρετές, είναι που εμείς νιώθουμε την τεράστια απώλεια που σήμανε ο θάνατός του για το επαναστατικό κίνημα.

Γιατί ο Τσε συγκέντρωνε, στην εκπληκτική του προσωπικότητα, αρετές που σπάνια συνυπάρχουν. Ξεχώρισε σαν άνθρωπος ανυπέρβλητης δράσης, όμως ο Τσε δεν ήταν μόνο άνθρωπος ανυπέρβλητης δράσης. Ο Τσε ήταν άνθρωπος βαθυστόχαστος, με διορατική ευφυΐα και βαθιά μόρφωση. Δηλαδή, στην προσωπικότητά του συνυπήρχαν ο άνθρωπος των ιδεών και ο άνθρωπος της δράσης.

Δεν είναι, όμως μόνο ότι ο Τσε συγκέντρωνε αυτό το διπλό χαρακτηριστικό να είναι άνθρωπος των ιδεών, και μάλιστα βαθυστόχαστων, και άνθρωπος της δράσης. Ο Τσε σαν επαναστάτης συγκέντρωνε εκείνες τις αρετές που μπορούν να οριστούν σαν η πιο τέλεια έκφραση των αρετών του επαναστάτη: άνθρωπος τέλειας ακεραιότητας, υπέρτατης τιμιότητας, απόλυτης ειλικρίνειας, άνθρωπος στωικού και σπαρτιατικού τρόπου ζωής, ένας άνθρωπος με μια συμπεριφορά στην οποία δεν μπορούσες να βρεις ούτε ένα ψεγάδι. Για τις αρετές του αποτέλεσε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα πραγματικό επαναστάτη.

Συνηθίζεται, σαν πεθαίνει κάποιος, να διαβάζονται λόγοι, συνηθίζεται ακόμη να τονίζονται οι αρετές του. Όμως, λίγες φορές, όπως σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί κανείς να πει για κάποιον με απόλυτο δίκαιο και ακρίβεια, όσα λέμε για τον Τσε: υπήρξε ένα πραγματικό παράδειγμα επαναστατικών αρετών!

Είχε, όμως και ένα ακόμη προσόν, όχι το προσόν της ευφυΐας, ούτε της θέλησης, μήτε αυτό που απορρέει από την πείρα, από την πάλη, μα το προσόν της καρδιάς. Γιατί ήταν εξαιρετικά ανθρώπινος, εξαιρετικά ευαίσθητος! Γι’ αυτό και όταν σκεφτόμαστε τη ζωή του, τη συμπεριφορά του, λέμε πως υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση ενός ανθρώπου ιδιαίτερα σπάνιου, γιατί είχε την ικανότητα να συνδυάζει η προσωπικότητα του όχι μόνο τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου της δράσης, αλλά και της σκέψης, του ανθρώπου των αγνών επαναστατικών αρετών και της εξαιρετικής ανθρώπινης ευαισθησίας, μαζί με ένα σιδερένιο χαρακτήρα, μια ατσάλινη θέληση, μια αδάμαστη εμμονή.

Και γι’ αυτό κληροδότησε στις επόμενες γενιές όχι μόνο την πείρα του, τις γνώσεις του σαν διακεκριμένος στρατιώτης, αλλά ταυτόχρονα τους καρπούς της ευφυΐας του. Έγραφε με τη δεξιοτεχνία ενός κλασικού της γλώσσας μας. Οι αφηγήσεις του για τον πόλεμο είναι ανυπέρβλητες. Η βαθύτητα της σκέψης του είναι εντυπωσιακή. Ποτέ δεν έγραφε απολύτως τίποτα χωρίς εξαιρετική σοβαρότητα, εξαιρετική βαθύτητα. Και δεν αμφιβάλλουμε ότι μερικά από τα γραπτά του θα αποτελέσουν στο μέλλον κλασικά κείμενα της επαναστατικής σκέψης.

Και έτσι σαν καρπό της δυναμικής και βαθιάς του ευφυΐας μας άφησε άπειρες αναμνήσεις, άπειρες διηγήσεις που, δίχως τη δουλειά του, δίχως τις προσπάθειές του, θα μπορούσαν ίσως να έχουν χαθεί για πάντα.

Ακούραστος δουλευτής όλα τα χρόνια που υπηρέτησε την πατρίδα μας δεν γνώρισε ούτε μια μέρα ξεκούρασης. Ήταν πολλές οι υπευθυνότητες που ταυ ανατέθηκαν: πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας, διευθυντής της Επιτροπής Προγραμματισμού, υπουργός Βιομηχανίας, διοικητής στρατιωτικών περιοχών, επικεφαλής αντιπροσωπιών πολιτικού, οικονομικού ή φιλικού χαρακτήρα.

Η πολύπλευρη ευφυΐα του τον έκανε ικανό να αναλάβει, εξασφαλίζοντας πλήρη επιτυχία, οποιοδήποτε καθήκον κάθε είδους. Και έτσι εκπροσώπησε λαμπρά την πατρίδα μας σε πολυάριθμες διεθνείς διασκέψεις, με τον ίδιο τρόπο που καθοδήγησε λαμπρά τους στρατιώτες στη μάχη, με τον ίδιο τρόπο που υπήρξε πρότυπο εργαζόμενου, επικεφαλής οποιουδήποτε ιδρύματος του ανατέθηκε. Και δεν υπήρξαν μέρες ξεκούρασης, ούτε καν ώρες ξεκούρασης για εκείνον! Και αν στρέφαμε το βλέμμα μας στα παράθυρα του γραφείου του , τα φώτα παρέμεναν αναμμένα μέχρι τις μικρές ώρες της νύχτας, κι εκείνος μελετούσε, ή πιο σωστά, εργαζόταν και μελετούσε. Γιατί μελετούσε για όλα τα προβλήματα , ήταν ένας ακούραστος αναγνώστης. Η δίψα του να αγκαλιάσει την ανθρώπινη γνώση ήταν κυριολεκτικά ακόρεστη και όσες ώρες έκλεβε από τον ύπνο του τις αφιέρωνε στη μελέτη.

Αφιέρωνε τις επίσημες μέρες ανάπαυσης, τις αργίες, στην εθελοντική δουλειά. Υπήρξε ο εμπνευστής και εκείνος που έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση σε αυτή τη δουλειά, που σήμερα αποτελεί δραστηριότητα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε ολόκληρη τη χώρα, δραστηριότητα που κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη μέσα στις μάζες του λαού μας.

Και σαν επαναστάτης, σαν κομμουνιστής επαναστάτης, πραγματικός κομμουνιστής, είχε απεριόριστη πίστη στις ηθικές αξίες, είχε απεριόριστη πίστη στη συνείδηση των ανθρώπων. Και πρέπει να πούμε πως, σ’ ότι αφορά τις θεωρητικές του αντιλήψεις, με απόλυτη σαφήνεια διέκρινε στα ηθικά κίνητρα το θεμελιώδη μοχλό για την οικοδόμηση του κομμουνισμού στην ανθρώπινη κοινωνία.

Πολλά θέματα στοχάστηκε, ανάπτυξε και έγραψε. Και μια μέρα όπως η σημερινή, υπάρχει κάτι που πρέπει να ειπωθεί: τα γραπτά του Τσε, η πολιτική και επαναστατική σκέψη του Τσε, θα έχουν αέναη αξία στις επαναστατικές διαδικασίες της Λατινικής Αμερικής. Και δεν αμφιβάλλουμε πως η αξία των ιδεών του τόσο σαν ανθρώπου της δράσης, όσο και σαν ανθρώπου της σκέψης, των άμεμπτων ηθικών αξιών, της ανυπέρβλητης ανθρώπινης ευαισθησίας, της άψογης συμπεριφοράς, έχουν και θα έχουν παγκόσμια αξία.

