Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Πρώτο)

Το παρακάτω άρθρο του Τσε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η βιομηχανία μας, Οικονομική Επιθεώρηση» (τεύχος No 5) το Φεβρουάριο του 1964.

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Με το θέμα αυτό ήδη έχουμε ασχοληθεί λίγο, αλλά όχι αρκετά και πιστεύω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσουμε βαθύτερες αναλύσεις πάνω σ’ αυτό για να μπορέσουμε να δώσουμε μια καθαρή εικόνα της εμβέλειας και της μεθοδολογίας του. Το σύστημα αυτό κατοχυρώνεται επίσημα με το Νόμο που ρυθμίζει το σύστημα που χρηματοδοτεί τις κρατικές επιχειρήσεις μέσα από τον προϋπολογισμό και εγκαινιάζεται στα πλαίσια εργασίας του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Η ιστορία του είναι σύντομη και φτάνει μόλις μέχρι το 1960, οπότε το σύστημα αρχίζει να αποκτάει κάποια υπόσταση. Πρόθεσή μας όμως δεν είναι ν’ αναλύσουμε την ανάπτυξή του, αλλά το πώς παρουσιάζεται σήμερα, γνωρίζοντας καλά ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την εξέλιξή του. Μας ενδιαφέρει να κάνουμε σύγκριση με το λεγόμενο οικονομικό υπολογισμό. Σε ό,τι αφορά το σύστημα αυτό, δίνουμε έμφαση στην πλευρά της οικονομικής αυτοδιαχείρισης, διότι αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα διαφοροποίησης, καθώς και έμφαση στη στάση απέναντι στο υλικό κίνητρο, διότι είναι η βάση στην οποία στηρίζεται η αυτοδιαχείριση.

Η εξήγηση των διαφορών είναι δύσκολη, καθώς συχνά είναι θολές και λεπτές και επιπλέον η μελέτη του συστήματος της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό δεν έχει μπει σε τέτοιο βάθος, ώστε να παρουσιαστεί με την ίδια σαφήνεια, όπως ο οικονομικός υπολογισμός.

Θα ξεκινήσουμε με κάποιες παραθέσεις. Η πρώτη είναι από τα οικονομικά χειρόγραφα του Μαρξ που χρονολογούνται από την εποχή που τη βάφτισαν περίοδο του «νέου Μαρξ». Τότε που το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του φαινόταν καθαρά ακόμα και στο λεξιλόγιό του και οι ιδέες του πάνω στην οικονομία ήταν ακόμα ασαφείς. Παρ’ όλα αυτά, ο Μαρξ τότε βρισκόταν στην πληρότητα της ζωής του: Είχε πια αγκαλιάσει την υπόθεση των ταπεινών και την εξηγούσε φιλοσοφικά, χωρίς ωστόσο την επιστημονική δεινότητά του, «Το Κεφάλαιο». Στοχαζόταν πιο πολύ σαν φιλόσοφος και αναφερόταν λοιπόν πιο συγκεκριμένα στον άνθρωπο σαν άτομο και στα προβλήματα της απελευθέρωσής του σαν κοινωνικό ον, χωρίς να μπαίνει ακόμα στην ανάλυση του αναπόφευκτου της κατάρρευσης των κοινωνικών δομών της εποχής του για να ανοίξει ο δρόμος της μεταβατικής περιόδου: Της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ παρουσιάζεται σαν επιστήμονας οικονομολόγος που αναλύει εξονυχιστικά το μεταβατικό χαρακτήρα των κοινωνικών σταδίων και την ταύτισή τους με τις σχέσεις παραγωγής. Δεν προχωράει σε φιλοσοφικές αναζητήσεις.

 
 

Το βάρος του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοιο που μας κάνει συχνά να ξεχνάμε τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα (με την καλύτερη έννοια του όρου) των ανησυχιών του. Ο μηχανισμός των σχέσεων παραγωγής και η συνέπειά του, η πάλη των τάξεων, κρύβει σε ένα βαθμό το αντικειμενικό γεγονός ότι είναι άνθρωποι που κινούνται μέσα στο ιστορικό περιβάλλον. Τώρα όμως μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος και αυτός είναι και ο λόγος της παράθεσης αυτού του αποσπάσματος, που δεν έχει λιγότερη αξία ως έκφραση του στοχασμού του φιλόσοφου, επειδή γράφτηκε στη νεότητά του.«Ο κομμουνισμός είναι το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας, η ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση και συνακόλουθα πραγματική ιδιοποίηση της ανθρώπινης ουσίας από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Συνεπώς είναι η ολοκληρωτική επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του σαν κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή ανθρώπινο άνθρωπο, μια επιστροφή συνειδητή που συντελείται μέσα σε ολόκληρο τον πλούτο της προηγούμενης εξέλιξης. Ο κομμουνισμός αυτός σαν ολοκληρωμένος νατουραλισμός=ουμανισμός είναι και σαν ολοκληρωμένος ουμανισμός=νατουραλισμός. Είναι η γνήσια λύση της σύγκρουσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση ή του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο, η γνήσια λύση της πάλης ανάμεσα στην ύπαρξη και την ουσία, ανάμεσα στην αντικειμενοποίηση και την επιβεβαίωση του εαυτού του, ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στο άτομο και το είδος. Είναι η λύση του αινίγματος της ιστορίας, που έχει συνείδηση του εαυτού της, ότι αποτελεί αυτή τη λύση»1.

 
 

Η λέξη συνείδηση υπογραμμίζεται διότι θεωρείται βασική για την τοποθέτηση του προβλήματος. Ο Μαρξ σκεπτόταν την απελευθέρωση του ανθρώπου και έβλεπε τον κομμουνισμό σαν τη λύση των αντιθέσεων που δημιούργησαν την αλλοτρίωσή του, ωστόσο σαν μια πράξη συνειδητή. Δηλαδή ο κομμουνισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί απλά και μόνο το αποτέλεσμα ταξικών αντιθέσεων σε μια ψηλά αναπτυγμένη κοινωνία που θα λύνονταν στην πορεία μιας μεταβατικής περιόδου για να φτάσει στην κορυφή. Ο άνθρωπος δρα συνειδητά στην ιστορία. Χωρίς τη συνείδηση αυτή που περικλείει τη συνείδηση του κοινωνικού του είναι, δεν μπορεί να υπάρξει κομμουνισμός.

Ενώ εργαζόταν πάνω στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ δεν εγκατέλειψε τη μαχητική του στάση. Οταν το 1875 έγινε το συνέδριο της Γκότα για την ενοποίηση των εργατικών οργανώσεων της Γερμανίας (Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και Γενική Ομοσπονδία των Γερμανών Εργαζομένων) και παρουσιάστηκε το πρόγραμμα με το ίδιο όνομα, η απάντησή του ήταν η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα.

Αυτό το κείμενο – που γράφτηκε με καθαρό πολεμικό προσανατολισμό, ενώ εργαζόταν πάνω στο βασικό του έργο – είναι σημαντικό γιατί αναφέρεται, αν και παρεμπιπτόντως, στο πρόβλημα της μεταβατικής περιόδου. Στην ανάλυση του 3ου σημείου του Προγράμματος της Γκότα επεκτείνεται πάνω σε μερικά από τα σημαντικότερα θέματα αυτής της περιόδου που τη θεωρεί σαν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού συστήματος. Στο στάδιο αυτό δεν προβλέπει χρήση του χρήματος, προβλέπει όμως τον ατομικό χαρακτήρα της αμοιβής της εργασίας, γιατί:

«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία, επομένως που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε. Επομένως ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός – ύστερα από τις κρατήσεις – παίρνει πίσω ό,τι ακριβώς της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική του ποσότητα εργασίας»2.

 
 

Ο Μαρξ δεν μπόρεσε παρά μόνο με τη διαίσθησή του να προβλέψει την ανάπτυξη του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, ο Λένιν το αφουγκράζεται και κάνει τη διάγνωσή του:«Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους. Πολιτική μορφή της κοινωνίας, όπου νικάει το προλεταριάτο, ανατρέποντας την αστική τάξη, θα είναι η λαοκρατική δημοκρατία, που θα συγκεντρώσει όλο και περισσότερο τις δυνάμεις του προλεταριάτου του δοσμένου έθνους ή των δοσμένων εθνών στην πάλη ενάντια στα κράτη που δεν θα έχουν ακόμη περάσει στο σοσιαλισμό. Δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των τάξεων χωρίς τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, του προλεταριάτου. Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη ένωση των εθνών στο σοσιαλισμό χωρίς μια λίγο-πολύ μακρόχρονη, επίμονη πάλη των σοσιαλιστικών δημοκρατιών ενάντια στα οπισθοδρομικά κράτη…»3.

 
 

Λίγα χρόνια αργότερα ο Στάλιν συστηματοποίησε την ιδέα αυτή φτάνοντας στο σημείο να θεωρήσει δυνατή τη σοσιαλιστική επανάσταση και στις αποικίες.«Η τρίτη αντίθεση είναι η αντίθεση ανάμεσα στη χούφτα των κυρίαρχων “πολιτισμένων” εθνών και στις εκατοντάδες εκατομμύρια των αποικιακών και εξαρτημένων λαών του κόσμου. Ο ιμπεριαλισμός είναι η πιο ξετσίπωτη εκμετάλλευση και η πιο απάνθρωπη καταπίεση των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων του πληθυσμού των απέραντων αποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Η απόσπαση υπερκερδών – αυτός είναι ο σκοπός αυτής της εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο ιμπεριαλισμός όμως, εκμεταλλευόμενος αυτές τις χώρες, είναι υποχρεωμένος να φτιάχνει εκεί σιδηροδρόμους, φάμπρικες και εργοστάσια, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα. Και τα αναπόφευκτα αποτελέσματα από αυτή την “πολιτική” είναι: η εμφάνιση της τάξης των προλετάριων, η γέννηση μιας ντόπιας διανόησης, το ξύπνημα της εθνικής συνείδησης, το δυνάμωμα του απελευθερωτικού κινήματος. Αυτό το δείχνει ολοφάνερα το δυνάμωμα του επαναστατικού κινήματος σ’ όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες. Το γεγονός αυτό είναι σπουδαίο για το προλεταριάτο, γιατί υποσκάπτει στη ρίζα τους τις θέσεις του καπιταλισμού, και μετατρέπει έτσι τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες από εφεδρείες του ιμπεριαλισμού σε εφεδρείες της προλεταριακής επανάστασης4.

 
 

Οι θέσεις του Λένιν αποδείχτηκαν στην πράξη με το θρίαμβο που αποτελεί η πράξη γέννησης της ΕΣΣΔ.Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα καινούριο φαινόμενο: Ο ερχομός της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνη χώρα, οικονομικά καθυστερημένη, επιφάνειας 22 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, με αραιό πληθυσμό, επιδείνωση της φτώχειας εξαιτίας του πολέμου και – σαν να μην έφτανε αυτό – αντιμέτωπη με την επέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Μετά από μια περίοδο πολεμικού κομμουνισμού ο Λένιν βάζει τις βάσεις της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) και με αυτή τις βάσεις της ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας μέχρι τις μέρες μας.

Πρέπει να περιγράψουμε εδώ την εποχή που ζούσε τότε η Σοβιετική Ενωση και κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό καλύτερα από τον ίδιο το Λένιν:

«Ετσι λοιπόν το 1918 είχα τη γνώμη ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σχέση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελούσε ένα βήμα προς τα μπρος. Αυτό μας φαίνεται πολύ περίεργο και ίσως μάλιστα και ανόητο, γιατί και τότε η Δημοκρατία μας ήταν σοσιαλιστική Δημοκρατία. Τότε υιοθετούσαμε κάθε μέρα, με τη μεγαλύτερη βιασύνη – ασφαλώς με υπερβολική βιασύνη – διάφορα νέα οικονομικά μέτρα, που δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε αλλιώς, παρά μόνο σοσιαλιστικά μέτρα. Και ωστόσο σκεφτόμουνα τότε ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σύγκριση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελεί ένα βήμα προς τα μπρος και στη συνέχεια εξηγούσα αυτή μου τη σκέψη, απαριθμώντας απλώς τα στοιχεία του οικονομικού συστήματος της Ρωσίας. Τα στοιχεία αυτά ήταν, κατά τη γνώμη μου, τα παρακάτω: 1) η πατριαρχική, δηλαδή σε σημαντικό βαθμό φυσική, αγροτική οικονομία, 2) η μικρή εμπορευματική παραγωγή (εδώ ανήκει η πλειοψηφία των αγροτών από εκείνους που πουλάνε στάρι), 3) ο ιδιωτικός καπιταλισμός, 4) ο κρατικός καπιταλισμός και 5) ο σοσιαλισμός. Ολα αυτά τα οικονομικά στοιχεία αντιπροσωπεύονταν στη Ρωσία εκείνου του καιρού. Εβαζα τότε σαν καθήκον μου να εξηγήσω τη σχέση αυτών των στοιχείων μεταξύ τους και διερωτόμουν αν δεν θα έπρεπε να θεωρούμε ένα από τα μη σοσιαλιστικά στοιχεία, δηλαδή τον κρατικό καπιταλισμό, ανώτερο από το σοσιαλισμό. Το ξαναλέω: αυτό φαίνεται σε όλους πολύ περίεργο, ότι δηλαδή σε μια Δημοκρατία που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλιστική, το μη σοσιαλιστικό στοιχείο θεωρείται ανώτερο, αναγνωρίζεται ότι στέκεται ψηλότερα από το σοσιαλισμό. Το πράγμα όμως γίνεται κατανοητό, αν θυμηθείτε ότι δεν εξετάζαμε το οικονομικό καθεστώς της Ρωσίας σαν κάτι το ομοιογενές και πολύ αναπτυγμένο, αλλά είχαμε απόλυτα την επίγνωση ότι στη Ρωσία, δίπλα στη σοσιαλιστική μορφή, υπάρχει και η πατριαρχική γεωργία, δηλ. η πιο πρωτόγονη μορφή της γεωργίας. Ποιο ρόλο μπορούσε λοιπόν να παίξει ο κρατικός καπιταλισμός μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες;»5.

«Αφού υπογράμμισα ότι ακόμη από το 1918 θεωρούσαμε τον κρατικό καπιταλισμό σαν ενδεχόμενη γραμμή υποχώρησης, περνώ στα αποτελέσματα της νέας οικονομικής μας πολιτικής. Το επαναλαμβάνω: τότε αυτό ήταν ακόμη μια πολύ αόριστη ιδέα. Το 1921 όμως, αφού ξεπεράσαμε το σπουδαιότερο στάδιο του εμφυλίου πολέμου, και το ξεπεράσαμε νικηφόρα, σκοντάψαμε σε μια μεγάλη – νομίζω τη μεγαλύτερη – εσωτερική πολιτική κρίση της Σοβιετικής Ρωσίας, κρίση που γέννησε δυσαρέσκεια όχι μόνο σε μια σημαντική μερίδα της αγροτιάς, μα και των εργατών. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά και ελπίζω πως θα είναι και η τελευταία στην Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, όταν μεγάλες μάζες της αγροτιάς ήταν εναντίον μας, αν και ασυνείδητα, ενστικτωδώς, από μια εσωτερική διάθεση. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε την ιδιόμορφη αυτή κατάσταση που δεν ήταν, όπως καταλαβαίνετε, καθόλου ευχάριστη για μας; Η αιτία ήταν ότι στην οικονομική μας επίθεση είχαμε προχωρήσει πολύ μπροστά, ότι δεν εξασφαλίσαμε επαρκείς βάσεις και ότι οι μάζες ένιωσαν εκείνο που τότε ακόμη δεν ξέραμε να το διατυπώσουμε συνειδητά, μα που σε λίγο, μέσα σε μερικές εβδομάδες, το αναγνωρίσαμε κι εμείς, δηλαδή ότι το άμεσο πέρασμα σε καθαρά σοσιαλιστικές μορφές οικονομίας, σε μια καθαρά σοσιαλιστική κατανομή των προϊόντων ήταν ανώτερο από τις δυνάμεις μας και ότι, αν αποδειχτεί ότι δεν είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε την υποχώρηση έτσι, ώστε να περιοριστούμε στα πιο εύκολα καθήκοντα, μας απειλεί καταστροφή»6.

Βλέπουμε ότι η οικονομική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ενωσης απαιτούσε την αναδίπλωση για την οποία μιλούσε ο Λένιν. Ολη αυτή η πολιτική πρέπει να θεωρηθεί σαν μια τακτική στενά δεμένη με την ιστορική κατάσταση της χώρας και συνεπώς δεν πρέπει να προσάψουμε σε αυτές τις προτάσεις καθολική αξία. Πιστεύουμε όμως ότι πρέπει να υπολογίσουμε δύο εξαιρετικής σημασίας παράγοντες για τη μεταφορά της προβληματικής αυτής σε άλλες χώρες:

1. Τα χαρακτηριστικά της τσαρικής Ρωσίας τη στιγμή της επανάστασης, την εξέλιξη της τεχνικής σε όλα τα επίπεδα, τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του λαού της, τις γενικές συνθήκες της χώρας, όπου στην καταστροφή ενός παγκόσμιου πολέμου προστέθηκαν οι ερημώσεις που προκάλεσαν οι λευκές ορδές και οι ιμπεριαλιστικές επιδρομές.

2. Τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής στον τομέα της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου της οικονομίας.

Ο Οσκαρ Λάνγκε, στο άρθρο του «Τα σύγχρονα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης στην Πολωνία», γράφει:

«Η αστική οικονομική επιστήμη παίζει ακόμη κι έναν άλλο ρόλο. Η αστική τάξη και τα μονοπώλια δεν παρέχουν τόσα μέσα για να δημιουργήσουν σχολές ανώτερου επιπέδου και ινστιτούτα επιστημονικής ανάλυσης στον τομέα των οικονομικών επιστημών μόνο με τον σκοπό να τους βοηθήσουν στην απολογητική του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Περιμένουν και κάτι άλλο απ’ τους οικονομολόγους κι αυτό είναι η βοήθεια στην επίλυση των πολλών προβλημάτων της οικονομικής πολιτικής. Την εποχή του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού τα καθήκοντα σ’ αυτόν τον τομέα ήταν περιορισμένα και δεν αναφέρονταν παρά στην οικονομική διοίκηση, στη νομισματική πολιτική, στην πολιτική των πιστώσεων, στην τελωνειακή πολιτική, στις μεταφορές κλπ. Στις συνθήκες όμως του μονοπωλιακού καπιταλισμού και ιδιαίτερα στις συνθήκες της ολοένα και μεγαλύτερης διείσδυσης του κρατικού καπιταλισμού στην οικονομική ζωή, αυτού του είδους τα προβλήματα αυξάνονται. Μπορούμε να παραθέσουμε μερικά: Η ανάλυση της αγοράς για τη διευκόλυνση της πολιτικής των τιμών των μεγάλων μονοπωλίων, οι μέθοδοι ενός συνόλου βιομηχανικών επιχειρήσεων συγκεντροποιημένης διεύθυνσης, οι αμοιβαίοι λογιστικοί κανονισμοί ανάμεσα στις επιχειρήσεις, η προγραμματισμένη σύνδεση της δραστηριότητας και της ανάπτυξής τους, της αντίστοιχης τοποθέτησής τους, η πολιτική εξοφλήσεων ή επενδύσεων. Από δω πηγάζουν και τα ζητήματα τα σχετικά με τη δραστηριότητα του καπιταλιστικού κράτους στη σύγχρονη περίοδο, καθώς και τα κριτήρια δραστηριότητας των εθνικοποιημένων βιομηχανιών, της επενδυτικής τους πολιτικής καθώς και της πολιτικής τοποθέτησής τους (ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας), με τέτοιο τρόπο ώστε να επεμβαίνουν πολιτικά – οικονομικά στο σύνολο της εθνικής οικονομίας κλπ.».

«Σε όλα αυτά τα προβλήματα προστέθηκε μια σειρά από τεχνικο-οικονομικά επιτεύγματα, που σε τομείς όπως η ανάλυση της αγοράς ή ο προγραμματισμός της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που αποτελούν τμήμα μιας ομάδας ή στους λογιστικούς κανονισμούς στο εσωτερικό του κάθε εργοστασίου ή της κάθε ομάδας εργοστασίων, τα κριτήρια εξόφλησης και άλλα μπορούν να μας χρησιμεύσουν μερικώς στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού (όπως άλλωστε θα χρησιμεύσουν στο μέλλον στους εργαζόμενους των χωρών που τώρα είναι καπιταλιστικές, όταν θα γίνει η μετάβαση στο σοσιαλισμό)».

Ας σημειώσουμε ότι την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές η Κούβα δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει τη μετάβασή της και δεν είχε ακόμη καν αρχίσει την επανάστασή της. Πολλές από τις τεχνικές προόδους που περιγράφονταν από το Λάνγκε υπήρχαν στην Κούβα, με άλλα λόγια, οι συνθήκες της κουβανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής επέτρεπαν το συγκεντροποιημένο έλεγχο μερικών επιχειρήσεων που είχαν την έδρα τους στην Αβάνα ή στη Νέα Υόρκη. Η «Empresa Consolidadadel Petroleo», που σχηματίστηκε με τη συνένωση των τριών ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (ESSO, TEXACO, SHELL), διατήρησε και σε μερικές περιπτώσεις τελειοποίησε τα συστήματα ελέγχου της. Το υπουργείο μας την έχει για πρότυπο. Στις επιχειρήσεις όπου δεν υπήρχε ούτε συγκεντρωτική παράδοση ούτε πρακτικές συνθήκες, αυτές δημιουργήθηκαν πάνω στη βάση μιας εθνικής εμπειρίας, όπως στην Empresa Consolidada de la Harin που αξίζει την πρώτη θέση ανάμεσα σε όλες τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο υφυπουργείο Ελαφράς Βιομηχανίας.

Παρόλο που η πρακτική των πρώτων ημερών διεύθυνσης των βιομηχανιών μάς πείθει πλήρως για το ότι είναι αδύνατο να ακολουθήσουμε λογικά άλλο δρόμο, θα ήταν άχρηστο να συζητήσουμε τώρα αν τα μέτρα οργάνωσης που πάρθηκαν θα είχαν δώσει παρόμοια ή καλύτερα αποτελέσματα με την εφαρμογή της αυτοδιαχείρισης στο επίπεδο της μονάδας. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες κι ότι η συγκεντροποίηση επέτρεψε – στην περίπτωση της καλτσοβιομηχανίας για παράδειγμα – τη διάλυση μιας μεγάλης ποσότητας από αναποτελεσματικά μικρομάγαζα και να προωθήσουμε έξι χιλιάδες εργάτες σε άλλους κλάδους της παραγωγής.

Θελήσαμε να καθορίσουμε, με όλες αυτές τις παραθέσεις, τα θέματα που θεωρούμε βασικά για την ερμηνεία του συστήματος:

1. Ο κομμουνισμός είναι ένας στόχος της ανθρωπότητας, στον οποίο φτάνει συνειδητά. Επειτα, η εκπαίδευση και η εξάλειψη των ιχνών της παλιάς κοινωνίας στη συνείδηση των ανθρώπων έχουν τεράστια σημασία, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε ότι ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κοινωνία χωρίς παράλληλες προόδους στην παραγωγή.

2. Οι μορφές διεύθυνσης της οικονομίας, τεχνολογική πλευρά του ζητήματος, πρέπει να επιλεγούν από τις πιο αναπτυγμένες και τις περισσότερο προσαρμόσιμες στη νέα κοινωνία. Η πετροχημική τεχνολογία του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το σοσιαλιστικό χωρίς να φοβηθούμε τη μόλυνση της αστικής ιδεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει με καθετί που έχει σχέση με τις τεχνικές νόρμες διεύθυνσης και ελέγχου της παραγωγής στον οικονομικό τομέα.

Θα μπορούσαμε, αν και κάπως τολμηρά, να παραφράσουμε το Μαρξ όταν αναφέρεται στη χρήση της διαλεκτικής του Χέγκελ και να πούμε ότι οι τεχνικές αυτές ξαναστήνονται έτσι στα πόδια τους.

Μια ανάλυση των μεθόδων λογιστικής τεχνικής που χρησιμοποιούνται σήμερα στις σοσιαλιστικές χώρες μάς δείχνει ότι ανάμεσα σε αυτές και στις δικές μας βρίσκεται μια διαφοροποιημένη αντίληψη που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτή που υπάρχει στον καπιταλισμό, ανάμεσα στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού και το μονοπώλιο. Τελικά οι προηγούμενες τεχνικές «στημένες στα πόδια τους» χρησίμευσαν σαν βάση για την ανάπτυξη και των δύο συστημάτων. Από εκεί και πέρα οι δρόμοι χωρίζουν, μια και ο σοσιαλισμός έχει τις δικές του σχέσεις παραγωγής και, συνακόλουθα, τις δικές του απαιτήσεις.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι σαν τεχνική ο πρόδρομος του συστήματος χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό είναι το ιμπεριαλιστικό μονοπώλιο που υπήρχε στην Κούβα, που είχε κιόλας υποστεί τις παραλλαγές τις εγγενείς στη μακρόχρονη διαδικασία ανάπτυξης της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου που αρχίζει από την αυγή του μονοπωλιακού συστήματος μέχρι τις μέρες μας, όπου φτάνει στα ανώτερα επίπεδά της. Οταν έφυγαν τα μονοπώλια πήραν μαζί τους τα ανώτερα στελέχη τους και μερικά μεσαία στελέχη. Ταυτόχρονα, η ανώριμη αντίληψή μας για την επανάσταση μας είχε ωθήσει στην κατάργηση μιας ολόκληρης σειράς από καθιερωμένες μεθόδους, μόνο και μόνο γιατί ήταν καπιταλιστικές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σύστημά μας δεν έχει ακόμα φτάσει στο βαθμό αποτελεσματικότητας των ντόπιων μονοπωλιακών υποκαταστημάτων, σχετικά με τη διεύθυνση και τον έλεγχο της παραγωγής. Τραβάμε λοιπόν αυτό το δρόμο, καθαρίζοντάς τον από οποιαδήποτε προηγούμενη σαβούρα.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007. 

Με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Νάσερ / With Egyptian leader Gamal Abdel Nasser

Ο Τσε βραβεύεται από τον πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ενώπιον του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Χουσεϊν Αλ-Χαφί, στο Κάϊρο, Ιούνιος 1959 (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).

Συνάντηση με τον πρόεδρο Νάσερ και μέλη της αιγυπτιακής κυβέρνησης στο Κάϊρο (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).

Με τον πρόεδρο Νάσερ.

Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης

Του Τόνυ Σονουά.

Εισαγωγή.

Μέσα στο 1996 και το 1997 εκδόθηκαν από διάφορους συγγραφείς πολλά βιβλία, μπροσούρες και άρθρα, για τον Ερνέστο Γκεβάρα, σε ανάμνηση της 30ης επετείου από την εκτέλεση του. Σε ολόκληρο τον κόσμο είναι βέβαια πιο γνωστός με το ψευδώνυμο «Τσε», ένα παρατσούκλι που του έβγαλαν οι συναγωνιστές του όταν ήτανε στο Μεξικό την 10ετία του 1950. Το «Τσε» είναι ένα πολύ διαδεδομένο παρα-όνομα στην Αργεντινή την χώρα που γεννήθηκε. Το 1997, πολλοί νεολαίοι στην Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη άρχισαν να φοράνε μπλουζάκια με τον Γκεβάρα και να κολλάνε στα σπίτια τους αφίσες με το πορτραίτο του.

Διάφοροι κυνικοί και επιπόλαιοι φιλοκαπιταλιστές δημοσιογράφοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν το νέο αυτό ενδιαφέρον για τον Τσε. Υποστήριξαν έτσι λαθεμένα ότι δεν είναι τίποτα άλλο από μια διάθεση να ταυτιστούν αυτοί οι νεολαίοι με το απελευθερωμένο στιλ ζωής που συνδέθηκε με τη 10ετία του 1960. Χωρίς αμφιβολία ο Τσε Γκεβάρα ασκεί μια ρομαντική έλξη σε πολλούς νεολαίους, που θέλουν να προβάλλουν κι αυτοί την εικόνα του «επαναστάτη».

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το ανανεωμένο αυτό ενδιαφέρον για τον Γκεβάρα, αντανακλά την έλξη που πάντα είχε, σ’ αυτούς που αναζητάνε ένα τρόπο για ν’ αλλάξουν την κοινωνία και να βάλουν τέλος στην εκμετάλλευση του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Ο Τσε και η Κούβα, αποτελούν για πολλούς ένα σύμβολο αντίστασης. Την ίδια ώρα, αυτό που εκφράζει η μεγάλη απήχηση που έχει ο Τσε Γκεβάρα στη νέα γενιά είναι η διάθεση αναζήτησης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών, που προσφέρουν την μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό.

Γιατί όμως, η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (C.W.I.), εκδίδει αυτή τη μπροσούρα για τον Τσε και την Κούβα όταν έχουν ήδη γραφτεί τόσα πολλά διεθνώς;

Εκτός από πολλά ειρωνικά και επιφανειακά άρθρα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, τον τελευταίο καιρό εκδόθηκαν και ορισμένα σοβαρά βιβλία και βιογραφίες για τον Τσε. Για παράδειγμα, το βιβλίο «Τσε Γκεβάρα: Μια επαναστατική ζωή» από τον Αμερικάνο δημοσιογράφο και συγγραφέα Λη Άντερσον, είναι μια πολύ καλογραμμένη βιογραφία. Το ίδιο ισχύει και με την βιογραφία «Ερνέστο Γκεβάρα, ο γνωστός επίσης σαν Τσε» του Μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο, (διαθέσιμη μόνο στα ισπανικά). Ωστόσο, παρά την πολύχρονη έρευνα που έκαναν αυτοί οι συγγραφείς, τα έργα τους αναπόφευκτα έχουν μια σημαντική έλλειψη. Δεν βγάζουν τα πολιτικά συμπεράσματα από την συμβολή του Τσε στο επαναστατικό κίνημα, έτσι ώστε τα μαθήματα αυτά να ενισχύσουν το σημερινό αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια αυτοί οι συγγραφείς, παρά το γεγονός ότι κάνουν μια σημαντική συμβολή στην ιστοριογραφία, δεν μπορούσαν να φέρουν σε πέρας αυτό το καθήκον, γιατί οι ίδιοι δεν συμμετέχουν σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

H C.W.Ι. εκδίδει λοιπόν αυτή την μπροσούρα για τον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση του 1959 με στόχο να συμβάλει μ’ αυτό τον τρόπο στο χτίσιμο μιας διεθνούς επαναστατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης, που θα αγωνιστεί για να ανατρέψει τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ξανά με τον ίδιο τρόπο. Μπορούμε όμως να βγάλουμε πολύ σοβαρά μαθήματα από τους προηγούμενους αγώνες και τις επαναστάσεις, που να βοηθήσουν να έχει επιτυχία η σημερινή πάλη για τον σοσιαλισμό. Η Κουβανέζικη Επανάσταση πιο συγκεκριμένα και η συμβολή που είχε σ’ αυτήν ο Τσε Γκεβάρα, έχει να προσφέρει σοβαρά διδάγματα στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση, που ξεδιπλώνεται σήμερα ειδικά στην Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ασία και την Μέση Ανατολή.

Για να βγάλουμε όμως τα σωστά συμπεράσματα, δεν είναι αρκετό να παρακολουθήσουμε μόνον τα ιστορικά γεγονότα όπως συνέβηκαν, αλλά είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε και να συζητήσουμε τις ιδέες και τις μεθόδους που υιοθέτησαν οι κεντρικοί πρωταγωνιστές σ’ αυτούς τους αγώνες. Αυτή λοιπόν η μπροσούρα είναι κύρια μια συμβολή στη συζήτηση πάνω στις εμπειρίες, τις ιδέες και τις μεθόδους του αγώνα που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης, στην οποία ο Τσε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, και δεν έχει στόχο ν’ αποτελέσει μια πλήρη προσωπική βιογραφία του Τσε.

Έτσι, πολλές πτυχές της ζωής του, συμπεριλαμβανομένων και των δύο γάμων του, δεν εξετάζονται εδώ, παρά το γεγονός ότι τα προσωπικά ζητήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό ενός χαρακτήρα και επηρεάζουν την πολιτική του εξέλιξη. Επίσης δεν ήταν δυνατόν σ’ αυτό το έργο ν’ αναφερθούμε σ’ όλα τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την περίοδο και στα οποία συμμετείχε ο Τσε. Εκείνοι οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται γι’ αυτά, θα πρέπει να διαβάσουν τουλάχιστον κάποιες από τις βιογραφίες ή τα ιστορικά έργα, που αναφέρονται στη Κούβα, στον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση.

Με αφορμή την 30η επέτειο από το θάνατο του, αξίζει πράγματι να θυμηθούμε τους αγώνες στους οποίους πρωτοστάτησε, με ηρωισμό και αυτοθυσία, ενάντια στον καπιταλισμό και στον ιμπεριαλισμό. Ο Τσε πάλεψε με πείσμα ενάντια στην εκμετάλλευση κερδήθηκε στον σοσιαλισμό κύρια μέσα από τις δικές του εμπειρίες και είχε την φλογερή επιθυμία να τον δει να επικρατεί διεθνώς. Αρχικά είδε με ενδιαφέρον τα καθεστώτα της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, σαν πιθανές εναλλακτικές σοσιαλιστικές κοινωνίες. Ακόμη όμως και τότε, διατήρησε μια επιφυλακτικότητα και κράτησε τις αποστάσεις του. Αργότερα, όταν απόκτησε άμεση εμπειρία απ’ αυτά τα γραφειοκρατικά καθεστώτα, που δεν είχαν καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, άλλαξε ριζικά γνώμη.

Ο Τσε αφιερώθηκε στην επανάσταση όταν ήτανε 25 περίπου χρονών και σε αυτό τον αγώνα έμελλε να θυσιάσει και τη ζωή του όταν έγινε 39 ετών. Καθοδηγούσε τους συντρόφους του πάντα με το παράδειγμα του κι ήταν ένα ακλόνητος διεθνιστής. Αυτές οι αρετές του, τον έκαναν πηγή έμπνευσης και σύμβολο πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.

Αντάρτικο.

Την ίδια ώρα, πρέπει να πούμε ότι οι ιδέες του δεν ήταν ολοκληρωμένες και δεν είχε μια πραγματική κατανόηση του μαρξισμού. Οι θέσεις που ανέπτυξε για το αντάρτικο για παράδειγμα, έπαιξαν έναν αποφασιστικό ρόλο στη Κουβανική Επανάσταση και στα γεγονότα που ακολούθησαν, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Ο Τσε όμως πρόβαλλε αυτές τις ιδέες σαν τη βασική μέθοδο πάλης που θα έπρεπε να υιοθετηθεί σ’ ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, πράγμα που τις έκανε τότε κύριο σημείο συζήτησης μέσα σε όλο το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα. Οι θέσεις αυτές του Τσε εξετάζονται με προσοχή σε τούτη τη μπροσούρα, γιατί έτσι μόνο μπορούν να βγουν σημαντικά συμπεράσματα για τους σημερινούς αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό.

Ο Τσε ανάπτυξε βέβαια κι άλλες ιδέες σε σχέση για παράδειγμα, με την οικονομία, όπως επίσης και για το ζήτημα «ο σοσιαλισμός και ο νέος άνθρωπος», που αφορούσε κύρια το πως θα εξελισσόταν η στάση των ανθρώπων απέναντι στη νέα κοινωνία, μετά την ανατροπή του καπιταλισμού. Αυτές τις ιδέες τις ανάπτυξε κύρια σαν αποτέλεσμα των προβλημάτων που αντιμετώπισε μετά τη νίκη της Κουβανέζικης επανάστασης το 1959. Δυστυχώς όμως, εξαιτίας του περιορισμένου χώρου δεν ήταν δυνατό ν’ αναφερθούμε σ’ όλα αυτά σε τούτη την μπροσούρα.

Μελετώντας τη ζωή του Τσε γίνεται φανερό ότι οι ιδέες του αναπτύχθηκαν βασανιστικά και επίπονα, πολύ συχνά σαν αποτέλεσμα των ίδιων του των εμπειριών. Δυστυχώς πέθανε νέος σε ηλικία μόνο 39 ετών. Γιατί είναι ξεκάθαρο ότι επανεξέταζε συνεχώς τις ιδέες του μέχρι το θάνατο του. Με μια έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια ομοιότητα στον τρόπο ανάπτυξης της σκέψης τους ανάμεσα στον Τσε, στον Μάλκομ Χ και τον Τζώρτζ Τζάκσον στις ΗΠΑ.

Αντιμέτωπος με τα προβλήματα της κατάστασης στην Κούβα και τη φρίκη που άρχισε να αισθάνεται για αυτά που έβλεπε στις επισκέψεις του πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα», στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη, άρχισε να ψάχνει για μια νέα εναλλακτική λύση και να αναζητά νέες ιδέες. Λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του άρχισε να διαβάζει γραπτά του Λέοντα Τρότσκι. Μήπως θα υιοθετούσε τις ιδέες του Τρότσκι αν είχε τον χρόνο να συνεχίσει την μελέτη των ιδεών του; Δεν μπορούμε βέβαια να το ξέρουμε.

Το 1964, για παράδειγμα, είχε πάει στη Μόσχα για να συμμετέχει στους εορτασμούς της 47ης επετείου της Ρώσικης Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, όχι μόνον διαμαρτυρήθηκε αγανακτισμένος για τον τρόπο ζωής των Ρώσων αξιωματούχων, αλλά υποστήριξε κιόλας ότι: «… τα σοβιέτ βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο κάτω από την κυριαρχία της γραφειοκρατίας».

Η γραφειοκρατική κάστα στην Κίνα εκείνη την περίοδο, είχε υιοθετήσει μια πιο «ριζοσπαστική» στάση διεθνώς σε μια προσπάθεια να κερδίσει επιρροή και στήριξη μετά την σύγκρουση και την διακοπή των σχέσεων της με την γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ. Η σύγκρουση αυτή ωστόσο είχε σαν κύρια αιτία τις στενά εθνικές διαφορές ανάμεσα στα δύο καθεστώτα.

Η «ριζοσπαστική» στροφή που υιοθέτησε η Κινέζικη γραφειοκρατία εκείνη την περίοδο, σε συνδυασμό με την εμπειρία της νίκης του αγροτικού στρατού στην Κίνα το 1949, αναπόφευκτα τράβηξαν την προσοχή του Τσε, γιατί φαίνονταν να επιβεβαιώνουν και τα δικά του συμπεράσματα. Ωστόσο, την ίδια ώρα φαίνεται ότι άρχισε να εξετάζει και τις ιδέες του Τρότσκι. Γι’ αυτό, ενώ ήταν ακόμη στην Μόσχα, άρχισε να δέχεται εκεί επιθέσεις που τον χαρακτήριζαν «Φιλοκινέζο» και «Τροτσκιστή». Όπως αναφέρει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο στη βιογραφία του, ο Τσε ήταν γνώστης αυτών των επιθέσεων και τις ανάφερε δημόσια σε μια συνάντηση που είχε με τους Κουβανούς φοιτητές στην Πρεσβεία της Κούβας, στη Μόσχα.

