Συντάκτης: Guevaristas
Σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Βολιβία ο τρομοκράτης Γκάρι Πράδο
ΛΑ ΠΑΖ (Prensa Latina) – Βολιβιανό δικαστήριο αποφάσισε τον κατ’ οίκον περιορισμό του Γκάρι Πράδο Σαλμον – ενός εκ των συμμετεχόντων στη δολοφονία του Τσε το 1967. Ο Πράδο κατηγορείται για συνωμοσία ενάντια στη βολιβιανή κυβέρνηση του Έβο Μοράλες. Σύμφωνα με τις κατηγορίες που απήυθυνε το δικαστήριο, ο Γκάρι Πράδο είναι ένας από τα 39 άτομα που συμμετείχαν σε τρομοκρατική ομάδα που είχε στόχο να δημιουργήσει πολιτική αναταραχή στη χώρα της νότιας Αμερικής και να δολοφονήσει τον πρόεδρο Μοράλες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο παραστρατιωτικός Εδουάρδο Ροζσα.
Από την πλευρά τους, τόσο ο Εισαγγελέας Σέρτζιο Σεσπέδες όσο και ο εκπρόσωπος του βολιβιανού υπουργείου εσωτερικών Μαρτσέλο Σαλίνας ζήτησαν την φυλάκιση του Πράδο.
Σημειώνεται ότι τον Οκτώβρη του 1967 ο Πράδο, 75 χρονών σήμερα, ήταν υπεύθυνος – υπό τις οδηγίες της CIA και της τότε βολιβιανής κυβέρνησης – για την σύλληψη του Τσε Γκεβάρα. Ήταν αυτός που του είχε δέσει τα χέρια, ασκώντας βία στον αιχμάλωτο Γκεβάρα ενώ είχε ειδοποιήσει τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίας για την… επιτυχή έκβαση της αποστολής που του είχε ανατεθεί.
Δείτε: Παλαιότερη συνέντευξη του Γκάρι Πράδο στο Mega Channel για τη δολοφονία του Τσε (ελληνικοί υπότιτλοι):
Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα: Οικοδομώντας το Κόμμα της Εργατικής Τάξης (Μέρος ‘Β)
Εισαγωγή στο βιβλίο “Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα” που εκδόθηκε το 1963 από την Εθνική Διοίκηση του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Συνέχεια από το Πρώτο Μέρος.
Μέσα στη μεγάλη επαναστατική πάλη για την εξουσία αυτός ήταν ένας μικρότερος αγώνας για τον εσωτερικό έλεγχο. Τα πρόσφατα γεγονότα της Αλγερίας εξηγούνται καθαρά μέσα από αναλογίες με την κουβανική επανάσταση. Η επαναστατική πτέρυγα δεν αφήνεται να απομακρυνθεί από την εξουσία και αγωνίζεται μέχρι να έρθει ολόκληρη η εξουσία στα χέρια της. Ο Απελευθερωτικός Στρατός είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος της νικηφόρας επανάστασης.
Οι συγκρούσεις ξεσπούν περιοδικά και η ενιαία διοίκηση γίνεται πραγματικότητα (αν και παρ’ όλα αυτά όχι αποδεκτή ακόμη απ’ όλους) μόνο όταν ο Φιντέλ διορίζεται πρωθυπουργός, λίγους μήνες μετά την κατάκτηση της νίκης της επανάστασης. Τι είχαμε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή; Είχαμε αποκτήσει, όπως είπε κάποτε ο Φιντέλ, το δικαίωμα να ξεκινήσουμε. Είχαμε μόνο ολοκληρώσει ένα στάδιο που βασίζονταν στον μέχρι θανάτου αγώνα ενάντια στο σύστημα που ίσχυε στην Κούβα και εκπροσωπούσε ο δικτάτορας Μπατίστα. Όμως, το γεγονός ότι ακολουθούσαμε με συνέπεια μια επαναστατική γραμμή που έτεινε να βελτιώσει την κατάσταση της κοινωνίας μας και να την απελευθερώσει όσο το δυνατό από τις οικονομικές δεσμεύσεις, μας οδηγούσε αναγκαστικά σε μια μετωπική πάλη με τον ιμπεριαλισμό.
Ο ιμπεριαλισμός υπήρξε ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη και το βάθεμα της ιδεολογίας μας. Κάθε χτύπημα που μας έδινε απαιτούσε μια απάντηση. Κάθε φορά που αντιδρούσαν οι βορειοαμερικάνοι, με τη συνηθισμένη τους αλαζονεία, παίρνοντας κάποια μέτρα ενάντια στην Κούβα, εμείς έπρεπε να πάρουμε τα αναγκαία αντίμετρα και έτσι βάθαινε η επανάσταση.
Το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα συμμετείχε σε αυτό το μέτωπο και οι σύντροφοι που είχαν μια πολύχρονη επαναστατική στράτευση, μα και εκείνοι που έφταναν στην εξουσία μέσα από τον αγώνα στο βουνό ξεκινούσαν το καθήκον συγχώνευσης. Ήδη εκείνη την εποχή, ο Φιντέλ προειδοποιούσε για κάποιους κινδύνους σεχταρισμού και έκανε κριτική σε εκείνους που κοπανούσαν στους άλλους στα δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια της στράτευσης τους, καθώς και στο σεχταρισμό των “μουσάτων” (μπαρμπούδος) του βουνού και των αγωνιστών της πόλης που είχαν συνηθίσει στο πιστολίδι.
Την εποχή της ένοπλης πάλης υπήρχε μια ομάδα συντρόφων που προσπαθούσε να υπερασπίσει το κίνημα από τον δήθεν καουντιγισμό του συντρόφου Φιντέλ και διέπραξαν το σφάλμα, που θα επαναλαμβανόταν αργότερα, την εποχή του σεχταρισμού, να συγχέουν τα μεγάλα προσόντα του καθοδηγητή, του ηγέτη της επανάστασης και τις αναμφισβήτητες διοικητικές του αρετές, με ένα άτομο του οποίου μοναδική φροντίδα ήταν η δίχως όρους στήριξη των δικών του και η εγκαθίδρυση ενός συστήματος καουντιγισμού. Ήταν ένας αγώνας πλαστών αρχών μιας ομάδας συντρόφων, αγώνας που ούτε καν τελείωσε την 1η του Γενάρη, ή την στιγμή που ο Φιντέλ ανέλαβε τη θέση του πρωθυπουργού, αλλά πολύ αργότερα, όταν συνετρίβη η δεξιά πτέρυγα του Κινήματος 26ης Ιούλη. Έτσι έπεσαν, γιατί αντικαταστάθηκαν στη λαϊκή θέληση, οι Ουρούτια, Μίρο Καρδόνα, Ράι, Ουμπέρτο Μάτος, Νταβίδ Σαλβαδόρ και τόσοι άλλοι προδότες.
Μετά την τελική νίκη ενάντια στη δεξιά πτέρυγα, ξεπηδά η ανάγκη να οικοδομηθεί ένα κόμμα: το Ενιαίο Κόμμα της Επανάστασης, εκφραστής του μαρξισμού-λενινισμού στις νέες συνθήκες της Κούβας. ¨Επρεπε να είναι ένας οργανισμός δεμένος με τις μάζες, με στελέχη αυστηρά επιλεγμένα και με συγκετρωτική και ταυτόχρονα ευλύγιστη οργάνωση. Και για όλα αυτά είχαμε τυφλή εμπιστοσύνη στο κύρος που είχε κερδίσει το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα στη διάρκεια πολλών χρόνων πάλης, εγκαταλείποντας σχεδόν ολότελα τα δικά μας οργανωτικά κριτήρια. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται μια σειρά συνθήκες για να ωριμάσει ο καρπός που λέγεται σεχταρισμός.
Στη διαδικασία της οικοδόμησης του κόμματος, ο σύντροφος Ανίμπαλ Εσκαλάντε είχε αναλάβει την οργάνωση και άρχισε ένα ζοφερό, αν και ευτυχώς πολύ σύντομο, στάδιο της ανάπτυξης μας. Γίνονταν λάθη στις μεθόδους καθοδήγησης. Το Κόμμα έχανε τις ουσιαστικές του ιδιότητες, δηλαδή την σύνδεση με τις μάζες, την εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και το πνεύμα θυσίας. Μερικές φορές, καταφεύγοντας σε πραγματικές ταχυδαχτυλουργίες, άνθρωποι δίχως πείρα και αρετές τοποθετούνταν σε καθοδηγητικές θέσεις, απλά και μόνο γιατί προσαρμόστηκαν στην επικρατούσα κατάσταση.
Οι ΕΕΟ χάνουν το ρόλο τους σαν ιδεολογικοί κινητήριοι μηχανισμοί – και όργανα ελέγχου όλου του παραγωγικού μηχανισμού, μέσα από αυτόν τον ρόλο – και καταλήγουν σε διοικητικό μηχανισμό. Σε αυτές τις συνθήκες, το σήμα κινδύνου που έπρεπε να δοθεί από την επαρχία, εξηγώντας μια σειρά προβλήματα που υπήρχαν εκεί, χάνονταν, γιατί αυτοί που έπρεπε να αναλύσουν τη δουλειά των διοικητικών στελεχών ήταν εκείνοι ακριβώς οι καθοδηγητές του πυρήνα που είχαν μια διπλή λειτουργία: στο Κόμμα και στη δημόσια διοίκηση. Το στάδιο των λαθεμένων αντιλήψεων, των μεγάλων λαθών και των μηχανιστικών μεταφορών, έχει, ευτυχώς, τελειώσει. Οι παλιές βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε το σεχταριστικό έκτρωμα έχουν διαλυθεί.
Μπροστά στα προβλήματα, η απόφαση της Εθνικής Διοίκησης με επικεφαλής τον Φιντέλ ήταν η επιστροφή στις μάζες, η προσφυγή στις μάζες. Έτσι καθιερώθηκε το σύστημα συζητήσεων σε όλους τους τόπους δουλειάς, ώστε οι ίδιες οι εργατικές μάζες να επιλέγουν τους παραδειγματικούς εργάτες και να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγονται για να ενταχθούν στις Κομματικές Οργανώσεις Βάσης ενός κόμματος στενά δεμένου με τις μάζες.
Στα πλαίσια των αλλαγών του Κόμματος αναμορφώθηκε το σύστημα επιμόρφωσης, επιβραβεύοντας. Όχι όπως στο παρελθόν τους φίλους, τα “φωτεινά μυαλά”, τους “αριστοτέχνες του μαρξισμού”, αλλά τους καλύτερους εργαζόμενους, τους ανθρώπους που έχουν αποδείξει με την στάση τους απέναντι στην επανάσταση, με την καθημερινή τους δουλειά, τον ενθουσιασμό και το πνεύμα αυτοθυσίας τους, τις ύψιστες αρετές του μέλους του ηγετικού κόμματος. Σύμφωνα με τα παραπάνω έχουν αλλάξει όλα τα κριτήρια μας και αρχίζει μια νέα εποχή ισχυροποίησης του Κόμματος των μεθόδων του. Ξανανοίγεται μπροστά μας ο πλατύς και φωτεινός δρόμος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπου το Κόμμα έχει το καθήκον της καθοδήγησης. Αυτή η καθοδήγηση δεν θα έχει μηχανιστικό και γραφειοκρατικό χαρακτήρα, δεν θα ασκεί στενό, σεχταριστικό έλεγχο, δεν θα δίνει διαταγές και συμβουλές που θα πρέπει να ακολουθηθούν, επειδή κάποια τις λένε, και όχι επειδή αποτελούν ζωντανό παράδειγμα, προνόμιο των ιδεών και της ιστορίας του παρελθόντος.
