Η στρατιωτική σκέψη του Τσε Γκεβάρα

Του Πάνου Πικραμένου.

Στις 21 Ιουλίου 1957, ο Τσε προάγεται για πρώτη φορά στον βαθμό του «κομαντάντε», δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή. Μέχρι τώρα, παρά την συμμετοχή του στις μάχες που κάποιες φορές έφτανε τα όρια του ηρωισμού, τα επίσημα καθήκοντά του περιορίζονταν σε αυτά του γιατρού της ομάδας. Στις σημειώσεις του, που αργότερα συνοψίστηκαν στο έργο «Ανταρτοπόλεμος», ο Τσε, γράφει τις σκέψεις του για την μεθοδολογία του αντάρτικου, μία εμπειρία που απέκτησε κυρίως την εποχή του αντάρτικου στην Σιέρα Μαέστρα και κατά την πορεία προς την Αβάνα. Σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά του ανταρτοπόλεμου, ο Τσε Γκεβάρα προέβαλε για πρώτη φορά την άποψη ότι πρόκειται για μια μορφή πολέμου όπως όλες οι άλλες και επομένως έχει τα βασικά χαρακτηριστικά που έχει κάθε πόλεμος, όπως πολιτικό στόχο, αυξημένη σημασία του αστάθμητου παράγοντα και της φθοράς, τον ζωτικό ρόλο του στρατιωτικού διοικητή κ.ά.

Κατά την άποψη του, φορέας της επαναστατικής αλλαγής είναι ο επαναστατικός στρατός. Ο επαναστατικός πόλεμος μπορεί να κερδηθεί ή να χαθεί ανάλογα με τον βαθμό της τεχνικής προετοιμασίας, της στρατιωτικής εμπειρίας και πάνω απ’ όλα της στρατιωτικής πειθαρχίας του στρατιωτικού πυρήνα, του «foco», όπως τον ονόμαζε. Ωστόσο αργότερα ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι το αντάρτικο δεν είναι πάντα πανάκεια για την αλλαγή μίας κοινωνίας. Όταν μια κυβέρνηση είναι δημοκρατικά εκλεγμένη και έχει αφήσει χώρο για την έκφραση διαφορετικών πολιτικών απόψεων, η ένοπλη επανάσταση δεν ξεσπάει εύκολα και δεν πρέπει να αποκλείεται η ειρηνική δράση και αντίσταση ως «όπλο» για τις επιθυμητές πολιτικές αλλαγές.

Το έμψυχο υλικό ενός αντάρτικου κινήματος, σύμφωνα με τον Τσε στρατολογείται κυρίως από τον ανεκπαίδευτο πληθυσμό της υπαίθρου, ενώ αναφέρει λεπτομερώς πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν προβλήματα όπως η υποτυπώδης δομή και η πειθαρχία. Από αυτή την πεποίθησή του προκύπτει και η μεγάλη σκληρότητά που έδειχνε στους άνδρες του, όταν πίστευε ότι έβαζαν σε κίνδυνο τον αγώνα. Εκτελούσε αμέσως τους προδότες και τους λιποτάκτες, ενώ αντίθετα ήταν μεγαλόψυχος με τους στρατιώτες του εχθρού. Ο Τσε θεωρούσε απαραίτητους για την επανάσταση όσους έφεραν όπλα και μπορούσαν να συμμετέχουν σε μάχες. Αυτούς, θεωρούσε κύριους φορείς της επαναστατικής δράσης, ενώ τις φοιτητικές και εργατικές οργανώσεις στις πόλεις τις θεωρούσε απαραίτητες, μόνο σε ρόλο επιμελητείας και ανεφοδιασμού. Ο Τσε πιστεύει ότι το κίνημα στις πόλεις είναι ανεπαρκές: «Μπορείτε να εκπαιδεύσετε τους ανθρώπους σας να αντέχουν τα χειρότερα βασανιστήρια στη φυλακή, αλλά δεν μπορείτε να τους μάθετε να χρησιμοποιούν πολυβόλο», παρατηρεί σε έναν από τους ηγέτες των πόλεων. Για τον Τσε ο λαός της υπαίθρου δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που γνωρίζουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνίσιας ζωής. Ως δεξαμενή στρατολόγησης, ο Τσε πίστευε ότι πιο κατάλληλη ήταν η αγροτική παρά η εργατική τάξη, αφού στις τότε συνθήκες της νοτίου Αμερικής επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή το κοινωνικό στρώμα που είχε λόγους να κάνει επανάσταση, δεν ήταν οι βιομηχανικοί εργάτες, όπως κήρυσσε η ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία, αλλά οι αγρότες. Αυτό γιατί στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και ειδικά στη Λατινική Αμερική, δεν υπήρχε ανεπτυγμένη βιομηχανία ώστε να υπάρξει και υπολογίσιμος αριθμός δυσαρεστημένων εργατών που να έχουν αποκτήσει επαναστατική συνείδηση και να επιθυμούν επαναστατικές αλλαγές. Ο Τσε πίστευε ότι η δημιουργία μικρών «πυρήνων», αρκούσε για να προκαλέσει την έναρξη μίας επαναστατικής διαδικασίας, τουλάχιστον στην Λατινική Αμερική της εποχής εκείνης. Mια επιτυχία ενός αντάρτικου κινήματος η υποστήριξη του πληθυσμού θεωρείται αναγκαίος όρος, δηλαδή οι αντάρτες χρειάζονται την λαϊκή υποστήριξη. Ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι «η γνώση του εδάφους και η συνεργασία του λαού αποτελούν απαραίτητα συστατικά της επιτυχίας. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια, δεν μπορεί να γίνει αντάρτης μαχητής… Οι εχθροπραξίες πρέπει να γίνονται πάντα σε έδαφος ευνοϊκό για τους αντάρτες».

Στο άρθρο του «Ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος» και σε ό,τι αφορά την συνεργασία των ανταρτών με τον λαό, o Τσε Γκεβάρα είναι σαφής: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορία του λαού …στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». Αυτό είναι για τον Τσε το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης, μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του Β. Βιετνάμ, που ήταν στα μάτια του Τσε, το παράδειγμα του πιο «ολοκληρωμένου οργανικού δεσμού μεταξύ μιας ένοπλης πρωτοπορίας και του λαού», όπου «ο ανταρτοπόλεμος δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». Για τον Τσε σημαντικό είναι επίσης και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: Σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, υπογραμμίζει ότι είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο τσε Τουνγκ, γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. Και γενικά για τον Τσε ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου» που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. Το κυριότερο όμως και αμιγώς στρατιωτικό χαρακτηριστικό ενός ανταρτοπόλεμου, είναι ότι πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς σταθερές στρατιωτικές επιδιώξεις. «Χτύπα και τρέξε, περίμενε, στήσε ενέδρα, χτύπα ξανά και πάλι τρέξε κι αυτό συνέχεια ώστε ο εχθρός να μην ξεκουράζεται ποτέ. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η παραπάνω λογική εμφανίζει κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά, μία υποχωρητική διάθεση που αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση. Παρ΄ όλα αυτά, απορρέει από την γενικότερη στρατηγική αντιμετώπιση του αντάρτικου που σε τελική ανάλυση έχει τον ίδιο στόχο με οποιανδήποτε εμπλέκεται σε έναν πόλεμο: την συντριβή του εχθρού και την νίκη», γράφει στον «Ανταρτοπόλεμο». «Η μάχη δεν πρέπει να διαρκεί πολύ, αντίθετα πρέπει να είναι ταχύτατη και εξαιρετικά αποτελεσματική, δηλαδή να διαρκεί λίγα λεπτά και να ακολουθείται από άμεση υποχώρηση», συνεχίζει. «Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό μίας αντάρτικης ομάδας είναι η κινητικότητα… Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις προκειμένου να επιβιώσει μία αντάρτικη δύναμη που έχει μόλις αρχίσει να αναπτύσσεται: συνεχής μετακίνηση, συνεχής ετοιμότητα, συνεχής δυσπιστία». «Η υπερβολική ανάπτυξη της περιοχής που εκδηλώνεται το αντάρτικο πρέπει να αποφευχθεί», συνεχίζει εννοώντας ότι ένας αντάρτικος στρατός δεν διεκδικεί εδάφη αλλά προσπαθεί να φθείρει τον αντίπαλο.

Η στρατιωτική τακτική του είναι κλασσική και έχει μελετηθεί από όλους τους σύγχρονους στρατούς. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη έκδοση στρατιωτικών κειμένων του Τσε Γκεβάρα στην Ελλάδα, δεν έγινε από κάποια αριστερή ομάδα ή κόμμα αλλά από το Γενικό Επιτελείο Στρατού την δεκαετία του 60… Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ανταρτοπόλεμου, που απασχόλησε τον Τσε είναι οι περιορισμένοι πόροι των δυνάμεων που τον διεξάγουν. Ανέκαθεν στον ανταρτοπόλεμο κατέφευγαν όσοι γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν έναν συμβατικό πόλεμο. Βασική θέση του Τσε είναι η πεποίθηση ότι ένας αντάρτικος στρατός μπορεί να υπερισχύσει ενός τακτικού, εφ όσον εκμεταλλευθεί σωστά τις περιστάσεις. Η κατά μέτωπο αντιπαράθεση αποφεύγεται αφού σχεδόν πάντα ο τακτικός στρατός είναι ισχυρότερος και καλύτερα εξοπλισμένος από έναν αντάρτικο.

Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου συνίσταται στην αποκέντρωση των δυνάμεων. Οι αντάρτες έχουν την ικανότητα να είναι «πανταχού παρόντες» ώστε να αποτελέσουν τον εφιάλτη ενός τακτικού στρατού. Οι αντάρτικες δυνάμεις συγκεντρώνονται βάσει σχεδίων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά η συγκέντρωση αυτή καλύπτει περιορισμένο χώρο και γίνεται για περιορισμένο χρόνο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ο ανταρτοπόλεμος χαρακτηρίζεται από έμφαση στην ευκινησία, τον αιφνιδιασμό και τη νυχτερινή δράση, ιδίως όταν το έδαφος είναι δυσμενές για τους αντάρτες. Η συνηθέστερη μορφή τακτικών επιχειρήσεων
του ανταρτοπόλεμου είναι η ενέδρα. Η στρατηγική του αντάρτικου στρατού συνοψίζεται το να φθείρει τον αντίπαλο, να καταφεύγει στα βουνά και να καθιστά την παρουσία του αντιπάλου στις πεδιάδες και στις πόλεις αβέβαιη και ασύμφορη. Πρωταρχικός όμως στόχος των ανταρτών είναι η ίδια η επιβίωσή τους. Μάχη δίνουν μόνο αν η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη, αν υπάρχει κέρδος σε εφόδια και αν οι απώλειες είναι λίγες. Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και η μορφολογία του εδάφους και η καλή γνώση του από τους αντάρτες. Από τα διαφορετικά είδη εδάφους, οι ορεινοί όγκοι, οι ζούγκλες και τα δάση ευνοούν τον
ανταρτοπόλεμο. Το ίδιο ισχύει και για τις ελώδεις περιοχές.

Ο ΤΣΕ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ, 1965.

Μία από τις σημαντικότερες επινοήσεις του Τσε ήταν η έννοια της «ένοπλης προπαγάνδας», δηλαδή η ιδέα ότι οι αντάρτικες κινήσεις δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο την άμεση στρατιωτική νίκη επί του εχθρού, αλλά χρησιμεύουν και στο να υποσκάπτουν το ηθικό του, να ξεσκεπάζουν τις αδυναμίες του και να εδραιώνουν την πίστη του λαού στην επανάσταση. Η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, για τον Τσε δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από τη μια με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του αντιπάλου, από την άλλη, με την εφαρμογή, στις περιοχές που ελέγχει, κοινωνικών μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: «απαλλοτρίωση», κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων κ.λπ. «Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι σταδιακά ως εξουσία κατ’ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότητα που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: επαναστατική εξουσία και νομοθεσία που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης της κυρίαρχης τάξης».

Τέλος σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό, ο Τσε ως ιδανικό όπλο της εποχής του θεωρούσε το αμερικανικής κατασκευής Μ-1, γνωστό ως Garand, καθώς και όπλα μεγάλου βεληνεκούς που επιτρέπουν στους αντάρτες να πυροβολούν τον αντίπαλο από απόσταση. «Η ιδανική σύνθεση για μια αντάρτικη ομάδα της τάξεως των 25 ανδρών θα ήταν: 10 με 15 τουφέκια και δέκα αυτόματα όπλα είτε Garand είτε περίστροφα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρών και εύκολα μεταφερόμενων όπλων όπως το Μπράουνινγκ και το μοντέρνο βελγικό FAL και ημιαυτόματα όπλα Μ-14», αναφέρει στον «Ανταρτοπόλεμο».

Ο ίδιος ο Τσε ποτέ δεν φαντάστηκε τον αντίκτυπο που θα έχουν οι στρατιωτικοπολιτικές προτάσεις του και η θεωρία του για τον ανταρτοπόλεμο. Το εγχειρίδιο περί ανταρτοπόλεμου που συνέγραψε υπήρξε αληθινό «Ευαγγέλιο» για μια σειρά από επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Τσε το συνέγραψε έναν χρόνο μετά την πτώση του Μπατίστα και την κατάληψη της εξουσίας στην Κούβα, το 1960.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.

Πρωτοχρονιά 1958 στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα

Χριστούγεννα 1957 – Πρωτοχρονιά 1958. Οι αντάρτες του Φιντέλ Κάστρο γιορτάζουν την έλευση του νέου έτους που έμελλε να είναι το τελευταίο του δικτάτορα Μπατίστα στην εξουσία. Ο Κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα καθιστός στο κέντρο.

[Christmas 1957 – New Year’s Day 1958. Fidel Castro’s rebels celebrate the coming of the new year which was Fulgencio Batista’s last one in Cuba’s leadership. Comandante Ernesto Che Guevara is sitting in the center.]

Με τον ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσώφ / Che with USSR leader Nikita Khrushchev

Κλικ γιά μεγέθυνση

Ο Τσε σε συνάντηση με τον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης και Πρώτο Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσώφ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στη Μόσχα. 

Ο Τσε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας / Che in German Democratic Republic

Στιγμιότυπα από δύο διαφορετικές επισκέψεις του Τσε Γκεβάρα στο Ανατολικό Βερολίνο της Λ.Δ. της Γερμανίας. Στην πρώτη (1959) ο Τσε βραβεύεται από τον τότε πρόεδρο Βάλτερ Ούλμπριχτ. Στη δεύτερη φωτογραφία (1960) γίνεται δεκτός από τον Χάϊνριχ Ράου, κορυφαίο στέλεχος του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας και υπουργό Εμπορίου την εποχή εκείνη. 