«Έχω εκφράσει κάποιες απόψεις», είπε ο Τσε, «που θα μπορούσαν να πλησιάζουν περισσότερο την Κινέζικη πλευρά… όπως επίσης και απόψεις που έχουνε σχέση με τον Τροτσκισμό. Κάποιοι εδώ υποστηρίζουν βέβαια ότι οι Κινέζοι είναι διασπαστές, όπως και οι Τροτσκιστές και μαζί μ’ αυτούς κι εγώ». Και συνέχισε «Οι απόψεις όμως αυτές που κάποιοι θέλουν να θάψουν με την βία μας δίνουν ένα πλεονέκτημα. Δεν μπορείς να πολεμήσεις απλά τις απόψεις με την βία γιατί αυτή ακριβώς είναι η βάση της νοημοσύνης… και είναι ξεκάθαρο ότι μπορεί κανείς να μάθει πολλά πράγματα από τις ιδέες του Τρότσκι».

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: «Ξεκίνημα», Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Συνέντευξη του Καμίλο Γκεβάρα στο «Ριζοσπάστη» (2006)

Συνέντευξη στο Δημήτρη Καραγιάννη.

Με την ευκαιρία της επίσκεψής του στην Ελλάδα, πριν μερικές μέρες, είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τον Καμίλο Γκεβάρα, γιο του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, του θρυλικού επαναστάτη Τσε. Ο 44χρονος Καμίλο, ταγμένος στην υπόθεση της Κουβανικής Επανάστασης, όπως μας λέει, έχει σπουδάσει Νομική και σήμερα μαζί με τη μητέρα του, Αλέιδα Γκεβάρα Μαρτς, διοικούν το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» στην Αβάνα. Πρόκειται για ένα κέντρο που σκοπό του έχει να εκδώσει και να διαδώσει όλο το έργο του Τσε.

Με άμεσο, ζεστό και γεμάτο χιούμορ και ζωντάνια λόγο, όπως και οι περισσότεροι Κουβανοί, απάντησε στις ερωτήσεις μας, σε μια συνέντευξη που δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη, για άλλη μια φορά, να γνωρίσει αυτό τον περήφανο λαό, που εξακολουθεί να δίνει καθημερινά τον αγώνα του για αξιοπρέπεια και ακεραιότητα της πατρίδας του. Και στηρίζει το σοσιαλισμό που μέσα σε μεγάλες δυσκολίες οικοδομεί, ο οποίος έχει δώσει τεράστιες δυνατότητες στα λαϊκά στρώματα.

– Τιμή μας να μιλάμε μαζί σας. Επιτρέψτε μας μια πρώτη ερώτηση κάπως κοινότοπη. Εχετε ένα «βαρύ» όνομα, γεμάτο ιστορία. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

– Θα έλεγα ότι είναι βαρύ με την έννοια της αξίας για πολλούς ανθρώπους. Ας το διευκρινίσουμε όμως. Αυτό που συμβαίνει στην Κούβα, την πατρίδα μου, είναι ότι τους ανθρώπους δεν τους εκτιμάμε με βάση το όνομα. Το σημαντικό για τους Κουβανούς, και μιλάω με βάση την προσωπική μου εμπειρία, είναι να σε γνωρίσουν πρώτα, να σε εκτιμήσουν και να σε δεχτούν για τις αξίες και τα ελαττώματά σου. Και έτσι σου ανοίγεται ένας δρόμος στην κοινωνία που ζεις. Μπορείς ή όχι να βαδίσεις στη ζωή με τα δικά σου βήματα. Και νομίζω αυτό είναι σημαντικό. Βέβαια, μπορεί να συμβεί κάποιες φορές όταν κάνεις κάποιες επισκέψεις σε άλλες χώρες να σε «πλακώνουν» οι φωτογράφοι, όπως τώρα (λέει αστειευόμενος με τον φωτογράφο της εφημερίδας).

Αυτό είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσεις για το όνομα. Πάντως, να ξέρετε ότι απέναντί σας έχετε έναν Κουβανό, ο οποίος έχει μιαν αντίληψη που είναι ταγμένη σε μια δίκαιη υπόθεση όπως η δική μας. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσα να απαντήσω στις ερωτήσεις σας.

Το κράτος εξασφαλίζει δυνατότητες εξέλιξης σε όλους

Μιλήστε μας για τη δική σας εμπειρία. Πώς είναι να μεγαλώνει ένα παιδί στην Κούβα; Πώς διαμορφώνεται ως προσωπικότητα;

Η Κούβα δίνει μεγάλη σημασία στην Παιδεία, σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης. Αυτή είναι, κατ’ αρχάς, η υποχρεωτική βασική εξάχρονη εκπαίδευση (μαζί με δίχρονη προσχολική) σε ένα απολύτως δημόσιο και δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφαλίζει τα πάντα στο παιδί.

– Θεωρείτε αυτονόητη τη δωρεάν εκπαίδευση, σε πολλές όμως χώρες, και στη δική μας, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική και όνειρο για τα λαϊκά στρώματα.

– Το γνωρίζω, αλλά (αστειευόμενος) μιλάμε για την Κούβα. Επειτα από τη βασική εκπαίδευση ακολουθεί η δευτεροβάθμια, η προπανεπιστημιακή και η πανεπιστημιακή. Αλλά πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις από το κράτος ώστε όλοι να φτάσουν μέχρι την ένατη τάξη και είναι μια από τις πολλές μάχες που δίνουμε ως λαός. Σήμερα, πάνω από το 90% των νέων το καταφέρνει. Ετσι, το να μεγαλώνεις σε μια κοινωνία όπου η συντριπτική πλειοψηφία έχει υψηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο σε βοηθάει να αναπτυχθείς.

Επίσης, υπάρχουν δυνατότητες για σπουδές στην προπανεπιστημιακή εκπαίδευση με βάση τα ενδιαφέροντα του ατόμου και ακολουθούν τα πανεπιστήμια εφόσον ο νέος έχει τα προσόντα. Αυτή την περίοδο γίνεται μεγάλη προσπάθεια να αυξηθούν οι δυνατότητες για όποιον θέλει να σπουδάσει να μπορεί να το κάνει. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί συγκεκριμένα προγράμματα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, όπως το λεγόμενο Πανεπιστήμιο για όλους. Υπάρχουν οι πανεπιστημιακές σχολές, αλλά και τα εργατικά πανεπιστήμια, μια παλιά κατάκτηση της πάλης του λαού μας. Υπάρχουν επίσης τα λεγόμενα Δημοτικά Πανεπιστήμια, που έχουν στόχο να φέρουν πιο κοντά στον πληθυσμό τη δυνατότητα μόρφωσης. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια υπάρχουν στους δήμους πανεπιστήμια για ηλικιωμένους που έχουν πολύ χρόνο και θέλουν να κάνουν ενδιαφέροντα πράγματα.

Το σημαντικότερο επίτευγμα του σοσιαλισμού είναι η ενεργοποίηση των μαζών

– Χωρίς να θέλω να διακόψω τη σκέψη σας, όλα αυτά ακούγονται σε μας, που βιώνουμε τα …δεδομένα του καπιταλισμού, αρκετά πρωτόγνωρα.

– Θα έλεγα ότι είναι πρωτόγνωρα και για άλλες σοσιαλιστικές εμπειρίες που έχουμε από το παρελθόν. Νομίζω όμως ότι αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί στην Κούβα είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι πολύ νέος, μια νέα υπόθεση που πρέπει να εξελιχθεί. Δεν πρέπει να δημιουργούμε δόγματα, πρέπει να επιδιώκουμε να εκφράζεται ο ίδιος ο λαός, τα ινστιτούτα της χώρας, στην πορεία της οικοδόμησης. Αυτό ανοίγει συνεχώς δρόμους. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο ατού που έχει ο σοσιαλισμός είναι ότι έχεις τη δυνατότητα να φτάσεις στο μέγιστο που μπορούν να δώσουν οι μάζες. Και αυτό εξελίσσεται σε μια συνεχή δημιουργία, μέσα από όλες αυτές τις ευκαιρίες, που έχουν όμως το χαρακτήρα της ισότητας για όλους και σου επιτρέπουν να κάνεις όλα αυτά τα πράγματα. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό επίτευγμα του σοσιαλισμού. Σε αυτό το πλαίσιο και σε αυτές τις στιγμές η Κούβα κάνει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.

Ξέχασα να πω ότι υπάρχει και ένα πανεπιστήμιο στις φυλακές. Γιατί, δυστυχώς, στην Κούβα υπάρχουν και φυλακές, δεν είμαστε τέλειοι. Δίνεται, λοιπόν, η δυνατότητα σε ανθρώπους που υπέπεσαν σε κάποιο ποινικό αδίκημα να πάρουν κάποια εφόδια που θα μπορούσαν, με τη δική τους θέληση, να τους βοηθήσουν μετέπειτα στη ζωή τους.

Αυτή είναι η κατάσταση στην Κούβα. Δε θέλω να πω ότι όλα είναι τέλεια αλλά γίνονται προσπάθειες. Εδώ βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε την κατάσταση όπου ζει η Κούβα. Μόλις τώρα αρχίζει να ξεπερνάει μια βαθιά κρίση, στην οποία βρέθηκε ως συνέπεια των ανατροπών στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με τις οποίες είχαμε το 80% των εμπορικών συναλλαγών μας. Είναι σαν να έχεις έναν άνθρωπο που σχηματικά ζει με 10 δολάρια και ξαφνικά του παίρνουν τα 8 και πρέπει να ζήσει με τα 2 και να διατηρήσει όλα όσα είχε. Περάσαμε πολύ δύσκολα χρόνια το ’90-’95. Ξεπερνάμε αυτό το σοκ, όχι ότι είμαστε …σε διακοπές αλλά οι πιο δύσκολες εποχές πέρασαν και αρχίζουμε να επανακτούμε δυνάμεις στην οικονομία. Είναι αλήθεια – και χωρίς καμία διάθεση έπαρσης – ότι λίγες χώρες στον κόσμο μπορούν να το καταφέρουν αυτό.

– Αυτό άλλωστε είναι η πιο μεγάλη επιτυχία του κουβανικού λαού, ότι διατηρεί το σοσιαλισμό.

– Ετσι είναι. Αυτό είναι αποτέλεσμα της πάλης του λαού. Οχι όμως γενικά και αόριστα, αλλά κάτω από τη συγκεκριμένη καθοδήγηση και ηγεσία και τη συγκεκριμένη οργάνωση της κοινωνίας. Δεν μπορώ να πω ότι έχω δει παρόμοια περίπτωση στον κόσμο. Μιλάμε για μια χώρα που δε λάμβανε οικονομική βοήθεια από πουθενά, με ένα εγκληματικό εμπάργκο από την πιο μεγάλη δύναμη του πλανήτη, με την εξάλειψη του σοσιαλιστικού συστήματος και με πολύ χαμηλές διεθνείς τιμές στα προϊόντα της. Επίσης, πρέπει να υπολογίσουμε το κόστος για την εξασφάλιση της άμυνας της χώρας και τη διατήρηση των κοινωνικών κατακτήσεων.

Παρούσα η σκέψη του Τσε

– Εχετε μελετήσει σίγουρα τα έργα του πατέρα σας, τη σκέψη του για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Πιστεύετε ότι οι ιδέες του βρίσκουν εφαρμογή στην Κούβα;

– Νομίζω ότι οι ιδέες του Τσε είναι παρούσες. Ο Τσε δεν είναι βέβαια το άπαν. Ο Τσε πήρε τις αξίες που υπήρχαν μέχρι την εποχή του, τα θετικά του ανθρώπινου πολιτισμού και με τη δημιουργική του εργασία τις εμπλούτισε με έναν τρόπο αυθεντικό. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα είναι επίκαιρος και έχει σημασία για πολύ κόσμο. Βεβαίως, ο Τσε δεν ήταν μόνος του. Ανήκε σε μια μεγάλη ομάδα επαναστατών, ήταν μέλος ενός κινήματος, αργότερα του Κομμουνιστικού Κόμματος στα πλαίσια της Κουβανικής Επανάστασης και εμπνεόταν από τα ιδανικά μιας μεγάλης ομάδας σε όλο τον κόσμο που ήταν η πρωτοπορία της εποχής της, η οποία βρέθηκε στην εξουσία και έκανε πράξη τις ιδέες της.

Γι’ αυτό βλέπεις ότι η Κούβα, παρόλο που είναι μια φτωχή χώρα, μπορεί να στέλνει χιλιάδες γιατρούς σε κάθε γωνιά του πλανήτη σε όποιο λαό τους έχει ανάγκη. Αυτό σου δείχνει ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης και δράσης, που εκφράζει ένα βαθύ ανθρωπισμό. Ετσι όπως πρέπει να είναι ο κόσμος. Αν εσύ έχεις πρόβλημα εγώ σου δίνω τη βοήθειά μου.

Οι ρίζες αυτής της σκέψης πηγάζουν απ’ ό,τι πιο θετικό έχει δώσει η ανθρωπότητα. Και πιστεύω ότι για να είναι κάποιος κομμουνιστής πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι βαθιά άνθρωπος. Και σε αυτό ο Τσε ήταν σημείο αναφοράς, ένα παράδειγμα. Ηταν ένας με όλη τη σημασία άνθρωπος. Ταγμένος σε μια υπόθεση που στην ουσία είναι βασική για να διατηρηθεί το είδος μας, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα εξαφανιστεί.

Το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα»

– Πείτε μας δυο λόγια για το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα», όπου βρίσκεστε. Ποιος ο σκοπός και το έργο του;

– Το Κέντρο ιδρύθηκε το 1984, ως προσωπικό αρχείο του Τσε στο σπίτι που έζησε στην Αβάνα, στο Νουέβο Βεδάδο. Ετσι, ξεκίνησε μια, θα έλεγα, ανώνυμη δουλιά, η ταξινόμηση και η συστηματοποίηση από επιστήμονες ώστε κάποια στιγμή να μπορέσουμε να εκθέσουμε αυτό το έργο, έχοντας και τη στήριξη της κουβανικής πολιτείας. Μπορούμε να πούμε ότι το Κέντρο έχει δύο κεντρικές κατευθύνσεις. Μια ακαδημαϊκή, που σημαίνει τη μελέτη των έργων, της σκέψης, της δράσης και της ζωής του Τσε. Να εμβαθύνουμε στη μελέτη και να προχωρήσουμε στην έκδοση των ανέκδοτων έργων του. Θέλουμε να εκδοθεί αυθεντικά ο Τσε με δικά του κείμενα και μετά θα έρθουν οι αναφορές και οι αναλύσεις για το έργο του. Θέλουμε να εκδώσουμε όλο του το έργο. Μέσα σε αυτή τη δουλιά υπάρχει μια σημαντική πλευρά, αυτή της διάδοσης του έργου του. Μελετάς το έργο, εμβαθύνεις σε αυτό, το εκδίδεις, αλλά πρέπει και να το διαδώσεις. Ετσι, κάνουμε ντοκιμαντέρ, ψηφιακά προγράμματα στο Ιντερνετ και άλλες εκδόσεις για πιο νέους ανθρώπους, αδιαμόρφωτους, όπως περιοδικά που μπορούν να προσεγγίσουν πιο κατανοητά τον Τσε.

Δεύτερη κατεύθυνση της δουλιάς μας είναι να γίνει το Κέντρο και κέντρο προβολής πολιτισμού, ώστε να αναδειχτούν οι ανθρώπινες αξίες. Εχουμε φτιάξει κοινότητες επικοινωνίας κυρίως με νέους αλλά και παιδιά. Θέλουμε όχι μόνο να επηρεάζει το Κέντρο αλλά και το κοινό μας με βάση τα ενδιαφέροντά του, ώστε να εμβαθύνουμε στις ανθρώπινες αξίες.

– Υπάρχει ενδιαφέρον από τη νεολαία;

– Υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον. Ηδη έχουμε εκδώσει κάποια έργα και επίσης πραγματοποιούμε εκδηλώσεις και άλλες δραστηριότητες. Πρόσφατα γυρίστηκε η ταινία «Το ημερολόγιο της Μοτοσικλέτας», του Βραζιλιάνου σκηνοθέτη Βάλτερ Σάλας. Επίσης, έχουμε εκδώσει το «Ημερολόγιο του Κονγκό», «Το δεύτερο ταξίδι στη Λατινική Αμερική» και πρόκειται να εκδώσουμε το βιβλίο «Η οικονομική σκέψη του Τσε» και σειρά από ανέκδοτα κείμενα. Μιλάμε επίσης γι’ αυτά που ονομάζουμε τα «Φιλοσοφικά του τετράδια», κείμενα που έγραψε από τα 17 του χρόνια μέχρι τη Βολιβία. Εκεί βλέπουμε και την ωρίμανση, τη διανοητική εξέλιξη της σκέψης του Τσε, που είναι μια καλή απεικόνιση του διανοητικού δρόμου που ακολούθησε. Και βέβαια αυτή την εργασία δεν μπορούμε να την εκδώσουμε ανεπεξέργαστη, γιατί αυτό μπορεί να μπερδέψει τον αναγνώστη για την πορεία εξέλιξης του Τσε. Γι’ αυτό χρειάζεται να κάνουμε μια μελετητική δουλιά με φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και άλλους επιστήμονες. Επίσης, πρέπει να γίνει κατανοητή η πολιτιστική εξέλιξή του για να κατανοηθεί η οικονομική του σκέψη. Ο Τσε ήταν ένας άνθρωπος που ενώ εργαζόταν ως υπουργός Βιομηχανίας μελετούσε ακατάπαυστα. Σπούδασε λογιστικά, οικονομικές επιστήμες, μαθηματικά και έφτασε σε πολύ υψηλό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Βιομηχανίας. Μελετούσε πάντα, παντού και τα πάντα. Ολα αυτά εξηγούν γιατί η σκέψη του είναι βαθιά. Εφτανε στην ουσία των πραγμάτων.

– Ας πάμε σε κάτι άλλο. Η εικόνα του Τσε έχει αρκετά εμπορευματοποιηθεί. Τη βλέπουμε στις φανέλες, στα μπουκάλια, σε άλλα προϊόντα. Χρησιμοποιείται και σαν άλλοθι για να κρύβεται αυτό που ο Τσε ήταν. Αγιοποιούν τον Τσε για να τον ακυρώσουν; Το σύστημα τον χρησιμοποιεί; Τι λέτε γι’ αυτό;

– Κοιτάξτε, το Κέντρο έχει ως βασική λειτουργία να διαδώσει τη σκέψη του Τσε. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο με μια κίνηση. Χρειάζεται χρόνος και δουλιά για να αλλάξουν τα πράγματα. Το πιο σημαντικό στον Τσε, κατά τη γνώμη μας, είναι η σκέψη του. Γι’ αυτό, πρώτον, πρέπει να εκδώσουμε αυτό το έργο, να βοηθήσουμε τον κόσμο να το καταλάβει. Μετά να συνδυάσουμε την εικόνα του. Δεν μπορούμε να πούμε στον κόσμο να μη βλέπει την εικόνα του. Αυτός εξάλλου είναι ο Τσε, μαζί του είναι και η ιστορία του. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «μύθος» και μόνο, είναι για να τον σκοτώσουν για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά τελικά. Εμείς έχουμε σχεδιασμένη μια στρατηγική. Το πρώτο είναι η σκέψη του Τσε. Αν κάποιος θέλει να τον έχει στην μπλούζα του ή στο ποτήρι του, στο δίσκο του, ωραία, εμείς θέλουμε να του πούμε τι είναι αυτό που συμβολίζει.

Ενας αγωνιστής λαός με ιστορία

– Μια τελευταία ερώτηση που ενδιαφέρει κάθε άνθρωπο ο οποίος έχει ανησυχίες και βλέπει την τιτάνια προσπάθεια που κάνει ο κουβανικός λαός. Τι είναι αυτό που τον κάνει να στέκεται όρθιος παρά τις τεράστιες δυσκολίες;

– Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει λόγω της ιστορίας που είχε αυτός ο λαός. Πάντα αντιστεκόταν ενάντια σε ισχυρούς εχθρούς. Μια μικρή χώρα που έχει περάσει από μεγάλους αγώνες. Η δική μας ιστορία είναι πολύ νέα. Το έθνος μας είναι πολύ νέο και έχει πολλούς νέους ανθρώπους. Με τη νίκη της επανάστασης ήμασταν 6 εκατομμύρια, σήμερα είμαστε 11 εκατομμύρια. Πάντα ήμασταν αγωνιστικός λαός. Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ενάντια στην Ισπανία διάρκεσε 30 χρόνια, με ελάχιστα τεχνικά μέσα, με τα σπαθιά απέναντι σε κανόνια, και ήταν νικηφόρος για τους Κουβανούς. Μετά ήρθαν οι γιάνκηδες. Αυτό δίνει ένα περίγραμμα για το τι έκανε αυτός ο λαός. Είναι μια μείξη φυλών και πολιτισμών, ένας κόσμος σε ένα νησί. Και στο τέλος τέλος όλα όσα μας έκαναν οι εχθροί, οδήγησαν στο να ωριμάσει ο λαός και να διαμορφωθεί πάνω στις αξίες της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας. Και μπορώ να πω, κάνοντας και λίγο χιούμορ, ευτυχώς ή δυστυχώς, οι ΗΠΑ είναι λίγο έξυπνες όλα αυτά τα χρόνια, και αυτό μας υποχρεώνει να παλεύουμε συνεχώς.

Επίσης, αν δεν είχε ο σοσιαλισμός τη στήριξη του κόσμου και της νεολαίας, που είναι το μισό του πληθυσμού και βέβαια γεννήθηκε μετά την επανάσταση, δε θα μπορούσε να επιβιώσει σε απόσταση 90 μίλια από τις ΗΠΑ. Ο κόσμος κάνει αυτό που αισθάνεται και είναι ψέμα ότι οι μεγάλες διαδηλώσεις που διοργανώνουμε συχνά στο νησί είναι γιατί μας υποχρεώνουν. Φυσικά, τίποτα δεν είναι τέλειο, αλλά αυτή η κινητοποίηση του κόσμου δείχνει πολλά πράγματα. Είμαστε μια χώρα με σημαντικό πολιτισμό, εν πολλοίς ομοιογενή, και έχουμε έναν εχθρό που μας κάνει καθημερινά να συνειδητοποιούμε ότι απειλούμαστε. Ολα αυτά κάνουν τον κόσμο να είναι σε συνεχή επαγρύπνηση.

Αναδημοσίευση από το «Ριζοσπάστη», 12 Φλεβάρη 2006.

Ο Τσε στη Βόρειο Κορέα / Che Guevara in North Korea (DPRK)

Στιγμιότυπα από δύο επισκέψεις του Τσε Γκεβάρα στην Πιονγιάνκ της Βόρειας Κορέας. Στην πρώτη φωτογραφία (το 1960) ο Τσε δοκιμάζει τις χορευτικές του ικανότητες σε παραδοσιακό βορειοκορεάτικο χορό ενώ στη δεύτερη (1964 ή 1965) συνομιλεί με τον πρόεδρο Κιμ Ιλ-Σούνγκ.

Τηλεοπτικό απόσπασμα της επίσκεψης του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην Πιονγιάνγκ της Βόρειας Κορέας το Δεκέμβρη του 1960. Όντας πρέσβης καλής θελήσεως της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας ο Τσε συναντήθηκε με τον πρόεδρο της χώρας Κιμ Ιλ-Σούνγκ.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία

Της Helen Yaffe*.

Τον Ιανουάριο του 1962 ο Γκεβάρα είπε στους συναδέλφους του στο Υπουργείο Βιομηχανιών της Κούβας (ΥΒ): «Σε καμία περίπτωση δεν λέω ότι η οικονομική αυτονομία μιας επιχείρησης με ηθικά κίνητρα, όπως διαπιστώνεται στις σοσιαλιστικές χώρες, είναι μια φόρμουλα που θα εμποδίσει την πρόοδο προς το σοσιαλισμό». Αναφερόταν στο σύστημα οικονομικής διαχείρισης που εφαρμοζόταν στο Σοβιετικό μπλοκ, γνωστό στην Κούβα, ως Σύστημα Auto-χρηματοδότησης (AFS). Μέχρι το 1966, στην κριτική του απέναντι στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας, συμπεραίνει ότι η ΕΣΣΔ «επιστρέφει στον καπιταλισμό». Το κείμενο αυτό θα αποδείξει ότι η ανάλυση του Γκεβάρα εξελίχτηκε στην περίοδο μεταξύ των δύο αυτών δηλώσεων, ως αποτέλεσμα τριών ερευνητικών κατευθύνσεων: τη μελέτη της ανάλυσης του Μαρξ για το καπιταλιστικό σύστημα, την εμπλοκή σε συζητήσεις περί σοσιαλιστικής πολιτικής οικονομίας και την αναφορά στις τεχνολογικές προόδους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Την ίδια εποχή ο Γκεβάρα ασχολιόταν με την πρακτική εμπειρία από την ανάπτυξη του Συστήματος Χρηματοδότησης του Προϋπολογισμού (BFS) – ένα εναλλακτικό εργαλείο για την οικονομική διαχείριση του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Ο Γκεβάρα ήταν επικεφαλής του Τμήματος Βιομηχανοποίησης και πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας το 1960, όταν όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας εθνικοποιήθηκαν. Το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού (BFS) εμφανίστηκε σαν μια πρακτική λύση στα προβλήματα που προέκυψαν από τη μετάβαση από την ιδιωτική στην κρατική ιδιοκτησία της βιομηχανικής παραγωγής. Η Κούβα είχε μια μη ισορροπημένη, στηριζόμενη στο εμπόριο οικονομία κυριαρχούμενη από ξένα συμφέροντα, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι παραγωγικές μονάδες που πέρασαν στη δικαιοδοσία του Τμήματος εκτείνονταν από εργαστήρια τεχνιτών μέχρι εξελιγμένες μονάδες παραγωγής ενέργειας. Πολλές αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο χρεοκοπίας ενώ άλλες ήταν πολύ κερδοφόρες. Η λύση του Γκεβάρα είχε δυο σκέλη: πρώτον, να ομαδοποιηθούν επιχειρήσεις με παραπλήσιες γραμμές παραγωγής σε κεντρικά διοικητικά όργανα που θα ονομάζονταν Ενοποιημένες Επιχειρήσεις. Αυτό επέτρεπε στο Τμήμα να ελέγχει την κατανομή του ολιγάριθμου διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, μετά την αποχώρηση του 65-75% των μάνατζερς, τεχνικών και μηχανικών μετά το 1959 – και, δεύτερον, για να συγκεντρώσει τα οικονομικά όλων των παραγωγικών μονάδων σε έναν τραπεζικό λογαριασμό (ενιαίο ταμείο) για την πληρωμή των μισθών, για τον έλεγχο των επενδύσεων και τη διατήρηση της παραγωγής σε βασικές βιομηχανίες που δεν είχαν χρηματικούς πόρους. Με την ίδρυση του Υπουργείου Βιομηχανίας το Φλεβάρη του 1961 το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού εξελίχτηκε σε ένα συγκεντρωτικό όργανο που ενσωμάτωνε τρεις οργανωτικές δομές σε ένα μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο, ώστε να προωθήσει την εκβιομηχάνιση της Κούβας, να αυξήσει την παραγωγικότητα και να θεσμοθετήσει την συλλογική διαχείριση.