Οι ιμπεριαλιστές θριαμβολογούν μπροστά στο γεγονός ότι ο αντάρτης πέθανε στη μάχη. Οι ιμπεριαλιστές θριαμβολογούν, γιατί ένα τυχαίο χτύπημα τους οδήγησε στην εξολόθρευση ενός τόσο έξοχου ανθρώπου της δράσης. Ίσως, όμως, οι ιμπεριαλιστές αγνοούν ή κάνουν ότι αγνοούν ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου της δράσης ήταν μόνο ένα από τα χαρακτηριστικά της πολύπλευρης προσωπικότητας αυτού του αγωνιστή. Και αν μιλήσουμε για πόνο, εμείς δεν πονάμε μόνο που χάθηκε ένας άνθρωπος της δράσης, πονάμε που χάθηκε ο γεμάτος αρετές άνθρωπος, πονάμε που χάθηκε ο άνθρωπος της μοναδικής ανθρώπινης ευαισθησίας, και πονάμε στη σκέψη πως ήταν μόλις 39 χρόνων τη στιγμή του θανάτου του. Πονάμε αναλογιζόμενοι, πόσους καρπούς αυτής της ευφυΐας και αυτής της ολοένα αναπτυσσόμενης πείρας, χάσαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε.

Γνωρίζουμε το μέγεθος της απώλειας για το επαναστατικό κίνημα. Και όμως, εκεί βρίσκεται το αδύναμο σημείο του εχθρού ιμπεριαλιστή: πιστεύουν ότι εξαλείφοντας τη φυσική του παρουσία εξάλειψαν και τη σκέψη του, τις ιδέες του, τις αρετές του, το παράδειγμά του. Και τόσο ξεδιάντροπα το πιστεύουν που δεν διστάζουν να δημοσιεύσουν, σαν να ήταν ό,τι πιο φυσικό στον κόσμο, τις συνθήκες – που έχουν γίνει πια σχεδόν παγκόσμια αποδεκτές –  κάτω από τις οποίες του έριξαν τη χαριστική βολή, σκοτώνοντάς τον ενώ είχε τραυματισθεί βαριά στη μάχη. Σαν να μην έχουν επίγνωση του πόσο απεχθής ήταν η διαδικασία, του πόσο αδιάντροπη είναι η παραδοχή ότι τον σκότωσαν. Και το δημοσίευσαν λες και είναι δικαίωμα των χαφιέδων, των ολιγαρχών και των μισθοφόρων να πυροβολούν ένα βαριά τραυματισμένο επαναστάτη αγωνιστή. Και το χειρότερο είναι ότι εξήγησαν ακόμη και γιατί το έκαναν. Επικαλέστηκαν τις τρομακτικές συνέπειες της διαδικασίας να δικάσουν τον Τσε. Επικαλέστηκαν ότι ήταν αδύνατο να καθίσουν στο εδώλιο του κατηγορούμενου έναν τέτοιο επαναστάτη.

Δεν αρκέστηκαν σε αυτό, αλλά δε δίστασαν ακόμα και τη σορό του να εξαφανίσουν. Είτε είναι αλήθεια, είτε ψέμα, το γεγονός ότι ανακοίνωσαν πως έκαψαν το πτώμα του, σημαίνει ότι αρχίζουν να δείχνουν το φόβο τους, να δείχνουν ότι δεν έχουν πειστεί πως, εξαλείφοντας τη φυσική παρουσία του αγωνιστή, εξαλείφουν τις ιδέες και το παράδειγμά του.

Ο Τσε έπεσε υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα, υπερασπιζόμενος της υπόθεση όλων όσων ζουν κάτω από την εκμετάλλευση και την καταπίεση σε αυτήν την ήπειρο. Ο Τσε έπεσε υπερασπιζόμενος την υπόθεση των φτωχών και των ταπεινών αυτής της γης. Και ακόμη και οι πιο άσπονδοι εχθροί του δεν τολμούν να αμφισβητήσουν τον παραδειγματικό τρόπο και την ανιδιοτέλεια με την οποία υπερασπίστηκε αυτή την υπόθεση.

Και μπροστά στην ιστορία, οι άνθρωποι που δρουν όπως εκείνος, που κάνουν τα πάντα και τα δίνουν όλα για την υπόθεση των ταπεινών, κάθε μέρα που περνά υψώνουν όλο και περισσότερο το ανάστημά τους και μπαίνουν όλο και βαθύτερα στην καρδιά των λαών. Και οι ιμπεριαλιστές εχθροί άρχισαν ήδη να το αντιλαμβάνονται και δε θα αργήσουν να διαπιστώσουν ότι ο θάνατος του θα είναι μακροπρόθεσμα σαν το σπόρο από όπου θα ξεπηδήσουν πολλοί άνθρωποι αποφασισμένοι να τον μιμηθούν, πολλοί άνθρωποι αποφασισμένοι να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

Είμαστε απόλυτα πεισμένοι ότι η επαναστατική υπόθεση αυτής της ηπείρου, θα ξεπεράσει τούτο το πλήγμα, ότι η επαναστατική υπόθεσης αυτής της ηπείρου δε θα ηττηθεί από τούτο το πλήγμα. Από το πρίσμα του επαναστάτη, από το πρίσμα του λαού μας, πώς πρέπει να δούμε εμείς του παράδειγμα του Τσε; Μήπως νιώθουμε πως τον χάσαμε;  Είναι αλήθεια πως δε θα ξαναδούμε νέα γραπτά του, και, είναι αλήθεια, δε θα ακούσουμε και πάλι τη φωνή του. Ο Τσε, όμως, άφησε στον κόσμο μια κληρονομιά, μια μεγάλη κληρονομιά, και εμείς – που τον γνωρίσαμε από τόσο κοντά- μπορούμε σε μεγάλο βαθμό να είμαστε οι κληρονόμοι του.

Μας άφησε την επαναστατική του σκέψη, τις επαναστατικές του αρετές. Μας άφησε το χαρακτήρα του, τη θέλησή του, την επιμονή του, το εργατικό του πνεύμα. Με μια μόνο λέξη: ο Τσε μας άφησε το παράδειγμά του! Και το παράδειγμα του Τσε πρέπει να είναι πρότυπο για το λαό μας, ιδανικό πρότυπο για το λαό μας!

Αν θέλουμε να πούμε πώς θα θέλαμε να είναι οι επαναστάτες μαχητές μας, τα μέλη μας, οι άνθρωποί μας, πρέπει να πούμε δίχως κανενός είδους δισταγμό: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλουμε να περιγράψουμε πώς θα θέλαμε να είναι οι άνθρωποι των μελλοντικών γενιών, πρέπει να πούμε: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλαμε να πούμε πώς θα επιθυμούσαμε να διαπαιδαγωγηθούν τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε δίχως δισταγμό: να διαπαιδαγωγηθούν στο πνεύμα του Τσε! Αν θέλουμε ένα πρότυπο ανθρώπου, ένα πρότυπο ανθρώπου που δεν ανήκει σε αυτούς τους καιρούς, αλλά στο μέλλον, τότε, από τα βάθη της καρδιάς μου λέω ότι αυτό το πρότυπο δίχως κηλίδα στη συμπεριφορά του, στη στάση του, στη δράση του, αυτό το πρότυπο είναι ο Τσε! Αν θέλουμε να πούμε πώς επιθυμούμε να είναι τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε με όλη μας την καρδιά σαν φλογεροί επαναστάτες: θέλουμε να είναι σαν τον Τσε!

Ο Τσε έχει γίνει πρότυπο ανθρώπου, όχι μόνο για το λαό μας, μα και για όλους τους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Ο Τσε έκφρασε με τον καλύτερο τρόπο την επαναστατική στωικότητα, το πνεύμα της επαναστατικής θυσίας, την αγωνιστικότητα και το εργατικό πνεύμα του επαναστάτη. Και ήταν ο Τσε που έκφρασε με μεγαλύτερη φρεσκάδα, πιο αγνά και πιο επαναστατικά, τις ιδέες του μαρξισμού- λενινισμού. Σε αυτούς τους καιρούς που ζούμε, κανένας δεν οδήγησε το πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού τόσο ψηλά όσο εκείνος!

Και όταν θα μιλάμε για προλετάριο διεθνιστή, και όταν θα αναζητάμε ένα παράδειγμα προλετάριου διεθνιστή, αυτό το παράδειγμα, πάνω από οποιοδήποτε άλλο, είναι το παράδειγμα του Τσε! Στο νου και στην καρδιά του δεν είχαν θέση οι σημαίες, οι προκαταλήψεις, οι σοβινισμοί, οι εγωισμοί. Ήταν πρόθυμος να χύσει το γενναιόδωρο αίμα του για τις τύχες, για την υπόθεση οποιουδήποτε λαού. Και ήταν πρόθυμος να το προσφέρει αυθόρμητα και αστραπιαία! Και έτσι, έχυσε το αίμα του σε αυτήν εδώ τη χώρα, όταν τραυματίστηκε σε διάφορες μάχες. Αίμα δικό του χύθηκε για την απελευθέρωση όσων ζούσαν μέσα στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, των ταπεινών και των φτωχών στη Βολιβία. Αυτό το αίμα χύθηκε για όλους όσους ζουν στην εκμετάλλευση και την καταπίεση. Αυτό το αίμα χύθηκε για όλους τους λαούς της Αμερικής. Και χύθηκε και για το Βιετνάμ, γιατί όσο αγωνιζόταν στη Βολιβία ενάντια στην ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό, γνώριζε ότι πρόσφερε στο Βιετνάμ την ύψιστη έκφραση της αλληλεγγύης του!

Γι’ αυτό, συντρόφισσες και σύντροφοι της Επανάστασης, εμείς πρέπει να προσβλέπουμε με αποφασιστικότητα και σταθερότητα στο μέλλον. Γι’ αυτό πρέπει να προσβλέπουμε με αισιοδοξία στο μέλλον. Και πάντα θα αναζητούμε στο παράδειγμα του Τσε την έμπνευση στον αγώνα, στην επιμονή, στην αδιαλλαξία απέναντι στον εχθρό, στα διεθνιστικά αισθήματα!

Γι’ αυτό κι εμείς, μετά την αποψινή εντυπωσιακή εκδήλωση, μετά απ’ αυτή την απίστευτη – λόγω του όγκου, της πειθαρχίας και της αφοσίωσης της- μαζική έκφραση αναγνώρισης, που αποδείχνει πόσο ο λαός μας είναι ευαίσθητος, ευγνώμονας, και πόσο ξέρει να τιμά τη μνήμη των γενναίων που πέφτουν στη μάχη και να αναγνωρίζει όσους τον υπηρετούν που αποδείχνει πόσο ο λαός μας είναι αλληλέγγυος με την επαναστατική πάλη, πόσο υψώνει και θα κρατήσει πάντα ψηλά, ολοένα και πιο ψηλά τη σημαία της Επανάστασης. τις επαναστατικές αρχές. Σήμερα, λοιπόν, τούτες τις στιγμές της ανάμνησης, ας υψώσουμε τη σκέψη μας, και με αισιοδοξία στο μέλλον, με απόλυτη αισιοδοξία την τελική νίκη των λαών, ας πούμε στον Τσε, και στους ήρωες που αγωνίστηκαν και έπεσαν μαζί του:

Πάντοτε ως τη νίκη! Πατρίδα ή θάνατος! Θα νικήσουμε!

Πηγή & ελλην. μετάφραση: «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Κείμενα», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».