Ο αντιδογματικός και ουμανιστικός Μαρξισμός του Τσε Γκεβάρα

Μια από τις ουσιώδεις αρετές του μαρξισμού του Τσέ Γκεβάρα είναι ο φανατικός αντιδογματικός του χαρακτήρας. Γι΄ αυτόν ο Μάρξ ήταν ο ιδρυτής μιας νέας επιστήμης, που μπορεί και πρέπει να αναπτύσσεται κατά τη διαδικασία του μετασχηματισμού της ίδιας της πραγματικότητας. Υπό αυτή την έννοια θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να ερμηνεύσουμε τη σύγκριση – αν και κάπως εκπλήσσουσα – που κάνει στις Σημειώσεις για τη μελέτη της κουβανέζικης επανάστασης (1960) μεταξύ του Μάρξ και του Νεύτων. (σσ «Σαν μας ρωτούν αν είμαστε μαρξιστές ή όχι, η συμπεριφορά μας είναι σαν εκείνη του φυσικού που τον ρωτούν αν είναι «νευτωνικός» ή του βιολόγου που θα τον ρωτούσαν αν είναι «παστερικός». Υπάρχουν αλήθειες τόσο φανερές που είναι τελικά άσκοπο να συζητούνται. Πρέπει να είναι κανείς «μαρξιστής» τόσο φυσικά όσο είναι «νευτωνικός» ο φυσικός και «παστερικός» ο βιολόγος, υπολογίζοντας ότι αν νέα φαινόμενα προκαλέσουν νέες αντιλήψεις, εκείνα που πέρασαν δεν χάνουν τη συμμετοχή τους στην αλήθεια» (Σημειώσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας της κουβανέζικης επανάστασης – Τσέ Γκουεβάρα, Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, σελ. 59).

Ο Μάρξ, για τον Τσέ, δεν ήταν ένας πάπας προικισμένος από το Αγιον Πνεύμα, με το χάρισμα του αλάθητου, ούτε τα κείμενά του είναι οι πλάκες με τις εντολές που επιχαρίτως παραχωρήθηκαν στο όρος Σινά. Υπογραμμίζει σ΄ αυτό το ίδιο κείμενο, ότι ο Μάρξ, αν και είναι γίγας της σκέψης, υπέπεσε σε πλάνες, που μπορούμε και οφείλουμε να τις ελέγξουμε. Παραδείγματος χάρη σε σχέση με τη Λατινική Αμερική, η εξήγηση που κάνει για τον Μπολιβάρ, ή η ανάλυση που έκαμε μαζί με τον Ενγκελς για το Μεξικό, «όπου παραδεχότανε ορισμένες θεωρίες για τις φυλές και τις εθνικότητες, που για τις μέρες μας, έχουν αποβεί απαράδεκτες» (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Η τακτική και στρατηγική της Λατινο-Αμερικανικής Επανάστασης», τόμος Α΄, σελ. 109, Εκ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Ο Γκουεβάρα παραπονιέται επανειλημμένα για «το σχολαστικισμό που έχει φρενάρει την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας» και που συστηματικά μάλιστα εμπόδισε τη μελέτη της περιόδου οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Εναντίον αυτού του σχολαστικισμού (αναφέρεται βασικά στο σταλινισμό) και εναντίον κάθε τάσης παγιοποίησης του μαρξισμού σ΄ ένα ωραίο σύστημα αιώνιων αληθειών, απαρασάλευτων και αμετάβλητων, που προσφέρονται για τον ευσεβή εκστασιασμό των πιστών, ο Τσέ Γκεβάρα χρησιμοποιεί το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιούσε ο Λένιν εναντίον της αρτηριοσκληρωτικής «ορθοδοξίας» της 2ας Διεθνούς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μαρξισμός είναι σε τελευταία ανάλυση, οδηγός για τη δράση. (σσ Πολιτικά Κείμενα: «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», τομ. Α΄, σελ. 172).

Βρίσκουμε λοιπόν στον Γκουεβάρα οξεία επίγνωση της ανάγκης για δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού, προπαντός σχετικά με τα καινούργια προβλήματα, που θέτουν οι μεταβατικές κοινωνίες, για τις οποίες τα κείμενα του Μάρξ και του Λένιν δεν αποτελούν παρά εισαγωγή, πολύτιμη και αναγκαία, αλλά ανεπαρκή. Αυτό δε σημαίνει πώς η σκέψη του Τσέ δεν υπήρξε ορθόδοξη, με την αυθεντική έννοια της λέξης, δηλαδή να ξεκινά από τις θεμελιώδεις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού και από τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Ο αντιδογματισμός που χαρακτηρίζει μεθοδολογικά τη σκέψη του Τσέ καθρεφτίζεται πάνω στις οικονομικές και πολιτικές του θέσεις επιτρέποντάς τους να ξεπεράσουν τα όρια που επέβαλε «συστηματικά» η σταλινική γραφειοκρατία. Ο Τσέ είχε εξάλλου επίγνωση της σχέσης μεταξύ δογματισμού και γραφειοκρατίας. Σε μια περικοπή, όπου κάνει υπαινιγμό στην «υπόθεση Εσκαλάντ», ο Τσέ έγραφε, τον Απρίλη του 1962: «είχε εγκαθιδρύσει προσωπικές μεθόδους που έγιναν σοβαρότατα εμπόδια στον καλύτερο συντονισμό της εργατικής τάξης και των οργανισμών. Για την ικανοποίηση προσωπικών συμφερόντων, εκδηλώθηκε στη χώρα ένα ολέθριο βίτσιο που πρέπει να εξαφανιστεί τελείως: η απομάκρυνση των μαζών, ο δογματισμός και ο σεχταρισμός. Εξ αιτίας τους απειληθήκαμε από τη γραφειοκρατία». (σσ Πολιτικά Κείμενα, Τόμ. Α΄, σελ. 130).

Τηρουμένων όλων των αναλογιών, μπορούμε να πούμε πώς ο Τσέ έπαιξε, τουλάχιστον επί επιπέδου Λατινικής Αμερικής, τον ίδιο ρόλο, επαναστατικής ανανέωσης, σχετικά με το «μαρξισμό» τον παγοποιημένο της επίσημης αριστεράς, που είχε διαδραματίσει ο Λένιν σχετικά με τη «μαρξιστική» σοσιαλ-δημοκρατία της 2ης Διεθνούς.

Ο Μαρξιστικός Ουμανισμός

Για τον Τσέ ο αυθεντικός μαρξισμός δεν αποκλείει τον ανθρωπισμό: τον ενσωματώνει σαν αναγκαία στιγμή του δικού του οράματος του κόσμου. Με την ιδιότητα του ουμανιστή ο Τσέ υπογραμμίζει την πρωτοτυπία και τη σημασία της κουβανέζικης επανάστασης η οποία επιχείρησε να οικοδομήσει «ένα μαρξιστικό σύστημα σοσιαλιστικό, με συνέπεια, ή με συνέπεια κατά προσέγγιση, όπου τοποθέτησαν στο κέντρο τον άνθρωπο, και όπου ο λόγος γίνεται για το άτομο, για το (συγκεκριμένο) πρόσωπο και για τη σημασία που έχει σαν ουσιαστικός παράγων της επανάστασης». (σσ Τσέ Γκεβάρα: «Το επίπεδο και οι άνθρωποι», στο Μανιφέστο αριθ. 7, Δεκέμβριος 1969, σελ. 36. Πρόκειται για τα στενογραφημένα πρακτικά των συνομιλιών που διεξήχθησαν το 1964 στο υπουργείο της Βιομηχανίας).

Ξέρουμε ότι ο Φιντέλ καθόριζε το 1959 την κουβανέζικη επανάσταση, σαν επανάσταση ανθρωπιστική. Με το πέρασμα (περαιτέρω ανάπτυξη) της επανάστασης στο σοσιαλισμό και την προσχώρηση του Φιντέλ στο μαρξισμό – λενινισμό (1960-61) ο ουμανισμός αυτός όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά διατηρημένος υπερκεράστηκε (Aufhebung) από το νέο μαρξιστικό ουμανισμό των κουβανών επαναστατών. Σε ένα λόγο το 1961, ο Φιντέλ υπεγράμμιζε κατηγορηματικά την ουμανιστική έμπνευση της φιλοσοφίας του Μαρξισμού-Λενινισμού: «Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός απαρνείται τα ανθρώπινα αισθήματα;… Ενώ ακριβώς η αγάπη στον άνθρωπο, στην ανθρωπότητα, η επιθυμία να χτυπηθεί η αθλιότητα, η αδικία, ο γολγοθάς της εκμετάλλευσης που υφίσταται το προλεταριάτο, αυτά έκαμαν να ξεπηδήσει ο μαρξισμός από το μυαλό του Κάρλ Μάρξ, όταν ακριβώς ο μαρξισμός μπορούσε να ξεπηδήσει, όταν ακριβώς μπορούσε να αναφανεί πραγματική δυνατότητα, κι ακόμη πάνω κι από την πραγματική δυνατότητα: η ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης της οποίας ο Κάρλ Μάρξ υπήρξε ο ερμηνευτής. Αλλά τι είναι κείνο που του επέτρεψε να γίνει ο ερμηνευτής, αν δεν είναι το κύμα των ανθρώπινων αισθημάτων, ανθρώπων όπως αυτός, όπως ο Ενγκελς, όπως ο Λένιν;». (σσ Φ. Κάστρο, Κουβανέζικη Επανάσταση, Μασπερό, Τόμ. 1, σελ. 117, Παρίσι).

Για τον Τσέ, το χωρίον αυτό του λόγου του Φιντέλ είναι απολύτου σημασίας και συνιστά σε κάθε αγωνιστή του κουβανέζικου κόμματος να το χαράξει στη μνήμη του σαν «το πιό αποτελεσματικό όπλο εναντίον όλων των αποκλίσεων». (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Το Μαρξιστικό – Λενινιστικό Κόμμα», Τομ. Α΄, σελ. 209, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Κατά το 1963 – 64 ο Τσέ ανακαλύπτει το έργο του νεαρού Μάρξ. Πιθανώς η μεγάλη οικονομική συζήτηση που άρχιζε στην Κούβα εκείνη την εποχή, του υπεκίνησε την ανάγνωση των οικονομικο-φιλοσοφικών χειρογράφων του 1844. Αν και αναγνωρίζοντας τα θεωρητικά περιθώρια του νεαρού Μάρξ – των οποίων η διατύπωση «απέπνεε το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που είχαν συντελέσει στη διαμόρφωσή του» και των οποίων οι οικονομικές ιδέες ήσαν «πολύ ακαθόριστες» μη έχοντας ακόμη αποκτήσει την επιστημονική στιβαρότητα του Κεφαλαίου – ο Τσέ υπογραμμίζει το ενδιαφέρον αυτών των κειμένων, που αναφέρονται στα προβλήματα της απελευθέρωσης του ανθρώπου τόσο σαν κοινωνικού όντος, δηλαδή στον κομμουνισμό, όσο και σαν τη λύση των αντιθέσεων που προκαλούν την αλλοτρίωσή του. (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Β΄, σελ. 81, «Σχετικά με το σύστημα προϋπολογισμού χρηματοδότησης», Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

Και το Κεφάλαιο; Δεν είναι αντίθετο από τα κείμενα του νεαρού Μάρξ το «καθαρώς επιστημονικό» δηλαδή «αντιανθρωπιστικό»; Αυτή η νεο-θετικιστική θεωρία για το Κεφάλαιο η πολύ διαδομένη κατά την εποχή της 2ης Διεθνούς, που επανεμφανίζεται σήμερα υπό νέα μορφή, αγνοεί ότι η καταγγελία του απανθρωπισμού του καπιταλισμού – και η δυνατότητα του ξεπεράσματός του με μια κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ελέγχουν τα πράγματα με τη λογική – είναι ένα από τα επίκεντρα θέματα του σπουδαιότερου έργου του Μάρξ, θέμα που δεν αντιτίθεται στον επιστημονικό του χαρακτήρα, μα, αντιθέτως, συνάπτεται μαζί του διαλεκτικά. Ο Τσέ Γκουεβάρα, κατ΄ αντιπαραβολή, είχε ολοκληρωτικά συλλάβει την ανθρωπιστική έκταση του Κεφαλαίου, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η έκταση αυτή δεν είναι πάντα «ορατή» για έναν αναγνώστη απληροφόρητο: «η βαρύτητα του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοια που συχνά μας έκαμε να ξεχάσουμε τον ουμανιστικό χαρακτήρα (στην καλύτερη σημασία του όρου) των προθέσεών του. Ο μηχανισμός των παραγωγικών σχέσεων και τα επακόλουθά του, η πάλη των τάξεων, κρύβουν μέχρι τινός βαθμού το αντικειμενικό γεγονός πώς άνθρωποι είναι εκείνοι που κινούνται μέσα στην ιστορική ατμόσφαιρα». (Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμ. Β΄, σελ. 81, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

«Ανθρωπιστής στην καλύτερη σημασία του όρου»: με την έκφραση αυτή ο Τσέ υποδηλώνει ότι είναι απαραίτητο να γίνεται διάκριση μεταξύ του ουμανισμού του Μάρξ και των ουμανισμών ¨με την κακή σημασία του όρου»: αστικός ουμανισμός, χριστιανικός, παραδοσιακός, φιλανθρωπικός, κλπ. Εναντίον κάθε αφηρημένου ουμανισμού που αυτοκηρύσσεται «υπεράνω των τάξεων» (και που είναι σε τελευταία ανάλυση, αστικός) ο ουμανισμός του Τσέ, όπως και του Μάρξ, έχει ρητά αναλάβει υποχρεώσεις μέσα σε προοπτική προλεταριακής τάξης, αντιτίθεται λοιπόν ριζικά στον «κακό ουμανισμό» μ΄ αυτό το θεμελιακό συλλογισμό: η απελευθέρωση του ανθρώπου και η πραγματοποίηση των δυνατοτήτων του, δεν μπορούν να επιτευχθούν παρά μόνο με την προλεταριακή επανάσταση που καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και εγκαθιδρύει την ορθολογιστική κυριαρχία των ανθρώπων πάνω στη διαδικασία της κοινωνικής τους ζωής. (Στην αντίληψή του για τον ουμανισμό, είναι δυνατόν και μάλιστα πιθανόν να επηρεάστηκε ο Τσέ από το έργο του αργεντίνου στοχαστή Ανιμπαλ Πόνσε (1898-1938), ενός από τους σκαπανείς του μαρξισμού στη Λατινική Αμερική, που το βιβλίο του Αστικός ουμανισμός και Προλεταριακός ουμανισμός (1935) επανεκδόθηκε ακριβώς στην Κούβα το 1962. Ο Πόνσε καταδεικνύει τη βασική αντίθεση μεταξύ του ουμανισμού των αστών και του ουμανισμού των εργαζομένων και υπογραμμίζει ότι «ο νέος άνθρωπος» ο «ολοκληρωμένος άνθρωπος» που συνδυάζει τη θεωρία και την πράξη, την κουλτούρα και την εργασία, δεν θα γίνει επιτεύξιμος παρά μόνο με την άνοδο του προλεταριάτου στην εξουσία». (σσ Α. Πόνσε: Αστικός Ουμανισμός και Προλεταριακός Ουμανισμός. Εθνικόν Τυπογραφείον της Κούβας, 1962, σελ. 113). Ο μαρξιστικός ουμανισμός του Τσέ είναι λοιπόν πρώτα απ΄ όλα ένας επαναστατικός ουμανισμός ο οποίος εκφράζεται στην αντίληψή του για το ρόλο των ανθρώπων κατά την επανάσταση, στην κομμουνιστική ηθική του και στο πώς βλέπει το νέο άνθρωπο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο / Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος.

Advertisements