Προηγμένη τεχνολογία

Ο Γκεβάρα δημιούργησε το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού με συντρόφους που κατανοούσαν τις εσωτερικές λογιστικές πρακτικές, τη διοικητική συγκεντροποίηση και την παραγωγική συγκέντρωση των αμερικάνικων επιχειρήσεων και των θυγατρικών τους στην Κούβα. Ο Γκεβάρα εξέτασε τα επίσημα έγγραφα αυτών των εταιριών καθώς περιήλθαν σε κρατικά χέρια. Ήταν εντυπωσιασμένος με τις διοικητικές τους δομές, τη χρήση κεντρικών τραπεζικών λογαριασμών και προϋπολογισμών, των συγκεκριμενοποιημένων επιπέδων ευθύνης και λήψης αποφάσεων, καθώς και των τμημάτων οργάνωσης και ελέγχου. Είπε τους συναδέλφους του ότι το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού είχε ένα λογιστικό σύστημα παρόμοιο με το σύστημα των, προ του 1959, μονοπωλίων που λειτουργούσαν στην Κούβα, με τα αποδοτικά συστήματα ελέγχου τους: «Δεν είναι σημαντικό ποιός επινόησε το σύστημα. Το λογιστικό σύστημα που εφαρμόζουν στην Σοβιετική Ένωση εφευρέθηκε επίσης επί καπιταλισμού».

Ο Γκεβάρα ταξίδεψε για πρώτη φορά στην ΕΣΣΔ το 1960. Ο βοηθός του Ορλάντο Μπορέγκο θυμάται ότι επισκέφτηκαν ένα εργοστάσιο ηλεκτρονικών που έκανε υπολογισμούς με τον άβακα. Έχοντας μελετήσει την αμερικανικής ιδιοκτησίας Ηλεκτρική Εταιρία της Κούβας, την Shell, την Texaco και άλλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν τους τελευταίας τεχνολογίας υπολογιστές της IBM, ο Γκεβάρα έμεινε έκπληκτος από την οπισθοδρομικότητα των σοβιετικών τεχνικών. Πίστευε ότι οι πρόοδοι της ανθρωπότητας θα πρέπει να υιοθετούνται χωρίς το φόβο της ιδεολογικής μόλυνσης.

Με την επιβολή του αποκλεισμού των ΗΠΑ, η Κούβα αναγκάστηκε να αγοράσει εργοστάσια από τις σοσιαλιστικές χώρες, ιδίως της ΕΣΣΔ. Η βοήθεια αυτή ήταν απαραίτητη, όμως η σχετική παλαιότητα του εξοπλισμού συγκρούστηκε με την επιθυμία του Γκεβάρα για μετάβαση σε προηγμένη τεχνολογία. Δεν επέκρινε τους Σοβιετικούς για την καθυστέρηση αυτή καθεαυτή. Αντίθετα, παραπονέθηκε για την αντίφαση ανάμεσα στο υψηλό επίπεδο της έρευνας και ανάπτυξης στη στρατιωτική τεχνολογία και το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων για μη-στρατιωτική παραγωγή. Έφερε αντιρρήσεις για την ιδεολογική τους αντίσταση στις σχετικές προόδους που γίνονταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Αυτό αποτέλεσε ένα δαπανηρό λάθος από την άποψη ανάπτυξης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Για παράδειγμα: «Για καιρό η επιστήμη των συστημάτων (αυτοματοποίηση) θεωρούταν αντιδραστική επιστήμη ή ψευδο-επιστήμη … [αλλά] είναι ένας κλάδος της επιστήμης που υπάρχει και πρέπει να χρησιμοποιείται». Πρόσθεσε ότι στις ΗΠΑ η εφαρμογή της επιστήμης των συστημάτων στη βιομηχανία είχε σαν αποτέλεσμα τον αυτοματισμό – μια σημαντική παραγωγική ανάπτυξη.

Η θεμελίωση ενός συστήματος διαχείρισης βασισμένο στην καπιταλιστική τεχνολογία για την μετάβαση στο σοσιαλισμό ήταν συμβατό με τα στάδια θεωρία του Μαρξ για την ιστορία, η οποία προέβλεπε ότι ο κομμουνισμός θα αναδυόταν από τον πλήρως αναπτυγμένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο Μαρξ έδειξε πως η τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου, δηλαδή προς το μονοπώλιο, ήταν έμφυτη στο σύστημα. Ως εκ τούτου, η μονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού ήταν πιο προχωρημένη από τον «τέλειο ανταγωνισμό». Το σοβιετικό σύστημα προήλθε από έναν κυρίως υπανάπτυκτο, προ-μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα διαχείρισης που θα προέκυπτε από το μονοπωλιακοό καπιταλισμό θα μπορούσε να είναι πιο προηγμένο, αποτελεσματικό και παραγωγικό. Η προέλευση του ΣΧΠ ήταν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις της προ του 1959 Κούβας και επομένως ήταν πιο προοδευτικό από το ΑΧΣ το οποίο είχε από τον προ-μονοπωλιακό Ρωσικό καπιταλισμό.

Κριτική στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας

Τον Απρίλιο του 1965, ο Γκεβάρα έφυγε από την Κούβα επικεφαλής μιας κουβανέζικης στρατιωτικής αποστολής στο Κονγκό. Οι αντάρτες ηττήθηκαν και ο Γκεβάρα έμεινε στην Τανζανία και τη Δημοκρατία τη Τσεχίας μεταξύ 1965 και 1966, όπου άρχισε την εργασία για μια ολοκληρωμένη ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της Σοσιαλιστικής μετάβασης. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το έργο αυτό, ο Γκεβάρα κράτησε σημειώσεις πάνω στο Σοβιετικό εγχειρίδιο, εφαρμόζοντας θεωρητικά επιχειρήματα του ανέπτυξε στην μεγάλη συζήτηση για το κείμενο αυτό. Οι σημειώσεις αυτές δεν γράφτηκαν προκειμένου να δημοσιευθούν, ούτε υπάρχουν ως κείμενο. Ήταν σχόλια που αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες παραγράφους του Εγχειριδίου. Σημειώσεις για τον εαυτό του, συμπεριλαμβανομένων των ενδείξεων των τομέων για περαιτέρω μελέτη.

Ο Γκεβάρα επέκρινε τη μηχανιστική προσέγγιση του Εγχειριδίου πάνω στις κλασσικές μαρξιστικές αντιλήψεις για τις ταξικές σχέσεις ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση του ιμπεριαλισμού ο οποίος δημιούργησε μια προνομιούχα εργατική τάξη στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, καθώς και τους προνομιούχους τομείς (παραγωγής) στα εκμεταλλευόμενα κράτη. Απέρριψε σαν οπορτουνισμό τις προσπάθειες του Εγχειριδίου να ξεπεράσει την εγγενή βία της ταξικής πάλης στη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Όσον αφορά την περίοδο της μετάβασης, ο Γκεβάρα υποστήριξε ότι το συλλογικό σύστημα των «κολχόζ» (συνεταιριστικών αγροκτημάτων) της ΕΣΣΔ δεν ήταν χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού και ότι οι συνεταιρισμοί δεν ήταν μια σοσιαλιστική μορφή ιδιοκτησίας – δημιούργησαν ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα το οποίο συγκρούστηκε με την κρατική ιδιοκτησία και τις σοσιαλιστικές κοινωνικές σχέσεις επιβάλλοντας τη δική τους λογική πάνω στην κοινωνία. Ο Γκεβάρα αντέκρουε συστηματικά τους λεγόμενους νόμους του Σοσιαλισμού που αναφέρονται στο Εγχειρίδιο, ιδιαίτερα το νόμο της διαρκούς αύξησης της εργατικής παραγωγικότητας – το οποίο οργισμένος αποκαλούσε ότι: «Είναι η τάση που έχει οδηγεί τον καπιταλισμό για αιώνες». Καταδίκασε ως «επικίνδυνη» τη σοβιετική πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης και της οικονομικής άμιλλας με τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και επισήμαινε τις σοβαρές διαφωνίες ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, κατηγορώντας τες για άνισες ανταλλαγές και την επιβολή των καπιταλιστικών κατηγοριών στις εμπορικές σχέσεις.

Ταυτόχρονα με τον σεβασμό, το θαυμασμό και τα επαναστατικά κίνητρα, ο Γκεβάρα ανακοίνωσε ότι ο Λένιν ήταν ο τελικός ένοχος επειδή η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), η οποία είχε αναγκαστεί να εισαγάγει το 1921 επέβαλε ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα στην ΕΣΣΔ. Η ΝΕΠ δεν εφαρμόστηκε ενάντια στη μικρή εμπορευματική παραγωγή, δήλωσε ο Γκεβάρα, αλλά κατ ‘απαίτηση αυτής. Η μικρή εμπορευματική παραγωγή περιέχει τα σπέρματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ήταν σίγουρος ότι ο Λένιν θα είχε αντιστρέψει (αλλάξει) τη ΝΕΠ εάν ζούσε περισσότερο. Ωστόσο, οι οπαδοί του Λένιν «δεν είδαν τον κίνδυνο κι έτσι παρέμεινε σαν ο Δούρειος Ίππος του σοσιαλισμού, το άμεσο υλικό κίνητρο ως ένας οικονομικός μοχλός». Αυτό το καπιταλιστικό εποικοδόμημα περιχαρακώθηκε, επηρεάζοντας τις παραγωγικές σχέσεις και δημιουργώντας ένα υβριδικό σύστημα σοσιαλισμού με καπιταλιστικά στοιχεία που αναπόφευκτα προκάλεσε συγκρούσεις και αντιθέσεις οι οποίες όλο και περισσότερο επιλύονταν προς όφελος του εποικοδομήματος – ο καπιταλισμός επέστρεφε στο σοβιετικό μπλοκ.

Οι σημειώσεις του Γκεβάρα προσφέρουν μια ξεκάθαρη κριτική της σοβιετικής πολιτικής οικονομίας. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι μερικοί ενδέχετο να παρερμηνεύσουν το έργο του γιά ακραίο αντικομμουνισμό που μεταμφιέζεται ως θεωρητικό επιχείρημα, αλλά υποστήριξε ότι η αδυναμία της αστικής οικονομίας να ασκήσει κριτική στον εαυτό της, όπως ανέδειξε ο Μαρξ στην αρχή του «Κεφαλαίου», παρατηρήθηκε στον σύγχρονο μαρξισμό. Αφιέρωσε τη δουλειά του αυτή στους κουβανούς φοιτητές που περνούν από την επώδυνη διαδικασία της εκμάθησης «αιώνιων αλήθειών» στα ανατολικοευρωπαϊκά εγχειρίδια. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: Η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει πολλές εκπλήξεις (σοκ) μέχρι την τελική απελευθέρωση, αλλά δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί χωρίς ριζική αλλαγή στην στρατηγική των πρώτων σημαντικότερων σοσιαλιστικών δυνάμεων.

Συμπέρασμα

Αυτή η εργασία συνόψισε την ανάλυση που οδήγησε το Γκεβάρα να προειδοποιήσει για την κατάρρευση του Σοσιαλισμού στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Έκανε μια σημαντική συνεισφορά τόσο στη θεωρία και την πράξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ήλπιζε να πείσει τις σοσιαλιστικές χώρες να αντικαταστήσουν σταδιακά τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς κατά τη διάρκεια της μετάβασης και πρόσφερε εναλλακτικές πολιτικές προς στην κατεύθυνση αυτή. Οι προειδοποιήσεις του δεν εισακούστηκαν και, για τους λόγους που ο Γκεβάρα προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ο καπιταλισμός επανήλθε σε όλες αυτές τις χώρες. Στην Κούβα, η ανάλυση του ήταν επανεξετάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 κατά την περίοδο της λεγόμενης Διόρθωσης (Rectification), όταν η χώρα απομακρύνθηκε από το σοβιετικό μοντέλο προτού αυτό καταρρεύσει, βοηθώντας έτσι στην επιβίωση του σοσιαλισμού στην Κούβα.

(Μετάφραση – Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)

* Η Dr. Helen Yaffe είναι αρθρογράφος και ερευνήτρια Οικονομικής Θεωρίας στο Ινστιτούτο Αμερικανικών Σπουδών του University College London. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου «Che Guevara: The Economics of Revolution» (Palgave McMilan, 2007)», απόσπασμα του οποίου είναι το παρόν κείμενο.

Ομιλία του Τσε σε φοιτητές της Ιατρικής Σχολής

Η παρακάτω ιστορική ομιλία εκφωνήθηκε από τον Τσε σε κουβανούς φοιτητές της Ιατρικής, στις 20 Αυγούστου 1960.

Όλοι σχεδόν ξέρετε ότι ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως γιατρός πριν από αρκετά χρόνια. Όταν ξεκίνησα, όταν άρχισα να σπουδάζω ιατρική, οι περισσότερες από τις ιδέες που έχω σήμερα ως επαναστάτης απουσίαζαν από το οπλοστάσιο των ιδανικών μου. Ήθελα να πετύχω, όπως θέλουν όλοι. Το όνειρο μου ήταν να γίνω διάσημος ερευνητής. Το όνειρο μου ήταν να δουλεύω ακούραστα για να πετύχω κάτι που θα μπορούσε πραγματικά να τεθεί στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, αλλά, την ίδια στιγμή, θα αποτελούσε κι έναν προσωπικό θρίαμβο. Ήμουν, όπως όλοι μας, ένα παιδί του περιβάλλοντος μου. Μέσα από κάποιες ειδικές περιστάσεις, ίσως και εξαιτίας του χαρακτήρα μου επίσης, αφού πήρα το  πτυχίο μου, άρχισα να ταξιδεύω στη Λατινική Αμερική και τη γνώρισα πολύ καλά. Με εξαίρεση την Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία, επισκέφτηκα -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- όλες τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Έτσι όπως ταξίδευα, πρώτα ως φοιτητής και ύστερα ως γιατρός, άρχισα να έρχομαι σε στενή επαφή με τη φτώχεια, την πείνα, τις αρρώστιες, την αδυναμία να θεραπευτεί ένα παιδί από έλλειψη μέσων, με το μούδιασμα που προκαλούν η πείνα και οι τιμωρίες, ώσπου φτάνουμε σ’ ένα σημείο που φαντάζει ασήμαντο γεγονός να χάνει ένας γονιός το παιδί του, όπως συχνά συμβαίνει στις σκληρά δοκιμαζόμενες κοινωνικές τάξεις στην πατρίδα μας, τη Λατινική Αμερική. Κι άρχισα να βλέπω ότι υπήρχε κάτι που μου φαινόταν τότε σχεδόν εξίσου σημαντικό με την καριέρα μου ή με τη συμβολή μου στην ιατρική επιστήμη, και αυτό ήταν να βοηθήσω εκείνουςτους ανθρώπους.

Εξακολούθησα όμως να είμαι, όπως όλοι μας εξακολουθούμε να είμαστε, ένα παιδί τουπεριβάλλοντος μου και ήθελα να βοηθήσω εκείνους τους ανθρώπους με τις προσωπικές μου προσπάθειες. Είχα ήδη ταξιδέψει πολύ – βρισκόμουν τότε στη Γουατεμάλα, στη Γουατεμάλα του [δημοκρατικά εκλεγμένου Γιάκομπο] Άρμπενς – και είχα αρχίσει να κρατάω κάποιες σημειώσεις γιατη συμπεριφορά ενός επαναστάτη γιατρού. Άρχισα να εξετάζω τι χρειαζόμουν για να γίνω έναςεπαναστάτης γιατρός. Η επίθεση εξαπολύθηκε, ωστόσο: το πραξικόπημα [του 1954] οργανώθηκε από τη Γιουνάιτεντ Φρουιτ Κόμπανι, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, τον [διευθυντή της CIA] Φόστερ Ντάλες-στην πραγματικότητα, ήταν όλοι τους ένα και το αυτό – και το ανδρείκελο Καστίγιο Άρμας [με τον οποίο αντικατέστησαν τον Άρμπενς]. Η επίθεση ήταν πετυχημένη, δεδομένου ότι ο λαός δεν είχεφτάσει ακόμα στο επίπεδο ωριμότητας που έχει σήμερα ο λαός της Κούβας. Και μια ωραία μέρα εγώ,όπως πολλοί άλλοι, πήρα το δρόμο της εξορίας, ή πάντως το δρόμο της φυγής από τη Γουατεμάλα, αφού δεν ήταν αυτή η πατρίδα μου. Τότε συνειδητοποίησα κάτι βασικό: για να γίνω επαναστάτης γιατρός ή απλώς επαναστάτης, έπρεπε πρώτα να υπάρξει επανάσταση. Η μεμονωμένη προσπάθεια, η προσωπική προσπάθεια, η καθαρότητατων ιδανικών, η επιθυμία για θυσία μιας ολόκληρης ζωής στο πιο ευγενικό ιδανικό δε σημαίνουν τίποτα αν αυτή η προσπάθεια γίνεται μεμονωμένα, απόμερα, σε μια γωνιά της Λατινικής Αμερικής, απέναντι σε εχθρικές κυβερνήσεις και κοινωνικές συνθήκες που δεν επιτρέπουν την πρόοδο. Η επανάσταση έχει ανάγκη αυτό που γίνεται στην Κούβα: την κινητοποίηση ενός ολόκληρου λαού, που έχει μάθει να χρησιμοποιεί τα όπλα και να είναι ενωμένος στη μάχη, που ξέρει τι αξία έχει ένα όπλο και τι αξία έχει η ενότητα του λαού. Ερχόμαστε λοιπόν στην καρδιά του προβλήματος που έχουμε σήμερα μπροστά μας. Έχουμε ήδη το δικαίωμα και την υποχρέωση ακόμα να είμαστε, πρώτα απ’ όλα, επαναστάτες γιατροί, δηλαδή άτομα που θέτουν τις τεχνικές γνώσεις του επαγγέλματος τους στην υπηρεσία της επανάστασης και του λαού.

Επιστρέφουμε τώρα στα αρχικά ερωτήματα: Πώς δουλεύει κανείς αποτελεσματικά για την κοινωνική ευημερία; Πώς συμβιβάζει κανείς την ατομική προσπάθεια με τις ανάγκες της κοινωνίας; Πρέπει να ξαναφέρουμε στο νου μας πώς ήταν η ζωή του καθενός από εμάς, τι έκανε και τι πίστευε καθένας από εμάς, ως γιατρός ή λειτουργός της δημόσιας υγείας από άλλη θέση, πριν από την επανάσταση. Πρέπει να το κάνουμε με βαθύ κριτικό ενθουσιασμό. Θα συμπεράνουμε τότε ότι σχεδόν όλα όσα πιστεύαμε και νιώθαμε εκείνη την παλιά εποχή πρέπει να παραμεριστούν και ότι ένας νέοςτύπος ανθρώπου πρέπει να δημιουργηθεί. Αν ο καθένας από εμάς γίνει ο αρχιτέκτονας αυτού του νέου τύπου ανθρώπου για τον εαυτό του, τότε η δημιουργία αυτού του νέου τύπου ανθρώπου που θα αντιπροσωπεύει τη νέα Κούβα θα είναι πολύ ευκολότερη.

Είναι καλό για σας – τους παρόντες, τους κατοίκους της Αβάνας – να βάλετε καλά στο μυαλό σας αυτήν την ιδέα: ότι στην Κούβα γεννιέται ένας νέος τύπος ανθρώπου, που δεν μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως στην πρωτεύουσα, αλλά μπορεί κανείς να τον δει σε κάθε άλλη γωνιά της χώρας. Όσοι από εσάς πήγατε στη Σιέρρα Μαέστρα στις 26 Ιουλίου θα είδατε κάτι πολύ σημαντικό… Θα είδατε παιδιά που από το ανάστημα τους φαίνονται οχτώ ή εννιά χρονών, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι σχεδόν όλα δεκατριών ή δεκατεσσάρων. Είναι τα γνήσια τέκνα της Σιέρρα Μαέστρα, τα γνήσια παιδιά της πείνας και της φτώχειας σε όλες τις μορφές της. Είναι τα πλάσματα του υποσιτισμού. Στη μικρή μας Κούβα, με τα τέσσερα ή πέντε τηλεοπτικά κανάλια, με τους εκατοντάδες ραδιοφωνικούς σταθμούς, με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, όταν ένα βράδυ εκείνα τα παιδιά έφτασαν στο σχολείο και είδαν για πρώτη φορά ηλεκτρικό φως, αναφώνησαν ότι τα αστέρια ήταν πολύ χαμηλά εκείνη τη νύχτα. Εκείνα τα παιδιά, τα οποία κάποιοι από εσάς θα είδατε, σπουδάζουν τώρα στα σχολεία, από τις πρώτες τάξεις μέχρι την επαγγελματική κατάρτιση, μέχρι την πολύδύσκολη επιστήμη της επανάστασης. Αυτό είναι το νέο είδος ανθρώπων που γεννιέται στην Κούβα. Γεννιούνται σε απομονωμένους τόπους, σε απόμερες περιοχές της Σιέρα Μαέστρα και επίσης στις κολεκτίβες και στους χώρους εργασίας. Όλα αυτά συνδέονται στενά με το θέμα της σημερινής μας συζήτησης: την ενσωμάτωση στοεπαναστατικό κίνημα των γιατρών και των άλλων εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Γιατί το καθήκον της επανάστασης – το καθήκον της μόρφωσης και διατροφής των παιδιών, το καθήκον της εκπαίδευσης του στρατού, το καθήκον της διανομής της γης των παλιών απόντων γαιοκτημόνων σ’εκείνους που έχυναν τον ιδρώτα τους κάθε μέρα στην ίδια γη χωρίς να δρέπουν τους καρπούς της- είναι το σπουδαιότερο έργο κοινωνικής ιατρικής που έχει γίνει στην Κούβα.

Η μάχη κατά της αρρώστιας πρέπει να βασίζεται στην αρχή της δημιουργίας ενός γέρου σώματος, όχι μέσω της περίτεχνης εργασίας ενός γιατρού πάνω σ’ έναν αδύναμο οργανισμό, αλλά δημιουργώντας ένα γερό σώμα μέσω της δουλειάς ολόκληρου του συνόλου, ιδιαίτερα ολόκληρου του κοινωνικούσυνόλου.Μια μέρα η ιατρική θα πρέπει να γίνει μια επιστήμη που θα προλαμβάνει τις ασθένειες, που θα προσανατολίζει το κοινό προς τις ιατρικές υποχρεώσεις του και η οποία θα χρειάζεται να παρεμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσες για να πραγματοποιήσει μια χειρουργική επέμβαση ή να αντιμετωπίσει κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο στη νέα κοινωνία που δημιουργούμε… Εκείνο που απαιτείται γι’ αυτό το οργανωτικό έργο, όπως και για όλα τα επαναστατικά έργα, είναι το άτομο. Η επανάσταση δεν τυποποιεί, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, τη συλλογική βούληση, τη συλλογική πρωτοβουλία. Το αντίθετο, απελευθερώνει τις ατομικές ικανότητες των ανθρώπων. Αυτό που πράγματι κάνει η επανάσταση είναι να κατευθύνει αυτή την ικανότητα. Αποστολή μας σήμερα είναι να προσανατολίσουμε το δημιουργικό ταλέντο όλων των επαγγελματιών του τομέα της υγείας προς το έργο της κοινωνικής ιατρικής. Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής, και όχι μόνο εδώ στην Κούβα. Αντίθετα με όσα λέγονται καιπαρά τις ελπίδες κάποιων ανθρώπων, οι μορφές του καπιταλισμού που γνωρίσαμε, κάτω από τιςοποίες μεγαλώσαμε και υποφέραμε, νικιούνται σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα μονοπώλια νικιούνται. Η σοσιαλιστική επιστήμη σημειώνει κάθε μέρα νέους, σημαντικούς θριάμβους. Έχουμε την περηφάνια και το καθήκον να βρισκόμαστε στην πρωτοπορία ενός κινήματος απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική, το οποίο ξεκίνησε πριν από καιρό στις άλλες υποδουλωμένες ηπείρους της Αφρικής και της Ασίας. Αυτή η βαθιά κοινωνική αλλαγή απαιτεί επίσης πολύ βαθιές αλλαγές στη νοοτροπία των ανθρώπων.

Ο ατομικισμός ως τέτοιος, ως η μεμονωμένη δράση ενός προσώπου στο κοινωνικό περιβάλλον, πρέπει να εκλείψει στην Κούβα. Αύριο ο ατομικισμός θα πρέπει να είναι η σωστή χρησιμοποίηση όλων των ατόμων προς όφελος της κοινότητας. Αλλά, αν και όλα αυτά, όλα όσα λέω, γίνονται κατανοητά σήμερα, αν και όλοι είναι πρόθυμοι να σκεφτούν λίγο το παρόν, το παρελθόν και το πώς θα πρέπει να είναι το μέλλον, η αλλαγή του τρόπου σκέψης απαιτεί βαθιές εσωτερικές αλλαγές και συμβολή στην πραγματοποίηση βαθιών εξωτερικών αλλαγών, κυρίως κοινωνικών. Αυτές οι εξωτερικές αλλαγές πραγματοποιούνται στην Κούβα καθημερινά. Ένας τρόπος να μάθετε γι’αυτή την επανάσταση, να γνωρίζετε τις δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι, δυνάμεις που ήταν λανθάνουσες για τόσο καιρό, είναι να επισκεφτείτε όλη την Κούβα, να επισκεφτείτε τις κολεκτίβες και όλους τους χώρους δουλειάς που δημιουργούνται. Κι ένας τρόπος για να φτάσετεστην καρδιά του ιατρικού ζητήματος είναι όχι μόνο να γνωρίσετε, όχι μόνο να επισκεφτείτε αυτά ταμέρη, αλλά να γνωρίσετε και τους ανθρώπους που συνθέτουν αυτές τις κολεκτίβες και τα κέντρα εργασίας. Πηγαίνετε εκεί και μάθετε τι αρρώστιες έχουν, από τι πάσχουν, από πόση φτώχεια υπέφεραν σ’ όλη τους τη ζωή, φτώχεια που κληρονόμησαν από αιώνες καταπίεσης και απόλυτης υποταγής. Ο γιατρός, ο νοσοκόμος, θα φτάσουν τότε στην καρδιά της νέας δουλειάς τους, δηλαδή ως άτομα μέσα στις μάζες, άτομα μέσα στην κοινότητα. Ό,τι κι αν συμβαίνει στον κόσμο, μένοντας πάντα κοντά στον άρρωστο, γνωρίζοντας καλά την ψυχολογία του, εκπροσωπώντας εκείνους που έρχονται κοντά στον πόνο και τον ανακουφίζουν, ο γιατρός έχει πάντα πολύ σημαντικό έργο, ένα έργο μεγάλης ευθύνης στην κοινωνική ζωή. Πριν από λίγο καιρό, λίγους μήνες, συνέβη εδώ στην Αβάνα μια ομάδα φοιτητών που μόλις είχανπάρει το πτυχίο της ιατρικής να μη θέλουν να πάνε στην ύπαιθρο και ζητούσαν επιπλέον πληρωμή για να το κάνουν. Από την οπτική γωνία του παρελθόντος είναι περισσότερο από λογικό να συμβαίνειαυτό- έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται και το καταλαβαίνω. Θυμάμαι πως έτσι ήταν τα πράγματα, έτσι σκέφτονταν οι άνθρωποι πριν από μερικά χρόνια. Για ακόμα μια φορά είναι ο μονομάχος στην επανάσταση, ο μοναχικός πολεμιστης αυτός που θέλει να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον, καλύτερες συνθήκες, και να κερδίσει την αναγνώριση για αυτό που κάνει. Τι θα συνέβαινε όμως αν δεν ήταν αυτά τα άτομα – οι οικογένειες των οποίων στην πλειονότητα τους μπορούσαν να πληρώσουν για τις σπουδές τους – εκείνα που ολοκλήρωσαν τα μαθήματα τους και αρχίζουν τώρα να ασκούν το επάγγελμα τους; Τι θα συνέβαινε αν στη θέση τους ήταν διακόσιοι, τριακόσιοι χωρικοί αυτοί που θα ξεπρόβαλλαν – σαν από θαύμα, ας πούμε – από τις αίθουσες διαλέξεων του πανεπιστημίου; Αυτό που απλώς θα συνέβαινε είναι ότι αυτοί οι χωρικοί θα έτρεχαν αμέσως και με μεγάλο ενθουσιασμό να φροντίσουν τα αδέρφια τους. Θα ζητούσαν τις θέσεις με τη μεγαλύτερη ευθύνη και την περισσότερη δουλειά, για να δείξουν ότι τα χρόνια σπουδών δε σπαταλήθηκαν άσκοπα. Αυτό θα συμβεί σε έξι εφτά χρόνια, όταν οι νέοι φοιτητές, παιδιά της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, θα πάρουν τα πτυχία τους. Δεν πρέπει όμως να βλέπουμε το μέλλον μοιρολατρικά και να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς και σε αντεπαναστάτες. Αυτό είναι απλουστευτικό, δεν είναι αλήθεια, και τίποτα δε διαπαιδαγωγεί περισσότερο έναν έντιμο άνθρωπο από το να βιώσει τηνεπανάσταση.Κανένας από εμάς, απ’ όσους φτάσαμε πρώτοι με το Granma, εγκατασταθήκαμε στη Σιέρα Μαέστρα και μάθαμε να σεβόμαστε τον αγρότη και τον εργάτη, ζώντας μαζί τους, κανένας από εμάς δεν ήτανεργάτης ή αγρότης στο παρελθόν. Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που είχε χρειαστεί να δουλέψουν, πουείχαν γνωρίσει ορισμένες ανάγκες σαν παιδιά.

Την πείνα όμως, την αληθινή πείνα, κανείς μας δεν τηνείχε γνωρίσει και αρχίσαμε να μαθαίνουμε τι θα πει πείνα, προσωρινά, τα δύο χρόνια πάνω στη Σιέρρα Μαέστρα. Και τότε πολλά πράγματα έγιναν ξεκάθαρα… Μάθαμε ότι η ζωή ενός ανθρώπου αξίζει εκατομμύρια φορές περισσότερο απ’ όλη την περιουσία του πλουσιότερου ανθρώπου στη γη. Τομάθαμε εκεί εμείς, που δεν ήμαστε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς. Γιατί λοιπόν ναδιαλαλήσουμε τώρα ότι είμαστε οι προνομιούχοι και ότι ο υπόλοιπος λαός της Κούβας δεν μπορεί κιαυτός να μάθει; Ναι, μπορούν, να μάθουν. Σήμερα μάλιστα η επανάσταση απαιτεί να μάθουν, απαιτεί να καταλάβουν καλά ότι η περηφάνια που πηγάζει από την εξυπηρέτηση του συνανθρώπου μας είναιπολύ σημαντικότερη από ένα καλό εισόδημα· ότι η ευγνωμοσύνη των ανθρώπων είναι μονιμότερη, διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ όσο χρυσάφι μπορεί να συσσωρεύσει κάποιος. Κάθε γιατρός, στη σφαίρα της δραστηριότητας του, μπορεί και πρέπει να συγκεντρώσει αυτό τον πολύτιμο θησαυρό, την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων. Πρέπει τότε να αρχίσουμε να διαγράφουμε τις παλιές αντιλήψεις μας και να ερχόμαστε όλο και πιοκοντά στο λαό με κριτικό πνεύμα. Όχι με τον τρόπο που τον πλησιάζαμε πριν, γιατί όλοι θα πείτε: «Όχι, εγώ είμαι φίλος του λαού. Μου αρέσει να μιλάω με εργάτες και αγρότες και τις Κυριακές πηγαίνω στο τάδε μέρος για να δω τοτάδε πράγμα». Όλοι το έκαναν αυτό. Αλλά το έκαναν υπό τύπον ελεημοσύνης και αυτό που πρέπει να προωθήσουμε σήμερα είναι η αλληλεγγύη. Δεν πρέπει να πλησιάζουμε το λαό για να λέμε: «Να’ μαστε. Ερχόμαστε να σας ελεήσουμε με την παρουσία μας, να σας διδάξουμε την επιστήμη μας, να καταδείξουμε τα λάθη σας, την έλλειψη λεπτότητας και στοιχειώδους γνώσης που σας διακρίνει».

Πρέπει να τον πλησιάζουμε με ερευνητικό ζήλο και ταπεινό πνεύμα, για να μαθαίνουμε από αυτή τη μεγάλη πηγή σοφίας που είναι ο λαός. Συχνά συνειδητοποιούμε πόσο λανθασμένες ήταν κάποιες αντιλήψεις μας, οι οποίες είχαν γίνει κομμάτι του εαυτού μας και, αυτόματα, της συνείδησης μας. Κάθε τόσο έπρεπε να αλλάζουμε όλεςτις αντιλήψεις μας, όχι μόνο τις γενικές, κοινωνικές ή φιλοσοφικές αντιλήψεις, αλλά πότε πότε και τιςαντιλήψεις μας για την ιατρική. Θα δούμε ότι οι ασθένειες δε θεραπεύονται πάντα όπως θεραπεύεται μια αρρώστια στο νοσοκομείο μιας μεγάλης πόλης. Θα δούμε ότι ο γιατρός πρέπει να είναι και αγρότης, ότι πρέπει να μάθει να καλλιεργεί νέα τρόφιμα και, με το παράδειγμα του, να καλλιεργεί τηνεπιθυμία για κατανάλωση νέων τροφίμων, για διαφοροποίηση της διατροφικής δομής στην Κούβα -τόσο μικρής και τόσο φτωχής σε μια αγροτική χώρα που είναι εν δυνάμει η πλουσιότερη στη γη. Θα δούμε τότε ότι κάτω από αυτές τις περιστάσεις θα πρέπει να είμαστε και παιδαγωγοί, ότι θα πρέπει επίσης να είμαστε και πολιτικοί – ότι το πρώτο που θα πρέπει να κάνουμε δεν είναι να προσφέρουμε τη σοφία μας, αλλά να δείξουμε άτι είμαστε έτοιμοι να μάθουμε με το λαό, να φέρουμε σε πέρας αυτή τη σπουδαία και όμορφη κοινή εμπειρία – να χτίσουμε μια νέα Κούβα.

Έχουμε ήδη κάνει πολλά βήματα και η απόσταση από την 1η Ιανουαρίου 1959 μέχρι σήμερα δεν μπορεί να μετρηθεί με συμβατικό τρόπο. Πριν από καιρό οι άνθρωποι καταλάβαιναν ότι εδώ είχε καταρρεύσει όχι μόνο ένας δικτάτορας, αλλά κι ένα σύστημα. Τώρα ο λαός πρέπει να μάθει ότι πάνω στα ερείπια ενός γκρεμισμένου συστήματος πρέπει να οικοδομήσουμε ένα νέο, το οποίο θα οδηγεί στην απόλυτη ευτυχία του λαού….Πειστήκαμε οριστικά ότι υπάρχει ένας κοινός εχθρός. Ξέρουμε ότι όλοι κοιτάζουν πίσω τους για να δουν μήπως τους ακούει κανείς, μήπως κρυφακούει κανείς από κάποια πρεσβεία και μεταδώσει όσα ακούει, πριν πουν ξεκάθαρα τη γνώμη τους κατά των μονοπωλίων, πριν πουν ξεκάθαρα: «Εχθρός μας και εχθρός ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής είναι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που στηρίζει τα μονοπώλια». Αν όλοι ξέρουν ήδη ότι αυτός είναι ο εχθρός και αν έχουμε ως αφετηρία μας τη γνώση ότι όποιος παλεύει εναντίον αυτού του εχθρού έχει κάτι κοινό με εμάς, τότε προχωρούμε παρακάτω. Ποιοι είναι οι στόχοι μας εδώ στην Κούβα; Τι θέλουμε; Θέλουμε την ευτυχία του λαού ή όχι; Παλεύουμε για την απόλυτη οικονομική απελευθέρωση της Κούβας ή όχι; Δεν παλεύουμε για να είμαστε μια ελεύθερη χώρα ανάμεσα σε ελεύθερες χώρες, χωρίς να ανήκουμε σε κανένα στρατιωτικό συνασπισμό, χωρίς να πρέπει να συμβουλευόμαστε την πρεσβεία οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης για κάθε απόφαση που παίρνουμε για εσωτερικά και διεθνή θέματα; Δε σκεφτόμαστε να ανακατανείμουμε τον πλούτο εκείνων πουέχουν πάρα πολλά για να δώσουμε σ’ εκείνους που δεν έχουν τίποτα; Δε σκεφτόμαστε εδώ να προσφέρουμε δημιουργικό έργο, μια δυναμική καθημερινή πηγή ευτυχίας; Αν ναι, τότε έχουμε ήδη τους στόχους στους οποίους αναφερθήκαμε… Σε καιρούς μεγάλου κίνδυνου, σε καιρούς μεγάλης έντασης και μεγάλης δημιουργίας, αυτό που έχει σημασία είναι ο μεγάλος εχθρός και οι μεγάλοι στόχοι. Αν συμφωνούμε, αν όλοι μας ξέρουμε ήδη πού πηγαίνουμε, τότε, ό,τι κι αν συμβεί, πρέπει να αρχίσουμε τη δουλειά μας. Σας έλεγα ότι για να είναι κανείς επαναστάτης πρέπει να υπάρχει επανάσταση. Την έχουμε ήδη. Κι ένας επαναστάτης πρέπει επίσης να γνωρίζει τους ανθρώπους με τους οποίους πρόκειται να δουλέψει .Πιστεύω ότι δε γνωρίζουμε ακόμα καλά ο ένας τον άλλο. Πιστεύω ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας… [Ωστόσο] αν γνωρίζουμε τους στόχους, αν γνωρίζουμε τον εχθρό και αν γνωρίζουμε προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε, τότε το μόνο που μας απομένει είναι να μάθουμε πόση απόσταση πρέπει να διανύουμε κάθε μέρα και να το κάνουμε. Κανένας δεν μπορεί να πει πόση είναι αυτή η απόσταση· η απόσταση αυτή είναι η προσωπική πορεία κάθε ανθρώπου – είναι αυτό που θακάνει κάθε μέρα, αυτό που θα κερδίζει από την προσωπική του εμπειρία και αυτό που θα δίνει απότον εαυτό του ασκώντας το επάγγελμα του, αφοσιωμένος στην ευημερία του λαού. Αν διαθέτουμε ήδη όλα τα στοιχεία για να βαδίσουμε προς το μέλλον, ας θυμηθούμε τη φράση του Χοσέ Μαρτί, την οποία πρέπει να εφαρμόζουμε διαρκώς: «Ο καλύτερος τρόπος να πεις κάτι είναι νατο κάνεις».

Ας βαδίσουμε λοιπόν προς το μέλλον της Κούβας.

Πηγή: Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, Latinoamericana, Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, 2004. Το πλήρες κείμενο αυτής της ομιλίας περιλαμβάνεται στη νέα έκδοση του Che Guevara Reader, που εκδόθηκε από την Ocean Press το 2003.