Γράμματα στην Αλέϊδα Μαρτς

Παρακάτω παρατίθενται γράμματα και επιστολές που απέστειλε ο Τσε στην σύζυγο του Αλέϊδα Γκεβάρα-Μαρτς από διάφορα μέρη του εξωτερικού. Ως επι το πλείστον αναφέρονται στην περίοδο 1965-1966. Οι επιστολές  ανήκουν στο προσωπικό αρχείο της Αλέϊδα Μαρτς και μέρος αυτών δημοσιεύθηκαν στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο «Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε» (2007).

★★★★★★★★

Αγαπημένη μου,

Σήμερα σου γράφω απ’ τη Χιροσίμα, την πόλη της βόμβας. Στο βάθρο που βλέπεις υπάρχουν τα ονόματα εβδομήντα οκτώ χιλιάδων νεκρών. Το σύνολο υπολογίζεται σε εκατόν ογδόντα χιλιάδες. Τέτοιες επισκέψεις κάνουν καλό, σε ωθούν να παλέψεις ακόμη πιό αποφασιστικά γιά την ειρήνη.

Σε φιλώ,
Τσε

★★★★★★★★

ΜΑΡΟΚΟ

Αλεϊδούλα,

Σου στέλνω έναν πιστό συζυγικό εναγκαλισμό απ’το τελευταίο επίσημο σταθμό αυτού του ταξιδιού. Σκόπευα να σου μείνω πιστός με τη σκέψη αλλά εδώ πέρα κυκλοφορούν κάτι Μαροκινές που τα θέλουν.

Φιλιά,
Τσε

★★★★★★★★

ΠΑΡΙΣΙ, Ιανουάριος 1965

Πέρα από κάθε αμφιβολία, έχω αρχίσε να γερνάω. Είμαι όλο και πιο ερωτευμένος μαζί σου και μου λείπει ολοένα και πιο πολύ το σπίτι, τα παιδιά, όλος αυτός ο μικρός κόσμος που περισσότερο τον μαντεύω παρά τον ζω. Σε τούτη την προχωρημένη ηλικία που κουβαλάω, αυτό ειναι πολύ επικίνδυνο’ εσύ μου είσαι αναγκαία κι εγώ είμαι μονάχα μιά συνήθεια…..

★★★★★★★★

1965

Κυρία,

Απ’ αυτές τις δύο πόρτες το έσκασε η μοναξιά και πήγα να τη βρω στο πράσινο νησί της. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε μιά μέρα να σταθούμε πιασμένοι χέρι-χέρι, με τα παιδιά μας ένα γύρω, και να θαυμάσουμε η θέα, ανεβασμένοι σε κάποιο χνάρι του παρελθόντος. Αν δεν το καταφέρουμε, ονειρεύομαι να το πετύχετε εσείς.

Σας φιλώ με σεβασμό το χέρι.

Ο αντρούλης σας.

★★★★★★★★

Αγαπημένη μου,

Εκμεταλλεύομαι τα λιγοστά ελεύθερα λεπτά μου εν μέσω αυτής της ταραγμένης διαδρομής στο Στάλινγκραντ, γιά να σου στείλω αυτήν την κάρτα. Πράγματι, εδώ βρίσκεται μπροστά σε μία από τις μεγαλύτερες εποποιίες της ανθρώπινης ιστορίας. Σε δύο μέρες φεύγω γιά την Κίνα.

Φιλιά,

Τσε.

★★★★★★★★

ΣΑΓΚΑΗ, ΚΙΝΑ

Έμαθα τα νέα σε τούτη την πόλη, που το όνομα της μπορείς να διαβάσεις κάτω από αυτό το καινούργιο απόκτημα. Έχεις βαλθεί να με κάνεις πάντα ρεζίλι. Εν πάση περιπτώσει, στέλνω ένα φιλί στην καθεμιά σας και να θυμάσαι: ότι έγινε έγινε.

Φιλιά,

Τσε

★★★★★★★★

ΠΑΡΙΣΙ

Αγαπημένη μου,

Καθώς ονειρευόμουν μες στο Λούβρο, κρατώντας σε απ’ το χέρι, σε είδα να παριστάνεσαι σε μια ζωγραφιά. Στρουμπουλή, σοβαρή, μ’ένα χαμόγελο λιγάκι θλιμμένο (ίσως επειδή κανένας δε σ’αγαπάει) να περιμένεις τον μακρινό αγαπημένο (να είναι άραγε αυτός που νομίζω ή κάποιος άλλος;). Κι’ άφησα το χέρι σου για να σε δω καλύτερα και να μαντέψω τι κρύβεται στην καρπερή σου μήτρα. Αγόρι, σωστά;

Ένα φιλί και μια μεγάλη αγκαλιά γιά όλους και ιδιαίτερα για σένα, απ’ τον

Στρατάρχη Του

Τσε

★★★★★★★★

Αγαπημένη μου,

Είναι η τελευταία κάρτα εδώ και πολύ καιρό, ίσως. Σε σκέφτομαι, όπως σκέφτομαι και τα μικρά κεφτεδάκια που έχω αφήσει πίσω. Αυτή η δουλειά σου αφήνει τελικά πολύ λίγο χρόνο γιά σκέψεις.

Δε σου στέλνω το δαχτυλίδι, γιατί σκέφτηκα πως δεν ήταν σωστό να ξοδέψω χρήματα γιά κάτι τέτοιο, τώρα που τόσο τα έχουμε ανάγκη. Θα σου στείλω κάτι απ’ τη χώρα του προορισμού μας. Γιά την ώρα σου στέλνω δύο παθιασμένα φιλιά, ικανά να λιώσουν την κρύα σου καρδιά. Μοίρασε το ένα σε μικρότερα κομμάτια και δώσ’ το στα παιδιά. Δώσε άλλα πιό μετρημένα φιλιά στα πεθερικά μου και στους υπόλοιπους του σογιού. Στους νιόπαντρους μια αγκαλιά και την πρόταση μου τον πρωτότοκο να τον πουν Ραμόν.

Τις νύχτες των τροπικών, θα ξαναπιάσω την παλιά μου τέχνη, ή μάλλον κακοτεχνία, του ποιητή (κυρίως στον τομέα της σκέψης παρά σ’εκείνον της σύνθεσης), κι εσύ θα είσαι η μόνη πρωταγωνίστρια. Μη σταματάς να διαβάζεις. Να δουλέψεις αρκετά και να με θυμάσαι πότε πότε.

Ένα φιλί τελευταίο, παθιασμένο, δίχως ρητορείες, απ’ τον

Ραμόν σου

★★★★★★★★

ΚΟΝΓΚΟ

Μοναδική μου εσύ στον κόσμο, (Αυτό το δανείστηκα απ’ τον γερο-Χικμέτ.)

Τι μάγια έχεις κάνει στο φτωχό σαρκίο μου και δε με νοιάζουν πια οι αληθινές αγκαλιές, παρά ονειρεύομαι τις κοιλότητες όπου μ’ έβαζες να φωλιάζω, τη μυρωδιά και τα τραχιά, χωριάτικα χάδια σου;

Ετούτο εδώ είναι μια άλλη Σιέρρα Μαέστρα αλλά δίχως τη γεύση της δημιουργίας ή, ακόμη λιγότερο, της ικανοποίησης του να νιώθω τον τόπο δικό μου. Όλα κυλούν με αργούς ρυθμούς, λες κι’ ο πόλεμος είναι μια δουλειά που μπορούμε ν’αφήσουμε για μεθαύριο. Γιά την ώρα, ο φόβος σου μην τυχόν και με σκοτώσουν είναι τόσο αβάσιμος όσο οι ζήλιες σου παλιότερα.

Η δουλειά μου περιορίζεται σε μαθήματα γαλλικών κάμποσες ώρες τη μέρα, εκμάθηση σουαχίλι και ιατρική. Σε λίγες μέρες από τώρα θα ξεκινήσει μια σοβαρή δουλειά, αλλά μόνο για εκπαίδευση. Κάτι σαν το Μίνας νιελ Φρίο, όπως ήταν στον πόλεμο. Όχι όπως όταν το επισκεφτήκαμε μαζί.

Δώσε ένα προστατευτικό φιλί στα παιδιά (και στην Ιλδίτα). Βγάλτε μιά φωτογραφία όλοι μαζί και στείλ’ τη μου. Μιά που να μην είναι πολύ μεγάλη κι’ άλλη μιά μικρούλα. Μάθε γαλλικά, ασχολήσου περισσότερο μ’ αυτά παρά με τη νοσηλευτική, και να μ’αγαπάς.

Ένα μεγάλο φιλί, σαν κι αυτό που θα σου δώσω όταν ξαναβρεθούμε.

Σ’αγαπώ,

Τάτου.

★★★★★★★★

Μη με εκβιάζεις. Δεν μπορείς να έρθεις εδώ πέρα τώρα, αλλά ούτε και σε τρείς μήνες. Μέσα σ’ ένα χρόνο τα πράγματα θα είναι αλλιώς και θα δούμε τι θα γίνει. Πρέπει να αναλύσουμε σωστά τις περιστάσεις. Το σπουδαιότερο είναι όταν έρθεις να μην είσαι “η κυρία” αλλα η μαχήτρια, και πρέπει να προετοιμαστείς γι’ αυτό, μαθαίνοντας τουλάχιστον γαλλικά […]

Έτσι έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου – υποχρεωμένος να ανακόπτω τις στοργικές μου διαθέσεις εξαιτίας άλλων σκέψεων και στόχων κι’ ο κόσμος να πιστεύει πως έχει να κάνει μ’ ένα μηχανικό τέρας. Βοήθησε με τώρα, Αλέϊδα, να είσαι δυνατή και να μη μου θέτεις προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν. Όταν παντρευτήκαμε, ήξερες ποιός είμαι. Πράξε κι’ εσύ το δικό σου καθήκον κάνοντας πιο υποφερτό το δρόμο μου, που είναι μακρύς ακόμη. Να μ’αγαπάς, με πάθος αλλά και με κατανόηση. Ο δρόμος μου έχει ήδη χαρακτεί, κανένας δε θα με σταματήσει παρά μόνο ο θάνατος. Μη λυπάσαι τον εαυτό σου. Όρμησε στη ζωή και νίκησε την. Κάποια κομμάτια της διαδρομής θα τα διανύσουμε μαζί. Αυτό που κουβαλάω μέσα μου δεν είναι καμιά ανέμελη δίψα γιά περιπέτειες με ότι συνεπάγεται, κι’ εγώ το ξέρω. Εσύ θα έπρεπε να το μαντεύεις […]

Μόρφωσε τα παιδιά. Μην τα κακομάθεις, μην τα παραχαϊδεύεις και κυρίως τον Καμίλο. Μη σκέφτεσαι να τα αφήσεις, γιατί δεν είναι δίκαιο. Είναι κι’ αυτά κομμάτι μας.

Σε αγκαλιάζει, με μια αγκαλιά μεγάλη και γλυκιά,

ο Τάτου σου.

★★★★★★★★

Αγάπη μου, ήρθε η ώρα να σου στείλω ένα αντίο με γεύση από κοιμητήριο (από φύλλα νεκρά, από κάτι τουλάχιστον μακρινό και παροπλισμένο). Θέλησα να το κάνω μ’ εκείνα τα αριθμητικά σημάδια που δεν φτάνουν στο περιθώριο και συνήθως τα ονομάζουν ποίηση, αλλά απέτυχα – έχω τόσες εξομολογήσεις γιά τ’ αυτιά σου που η λέξη γίνεται πια δεσμοφύλακας, κι ακόμη περισσότερο όσο αυτοί οι φευγαλέοι αλγόριθμοι αγαλλιάζουν στην παύση του ρυθμού μου. Δεν είμαι κατάλληλος για το ευγενές λειτούργημα της ποίησης. Κι όχι πως δεν έχω πράγματα γλυκά να πω. Να ήξερες μόνο πόσα απ’ αυτά στροβιλίζονται μέσα μου. Είναι όμως τόσο μακρύς ο δρόμος, τόσο περίπλοκο και στενό το κοχύλι που τα περικλείει, που βγαίνουν κουρασμένα απ’ το ταξίδι, κακόκεφα, συνεσταλμένα και τα πιο γλυκά απ’ όλα είναι τόσο εύθραυστα! Κομματιάζονται στο δρόμο κι απομένουν σκόρπιες δονήσεις και τίποτ’ άλλο […]

Μου λείπει η καθοδήγηση, θα έπρεπε να διαλυθώ για να καταφέρω επιτέλους να στο πω. Ας χρησιμοποιήσουμε τις λέξεις με το καθημερινό τους νόημα κι ας φωτογραφίσουμε τις στιγμές. […] Έτσι σ’αγαπώ, με την ανάμνηση του πικρού καφέ κάθε πρωί δίχως όνομα και με τη γεύση της καθαρής σάρκας στην κοιλότητα του γονάτου σου, μ’ ένα πούρο που η στάχτη του ισορροπεί και μια ασυνάρτητη γκρίνια προς υπεράσπιση του πάλλευκου μαξιλαριού […] Έτσι σ’αγαπώ, κοιτάζοντας τα παιδιά σαν μια σκάλα δίχως ιστορία (κι εκεί υποφέρω γιατί οι μεταμορφώσεις τους δε μου ανήκουν), με μια σουβλιά θλίψης στα πλευρά, πολυάσχολος, αποστεφόμενος τη σχόλη, κλεισμένος στο κοχύλι μου […]

Το τωρινό θα ‘ναι ένα πραγματικό αντίο – η λάσπη μ’ έχει γεράσει πέντε χρόνια, δε μένει πια παρά μόνο το τελευταίο άλμα, το οριστικό. Τελείωσαν πια τα τραγούδια των σειρήνων και οι μέσα μου μάχες, δένεται η κορδέλα για τον τελευταίο μου αγώνα δρόμου. Η ταχύτητα μου θα είναι τόση που κάθε κραυγή θα σβηστεί. Το παρελθόν τελείωσε. Είμαι το μέλλον που έρχεται.

Μη με φωνάξεις, δε θα σ΄ακούσω – μπορώ μονάχα να σε συλλογιέμαι τις ηλιόλουστες μέρες, κάτω απ’ το ανανεωμένο χάδι των πυροβολισμών […] Θα ρίξω ένα βλέμμα λοξό, σαν το σκυλί που στρέφεται γιά τελευταία φορά πριν πέσει να ξεκουραστεί, και θα σας αγγίξω με τη ματιά μου, τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί.

Αν κάποια μέρα νιώσεις ένα βλέμμα να πέφτει πάνω σου με βία, μη στραφείς, μη σπάσεις τα μάγια, συνέχισε να πίνεις τον καφέ σου κι άσε με να σε ζήσω για πάντα μές στην αιώνια στιγμή.

★★★★★★★★

2 Δεκεμβρίου 1966.

Μοναδική μου,

Εκμεταλλεύομαι το ταξίδι ενός φίλου για να σου στείλω ετούτες τις γραμμές. Θα μπορούσα φυσικά να στις στείλω με το ταχυδρομείο, αλλά μου φάνηκε πιό οικείος ο “μη επίσημος” δρόμος. Θα μπορούσα να σου πω ότι μου λείπεις τόσο που έχω χάσει τον ύπνο μου, αλλά ξέρω ότι δε θα με πίστευες, οπότε συγκρατούμαι. Είναι όμως κάποιες μέρες που η νοσταλγία ορμάει ασυγκράτητη και με κυριεύει. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, κυρίως, δεν ξέρεις πόσο μου έλλειψαν τα τελετουργικά σου δάκρυα, κάτω από τούτον τον ουρανό με τα καινούργια άστρα, που μου θύμιζε πόσο λίγο έχω χαρεί τη ζωή στον προσωπικό τομέα […]

Γιά τη ζωή μου εδώ δεν έχω να σου πω πολλά ενδιαφέροντα, η δουλειά μου αρέσει αλλά απαιτεί απομόνωση και μερικές φορές γίνεται κουραστική. Μελετάω, όποτε μου μένει χρόνος, και πότε πότε ονειρεύομαι. Παίζω σκάκι, δίχως αξιόλογους αντιπάλους, και περπατάω αρκετά. Αδυνατίζω, λίγο απ’ τη νοσταλγία και λίγο απ’ τη δουλειά. Δώσε ένα φιλί στα κεφτεδάκια, και σ’ όλους τους άλλους. Για σένα ένα φιλί έμπλεο αναστεναγμών και λοιπών θλιβερών, απ’ τον φτωχό και φαλακρό σου

Σύζυγο

★★★★★★★★

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ

Μοναδική μου εσύ στον κόσμο, λαθραία έβγαλα απ’ το αρμάρι του Χικμέτ ετούτον τον ερωτευμένο στίχο μόνο, γιά να σου δείξω το ακριβές μέγεθος της αγάπης μου.

Παρ’ όλα αυτά, στον πιό βαθύ λαβύρινθο του μελαγχολικού κοχυλιού σμίγουν και απωθούνται οι πόλοι του πνεύματος μου: εσύ και ΟΛΟΙ.

Οι Όλοι απαιτούν την αμέριστη αφοσίωση μου, μόνη η σκιά μου να σκοτεινιάζει το δρόμο! Κι όμως, δίχως να ξεγελάω τους νόμους του εξαϋλωμένου έρωτα σ’ έχω φυλαγμένη στον ταξιδιωτικό μου σάκο.

(Σε κουβαλάω στο σάκο μου του ακούρατου ταξιδιώτη σαν τον άρτον ημών τον επιούσιο.)

Πάω να οικοδομήσω τις ανοίξεις του αίματος και του γουδιού κι αφήνω, στο κενό της απουσίας μου, ετούτο το φιλί το δίχως γνωστή διεύθυνση. Δε μου έχουν ανακοινώσει, όμως, την κρατημένη θέση στη θριαμβευτική παρέλαση της νίκης και το μονοπάτι που βγάζει στο δρόμο μου είναι φωτοστεφανωμένο από δυσοίωνες σκιές.

Αν προορίζουν γιά μένα τον σκοτεινό θώκο των τσιμέντων, φύλαξε τον στο ομιχλώδες αρχείο των αναμνήσεων – κατέφυγε σ’αυτόν τις νύχτες των δακρύων και των ονείρων …

Αντίο, μοναδική μου, μην τρέμεις μπροστά στην πείνα των λύκων ούτε στις παγωμένες στέπες της απουσίας, σ’ έχω στο μέρος της καρδιάς και θα πορευτούμε μαζί ώσπου ο δρόμος να σβηστεί …

Ερνέστο Γκεβάρα και Ραούλ Κάστρο / Che Guevara and Raul Castro

Πάνω: Ο Τσε και ο Ραούλ, κορυφαία μέλη της Επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας. Κάτω: «Αντίπαλοι» στο γήπεδο του μπεϊζμπολ, ο Τσε επικεφαλής της «Occidente» και ο Ραούλ της «Oriente».

Φωτογραφία του Αlberto Korda.

Φούσερ (Fuser)

Fuser (Φούσερ) ήταν το ψευδώνυμο του Ερνέστο Γκεβάρα κατά τα νεανικά του χρόνια, αρκετά πριν του προσδωθεί το προσωνοίμιο «Τσε». Αποτελεί συντόμευση του χαρακτηρισμού «Furibundo Serna» (δηλαδή «μαινόμενος Σέρνα»), από τη δυναμική με την οποία έπαιζε σε αγώνες αμερικάνικου ποδοσφαίρου (ράγκμπι). Το ψευδώνυμο Fuser χρησιμοποιούσε συχνά – σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» (το οποίο βασίστηκε στα απομνημονεύματα τόσο του Ερνέστο όσο και του Γκρανάδο) – ο Αλμπέρτο Γκρανάδο όταν προσφωνούσε τον Γκεβάρα.

Διάφορα γράμματα & επιστολές

Τον Ιανουάριο του 1958, ο Τσε γράφει γράμμα προς την τότε σύζυγο του Ίλντα Γκαντέα. Η επιστολή γράφτηκε δύο μήνες μετά την απόβαση του πληρώματος της Granma στις κουβανικές ακτές και δίνει μιά εικόνα του πως «έβλεπε» ο Τσε εκείνη την περίοδο του ανταρτοπολέμου.

«Αγαπητή Γραία!

«Σου γράφω αυτές τις φλεγόμενες Μαρτινές* γραμμές από την κουβανική Μanigua. Είμαι ζωντανός και διψώ για αίμα. Μπορεί να πείς ότι είμαι πραγματικά ένας στρατιώτης (τουλάχιστον είμαι βρώμικος και υπό κατάρρευση), για ένα χαώδες σετ μαγειρικής χρησιμεύει ως γραφείο μου, ένα όπλο είναι κρέμεται πάνω απ’ τον ώμο μου και ένα νέο απόκτημα – ένα πούρο – κολλημένο ανάμεσα στα δόντια μου. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.

Γνωρίζετε ήδη ότι μετά από επτά ημέρες στο Granma, όπου είχαμε επιβιβαστεί τόσο αναπαυτικά που δεν μπορούσες καν να αναπνεύσεις, καταλήξαμε από λάθος του πλοηγού μας σε κάποιο δύσοσμο υπόροφο και η ατυχία μας συνεχίστηκε μέχρι που δεχθήκαμε επίθεση στην ήδη διαβόητη Alegra de Pio και έπρεπε να διασκορπιστούμε σαν τα περιστέρια. Εγώ τραυματίστηκα στο λαιμό και παραμένω ζωντανός μόνο χάρη στη ζωή της γάτας μου, μια σφαίρα από ένα πολυβόλο που βρήκε τη θήκη φυσιγγίων μου εκφεντονιζόμενη γύρω από το στήθος μου, και από εκεί πέρασε ξιστά απ’ το λαιμό μου. Περιπλανήθηκα στους λόφους για λίγες μέρες, θεωρώντας τον εαυτό μου σοβαρά τραυματίσμένο, γιατί εκτός από την πληγή στο λαιμό μου το στήθος μου πονούσε άσχημα.

Από αυτούς που γνωρίζεις μόνο ο Jimmy Hertzel πέθανε, παραδώθηκε και τον σκότωσαν. Πέρασα επτά ημέρες με την Almeida και τον Ramirito – τους ξέρεις – φοβισμένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, μέχρι που αποδράσαμε απ’ την ενέδρα και με τη βοήθεια των χωρικών ενωθήκαμε μαζί με τον Φιντέλ (που λένε ότι ο καημένος ο Сico επίσης έχασε τη ζωή του, αν και δεν είμαστε ακόμη σίγουροι για αυτό). Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να οργανωθουμε και πάλι ως μονάδα και να οπλιστούμε ακόμη μιά φορά. Αφού επιτεθήκαμε σε ένα στρατιωτικό φυλάκιο, σκοτώσαμε και τραυματίσαμε λίγους στρατιώτες και πήραμε τους υπόλοιπους ως αιχμαλώτους.

Αφήσαμε τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Λίγο αργότερα συλλάβαμε και αφοπλίσαμε άλλους τρεις στρατιώτες. Εάν προσθέσεις σε αυτό ότι δεν έχουμε υποστεί ούτε μια απώλεια και ότι στα βουνά αισθάνομαστε σαν στο σπίτι μας, γίνεται σαφές πόσο αποθαρυμένοι είναι οι στρατιώτες τους. Ποτέ δεν θα καταφέρουν να μας περικυκλώσουν. Φυσικά η μάχη δεν έχει τελειώσει ακόμα, έχουμε ακόμα πολλές μάχες μπροστά, αλλά η πλάστιγγα ήδη γέρνει προς το μέρος μας και με κάθε μέρα αυξάνεται το πλεονέκτημά μας.

«Τώρα, αναφορικά με σένα, θα ήθελα να ξέρω αν είσαι ακόμα στην ίδια διεύθυνση, όπου θα πρέπει να σου γράψω, και πως πάνε τα πράγματα, ειδικά με τα πιό απαλό κομμάτι της αγάπης μας. Αγκάλιασε την και φίλησε την τόσο δύνατα όσο τα μικρά της κόκκαλα θα το επιτρέψουν. Ήμουν τόσο βιαστικός που άφησα τις φωτογραφίες σου στο σπίτι του Πάντσο. Στείλε τες σε μένα. Μπορείς να μου γράψεις στέλοντας τα γράμματα στη διεύθυνση του θείου ή στο Patojo. Πιθανόν να υπάρχει μια καθυστέρηση, αλλά νομίζω ότι τα γράμματα θα φτάσουν.»

Τσε

* Μαρτινές: Λογοπαίγνιο του Τσε από το όνομα του Χοσέ Μαρτί, επαναστάτη και εθνικού ποιητή της Κούβας.

three-stars-banner

Το παρακάτω γράμμα συντάχθηκε στις αρχές του 1959, λίγες μέρες από τον θρίαμβο της Επανάστασης. Ο Τσε στέλνει τις σκέψεις του στον παλιό του φίλο Φερνάνδο.

«Αγαπητέ Φερνάνδο,

γνωρίζω ότι είχες αμφιβολίες για εμένα σαν άτομο, εάν ήμουν αληθινός η όχι, αν και τώρα είμαι στην πραγματικότητα πολυ διαφορετικός απ’ το πρόσωπο που ήξερες. Αρκετό νερό κύλησε στο αυλάκι από τότε και απ’ τον πρώην ασθματικό και ατομιστή έχει μείνει μόνο το άσθμα. Έμαθα ότι παντρεύτηκες – το ίδιο συνέβη και με μένα. Έχω δύο παιδιά αλλά παραμένω εραστής της περιπέτειας, αν και σήμερα οι περιπέειες μου συνάδουν με τον κατάλληλο στόχο. Δώσε τους χαιρετισμούς μου στην οικογένεια σου από ένα λείψανο του παρελθόντος και παρακαλώ δέξου μιά αδελφική αγκαλιά απ’ τον Τσε, που είναι το νέο μου όνομα».

three-stars-banner

Το παρακάτω γράμμα εστάλη από τον Τσε σε ένα 10χρονο παιδί στο χωριό Αγκουακάτε, επαρχία Αβάνας. Ο μικρός μαθητής είχε στείλει στον Τσε ένα νόμισμα των 50 σεντάβος ως συμβολή στο Ταμείο γιά την αναστήλωση της Κουβανικής οικονομίας. Την πρώτη φορά το ταχυδρομείο είχε επιστρέψει στο μαθητή το φάκελο με το νόμισμα κι’ ετσι ο μικρός έγραψε και πάλι στον Τσε, αυτή τη φορά με μιά επιταγή της ίδιας αξίας. Θυμίζεται ότι την συγκεκριμένη περίοδο ο Τσε ήταν Πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας.

Αβάνα, 19 Μαίου 1960

Αγαπητέ φίλε,

πολλές ευχαριστίες γιά το ευγενικό σου γράμμα στις 30 Μαρτίου, το οποίο μου έστειλες μέσω της σχολικής Ημέρας Αλληλογραφίας, και πολλά ευχαριστώ γιά την προσφορά σου των 50 σεντάβος που επιθυμείς να καταθέσεις στο ταμείο γιά την αναστήλωση της οικονομίας μας. Σου αποστέλλω απόδειξη με αριθμό 9186 ως απόδειξη της πατριωτικής σου πράξης.

Είμαι βαθιά συγκινημένος από την επιθυμία σου να συνεχίσεις της σπουδές σου και σε συμβουλεύω να συνεχίσεις να είσαι ένα άτομο χρήσιμο γιά τη χώρα σου και γιά σένα. Αυτή είναι η καλύτερη βοήθεια που μπορούν τα παιδιά να δώσουν στην επαναστατική κυβέρνηση.

Λυπάμαι που το ταχυδρομείο σου επέστρεψε το γράμμα με το νόμισμα και πίστεψες ότι δεν επιθυμώ να σου απαντήσω. Σε διαβεβαιώνω ότι το γράμμα σου μου έδωσε μεγάλη χαρά.

Παρακαλώ δέξου τους χαιρετισμούς μου.

Με Σεβασμό,

Στρατηγός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Κονγκό (Congo)

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ή αλλιώς Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό γνωστή στη γαλλική γλώσσα ως «République Démocratique du Congo» (πρώην Ζαΐρ) είναι μια χώρα της Κεντρικής Αφρικής με πληθυσμό περίπου 68.693.000 κατοίκους (εκτίμηση 2009) και έκταση 2.345.410 km². Η χώρα χαρακτηρίζεται και πήρε το όνομά της από τον μεγάλο ποταμό Κονγκό, ο οποίος με τους παραποτάμους του διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Κόνγκο, ενώ προς τα ανατολικά του κλείνεται από το υδάτινο τείχος των λιμνών Ταγκανίκα, Κίβου, Εδουάρδου, Αλβέρτου κ.ά. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η Κινσάσα.

Το Κονγκό αποτέλεσε τον δεύτερο (μετά την Κούβα και πριν τη Βολιβία) «επαναστατικό σταθμό» του Τσε Γκεβάρα, με σκοπό την οργανωτική ενίσχυση του Λαϊκού

Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).

Απελευθερωτικού Στρατού. Ο Τσε, έχοντας το ονοματεπώνυμο Ραμόν Μπενίτεζ, έφτασε τον Απρίλιο του 1965 στη χώρα, έχοντας μαζί του δώδεκα κουβανούς πολεμιστές, και ανέλαβε να προετοιμάσει το έδαφος γιά μιά σειρά ανταρτοπολέμων στην καρδιά της Αφρικής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο της Αλγερίας, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, ο Γκεβάρα έβλεπε την Αφρική ως τον «αδίναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού» που είχε δυνατότητες να δημουργήσει επαναστατικά κινήματα. Ο τότε ισχυρός άνδρας του αραβικού κόσμου και πρόεδρος της Αιγύπτου, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ δεν είδε με καλό μάτι την κίνηση του Τσε (τον οποίο είχε γνωρίσει), θεωρώντας ότι η όλη προσπάθεια γιά δημιουργία επαναστατικού θύλακα στο Κονγκό θα οδηγούνταν σε αποτυχία.

Τον Τσε Γκεβάρα και τη μικρή – αρχικά – ομάδα του ενίσχυσαν περίπου 100 αφροκουβανοί στρατιώτες που ήρθαν από την Κούβα γιά να ενισχύσουν τους κονγκολέζους αντάρτες. Ο Τσε συνεργάστηκε με το Κίνημα «Σίμπα», μιά μαρξιστικών ιδεών ομάδα που είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια πριν. Ταυτόχρονα, η κουβανική αποστολή συνεργάστηκε με τον αφρικανό αντάρτη Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά, με σκοπό την ένοπλη αντιμετώπιση των δυνάμεων της δικτατορίας που είχε δολοφονήσει το νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο Πατρίς Λουμούμπα το 1961.

Αλέιδα Μαρτς (Aleida March)

Η Αλέιδα Μαρτς ντε λα Τόρε, γεννηθείσα το 1937 στην Κούβα, είναι η δεύτερη σύζυγος του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και μητέρα της Αλέιδα Γκεβάρα. Υπήρξε μέλος του επαναστατικού στρατού του Φιντέλ Κάστρο και μετέπειτα εργάστηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας του Γκεβάρα. Παντρεύτηκαν το 1959 (Μάρτιο η Ιούνιο) σε τελετή που έλαβε χώρα στις στρατιωτικές φυλακές της Λα Καμπάνια.

Η Αλέιδα και ο Τσε έγιναν γονείς τεσσάρων παιδιών: της Αλέιδα, του Καμίλο, της Σέλια και του Ερνέστο. Η ίδια έχει γράψει το βιβλίο «Αναμνήσεις: η ζωή με τον Τσε» (Evocacion), όπου περιγράφει τη γνωριμία της με τον επαναστάτη και την περίοδο του γάμου τους, δίνοντας μιά άλλη όψη: αυτή του συντρόφου, συζύγου και πατέρα Γκεβάρα.

Διαβάστε: Γράμματα στην Αλέϊδα.