Che (ταινία)

Η ταινία «Che», παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα. Την σκηνοθεσία υπογράφει ο αμερικανός Στήβεν Σόντερμπεργκ, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο (του Τσε) έχει ο βραβευμένος με Όσκαρ πορτορικανός ηθοποιός Μπενίσιο Ντελ Τόρο, ο οποίος ήταν εκ των βασικών παραγωγών. Η ταινία χωρίζεται στο Πρώτο («The Argentine») και το Δεύτερο («Guerilla») μέρος, συνολικής διάρκειας 268 λεπτών.

Η επίσημη πρεμιέρα του φιλμ έγινε στο Διεθνές Φεστιβάλ των Καννών το Μάϊο του 2008.

Πέραν του Ντελ Τόρο συμμετέχουν οι ηθοποιοί: Φράνκα Ποτέντε, Καταλίνα Σαντίνο Μορένο, Τζούλια Όρμοντ, Ντέμιαν Μπιχίρ, Ροντρίγκο Σαντόρο.

Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν κυρίως στο Μεξικό αλλά και στο μέγαρο των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη.

Το πρώτο μέρος της ταινίας (με ελληνικούς υπότιτλους).

Είπαν-έγραψαν για τον Τσε Γκεβάρα

Παρακάτω περιλαμβάνονται ρήσεις διάφορων, περισσότερο η λιτότερο γνωστών, προσωπικοτήτων για τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα:

three-stars-banner

  • «Ο Τσε ήταν ο πιό ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας» – JEAN PAUL SARTRE, γάλλος φιλόσοφος.

  • «Με έμαθε να σκέφτομαι. Μου έμαθε το πιό όμορφο πράγμα, που είναι να είσαι Άνθρωπος»  ΟΥΡΜΠΑΝΟ, κουβανός αντάρτης.

  • «Η ζωή του Τσε αποτελεί έμπνευση γιά κάθε άνθρωπο που αγαπά την ελευθερία. Θα τιμούμε πάντα τη μνήμη του»  ΝΕΛΣΟΝ ΜΑΝΤΕΛΑ.

  • «Είχε μάτια που έδειχναν να σε διαπερνούν. Έχω πάρει συνεντεύξεις από όλων των ειδών της διασημότητες, απ’ τον Μπεν Γκουριόν μέχρι το Μπομπ Ντύλαν, αλλά κανείς δε μου έκανε τέτοια εντύπωση όσο ο Τσε» – MARYLIN ZEITLIN, δημοσιογράφος.

  • «Έχουμε ακόμη να περιμένουμε πολλά χρόνια μέχρι η Ιστορία να δώσει μιά τελεσίδικη κρίση γιά τον Τσε, όταν τα πάθη και των δύο πλευρών θα έχουν περάσει» – UVA DE ARAGON, ακαδημαϊκός.

  • «Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον ‘αθώο’. Αυτά τα άτομα που εκτελέστηκαν απ’ το Γκεβάρα, ή έπειτα από διαταγή του, καταδικάστηκαν γιά τα συνήθη εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή σε περίοδο πολέμου ή μετά από πόλεμο: βασανισμούς, βιασμούς, δολοφονίες η προδοσία. Πρέπει να προσθέσω ότι η έρευνα μου διήρκησε πέντε χρόνια και περιελάμβανε αντι-Καστρικούς Κουβανούς ανάμεσα στους κουβανο-αμερικανούς εξόριστους στο Μαϊάμι και αλλού» – JON LEE ANDERSON, βιογράφος του Τσε.

  • «Είναι σα να είναι ζωντανός μαζί μας, σαν φίλος. Είναι ένα είδος Παναγίας γιά εμάς. Λέμε «Τσε βοήθησε μας με τη δουλειά μας» – και όλα πηγαίνουν καλώς» – MANUEL CORTEZ, αγρότης στο χωριό Ιγκέρα της Βολιβίας.

  • «Θα μπορούσα να γράφω χίλια χρόνια και ένα εκατομμύριο σελίδες γιά τον Τσε Γκεβάρα» – ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ.

  • «Όταν οι άνθρωποι είναι σε θέση να επηρεάσουν τόσους άλλους με τη ζωή και το παράδειγμα τους, δεν πεθαίνουν» – ΑΛΕΪΔΑ ΓΚΕΒΑΡΑ ΜΑΡΤΣ.

  • «Δεν είναι ένας Θεός που χρειάζεται να τον προσκυνούν η κάτι τέτοιο. Απλά ένας άνθρωπος του οποίου το παράδειγμα μπορούμε να ακολουθούμε, δίνοντας τον καλύτερο μας εαυτό σε ότι κάνουμε» – ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΓΚΡΑΝΑΔΟ.

  • «Ο απόστολος της άμεμπτης Επανάστασης» – RICHARD BURNS, βρετανός δημοσιογράφος.

  • «Η ζωή του είναι ένα φωτεινό παράδειγμα γιά τους νέους οι αγώνες των οποίων έχουν ως κινητήριο δύναμη το χτίσιμο ενός νέου κόσμου»  GRAHAM GREENE, βρετανός συγγραφέας.

  • «Η αφοσίωση του στα επαναστατικά του πιστεύω ήταν βαθιά θρησκευτική. Ο Τσε είχε μιά ιεραποστολική πίστη στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων, στην ικανότητα των εργατών να αφοσιώνονται σε ιδανικά και να ξεπερνάνε εγωϊσμούς και προκαταλήψεις. Αυτή ήταν η άλλη όψη του νομίσματος στην παθιασμένη του αγανάκτηση ενάντια στην αδικία και εκμετάλλευση των ταπεινών. Είδε τη λύση σε ένα ευγενές είδος μαρξισμού που θα έφερνε ελευθερία και αδελφοσύνη. Τέτοιοι άνδρες γεννιούνται γιά να γίνουν Μάρτυρες»– HERBERT MATTHEWS, αμερικανός δημοσιογράφος.

  • «Γιατί πίστεψαν ότι σκοτώνοντας τον θα πάψει να υπάρχει ως μαχητής…; Σήμερα είναι σε κάθε μέρος, οπουδήποτε υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα προς υπεράσπιση»  ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ, 1997.

  • «Αν θέλουμε να πούμε πώς θα θέλαμε να είναι οι επαναστάτες μαχητές μας, τα μέλη μας, οι άνθρωποί μας, πρέπει να πούμε δίχως κανενός είδους δισταγμό: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλουμε να περιγράψουμε πώς θα θέλαμε να είναι οι άνθρωποι των μελλοντικών γενιών, πρέπει να πούμε: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλαμε να πούμε πώς θα επιθυμούσαμε να διαπαιδαγωγηθούν τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε δίχως δισταγμό: να διαπαιδαγωγηθούν στο πνεύμα του Τσε! Αν θέλουμε ένα πρότυπο ανθρώπου, ένα πρότυπο ανθρώπου που δεν ανήκει σε αυτούς τους καιρούς, αλλά στο μέλλον, τότε, από τα βάθη της καρδιάς μου λέω ότι αυτό το πρότυπο δίχως κηλίδα στη συμπεριφορά του, στη στάση του, στη δράση του, αυτό το πρότυπο είναι ο Τσε! Αν θέλουμε να πούμε πώς επιθυμούμε να είναι τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε με όλη μας την καρδιά σαν φλογεροί επαναστάτες: θέλουμε να είναι σαν τον Τσε!» – ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ, 1967.

  • «Αυτός ο λαϊκός Άγιος ήταν έτοιμος να πεθάνει διότι δε μπορούσε να ανεχθεί έναν κόσμο όπου οι φτωχοί της Γης, οι εκδιωγμένοι και πρόσφυγες της ιστορίας, θα εξοστρακίζονταν στα τελευταία των περιθωρίων» ARIEL DORFMAN, καθηγητής Duke University, 1999.

  • «Πολίτης του κόσμου, ο Τσε μας θυμίζει αυτό που γνωρίζαμε από την εποχή του Σπάρτακου, κάτι που ενίοτε ξεχνούσαμε: η ανθρωπότητα βρίσκει στην πάλη κατά των αδικιών μια κίνηση που την εξυψώνει, που την κάνει καλύτερη και πιο ανθρώπινη» – SUBCOMANDANTE MARCOS.

  • «Ήταν ακριβώς σαν Χριστός, με τα μεγάλα μάτια του, τα γένια, τα μακριά μαλλιά του. Είναι πολύ θαυματουργός» – ΣΟΥΖΑΝΑ ΟΣΙΝΑΓΚΑ, νοσοκόμα στο χωριό Λα Ιγκέρα (Βολιβία) που έπλυνε το σώμα του Τσε.

  • «Ανήκει περισσότερο στη ρομαντική παράδοση παρά στην επαναστατική. Γιά να διαπρέψει κάποιος ως ρομαντικό είδωλο πρέπει όχι μόνο να πεθάνει νέος αλλά να πεθάνει χωρίς να έχει καμία ελπίδα. Ο Τσε πληρεί και τα δύο κριτήρια. Όταν κάποιος σκέφτεται τον ηρωϊσμό του Τσε, αυτός είναι περισσότερο με όρους λόρδου Βύρωνα παρά Μαρξ» CHRISTOPHER HITCHENS, Αμερικανοβρετανός συγγραφέας.

Ο αντιδογματικός και ουμανιστικός Μαρξισμός του Τσε Γκεβάρα

Μια από τις ουσιώδεις αρετές του μαρξισμού του Τσέ Γκεβάρα είναι ο φανατικός αντιδογματικός του χαρακτήρας. Γι΄ αυτόν ο Μάρξ ήταν ο ιδρυτής μιας νέας επιστήμης, που μπορεί και πρέπει να αναπτύσσεται κατά τη διαδικασία του μετασχηματισμού της ίδιας της πραγματικότητας. Υπό αυτή την έννοια θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να ερμηνεύσουμε τη σύγκριση – αν και κάπως εκπλήσσουσα – που κάνει στις Σημειώσεις για τη μελέτη της κουβανέζικης επανάστασης (1960) μεταξύ του Μάρξ και του Νεύτων. (σσ «Σαν μας ρωτούν αν είμαστε μαρξιστές ή όχι, η συμπεριφορά μας είναι σαν εκείνη του φυσικού που τον ρωτούν αν είναι «νευτωνικός» ή του βιολόγου που θα τον ρωτούσαν αν είναι «παστερικός». Υπάρχουν αλήθειες τόσο φανερές που είναι τελικά άσκοπο να συζητούνται. Πρέπει να είναι κανείς «μαρξιστής» τόσο φυσικά όσο είναι «νευτωνικός» ο φυσικός και «παστερικός» ο βιολόγος, υπολογίζοντας ότι αν νέα φαινόμενα προκαλέσουν νέες αντιλήψεις, εκείνα που πέρασαν δεν χάνουν τη συμμετοχή τους στην αλήθεια» (Σημειώσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας της κουβανέζικης επανάστασης – Τσέ Γκουεβάρα, Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, σελ. 59).

Ο Μάρξ, για τον Τσέ, δεν ήταν ένας πάπας προικισμένος από το Αγιον Πνεύμα, με το χάρισμα του αλάθητου, ούτε τα κείμενά του είναι οι πλάκες με τις εντολές που επιχαρίτως παραχωρήθηκαν στο όρος Σινά. Υπογραμμίζει σ΄ αυτό το ίδιο κείμενο, ότι ο Μάρξ, αν και είναι γίγας της σκέψης, υπέπεσε σε πλάνες, που μπορούμε και οφείλουμε να τις ελέγξουμε. Παραδείγματος χάρη σε σχέση με τη Λατινική Αμερική, η εξήγηση που κάνει για τον Μπολιβάρ, ή η ανάλυση που έκαμε μαζί με τον Ενγκελς για το Μεξικό, «όπου παραδεχότανε ορισμένες θεωρίες για τις φυλές και τις εθνικότητες, που για τις μέρες μας, έχουν αποβεί απαράδεκτες» (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Η τακτική και στρατηγική της Λατινο-Αμερικανικής Επανάστασης», τόμος Α΄, σελ. 109, Εκ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Ο Γκουεβάρα παραπονιέται επανειλημμένα για «το σχολαστικισμό που έχει φρενάρει την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας» και που συστηματικά μάλιστα εμπόδισε τη μελέτη της περιόδου οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Εναντίον αυτού του σχολαστικισμού (αναφέρεται βασικά στο σταλινισμό) και εναντίον κάθε τάσης παγιοποίησης του μαρξισμού σ΄ ένα ωραίο σύστημα αιώνιων αληθειών, απαρασάλευτων και αμετάβλητων, που προσφέρονται για τον ευσεβή εκστασιασμό των πιστών, ο Τσέ Γκεβάρα χρησιμοποιεί το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιούσε ο Λένιν εναντίον της αρτηριοσκληρωτικής «ορθοδοξίας» της 2ας Διεθνούς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μαρξισμός είναι σε τελευταία ανάλυση, οδηγός για τη δράση. (σσ Πολιτικά Κείμενα: «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», τομ. Α΄, σελ. 172).

Βρίσκουμε λοιπόν στον Γκουεβάρα οξεία επίγνωση της ανάγκης για δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού, προπαντός σχετικά με τα καινούργια προβλήματα, που θέτουν οι μεταβατικές κοινωνίες, για τις οποίες τα κείμενα του Μάρξ και του Λένιν δεν αποτελούν παρά εισαγωγή, πολύτιμη και αναγκαία, αλλά ανεπαρκή. Αυτό δε σημαίνει πώς η σκέψη του Τσέ δεν υπήρξε ορθόδοξη, με την αυθεντική έννοια της λέξης, δηλαδή να ξεκινά από τις θεμελιώδεις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού και από τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Ο αντιδογματισμός που χαρακτηρίζει μεθοδολογικά τη σκέψη του Τσέ καθρεφτίζεται πάνω στις οικονομικές και πολιτικές του θέσεις επιτρέποντάς τους να ξεπεράσουν τα όρια που επέβαλε «συστηματικά» η σταλινική γραφειοκρατία. Ο Τσέ είχε εξάλλου επίγνωση της σχέσης μεταξύ δογματισμού και γραφειοκρατίας. Σε μια περικοπή, όπου κάνει υπαινιγμό στην «υπόθεση Εσκαλάντ», ο Τσέ έγραφε, τον Απρίλη του 1962: «είχε εγκαθιδρύσει προσωπικές μεθόδους που έγιναν σοβαρότατα εμπόδια στον καλύτερο συντονισμό της εργατικής τάξης και των οργανισμών. Για την ικανοποίηση προσωπικών συμφερόντων, εκδηλώθηκε στη χώρα ένα ολέθριο βίτσιο που πρέπει να εξαφανιστεί τελείως: η απομάκρυνση των μαζών, ο δογματισμός και ο σεχταρισμός. Εξ αιτίας τους απειληθήκαμε από τη γραφειοκρατία». (σσ Πολιτικά Κείμενα, Τόμ. Α΄, σελ. 130).

Τηρουμένων όλων των αναλογιών, μπορούμε να πούμε πώς ο Τσέ έπαιξε, τουλάχιστον επί επιπέδου Λατινικής Αμερικής, τον ίδιο ρόλο, επαναστατικής ανανέωσης, σχετικά με το «μαρξισμό» τον παγοποιημένο της επίσημης αριστεράς, που είχε διαδραματίσει ο Λένιν σχετικά με τη «μαρξιστική» σοσιαλ-δημοκρατία της 2ης Διεθνούς.

Ο Μαρξιστικός Ουμανισμός

Για τον Τσέ ο αυθεντικός μαρξισμός δεν αποκλείει τον ανθρωπισμό: τον ενσωματώνει σαν αναγκαία στιγμή του δικού του οράματος του κόσμου. Με την ιδιότητα του ουμανιστή ο Τσέ υπογραμμίζει την πρωτοτυπία και τη σημασία της κουβανέζικης επανάστασης η οποία επιχείρησε να οικοδομήσει «ένα μαρξιστικό σύστημα σοσιαλιστικό, με συνέπεια, ή με συνέπεια κατά προσέγγιση, όπου τοποθέτησαν στο κέντρο τον άνθρωπο, και όπου ο λόγος γίνεται για το άτομο, για το (συγκεκριμένο) πρόσωπο και για τη σημασία που έχει σαν ουσιαστικός παράγων της επανάστασης». (σσ Τσέ Γκεβάρα: «Το επίπεδο και οι άνθρωποι», στο Μανιφέστο αριθ. 7, Δεκέμβριος 1969, σελ. 36. Πρόκειται για τα στενογραφημένα πρακτικά των συνομιλιών που διεξήχθησαν το 1964 στο υπουργείο της Βιομηχανίας).

Ξέρουμε ότι ο Φιντέλ καθόριζε το 1959 την κουβανέζικη επανάσταση, σαν επανάσταση ανθρωπιστική. Με το πέρασμα (περαιτέρω ανάπτυξη) της επανάστασης στο σοσιαλισμό και την προσχώρηση του Φιντέλ στο μαρξισμό – λενινισμό (1960-61) ο ουμανισμός αυτός όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά διατηρημένος υπερκεράστηκε (Aufhebung) από το νέο μαρξιστικό ουμανισμό των κουβανών επαναστατών. Σε ένα λόγο το 1961, ο Φιντέλ υπεγράμμιζε κατηγορηματικά την ουμανιστική έμπνευση της φιλοσοφίας του Μαρξισμού-Λενινισμού: «Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός απαρνείται τα ανθρώπινα αισθήματα;… Ενώ ακριβώς η αγάπη στον άνθρωπο, στην ανθρωπότητα, η επιθυμία να χτυπηθεί η αθλιότητα, η αδικία, ο γολγοθάς της εκμετάλλευσης που υφίσταται το προλεταριάτο, αυτά έκαμαν να ξεπηδήσει ο μαρξισμός από το μυαλό του Κάρλ Μάρξ, όταν ακριβώς ο μαρξισμός μπορούσε να ξεπηδήσει, όταν ακριβώς μπορούσε να αναφανεί πραγματική δυνατότητα, κι ακόμη πάνω κι από την πραγματική δυνατότητα: η ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης της οποίας ο Κάρλ Μάρξ υπήρξε ο ερμηνευτής. Αλλά τι είναι κείνο που του επέτρεψε να γίνει ο ερμηνευτής, αν δεν είναι το κύμα των ανθρώπινων αισθημάτων, ανθρώπων όπως αυτός, όπως ο Ενγκελς, όπως ο Λένιν;». (σσ Φ. Κάστρο, Κουβανέζικη Επανάσταση, Μασπερό, Τόμ. 1, σελ. 117, Παρίσι).

Για τον Τσέ, το χωρίον αυτό του λόγου του Φιντέλ είναι απολύτου σημασίας και συνιστά σε κάθε αγωνιστή του κουβανέζικου κόμματος να το χαράξει στη μνήμη του σαν «το πιό αποτελεσματικό όπλο εναντίον όλων των αποκλίσεων». (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Το Μαρξιστικό – Λενινιστικό Κόμμα», Τομ. Α΄, σελ. 209, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Κατά το 1963 – 64 ο Τσέ ανακαλύπτει το έργο του νεαρού Μάρξ. Πιθανώς η μεγάλη οικονομική συζήτηση που άρχιζε στην Κούβα εκείνη την εποχή, του υπεκίνησε την ανάγνωση των οικονομικο-φιλοσοφικών χειρογράφων του 1844. Αν και αναγνωρίζοντας τα θεωρητικά περιθώρια του νεαρού Μάρξ – των οποίων η διατύπωση «απέπνεε το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που είχαν συντελέσει στη διαμόρφωσή του» και των οποίων οι οικονομικές ιδέες ήσαν «πολύ ακαθόριστες» μη έχοντας ακόμη αποκτήσει την επιστημονική στιβαρότητα του Κεφαλαίου – ο Τσέ υπογραμμίζει το ενδιαφέρον αυτών των κειμένων, που αναφέρονται στα προβλήματα της απελευθέρωσης του ανθρώπου τόσο σαν κοινωνικού όντος, δηλαδή στον κομμουνισμό, όσο και σαν τη λύση των αντιθέσεων που προκαλούν την αλλοτρίωσή του. (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Β΄, σελ. 81, «Σχετικά με το σύστημα προϋπολογισμού χρηματοδότησης», Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

Και το Κεφάλαιο; Δεν είναι αντίθετο από τα κείμενα του νεαρού Μάρξ το «καθαρώς επιστημονικό» δηλαδή «αντιανθρωπιστικό»; Αυτή η νεο-θετικιστική θεωρία για το Κεφάλαιο η πολύ διαδομένη κατά την εποχή της 2ης Διεθνούς, που επανεμφανίζεται σήμερα υπό νέα μορφή, αγνοεί ότι η καταγγελία του απανθρωπισμού του καπιταλισμού – και η δυνατότητα του ξεπεράσματός του με μια κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ελέγχουν τα πράγματα με τη λογική – είναι ένα από τα επίκεντρα θέματα του σπουδαιότερου έργου του Μάρξ, θέμα που δεν αντιτίθεται στον επιστημονικό του χαρακτήρα, μα, αντιθέτως, συνάπτεται μαζί του διαλεκτικά. Ο Τσέ Γκουεβάρα, κατ΄ αντιπαραβολή, είχε ολοκληρωτικά συλλάβει την ανθρωπιστική έκταση του Κεφαλαίου, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η έκταση αυτή δεν είναι πάντα «ορατή» για έναν αναγνώστη απληροφόρητο: «η βαρύτητα του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοια που συχνά μας έκαμε να ξεχάσουμε τον ουμανιστικό χαρακτήρα (στην καλύτερη σημασία του όρου) των προθέσεών του. Ο μηχανισμός των παραγωγικών σχέσεων και τα επακόλουθά του, η πάλη των τάξεων, κρύβουν μέχρι τινός βαθμού το αντικειμενικό γεγονός πώς άνθρωποι είναι εκείνοι που κινούνται μέσα στην ιστορική ατμόσφαιρα». (Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμ. Β΄, σελ. 81, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

«Ανθρωπιστής στην καλύτερη σημασία του όρου»: με την έκφραση αυτή ο Τσέ υποδηλώνει ότι είναι απαραίτητο να γίνεται διάκριση μεταξύ του ουμανισμού του Μάρξ και των ουμανισμών ¨με την κακή σημασία του όρου»: αστικός ουμανισμός, χριστιανικός, παραδοσιακός, φιλανθρωπικός, κλπ. Εναντίον κάθε αφηρημένου ουμανισμού που αυτοκηρύσσεται «υπεράνω των τάξεων» (και που είναι σε τελευταία ανάλυση, αστικός) ο ουμανισμός του Τσέ, όπως και του Μάρξ, έχει ρητά αναλάβει υποχρεώσεις μέσα σε προοπτική προλεταριακής τάξης, αντιτίθεται λοιπόν ριζικά στον «κακό ουμανισμό» μ΄ αυτό το θεμελιακό συλλογισμό: η απελευθέρωση του ανθρώπου και η πραγματοποίηση των δυνατοτήτων του, δεν μπορούν να επιτευχθούν παρά μόνο με την προλεταριακή επανάσταση που καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και εγκαθιδρύει την ορθολογιστική κυριαρχία των ανθρώπων πάνω στη διαδικασία της κοινωνικής τους ζωής. (Στην αντίληψή του για τον ουμανισμό, είναι δυνατόν και μάλιστα πιθανόν να επηρεάστηκε ο Τσέ από το έργο του αργεντίνου στοχαστή Ανιμπαλ Πόνσε (1898-1938), ενός από τους σκαπανείς του μαρξισμού στη Λατινική Αμερική, που το βιβλίο του Αστικός ουμανισμός και Προλεταριακός ουμανισμός (1935) επανεκδόθηκε ακριβώς στην Κούβα το 1962. Ο Πόνσε καταδεικνύει τη βασική αντίθεση μεταξύ του ουμανισμού των αστών και του ουμανισμού των εργαζομένων και υπογραμμίζει ότι «ο νέος άνθρωπος» ο «ολοκληρωμένος άνθρωπος» που συνδυάζει τη θεωρία και την πράξη, την κουλτούρα και την εργασία, δεν θα γίνει επιτεύξιμος παρά μόνο με την άνοδο του προλεταριάτου στην εξουσία». (σσ Α. Πόνσε: Αστικός Ουμανισμός και Προλεταριακός Ουμανισμός. Εθνικόν Τυπογραφείον της Κούβας, 1962, σελ. 113). Ο μαρξιστικός ουμανισμός του Τσέ είναι λοιπόν πρώτα απ΄ όλα ένας επαναστατικός ουμανισμός ο οποίος εκφράζεται στην αντίληψή του για το ρόλο των ανθρώπων κατά την επανάσταση, στην κομμουνιστική ηθική του και στο πώς βλέπει το νέο άνθρωπο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο / Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος.