Ήταν 5 Μαρτίου 1960 όταν ο φωτογραφικός φακός του Αλμπέρτο Κόρντα αποτύπωνε τη μορφή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα που έμελλε να μείνει στην αιωνιότητα. Έκτοτε, εκείνη η φωτογραφία αποτέλεσε για ολόκληρες γενιές το «εικόνισμα» του ασυμβίβαστου επαναστάτη. Πέρα όμως από το βλοσυρό και αποφασιστικό βλέμμα του γενειοφόρου αργεντίνου υπήρχε και ένας άλλος Ερνέστο. Αυτός της ευρυμάθειας και της ευαισθησίας. Πέρα απ’ τον commandante υπήρχαν και άλλες, περισσότερο ανθρώπινες, όψεις του Τσε: αυτή του πολιτικού στοχαστή, αλλά και του ποιητή, του φωτογράφου, του συζύγου και πατέρα.
Μέσα από την ενδελεχή μελέτη των λόγων και των γραπτών του Γκεβάρα προκύπτει μια αξιοσημείωτη ευρεία πολιτική και κοινωνική μόρφωση εξίσου σημαντική με τις στρατηγικές του ικανότητες στον ανταρτοπόλεμο. Αφοσιωμένος μαρξιστής και ταυτόχρονα λάτρης μιας πλειάδας πνευματικών έργων που εκτείνονται από τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους μέχρι την πολιτική κληρονομιά του Χοσέ Μαρτί και από την ποίηση του Πάμπλο Νερούδα μέχρι τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Ζαν Πωλ Σαρτρ. O ασπασμός της μαρξιστικής ιδεολογίας από τον Γκεβάρα δεν ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο της συνεχούς διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και του ιμπεριαλισμού που ο ίδιος, ως φοιτητής ιατρικής, είχε αντιληφθεί ταξιδεύοντας σε χώρες της λατινικής Αμερικής. Υπήρξε και απότοκος βαθύτερης σκέψης και προσωπικών αναζητήσεων, με στόχο την κατανόηση της επανάστασης ως μέσου για την κατάκτηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στο βιβλίο της «Αναπόληση: η ζωή μου με τον Che» η σύζυγος του αργεντίνου επαναστάτη Αλέϊδα Μαρτς: «Όλοι τον γνώριζαν για τα στρατηγικά του χαρίσματα, αλλά σχεδόν τίποτα δεν ήταν γνωστό για την ευρεία θεωρητική του κατάρτιση, για την καλλιέργεια του ήδη απ’ τα χρόνια της εφηβείας του». Εκτός λοιπόν από δεινός μαχητής στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα, στη ζούγκλα του Κονγκό και στη βολιβιανή ύπαιθρο, ο Τσε ήταν ένας ακούραστος αναγνώστης. Ακόμη και υπό τις πλέον δύσκολες συνθήκες. Θυμάται η Αλέϊδα Μάρτς: «Διάβαζε πολύ, όπως πάντα, αλλά τώρα (σ.σ. κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κονγκό) το ενδιαφέρον του στρεφόταν σε ακόμη περισσότερα αντικείμενα και η μελέτη του ήταν πιο βαθιά. Είναι απίστευτο πως εν μέσω τόσων δυσκολιών, σ’έναν αφιλόξενο τόπο και έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι τον περίμενε, εξακολουθούσε να διαβάζει φιλοσοφία και διάφορα άλλα αναγνώσματα, που θα τον βοηθούσαν να αναπτύξει θεωρίες, ικανές να ενισχύσουν το μέλλον του σοσιαλισμού στον Τρίτο Κόσμο».
Ανάμεσα στα βιβλία που ζητούσε να έχει μαζί του ήταν μεταξύ άλλων: οι Τραγωδίες του Αισχύλου, Δράματα και Τραγωδίες του Σοφοκλή, Ιστορία του Ηροδότου, τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, οι Διάλογοι και η Πολιτεία του Πλάτωνα, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, ο Δον Κιχώτης, ο Φάουστ του Γκαίτε, τα Άπαντα του Σαίξπηρ. Για τον Γκεβάρα, στον κόσμο του ανταρτοπόλεμου και της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, υπήρχε χώρος και χρόνος για την ανάγνωση αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, πολιτικών δοκιμίων και ποίησης. Άλλωστε, χωρίς τη γνώση, η δημιουργία του «νέου ανθρώπου» που οραματίστηκε ο Τσε – ενός ανθρώπου απαλλαγμένου από τον εγωκεντρισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας – θα ήταν αδύνατο να γίνει πραγματικότητα.
Στο περιθώριο του πεδίου της μάχης και της πολιτικής, ο Ερνέστο έβρισκε το χρόνο για τις αγαπημένες του συνήθειες: την ανάγνωση και συγγραφή ποίησης, το ψάρεμα αλλά και τη φωτογραφία. Λίγοι γνώριζαν την αγάπη του να αποτυπώνει στιγμές της καθημερινότητας μέσα απ’ τον φωτογραφικό φακό. Πριν από τέσσερα χρόνια, το Κέντρο Μελετών Τσε Γκεβάρα (Centro de Estudios Che Guevara) υπό τη διεύθυνση της κόρης του Αλέϊδα Γκεβάρα, παρουσίασε μια κινητή έκθεση υπό τον τίτλο «Τσε, ο φωτογράφος» επιθυμώντας να καταστήσει γνωστή άλλη μια όψη του αργεντίνου επαναστάτη. Η Αλέϊδα Μαρτς γράφει γι’ αυτήν την πλευρά του Τσε: «Το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία, απ’ την εποχή που ήταν ακόμη έφηβος, ήταν τέτοιο που η τέχνη αυτή έγινε μόνιμη κι αχώριστη σύντροφος και βοηθός του στην προσπάθεια του να αιχμαλωτίσει εικόνες που σχετίζονται με τα ανθρωπιστικά του ενδιαφέροντα, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στη λατινική Αμερική και σε άλλα μέρη του κόσμου».
Αχώριστη σύντροφος του όμως ήταν και η ποίηση. Η σύντροφος του διατηρεί ως πολύτιμο θησαυρό γράμματα που ο Ερνέστο της είχε στείλει από το εξωτερικό σε πολλά από τα οποία επέλεγε να εκφραστεί ποιητικά, συνδυάζοντας το χιούμορ με το ρεαλισμό της πραγματικότητας, την προσήλωση στο καθήκον της επανάστασης με τη νοσταλγία της οικογένειας που είχε αφήσει πίσω.
Αξίζει να παρατεθούν αποσπάσματα των δύο τελευταίων γραμμάτων που ο Τσε είχε στείλει στη σύζυγο του όντας στο δρόμο για τη Βολιβία, όπου λίγο καιρό αργότερα θα συναντούσε το θάνατο.
«Μοναδική μου,
Θα μπορούσα να σου πω ότι μου λείπεις τόσο που έχω χάσει τον ύπνο μου, αλλά ξέρω ότι δε θα με πίστευες, οπότε συγκρατούμαι. Είναι όμως κάποιες μέρες που η νοσταλγία ορμάει ασυγκράτητη και με κυριεύει. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, κυρίως, δεν ξέρεις πόσο μου έλειψαν τα τελετουργικά σου δάκρυα, κάτω από τούτον τον ουρανό με τα καινούργια άστρα, που μου θύμιζε πόσο λίγο έχω χαρεί τη ζωή στον προσωπικό τομέα. […] Για τη ζωή μου εδώ δεν έχω να σου πω πολλά ενδιαφέροντα, η δουλειά μου αρέσει αλλά απαιτεί απομόνωση και μερικές φορές γίνεται κουραστική. Μελετάω, όποτε μου μένει χρόνος, και πότε πότε ονειρεύομαι. Παίζω σκάκι, δίχως αξιόλογους αντιπάλους, και περπατάω αρκετά. Αδυνατίζω, λίγο απ’ τη νοσταλγία και λίγο απ’ τη δουλειά. Δώσε ένα φιλί στα κεφτεδάκια, και σ’όλους τους άλλους. Για σένα ένα φιλί έμπλεο αναστεναγμών και λοιπών θλιβερών, απ’ τον φτωχό και φαλακρό σου σύζυγο».
Πίσω απ’ τον ατρόμητο αντάρτη που πολεμούσε για την ελευθερία των λαών υπήρχε ένας ευαίσθητος σύζυγος και πατέρας τεσσάρων παιδιών. Η επιλογή του να αφήσει τη σιγουριά της Κούβας προκειμένου να στηρίξει έμπρακτα τους επαναστατικούς αγώνες άλλων εθνών ήταν μια απόφαση που σφράγισε το πεπρωμένο του. Απόφαση επώδυνη, καθώς η προσωπική και οικογενειακή ζωή θυσιάζονταν γιά τα ιδανικά της επανάστασης. Λίγες μέρες πριν αναχωρήσει για τη Βολιβία, ο Τσε – έχοντας μεταμορφωθεί για λόγους ασφαλείας σε ηλικιωμένο άνδρα – συνάντησε για τελευταία φορά τα παιδιά του. Μια συγκινητική στιγμή που περιγράφει στο βιβλίο της η Αλέϊδα Μαρτς:
«Λίγες μέρες πριν από την αναχώρηση του, τον μετέφεραν σε ένα ασφαλές σπίτι που βρισκόταν στην Αβάνα, μεταμορφωμένο ήδη σε γερό-Ραμόν, κι’ εκεί ζήτησε να δει τα παιδιά. […] Όταν έφτασαν τα παιδιά, τους τον σύστησα ως ένα στενό φίλο του μπαμπά τους που ήθελε να τους γνωρίσει. Φυσικά δε φαντάστηκαν ότι εκείνος ο άνδρας, που έδειχνε εξηντάρης, μπορούσε να είναι ο πατέρας τους. Ήταν μια στιγμή πολύ δύσκολη για τον Τσε αλλά και για μένα. Για εκείνον βέβαια ήταν εξαιρετικά επώδυνο το να βρίσκεται τόσο κοντά τους και να μην μπορεί να τους το πει, ούτε να τους φερθεί όπως ήθελε. Ήταν μία απ’ τις πιο σκληρές δοκιμασίες που χρειάστηκε να περάσει ποτέ του».
Ήταν τέλη του 1966. Λίγους μήνες αργότερα ο Ερνέστο Γκεβάρα θα έπεφτε αιχμάλωτος του βολιβιανού στρατού και των πρακτόρων της CIA. Το τι ακολούθησε είναι γνωστό σε όλους. Πριν την σύλληψη του είχε προλάβει να στείλει το τελευταίο ποίημα στην Αλέϊδα, με λέξεις που υποδηλώνουν μια προαίσθηση του τέλους που πλησίαζε:
«Πάω να οικοδομήσω τις ανοίξεις του αίματος και του γουδιού κι αφήνω, στο κενό της απουσίας μου, ετούτο το φιλί το δίχως γνωστή διεύθυνση. Δε μου έχουν ανακοινώσει, όμως, την κρατημένη θέση στη θριαμβευτική παρέλαση της νίκης και το μονοπάτι που βγάζει στο δρόμο μου είναι φωτοστεφανωμένο από δυσοίωνες σκιές. Αν προορίζουν για μένα τον σκοτεινό θώκο των τσιμέντων, φύλαξε τον στο ομιχλώδες αρχείο των αναμνήσεων, κατέφυγε σ’αυτόν τις νύχτες των δακρύων και των ονείρων…
Αντίο μοναδική μου, μην τρέμεις μπροστά στην πείνα των λύκων ούτε στις παγωμένες στέπες της απουσίας. Σ’έχω στο μέρος της καρδιάς και θα πορευτούμε μαζί ώσπου ο δρόμος να σβηστεί».
Στις 8 Οκτωβρίου 1967, η βολιβιανή κυβέρνηση και η Ουάσινγκτον θα αποφάσιζαν τη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Εκείνη τη μέρα, στην επαρχία Βαλεγκράντε της βολιβιανής υπαίθρου, οι σφαίρες έδωσαν τέλος στη ζωή ενός ανθρώπου. Του θνητού Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, ενός ανθρώπου με κοινές αδυναμίες και συναισθήματα. Δεν κατάφεραν όμως να σταματήσουν την ανάδειξη του θρύλου του Τσε, του συμβόλου της νεανικής επαναστατικότητας για ολόκληρες γενιές.
Ο Αλμπέρτο Κόρντα ήταν ο φωτογράφος που απαθανάτισε τον Ερνέστο Γκεβάρα στην πλέον διάσημη εικόνα του – αυτήν του Guerillero Heroico. Η φωτογραφία ελήφθη στις 5 Μαρτίου 1960 στην Αβάνα της Κούβας και έκτοτε παρέμεινε σήμα-κατατεθέν του αργεντίνου επαναστάτη κάνοντας το γύρο του κόσμου.
Ο Κόρντα γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1928 στην Αβάνα και πέθανε το Μάη του 2001 στο Παρίσι. Το αληθινό του όνομα ήταν Αλμπέρτο Ντίαζ Γουτιέρες. Υπήρξε στενός φίλος του Φιντέλ Κάστρο και προσωπικός του φωτογράφος από την εποχή της επανάστασης κατά του καθεστώτος Μπατίστα. Πριν την ενασχόληση του με τη φωτογραφία εργάστηκε σε πολλές διαφορετικές δουλειές. Στην αρχή της σταδιοδρομίας του εργάστηκε ως βοηθός φωτογράφου και μετέπειτα διακρίθηκε ως φωτογράφος μόδας. Αργότερα εγκατέλειψε την εμπορική φωτογραφία γιά να ασχοληθεί με το φωτορεπορτάζ (φωτοδημοσιογραφία). Από το 1959 εργάστηκε στην κουβανική εφημερίδα Revolución. Στα καθήκοντα του, ως ο «φωτογράφος της επανάστασης», ήταν να αποθανατίζει τον Τσε και τον Φιντέλ σε διάφορες στιγμές των δημόσιων δραστηριοτήτων τους. Χαρακτηριστική είναι η φωτογραφία του Τσε να ψαρεύει μαζί με τον Έρνεστ Χέμινγουέϊ.
I say this because it is my deepest conviction that if his thought remains unknown it will be difficult to get very far, to achieve real socialism, really revolutionary socialism, socialism with socialists, socialism and communism with communists. I’m absolutely convinced that ignoring those ideas would be a crime. That’s what I’m putting to you. We have enough experience to know how to do things; and there are extremely valuable principles of immense worth in Che’s ideas and thought that simply go beyond the image that many people have of Che as a brave, heroic, pure man; of Che as a saint because of his virtues; as a martyr because of his selflessness and heroism. Che was also a revolutionary, a thinker, a man of doctrine, a man of great ideas, who was capable with great consistency of working out instruments and principles that unquestionably are essential to the revolutionary path.
Capitalists are very happy when they hear people talk about rent profit, interest, bonuses, superbonuses; when they hear about markets, supply and demand as elements that regulate production and promote quality, efficiency and all those things, for they say, “That’s my kind of talk, that’s my philosophy, that’s my doctrine,” and the emphasis that socialism may place on them makes them happy, for they know these are essential aspects of capitalist theory, laws and categories. We ourselves are being criticized by quite a few capitalists; they try to make people think that the Cuban revolutionaries are unrealistic, that the thing to do is go for all the lures of capitalism; that’s where they aim their fire. But we’ll see how far we get, even riding on the old nag full of sores, but correctly led, for as long as we don’t have anything better than the old nag. We’ll see how far we get in the rectification process with the steps we’re taking now. That’s why on this, the twentieth anniversary, I’m making an appeal for our party members, our youth, our students, our economists to study and familiarize themselves with Che’s political and economic thought.
Che is a figure with enormous prestige. Che is a figure whose influence will grow. Needless to say, those who feel frustrated or who dare to fight Che’s ideas or use certain terms to describe Che or depict him as a dreamer, as someone who is out of touch with reality, do not deserve any revolutionary’s respect. That’s why we want our youth to have that instrument, to wield that weapon, even if for the time being it only serves to say, don’t follow that mistaken path foreseen by Che; even if it only serves to increase our knowledge; even if it only serves to meditate or to delve deeper into our revolutionary thought. I sincerely believe that more than this ceremony, more than formal activities, more than all the honors, what we accomplish, is the best homage we can pay to Che. The work spirit that is starting to appear in so many places and that is evident in so many examples in this province: those workers in Viñales who are working twelve and fourteen hours building minidams, starting them and finishing them one right after the other, and building them at half what they otherwise would have cost, with the result that in comparison with other projects — were we to use a capitalist term, although Che was opposed to even using capitalist terms when analyzing questions of socialism — were we to use the term profitability, we could say that those men on the minidam construction brigade working in Viñales are more than 100 percent profitable — more than 100 percent profitable!
Che devoted absolute, total, priority attention to accounting, to analyzing expenditures and costs, cent by cent. Che could not conceive of building socialism and running the economy without proper organization, without efficient controls and strict account of every cent. Che could not conceive of development without an increase in labor productivity. He even studied mathematics to use mathematical formulas to implement controls and measure the efficiency of the economy. What’s more, Che even dreamed of computers being used in running the economy as an essential, fundamental and decisive way of measuring efficiency under socialism. And those men I have mentioned have made a contribution: for every peso spent, they produce two million. They and those working on the Guamá Dam, those working on the canal, those working on the thruway to Pinar del Río, those who are going to work on the Patate Dam, those who have started to work on roads and the water works in the city — there are a number of groups of workers who are carrying out real feats with pride, honor, discipline, loyalty to work. They are working with great productivity.
A few days ago, we met with a group of construction workers building an avenue in the capital. They’re all members of the party or the Union of Young Communists, and they’re outstanding workers, about 200 men in all. Rather than linking their wages to production norms — I don’t mean to say that this is negative, there are a number of fields where it is perfectly correct — since they do move about in powerful trucks and machines, we don’t have to tell them to work more but rather to work less. People like that are doing a lot, sometimes too much with too much effort. At times, we’d have to tell them to take less trips because at the proper speed they can’t make twenty-five trips with materials in a truck but twenty, because we don’t want them to get killed. What we’re interested in is not only what they do but the quality with which it is done. We told them we were much more interested in the quality than the quantity. Quantity without quality is a waste of resources; it’s throwing away work and materials.
Awareness of the need for water conservation, which had virtually died out in the shameful period when nothing was finished, is being regained, and the province of Pinar del Río is playing a leading role in this regard. The road brigades in the mountains of Pinar del Río are working with the same spirit, and the awareness of the need for water conservation is spreading all over the country with the desire to build roads and highways and improve the efficiency of our economy, factories, agriculture, hospitals and schools, to go full speed ahead with the economic and social development of the country. Fortunately, during these years we have trained a large number of people with a high degree of technical knowledge and experience — university graduates and intermediate-level technicians. How does this compare to what we had in the early years of the revolution? When Che headed the Ministry of Industry, how many engineers did the country have, how many technicians, designers, researchers, scientists? Now we must have about twenty times the number we had then, perhaps more. If he had been able to draw on the collective experience of all the cadres that we have now, who knows what we could have accomplished.
Let’s look at the medical sector alone. Back then, we had 3,000 doctors and now we have 28,000. Each year our twenty-one medical schools graduate as many doctors as the total number in the country at that time. What a privilege! What a power! What a force! As of the next year, we’ll be graduating more doctors than those who stayed in the country in the early years. Can we not do what we set our minds to in the field of public health? And what doctors they are! They work in the countryside, in the mountains, or in Nicaragua, Angola, Mozambique, Ethiopia, Vietnam, Kampuchea, or at the end of the world! Those are the doctors trained by the revolution! I’m sure Che would be proud, not of the shoddy things that have been done with such a two-bit profiteering mentality; he’d be proud of the knowledge and technology our people have, of our teachers who went to Nicaragua, and the 100,000 who offered to go! He’d be proud of our doctors willing to go anywhere in the world, or our technicians, of our hundreds of thousands of compatriots who have been on international missions!
I’m sure Che would be proud of that spirit just like we all are, but we cannot permit what we have built with our heads and hearts to be trampled on with our feet. That’s the point, that and the fact that with all the resources we have built up, with all that force, we should be able to advance and take advantage of all the potential opened up by socialism and the revolution to get people to move ahead. I would like to know if the capitalists have people like those I mentioned. They are extraordinary internationalists and workers; you have to talk to them to see how they think and feel, to see how deeply thy love their work, and this is not because they’re workaholics but because they feel the need to make up for lost time, time lost during the revolution, time lost during almost 60 years of neocolonial republic, time lost during centuries of colonialism.
We must regain this time! And hard work is the only way, not waiting 100 years to build 100 day-care centers in the capital when we can really do it in two; not waiting 100 years to build 350 all over the country when we can do in it three with our work; not waiting 100 years to solve the housing problem when we can do in a few years with our work, our stones, our sand, our materials, our cement, even with our oil and steel produced by workers. As I said this afternoon at the hospital ceremony, the year 2000 is just around the corner. We must set ourselves ambitious goals for 2000, not for the year 3000 or 2100 or 2050, and if someone suggests that we should, we must reply: “That may suit you, but not us! We have the historic mission of building a new country, a new society, the historic mission of making a revolution and developing a country; those of us who have had the honor and privilege of not just promoting development but a socialist development and working for a more humane and advanced society.”
To those who encourage laziness and frivolity, we will say, “We will live longer than you, no just better than you, or like we would live if everyone were like you. We will live longer than you and be healthier than you because with your laziness you will be sedentary and obese, you will have heart problems, circulatory ailments, and all sorts of other things, because work doesn’t harm your health, work promotes health, work safeguards health and work created man.” These men and women doing great things must become models. We could say that they’re being true to the motto, “We will belike Che!” They are working like Che worked or, as Che would have worked.
When we were discussing where this ceremony should be held, there were many possible places. It could have in the Plaza of the Revolution in the capital; it could have been in a province; it could have been in one of the many workplaces or factories that the workers wanted to name after Che. We gave the matter some thought and recalled this new and important factory, the pride of Pinar del Río, the pride of the country and example of what can be done with progress, study, education in this province, which in the past was so neglected and backward and now has young workers capable of running such a complex and sophisticated factory. We need only say that the rooms where the circuits are printed must be ten times cleaner than an operating room to meet the required standard. It was necessary to do such complex work, with such quality and good equipment, and Pinar del Río residents are doing it marvelously.
When we toured it we were deeply impressed and talked with many compañeros, the members of the Central Committee about what they were doing in the factory, which is advancing at a rapid pace; what was being done in construction. We realized the great future of this factory as a manufacturer of components, of vanguard technology, which will have a major impact on development and productivity, on the automation of production processes. When we toured your first-rate factory and saw the ideas you had which are being put into practice, we realized it would become a huge complex of many thousands of workers, the pride of the province and the pride of the country. In the next five years, more than 100-million pesos will be invested in it to make it a real giant. When we learned that the workers wanted to name it after Che because he was so concerned with electronics, computers and mathematics, the leadership of our party decided that this was where the ceremony marking the twentieth anniversary of Che’s death should be held, and that factory should be given the glorious and beloved name of Ernesto Che Guevara.
I know that its the workers, its young workers, its dozens and dozens of engineers, its hundreds of technicians will do honor to that name and work as they should. This doesn’t only mean being here fourteen, twelve, or ten hours, for often on certain jobs, eight hours of work well done is a real feat. We’ve seen compañeros, especially many women workers doing microsoldering, which is really difficult work that requires rigor and tremendous concentration. We’ve seen them, and it’s hard to imagine how these compañeros can spend eight hours doing that work and turn out up to 5,000 units daily.
Compañeros, don’t think that we feel that’s the only way to solve problems is to work twelve or fourteen hours a day. There are jobs where you can’t work twelve or fourteen hours. In some, even eight hours can be a lot. One day, we hope that not all workdays will be the same. We hope that in certain fields — if we have enough personnel, and we will if we employ them efficiently — we can have six-hour workdays. What I mean to say is that being true to Che’s example and name also means using the workday with the right pace, being concerned about high standards, having people do various tasks, avoiding overstaffing, working in an organized manner and developing consciousness. I’m sure that the workers of this factory will be worthy of Che’s name, just as I’m sure that this province was deserving of hosting the anniversary and will continue to be deserving. If there is something left to say tonight, it’s that despite our problems; despite the fact that we have less hard currency than ever before, for reasons we have explained in the past; despite the drought; despite the intensification of the imperialist blockade — as I see our people respond, as I see more and more possibilities open up, I feel confident, I feel optimistic, and I am absolutely convinced that we will do everything we set our minds to!
We’ll do it with the people, with the masses; we’ll do it with the principles, pride, honor of each and every one of our party members, workers, youth, peasants and intellectuals! I can proudly say that we are giving Che well-deserved tribute and honor, and if he lives more than ever, so will the homeland! If he is an opponent of imperialism more powerful than ever, the homeland will also be more powerful than ever against imperialism and its rotten ideology! And if one day we chose the path of revolution, of socialist revolution and of communism, the path of building communism, today we are prouder to have chosen that path because it is the only one that can give rise to men like Che and a people composed of millions of men and women capable of being like Che!
As [José] Martí said, whereas there are men without dignity, there are also men who carry inside them the dignity of many men! We might add that there are men who carry inside them the dignity of the world, and one of those men is Che!
Patria o muerte! [Homeland or death!] Venceremos! [We will win!]
Σε μια γιορτή για τα 24α γενέθλια του στο Περού έκανε την εξής πρόποση: «…η διαίρεση της Αμερικής σε διάφορες φανταστικές εθνότητες είναι τελείως πλασματική. Αποτελούμε μια ενιαία φυλή μιγάδων η οποία παρουσιάζει αξιοσημείωτες εθνογραφικές ομοιότητες από το Μεξικό ως τον Πορθμό του Μαγγελάνου. Γι’ αυτό στην προσπάθεια μου να ελευθερωθώ από το βάρος οποιουδήποτε στενόμυαλου πατριωτισμού πίνω εις υγείαν του Περού και μιας ενωμένης Αμερικής«. Αυτή η δήλωση του έδειχνε καθαρά τις εξελλισόμενες διεθνιστικές του πεποιθήσεις. Βέβαια δεν αποτελούσαν μια ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση και ήταν κάπως απλοϊκές στην εκτίμηση της κατάστασης. Η ιδέα της ενοποιημένης Λατ.Αμερικής υπάρχει ακόμα από τον καιρό του Σιμόν Μπολιβάρ (ο οποίος ηγήθηκε ένοπλων εξεγέρσεων κατά της Ισπανίας και βοήθησε να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία σ’ ένα μεγάλο τμήμα της Λατ.Αμερικής) και από τους πολέμους της εθνικής απελευθέρωσης του 19ου αιώνα. Η ενότητα της ηπείρου εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο όραμα για τις λατινοαμερικάνικες μάζες, όμως από τότε έχει δημιουργηθεί και μια εθνική συνείδηση σε κάθε χώρα.
Η επιθυμία ωστόσο, των μαζών να ενοποιήσουν την Λατ.Αμερική δεν είναι εφικτή στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η αστική τάξη κάθε λατινοαμερικάνικου έθνους έχει μεν να υπερασπιστεί τα δικά της οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αλλά την ίδια ώρα, έχει μεγάλα κοινά υλικά και οικονομικά συμφέροντα με τον ιμπεριαλισμό, που είναι αντίθετος με την ενότητα της ηπείρου, ακόμα και σε καπιταλιστικές συνθήκες, γιατί μπορεί να επιβάλλεται ευκολότερα σε ξεχωριστά και πιο αδύναμα απ’ αυτόν κράτη. Έτσι, η εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικής ομοσπονδίας στη Λατ.Αμερική με προοπτική την ενοποίηση της ηπείρου, είναι πραγματοποίησιμη μόνο αν ανατραπεί ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός και επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Αυτή η ιδέα του διεθνισμού ήταν ένα θέμα στο οποίο ο Τσε επανήλθε πολλές φορές και μάλιστα τα επόμενα χρόνια υπερασπίστηκε με θέρμη και την ιδέα μιας διεθνούς επανάστασης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.
Ο Τσε συνέχισε το ταξίδι του στην Κολομβία και την Βενεζουέλα χωρίς τον φίλο και σύντροφο του ταξιδιού του και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να δώσει τις τελικές του εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Η επίδραση αυτού του πρώτου ταξιδιού του ήταν φανερή στις «Ταξιδιωτικές του Σημειώσεις» («Notas de Viaje»), που έγραψε μετά βασισμένος στο ημερολόγιο του. Δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε από την Αργεντινή. «Ο άνθρωπος που έγραψε αυτές τις σημειώσεις πέθανε όταν πάτησε ξανά στο έδαφος της Αργεντινής, αυτός που τις εκδίδει και τις επεξεργάζεται, «εγώ» δηλαδή, δεν είμαι εγώ, ή τουλάχιστον δεν είναι το ίδιο εγώ που ήταν προηγουμένως. Αυτή μου η περιπλάνηση στην «Αμερική» μας, με άλλαξε περισσότερο από ότι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ«.
Οταν γύρισε στην Αργεντινή, η οικογένεια του έλπιζε ότι οι μέρες της περιπλάνησης του είχαν τελειώσει κι ότι τώρα πια θα αφοσιωνόταν στο επάγγελμα που είχε διαλέξει, την ιατρική. Ο Τσε ολοκλήρωσε τις σπουδές του τον Απρίλη του 1953 και πήρε το πτυχίο του γιατρού τ
ον Ιούνη, λίγες μέρες πριν κλείσει τα 25. Οι ελπίδες όμως των δικών του έσβησαν γρήγορα όταν ο Τσε ξεκίνησε για τη δεύτερη περιοδεία του στην Αμερική. Σ’ αυτό το ταξίδι θα πήγαινε μαζί με τον παιδικό του φίλο Κάρλος (Καλίκα) Φερέρ, που είχε διακόψει τις σπουδές του στην ιατρική.
Σύμφωνα με τον Καλίκα οι δύο φίλοι σχεδίαζαν να περάσουν πάλι από την Βολιβία, γιατί ο Τσε ήθελε να επισκεφθεί ξανά τα ερείπια των Ινκας και του Μάτσου Πίτσου. Για ακόμα αργότερα σχεδίαζαν να επισκεφθούν την Ινδία όπως έλπιζε ο Τσε και το Παρίσι που ήθελε να γνωρίσει ο Καλίκα. Ετσι, στις αρχές του Ιούλη, όταν οι δύο συνταξιδιώτες ξεκίνησαν με το τρένο από το Μπουένος Αϊρες, ο Τσε δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι σύντομα θα αφιέρωνε την ζωή του στον επαναστατικό αγώνα. Επικρατούσε ακόμα στον χαρακτήρα του ο μποέμ. Σχετικά σύντομα όμως αυτό επρόκειτο να αλλάξει.
Οι άνθρωποι συμμετέχουν στο επαναστατικό κίνημα για πολλούς λόγους. Μερικοί έλκονται από τις πολιτικές ιδέες, άλλοι σπρώχνονται από την αγανάκτηση τους για την υπάρχουσα κατάσταση και κάποιοι κερδίζονται στην επανάσταση όταν ζούν μέσα σε μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, απλά γιατί δεν μπορούν πια να μείνουν αμέτοχοι στα γεγονότα. Ο λόγος για τον οποίο άλλαξε ριζικά η ζωή του Τσε δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια μόνο αιτία. Αναμφίβολα τον ενδιέφερε η πολιτική και πράγματι εξοργιζόταν από τις κοινωνικές συνθήκες που αντίκρυζε. Την ίδια ώρα επηρεάστηκε πολύ από τις ισχυρές κοινωνικές εκρήξεις που γνώρισε στο δεύτερο ταξίδι του στην Λατ.Αμερική και ειδικότερα από τα επαναστατικά κινήματα της Βολιβίας και της Γουατεμάλας. Από κεί και πέρα η ζωή του πήρε μια εντελώς νέα και αναπάντεχη γι’ αυτόν τροπή.
Στην Βολιβία.
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του, ο Τσε έγραψε ένα άλλο ημερολόγιο με τίτλο «Otra Vez» («Πάλι Ξανά»). (* σημείωση στο τέλος του κεφαλαίου) Αναλογιζόμενος πως άρχισε το ταξίδι, έγραφε: «Αυτή τη φορά, το όνομα του κολλητού μου άλλαξε, τώρα ο Αλμπέρτο ονομάζεται Καλί-κα, όμως το ταξίδι παραμένει ίδιο: δύο διαφορετικές επιθυμίες ταξιδεύουν σ’ ολόκληρη την Αμερική χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι θέλουν ή προς τα που είναι ο βορράς«.
Ο Τσέ και ο σύντροφος του έφτασαν τον Ιούλη του 1953 στην Λα Παζ, την πρωτεύουσα της Βολιβίας. Εκεί εμπλάκηκαν αμέσως στις επαναστατικές αναταραχές που συγκλόνιζαν ένα από τα πιο φτωχά και «ινδιάνικα» έθνη της Αμερικής. Δώδεκα μήνες νωρίτερα είχε ξεσπάσει ένας μαζικός ξεσηκωμός των ιθαγενών αγροτών και των εργατών στα ορυχεία κασσίτερου. Αυτή η μαζική εξέγερση ανέβασε στην εξουσία το «Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα» (MNR -Movimiento Nacionalista Revolutionario). Η νέα κυβέρνηση, προσπαθώντας να κρατήσει το μαζικό κίνημα υπό τον έλεγχο της, αναγκάστηκε εξαιτίας των μαζικών ξεσηκωμών να εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Οι χωρικοί, μετά από μια σειρά καταλήψεις σε μεγάλες εκτάσεις γής, επέβαλαν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης. Τα ορυχεία κασσίτερου, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν την μεγαλύτερη πηγή εισοδήματος της Βολιβίας, εθνικοποιήθηκαν. Οι εργάτες των ορυχείων και οι αγρότες πήραν τα όπλα και τμήματα του στρατού πέρασαν με το μέρος τους. Ιδρύθηκε μια πολιτοφυλακή και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ο στρατός τυπικά διαλύθηκε. Παρ’ όλα αυτά, η επανάσταση δεν ολοκληρώθηκε με την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος εργατικής δημοκρατίας και το κίνημα τελικά ηττήθηκε.
Κατά τη διάρκεια αυτών των επαναστατικών γεγονότων, οι εργάτες των ορυχείων έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ίδρυση ενός νέου ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κέντρου, του COB (Central Obrera Boliviana-Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο Βολιβίας). Επηρεασμένο από το επαναστατικό αυτό κύμα το COB υϊοθέτησε και επίσημα πλέον το «Μεταβατικό Πρόγραμμα», που έγραψε ο Λ.Τρότσκυ το 1938. Στην Λα Παζ, ο Τσε περνούσε το μεγάλο μέρος του χρόνου του σε καφενεία και μπαρ, όπου συναντούσε πολιτικούς πρόσφυγες που είχαν καταφτάσει απ’ ολόκληρη την Αμερική. Καθώς προχωρούσε η επανάσταση, η Βολιβία είχε γίνει πόλος έλξης των ριζοσπαστών και αριστερών επαναστατών.
Ο Τσε έγραφε στο «Otra Vez»: «Η Λα Παζ είναι η Σαγκάη της Αμερικάνικης ηπείρου. Μια μεγάλη ποικιλία ριψοκίνδυνων ανθρώπων απ’ όλες τις εθνικότητες φυτρώνει και ανθίζει στην πολύχρωμη αυτή πόλη των μιγάδων». Εκεί, ο Τσε γνώρισε διάφορους πολιτικούς αγωνιστές, με τους οποίους είχε πολλές συζητήσεις και λογομαχίες. Συναντήθηκε, επίσης και με μερικούς Αργεντινούς που ζούσαν στην Λα Παζ. Ανάμεσα σε αυτούς που γνώρισε ήταν κι ένας εξόριστος Αργεντινός, ο Νόγκες.
Η επιρροή των σημαντικών κοινωνικών γεγονότων που συνέβαιναν στη Βολιβία αντανακλώνται στα σχόλια που έκανε ο Τσε για αυτόν τον ηγέτη της Αργεντίνικης κοινότητας. «Οι πολιτικές του ιδέες είναι εδώ και κάμποσο καιρό ξεπερασμένες, όμως αυτός τις διατηρεί ανεξάρτητα από την προλεταριακή καταιγίδα που έχει ξεσπάσει στο πολεμοχαρές μας ημισφαίριο». Με αυτές τις κοινωνικές επαφές, ο Τσε ζούσε μια διπλή ζωή στη Λα Παζ. Από την μια παρακολουθούσε το επαναστατικό κίνημα και από την άλλη συμμετείχε στη ζωή της υψηλής κοινωνίας της Αργεντίνικης κοινότητας. Κάποια στιγμή ο αδερφός του Νόγκες, που είχε γυρίσει πρόσφατα από την Ευρώπη, έδειξε στον Τσε και τον Καλίκα μια πρόσκληση που είχε λάβει για τον γάμο ενός Ελληνα μεγιστάνα, του Αριστοτέλη Ωνάση.
Η φωτιά της επανάστασης.
Ομως, ήταν οι επαναστατικές εξελίξεις που έζησε ο Τσε στη Λα Παζ,, που τον επηρέασαν περισσότερο. Τον Ιούλη έγραφε στον πατέρα του λέγοντας ότι ήθελε να μείνει περισσότερο στη Βολιβία διότι «…είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χώρα και βρίσκεται σε στιγμές μεγάλου αναβρασμού. Στις 2 Αυγούστου θα εφαρμοστεί η αγροτική μεταρρύθμιση και αναμένεται να γίνουν φασαρίες και συγκρούσεις σε ολόκληρη την χώρα. Εχουμε δει απίστευτες διαδηλώσεις, ανθρώπους οπλισμένους με Μάουζερς και «πιριπίπι» (πολυβόλα) να πυροβολούν για πλάκα. Κάθε μέρα ακούγονται πυροβολισμοί και υπάρχουν πολλοί νεκροί και τραυματίες».
Ο Τσε θέλοντας να γνωρίσει τους φημισμένους Βολιβιανούς εργάτες των ορυχείων από πρώτο χέρι, επισκέφτηκε τα ορυχεία της Μπάλσα Νέγκρα, που βρισκόταν έξω από την Λα Παζ. Πριν από την επανάσταση οι φρουροί της εταιρείας πυροβολούσαν εν ψυχρώ τους απεργούς εργάτες. Τώρα όμως τα ορυχεία είχαν εθνικοποιηθεί. Ο Τσε συνάντησε φορτηγά γεμάτα με εργάτες που γύριζαν από την πρωτεύουσα, όπου είχαν πάει για να διαδηλώσουν την υποστήριξη τους στον αγώνα των αγροτών για αγροτική μεταρρύθμιση. «Με σκληρές εκφράσεις στα πρόσωπα τους και με τα κόκκινα πλαστικά κράνη τους φάνταζαν σαν πολεμιστές από άλλους κόσμους».
Παρ’ όλο, όμως που είδε την τρομερή δύναμη των Βολιβιανών εργατών ο Τσε δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει πραγματικά τον αποφασιστικό ρόλο που μπορεί να παίξει η εργατική τάξη στη σοσιαλιστική επανάσταση, ακόμα και σε χώρες όπως η Βολιβία, όπου η εργατική τάξη αποτελούσε την μειοψηφία του πληθυσμού. Αυτή του η αδυναμία, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες έμελλε να έχει ένα άμεσο αντίκτυπο στις ιδέες που ανάπτυξε αργότερα.
Σ’ αυτό όμως το στάδιο της πολιτικής εξέλιξης του Τσε, πρέπει να σημειώσουμε την μεγάλη επιρροή που άσκησαν τα γεγονότα της Βολιβίας στην αντίληψη του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ήρθε σε άμεση επαφή με την φλόγα της επανάστασης. Παρά όμως το σαρωτικό χαρακτήρα αυτών των γεγονότων, ο Τσε παράμεινε ακόμα κύρια παρατηρητής παρά ενεργός συμμέτοχος σ’ αυτά. Αφού παράτειναν τη διαμονή τους στην Λα Παζ για περίπου ένα μήνα, τελικά ο Τσε κι ο Καλίκα, συνέχισαν το ταξίδι τους. Εμειναν λίγο καιρό στο Περού και στη Λίμα, συνάντησαν ξανά τον δόκτωρ Πέσκε και τον Νόγκες. Ο Νόγκες τους κάλεσε μερικές φορές να δειπνήσουν μαζί στο «Κάουντρι Κλάμπ» και στο πιο ακριβό ξενοδοχείο της Λίμας, το «Γκράντ Οτέλ Μπολιβάρ».
Μετά, συνέχισαν για το Εκουαδόρ όπου έκαναν καινούργιες φιλίες. Ο Τσε σκόπευε να συνεχίσει με τον Καλίκα για την Βενεζουέλα. Μετά όμως από μια σειρά περιπέτειες ο Καλίκα και ο Τσε χώρισαν. Ο Καλίκα κατευθύνθηκε προς το Καράκας και ο Τσε μαζί με ένα νέο φίλο, τον Γκάλο, προς την Γουατεμάλα. Βέβαια είχαν μείνει χωρίς λεφτά και έτσι αναγκάστηκαν να δουλέψουν για να πληρώσουν τα εισιτήρια του πλοίου. Πριν φτάσουν στην Γουατεμάλα πέρασαν από την Κόστα Ρίκα, τον Παναμά και τη Νικαράγουα και στο δρόμο ειχαν την ευκαιρία να γνωρίστούν και να συζητήσουν με διάφορα άτομα και παρέες. Ταξιδεύοντας με κατεύθυνση τον βορρά προς την Κεντρική Αμερική, ο Τσε μπήκε για πρώτη φορά σε ένα διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που υπήρχε στη νότια χερσόνησο της Λατινικής Αμερικής. Ο ιμπεριαλισμός κυριαρχούσε σε αυτές τις χώρες του νότου σε συνεργασία με την ντόπια αδύναμη εθνική αστική τάξη. Υπήρχε ένας σχετικά μεγάλος αστικός πληθυσμός, και η εργατική τάξη στις πόλεις όπως και οι κοινωνίες ήταν πιο αναπτυγμένες. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στις φτωχότερες εκείνη την εποχή χώρες, όπως η Βολιβία και το Περού.
Ωστόσο, σε μια σειρά χώρες της Κεντρικής Αμερικής ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ επέβαλλε απ’ ευθείας ντόπιους τυρράνους ως δικτάτορες και την ίδια στιγμή, μισητές εταιρείες όπως η Coca-Cola και η United Fruit Company λεηλατούσαν ξεδιάντροπα τις οικονομίες τους. Οπως σχολίασε κι ο Τσε: «…οι χώρες αυτές δεν ήταν πραγματικά έθνη, αλλά ιδιωτικά φέουδα«. Κι αυτά συνέβαιναν μόλις 50 χρόνια αφότου ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ δημιούργησε το κράτος του Παναμά, που διοικούσε σαν να ήταν χτήμα του, για να έχει τον έλεγχο της διώρυγας που είχε φτιάξει για να εξυπηρετεί τους εμπορικούς και στρατηγικούς του στόχους. Η Νικαράγουα κυβερνιόταν για 30 χρόνια από ένα διεφθαρμένο δικτάτορα, τον Σομόζα. Το Σαλβαδόρ κυβερνήθηκε από μια σειρά δικτατόρων, που σαν κύριο στόχο τους είχαν να υπερασπίσουν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών φυτειών καφέ και οι Ονδούρες έπαιζαν ουσιαστικά το ρόλο της ιδιωτικής φυτείας της United Fruit Company.
Η United Fruit Company ήταν το σύμβολο της εκμετάλλευσης της ηπείρου από τον ιμπεριαλισμό. Ο αγαπημένος ποιητής του Τσε, ο Πάμπλο Νερούδα, έγραψε μερικούς ειρωνικούς στίχους με τίτλο «La United Fruit CO», εκφράζοντας έτσι τα αισθήματα των Λατινοαμερικανών για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία.
«Οταν ήχησαν οι σάλπιγγες όλα πάνω στην γή είχαν ετοιμαστεί κι ο Ιεχωβάς μοίρασε τον κόσμο στην Coca-Cola Inc, την Anaconda, την Ford Motors και σ’ άλλες οντότητες Η United Fruit Company κράτησε γι’ αυτήν το πιο ζουμερό: το κεντρικό παράλιο της γής μου, τη γλυκειά μέση της Αμερικής…». Το ποίημα του Νερούδα συνεχίζει και καταγγέλει την εταιρεία που δημιούργησε τις «δικτατορίες της μύγας», τους δικτάτορες δηλαδή της Κεντρικής Αμερικής: «μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος, μύγα Καρρίας, μύγα Μαρτίνεζ, μύγα Ουβίκο…. μύγες ποτισμένες με αίμα».
(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: “Ξεκίνημα”, Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).
Με το προσωνοίμιο «Che» (Τσε) είναι γνωστός παγκοσμίως ο Ερνέστο Γκεβάρα. Η συνήθεια του να χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή σε καθημερινές φράσεις αποτέλεσε το λόγο που του προσδώθηκε το ψευδώνυμο. Σε αρκετές χώρες όπου ομιλείται η ισπανική γλώσσα η έκφραση «Τσε» – χρησιμοποιούμενη κυρίως στην καθομιλουμένη αργκό – αποτελεί προσφώνηση του τύπου «φίλε», «αδελφέ», «μεγάλε». Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η αντίστοιχη ισπανική φράση των αγγλικών εκφράσεων «man», «dude», «bro».
Η έκφραση «Τσε» χρησιμοποιείται κυρίως στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη. Δεν είναι όμως απίθανο να ακουστεί σε δρόμους της Παραγουάης, του Περού ή και της Βραζιλίας. Κατά την Κουβανική Επανάσταση, η εμμονή του Γκεβάρα στη χρήση της προσφώνησης αυτής ήταν αρκετά αξιοπερίεργη γιά τους λοιπούς λατινοαμερικάνους συντρόφους του που, έπειτα από ένα διάστημα, καθιερώθηκε ως το μόνιμο σύντομο όνομα του Ερνέστο. Έτσι, ο αργεντίνος κομαντάντε ονομάζονταν απλώς ως «El Che» και με αυτό μάλιστα το ψευδώνυμο υπέγραψε τα πρώτα χαρτονομίσματα της Κεντρικής Τράπεζας που εξέδωσε η Επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας.
Πώς είναι δυνατόν σε ένα κόσμο που τα πάντα έχουν να κάνουν με το χρήμα ο Τσε να παραμένει ζωντανός;
Σήμερα οι νέοι ψάχνουν πολύ την εικόνα του. Αυτό συμβαίνει ίσως γιατί έχουν ανάγκη το παράδειγμα ενός άνδρα ολοκληρωμένου. Στον κόσμο που ζούμε οι άνθρωποι αναζητούν κάτι πιο αγνό, πιο καθαρό, κάτι στο οποίο να μπορούν να στηριχθούν, όπως ένα κομμάτι ξύλο στη θάλασσα. Νομίζω πως αυτό ακριβώς ήταν ο πατέρας μου.
Πως μπορεί κάποιος τη σήμερον ημέρα να πιστεύει ακόμη στις ιδέες του Τσε;
Οι ιδέες του είναι αναγκαίες σήμερα. Η πραγματικότητα για την οποία πάλεψε και αγωνίστηκε έστω και ως ιδέα έχει καταρρακωθεί από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Δέστε τι γίνεται ακόμη και στην Ευρώπη. Η φτώχια σαρώνει. Ο καπιταλιστικός κόσμος που δημιουργούν τα θέλει όλα δικά του και δεν αφήνει τίποτα για τους άλλους. Σε αυτες τις ανάγκες, σε αυτες τις συνθήκες, η εικόνα του Τσε γίνεται ακόμα πιο δυνατή. Ίσως ο κόσμος έχει μεγάλη ανάγκη για νέες ιδέες.
Πόσα χρόνια κυριαρχεί ο καπιταλισμός ως διεθνές σύστημα; Περισσότερα από 200 χρόνια; Ναι. Και το 80% της ανθρωπότητας παραμένει φτωχό. Άρα αυτό το σύστημα δεν έλυσε τα προβλήματα της μεγάλης πλειοψηφίας. Άρα τι πρέπει να κάνουμε; Να ψάξουμε για εναλλακτικές. Πρέπει να θέσουμε σε ισχύ ιδεές που να μιλούν για αλλυλεγγύη, για σεβασμό μεταξύ των λαών και αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.
Ποια πιστεύετε ότι είναι η επόμενη μέρα της Κούβας;
(Γελάει). Ποτέ δεν μπορώ να αποφύγω αυτήν την ερώτηση! Κοίτα, πρέπει να ξέρεις την Κούβα για να καταλάβεις. Ο κουβανέζικος λαός έχει πολεμήσει πολλά χρόνια για να κατακτήσει την ανεξαρτησία του και το κατάφερε πριν 50 χρόνια. Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να καταλάβετε πως ο Φιντέλ Κάστρο είναι ένας άνδρας εξαιρετικός, ένας άνδρας μοναδικός, αλλά είναι μόνος… Μόνος δε θα μπορούσε να κάνει επανάσταση στην Κούβα και όντας μόνος δεν μπορεί να τη διατηρήσει. Και μάλιστα σε απόσταση μόλις 90 μιλίων από τις ΗΠΑ. Πρέπει να υπάρχει λαϊκή συνείδηση και συναίνεση για να προχωρήσει η επανάσταση.
Πιστεύετε πως ο καπιταλισμός θα καταφέρει να εισβάλλει εύκολα στην Κούβα;
Πιστεύω πως δεν είναι ο καπιταλισμός η πραγματική μας ανησυχία. Νομίζω πως υπάρχουν άλλα σοβαρότερα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Στον κόσμο, βλέπεις, αρέσει να βολεύεται όταν του δίνονται προνόμια. Εμείς πρέπει να παλέψουμε ενάντια σε αυτό. Να παλέψουμε για την ιδεολογία μας. Δεν φοβόμαστε λοιπόν τον ιμπεριαλισμό. Αυτό που μας φοβίζει είναι το κατά πόσο μπορούμε εμείς οι ίδιοι να διατηρήσουμε το σύστημα που έχουμε δημιουργήσει. Και για αυτό πρέπει να παλεύουμε διαρκώς.
Τι συμβαίνει στη Λατινική Αμερική; Γιατί τόσες κοινωνικές επαναστάσεις τώρα;
Πολλά πράγματα συμβαίνουν. Είναι μια από τις πιο όμορφες περιόδους της ηπείρου μου. Ή θα τα καταφέρουμε τώρα ή δε θα τα καταφέρουμε ποτέ. Υπάρχει άρωμα επανάστασης, μια λαϊκή κίνηση δυνατή. Έχουμε τις αντιδράσεις των ιθαγενών στον Ισημερινό, στη Βολιβία, στη Βραζιλία… Αντιδράσεις μεγάλες, δυνατές, θαυμάσιες κινήσεις λαϊκές. Ο κόσμος ψάχνει για τις εναλλακτικές που σας έλεγα. Και σε αυτό αρχηγός είναι αυτή τη στιγμή η Βενεζουέλα.
Γιατί αποφασίσατε να γίνετε γιατρός;
Η ιατρική είναι η πιο ανθρωπιστική επιστήμη. Το να είσαι γιατρός σημαίνει να είσαι κοντά στη χαρά και στον πόνο του ανθρώπου. Από τη στιγμή που γεννήθηκα εισέπραξα πολύ αγάπη από το λαό μου και ήθελα κάπως να την επιστρέψω. Δε θα μπορούσα να γίνω κάτι άλλο. Μόνο έτσι μπορώ να αποπληρώσω κάτι από όλα όσα έχω εισπράξει.
Ο Τσε έπρεπε να πεθάνει για να γίνει σύμβολο;
Όχι… Ο Τσε και όσο ζούσε ήταν σύμβολο. Σύμβολο αγώνα και αντίστασης για πολλούς άνδρες και γυναίκες στον κόσμο. Δυστυχώς πέθανε πολύ νέος. Κι όμως με τόση λίγη ζωή άφησε τόσα πράγματα για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Φανταστείτε τι θα είχε αφήσει για όλους μας αν ζούσε περισσότερο. Ήταν πάντα υπέροχος…
Πως συνδυάζονται τα όπλα με τη φωτογραφική μηχανή;
Τα όπλα όταν χρησιμοποιούνται σωστά, σε βοηθούν να υπερασπιστείς τις αρχές σου, την ίδια σου την τρυφερότητα ως άνθρωπος. Κάποια στιγμή βρέθηκα στη Βραζιλία και είδα την απόγνωση ανδρών, γυναικών και παιδιών στους δρόμους, είπα πως κάτι πρέπει να κάνω. Ή θα πεθάνουμε από την πείνα ή θα πεθάνουμε προσπαθώντας να αλλάξουμε αυτήν την πραγματικότητα. Το πώς θα την αλλάξει κάθε λαός είναι δική του απόφαση. Όμως αν αποφασίσει να πάρει τα όπλα για να προστατεύσει τη ζωή του, κανείς δε θα έχει το δικαίωμα να τον κριτικάρει. Δεν είναι παιχνίδι η ζωή των λαών.
Να μιλάς σήμερα για τον Ερνέστο Γκεβάρα, τον θρυλικό Τσε, είναι σαν να πατάς αμέριμνος πάνω στον τάφο του παππού σου. Κι ωστόσο δεν είναι τόσο απόμακρος στον χρόνο όσο οι παππούδες μας, συνομήλικος είναι, ή περίπου. Σύγχρονος κι απόμακρος μαζί. Την απόσταση από τον επαναστάτη μιας άλλης εποχής τη δημιουργεί η πραγματική ιστορία του Γκεβάρα μέσα στην εποχή του, που δεν είναι πια η δική μας. Την «επικαιρότητά» του, τη συγχρονικότητά του, η αγορά των συμβόλων. Δεν εννοώ τα εμπορεύσιμα σύμβολα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ, αλλά τα σύμβολα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι και με τα οποία αλληλοαναγνωρίζονται. Γι’ αυτή τη δεύτερη συμβολοποίηση του Γκεβάρα θέλω να πω δυο λόγια, για την εικόνα του που ξεπερνά την εποχή του, ακόμη και την ιστορική του προσωπικότητα.
Δύο τα κύρια στοιχεία αυτής της εικόνας που καταναλώθηκε όσο λίγες αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια: το ένα ο ωραίος, ο νέος, ο ιδαλγικός επαναστάτης με το αστέρι στο μαύρο του μπερέ και το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα. Το άλλο στοιχείο, ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, τρυπημένο από τις σφαίρες των εκτελεστών του που έστειλαν τον Τσε στον άλλο κόσμο, ένα πτώμα «όμορφο», σαν Χριστός μετά την αποκαθήλωση, πτώμα όμως που έδειχνε αναντίλεκτα ότι ο ζωντανός άνθρωπος ήταν πλέον πεθαμένος και νεκρός.
Σε όσους έβλεπαν την εικόνα του ιδαλγικού επαναστάτη, η φωτογραφία του πτώματος έλεγε ότι το όραμα και ο οραματιστής δεν υπάρχουν πια. Σε όσους, πάλι, έβλεπαν το τρυπημένο από τις σφαίρες πτώμα, την αμετάκλητη απουσία του επαναστάτη, εκείνο το φλογερό βλέμμα της εικόνας του Τσε τον ξανάφερνε στη Γη ζωντανό ως επαναστάτη. Τη μια εικόνα, του νεκρού, την έφτιαξε η φωτογραφική μηχανή και οι σκοποί εκείνων που φωτογράφισαν το πτώμα.
Ήθελαν να καταδείξουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο σε όλη την οικουμένη ότι ο Τσε ήταν νεκρός. Μαζί του και ό,τι προσπάθησε, όσα οραματίστηκε. Επέζησε όμως επίμονα η εικόνα του επαναστάτη με το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα, παρ’ όλη την εμπορευματοποίηση που του επέβαλλαν τα ΜΜΕ, οι μόδες, οι ενδυματολογο-μουσικές βιομηχανίες και εκκεντρικότητες. Δεν ήταν όμως δικό τους δημιούργημα, όσο κι αν την ιδιοποιήθηκαν, την εκμεταλλεύτηκαν, την πούλησαν, όσο κι αν τη μελοδραματοποίησαν. Δεν ήταν η αγοραία χρήση της φωτογραφίας, του θρύλου και του μύθου που κράτησε στη ζωή το σύμβολο επί τριάντα χρόνια. Διότι το εικονίζον παρέπεμπε συνεχώς στον εικονιζόμενο και τα συμφραζόμενά του, σε μια φαντασιακή αναφορά, πέρα από τις μεντιατικές παραποιήσεις και τις ιδεολογικές οικειοποιήσεις του εκάστοτε συρμού.
Το εικονιζόμενο ήταν μια ρομαντική αναφορά στο πνεύμα της εξέγερσης, συμπύκνωνε τους οραματικούς συμβολισμούς μιας ολόκληρης γενιάς: της εξεγερμένης νεολαίας της δεκαετίας του ’60. Όχι, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε στην περίπτωση αυτή τη ρήση του Ιωάννου του Δαμασκηνού «άλλο το εικονίζον και άλλο το εικονιζόμενο», διότι υπήρξε ανάμεσά τους μια μυστική επικοινωνία. Η εικόνα του επαναστατικού συμβόλου, όπως όλα τα σύμβολα, καθοδηγούσε το βλέμμα μέσα στο χάος του άγνωστου και της προσδοκίας.
Δεν αναφέρομαι στους συμβολισμούς του Τσε και της εικόνας του στη Λατινική Αμερική. Εκεί η επιθυμία και η ανάγκη, η κοινωνική συνθήκη της καταπιεσμένης αγροτιάς και της απέραντης πλέμπας των πόλεων, δίνουν άλλα νοήματα στους λαϊκούς συμβολισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές. Εκτρέφουν ακόμη και την αγιοποίηση. Δεν είναι ίδια η περίπτωση στο Καρτιέ Λατέν, στη Ρώμη, στα Εξάρχεια. Αναφέρομαι στη θέση που κατέκτησε το σύμβολο Τσε στην εξεγερμένη νεολαία -κι όχι μόνο- της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Εδώ, σ’ ένα πρώτο επίπεδο πρόσληψης του Τσε έδρασε ο συμβολισμός του αντάρτη, του γκεριγέρο, για την άμεση πολιτική συνθηματολογία: ένα, δύο, τρία Βιετνάμ, η Τρικοντινεντάλ, η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού (μαοϊκό αυτό, αλλά συμβατό με το γκεβαρικό διάβημα), το αντάρτικο πόλης, ο ένοπλος αγώνας που μόνο αυτός αποδίδει την αλήθεια στην επαναστατική πράξη, η θεωρία του focus, το παράδειγμα της πρωτοποριακής ομάδας που θα μιμηθούν οι μάζες, η επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ο ασυμβίβαστος αντιγραφειοκράτης. Όμως, αυτή η άμεση πολιτική συνθηματολογία και ιδεολογία, η εμπνευσμένη από το παράδειγμα του Γκεβάρα και που μετέτρεψε τον πολιτικό-πρακτικό και θεωρητικό του λόγο σε «γκεβαρισμό», γρήγορα εκμηδενίστηκε, όπως και η απόπειρα του Τσε στα βουνά της Βολιβίας. Και δεν άφησε τίποτε πίσω της, παρά μονάχα τη νοσταλγία και κάποιες απονεννοημένες απόπειρες που έσβησαν κι αυτές στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80, μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση των εμπνευστών της. Ο γκεβαρισμός στη Δύση δεν είχε συνέχεια. Υπήρξε όμως κάτι βαθύτερο από την επαναστατική γυμναστική και την ανατρεπτική φλυαρία, που πουθενά δεν γνώρισαν καμιά νίκη. Ξέρουμε ότι οι εξεγέρσεις -οι φοιτητικές και οι εργατικές- της δεκαετίας του ’60 δεν απείλησαν και δεν άλλαξαν τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλια -τον καπιταλισμό- των κοινωνιών που τις γέννησαν. Η μια κοινωνία μετά την άλλη, η μια εξουσία μετά την άλλη επανέκτησαν γρήγορα το πρόσκαιρα χαμένο έδαφος, εξομάλυναν την αναταραχή, ξαναβρήκαν τον βηματισμό τους. Τούτη η επανάκτηση θα ήταν υπεραρκετή να ενταφιάσει για πάντα το είδωλο του Τσε, όπως χώνεψε κι άλλα πολύ πιο μακρόβια και πολύ πιο αγκυρωμένα στις συλλογικές αναπαραστάσεις σύμβολα.
Πρέπει, ωστόσο, να πάρουμε υπόψη ότι, κατά την «εξεγερμένη» δεκαετία του ’60 στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως, είχε υπάρξει μια ορισμένη σύγκλιση του πολιτικού οράματος με το πολιτισμικό. Εντελώς επιγραμματικά υπενθυμίζω νέα αιτήματα που ανατάραζαν την κατεστημένη τάξη: σεξουαλική επανάσταση, φεμινισμός, αντιαυταρχικό σχολείο, σχετικοποίηση της επιστήμης, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, οικολογία, αντιψυχιατρική, έκρηξη της υποκειμενικότητας, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και γενικότερα των ιεραρχικών δομών, αναθεμελίωση του πανεπιστημίου, αμφισβήτηση του ευρωπαιοκεντρισμού, της κομματοκρατίας, του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, της μικροαστικής ηθικής. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα ότι η εξουσία θεμελιώνεται όχι μόνο στο κράτος και τα χρηματιστήρια, αλλά και σε άλλους πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ακόμη και στη γλώσσα και στην τέχνη και στο σχολείο. Αυτές οι αναζητήσεις, οι ζητήσεις και κινήματα, συνοδευμένες από τη ροκ, τα τζην, τα τραγούδια των Μπητλς και του Ντύλαν, συνοδευμένες από το αντιπολεμικό πνεύμα και την άρνηση του σοβιετισμού, καταλήγουν σε αποσύνθεση μέσα στη νοσταλγία ή στην αντιστροφή. Η φαντασία δεν ήρθε στην εξουσία, πολλοί «φαντασμένοι» όμως θρονιάστηκαν για τα καλά εκεί. Σ’ αυτές όμως τις κοινωνικές ζητήσεις της δεκαετίας του ’60 πρέπει να αναζητήσει κανείς τους λόγους της επιβίωσης του ειδώλου του Τσε: στο σώμα, αν και ασπόνδυλο, μιας πολιτιστικής επανάστασης, που δεν βρήκε τρόπο να είναι κάπως και πολιτική. Γιατί ήταν πράγματι μια πολιτιστική επανάσταση, μολονότι τελικά χάθηκε αφήνοντας τον Κλίντον με το τρομπόνι του να παίζει τον επικήδειό της.
Ο Τσε, αν και χάθηκε «ανώφελα», θα πάρει επικές διαστάσεις. Ίσως ήταν η τελευταία έκφραση επικής ιδεολογίας. Το μοντέλο, βέβαια, του γκεβαρισμού δεν αντιστοιχούσε σε ό,τι προσδιόριζε την εποχή εκείνη στην ανεπτυγμένη Δύση. Ο Τσε, όμως, αυτό το βλέμμα στον ορίζοντα, ενσάρκωσε δυνατά την προσδοκία για την αλλαγή της ζωής, των προϋποθέσεων της ζωής. Δεν ξέρω τι έβλεπε ο ίδιος, ίσως μάλιστα το όραμά του να μας είναι ξένο σήμερα, όπως και οι τρόποι που διάλεξε για να το πραγματοποιήσει, ίσως να προστάτευσε τη σαγήνη του ο θάνατός του. Παρά ταύτα, δεν πιστεύω ότι η «επικαιροποίηση» του Γκεβάρα αυτές τις μέρες είναι μεντιατικός θόρυβος, ούτε νοσταλγία παλαιών πολεμιστών που τη συνδαυλίζει η επέτειος. Έχει μείνει κάτι πολύ σημαντικό, ζεστό, από τη δεκαετία του ’60 και το κατεξοχήν σύμβολό της: η ανάγκη της εξέγερσης, η κληρονομιά της απείθειας. Η ανάγκη της εξέγερσης, της επανάστασης, είναι η πιο ανθρώπινη πολιτική και ηθική ανάγκη, όταν η ζωή γίνεται αβίωτη. Είναι η στιγμή που, όπως έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, αισθανόμαστε ντροπή να είμαστε άνθρωποι. Η εικόνα του Ερνέστο Γκεβάρα είναι ο καθρέφτης για το πρόσωπο της ντροπής μέσα στον μεταμοντέρνο κόσμο μας.
* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Ενθέματα, εμβολιασμοί και στράτευση. Παρεμβάσεις για την Αριστερά 1996-2008, Αθήνα 2008, σ. 75-79. Η αναδημοσίευση έγινε από το ιστολόγιο «ΠαραλληλοΓράφος«. Ο Άγγελος Ελεφάντης (1936-2008) ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας.