Συντάκτης: Guevaristas
Μάριο Μόνχε (Mario Monje)
Ο Μάριο Μόνχε Μολίνα ήταν ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας (Partido Comunista Boliviano) την περίοδο που ο Τσε επιχειρούσε τη δημιουργία αντάρτικου κινήματος στη χώρα. Γεννημένος στην κωμόπολη Ιρουπάνα ήταν εκ των ιδρυτών του Κ.Κ. και σταδιακά ανελίχθηκε στην κομματική ιεραρχία.
Ο Μόνχε θεωρείται εκ των βασικών υπαιτίων γιά την σύλληψη του Τσε από το βολιβιανό στρατό. Ως Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βολιβίας είχε αρχικά δεχθεί να βοηθήσει το Γκεβάρα στη δημιουργία αντάρτικου στρατού. Άλλαξε την απόφαση του την τελευταία στιγμή, προδίδοντας ουσιαστικά τον Τσε, κάτι που πιστεύεται ότι ήταν αποτέλεσμα τόσο των προσωπικών επιφυλάξεων του Μόνχε απέναντι στους κουβανούς όσο και πολιτικής πίεσης προερχόμενης από τη Μόσχα.
Ο αμερικανός καθηγητής Ιστορίας Πωλ Ζ. Ντοσάλ αναφέρει στο βιβλίο του Comandante Che: Guerrilla Soldier, Commander, and Strategist, 1956-1967:
«Το Μάϊο του 1966 το Κομμουνιστικο Κόμμα της Βολιβίας (ΚΚΒ) είχε επισήμως υιοθετήσει ψήφισμα το οποίο πρότεινε την ένοπλη δράση ως το μόνο δρόμο για την απελευθέρωση της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, στις εθνικές εκλογές που έλαβαν χώρα δύο μήνες αργότερα, το Κ.Κ.Β έλαβε το υψηλότερο ποσοστό ψήφων στην ιστορία του, προωθώντας τον αμφιταλαντευόμενο Μόνχε στο δρόμο της εκλογικής μάχης και μακρυά απ’ το πεδίο του ένοπλου αγώνα τον οποίο το κόμμα είχε εγκρίνει λίγους μήνες πριν. Μια ομάδα εκπαιδευμένων στην Κούβα ανταρτών-μελών του κόμματος, μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Περέδο, προέτρεψε τον Μόνχε να ξεκίνησει αντάρτικο κίνημα. Το καλοκαίρι του 1966, το Κ.Κ.Β. ξεκίνησε να επιλέγει και να εκπαιδεύει προσωπικό για αντάρτικη αποστολή υπό βολιβιανή ηγεσία. Παρ’ όλα αυτά, σε μια μυστική συνάντηση στη Λα Παζ με τους Βιγιέγκας και Μαρτίνεζ Ταμάγιο, στις 25 Ιουλίου, ο Μόνχε αντιτάχθηκε στην πρόταση γιά αντάρτικο κίνημα. Στις 28 Ιουλίου, ο Βιγιέγκας και ο Ταμάγιο πίεσαν τον αναποφάσιστο ακόμη Μόνχε, ζητώντας την υποστήριξη του για μια γενικευμένη εξέγερση με χαρακτηριστικά αντάρτικου. Παρά το γεγονός ότι ο Μόνχε δεν έδωσε την συγκατάθεση του, υποσχέθηκε να στηρίξει τους κουβανούς με 20 άνδρες. Όταν όμως στις 8 Αυγούστου ο Μαρτίνεζ του ζήτησε την παραχώρηση αυτών των 20 πολεμιστών, ο Μόνχε παρίστανε τον ανήξερο: «Είκοσι τι;».
Ο Μόνχε ήταν επιφυλακτικός απέναντι στους Κουβανούς από την πρώτη Σύνοδο της Τρικοντινεντάλ, τον Ιανουάριο (1966). Ο ίδιος διαδοχικά υποστήριξε και έπειτα απέρριψε την περίπτωση ένοπλου αγώνα, στεκόμενος πάντα εμπόδιο στην κουβανική ανάμειξη στη Βολιβία και χωρίς ποτέ να έχει δει με καλό μάτι την προσπάθεια του Τσε. Οι κουβανοί υποστηρίζουν ότι (ο Μόνχε) είχε υποσχεθεί να στηρίξει τον Τσε – ο ίδιος έχει αρνηθεί ότι έδωσε ποτέ επίσημη συγκατάθεση γιά αντάρτικο αγώνα στη Βολιβία».
Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο 2 / Che Guevara and Fidel Castro 2
Ο αληθινός Τσε
Του Γιώργου Ρούση.
Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας θεωρητικοποίησης και εκ των υστέρων αιτιολόγησης μιας ειλημμένης ήδη απόφασης -η οποία πάρθηκε για λόγους που οφείλω να διερευνήσω σε επόμενο σχόλιό μου- χρησιμοποιείται πολύ συχνά ένα κλασικό μεθοδολογικό τερτίπι.
Αυτό συνίσταται στο να παρουσιάζονται στα μέτρα του επιδιωκόμενου στόχου προσωπικότητες οι οποίες έχουν σημαντική απήχηση σε όσους επιθυμούμε να πείσουμε. Η μέθοδος είναι κλασική. Οπως θα δούμε στη συνέχεια χρησιμοποιείται ήδη, και είναι βέβαιο ότι θα επικρατήσει ως μεθοδολογικό εργαλείο στην αναθεωρημένη κομματική ιστορία που μέλλει να δημοσιευτεί στο αμέσως επόμενο διάστημα. Και βεβαίως δεν θα αφορά μόνον πρόσωπα αλλά και γεγονότα.
Ζαχαριάδης, ΕΑΜ, ΕΔΑ, ο ίδιος ο χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού… θα ραφτούν και θα κοφτούν στα μέτρα του σεχταρισμού και της αντιμετωπικής πολιτικής που ακολουθείται σήμερα.
Πρόκειται για μια μέθοδο που ακολούθησε ο Πλάτωνας όταν ήθελε να παρουσιάζεται ο κόσμος των θεών του Ολύμπου ως ένας κόσμος δίχως αντιθέσεις και συγκρούσεις, έτσι ώστε αυτός να λειτουργεί ως υπόδειγμα για την ιδανική κοινωνία την οποία πρότεινε. Τι κι αν με βάση τη μυθολογία οι θεοί αλληλοσπαράζονταν μεταξύ τους. Λίγη σημασία είχε για το μεγάλο αρχαίο στοχαστή.
Την ίδια χρησιμοποίηση είχε και ο Χριστός, ο οποίος όχι λίγες φορές πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας προσωπικότητας η οποία σε τίποτα δεν είχε να κάνει με τις αρχικές ιστορικές ή μυθολογικές περιγραφές του. Πιο πρόσφατα ο Νίτσε, του οποίου ο Ζαρατούστρα έσουρνε στο κράτος-παγερό τέρας- όσο λίγοι στοχαστές, εμφανιζόταν από τους χιτλερικούς, δηλαδή από τους εμπνευστές του πλέον κτηνώδους κράτους της ιστορίας, ως εμπνευστής τους…
Μήπως όμως και ο Μαρξ δεν παρουσιάστηκε το πιο συχνά να υποστηρίζει ακριβώς τα αντίθετα από εκείνα που πραγματικά υποστήριζε, μόνον και μόνον διότι αυτό εξυπηρετούσε εκείνους που τον αναθεωρούσαν στην πράξη ή στη θεωρία ;
Αλλά ας έλθουμε στον θέμα μας, που δεν είναι άλλο από τον Τσε.
Εδώ και λίγα χρόνια νυν κυβερνητικός, λογοτεχνίζων βουλευτής επεδίωκε να πείσει ότι αν ζούσε στην εποχή μας ο Τσε θα ήταν γιάπης!
Και έρχεται το γνωστό μας Ανθρωπάκι[i] λίγες Κυριακές πιο πριν, με ένα εισαγωγικό σημείωμα σε ένα κείμενό του στον «Ριζοσπάστη»[ii] το οποίο ακολουθούσε το διθύραμβο του σταλινισμού, να μας τον εμφανίσει κουτοπόνηρα ως δήθεν σύμφωνο με τις αναλύσεις του κομματικού ιερατείου περί καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Επειδή λοιπόν και πάλι η μισή αλήθεια είναι ένα μεγάλο ψέμα, ας δούμε όσο μας επιτρέπει ο χώρος ποια είναι η πραγματικότητα.
Δεν είναι ψέμα ότι ο Τσε ήταν αντίθετος στο «σοσιαλισμό της αγοράς» και στην αυτονομία των επιχειρήσεων με βάση την κερδοφορία τους, και ότι ήταν υπέρ της κεντρικής σχεδιοποίησης. Μάλιστα ο Τσε φτάνει να κατηγορήσει και τον Λένιν για τη ΝΕΠ, θεωρώντας όμως ταυτόχρονα με μια δόση χιούμορ, ότι αν ο Λένιν «δεν είχε κάνει το λάθος να πεθάνει» θα μπορούσε να διορθώσει τις πιο οπισθοδρομικές πτυχές αυτής του της μεταρρύθμισης. Βέβαια είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι δίχως και πάλι ο Τσε να έχει επ’ αυτού μια ολοκληρωμένη αντίληψη, τοποθετείται σαφώς υπέρ της σοσιαλιστικής δημοκρατικής σχεδιοποίησης, με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των ίδιων των εργατών σε αυτήν. Και όπως άλλωστε ο Λένιν, καταγγέλλει και προειδοποιεί για τους κινδύνους απόσπασης των όποιων διαχειριστών, στο βαθμό που παραβιάζεται αυτή η δημοκρατία.
Σε ένα γενικότερο επίπεδο ο Τσε ασκεί κριτική στην Κούβα η οποία διακρινόταν από έναν «ιδεολογικό μιμητισμό», πιο ειδικά απέναντι στα σοβιετικά εγχειρίδια -αυτά δα που και το δικό μας κόμμα τα θεωρούσε σαν βαγγέλια – «τα οποία είχαν το μειονέκτημα να μην σε αφήνουν να σκέφτεσαι: το Κόμμα το έχει ήδη πράξει για λογαριασμό σου και εσύ πρέπει απλώς να το χωνέψεις»[iii].
Από την άλλη όμως ο Τσε αν και δεν πρόλαβε να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη άποψη περί Στάλιν, είχε μια σαφή αντίληψη για την ουσία της στάσης του. Να τι γράφει σε μια από τις «κριτικές υποσημειώσεις» του: «Το μεγάλο ιστορικό έγκλημα του Στάλιν (ήταν) ότι περιφρονούσε την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας».
Οπως ορθά επισημαίνει ο Michael Lowy, «αν αυτό δεν αποτελεί ακόμη μια ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, αποτελεί όμως ήδη μια κατηγορηματική απόρριψή του», και στην κάθε περίπτωση καταδεικνύει ότι ο Τσε κάθε άλλο παρά συμφωνούσε με τον Στάλιν.
Επίσης ο Τσε ήταν κάθετα αντίθετος με τη δυνατότητα κατάκτησης του κομμουνισμού σε μια μόνο χώρα[iv].Γράφει σχετικά : «Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον κομμουνισμό σε μια μόνον χώρα» ; Ο Λένιν «ξεκάθαρα διατύπωσε τη θέση για τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, κάτι το οποίο στη συνέχεια απορρίφθηκε»[v].
[i] Υπόσχομαι, σε επόμενο σχόλιό μου να αναφερθώ σε όλα τα χαρακτηριστικά από το «Ανθρωπάκι» όπως τα παραθέτει ο Τσίρκας στην Τριλογία του.
[ii] 13/2/20011.
[iii] Αυτή η επιστολή που έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη περιέχεται στο Nestor Kohan, Ernesto Che Guevara. Otro mundo es posible, Nuestra America, Buenos Aires, 2003, p. 156-158.
[iv] Μια θέση που υποστηρίχτηκε το 1924 από τον Στάλιν και υιοθετήθηκε στο XIV Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το Δεκέμβρη του 1925.
[v] Βλέπε Michael Lowy, «Le socialisme selon Che Guevara», «Le monde diplomatique», Οκτώβριος 2007.
Ο Γιώργος Ρούσης είναι καθηγητής πολιτικής θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη «Ελευθεροτυπία», 13 Μαρτίου 2011.
Διάφορα γράμματα & επιστολές
Τον Ιανουάριο του 1958, ο Τσε γράφει γράμμα προς την τότε σύζυγο του Ίλντα Γκαντέα. Η επιστολή γράφτηκε δύο μήνες μετά την απόβαση του πληρώματος της Granma στις κουβανικές ακτές και δίνει μιά εικόνα του πως «έβλεπε» ο Τσε εκείνη την περίοδο του ανταρτοπολέμου.
«Αγαπητή Γραία!
«Σου γράφω αυτές τις φλεγόμενες Μαρτινές* γραμμές από την κουβανική Μanigua. Είμαι ζωντανός και διψώ για αίμα. Μπορεί να πείς ότι είμαι πραγματικά ένας στρατιώτης (τουλάχιστον είμαι βρώμικος και υπό κατάρρευση), για ένα χαώδες σετ μαγειρικής χρησιμεύει ως γραφείο μου, ένα όπλο είναι κρέμεται πάνω απ’ τον ώμο μου και ένα νέο απόκτημα – ένα πούρο – κολλημένο ανάμεσα στα δόντια μου. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.
Γνωρίζετε ήδη ότι μετά από επτά ημέρες στο Granma, όπου είχαμε επιβιβαστεί τόσο αναπαυτικά που δεν μπορούσες καν να αναπνεύσεις, καταλήξαμε από λάθος του πλοηγού μας σε κάποιο δύσοσμο υπόροφο και η ατυχία μας συνεχίστηκε μέχρι που δεχθήκαμε επίθεση στην ήδη διαβόητη Alegra de Pio και έπρεπε να διασκορπιστούμε σαν τα περιστέρια. Εγώ τραυματίστηκα στο λαιμό και παραμένω ζωντανός μόνο χάρη στη ζωή της γάτας μου, μια σφαίρα από ένα πολυβόλο που βρήκε τη θήκη φυσιγγίων μου εκφεντονιζόμενη γύρω από το στήθος μου, και από εκεί πέρασε ξιστά απ’ το λαιμό μου. Περιπλανήθηκα στους λόφους για λίγες μέρες, θεωρώντας τον εαυτό μου σοβαρά τραυματίσμένο, γιατί εκτός από την πληγή στο λαιμό μου το στήθος μου πονούσε άσχημα.
Από αυτούς που γνωρίζεις μόνο ο Jimmy Hertzel πέθανε, παραδώθηκε και τον σκότωσαν. Πέρασα επτά ημέρες με την Almeida και τον Ramirito – τους ξέρεις – φοβισμένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, μέχρι που αποδράσαμε απ’ την ενέδρα και με τη βοήθεια των χωρικών ενωθήκαμε μαζί με τον Φιντέλ (που λένε ότι ο καημένος ο Сico επίσης έχασε τη ζωή του, αν και δεν είμαστε ακόμη σίγουροι για αυτό). Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να οργανωθουμε και πάλι ως μονάδα και να οπλιστούμε ακόμη μιά φορά. Αφού επιτεθήκαμε σε ένα στρατιωτικό φυλάκιο, σκοτώσαμε και τραυματίσαμε λίγους στρατιώτες και πήραμε τους υπόλοιπους ως αιχμαλώτους.
Αφήσαμε τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Λίγο αργότερα συλλάβαμε και αφοπλίσαμε άλλους τρεις στρατιώτες. Εάν προσθέσεις σε αυτό ότι δεν έχουμε υποστεί ούτε μια απώλεια και ότι στα βουνά αισθάνομαστε σαν στο σπίτι μας, γίνεται σαφές πόσο αποθαρυμένοι είναι οι στρατιώτες τους. Ποτέ δεν θα καταφέρουν να μας περικυκλώσουν. Φυσικά η μάχη δεν έχει τελειώσει ακόμα, έχουμε ακόμα πολλές μάχες μπροστά, αλλά η πλάστιγγα ήδη γέρνει προς το μέρος μας και με κάθε μέρα αυξάνεται το πλεονέκτημά μας.
«Τώρα, αναφορικά με σένα, θα ήθελα να ξέρω αν είσαι ακόμα στην ίδια διεύθυνση, όπου θα πρέπει να σου γράψω, και πως πάνε τα πράγματα, ειδικά με τα πιό απαλό κομμάτι της αγάπης μας. Αγκάλιασε την και φίλησε την τόσο δύνατα όσο τα μικρά της κόκκαλα θα το επιτρέψουν. Ήμουν τόσο βιαστικός που άφησα τις φωτογραφίες σου στο σπίτι του Πάντσο. Στείλε τες σε μένα. Μπορείς να μου γράψεις στέλοντας τα γράμματα στη διεύθυνση του θείου ή στο Patojo. Πιθανόν να υπάρχει μια καθυστέρηση, αλλά νομίζω ότι τα γράμματα θα φτάσουν.»
Τσε
* Μαρτινές: Λογοπαίγνιο του Τσε από το όνομα του Χοσέ Μαρτί, επαναστάτη και εθνικού ποιητή της Κούβας.
![]()
Το παρακάτω γράμμα συντάχθηκε στις αρχές του 1959, λίγες μέρες από τον θρίαμβο της Επανάστασης. Ο Τσε στέλνει τις σκέψεις του στον παλιό του φίλο Φερνάνδο.
«Αγαπητέ Φερνάνδο,
γνωρίζω ότι είχες αμφιβολίες για εμένα σαν άτομο, εάν ήμουν αληθινός η όχι, αν και τώρα είμαι στην πραγματικότητα πολυ διαφορετικός απ’ το πρόσωπο που ήξερες. Αρκετό νερό κύλησε στο αυλάκι από τότε και απ’ τον πρώην ασθματικό και ατομιστή έχει μείνει μόνο το άσθμα. Έμαθα ότι παντρεύτηκες – το ίδιο συνέβη και με μένα. Έχω δύο παιδιά αλλά παραμένω εραστής της περιπέτειας, αν και σήμερα οι περιπέειες μου συνάδουν με τον κατάλληλο στόχο. Δώσε τους χαιρετισμούς μου στην οικογένεια σου από ένα λείψανο του παρελθόντος και παρακαλώ δέξου μιά αδελφική αγκαλιά απ’ τον Τσε, που είναι το νέο μου όνομα».
![]()
Το παρακάτω γράμμα εστάλη από τον Τσε σε ένα 10χρονο παιδί στο χωριό Αγκουακάτε, επαρχία Αβάνας. Ο μικρός μαθητής είχε στείλει στον Τσε ένα νόμισμα των 50 σεντάβος ως συμβολή στο Ταμείο γιά την αναστήλωση της Κουβανικής οικονομίας. Την πρώτη φορά το ταχυδρομείο είχε επιστρέψει στο μαθητή το φάκελο με το νόμισμα κι’ ετσι ο μικρός έγραψε και πάλι στον Τσε, αυτή τη φορά με μιά επιταγή της ίδιας αξίας. Θυμίζεται ότι την συγκεκριμένη περίοδο ο Τσε ήταν Πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας.
Αβάνα, 19 Μαίου 1960
Αγαπητέ φίλε,
πολλές ευχαριστίες γιά το ευγενικό σου γράμμα στις 30 Μαρτίου, το οποίο μου έστειλες μέσω της σχολικής Ημέρας Αλληλογραφίας, και πολλά ευχαριστώ γιά την προσφορά σου των 50 σεντάβος που επιθυμείς να καταθέσεις στο ταμείο γιά την αναστήλωση της οικονομίας μας. Σου αποστέλλω απόδειξη με αριθμό 9186 ως απόδειξη της πατριωτικής σου πράξης.
Είμαι βαθιά συγκινημένος από την επιθυμία σου να συνεχίσεις της σπουδές σου και σε συμβουλεύω να συνεχίσεις να είσαι ένα άτομο χρήσιμο γιά τη χώρα σου και γιά σένα. Αυτή είναι η καλύτερη βοήθεια που μπορούν τα παιδιά να δώσουν στην επαναστατική κυβέρνηση.
Λυπάμαι που το ταχυδρομείο σου επέστρεψε το γράμμα με το νόμισμα και πίστεψες ότι δεν επιθυμώ να σου απαντήσω. Σε διαβεβαιώνω ότι το γράμμα σου μου έδωσε μεγάλη χαρά.
Παρακαλώ δέξου τους χαιρετισμούς μου.
Με Σεβασμό,
Στρατηγός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Κονγκό (Congo)
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ή αλλιώς Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό γνωστή στη γαλλική γλώσσα ως «République Démocratique du Congo» (πρώην Ζαΐρ) είναι μια χώρα της Κεντρικής Αφρικής με πληθυσμό περίπου 68.693.000 κατοίκους (εκτίμηση 2009) και έκταση 2.345.410 km². Η χώρα χαρακτηρίζεται και πήρε το όνομά της από τον μεγάλο ποταμό Κονγκό, ο οποίος με τους παραποτάμους του διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Κόνγκο, ενώ προς τα ανατολικά του κλείνεται από το υδάτινο τείχος των λιμνών Ταγκανίκα, Κίβου, Εδουάρδου, Αλβέρτου κ.ά. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η Κινσάσα.
Το Κονγκό αποτέλεσε τον δεύτερο (μετά την Κούβα και πριν τη Βολιβία) «επαναστατικό σταθμό» του Τσε Γκεβάρα, με σκοπό την οργανωτική ενίσχυση του Λαϊκού

- Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).