Το κόμμα του μέλλοντος θα είναι στενά δεμένο με τις μάζες και θα εμπνέεται από αυτές τις μεγάλες ιδέες που αργότερα θα αποτελέσουν συγκεκριμένες οδηγίες. Ένα κόμμα που θα εφαρμόζει αυστηρά την πειθαρχία του, σύμφωνα με τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, και όπου διαρκώς θα υπάρχουν και θα γίνονται ανοικτά η συζήτηση και η κριτική και η αυτοκριτική για να βελτιώνεται συνεχώς η δουλειά. Σε αυτό το στάδιο θα είναι ένα κόμμα στελεχών, των καλύτερων. Και αυτά τα στελέχη θα πρέπει να εκπληρώνουν το δυναμικό τους καθήκον να βρίσκονται σε επαφή με το λαό, να μεταφέρουν τις εμπειρίες του στα ανώτερα κλιμάκια, να μεταφέρουν στις μάζες τις συγκεκριμένες οδηγίες και να μπαίνουν επικεφαλής τους. Πρώτοι στις σπουδές, πρώτοι στη δουλειά, πρώτοι στον επαναστατικό ενθουσιασμό, πρώτη στη θυσία. Κάθε στιγμή καλύτερα, αγνότεροι, πιο ανθρώπινοι απ’ όλους τους άλλους, πρέπει να είναι τα στελέχη του κόμματος μας.
Γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι ο μαρξιστής δεν είναι μια αυτόματη και φανατική μηχανή, που σκοπεύει σε κάποιον συγκεκριμένο στόχο σαν κατευθυνόμενος πύραυλος. Με σαφήνεια ασχολείται ο Φιντέλ μ’αυτό το πρόβλημα σε έναν από τους λόγους του:
“Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός είναι η απάρνηση των ανθρωπίνων αισθημάτων, της συντροφικότητας, της αγάπης, του σεβασμού και της εκτίμησης προς το σύντροφο; Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός σημαίνει να μην έχεις ψυχή, μήτε αισθήματα; Μα ήταν ακριβώς η αγάπη προς τον άνθρωπο που γέννησε το μαρξισμό. Ήταν η αγάπη προς τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, ο πόθος να καταπολεμηθεί η δυστυχία του προλεταριάτου, ο πόθος να καταπολεμηθεί η μιζέρια, η αδικία, τα βάσανα και όλη η εκμετάλλευση που υφίσταται το προλεταριάτο, που οδήγησε το νου του Καρλ Μαρξ να δώσει ζωή στο μαρξισμό, την στιγμή ακριβώς που μπορούσε να γεννηθεί ο μαρξισμός. Την στιγμή ακριβώς που μπορούσε να αναδυθεί μια πραγματική δυνατότητα και κάτι παραπάνω απο μια πραγματική δυνατότητα, η ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης, της οποίας ερμηνευτής ήταν ο Καρλ Μαρξ. Τι τον οδήγησε, όμως, να γίνει ερμηνευτής της κοινωνικής επανάστασης, αν όχι η ορμητικότητα των συναισθημάτων ανθρώπων σαν αυτόν, σαν τον Ένγκελς, το Λένιν;”.
Αυτή η εκτίμηση του Φιντέλ είναι θεμελιώδης για το μέλος του νέου κόμματος. Να τη θυμάστε πάντα, σύντροφοι, αποτυπόστε τη στη μνήμη σας σαν το αποτελεσματικότερο όπλο ενάντια σε κάθε περέκκλιση. Ο μαρξιστής πρέπει να είναι ο καλύτερος, ο πιο ακέραιος, ο πιο ολοκληρωμένος από τα ανθρώπινα όντα, όμως πάντα, πάνω απο όλα, πρέπει να είναι ανθρώπινο ον. Πρέπει να είναι μέλος ενός κόμματος που ζει και πάλλεται σ’επαφή με τις μάζες – ένας καθοδηγητής που μετατρέπει τις επιθυμίες των μαζών, ακόμη και τις πιο κρυφές, σε συγκεκριμένες οδηγίες – ένας ακούραστος δουλευτής που προσφέρει τα πάντα στο λαό του, ένας εργαζόμενος που θυσιάζεται προσφέροντας τις ώρες ανάπαυσης του, την προσωπική του ηρεμία, την οικογένεια ή τη ζωή του στην επανάσταση, δίχως όμως ποτέ να αποξενώνεται από τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής.
Στο διεθνές πεδίο, το κόμμα μας θα έχει σοβαρές υποχρεώσεις. Είμαστε η πρώτη σοσιαλιστική χώρα της Αμερικής, ένα παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες, μια ζωντανή εμπειρία που θα αξιοποιήσουν τα άλλα αδελφά κόμματα. Μια εμπειρία ζωντανή, επαναλαμβανόμενη και μεταλλασσόμενη που φέρνει στο φως της δημοσιότητας όλες τις επιτυχίες και τα λάθη της. Με αυτόν τον τρόπο το παράδειγμα της είναι πιο διδακτικό και δεν φιλοδοξεί να υποστηριχθεί απλά απο εκείνους που έχουν ομολογήσει την πίστη τους στο μαρξισμό-λενινισμό, αλλά από τις λαϊκές μάζες της Αμερικής.
Η δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας είναι οδηγός για το προλεταριάτο, την αγροτιά και τους επαναστάτες διανοούμενος της Λατινικής Αμερικής. Η στάση μας θα είναι μόνιμος οδηγός. Πρέπει να είμαστε άξιοι αυτής της θέσης που κατέχουμε, να δουλεύουμε καθημερινά σκεπτόμενη την Αμερική μας. Να δυναμώνουμε όλο και περισσότερο τις βάσεις του κράτους μας, την οικονομική του οργάνωση και την πολιτική του ανάπτυξη, για να μπορούμε ταυτόχρονα να βελτιωνόμαστε εσωτερικά. Να πείθουμε όλο και περισσότερο τους λαούς της Αμερικής για την πραγματική δυνατότητα να ξεκινήσει η πορεία της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, στο σημερινό στάδιο του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων.
Και όλα αυτά δίχως να ξεχνάμε πως η ικανότητα μας να συγκινούμαστε μπροστά στη βία των επιθετιθέμενων και στα βάσανα των λαών, δεν πρέπει να περιορίζεται στα πλαίσια της Λατινικής Αμερικής, ούτε καν στα πλαίσια της Λατινικής Αμερικής και των σοσιαλιστικών χωρών μαζί. Πρέπει να κάνουμε πράξη τον πραγματικό προλεταριακό διεθνισμό, να αντιμετωπίζουμε σαν προσβολή απέναντι μας οποιαδήποτε επίθεση, οποιαδήποτε προσβολή, κάθε πράξη που έρχεται σε αντίθεση με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, την ευτυχία του σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.
Εμείς, μέλη ενός νέου κόμματος, σε μια νέα απελευθερωμένη περιοχή του κόσμου και σε νέες συνθήκες, πρέπει να κρατάμε πάντα ψηλά την ίδια την σημαία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που ύψωσε ο δικός μας Χοσέ Μαρτί, που υπήρξε καθοδηγητής πολλών γενιών, και που είναι σήμερα παρών, με την ίδια φρεσκάδα όπως πάντα, στην πραγματικότητα της Κούβας: “Κάθε αληθινός άνθρωπος πρέπει να νιώθει στο δικό του μάγουλο, το χτύπημα που δίνεται στο μάγουλο οποιουδήποτε ανθρώπου”.
Το πανεπιστήμιο είναι κληρονομιά του λαού: Ομιλία στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας
Ομιλία του Τσε στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας στην Σάντα Κλάρα, στις 28 Δεκέμβρη 1959. Στην τελετή που έλαβε χώρα το Πανεπιστήμιο απονεμήθηκε στο Γκεβάρα ο τίτλος του «επίτιμου διδάκτορα» της Παιδαγωγικής Σχολής.
Αγαπητοί συναγωνιστές, νέοι συνάδελφοι στην πανεπιστημιακή σύγκλητο και παλιοί συνάδελφοι στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κούβας,
Θα πρέπει να ξεκινήσω την ομιλία μου λέγοντας ότι μπορώ να αποδεχθώ το πτυχίο που μου απονέμετε σήμερα, ως μια τιμητική διάκριση προς τον λαϊκό μας στρατό. Δεν θα μπορούσα να το αποδεχθώ ως άτομο. Και αυτό, για τον απλό λόγο ότι στη νέα Κούβα οτιδήποτε δεν είναι αυτό που διατείνεται ότι είναι στερείται οποιασδήποτε αξίας. Πως θα μπορούσα εγώ ως άτομο, ο Ερνέστο Γκεβάρα, να δεχθώ το βαθμό του επίτιμου διδάκτορα που μου απονεμήθηκε από την Παιδαγωγική Σχολή, αφού οι μόνες εμπειρίες που έχω ως παιδαγωγός είναι στην παιδαγωγική του αντάρτικου στρατοπέδου, της βρισιάς και της αγριάδας (χειροκροτήματα). Και πιστεύω ότι αυτά σίγουρα δεν θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε τήβεννο. Γι’ αυτό συνεχίζω να φοράω τη στολή του Αντάρτικου Στρατού, ακόμα και εδώ που ήρθα για να βρεθώ μπροστά σας, σε αυτή την Πανεπιστημιακή Σύγκλητο, στο όνομα, και εκ μέρους του στρατού μας. Αποδεχόμενος αυτόν τον τίτλο, ο οποίος είναι τιμή για όλους μας, θα ήθελα να παρουσιάσω και το μήνυμα μας, το μήνυμα ενός λαϊκού στρατού, ενός νικηφόρου στρατού.
Κάποτε είχα υποσχεθεί στους φοιτητές αυτού του πανεπιστημίου μια σύντομη ομιλία με την οποία θα παρουσίαζα τις απόψεις μου για τον ρόλο του πανεπιστημίου. Ωστόσο, η δουλειά και μια ατελείωτη σειρά γεγονότων με εμπόδισαν να το κάνω. Σήμερα, όμως, θα μιλήσω, μια που έχω και τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα (χειροκροτήματα).
Τι πρέπει, λοιπόν, να πω για το βασικό καθήκον που πανεπιστημίου, το πρωταρχικό καθήκον που υπερέχει όλων, σε αυτή τη νέα Κούβα; Αυτό που πρέπει να πω είναι ότι το πανεπιστήμιο θα πρέπει να βαφτεί με το χρώμα των μαύρων και με το χρώμα των μιγάδων, όχι μόνο όσον αφορά τους φοιτητές αλλά και όσον αφορά τους καθηγητές. Θα πρέπει να βαφτεί με το χρώμα των εργατών και των αγροτών. Με το χρώμα του λαού, αφού το πανεπιστήμιο είναι κληρονομιά του λαού της Κούβας και κανενός άλλου. Εάν αυτός ο λαός, του οποίου οι αντιπρόσωποι πλέον καταλαμβάνουν όλες τις κυβερνητικές θέσεις, πήρε τα όπλα και έριξε όλους τους φραγμούς που είχε υψώσει η αντίδραση, αυτό δεν έγινε επειδή αυτοί οι φραγμοί ήταν άκαμπτοι. Ούτε οι αντιδραστικές δυνάμεις ήταν τόσο άμυαλες ώστε να μην δείξουν ευλυγισία, προκειμένου να επιβραδύνουν την προέλαση του λαού. Ωστόσο, ο λαός θριάμβευσε. Και είναι λίγο κακομαθημένος από τη νίκη του. Έχει συνείδηση της δύναμης του. Ξέρει ότι κανένας δε μπορεί να τον αναχαιτίσει. Σήμερα, ο λαός στέκεται μπροστά στην πύλη του πανεπιστημίου, και είναι το πανεπιστήμιο αυτό που θα πρέπει να δείξει ευλυγισία. Θα πρέπει να βαφτεί με τα χρώματα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών, των αγροτών, ή αλλιώς θα βρεθεί χωρίς πόρτες. Γιατί τότε ο λαός θα τις σπάσει με ορμή, θα μπει μέσα και θα το βάψει με τα χρώματα που θεωρεί κατάλληλα.
Αυτό είναι το πρώτο μήνυμα, ένα μήνυμα που ήθελα να μεταφέρω από τις πρώτες κιόλας μέρες της νίκης (χειροκροτήματα) και στα τρία πανεπιστήμια της χώρας, αλλά στάθηκε εφικτό να το κάνω μόνο στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγο. Αν ζητούσατε την συμβουλή μου εκ μέρους του λαού και του Αντάρτικου Στρατού, καθώς και ως καθηγητή πανεπιστημίου, θα έλεγα ότι για να προσεγγίσεις τον λαό θα πρέπει να νιώθεις ότι είσαι κομμάτι του. Θα πρέπει να ξέρεις τι θέλει ο λαός, τι ανάγκες έχει και τι αισθάνεται. Θα πρέπει να κοιτάξεις λίγο μέσα σου – να μελετήσεις τις στατιστικές του πανεπιστημίου, και να ρωτήσεις πόσοι εργάτες, πόσοι αγρότες, πόσοι άνθρωποι που κερδίζουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα τους, δουλεύοντας οκτώ ώρες την ημέρα βρίσκονται εδώ σε αυτό το πανεπιστήμιο.
Αφού έχετε θέσει αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει επίσης να αναρωτηθείτε, ανατρέχοντας στην αυτοανάλυση, εάν η κυβέρνηση της Κούβας αντιπροσωπεύει σήμερα τη θέληση του λαού. Αν η απάντηση είναι ναι, αν αυτή η κυβέρνηση πραγματικά αντιπροσωπεύει τη θέληση του λαού (χειροκροτήματα) τότε θα πρέπει κανείς να θέσει τα ακόλουθα ερωτήματα: Που είναι αυτή η κυβέρνηση, η οποία αντιπροσωπεύει τη θέληση του λαού, σε αυτό το πανεπιστήμιο και τι κάνει; Θα βλέπαμε ότι δυστυχώς, η κυβέρνηση που αντιπροσωπεύει ολόκληρο σχεδόν τον κουβανικό λαό δεν έχει καμία φωνή στα κουβανικά πανεπιστήμια, φωνή με την οποία θα μπορούσε να σημάνει τον συναγερμό, να προσφέρει καθοδήγηση, και να εκφράσει, χωρίς μεσολαβητές, τη θέληση, τους πόθους και τα αισθήματα του λαού.
Το Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας έκανε πρόσφατα ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Στην εκδήλωση που οργάνωσε με θέμα την εκβιομηχάνιση, κάλεσε όχι μόνο τους βιομήχανους της Κούβας αλλά και την κυβέρνηση. Ζητήθηκε η γνώμη μας και η γνώμη όλων των τεχνικών που εργάζονται στις κρατικές και ημι-κρατικές υπηρεσίες. Επειδή σε αυτόν τον πρώτο χρόνο από την απελευθέρωση – και αυτό μπορώ να το πω χωρίς να καυχηθώ – κάνουμε πολύ περισσότερα από όσα έχουν κάνει άλλες κυβερνήσεις, και πολύ περισσότερα από αυτούς που με στόμφο αποκαλούν εαυτούς τους υπερασπιστές της “ελεύθερης πρωτοβουλίας”. Έτσι, έχουμε το δικαίωμα να δηλώσουμε ότι η εκβιομηχάνιση της Κούβας, η οποία είναι άμεσο αποτέλεσμα της αγροτικής μεταρρύθμισης, θα επιτευχθεί από την επαναστατική κυβέρνηση και υπό την καθοδήγηση της (χειροκροτήματα). Η ιδιωτική πρωτοβουλία θα παίξει, φυσικά, έναν σημαντικό ρόλο σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης της χώρας. Θα είναι, όμως, η κυβέρνηση που θα δίνει τις κατευθύνσεις και θα το κάνει βασιζόμενα στα δικά της επιτεύγματα (χειροκροτήματα). Θα το κάνει γιατί ξεκίνησε την εκστρατεία εκβιομηχάνισης ανταποκρινόμενη σε μία από τις πιο βαθιές, ίσως, προσδοκίες των μαζών, και όχι λόγω κάποιας βίαιης πίεσης από τους βιομήχανους της χώρας. Η εκβιομηχάνιση και η προσπάθεια που αυτή συνεπάγεται, είναι παιδί της επαναστατικής κυβέρνησης. Γι’ αυτό η κυβέρνηση θα την καθοδηγήσει και θα τη σχεδιάσει.
Τα καταστροφικά δάνεια της αποκαλούμενης Τράπεζας Ανάπτυξης έχουν εκλείψει πια. Αυτή η τράπεζα, για παράδειγμα, δάνειζε δεκαέξι εκατομμύρια πέσος σε έναν βιομήχανο, ο οποίος κατέβαλε 400.000 πέσος (αυτά είναι τα πραγματικά ποσά). Αλλά ακόμα και αυτά τα 400.000 πέσος δεν είχαν βγει απ’ την τσέπη του. Βγήκαν από το 10% που πήρε ο βιομήχανος ως δωροδοκία από τον πωλητή, ο οποίος του πούλησε τον μηχανολογικό εξοπλισμό. Παρόλο που η κυβέρνηση είχε καταβάλει δεξαέξι εκατομμύρια πέσος, αυτός ο κύριος που κατέβαλε 400.000 πέσος ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Και αφού η κυβέρνηση ήταν ο δανειστής του, μπορούσε να πληρώσει το χρέος του με ευνοϊκούς όρους και όποτε τον βόλευε. Τώρα η κυβέρνηση έχει παρέμβει, αρνούμενη να ανεχτεί αυτή την κατάσταση. Διεκδικεί την ιδιοκτησία οποιασδήποτε επιχείρησης έχει συσταθεί με τα χρήματα του λαού. Εάν “ιδιωτική πρωτοβουλία” σημαίνει ότι λίγα παράσιτα απολαμβάνουν όλα τα χρήματα του κουβανικού έθνους, τότε αυτή η κυβέρνηση δηλώνει ξεκάθαρα ότι αντιτίθεται στην “ιδιωτική πρωτοβουλία”, στον βαθμό που αυτή αντιτίθεται στον κρατικό σχεδιασμό.
Και μιας και τώρα αναφέρθηκα στο ακανθώδες ζήτημα του σχεδιασμού, θα ήθελα να σας πω ότι μόνο η επαναστατική κυβέρνηση, η οποία σχεδιάζει τη βιομηχανική ανάπτυξη σε όλη τη χώρα, έχει το δικαίωμα να καθορίσει το είδος και τον αριθμό του τεχνικού προσωπικού που θα χρειαστεί στο μέλλον για να καλύψει τις ανάγκες αυτής της χώρας. Η επαναστατική κυβέρνηση θα πρέπει τουλάχιστον να ακουστεί όταν λέει ότι χρειάζεται μόνο έναν συγκεκριμένο αριθμό δικηγόρων ή γιατρών, αλλά χρειάζεται 5.000 μηχανικούς και 15.000 τεχνικούς βιομηχανίας όλων των ειδικοτήτων )(χειροκροτήματα) και ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν, θα πρέπει να βρεθούν, γιατί αυτή είναι η εγγύηση για τη μελλοντική μας ανάπτυξη.
Σήμερα δουλεύουμε ακούραστα για να μεταμορφώσουμε την Κούβα σε μια διαφορετική χώρα. Βέβαια, ο καθηγητής της παιδαγωγικής που βρίσκεται εδώ μπροστά σας σήμερα δεν έχει αυταπάτες. Ξέρει ότι είναι τόσο καθηγητής της παιδαγωγικής όσο είναι και πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας και θα ασκήσει το ένα ή το άλλο καθήκον ανάλογα με τις ανάγκες του λαού. Μαθαίνουμε βήμα βήμα. Γι’ αυτό και τίποτα δε μπορεί να επιτευχθεί χωρίς και ο λαός ο ίδιος να ταλαιπωρηθεί. Μαθαίνουμε πάνω στη δουλειά. Αφού συνεχώς αναλαμβάνουμε κανούριες ευθύνες, και δεν είμαστε αλάθητοι – δεν γεννηθήκαμε ξέροντας τι να κάνουμε – πρέπει να ζητήσουμε από τον λαό να διορθώσει τα λάθη.
Ο καθηγητής που βρίσκεται εδώ μπροστά σας σήμερα ήταν κάποτε γιατρός και, λόγω των περιστάσεων, υποχρεώθηκε να πάρει τα όπλα, και ύστερα από δύο χρόνια αποφοίτησε ως διοικητής ανταρτών. Αργότερα θα πρέπει να αποφοιτήσει ως πρόεδρος τράπεζας ή ως συντονιστής της εκβιομηχάνισης της χώρας, ή ίσως ακόμα και ως καθηγητής παιδαγωγικής (χειροκροτήματα). Αυτός ο ίδιος, ο γιατρός, ο διοικητής, ο πρόεδρος και ο καθηγητής της παιδαγωγικής εύχεται οι εργατικοί και φιλομαθείς νέοι της χώρας να προετοιμαστούν έτσι ώστε ο καθένας τους, στο κοντινό μέλλον, να μπορεί να αναλάβει τη θέση που θα του ανατεθεί, χωρίς δισταγμό, και χωρίς την ανάγκη να μαθαίνει πάνω στη δουλειά. Αλλά ο καθηγητής που είναι μπροστά σας – ένας γιός του λαού, δημιούργημα του λαού – θέλει επίσης αυτός ο λαός να έχει δικαίωμα στη μόρφωση. Τά τείχη του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να πέσουν. Η εκπαίδευση δεν θα πρέπει να είναι ένα προνόμιο μόνο των παιδιών των ανθρώπων εκείνων που έχουν χρήματα. Η εκπαίδευση θα πρέπει να είναι ο άρτος ο επιούσιος του κουβανικού λαού (χειροκροτήματα).
Φυσικά, δεν έχω την απαίτηση από τους σημερινούς καθηγητές και τους φοιτητές του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας να κάνουν το θαύμα της εγγραφής των μαζών των εργατών και αγροτών στο πανεπιστήμιο. Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας. Θα χρειαστεί να περάσουμε μια διαδικασία που την έχετε ζήσει όλοι σας, μια διαδικασία πολλών ετών προπαρασκευαστικής εκπαίδευσης. Αυτό που ελπίζω να καταφέρω, πάντως, βασιζόμενος στη μικρή μου εμπειρία ως επαναστάτης και αντάρτης διοικητής, είναι να γίνει κατανοητό από τους φοιτητές του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας ότι η εκπαίδευση δεν είναι πλέον το αποκλειστικό δικαίωμα του καθενός, και ότι αυτές οι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις όπου σπουδάζετε δεν αποτελούν πια κανενός το φέουδο. Ανήκουν σε όλον το λαό της Κούβας και είτε θα παραχωρηθούν στον λαό ή ο λαός θα τις καταλάβει (χειροκροτήματα).
Ξεκίνησα την καριέρα μου αυτή με τα πολλά σκαμπανεβάσματα ως φοιτητής πανεπιστημίου – ως μέλος της μεσαίας τάξης, ένα γιατρός που μοιραζόταν τους ίδιους ορίζοντες, τις ίδιες νεανικές φιλοδοξίες που έχετε και σεις. Ωστόσο, στην πορεία του αγώνα, άλλαξα και πείστηκα για την επιτακτική αναγκαιότητα της επανάστασης, και για το δίκαιο των αγώνων του λαού. Γι’ αυτό, λοιπόν, ελπίζω ότι εσείς, οι σημερινοί κάτοχοι του πανεπιστημίου, θα το παραχωρήσετε στον λαό. Το ότι αύριο ο λαός θα το πάρει από εσάς, δεν το λέω ως απειλή. Όχι. Απλά λέω ότι εάν οι κάτοχοι του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας, οι φοιτητές, το παραχωρούσαν στον λαό, ο οποίος αντιπροσωπεύεται από την επαναστατική κυβέρνηση, αυτό θα ήταν άλλη μία από τις παραδειγματικές πράξεις που βλέπουμε στην Κούβα σήμερα.
Και στους καθηγητές, τους συναδέλφους μου, έχω κάτι παρόμοιο να πω: θα πρέπει να πάρετε το χρώμα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών και αγροτών. Θα πρέπει να πάτε στον λαό. Θα πρέπει να ζείτε και αναπνέετε ως ένα σώμα με τον λαό, δηλαδή θα πρέπει να νιώσετε στο πετσί σας τις ανάγκες ολόκληρης της Κούβας. Όταν θα το καταφέρετε, κανείς δεν θα είναι χαμένος. Όλοι μας θα έχουμε κερδίσει και η Κούβα θα έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει την πορεία της προς το μέλλον με πιο σταθερό βηματισμό.
Και δεν θα υπάρχει ανάγκη να συμπεριλάβετε στις τάξεις των πανεπιστημιακών αυτόν τον γιατρό, τον διοικητή, τον πρόεδρο τράπεζας και τώρα καθηγητή της παιδαγωγικής, που σας αποχαιρετά (χειροκροτήματα).
Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα: Οικοδομώντας το Κόμμα της Εργατικής Τάξης (Μέρος ‘Α)
Εισαγωγή στο βιβλίο «Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα» που εκδόθηκε το 1963 από την Εθνική Διοίκηση του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.
Δύο πράγματα είναι στενά δεμένα μεταξύ τους: η γενική θεωρία σαν έκφραση της πείρας του ΚΚΣΕ και των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων όλης της ανθρωπότητας και η πρακτική εφαρμογή αυτών των γενικών ιδεών στα δικά μας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Από τις ιδιαιτερότητες που προσδιορίζουν το πλαίσιο της ανάπτυξης των κοινωνικών γεγονότων σ’αυτήν την περιοχή του κόσμου, δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν ιστορικές εξαιρέσεις. Απλά, μέσα στα γενικά πλαίσια της θεωρίας, που είναι καρπός της πείρας, εμπίπτει και η ιδιαίτερη περίπτωση της Κούβας που προσθέτει νέες εμπειρίες στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα.
Το εγχειρίδιο “Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα” μας δείχνει με λαμπρή σαφήνεια τι είναι ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα: “Άτομα συσπειρωμένα γύρω από ένα σύνολο κοινών ιδεών που ενώνονται για να δόσουν ζωή στις μαρξιστικές αντιλήψεις, δηλαδή, για να εκπληρώσουν την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης”. Εξηγεί επιπλέον, πως ενα κόμμα δε μπορεί να ζει απομονωμένο από τις μάζες, πως πρέπει να είναι σε διαρκή επικοινωνία μαζί τους, πως πρέπει να ασκεί την κριτική και την αυτοκριτι8κή και να είναι πολύ αυστηρό με τα λάθη του – πως δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στης αρνητικές αντιλήψεις της πάλης ενάντια σε κάτι, αλλά και στις θετικές αντιλήψεις της πάλης για κάτι. Εξηγεί πως τα μαρξιστικά κόμματα δεν πρέπει να σταυρώνουν τα χέρια και να περιμένουν να εκπληρωθούν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, που δημιουργούνται μέσα από τον πολύπλοκο μηχανισμό της ταξικής πάλης, όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να πέσει η εξουσία στα χέρια του λαού σαν ώριμο φρούτο. Δείχνει τον καθοδηγητικό και καταλυτικό ρόλο αυτού του κόμματος, της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, καθοδηγητή της τάξης του, που ξέρει να της δείχνει το δρόμο για τη νίκη και να επιταχύνει τα βήματα προς νέες κοινωνικές καταστάσεις. Τονίζει ότι ακόμη και στις στιγμές κοινωνικής άμβλυνσης, είναι αναγκαίο να ξέρει να υποχωρεί και να διατηρεί σταθερά τα στελέχη, για να μπορεί να στηριχτεί πάνω τους στο επόμενο κύμα και έτσι να προχωρήσει ακόμη μακρύτερα, προς τον θεμελιώδη στόχο του κόμματος την πρώτη επαναστατική περίοδο, που είναι η κατάληψη της εξουσίας.
Και είναι λογικό αυτό το κόμμα να είναι ταξικό. Ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα δύσκολα θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Αποστολή του είναι η αναζήτηση του πιο σύντομου δρόμου για την επίτευξη της δικτατορίας του προλεταριάτου. Τα πιο πολύτιμα μέλη του, τα καθοδηγητικά του στελέχη και η τακτική του πηγάζουν από την εργατική τάξη.
Δε νοείται να ξεκινήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού με ένα κόμμα της αστικής τάξης, ένα κόμμα που ανάμεσα στα μέλη του θα είχε έναν σημαντικό αριθμό εκμεταλλευτών, που θα είχαν μάλιστα την ευθύνη να καθορίσουν την πολιτική του γραμμή. Είναι φανερό πως μια τέτοια ομάδα μπορεί να καθοδηγήσει τον αγώνα σε ΄να εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο, μέχρι κάποιο επίπεδο και κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Την αμέσως επόμενη στιγμή, η επαναστατική τάξη θα γινόταν αντιδραστική και θα δημιουργούνταν νέες συνθήκες που θα έκαναν αναγκαία την εμφάνιση του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος σαν καθοδηγητή της επαναστατικής πάλης. Και ήδη, στη Λατινική Αμερική τουλάχιστον, είναι πρακτικά αδύνατο να μιλάμε για απελευθερωτικά κινήματα που να καθοδηγούνται από την αστική τάξη. Η κουβανική επανάσταση έχει πολώσει τις δυνάμεις. Μπροστά στο δίλημμα λαός ή ιμπεριαλισμός, οι αδύναμες εθνικές αστικές τάξεις επιλέγουν τον ιμπεριαλισμό και προδίδουν οριστικά τη χώρα τους. Χάνεται σχεδόν ολότελα η δυνατότητα να προκληθεί μια ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό, σε αυτή την περιοχή του κόσμου.
Αν το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα είναι ικανό να προβλέψει τα επερχόμενα ιστορικά στάδια και είναι ικανό να γίνει σημαία και πρωτοπορία ενός λαού, προτού ακόμη ξεπεράσει το εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο – μιλώντας για τις χώρες μας που ζουν κάτω απο καθεστώς αποικιοκρατίας – τότε αυτό το κόμμα θα έχει εκπληρώσει μια διπλή ιστορική αποστολή και θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με περισσότερη δύναμη, με μεγαλύτερο κύρος ανάμεσα στις μάζες.
Έπειτα έρχεται η κουβανική εμπειρία. Μια εμπειρία πλούσια για όλα όσα καινούργια, όσα ισχυρά προσφέρει αυτή την εποχή της ανάπτυξης της λατινοαμερικάνικης επανάστασης. Μια εμπειρία πλούσια σε διδαχές από τα ίδια της τα λάθη, που δημόσια αναλύθηκαν και διορθώθηκαν, σε σύνδεση με τις μάζες και μπροστά στην κρίση της κοινής γνώμης. Ιδαίτερα σημαντικές είναι οι ομιλίες του συντρόφου Φιντέλ αναφορικά με το Ενιαίο Κόμμα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης και τις μεθόδους δουλειάς που χρησιμοποιήθηκλαν στις ΕΕΟ και που σηματοδοτούν δύο βασικά στάδια της ανάπτυξης μας. Στον πρώτο λόγο ο Φιντέλ δηλώνει με την ειλικρίνεια του ακέραιου επαναστάτη, που έφτασε στον κολοφώνα της ανοδικής εξελικτικής του σκέψης, και διακηρύσσει μπροστά στον κόσμο, δίχως καμιά αμφιβολία, την ιδιότητα του μαρξιστή-λενινιστή. Το κάνει, όμως, όχι σαν μια απλή διαβεβαιώση στα λόγια, αλλά δείχνοντας τα χαρακτηριστικά, τα πιο ξεχωριστά γεγονότα στην εξέλιξη του ηγέτη, του κινήματος και του Κόμματος στην πορεία σύγκλισης που στόχευε στη δημιουργία του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.
Αναλύοντας τον ίδιο του τον εαυτό, ο σύντροφος Φιντέλ αναγνωρίζει ένα μεγάλο αριθμό οπισθοδρομικών αντιλήψεων που είχε κληρονομήσει από το κοινωνικό του περιβάλλον. Διηγείται πως ενστικτωδώς άρχισε να αγωνίζεται ενάντια σ’αυτές τις αντιλήψεις και να ανδρώνεται μέσα από την πάλη. Εξιστορεί τις αμφιβολίες του και τις αιτίες τους καθώς και το πως αυτές διαλύθηκαν. Σε αυτό το στάδιο, το Κίνημα 26 Ιούλη αποτελούσε κάτι καινούργιο, πολύ δύσκολο να προσδιορισθεί. Ο Φιντέλ Κάστρο, ήρωας του Μονκάδα, φυλακισμένος στο Νησί των Πεύκων, εκπαιδεύει μια εκστρατευτική ομάδα που έχει σαν αποστολή της να φτάσει στις ακτές του Οριέντε, να ανάψει την επαναστατική φωτιά σε αυτή την επαρχία και να την απομονώσει από το υπόλοιπο νησί σε πρώτη φάση, ή να προχωρήσει ασυγκράτητα, σύμφωνα με τις αντικειμενικές συνθήκες, μέχρι την ίδια την Αβάνα, μετά από μια σειρά αλληλοδιαδεχόμενες, περισσότερο ή λιγότερο, αιματηρές νίκες.
Η πραγματικότητα μας χτύπησε σκληρά. Δεν ήταν έτοιμες όλες οι αναγκαίες υποκειμενικές συνθήκες για να αποκρυσταλλωθεί αυτή η απόπειρα, δεν είχαν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες του επαναστατικού πολέμου που αργότερα θα μαθαίναμε με το ίδιο μας το αίμα και το αίμα των αδελφών μας, στη διάρκεια δύο χρόνων σκληρής πάλης. Ηττηθήκαμε και εκεί ακριβώς άρχισε η πιο σημαντική ιστορία του κινήματος μας. Τότε αποδείχθηκε η πραγματική του δύναμη, η πραγματική ιστορική του αξία. Κατανοήσαμε τα λάθη τακτικής που είχαμε διαπράξει και ότι ακόμη έλειπαν κάποιοι σημαντικοί υποκειμενικοί παράγοντες. Ο λαός είχε συνείδηση της αναγκαιότητας μιας αλλαγής, δεν υπήρχε όμως η βεβαιότητα ότι αυτή ήταν δυνατή. Καθήκον μας ήταν να δημιουργήσουμε αυτή τη βεβαιότητα. Και στη Σιέρα Μαέστρα άρχισε η μακρά διαδικασία που χρησιμεύει σαν καταλύτης για όλο το κίνημα στο νησί, κάνοντας να ξεσπάσουν αδιάκοπες καταιγίδες, αδιάκοπες επαναστατικές φωτιές σε ολόκληρο το έδαφος της χώρας.
Αρχίζει να αποδεικνείεται από τα ίδια τα γεγονότα ότι ο επαναστατικός στρατός, με την πίστη και τον ενθουσιασμό του λαού δρομολογημένα στη σωστή κατεύθυνση, με ευνοϊκές συνθήκες για τον αγώνα, μπορεί να αυξάνει τη δύναμη του μέσα από την κατάλληλη χρήση των όπλων και να συντρίψει κάποια μέρα τον εχθρικό στρατό. Στην ιστορία μας αυτό αποτελεί ένα μεγάλο δίδαγμα. Πριν από την κατάκτηση της νίκης είχε αρχίσε να αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων μέχρι που έγινε εξαιρετικά ευνοϊκός για το επαναστατικό κίνημα. Δημιουργήθηκαν οι υποκειμενικές συνθήκες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της αλλαγής και προκλήθηκε η κρίση εξουσίας που είναι απαραίτητη γι’αυτήν την αλλαγή. Γεννιέται μια νέα επαναστατική εμπειρία για τη Λατινική Αμερική. Αποδεικνύεται πώς οι μεγάλες αλήθειες του μαρξισμού-λενινισμού ισχύουν πάντα. Σε αυτήν την περίπτωση αποδείχθηκε ότι η αποστολή των ηγετών και των κομμάτων είναι να δημιουργήσουν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας και να μη μετατραπούν σε θεατές του επαναστατικού κόμματος που γεννιέται μέσα στους κόλπους του λαού.
Την ίδια στιγμή, αποδεικνύοντας την ανάγκη για τους ένοπλους πυρήνες που υπερασπίζονται τη λαϊκή κυριαρχία να αντιμετωπίζουν αιφνιδιασμούς, επιθέσεις και καταστροφές, φάνηκε η σημασία του να έχει ο ένοπλος αγώνας για σκηνή δράσης τα πιο ευνοϊκά εδάφη για τον ανταρτοπόλεμο, δηλαδή τα πιο απόκρημνα, τραχιά εδάφη της υπαίθρου. Αυτή είναι άλλη μια συνεισφορά της Κουβανικής Επανάστασης στον αγώνα μας για την χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής. Από την ύπαιθρο πάμε στην πόλη, από τα μικρότερα στα μεγαλύτερα, δημιουργώντας το επαναστατικό κίνημα που κορυφώθηκε στην Αβάνα.
Αλλού, πάλι, ο Φιντέλ εκφράζει με σαφήνεια: ουσιαστική προϋπόθεση του επαναστάτη είναι να βρίσκεται σε θέση να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Αναφερόμενος στην απεργία του Απρίλη (1958), εξηγεί πώς δεν καταφέραμε να την ερμηνεύσουμε εκείνη τη στιγμή και ως εκ τούτου υποστήκαμε καταστροφή. Γιατί προκηρύσεται απεργία τον Απρίλη; Επειδή υπήρχαν στους κόλπους του κινήματος μια σειρά αντιθέσεις που εμείς ονομάζουμε της Sierra (του βουνού) και της πεδιάδας και που έβγαιναν στην επιφάνεια μέσα από την ανάλυση των στοιχείων που θεωρούνταν απαραίτητα για την έκβαση του ένοπλου αγώνα, στοιχεία για τα οποία ήταν διαμετρικά αντίθετη η κάθε μια απο αυτές τις πτέρυγες.
Το βουνό ήταν πρόθυμο να νικήσει τον στρατό, όσες φορές αυτό θα χρειάζονταν, για να το νικά μάχη με τη μάχη, κατακτώντας τον οπλισμό του, μέχρι να φτάσει κάποια μέρα, με βάση τον αντάρτικο στρατό, να καταλάβει την εξουσία. Η πτέρυγα της πεδιάδας ήταν οπαδός του της γενικευμένης ένοπλης πάλης γενικά σε όλη τη χώρα με επίλογο με επαναστατική γενική απεργία για την ανατροπή του Μπατίστα και την εγκαθύδριση της εξουσίας των «πολιτών» στην κυβέρνηση μετατρέποντας σε “απολίτικο” το νέο στρατό.
Η σύγκρουση ανάμεσα σ’αυτές τις δύο θέσεις ήταν συνεχής και δεν ήταν ότι καταλληλότερο για την ενιαία καθοδήγηση που απαιτούσαν εποχές σαν και αυτή. Η απεργία του Απρίλη προετοιμάζεται και προκηρύσσεται από την πτέρυγα της πεδιάδας με τη συναίνεση της ηγεσίας του βουνού, που νιώθει ανίκανη να την εμποδίσει, παρ’ όλο που έχει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το αποτέλεσμα της και με τη ρητή επιφύλαξη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που προειδοποιεί έγκαιρα για τους κινδύνους. Οι επαναστάτες διοικητές πηγαίνουν στις πεδιάδες να βοηθήσουν και έτσι ο Καμίλο Σιενφουέγος, ο αξέχαστος αυτός Αρχηγός του Στρατού μας, αρχίζει να κάνει τις πρώτες του εξορμήσεις στην περιοχή του Μπαγιάμο.
Οι ρίζες αυτών των αντιθέσεων έχουν βαθύτερες ρίζες απ’ ότι οι διαφορές τακτικής: ο αντάρτικος Στρατός είναι πια απο ιδεολογική πλευρά προλεταριακός και σκέφτεται σαν τάξη που δεν έχει καμιά ιδιοκτησία. Η Τάση της πεδιάδας εξακολουθεί να είναι μικροαστική, με μελλοντικούς προδότες στην ηγεσία της και με μεγάλες επιδράσεις από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει.
Ουλίσες Εστράδα: Ο διεθνισμός είναι στη φύση της Κουβανικής Επανάστασης
Συζήτηση με τον Ουλίσες Εστράδα, δημοσιογράφο συγγραφέα και σύντροφο στη ζωή και τον αγώνα της αντάρτισσας, που έπεσε μαχόμενη με τον Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Συνέντευξη στο Δημήτρη Καραγιάννη του «Ριζοσπάστη».
Η συζήτηση με ένα σύντροφο με τις περγαμηνές του Ουλίσες Εστράδα δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί αυτό που σε κυριεύει είναι το δέος για έναν έμπειρο επαναστάτη μαχητή. Ωστόσο, ο ίδιος φροντίζει να αποφορτίσει το κλίμα, λέγοντας ότι είναι «ένας απλός επαναστάτης, όπως εκατομμύρια άλλοι στην Κούβα, που υπηρέτησε και υπηρετεί την Επανάσταση του ηρωικού αυτού λαού και τη διεθνιστική της προσφορά σε άλλους αγωνιζόμενους λαούς».
Αναγκαστικά, δημοσιεύουμε τα πιο βασικά σημεία, από την πλούσια και μακρά συζήτηση που είχαμε την τύχη να έχουμε με τον σύντροφο Ουλίσες.
Ρωτήσαμε αρχικά τον συνομιλητή μας:
— Είχατε την τιμή να γνωρίσετε τον μεγάλο επαναστάτη Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Πώς συνέβη αυτό;
— Δούλεψα μαζί με τον διοικητή Τσε Γκεβάρα στον τομέα της ενίσχυσης των επαναστατικών δυνάμεων στη Λατινική Αμερική. Από τη στιγμή που νίκησε η Επανάσταση στην Κούβα, η πολιτική του διεθνισμού στηρίχτηκε με ξεκάθαρο τρόπο από τον ηγέτη μας Φιντέλ Κάστρο. Ο Τσε είχε ζητήσει από τον Φιντέλ, όταν νικούσε η επανάσταση, αυτός να αποδεσμευόταν για να συνεχίσει την πάλη στη Λατινική Αμερική.
Η δική μου ομάδα εργασίας, το τμήμα ειδικών επιχειρήσεων, είχε ως καθήκον να υλοποιεί τη βοήθεια που έδινε η Κούβα στα επαναστατικά κινήματα. Γνωρίστηκα με τον Τσε σε αυτή τη διαδικασία και αργότερα, εκτελώντας αποστολές στο εξωτερικό με προϊστάμενό μου τον διοικητή Μανουέλ Πινέιρο Λοσάδα, αρχηγό της κουβανικής κατασκοπείας και πρώτο υφυπουργό Εσωτερικών. Μετά την περιοδεία του Τσε στην Αφρική, που τον εντυπωσίασε, για τις άθλιες συνθήκες για τους πολλούς, και με δεδομένο ότι η ηγεσία του επαναστατικού κινήματος του Κονγκό ζητούσε βοήθεια, ο Φιντέλ πρότεινε στον Τσε να μπει επικεφαλής ενός γκρουπ Κουβανών που θα πήγαιναν ως σύμβουλοι στο αντάρτικο του Κονγκό. Του κινήματος που αγωνιζόνταν ενάντια στη δικτατορία του Μοϊσές Τσόμπε που ήταν ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της δολοφονίας του Πατρίσιο Λουμούμπα, εθνικού ήρωα του Κονγκό, που δολοφονήθηκε με εντολή της CIA με τη συνεργασία των Βέλγων αποικιοκρατών και ορισμένους Κονγκολέζους. Ο Τσε αμέσως δέχτηκε και έφυγε για το Ζάιρε, (Λεοπολβίλ) όπως ονομαζόταν τότε και σήμερα λέγεται Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο αντάρτικο. Ωστόσο, οι συνθήκες στη χώρα δεν τον άφηναν να είναι εκεί ως δάσκαλος και αποφάσισε να μπει στη μάχη μαζί με τους Κονγκολέζους και να κάνει το μάθημα την ώρα της μάχης. Λίγο διάστημα μετά την αναχώρηση του Τσε για το Κονγκό, εγώ έφυγα από την Κούβα για να μεταφέρω όπλα, εξοπλισμό, φαγητό, φάρμακα σε ορισμένα κινήματα στην Αφρική που είχαν ζητήσει βοήθεια από την Κούβα. Οταν με φώναξαν για να μου αναθέσουν αυτήν την αποστολή εγώ πραγματοποιούσα μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά και στην πραγματικότητα δεν ήξερα τίποτε για την Αφρική. Ο διοικητής Πινέιρο με ενημέρωσε ότι ήταν ένα ταξίδι 15 ημερών. Κράτησε 5 μήνες. Οταν τελείωσα την αποστολή μου στην Τανζανία, στη δυτική πλευρά της Αφρικής, πέρασα στο Κονγκό και πήγα στο αντάρτικο, στη δύναμη που ήταν και ο Τσε. Επειτα ο ίδιος με ξαναέστειλε στην Κούβα με ένα μήνυμα ότι έπρεπε να βρεθεί τρόπος για να φύγει από τη χώρα η κουβανική αποστολή. Και έτσι έγινε. Το Δεκέμβρη του 1965 έφυγαν οι Κουβανοί, ο Τσε έμεινε και ο μόνος που το ήξερε ήταν ο πρεσβευτής μας εκεί και ένας Κουβανός που δακτυλογράφησε το βιβλίο που έγραψε ο Τσε για το Κονγκό.
Τον μήνα Γενάρη του 1966 διοργανώθηκε στην Κούβα η Τριηπειρωτική Διάσκεψη και μου έδωσαν την εντολή να μεταβώ στην Τανζανία με έναν σύντροφο καλλιτέχνη, παλιό κομμουνιστή – ήταν καλός στις μεταμφιέσεις – με σκοπό να μεταμφιέσει τον Τσε για να τον βγάλουμε από την Αφρική. Πήγα με τον δόκτορα Γκαρσία Γκουτιέρες που του έκανε τη μεταμφίεση. Αυτό διάρκεσε περίπου 15 μέρες. Γύρισα στην Κούβα με τις φωτογραφίες του Τσε και ο Φιντέλ ενέκρινε τη μεταμφίεση. Επέστρεψα για να πάρω τον Τσε. Ο Τσε δεν ήθελε να γυρίσει στην Κούβα, γιατί ήδη είχε δημοσιευτεί το γράμμα του αποχαιρετισμού του. Είχαμε πολύ καλές συνθήκες στην Τσεχοσλοβακία, όπου οι τσέχικες υπηρεσίες μάς βοηθούσαν, είχαμε σπίτι, είχαμε ελευθερία κινήσεων στο αεροδρόμιο. Μπορώ να πω ότι κινούμασταν καλύτερα από ό,τι στη Μόσχα, όπου υπήρχε πιο πολύ έλεγχος. Φύγαμε, λοιπόν, από την Τανζανία με τελικό προορισμό την Πράγα.
Μπορώ να πω ότι έχω μιλήσει πολύ με αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο. Κάποια στιγμή ήρθε ένας άλλος σύντροφος να τον συνοδεύσει και εκεί κατάλαβα ότι ο προορισμός του ήταν η Βολιβία. Τότε ζήτησα από τον Πινέιρο να με αφήσει να πάω με την ομάδα του Τσε. Ο ίδιος ο Τσε μού είπε ότι είμαι πιο χρήσιμος να μείνω και να δουλέψω στις υπηρεσίες ασφάλειας. Αργότερα, όταν έμαθα ότι είχε έρθει κρυφά στην Κούβα, του έστειλα ένα μήνυμα που του έλεγα ότι ήθελα να πάω μαζί του στο αντάρτικο. Η απάντησή του ήταν ίδια. Ετσι δεν ακολούθησα σε αυτή τη διεθνιστική αποστολή.
— Πείτε μας για τη γνωριμία σας με την Τάνια.
— Ο Τσε ζήτησε από το Πινέιρο, να προετοιμάσει μια γυναίκα που θα την εγκαθιστούσαμε σε μια λατινοαμερικάνικη χώρα, με μια ψεύτικη ταυτότητα. Ο Τσε είχε γνωρίσει την Ταμάρα, που είναι η Τάνια, στο Βερολίνο το 1959 όταν επισκέφτηκε τη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία, ως διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας και συμμετείχε σε μια συζήτηση με φοιτητές Κουβανούς και Γερμανούς. Η Τάνια ήταν η μεταφράστρια για τους Γερμανούς. Ηταν διερμηνέας στη Νεολαία, στο υπουργείο Εξωτερικών. Οι γονείς της ήταν κομμουνιστές, άνθρωποι μεγάλης εμπιστοσύνης. Οταν αναπτύχθηκε ο πόλεμος στην Κούβα πέρασε από τη Γερμανία μια αντιπροσωπεία του Σοσιαλιστικού Λαϊκού Κόμματος, που ήταν το πρώην ΚΚ στην Κούβα. Η Τάνια μίλησε με αυτούς, της είπαν για τον αγώνα ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα, κάτι που επηρέασε σημαντικά την Τάνια. Τους είπε ότι ήθελε να έρθει να αγωνιστεί στην Κούβα. Και έτσι άρχισε να προπαγανδίζει την επανάσταση και τον αγώνα του Φιντέλ και του λαού μας και επίσης ενθουσιάστηκε όταν έμαθε ότι ένας από τους ηγέτες ήταν από την Αργεντινή. Και είπε στη μητέρα της, όταν νικήσουμε στην Κούβα, θα πάω με τον Τσε για να πολεμήσουμε στην Αργεντινή. Η ίδια είχε γεννηθεί στην Αργεντινή και ένιωθε πολύ κοντά τη Λατινική Αμερική. Η Αλίσια Αλόνσο, εθνική χορεύτρια της Κούβας, βρέθηκε στο Βερολίνο και η Τάνια της ζήτησε να την καλέσει στην Κούβα. Οπως και έγινε το 1961, λίγο μετά τη νίκη στην Πλάγια Χιρόν. Αμέσως μόλις ήρθε στην Κούβα, άρχισε να δουλεύει στο Ινστιτούτο για τη Φιλία των Λαών, διευκόλυνε τις γερμανικές αντιπροσωπείες, δούλεψε ως μεταφράστρια στο υπουργείο Παιδείας και στο υπουργείο Αμυνας. Και ο Τσε ζήτησε από τον Πινέιρο, να εξετάσει αν αυτή η συντρόφισσα ήταν κατάλληλη για την αποστολή που σχεδίαζε. Στο τμήμα μου αξιολογήσαμε 3 συντρόφισσες και οι 3 Αργεντινές. Την Τάνια, μια συντρόφισσα που σήμερα είναι στη σύνταξη και τη συντρόφισσα Ισαμπέλ Λαργία, που ήταν πολύ κοντά μας, μια επαναστάτρια που δολοφονήθηκε αργότερα από τη στρατιωτική δικτατορία στη χώρα της. Αυτή που συγκέντρωνε τις περισσότερες αρετές ήταν η Τάνια. Ο Τσε είχε μια μεγάλη διαίσθηση όταν την πρότεινε. Γύρω στο Μάρτη του 1964, αν θυμάμαι καλά, μιλήσαμε με την ίδια και ο Πινέιρο της πρότεινε την αποστολή, σημειώνοντας ότι αυτή είχε μεγάλο ρίσκο, μπορούσε να φυλακιστεί, να βασανιστεί, να χάσει τη ζωή της. Δέχτηκε χωρίς πολλά λόγια.
— Ποια ήταν η αποστολή της;
— Για ένα χρόνο την προετοιμάζαμε επιχειρησιακά και στρατιωτικά, πήρε μαθήματα κατασκοπείας, αντικατασκοπείας, πώς να παραπλανά την αστυνομία, πώς να συγκεντρώνει πληροφορίες. Στο τέλος της εκπαίδευσης την πήγαμε στην επαρχία του Σιενφουέγος, όπου της δώσαμε ένα πλάνο δουλειάς, να κάνει μια συνάντηση με κάποιον άγνωστο, να τοποθετήσει μια βόμβα, βεβαίως της εξηγήσαμε ότι τα εκρηκτικά χρησιμοποιούνται μόνο στη μάχη, ενάντια στον εχθρό και όχι με τρομοκρατικό τρόπο. Εγώ είχα μεταφερθεί στο Σιενφουέγος και είχα μιλήσει πρώτα με τον επικεφαλής των τοπικών αρχών ασφαλείας. Του εξήγησα την αποστολή της και του ζήτησα αξιωματικοί της υπηρεσίας να προσπαθήσουν να την ανακαλύψουν και να τη συλλάβουν. Η Τάνια έκανε τα πάντα στην πόλη και δεν μπόρεσαν να την ανακαλύψουν. Εκανε μια θαυμάσια δουλειά. Στο βιβλίο εμφανίζονται οι μαρτυρίες δύο αξιωματικών που έψαχναν την Τάνια. Ενας από αυτούς γνώριζε ότι η Τάνια δούλευε για την κουβανική κατασκοπεία. Την είχε δει να δίνει σινιάλα σε ένα πάρκο. Και τις ραδιοφωνικές μεταδώσεις, κάτι που ήταν σαφώς δυσκολότερο, που η Ασφάλεια μπορούσε να ανακαλύψει, τις κάναμε στο σπίτι του διοικητή Ασφαλείας, εκεί βάλαμε το ράδιο, ένα μηχανισμό μικρό, της CIA, που είχαμε κατασχέσει, από τους πολλούς που έστελνε στην Κούβα, και όλους τους πιάναμε και τους βάζαμε στην υπηρεσία του επαναστατικού κινήματος. Πολλά επίσης όπλα που κατασχέσαμε τα δώσαμε στο επαναστατικό κίνημα. Η Τάνια πέρασε από όλες τις εξετάσεις με 100%. Επέστρεψε στην Αβάνα και ήταν πια έτοιμη για να φύγει. Καθίσαμε με τον Πινέιρο και τη συζητήσαμε. Είχε μελετήσει διάφορες χώρες, Βολιβία, Αργεντινή, Περού. Και της είπαμε ότι θα συναντηθεί με τον Τσε. Εκείνη πραγματικά απόρησε ότι ο Τσε θα ξέρει τη δουλειά της και ενθουσιάστηκε, λέγοντας ότι εκπληρώνεται ένα όνειρο ζωής της. Συναντήθηκε με τον Τσε που της εξήγησε την αποστολή της, τι ακριβώς θα έπρεπε να κάνει, ότι πρέπει να είναι προετοιμασμένη αν χρειαστεί να ενσωματωθεί με το αντάρτικο.
Ετσι η Τάνια έφυγε για την Πράγα, εγώ είχα ήδη σχέσεις προσωπικές μαζί της. Αυτό ήταν κάτι απαγορευμένο, αλλά ο Πινέιρο το έμαθε και δεν του άρεσε. Και μου είπε ότι δεν πρέπει να το μάθει κανείς άλλος. Ετσι δεν έστειλε και εμένα στην Πράγα αλλά άλλον σύντροφο. Η Τάνια βρέθηκε ένα μήνα στην Πράγα, όπου εκεί έκανε τη λεγόμενη προετοιμασία του «μύθου της». Δηλαδή της προσωπικότητας που πρόκειται να «παίξει». Στην Κούβα είχε στηθεί το σενάριο μιας Ιταλοαργεντινής, αυτή πήγε στην Ιταλία αλλά δε μιλούσε πολύ καλά Ιταλικά, έτσι χτίστηκε άλλος μύθος ως Αργεντινογερμανής. Η ίδια είχε ζήσει στη ΓΛΔ, αλλά για να φαίνεται ότι είναι Δυτικογερμανή, πήγε στη Δ. Γερμανία, στην υποτιθέμενη γενέτειρά της, να κάνει επαφές με τους γείτονες, έκανε μια καταπληκτική δουλειά με πολλές διευθύνσεις Γερμανών. Ετσι πήγε στη Βολιβία και σε διάρκεια 2 χρόνων πραγματοποίησε μια δουλειά που έφτασε να γνωρίσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είχε σχέσεις με τα πιο υψηλά κλιμάκια της αστικής τάξης. Η ψευδής της «πρόσοψη» ήταν η λαογραφία και το φολκλόρ. Απέκτησε επαφές με το υπουργείο Πολιτισμού, εμφανιζόταν ως μια πλούσια αστή, πράγμα που της άνοιγε όλες τις πόρτες. Οταν έφτασαν οι άνθρωποι του Τσε αυτή βρήκε τα σπίτια, του Τσε του έδωσε χαρτιά επίσημα, για να μετακινείται άνετα μέσα στη χώρα και ήταν χαρτιά της ίδιας της προεδρίας του κράτους, που είχε καταφέρει να αποσπάσει. Εκανε πραγματικά μια θαυμάσια δουλειά.
Η Τάνια έφερε τον Ντεμπρέ, τον Γάλλο δημοσιογράφο για να πάρει συνέντευξη από τον Τσε στο αντάρτικο. Αφησε το τζιπ σε μια αγροτική περιοχή. Αλλά έγινε αντιληπτό από το βολιβιάνικο στρατό βρήκαν κάτι σε αυτό, και υπήρχε ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί ο ρόλος της Τάνιας. Ετσι ο Τσε τής πρότεινε να μείνει στο αντάρτικο. Εκείνη έκατσε 15 μέρες με τον Τσε και στη συνέχεια πέρασε στην ομάδα της οπισθοφυλακής. Ομως, σε μια ενέδρα έπεσε νεκρή στη μάχη τον Αύγουστο του 1967, όταν είχε προδοθεί από έναν Βολιβιανό. Αυτή είναι η ιστορία της Τάνιας, που την περιγράφω αναλυτικά στο βιβλίο.
— Για να συνεχίσουμε, ποια πιστεύετε ότι είναι η αξία των ιδεών και της δράσης του Τσε σήμερα;
— Πρέπει να πούμε ότι στη χώρα μου οι μικροί πιονιέροι έχουν ως σύνθημα τους: «Να γίνουμε όπως ο Τσε». Ο Τσε είναι στην Κούβα παντού. Είναι μέσα σε όλους τους Κουβανούς. Και αυτό είναι λογικό. Για το ρόλο που έπαιξε στην Κουβανική Επανάσταση. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι ο Τσε είναι παντού και εκτός της Κούβας. Δεν υπάρχει μια πολιτική διαμαρτυρία σε όποια γωνιά του κόσμου, για κοινωνική δικαιοσύνη που να μην έχει στα λάβαρά της τη μορφή του Τσε Γκεβάρα. Υπάρχει βέβαια και η προσπάθεια εμπορευματοποίησης του συμβόλου του, αλλά αυτό γίνεται γιατί ο κόσμος το αγοράζει, έχει ενδιαφέρον για τον Τσε. Γιατί τον σκότωσαν έτσι όπως τον σκότωσαν, τραυματισμένο και ανήμπορο; Επειδή πίστευαν ότι θα τέλειωναν με τις ιδέες του. Ομως, δεν το κατάφεραν.
— Να βάλουμε μια άλλη διάσταση. Συχνά κατηγορούν την Κούβα ότι ουσιαστικά εξάγει την επανάσταση. Πώς απαντάτε;
— Θα πω κάτι που είναι και απάντηση. Ο Φιντέλ ο ηγέτης της Επανάστασής μας, όταν ήταν νέος πήγε να αγωνιστεί στον Αγιο Δομίνικο ενάντια στη δικτατορία του Τρουχίγιο. Ηταν στο λεγόμενο «Μπογκοτάσο» στην Κολομβία, ως ένοπλος, ως κομμουνιστής. Επομένως, η διεθνιστική σκέψη του Φιντέλ δε δημιουργήθηκε μετά τη νίκη της επανάστασης. Την είχε μέσα του πάντα. Οπως το ίδιο συνέβαινε και με τον Τσε. Πιστεύω ότι ο κύριος λόγος για να ζει ο Τσε ήταν για να είναι διεθνιστής. Να παλεύει και για κάποιον που δεν ξέρει. Για εμάς η αλληλεγγύη είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές του ανθρώπινου είδους. Να είσαι αλληλέγγυος με αυτόν που υποφέρει, με τον αποκλεισμένο, με τον αγρότη που δεν έχει γη, με τον εργάτη που δεν έχει δουλειά, με όλα τα κακά που υποφέρει η ανθρωπότητα σήμερα. Ετσι είμαστε εμείς οι Κουβανοί.
Αυτό μπορεί να εξηγήσει λίγο το τι κάναμε εμείς στην περίοδο της δεκαετίας του ’60. Οταν νίκησε η Κουβανική Επανάσταση με τα όπλα, μια ομάδα ανθρώπων ενάντια σε ένα στρατό που είχε 60.000 στρατιώτες, τα καλύτερα όπλα που είχαν στη διάθεσή τους από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, με Βορειοαμερικανούς συμβούλους στην Κούβα, καταφέραμε να τον διαλύσουμε. Αρχισαν μετά οι επιθετικές ενέργειες ενάντια στην Κούβα. Μέσα στο Γενάρη πιάσαμε έναν εγκληματία που σκόπευε να δολοφονήσει τον Φιντέλ, άρχισαν τα σαμποτάζ, οι δολιοφθορές, αλλά αντέξαμε. Το παράδειγμα της Κούβας σε αυτό τον πόλεμο που ήταν νικηφόρος την έκανε για τους Λατινοαμερικανούς επαναστάτες να τη βλέπουν ως ένα φάρο, τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθηθεί. Αρχισαν να φτάνουν στην Κούβα να ζητούν βοήθεια και η Κούβα στάθηκε αλληλέγγυα. Επομένως, η Κούβα δεν εξήγαγε την επανάσταση, μόνο βοήθησε τα κινήματα που ήθελαν να κάνουν την επανάσταση στη χώρα τους. Πράγμα διαφορετικό από την εξαγωγή. Πολλά από αυτά τα κινήματα απαρτίζονταν από νέους κομμουνιστές που πολλές φορές διαφωνώντας με τα κόμματά τους οργάνωσαν νέες οργανώσεις και μέτωπα και εμείς βοηθήσαμε αυτές τις κινήσεις, εξακολουθώντας να έχουμε τις καλύτερες σχέσεις και με τα ΚΚ της Λατινικής Αμερικής. Αυτό δημιούργησε προβλήματα με την τότε Σοβιετική Ενωση, που μας έλεγε ότι αυτή μας η βοήθεια σε αυτά τα κινήματα αδυνάτιζε τη θέση των ΚΚ. Με αυτό εμείς δε συμφωνούσαμε. Τα ΚΚ πάλευαν για να κατακτήσουν καλύτερες θέσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στα συνδικάτα, στις φοιτητικές οργανώσεις, πάλευαν για καλύτερες θέσεις και όχι για την πολιτική εξουσία. Και εμείς πιστεύαμε ότι οι επαναστάτες έπρεπε να παλεύουν για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτό τους βοηθάγαμε. Και με τα ΚΚ είχαμε καλές σχέσεις, γιατί είχαμε κοινή ιδεολογική αφετηρία όχι γιατί συμφωνούσαμε απόλυτα μαζί τους.
Να πω και κάτι άλλο: Σήμερα μας κατηγορούν ότι έχουμε μια δικτατορία στην Κούβα. Τους απαντάμε, ναι έχουμε μια «δικτατορία» του λαού. Γιατί στην Κούβα όλοι έχουν στρατιωτική εκπαίδευση και καθένας έχει το όπλο του στη θέση μάχης έτοιμο. Γιατί δεν μπόρεσαν να επιτεθούν ενάντια στην Επανάσταση; Γιατί ο ένοπλος λαός δεν… ξεσηκώνεται; Γιατί στηρίζει την επανάστασή του, γιατί είναι έτοιμος να αναμετρηθεί με τον πιο ισχυρό στρατό του κόσμου αυτό των ΗΠΑ που είναι 90 μίλια από την Κούβα. «Δεν τον φοβόμαστε καθόλου», του το είπαμε και κατάμουτρα πρόσφατα με μεγάλο πλακάτ απέναντι από την πρεσβεία του στην Αβάνα. Ξέρουν ότι δεν τους φοβόμαστε. Ξέρουν ότι αν τολμήσουν να επέμβουν θα τους στοιχίσει περισσότερες ζωές από όσες έχασαν στο Βιετνάμ. Γιατί στην Κούβα θα πολεμήσουν… μέχρι και οι γάτες.
Αναδημοσίευση απ’ το «Ριζοσπάστη», 8 Ιούνη 2008.
Για τις αθλιότητες των νεοναζί της Χρυσής Αυγής περί του Τσε Γκεβάρα
Στις 12 Γενάρη 2013 δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της φασιστικής, νεοναζιστικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή» ένα κατάπτυστο κείμενο που έφερε τον τίτλο «Ρατσιστής και εναντίον των ομοφυλοφίλων ο Τσε Γκεβάρα;». Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τις γκεμπελικές μεθόδους διάδοσης ψεμάτων και συκοφαντιών, ο συντάκτης του λιβελογραφήματος επιχειρεί να ρήξει στον ιδεολογικό βούρκο που κολυμπά ο ίδιος την προσωπικότητα του Τσε. Ακολουθώντας την τακτική της υπερσυντηρητικής δεξιάς στις ΗΠΑ, των κάθε λογής αντικομμουνιστών και ασφαλώς της αντεπαναστατικής κουβανικής μειονότητας της Φλόριντα, οι εγχώριοι νεοναζιστές δεν διστάζουν να πετάξουν λάσπη, να διαδώσουν χυδαία ψέμματα, να διασπείρουν πλήρως αστήρικτες κατηγορίες με σκοπό την σπίλωση του ονόματος του Τσε. Τι λένε λοιπόν για τον Τσε οι ιδεολογικοί απόγονοι του Χίτλερ, του Μουσολίνι και των ταγματασφαλιτών;
Αφού χαρακτηρίζει τον Τσε «το επαναστατικό άλλοθι του κάθε βαριεστημένου μεγαλοαστού» (προφανώς τα λαϊκά στρώμματα έχουν ως ήρωες τον Ρούντολφ Ες και τον αιμοσταγή δικτάτορα Πινοσέτ), ο συντάκτης του φασιστικού λιβελογραφήματος προβαίνει σε μια πρώτη γκάφα. Φανερά άσχετος με οτιδήποτε σχετίζεται με τον Γκεβάρα και το κομμουνιστικό κίνημα εκείνης της εποχής, ο χρυσαυγίτης επιχειρεί να παρουσιάσει την απόφαση του Τσε να αναχωρήσει απ’ την Κούβα το 1965 ως αντίδραση στο «νταβατζιλίκι της Μόσχας στα κομμουνιστικά κινήματα» και στην φιλοσοβιετική γραμμή του Φιντέλ Κάστρο. Αστήριχτη, προχειρογραμμένη, φανερά εμπαθής προπαγάνδα ναζιστικών απολιθωμάτων. Και αυτό διότι, παρά τις όποιες επι μέρους διαφωνίες είχε με πτυχές της σοβιετικής πολιτικής ο Τσε, ο θαυμασμός και η ευγνωμοσύνη του για τα επιτεύγματα και την στήριξη της ΕΣΣΔ δεν έπαψε να υπάρχει ποτέ. Είναι λογικό οι ιδεολογικοί απόγονοι του Χίτλερ να έχουν “άχτι” τον Γκεβάρα και για έναν επιπρόσθετο λόγο: το γεγονός ότι ο Τσε ουδέποτε έκρυψε τον θαυμασμό του για την ηγετική προσωπικότητα του Ιωσήφ Στάλιν, του σοβιετικού ηγέτη που συνέτριψε κυριολεκτικά τα βάρβαρα ναζιστικά στρατεύματα κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Συνεχίζει λοιπόν απτόητος ο χρυσαυγίτης και ενημερώνει τους δύστυχους αναγνώστες του για… «κάποιες άλλες σκέψεις και απόψεις του Αργεντίνου επαναστάτη, τις οποίες οι καπηλευτές των αγώνων του αποκρύπτουν επιμελώς». Ποιές είναι αυτές οι, σύμφωνα με τους νεοναζί, σκέψεις και απόψεις του Τσε; Ότι ο Τσε ήταν ομοφοβικός και ρατσιστής – δηλαδή, με απλά λόγια, σαν τα μούτρα τους. Στην προσπάθεια τους να ταυτίσουν, τεχνηέντως, απόψεις του κομμουνιστή Τσε με την σάπια ιδεολογία τους, οι χρυσαυγίτες αυτογελοιοποιούνται. Δεν αναφέρουν ουδεμία πηγή με αυτούσια ομοφοβική αναφορά του Τσε, πολύ απλά διότι δεν υπάρχει. Αναφέρουν τα “στρατόπεδα εργασίας και επανεκπαίδευσης” για τους ομοφυλόφιλους στην Κούβα ως ένδειξη της – δήθεν – “αρνητικής άποψης” του Τσε για όσους είχαν άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό. Αποκρύπτεται όμως πλήρως το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια της Κουβανικής Επανάστασης, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες επιχειρούσαν την στρατολόγηση ομοφυλόφιλων με στόχο να τους μετατρέψουν σε πληροφοριοδότες ενάντια στην κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο. Αποκρύπτεται εντέχνως ο ρόλος που ο ιμπεριαλισμός επιφύλασσε σε μέρος του κουβανικού ομοφυλόφιλου πληθυσμού ως στρατολογημένων κατασκόπων ενάντια στην Επανάσταση. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που στην Κούβα του 1960 υπήρξαν στρατόπεδα εργασίας, κάτι για το οποίο η κουβανική κυβέρνηση έχει κάνει γενναία αυτοκριτική. Οι ιδεολογικοί, λοιπόν, απόγονοι των εμπνευστών του μεγαλύτερου ολοκαυτώματος της ιστορίας, οι σημερινοί εκφραστές του χυδαιότερου ρατσισμού δε δικαιούνται να ψέγουν την Κούβα και τον Τσε Γκεβάρα για τίποτα απολύτως.
Οι νεοναζί όμως της «Χρυσής Αυγής» δεν αναφέρουν τον Τσε μόνο ως «ομοφοβικό» αλλά και ως «ρατσιστή κατά των μαύρων». Ο συντάκτης μάλιστα του κατάπτυστου άρθρου παραθέτει (προφανώς για να κρύψει την εμπάθεια και την ασχετοσύνη του) δύο σκόρπιες φράσεις του Τσε: η πρώτη έχει καταγραφεί στα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» (1952) και η δεύτερη χρονολογείται από την εμπειρία του ανταρτοπολέμου στο Κονγκό (1965). Φυσικά, δεν υπάρχει ούτε καν η παραμικρή προσπάθεια να ερμηνευτούν οι αποσπασματικές αυτές φράσεις και να εξηγηθούν στο χώρο και το χρόνο που γράφτηκαν. Η πρώτη λοιπόν φράση που λέει «Ο νέγρος είναι νωχελικός και ευφάνταστος, ξοδεύει τα χρήματά του για ελαφρότητες και ποτό. Ο ευρωπαίος προέρχεται από μια παράδοση εργασίας και σωτηρίας που τον ακολουθεί σε αυτή τη γωνιά της Αμερικής και τον οδηγεί να προχωρήσει μπροστά».
Η φράση σκοπίμως δεν παρουσιάζεται ολοκληρωμένη. Το πλήρες κείμενο της φράσης του Τσε περιελάμβανε ενδιάμεσα και την εξής πρόταση «Αυτές οι δύο φυλές (σ.σ: εννοεί τους μαύρους και τους φτωχούς πορτογάλους μετανάστες) μοιράζονται τώρα μια κοινή εμπειρία, γεμάτη διαπληκτισμούς και αντιπαραθέσεις. Οι διακρίσεις και η φτώχεια τους ενώνουν σε μια καθημερινή μάχη για την επιβίωση». Η σκέψη αυτή γράφτηκε απ’ το νεαρό τότε Γκεβάρα (24 χρονών), κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του σε χώρες της Λατινικής Αμερικής με τον φίλο του, Αλμπέρτο Γκρανάδο. Σύμφωνα με το βιογράφο του Τσε, τον Τζον Λι Άντερσον, η κατάσταση των γκέτο στο Καράκας είχε σοκάρει το Γκεβάρα ο οποίος ουδέποτε στη ζωή του είχε έλθει σε κοινωνική επαφή με μαύρους ανθρώπους – στην Αργεντινή του 1940 οι έγχρωμοι ήταν απειροελάχιστοι και σίγουρα όχι στο κοινωνικό επίπεδο που βρίσκονταν τότε η οικογένεια Γκεβάρα ντε λα Σέρνα. Πέραν του γεγονότος ότι η φράση αυτή δεν εμπεριέχει τίποτα το συνειδητά “ρατσιστικό” – πρόκειται για την πρώτη παρατήρηση ενός νεαρού που λίγο αργότερα θα ανακάλυπτε τις θλιβερές κοινωνικές ανισότητες των λευκών ενάντια στους μαύρους. Αυτές τις ανισότητες τις είδε σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα στο Μαϊάμι (όπου παρέμεινε για 30 ημέρες) πριν επιστρέψει στην Αργεντινή.

- Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).
Η ζωή και δράση του Τσε Γκεβάρα όχι μόνο δεν δείχνει κανενός είδους ρατσισμό κατά των μαύρων, αλλά ακριβώς το αντίθετο: συνεχή αλληλεγγύη στους αγώνες των αφρικανικής καταγωγής πολιτών για κοινωνική χειραφέτηση και έμπρακτη υποστήριξη στους απελευθερωτικούς αγώνες αφρικανικών λαών ενάντια στους λευκούς αποικιοκράτες. Να σημειώσουμε λοιπόν πως, αντίθετα με όσα θέλουν να παρουσιάσουν οι θλιβεροί νεοναζιστές, ο Τσε:
-
Όπως αναφέρεται στη βιογραφία του Τσε (Τζον Λι Άντερσον, A Revolutionary Life) ο νεαρός Γκεβάρα, μαζί με τον εβραϊκής καταγωγής φίλο του Ραούλ Μελιβόσκι, μετείχε σε έναν απ’ τους ελάχιστους μαθητικούς αντιφασιστικούς πυρήνες στην Αργεντινή του 1940. Μάλιστα ήταν ο μόνος μαθητής που αντέδρασε στη φιλοναζιστική δημαγωγία καθηγητή του στο σχολείο.
-
Ο Γκεβάρα υπήρξε θερμός υποστηρικτής εθνοτικά μεικτών σχολείων στην Κούβα (λατίνοι, λευκοί, μαύροι) πολύ πριν την ύπαρξη τέτοιου είδους σχολείων στις νότιες Ηνωμένες Πολιτείες.
-
Φίλος και προσωπικός φύλακας του Γκεβάρα υπήρξε ο αφροκουβανός Χάρυ Βιλέγας Ταμάγιο. Ο Ταμάγιο – γνωστός ως “Πόμπο” – ακολούθησε τον Τσε στις αποστολές του σε Κονγκό και Βολιβία, επέζησε και σήμερα ζει στην Κούβα. Σε κάθε του συνέντευξη, ο “Πόμπο” αναφέρεται στον Τσε σαν φίλο και αδελφό που πάντα του έδειχνε το μέγιστο σεβασμό.
-
Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, το 1964, ο Γκεβάρα μίλησε δημόσια υπέρ δύο μαύρων προσωπικοτήτων: του τραγουδιστή-τενόρου Πωλ Ρόμπεσον που είχε διωχθεί στις ΗΠΑ λόγω των κομμουνιστικών του πεποιθήσεων και του δολοφονηθέντος ηγέτη του Κονγκό Πατρίς Λουμούμπα. Στην ίδια ομιλία, ο Γκεβάρα καταφέρθηκε δημόσια ενάντια στο απάνθρωπο άπαρτχαϊντ της Νότιας Αφρικής αλλά και στο ρατσισμό κατά των μαύρων που υπήρχε σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. Να ένα απόσπασμα από την ομιλία του: «Θα ‘ρθει μια μέρα που τούτη η Συνέλευση θα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ωριμότητα και θα απαιτήσει τότε από τη βορειοαμερικάνικη κυβέρνηση εγγυήσεις για τη ζωή για τη ζωή του νέγρικου και του λατινοαμερικάνικου πληθυσμού, που ζει σ’αυτή τη χώρα και που στην πλειονότητα του είναι βορειοαμερικάνικος είτε λόγω καταγωγής είτε γιατί έκανε τις ΗΠΑ θετή πατρίδα του. Πως είναι δυνατό να παραστάνει το φρουρό της ελευθερίας εκείνος που σκοτώνει τα ίδια του τα παιδιά και καθημερινά τα ταπεινώνει για το χρώμα που έχει το δέρμα τους; Πως μπορεί να ποζάρει για φρουρός της ελευθερίας εκείνος που αφήνει ελεύθερους τους δολοφόνους των νέγρων και μάλιστα τους προστατεύει και τιμωρεί το νέγρικο πληθυσμό επειδή απαιτεί να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα του ως ελεύθερων ανθρώπων;».
-
Ο Τσε αποφάσισε να ταξιδέψει στο Κονγκό προκειμένου, να βοηθήσει εκεί, έμπρακτα, τον αγώνα του λαού για ανεξαρτησία και απελευθέρωση απ’ τα δεσμά της αποικιοκρατίας. Έβαζε σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή προκειμένου να δείξει έμπρακτη αλληλεγγύη στους συνανθρώπους του, ασχέτως χρώματος ή φυλής. Είχε στο πλευρό του 100 αφροκουβανούς και συνεργάστηκε με τους εκεί αντάρτες ενάντια στον στρατό των λευκών νοτιοαφρικανών μισθοφόρων. Αργότερα, ο Γκεβάρα προσέφερε βοήθεα στο Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Μοζαμβίκης (Frente de Libertação de Moçambique) στον αγώνα του ενάντια στους λευκούς πορτογάλους αποικιοκράτες.

