Συντάκτης: Guevaristas
Μήνυμα στην Τρικοντινεντάλ
«Είναι η ώρα των μαγκαλιών και δεν πρέπει να βλέπουμε άλλο απ΄ το φως». Χοσέ Μαρτί.
Εικοσιένα χρόνια κύλησαν απ΄ τον τερματισμό του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου και πολλά δημοσιεύματα, σε πολλές γλώσσες, γιορτάζουν το γεγονός που συμβολίζεται από την ήττα της Ιαπωνίας. Μια ατμόσφαιρα φαινομενικής αισιοδοξίας βασιλεύει στους διάφορους τομείς στα διαφορετικά στρατόπεδα που χωρίζουν τον κόσμο. Εικοσιένα χρόνια δίχως παγκόσμιο πόλεμο, σ΄ αυτούς τους καιρούς με τις μεγάλες διαμάχες, τις βίαιες συγκρούσεις και τις απότομες αλλαγές, είναι ένα διάστημα που φαίνεται πολύ μεγάλο. Μα και δίχως ν΄ αναλύσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της ειρήνης για την όποια είμαστε όλοι διατεθειμένοι να αγωνιστούμε (η φτώχεια, η εξαθλίωση, η ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση τεράστιων περιοχών του κόσμου) πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι μια πραγματική ειρήνη.
Αυτές οι σημειώσεις δεν έχουν την αξίωση να δώσουν το ιστορικό των διάφορων συγκρούσεων με τοπικό χαρακτήρα, που ακολούθησαν μετά την παράδοση της Ιαπωνίας. Και ούτε θα επιχειρήσουμε να κάνουμε τον οδυνηρό και πάντα αυξανόμενο απολογισμό των εμφύλιων σπαραγμών, που έχουν γίνει σ΄ αυτά τα χρόνια της υποτιθέμενης ειρήνης. Μας φτάνει να αντιτάξουμε σ΄ αυτή την υπέρμετρη αισιοδοξία τα παραδείγματα του πολέμου της Κορέας και του Βιετνάμ.
Στον πρώτο απ΄ αυτούς, μετά από χρόνια άγριας πάλης, το βόρειο τμήμα της χώρας έγινε αντικείμενο της πιο φοβερής καταστροφής στα χρονικά του σύγχρονου πολέμου. Ανασκαμμένο απ΄ τις βόμβες, δίχως εργοστάσια, δίχως σχολεία και νοσοκομεία. Δίχως καμία προστασία για δέκα εκατομμύρια κάτοικους. Στον πόλεμο της Κορέας επενέβησαν δεκάδες χώρες κάτω απ΄ την απατηλή σημαία των Ηνωμένων Εθνών και με τη στρατιωτική καθοδήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη μαζική συμμετοχή Αμερικανών στρατιωτών και τη χρησιμοποίηση του νοτιοκορεάτικου πληθυσμού, που είχε επιστρατευθεί σαν κρέας για τα κανόνια.
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο στρατός και ο λαός της Κορέας και οι εθελοντές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κινάς ανεφοδιάζονταν και είχαν μια συμπαράσταση από τη σοβιετική στρατιωτική μηχανή. Απ΄ την αμερικανική πλευρά, δοκιμάστηκαν κάθε είδους όπλα καταστροφής: αν και είχαν αποκλεισθεί τα θερμοπυρηνικά όπλα, χρησιμοποιήθηκαν σε περιορισμένη κλίμακα τα βακτηριολογικά και χημικά όπλα.
Στο Βιετνάμ, οι πατριωτικές δυνάμεις πολέμησαν σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ενάντια σε τρεις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: ενάντια στην Ιαπωνία, που η ισχύς της έμελλε να υποστεί μια κάθετη πτώση μετά τις βόμβες της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι. Ενάντια στη Γαλλία που ξαναπήρε από τούτη τη νικημένη χώρα τις ινδοκινεζικες αποικίες της και αγνόησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στις δύσκολες στιγμές. Κι ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες σ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα.
Σ΄ όλες τις ηπείρους υπήρχαν περιορισμένες συγκρούσεις, ενώ στην αμερικανική ήπειρο δεν είχαν σημειωθεί ακόμη για αρκετό καιρό παρά μόνο απόπειρες απελευθερωτικής πάλης και πραξικοπημάτων, ίσαμε τη στιγμή που η κουβανέζικη Επανάσταση σήμανε τη σάλπιγγα του συναγερμού για τη σημασία αυτής της περιοχής και προκάλεσε τη λύσσα των ιμπεριαλιστών, υποχρεώνοντας την να υπερασπιστεί τις αχτές της, στην αρχή στην Πλάγια Χιρον και κατοπινά με την Κρίση του Οχτωβρη. Αυτό το τελευταίο επεισόδιο θα μπορούσε να είχε προκαλέσει ένα πόλεμο με ανυπολόγιστες διαστάσεις, επειδή είχε φέρει αντιμέτωπους τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς σχετικά με την Κούβα.
Μα προφανώς η πιο μεγάλη εστία πολέμου βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα εδάφη της ινδοκινεζικης χερσονήσου και στις γειτονικές της χώρες. Το Λάος και το Βιετνάμ σπαράζονται από εμφύλιους πόλεμους, που παύουν πια να είναι εμφύλιοι απ΄ τη στιγμή που είναι παρών ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, με όλη του την ισχύ. Κι όλη η ζώνη γίνεται μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί. Στο Βιετνάμ, η σύγκρουση πήρε μια εξαιρετική οξύτητα. Δεν έχουμε την πρόθεση να δώσουμε την ιστορία αυτού του πολέμου. Θα περιοριστούμε μόνο σε μερικά σημεία αναφοράς.
Το 1954, μετά τη συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου, υπεγράφησαν οι συμφωνίες της Γενεύης, που διαιρούσαν τη χώρα σε δυο ζώνες και όριζαν ότι θα γίνονταν εκλογές μέσα σε δεκαοχτώ μήνες, για να αποφασιστεί ποιος θα κυβερνούσε το Βιετνάμ και με ποιο τρόπο θα ξαναγινόταν η συνένωση της χώρας. Οι Αμερικανοί δεν υπέγραψαν αυτό το έγγραφο και άρχισαν να ελίσσονται για ν΄ αντικαταστήσουν το ανδρείκελο των Γάλλων, τον αυτοκράτορα Μπάο — Ντάι, μ΄ έναν άνθρωπο που να ανταποκρίνεται στις δικές τους προθέσεις. Ήταν ο Νγκο Ντινχ Ντιέμ, που όλος ο κόσμος ξέρει το τραγικό του τέλος — της στυμμένης λεμονόκουπας απ΄ τον ιμπεριαλισμό. Μια αισιοδοξία κυριάρχησε στο στρατόπεδο των λαϊκών δυνάμεων στους μήνες που ακολούθησαν την υπογραφή των συμφωνιών της Γενεύης. Στο νότιο τμήμα της χώρας είχαν αρχίσει να κατεδαφίζουν τις οχυρώσεις του πολέμου εναντίον των Γάλλων και όλοι περίμεναν την εφαρμογή της συνθήκης. Μα οι πατριώτες δεν άργησαν να καταλάβουν ότι δεν θα γίνονταν οι εκλογές εκτός πια κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ένιωθαν ότι μπορούσαν να επιβάλουν τη θέληση τους στις κάλπες, πράγμα που ήταν αδύνατο να γίνει ακόμη κι αν κατέφευγαν σ΄ όλες τις μορφές του δόλου, που αυτές ξέρουν τα μυστικά του.
Οι αγώνες συνεχίστηκαν ξανά στο νότιο τμήμα της χώρας κι έγιναν όλο και πιο έντονοι ως τη σημερινή στιγμή που ο αμερικανικός στρατός αποτελείται από μισό εκατομμύριο περίπου εισβολείς, ενώ οι δυνάμεις των ανδρεικέλων μειώνονται και χάνουν ολωσδιόλου τη μαχητικότητα τους. Είναι κοντά δυο χρόνια που οι Αμερικανοί άρχισαν συστηματικά τους βομβαρδισμούς ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ σε μια καινούργια προσπάθεια να λυγίσουν τη μαχητικότητα του Νότου και να του επιβάλουν μια συνδιάσκεψη, ξεκινώντας από μια θέση ισχύος. Στην αρχή, οι βομβαρδισμοί ήταν λίγο — πολύ σποραδικοί και ξεκινούσαν απ΄ τον ισχυρισμό ότι αποτελούσαν αντίποινα για υποτιθέμενες προκλήσεις των Βορείων. Σε συνέχεια, αυτοί οι βομβαρδισμοί αυξήθηκαν σε ένταση, έγιναν μεθοδικοί ώσπου να μεταβληθούν, μέρα με την ημέρα, σ΄ ένα τεράστιο κυνηγητό από μέρους των αεροπορικών μονάδων των Ηνωμένων Πολιτειών, προς το σκοπό να καταστρέψουν κάθε ίχνος πολιτισμού στο βόρειο τμήμα της χώρας. Έτσι ένα από τα θλιβερά επεισόδια της διαβόητης κλιμάκωσης. Οι υλικοί στόχοι των γιάνκηδων έχουν επιτευχθεί στο μεγαλύτερο μέρος παρά την αποφασιστική αντίσταση των αντιαεροπορικών μονάδων του Βιετνάμ, παρά τα 1.700 αεροπλάνα που έχουν καταρριφθεί και παρά τη βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου σε πολεμικό υλικό. Υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ, το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του. Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με το λαό του Βιετνάμ μοιάζει με την πικρή ειρωνεία που σήμαινε η ενθάρρυνση του όχλου για τους μονομάχους του ρωμαϊκού τσίγκου. Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη.
Αν θελήσουμε να αναλύσουμε τη μοναξιά του Βιετνάμ, θα μας πιάσει ένα άγχος για τούτη την άλογη στιγμή της ανθρωπότητας. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεραστία και επεκτείνονται σ΄ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν. Είναι ένοχοι εκείνοι που συνεχίζουν έναν πόλεμο με βρισιές και τρικλοποδιές, που τον άρχισαν από καιρό οι αντιπρόσωποι των δυο πιο μεγάλων δυνάμεων του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.
Θέτουμε το πρόβλημα για να πετύχουμε μια τίμια απάντηση: το Βιετνάμ είναι ή δεν είναι απομονωμένο και επιδίδεται σε μια επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στις δυο δυνάμεις που έχουν εμπλακεί στη διαπάλη; Τι μεγάλος που είναι αυτός ο λαός! Ποσό γενναίος και στωικός είναι! Και τι μάθημα αντιπροσωπεύει ο αγώνας για όλο τον κόσμο. Δεν θα μάθουμε πριν περάσει καιρός αν ο πρόεδρος Τζονσον το σκεφτόταν σοβαρά να πραγματοποιήσει κάποιες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για το λαό της χώρας του, για να αφαιρέσει την οξύτητα από τις ταξικές αντιθέσεις που εκδηλώνονται με μια εκρηκτική δύναμη και ολοένα και πιο συχνά. Μα είναι βέβαιο ότι αυτές οι βελτιώσεις που αναγγέλθηκαν με τον πομπώδη τίτλο μιας πάλης για τη «μεγάλη κοινωνία» έπεσαν όλες στον καιάδα του Βιετνάμ.
Η πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη αισθάνεται μια αιμορραγία στους κόλπους της, που την προκαλεί μια μικρή και καθυστερημένη χώρα και η μυθική οικονομία της αισθάνεται τις συνέπειες απ΄ τη διεξαγωγή του πολέμου. Να σκοτώνεις έπαψε πια να είναι το πιο προσοδοφόρο εμπόριο των μονοπωλίων. Ότι διαθέτουν αυτοί οι υπέροχοι στρατιώτες, πέρα απ΄ την αγάπη τους για την πατρίδα και για την κοινωνία τους και πέρα από το ανεξάντλητο θάρρος τους, είναι μόνο αμυντικά όπλα κι αυτά σε μια περιορισμένη ποσότητα. Μα ο ιμπεριαλισμός βουλιάζει στο Βιετνάμ, δεν βρίσκει διέξοδο και αναζητεί απεγνωσμένα ένα δρόμο που να του επιτρέψει να αποφύγει αξιοπρεπώς τον κίνδυνο, στον οποίο έχει εμπλακεί. Μα τα «Τέσσερα Σημεία» του Βορρά και τα «Πέντε Σημεία» του Νότου τον κρατάνε πιασμένο μέσα σε μια τανάλια και κάνουν ακόμα πιο αποφασιστική τη σύγκρουση.
Όλα φαίνεται να δείχνουν ότι η ειρήνη, αυτή η ασταθής ειρήνη που της έδωσαν αυτό το όνομα αποκλειστικά και μόνο γιατί δε σημειώθηκε καμία παγκόσμια σύρραξη, βρίσκεται πάλι σε κίνδυνο να γίνει θρύψαλα από τούτη την αμετάτρεπτη και απαράδεκτη πρωτοβουλία που πήραν οι Αμερικανοί. Και σε μας, στους εκμεταλλευόμενους του κόσμου, ποιος είναι ο ρόλος που μας ανήκει; Οι λαοί των τριών ηπείρων παρακολουθούν και διδάσκονται το μάθημα τους απ΄ το Βιετνάμ. Επειδή οι ιμπεριαλιστές, με την απειλή του πολέμου, ασκούν έναν εκβιασμό πάνω σ΄ όλη την ανθρωπότητα, η σωστή απάντηση είναι να μη φοβόμαστε τον πόλεμο. Η γενική τακτική των λαών πρέπει να είναι να επιτίθενται σκληρά και αδιάκοπα σε κάθε σημείο όπου παρουσιάζεται η σύγκρουση.
Μα, εκεί όπου έχει σπάσει αυτή η άθλια ειρήνη που υφιστάμεθα, ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μας; Να απελευθερωθούμε πάση θυσία. Το πανόραμα του κόσμου είναι σήμερα πολύπλοκο στο μέγιστο βαθμό. Ο στόχος της απελευθέρωσης αφορά ακόμη και χώρες της γηραιάς Ευρώπης, αρκετά ανεπτυγμένες για να αισθάνονται όλες τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, μα τόσο αδύνατες που δεν μπορούν να ακολουθήσουν το δρόμο του ιμπεριαλισμού ή να εμπλακούν σ΄ αυτόν. Εκεί οι αντιθέσεις θα φτάσουν, στα χρόνια που μας έρχονται, σ΄ ένα εκρηκτικό βαθμό, μα τα προβλήματα τους —και κατά συνέπεια και η λύση τους— είναι διαφορετικά από τα προβλήματα των δικών μας εξαρτημένων και οικονομικά καθυστερημένων λαών. Το κυριότερο πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού αγκαλιάζει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους: την Αμερική, την Ασία και την Αφρική. Η κάθε χώρα έχει τις ιδιομορφίες της, μα και η κάθε ήπειρος στο σύνολο της τις δικές της.
Η Αμερική αποτελεί ένα σύνολο λίγο πολύ ομοιογενές και τα αμερικανικά μονοπωλιακά κεφάλαια διατηρούν τα απόλυτα πρωτεία στο σύνολο των εδαφών της. Οι κυβερνήσεις ανδρείκελα ΄η, στην καλύτερη περίπτωση, οι αδύνατες και φοβισμένες, δεν μπορούν να αντιταχθούν στις διαταγές των γιάνκηδων αφεντικών. Οι Αμερικανοί έχουν φτάσει σχεδόν στο τελευταίο όριο της πολιτικής και οικονομικής τους κυριαρχίας και δεν θα μπορούσαν πια να προχωρήσουν παραπέρα. Η οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάσταση θα μπορούσε να μεταβληθεί σε μια κάμψη της πρωτοκαθεδρίας τους. Η πολιτική τους συνίσταται στο να διατηρήσουν αυτά που έχουν κερδίσει. Η γραμμή της δράσης τους περιορίζεται σήμερα στην κτηνώδη χρησιμοποίηση της βίας για την κατάπνιξη των απελευθερωτικών κινημάτων, όποια κι αν είναι αυτά.
Το σύνθημα «δεν θα επιτρέψουμε μια άλλη Κούβα» πάει να κρύψει τη δυνατότητα τους να διαπράττουν ατιμώρητα εισβολές, σαν κι αυτήν που έγινε ενάντια στη Δομινικανικη Δημοκρατία ή και προηγούμενα με τη σφαγή του Παναμά, και την καθαρή προειδοποίηση ότι τα στρατεύματα των γιάνκηδων είναι διατεθειμένα να επεμβαίνουν σε οποιοδήποτε σημείο της Αμερικής, όπου διαταράσσεται η κατεστημένη τάξη, βάζοντας σε κίνδυνο τα αμερικανικά συμφέροντα. Αυτή η πολιτική απολαμβάνει μια απόλυτη σχεδόν ατιμωρησία. Η Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών, όσο ξεπεσμένη κι αν είναι, αποτελεί μια πολύ βολική μάσκα. Ο Ο.Η.Ε. είναι τόσο αναποτελεσματικός, που πέφτει στα όρια του γελοίου και του τραγικού. Οι στρατοί όλων των χωρών της Αμερικής είναι έτοιμοι να επέμβουν, για να συντρίψουν τους λαούς της. Στην ουσία, έχει συγκροτηθεί η διεθνής του εγκλήματος και της προδοσίας. Εξάλλου, οι εθνικές αστικές τάξεις δεν είναι πια διόλου ικανές να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό —αν ήταν και καμία φορά— και σήμερα είναι η οπισθοφυλακή του. Δεν υπάρχουν πια άλλες αλλαγές να γίνουν: η σοσιαλιστική επανάσταση ή καρικατούρα της επανάστασης.
Η Ασία είναι μια ήπειρος με χαρακτηριστικές ιδιομορφίες. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια σε διάφορες ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις οδήγησαν στην εγκαθίδρυση λίγο πολύ προοδευτικών κυβερνήσεων, που η παραπέρα εξέλιξη τους ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις το βάθεμα των πρώτων στόχων της εθνικής απελευθέρωσης και σε άλλες μια επιστροφή σε προιμπεριαλιστικες θέσεις. Από οικονομική πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν λίγα να χάσουν και πολλά να κερδίσουν στην Ασία. Οι αλλαγές τους διευκολύνουν. Αγωνίζονται για να εκτοπίσουν άλλες νεοαποικιακες δυνάμεις, για να διεισδύσουν σε καινούργιες σφαίρες ενεργειών στον οικονομικό τομέα, κάποτε άμεσα και κάποτε χρησιμοποιώντας την Ιαπωνία. Μα υπάρχουν ειδικές πολιτικές συνθήκες, προπάντων στην ινδοκινεζικη χερσόνησο, οι όποιες προσδίδουν μια εξαιρετική σημασία στην Ασία και παίζουν ένα πολύ σπουδαίο ρόλο στην καθολική στρατηγική πολέμου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ο τελευταίος περισφίγγει την Κίνα, μ΄ ένα κλοιό, που περιλαμβάνει τουλάχιστο τη Νότιο Κορέα, την Ιαπωνία, τη Φορμόζα, το Νότιο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη. Αυτή η διπλή κατάσταση, ένα τόσο σημαντικό στρατηγικό συμφέρον όπως είναι η στρατιωτική περικύκλωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας απ΄ τη μια μεριά και η φιλοδοξία των αμερικανικών κεφαλαίων να βρουν διέξοδο στις μεγάλες της αγορές απ΄ την άλλη, κάνουν την Ασία ένα από τα πιο εκρηκτικά μέρη του σημερινού κόσμου, παρά τη φαινομενική σταθερότητα που υπάρχει έξω από τη ζώνη του Βιετνάμ.
Η Μέση Ανατολή, που ανήκει γεωγραφικά σ΄ αυτή την ήπειρο, μα με τις δικές της ξεχωριστές αντιφάσεις, βρίσκεται σε μεγάλο αναβρασμό και δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι διαστάσεις θα πάρει ο ψυχρός πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, που υποστηρίζεται απ΄ τους ιμπεριαλιστές, και στις προοδευτικές χώρες της περιοχής. Είναι ένα άλλο από τα ηφαίστεια που απειλούν τον κόσμο. Η Αφρική προσφέρει τα γνωρίσματα ενός σχεδόν παρθένου εδάφους για τη νεοαποικιοκρατικη εισβολή. Έγιναν αλλαγές που ως ένα βαθμό υποχρέωναν τις νεοαποικιοκρατικές δυνάμεις να ενδώσουν σ΄ ότι αφορά τα παλιά απόλυτα προνομία τους. Μα όταν οι διαδικασίες εξελίσσονται αδιάκοπα, τότε την αποικιοκρατία τη διαδέχεται η νεοαποικιοκρατία, που οι συνέπειες της είναι οι ίδιες όσον αφορά την οικονομική κυριαρχία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αποικίες σ΄ αυτή την ήπειρο και πασχίζουν τώρα να διεισδύσουν στα παλιά περιφραγμένα κτήματα των συνεταίρων τους. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η Αφρική αποτελεί μια μακροπρόθεσμη εφεδρεία στα στρατηγικά σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι σημερινές επενδύσεις του δεν είναι σημαντικές παρά μόνο στην Νοτιοαφρικανική Ένωση και αρχίζει η διείσδυση του στο Κονγκό, στη Νιγηρία και σε άλλες χώρες, όπου υποβόσκει ένας βίαιος ανταγωνισμός (ειρηνικός για την ώρα) με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο ιμπεριαλισμός δεν έχει ακόμη μεγάλα συμφέροντα να υπερασπιστεί εκεί, εκτός από το υποτιθέμενο δικαίωμα του να επεμβαίνει σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, όπου τα μονοπώλια μυρίζονται μεγάλα κέρδη ή την ύπαρξη μεγάλων εφεδρειών σε πρώτες ύλες.
Όλα αυτά τα δεδομένα μας κάνουν να αναρωτηθούμε δικαιολογημένα για τις δυνατότητες μιας βραχυπρόθεσμης ΄η μακροπρόθεσμης απελευθέρωσης των λαών της Αφρικής. Αν αναλύσουμε την Αφρική, θα δούμε ότι γίνεται ένας αγώνας με κάποια ένταση στις πορτογαλικές αποικίες της Γουινέας, της Μοζαμβίκης και της Αγκόλας, με αξιόλογες επιτυχίες στην πρώτη και με ασταθείς επιτυχίες στις δυο άλλες. Ότι παραβρισκόμαστε ακόμη σε μια πάλη ανάμεσα στους διαδόχους του Λουμουμπα και τους παλιούς συνένοχους του Τσομπε στο Κονγκό, πάλη που φαίνεται να κλίνει προσωρινά προς τη μεριά των τελευταίων, που «ειρήνευσαν» προς όφελος τους ένα μεγάλο τμήμα της χώρας, μολονότι ο πόλεμος παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση.
Το πρόβλημα είναι διαφορετικό στη Ροδεσία. Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε όλους τους μηχανισμούς που είχε στη διάθεση του, για να παραδώσει την εξουσία σε μια μειονότητα λευκών, που την κρατάει και σήμερα. Η σύγκρουση απ΄ την πλευρά της Αγγλίας δεν έχει καθόλου επίσημο χαρακτήρα. Με τη συνηθισμένη της διπλωματική δεξιοτεχνία —που πρέπει να την πούμε καθαρή υποκρισία— η δύναμη αυτή περιορίζεται να παραβιάζει μια πρόσοψη όπου αποδοκιμάζει τάχα τα μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση του Ίαν Σμιθ. Η δόλια στάση της έχει την υποστήριξη μερικών χωρών της Κοινοπολιτείας, που την ακολουθούν, και επικρίνεται από ένα μεγάλο μέρος των χωρών της Μαύρης Αφρικής, είτε πρόκειται ή όχι για πειθήνιους υποτελείς του αγγλικού ιμπεριαλισμού.
Στη Ροδεσία, η κατάσταση μπορεί να γίνει εξαιρετικά εκρηκτική αν αποκρυσταλλωθούν οι προσπάθειες των μαύρων πατριωτών για να πάρουν τα όπλα κι αν το κίνημα δεχθεί πραγματικά μια υποστήριξη από τα γειτονικά αφρικάνικα έθνη. Μα για την ώρα, όλα τα προβλήματα συζητούνται μέσα σε τόσο μη αποτελεσματικούς οργανισμούς όπως είναι ο ΟΗΕ, η Κοινοπολιτεία και ο O. U. A. Ωστόσο, η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Αφρικής δεν επιτρέπει να προβλέψουμε μια επαναστατική κατάσταση σε ηπειρωτική κλίμακα. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια στους Πορτογάλους πρέπει να καταλήξουν στη νίκη, μα η Πορτογαλία δεν σημαίνει τίποτα στον κατάλογο των υπαλλήλων του ιμπεριαλισμού. Οι συγκρούσεις με πραγματικά επαναστατική σημασία είναι εκείνες που προσβάλλουν όλο το μηχανισμό του ιμπεριαλισμού. Μα εμείς δεν πρέπει να σταματήσουμε ν΄ αγωνιζόμαστε για την απελευθέρωση των τριών πορτογαλικών αποικιών και για το βάθεμα της επανάστασης τους.
Όταν οι μαύρες μάζες της Νότιας Αφρικής ή της Ροδεσίας θα αρχίσουν την αληθινή επαναστατική τους πάλη, τότε θα αρχίσει και για την Αφρική μια νέα εποχή. Ή όταν οι φτωχές μάζες θα ριχτούν στη δράση για ν΄ αποσπάσουν απ΄ τα χέρια των ολιγαρχιών που τις κυβερνούν το δικαίωμα τους για μια άξια ζωή. Για τη στιγμή, τα πραξικοπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο ή μια ομάδα αξιωματικών υποκαθιστά μια άλλη ομάδα ή κυβερνήτες που δεν εξυπηρετούν πια τα συμφέροντα της κάστας τους μήτε και τα συμφέροντα των δυνάμεων που τους υποκινούν ύπουλα, μα δεν υπάρχουν ακόμη λεκές κινητοποιήσεις. Στο Κονγκό, η μνήμη του Λουμουμπα έδωσε ψυχή σε παρόμοιες κινήσεις που αποδυναμώθηκαν όμως μέσα στους τελευταίους μήνες.
Στην Ασία, όπως το έχουμε δει, η κατάσταση είναι εκρηκτική και τα σημεία τριβής δεν βρίσκονται μόνο στο Βιετνάμ και στο Λάος, όπου διεξάγεται ο αγώνας. Βρίσκονται και στην Καμπότζη, όπου η άμεση αμερικανική εισβολή μπορεί να αρχίσει μια οποιαδήποτε στιγμή, και στην Ταϊλάνδη και στη Μαλαισία, προφανώς και στην Ινδονησία, όπου δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι ειπώθηκε η τελευταία λέξη, παρά την εκμηδένιση του Κομμουνιστικού κόμματος αυτής της χώρας όταν οι αντιδραστικοί πήραν την εξουσία. Και υπάρχει βέβαια και η Μέση Ανατολή. Στη Λατινική Αμερική, διεξάγεται ένοπλος αγώνας στη Γουατεμάλα, στην Κολομβία, στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία, και εκδηλώνονται κιόλας τα πρώτα συμπτώματα και στη Βραζιλία. Υπάρχουν και άλλες εστίες αντίστασης που ανάβουν και σβήνουν. Μα όλες σχεδόν οι χώρες αυτής της ηπείρου είναι ώριμες για παρόμοιο αγώνα που, για να θριαμβεύσει, απαιτεί τουλάχιστο την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης με σοσιαλιστικές τάσεις.
Σ΄ όλη την ήπειρο μιλιέται στην ουσία μια μόνη γλώσσα, με μόνη εξαίρεση τη Βραζιλία, που ο λαός της μπορεί να περιληφθεί στους ισπανογλωσσους λαούς, αν λάβουμε υπ΄ όψη την ομοιότητα ανάμεσα στις δυο γλώσσες. Υπάρχει μια τόσο μεγάλη ταυτότητα ανάμεσα στις τάξεις αυτών των χωρών, που φτάνουν σε μια ταύτιση «διεθνικού αμερικανικού» χαρακτήρα, πολύ πιο ολοκληρωμένη παρά στις άλλες ηπείρους. Γλώσσα, ήθη, θρησκεία, το ίδιο αφεντικό, είναι οι παράγοντες που τις ενώνουν. Ο βαθμός και οι μορφές της εκμετάλλευσης είναι ταυτόσημες ως προς τα αποτελέσματα τους, τόσο για τους εκμεταλλευτές όσο και για τους εκμεταλλευόμενους στις περισσότερες χώρες της Αμερικής μας. Και η εξέγερση ωριμάζει με επιταχυνομενους ρυθμούς.
Μπορούμε να αναρωτηθούμε: πως θα καρποφορήσει αυτή η εξέγερση; Ποιες μορφές θα πάρει; Εμείς υποστηρίζουμε από καιρό, παίρνοντας υπόψη μας τα όμοια γνωρίσματα που υπάρχουν, ότι ο αγώνας στην Αμερική, όταν έρθει η στιγμή, θα πάρει πανηπειρωτικες διαστάσεις. Η Αμερική θα γίνει το θέατρο των μεγάλων και πολυάριθμων μαχών που θα δώσει η ανθρωπότητα για την απελευθέρωση της. Στο πλαίσιο αυτής της μάχης με πανηπειρωτικη σημασία, οι αγώνες που διεξάγονται σήμερα με ενεργητικό τρόπο δεν είναι παρά μόνο επεισόδια, που όμως έχουν δώσει κιόλας τους μάρτυρες τους, οι οποίοι θα πάρουν τη θέση τους στην αμερικανική ιστορία, γιατί έδωσαν το μερτικό τους απ΄ το αναγκαίο αίμα σ΄ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου. Στο μαρτυρολόγιο θα έχουν τη θέση τους τα ονόματα του καπετάνιου Τουρσιος Λίμα, του πατρός Καμίλο Τόρρες, των καπετάνιων Φαμπρίσιο Οχέδα, Λομπατον και Λουίς ντε λα Πουέντα Ουσέδα, που είναι φυσιογνωμίες πρώτου μεγέθους στα επαναστατικά κινήματα της Γουατεμάλας, της Κολομβίας της Βενεζουέλας και του Περού.
Μα η δραστήρια κινητοποίηση του λαού δημιουργεί και τους νέους ηγέτες του. Ο Σεζάρ Μοντες και ο Γιόν Σόσα υψώνουν τη σημαία στη Γουατεμάλα. Ο Φάμπιο Βάσκες και ο Μαρουλάντα κάνουν το ίδιο στην Κολομβία. Ο Ντούγκλας Μπράβο στη Δύση κι ο Αμέρικο Μαρτίν στα βουνά του Μπρατσιλιέρ διοικούν τα αντίστοιχα μέτωπα στη Βενεζουέλα. Καινούργιες εστίες πολέμου θα αναφανούν σ΄ αυτές και σε άλλες αμερικανικές χώρες, όπως παρουσιάστηκε κιόλας η περίπτωση της Βολιβίας, και θα παίρνουν διαστάσεις μέρα με την ημέρα μ΄ όλες τις αντιξοότητες που συνεπάγεται αυτό το επικίνδυνο επάγγελμα του σύγχρονου επαναστάτη. Πολλοί θα πεθάνουν θύματα των λαθών τους κι άλλοι θα πέσουν στη σκληρή μάχη που επίκειται. Καινούργιοι μαχητές και Καινούργιοι ηγέτες θα γεννηθούν μέσα στη φλόγα της επαναστατικής πάλης. Ο λαός θα διαμορφώσει σιγά σιγά τους μαχητές του και τους οδηγούς του μέσα στα ίδια τα πλαίσια του πολέμου και θα αυξάνονται οι πράκτορες των γιάνκηδων για την καταστολή των κινημάτων. Σήμερα υπάρχουν σύμβουλοι τους σ΄ όλες τις χώρες όπου διεξάγεται ένοπλος αγώνας και ο στρατός του Περού πραγματοποίησε, και φαίνεται με επιτυχία, μια εκκαθαριστική επιχείρηση ενάντια στους επαναστάτες αυτής της χώρας, που κατευθύνεται κι αυτή και εκπαιδεύεται από τους γιάνκηδες. Αν όμως οι εστίες πολέμου καθοδηγούν με αρκετή πολιτική και στρατιωτική ευφυΐα, θα γίνουν ακατανίκητες και θα απαιτήσουν καινούργιες αποστολές γιάνκηδων. Και στο Περού το ίδιο, νέες φυσιογνωμίες, που παραμένουν άγνωστες ακόμη αναδιοργανώνουν με επίμονη και πείσμα τον ανταρτοπόλεμο. Σιγά σιγά, τα ξεπερασμένα όπλα που επαρκούν για να καταστελνουν μικρές ένοπλες ομάδες θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε σύγχρονα όπλα και οι ομάδες των συμβουλών θα αντικατασταθούν από Αμερικανούς στρατιώτες, ώσπου, στη δοσμένη στιγμή, να υποχρεωθούν να στείλουν όλο και μεγαλύτερες δυνάμεις τακτικών στρατευμάτων για να εξασφαλίσουν τη σχετική σταθερότητα μιας εξουσίας, που ο στρατός των ανδρεικέλων της διαλύεται κάτω απ΄ τα πλήγματα του ανταρτοπόλεμου. Είναι ο δρόμος που πήρε το Βιετνάμ. Είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί. Είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Αμερική, με την εξής λεπτομέρεια ότι οι ένοπλες ομάδες θα μπορέσουν να σχηματίσουν συντονιστικά συμβούλια, για να κάνουν πιο δύσκολη την προσπάθεια καταστολής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και για να διευκολύνουν την υπόθεση τους.
Η Αμερική, μια ήπειρος ξεχασμένη από τους τελευταίους πολιτικούς απελευθερωτικούς αγώνες, που αρχίζει ν΄ ακούγεται στη Διάσκεψη των Τριών Ηπείρων με τη φωνή της πρωτοπορίας των λαών της, που είναι η κουβανέζικη επανάσταση, θα έχει ένα στόχο πολύ πιο σημαντικό: να δημιουργήσει το δεύτερο ή το τρίτο Βιετνάμ του κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα, ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού, και πρέπει να τον νικήσουμε σε μια μεγάλη παγκόσμια αναμέτρηση. Ο στρατηγικός στόχος αυτής της πάλης πρέπει να είναι η καταστροφή του ιμπεριαλισμού. Ο ρόλος που πέφτει στους δικούς μας ώμους, των εκμεταλλευομένων και υποανάπτυκτων του κόσμου, είναι να καταστρέψουμε τις βάσεις ανεφοδιασμού του ιμπεριαλισμού στις χώρες μας, απ΄ όπου αντλεί κεφάλαια, πρώτες ύλες, τεχνικούς και εργάτες σε φτηνή τιμή κι όπου εξάγει νέα κεφάλαια —όργανα κυριαρχίας— όπλα και κάθε λογής εμπορεύματα, υποβάλλοντας μας σε μια απόλυτη εξάρτηση.
Το βασικό στοιχείο αυτού του στρατηγικού στόχου θα είναι τότε η πραγματική απελευθέρωση των λαών. Απελευθέρωση που θα γίνει μέσα απ΄ την ένοπλη πάλη στις περισσότερες περιπτώσεις και στην Αμερική θα πάρει αναπόφευκτα το χαρακτήρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.
Αποβλέποντας στην καταστροφή του ιμπεριαλισμού, πρέπει να εντοπίσουμε την κεφαλή του που είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εμείς πρέπει να εκπληρώσουμε ένα σκοπό γενικού χαρακτήρα που ο τακτικός του στόχος θα είναι να τραβήξουμε τον εχθρό από το στοιχείο του και να τον υποχρεώσουμε να πολεμήσει σε τόπους όπου οι συνήθειες της ζωής του συγκρούονται με το περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να υποτιμούμε τον αντίπαλο. Ο αμερικανός στρατιώτης έχει τεχνικές ικανότητες και στηρίζεται σε μέσα τέτοιας ευρύτητας που τον κάνουν επίφοβο. Του λείπει ουσιαστικά το ιδεολογικό κίνητρο που το έχουν σε πολύ ψηλό βαθμό οι σημερινοί πιο πεισματικοί του αντίπαλοι: οι Βιετναμέζοι στρατιώτες. Δεν θα μπορέσουμε να θριαμβεύσουμε πάνω σ΄ αυτό το στρατό παρά μόνο στο μέτρο που θα φτάσουμε να υπονομεύσουμε το ηθικό του. Κι αυτό το ηθικό θα υπονομευθεί στο βαθμό που θα επιβάλλουμε ήττες σ΄ αυτό το στρατό και θα του προξενούμε επανειλημμένες σύμφορες.
Μα αυτό το μικρό διάγραμμα των νικών συνεπάγεται απέραντες θυσίες από μέρους των λαών, που πρέπει να γίνουν αποδεκτές από σήμερα, στο φως της ημέρας, και που θα υποστούμε αν αποφεύγουμε σταθερά τη μάχη, ώστε ν΄ αρθούν άλλοι που θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι φανερό ότι η τελευταία χώρα που θα απελευθερωθεί θα το κάνει πιθανόν χωρίς ένοπλο αγώνα κι ότι θα γλιτώσει από τις σύμφορες ενός μεγάλου και σκληρού πολέμου, σαν κι αυτών που κάνουν οι ιμπεριαλιστές. Μα ίσως δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί αυτός ο αγώνας ΄η οι συνέπειες του σε μια παγκόσμια σύρραξη, όπου ο καθένας υποφέρει το ίδιο, και μερικοί πιο πολύ ακόμη. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον, μα δεν πρέπει Ποτε να υποκύψουμε στον άναντρο πειρασμό να είμαστε οι σημαιοφόροι ενός λαού που λαχταρά τη λευτεριά του, μα αποφεύγει την πάλη που συνεπάγεται και περιμένει τη νίκη σαν ελεημοσύνη.
Είναι απόλυτα σωστό να αποφεύγουμε κάθε περιττή θυσία. Να γιατί είναι τόσο σπουδαίο να φωτίσουμε τις πραγματικές δυνατότητες που έχει η εξαρτημένη Αμερική, για να απελευθερωθεί με ειρηνικά μέσα. Για μας, η απάντηση σ΄ αυτό το ερώτημα είναι καθαρή. Η σημερινή στιγμή μπορεί να είναι ή να μην είναι η κατάλληλη για να εξαπολύσουμε τον αγώνα, μα δεν πρέπει να τρέφουμε καμία ψευδαίσθηση, ούτε κι έχουμε το δικαίωμα, ότι θα κατακτήσουμε την ελευθέρια μας δίχως να πολεμήσουμε. Και οι μάχες δεν θα είναι απλές συμπλοκές στους δρόμους, λιθοβολισμοί ενάντια στα δακρυγόνα και μήτε ειρηνικές γενικές απεργίες. Δεν θα είναι επίσης ο ξεσηκωμός ενός οργισμένου λαού που καταστρέφει σε δυο τρεις μέρες το δυναμικό καταστολής των ολιγαρχιών που κυβερνούνε. Θα είναι ένας μακρόχρονος και αιματηρός πόλεμος που το μέτωπο του θα βρίσκεται στα λημέρια των ανταρτών, στις πόλεις, στα σπίτια των μαχητών —όπου οι δυνάμεις καταστολής θα αναζητούν τα πιο εύκολα και πιο κοντινά θύματα— στις πόλεις και στα χωριά που θα καταστρέφονται απ΄ τους βομβαρδισμούς του εχθρού.
Μας έχουν υποχρεώσει να καταφύγουμε σ΄ αυτό τον αγώνα. Δεν μας μένει άλλη λύση παρά να τον προετοιμάσουμε και να αποφασίσουμε τη διεξαγωγή του. Η αρχή δεν θα είναι εύκολη. Θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Όλες οι ικανότητες καταστολής, χτηνωδιας και δημαγωγίας, που διαθέτουν οι ολιγαρχίες, θα μπουν στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης. Η αποστολή μας τον πρώτο καιρό θα είναι να επιβιώσουμε, μετά θα ενεργήσουμε το συνεχές παράδειγμα του ανταρτοπόλεμου που πραγματοποιεί την ένοπλη προπαγάνδα, με τη βιετναμέζικη έννοια του όρου, που λέγεται κι αλλιώς προπαγάνδα του ντουφεκιού, των μαχών που κερδίζονται ή χάνονται, μα εξαπολύονται ενάντια στους εχθρούς. Το μεγάλο δίδαγμα του ακατανίκητου του ανταρτοπόλεμου θα διαποτίσει τις μάζες των στερημένων. Ο γαλβανισμός με το εθνικό πνεύμα, η προετοιμασία για πιο σκληρούς στόχους, για ν΄ αντέξουν σε πιο βίαιες καταστολές. Το μίσος σαν παράγοντας της πάλης: το αδιαλλαχτο μίσος ενάντια στον εχθρό, που σπρώχνει πέρα από τα φυσικά όρια του ανθρώπου και το κάνει μια αποτελεσματική, βίαιη, επίλεκτη και ψυχρή μηχανή για να σκοτώνει. Έτσι πρέπει να είναι οι στρατιώτες μας. Ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ΄ ένα χτηνωδη εχθρό.
Πρέπει να σπρώξουμε τον πόλεμο ως εκεί που τον σπρώχνει ο εχθρός: στο σπίτι του και στους τόπους της ψυχαγωγίας του. Πρέπει να τον κάνουμε ολοκληρωτικά. Πρέπει να τον εμποδίσουμε να έχει και μια στιγμή ησυχίας και μια στιγμή ανάπαυλας έξω από τους στρατώνες του και μέσα σ΄ αυτούς. Πρέπει να τον χτυπάμε εκεί που βρίσκεται. Ώστε ναχει την εντύπωση ότι είναι ένα κυνηγημένο ζώο, όπου κι αν περνάει. Τότε σιγά σιγά θα χάσει το ηθικό του. Θα γίνει πιο χτηνωδης ακόμη, μα θα δούμε και τα πρώτα συμπτώματα της αποθάρρυνσης του. Και πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ΄ την όποια αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουινέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν΄ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα —να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο.
Κάθε σταγόνα αίματος που χύνεται σε μια χώρα, όπου δεν έχουμε γεννηθεί, είναι μια εμπειρία γι΄ αυτόν που επιζεί και μπορεί να την εφαρμόσει έπειτα στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου της καταγωγής του. Και ο κάθε λαός που απελευθερώνεται είναι μια κερδισμένη φάση στη μάχη για την απελευθέρωση ενός αλλού λαού. Είναι καιρός να μετριάσουμε τις διάφορες μας και να βάλουμε τα πάντα στην υπηρεσία του αγώνα. Ότι μεγάλες συζητήσεις αναταράζουν τον κόσμο που αγωνίζεται για τη λευτεριά, το ξέρουμε πολύ καλά και δεν μπορούμε να το καλύψουμε το πράγμα. Ότι οι συζητήσεις αυτές έχουν φτάσει σε μια τέτοια οξύτητα που γίνεται εξαιρετικά δύσκολος, αν όχι και αδύνατος, ο διάλογος και η συμφιλίωση, το ξέρουμε επίσης. Το να αναζητήσουμε μεθόδους για να αρχίσουμε ένα διάλογο, που οι αντίπαλοι τον αποφεύγουν, είναι μια περιττή προσπάθεια. Μα ο εχθρός είναι μπροστά μας, χτυπάει όλες τις μέρες, μας απειλεί με καινούργια χτυπήματα κι αυτά τα χτυπήματα θα μας ενώσουν σήμερα, αύριο ή μεθαύριο. Όσοι αισθάνονται αυτή την ανάγκη και προετοιμάζονται για τούτη την απαραίτητη ενότητα θα κερδίσουν την ευγνωμοσύνη των λαών.
Παίρνοντας υπόψη τη βιαιότητα και την αδιαλλαξία με την όποια διεξάγεται η κάθε διαπάλη, εμείς οι απόκληροι δεν μπορούμε να πάρουμε θέση με τη μια ή την άλλη έκφραση των διαφωνιών, ακόμη κι όταν συμφωνούμε με κάποιες θέσεις του ενός ή του αλλού μέρους ή περισσότερο με τις θέσεις του ενός μέρους παρά του αλλού. Στη στιγμή της πάλης, η μορφή που παίρνουν αυτές οι διαφωνίες, αποτελούν μια αδυναμία. Μα η προσπάθεια πάλι να διακανονιστούν με τα λόγια, εκεί που έχουν φτάσει, είναι μια καθαρή αυταπάτη. Η ιστορία ή θα τις σβήσει σιγά σιγά ή θα τους δώσει την πραγματική τους σημασία.
Μέσα στον αγωνιζόμενο κόσμο μας, η κάθε διάφορα, που έχει σχέση με την ταχτική και με τις μεθόδους δράσης για να επιτευχθούν περιορισμένοι στόχοι, πρέπει να αναλύεται με τον οφειλόμενο σεβασμό στις εκτιμήσεις των άλλων. Όσο για το μεγάλο στρατηγικό στόχο, την ολική καταστροφή του ιμπεριαλισμού μέσα από τον αγώνα, πρέπει να είμαστε αδιάλλακτοι.
Ας ανακεφαλαιώσουμε έτσι τις φιλοδοξίες μας για τη νίκη: καταστροφή του ιμπεριαλισμού με την εξουδετέρωση του πιο ισχυρού του προπυργίου, που είναι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Πρέπει να υιοθετήσουμε σαν ταχτικό στόχο τη σταδιακή απελευθέρωση των λαών, του καθενός ξεχωριστά ή κατά ομάδες, υποχρεώνοντας τον εχθρό να διεξάγει ένα δύσκολο πόλεμο σε εδάφη που δεν είναι τα δικά του και εκμηδενίζοντας τις βάσεις του ανεφοδιασμού του, που είναι οι εξαρτημένες χώρες.
Αυτό σημαίνει μακρόχρονο πόλεμο. Και, το ξαναλεμε ακόμα μια φορά, σκληρό πόλεμο. Ας μη ξεγελιέται κάνεις τη στιγμή που πάει να τον εξαπολύσει, αλλά κι ας μη διστάσει κάνεις να τον εξαπολύσει από το φόβο των συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται για το λαό του. Είναι σχεδόν η μόνη μας ελπίδα για τη νίκη. Δεν μπορούμε να μένουμε βουβοί στο προσκλητήριο των καιρών. Το Βιετνάμ μας δίνει ένα μόνιμο μάθημα ηρωισμού, ένα τραγικό και καθημερινό μάθημα αγώνα και θανάτου για την κατάκτηση της τελικής νίκης.
Στο Βιετνάμ, οι στρατιώτες του ιμπεριαλισμού μαθαίνουν στο πετσί τους τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ένας που είναι συνηθισμένος σ΄ ένα ανώτερο επίπεδο ζωής σαν κι αυτό του αμερικανικού έθνους, πολεμώντας μέσα σ΄ ένα εχθρικό έδαφος. Μαθαίνουν την ανασφάλεια εκείνου που δεν μπορεί να κάνει κι ένα βήμα δίχως να νοιώθει ότι πατεί σε εχθρικό χώμα. Το θάνατο όσων προχωρούν λίγο πιο πέρα από τις οχυρές τους θέσεις. Τη μόνιμη εχθρότητα όλου του πληθυσμού. Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στην εσωτερική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών και δημιουργούν ένα νέο παράγοντα που εξασθενίζει τον ιμπεριαλισμό κι όταν βρίσκεται στην πλήρη ανάπτυξη του: την ταξική πάλη και μέσα στο ίδιο το έδαφος του.
Πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης, με το μερίδιο τους από νεκρούς και απέραντες τραγωδίες, με τον καθημερινό ηρωισμό τους, με τα επανειλημμένα τους πλήγματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και με την υποχρέωση γι΄ αυτόν να διασκορπίζει τις δυνάμεις του, κάτω από τις επιθέσεις του μίσους των λαών του κόσμου, που μεγαλώνει όλο και πιο πολύ! Κι αν ήμασταν όλοι ικανοί να ενωθούμε, για να καταφέρουμε πιο δυνατά και πιο σίγουρα χτυπήματα, για να γίνει πιο αποτελεσματική σ΄ όλες τις μορφές η βοήθεια στους λαούς που μάχονται, ποσό μεγάλο και κοντινό θα ήταν το μέλλον!
Αν τύχει, εμείς που εκπληρώνουμε το χρέος που διακηρύξαμε σ΄ ένα μικρό σημείο στο χάρτη του κόσμου και βάζουμε στην υπηρεσία του αγώνα ότι μας επιτρέπεται να δώσουμε, τη ζωή μας, τη θυσία μας, αν τύχει κι αφήσουμε την τελευταία πνοή σ΄ οποιοδήποτε χώμα, τότε πια δικό μας, ποτισμένο με το αίμα μας, να ξέρετε ότι έχουμε μετρήσει τη σημασία των πράξεων μας, ότι δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας παρά σαν στοιχεία της μεγάλης στρατιάς του προλεταριάτου, μα νοιώθουμε περήφανοι γιατί μάθαμε από την κουβανέζικη επανάσταση κι από τον αρχηγό της το μεγάλο μάθημα που αναπηδάει από τη στάση του σ΄ αυτό το μέρος του κόσμου: «Τι σημασία έχουν οι κίνδυνοι και οι θυσίες ενός ατόμου ή ενός λαού, όταν εκείνο που διακυβεύεται είναι η τύχη της ανθρωπότητας». Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό και μια παλλόμενη έκκληση για την ενότητα των λαών ενάντια στο μεγάλο εχθρό του ανθρώπινου γένους: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: ας είναι καλοδεχούμενος, φτάνει ν΄ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν΄ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλλουν τα πένθιμα εμβατήρια μέσα στους κρότους των πολυβόλων και μέσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης.
Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.
Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης
Του Τόνυ Σονουά.
Εισαγωγή.
Μέσα στο 1996 και το 1997 εκδόθηκαν από διάφορους συγγραφείς πολλά βιβλία, μπροσούρες και άρθρα, για τον Ερνέστο Γκεβάρα, σε ανάμνηση της 30ης επετείου από την εκτέλεση του. Σε ολόκληρο τον κόσμο είναι βέβαια πιο γνωστός με το ψευδώνυμο «Τσε», ένα παρατσούκλι που του έβγαλαν οι συναγωνιστές του όταν ήτανε στο Μεξικό την 10ετία του 1950. Το «Τσε» είναι ένα πολύ διαδεδομένο παρα-όνομα στην Αργεντινή την χώρα που γεννήθηκε. Το 1997, πολλοί νεολαίοι στην Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη άρχισαν να φοράνε μπλουζάκια με τον Γκεβάρα και να κολλάνε στα σπίτια τους αφίσες με το πορτραίτο του.
Διάφοροι κυνικοί και επιπόλαιοι φιλοκαπιταλιστές δημοσιογράφοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν το νέο αυτό ενδιαφέρον για τον Τσε. Υποστήριξαν έτσι λαθεμένα ότι δεν είναι τίποτα άλλο από μια διάθεση να ταυτιστούν αυτοί οι νεολαίοι με το απελευθερωμένο στιλ ζωής που συνδέθηκε με τη 10ετία του 1960. Χωρίς αμφιβολία ο Τσε Γκεβάρα ασκεί μια ρομαντική έλξη σε πολλούς νεολαίους, που θέλουν να προβάλλουν κι αυτοί την εικόνα του «επαναστάτη».
Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το ανανεωμένο αυτό ενδιαφέρον για τον Γκεβάρα, αντανακλά την έλξη που πάντα είχε, σ’ αυτούς που αναζητάνε ένα τρόπο για ν’ αλλάξουν την κοινωνία και να βάλουν τέλος στην εκμετάλλευση του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Ο Τσε και η Κούβα, αποτελούν για πολλούς ένα σύμβολο αντίστασης. Την ίδια ώρα, αυτό που εκφράζει η μεγάλη απήχηση που έχει ο Τσε Γκεβάρα στη νέα γενιά είναι η διάθεση αναζήτησης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών, που προσφέρουν την μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό.
Γιατί όμως, η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (C.W.I.), εκδίδει αυτή τη μπροσούρα για τον Τσε και την Κούβα όταν έχουν ήδη γραφτεί τόσα πολλά διεθνώς;
Εκτός από πολλά ειρωνικά και επιφανειακά άρθρα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, τον τελευταίο καιρό εκδόθηκαν και ορισμένα σοβαρά βιβλία και βιογραφίες για τον Τσε. Για παράδειγμα, το βιβλίο «Τσε Γκεβάρα: Μια επαναστατική ζωή» από τον Αμερικάνο δημοσιογράφο και συγγραφέα Λη Άντερσον, είναι μια πολύ καλογραμμένη βιογραφία. Το ίδιο ισχύει και με την βιογραφία «Ερνέστο Γκεβάρα, ο γνωστός επίσης σαν Τσε» του Μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο, (διαθέσιμη μόνο στα ισπανικά). Ωστόσο, παρά την πολύχρονη έρευνα που έκαναν αυτοί οι συγγραφείς, τα έργα τους αναπόφευκτα έχουν μια σημαντική έλλειψη. Δεν βγάζουν τα πολιτικά συμπεράσματα από την συμβολή του Τσε στο επαναστατικό κίνημα, έτσι ώστε τα μαθήματα αυτά να ενισχύσουν το σημερινό αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια αυτοί οι συγγραφείς, παρά το γεγονός ότι κάνουν μια σημαντική συμβολή στην ιστοριογραφία, δεν μπορούσαν να φέρουν σε πέρας αυτό το καθήκον, γιατί οι ίδιοι δεν συμμετέχουν σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.
H C.W.Ι. εκδίδει λοιπόν αυτή την μπροσούρα για τον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση του 1959 με στόχο να συμβάλει μ’ αυτό τον τρόπο στο χτίσιμο μιας διεθνούς επαναστατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης, που θα αγωνιστεί για να ανατρέψει τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ξανά με τον ίδιο τρόπο. Μπορούμε όμως να βγάλουμε πολύ σοβαρά μαθήματα από τους προηγούμενους αγώνες και τις επαναστάσεις, που να βοηθήσουν να έχει επιτυχία η σημερινή πάλη για τον σοσιαλισμό. Η Κουβανέζικη Επανάσταση πιο συγκεκριμένα και η συμβολή που είχε σ’ αυτήν ο Τσε Γκεβάρα, έχει να προσφέρει σοβαρά διδάγματα στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση, που ξεδιπλώνεται σήμερα ειδικά στην Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ασία και την Μέση Ανατολή.
Για να βγάλουμε όμως τα σωστά συμπεράσματα, δεν είναι αρκετό να παρακολουθήσουμε μόνον τα ιστορικά γεγονότα όπως συνέβηκαν, αλλά είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε και να συζητήσουμε τις ιδέες και τις μεθόδους που υιοθέτησαν οι κεντρικοί πρωταγωνιστές σ’ αυτούς τους αγώνες. Αυτή λοιπόν η μπροσούρα είναι κύρια μια συμβολή στη συζήτηση πάνω στις εμπειρίες, τις ιδέες και τις μεθόδους του αγώνα που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης, στην οποία ο Τσε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, και δεν έχει στόχο ν’ αποτελέσει μια πλήρη προσωπική βιογραφία του Τσε.
Έτσι, πολλές πτυχές της ζωής του, συμπεριλαμβανομένων και των δύο γάμων του, δεν εξετάζονται εδώ, παρά το γεγονός ότι τα προσωπικά ζητήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό ενός χαρακτήρα και επηρεάζουν την πολιτική του εξέλιξη. Επίσης δεν ήταν δυνατόν σ’ αυτό το έργο ν’ αναφερθούμε σ’ όλα τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την περίοδο και στα οποία συμμετείχε ο Τσε. Εκείνοι οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται γι’ αυτά, θα πρέπει να διαβάσουν τουλάχιστον κάποιες από τις βιογραφίες ή τα ιστορικά έργα, που αναφέρονται στη Κούβα, στον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση.
Με αφορμή την 30η επέτειο από το θάνατο του, αξίζει πράγματι να θυμηθούμε τους αγώνες στους οποίους πρωτοστάτησε, με ηρωισμό και αυτοθυσία, ενάντια στον καπιταλισμό και στον ιμπεριαλισμό. Ο Τσε πάλεψε με πείσμα ενάντια στην εκμετάλλευση κερδήθηκε στον σοσιαλισμό κύρια μέσα από τις δικές του εμπειρίες και είχε την φλογερή επιθυμία να τον δει να επικρατεί διεθνώς. Αρχικά είδε με ενδιαφέρον τα καθεστώτα της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, σαν πιθανές εναλλακτικές σοσιαλιστικές κοινωνίες. Ακόμη όμως και τότε, διατήρησε μια επιφυλακτικότητα και κράτησε τις αποστάσεις του. Αργότερα, όταν απόκτησε άμεση εμπειρία απ’ αυτά τα γραφειοκρατικά καθεστώτα, που δεν είχαν καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, άλλαξε ριζικά γνώμη.
Ο Τσε αφιερώθηκε στην επανάσταση όταν ήτανε 25 περίπου χρονών και σε αυτό τον αγώνα έμελλε να θυσιάσει και τη ζωή του όταν έγινε 39 ετών. Καθοδηγούσε τους συντρόφους του πάντα με το παράδειγμα του κι ήταν ένα ακλόνητος διεθνιστής. Αυτές οι αρετές του, τον έκαναν πηγή έμπνευσης και σύμβολο πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.
Αντάρτικο.
Την ίδια ώρα, πρέπει να πούμε ότι οι ιδέες του δεν ήταν ολοκληρωμένες και δεν είχε μια πραγματική κατανόηση του μαρξισμού. Οι θέσεις που ανέπτυξε για το αντάρτικο για παράδειγμα, έπαιξαν έναν αποφασιστικό ρόλο στη Κουβανική Επανάσταση και στα γεγονότα που ακολούθησαν, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Ο Τσε όμως πρόβαλλε αυτές τις ιδέες σαν τη βασική μέθοδο πάλης που θα έπρεπε να υιοθετηθεί σ’ ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, πράγμα που τις έκανε τότε κύριο σημείο συζήτησης μέσα σε όλο το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα. Οι θέσεις αυτές του Τσε εξετάζονται με προσοχή σε τούτη τη μπροσούρα, γιατί έτσι μόνο μπορούν να βγουν σημαντικά συμπεράσματα για τους σημερινούς αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό.
Ο Τσε ανάπτυξε βέβαια κι άλλες ιδέες σε σχέση για παράδειγμα, με την οικονομία, όπως επίσης και για το ζήτημα «ο σοσιαλισμός και ο νέος άνθρωπος», που αφορούσε κύρια το πως θα εξελισσόταν η στάση των ανθρώπων απέναντι στη νέα κοινωνία, μετά την ανατροπή του καπιταλισμού. Αυτές τις ιδέες τις ανάπτυξε κύρια σαν αποτέλεσμα των προβλημάτων που αντιμετώπισε μετά τη νίκη της Κουβανέζικης επανάστασης το 1959. Δυστυχώς όμως, εξαιτίας του περιορισμένου χώρου δεν ήταν δυνατό ν’ αναφερθούμε σ’ όλα αυτά σε τούτη την μπροσούρα.
Μελετώντας τη ζωή του Τσε γίνεται φανερό ότι οι ιδέες του αναπτύχθηκαν βασανιστικά και επίπονα, πολύ συχνά σαν αποτέλεσμα των ίδιων του των εμπειριών. Δυστυχώς πέθανε νέος σε ηλικία μόνο 39 ετών. Γιατί είναι ξεκάθαρο ότι επανεξέταζε συνεχώς τις ιδέες του μέχρι το θάνατο του. Με μια έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια ομοιότητα στον τρόπο ανάπτυξης της σκέψης τους ανάμεσα στον Τσε, στον Μάλκομ Χ και τον Τζώρτζ Τζάκσον στις ΗΠΑ.
Αντιμέτωπος με τα προβλήματα της κατάστασης στην Κούβα και τη φρίκη που άρχισε να αισθάνεται για αυτά που έβλεπε στις επισκέψεις του πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα», στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη, άρχισε να ψάχνει για μια νέα εναλλακτική λύση και να αναζητά νέες ιδέες. Λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του άρχισε να διαβάζει γραπτά του Λέοντα Τρότσκι. Μήπως θα υιοθετούσε τις ιδέες του Τρότσκι αν είχε τον χρόνο να συνεχίσει την μελέτη των ιδεών του; Δεν μπορούμε βέβαια να το ξέρουμε.
Το 1964, για παράδειγμα, είχε πάει στη Μόσχα για να συμμετέχει στους εορτασμούς της 47ης επετείου της Ρώσικης Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, όχι μόνον διαμαρτυρήθηκε αγανακτισμένος για τον τρόπο ζωής των Ρώσων αξιωματούχων, αλλά υποστήριξε κιόλας ότι: «… τα σοβιέτ βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο κάτω από την κυριαρχία της γραφειοκρατίας».
Η γραφειοκρατική κάστα στην Κίνα εκείνη την περίοδο, είχε υιοθετήσει μια πιο «ριζοσπαστική» στάση διεθνώς σε μια προσπάθεια να κερδίσει επιρροή και στήριξη μετά την σύγκρουση και την διακοπή των σχέσεων της με την γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ. Η σύγκρουση αυτή ωστόσο είχε σαν κύρια αιτία τις στενά εθνικές διαφορές ανάμεσα στα δύο καθεστώτα.
Η «ριζοσπαστική» στροφή που υιοθέτησε η Κινέζικη γραφειοκρατία εκείνη την περίοδο, σε συνδυασμό με την εμπειρία της νίκης του αγροτικού στρατού στην Κίνα το 1949, αναπόφευκτα τράβηξαν την προσοχή του Τσε, γιατί φαίνονταν να επιβεβαιώνουν και τα δικά του συμπεράσματα. Ωστόσο, την ίδια ώρα φαίνεται ότι άρχισε να εξετάζει και τις ιδέες του Τρότσκι. Γι’ αυτό, ενώ ήταν ακόμη στην Μόσχα, άρχισε να δέχεται εκεί επιθέσεις που τον χαρακτήριζαν «Φιλοκινέζο» και «Τροτσκιστή». Όπως αναφέρει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο στη βιογραφία του, ο Τσε ήταν γνώστης αυτών των επιθέσεων και τις ανάφερε δημόσια σε μια συνάντηση που είχε με τους Κουβανούς φοιτητές στην Πρεσβεία της Κούβας, στη Μόσχα.
«Έχω εκφράσει κάποιες απόψεις», είπε ο Τσε, «που θα μπορούσαν να πλησιάζουν περισσότερο την Κινέζικη πλευρά… όπως επίσης και απόψεις που έχουνε σχέση με τον Τροτσκισμό. Κάποιοι εδώ υποστηρίζουν βέβαια ότι οι Κινέζοι είναι διασπαστές, όπως και οι Τροτσκιστές και μαζί μ’ αυτούς κι εγώ». Και συνέχισε «Οι απόψεις όμως αυτές που κάποιοι θέλουν να θάψουν με την βία μας δίνουν ένα πλεονέκτημα. Δεν μπορείς να πολεμήσεις απλά τις απόψεις με την βία γιατί αυτή ακριβώς είναι η βάση της νοημοσύνης… και είναι ξεκάθαρο ότι μπορεί κανείς να μάθει πολλά πράγματα από τις ιδέες του Τρότσκι».
(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: «Ξεκίνημα», Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).
Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.
Με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Νάσερ / With Egyptian leader Gamal Abdel Nasser
Ο Τσε βραβεύεται από τον πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ενώπιον του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Χουσεϊν Αλ-Χαφί, στο Κάϊρο, Ιούνιος 1959 (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).
Συνάντηση με τον πρόεδρο Νάσερ και μέλη της αιγυπτιακής κυβέρνησης στο Κάϊρο (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).
Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Πρώτο)
Το παρακάτω άρθρο του Τσε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η βιομηχανία μας, Οικονομική Επιθεώρηση» (τεύχος No 5) το Φεβρουάριο του 1964.
Του Ερνέστο Γκεβάρα.
Με το θέμα αυτό ήδη έχουμε ασχοληθεί λίγο, αλλά όχι αρκετά και πιστεύω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσουμε βαθύτερες αναλύσεις πάνω σ’ αυτό για να μπορέσουμε να δώσουμε μια καθαρή εικόνα της εμβέλειας και της μεθοδολογίας του. Το σύστημα αυτό κατοχυρώνεται επίσημα με το Νόμο που ρυθμίζει το σύστημα που χρηματοδοτεί τις κρατικές επιχειρήσεις μέσα από τον προϋπολογισμό και εγκαινιάζεται στα πλαίσια εργασίας του Υπουργείου Βιομηχανίας.
Η ιστορία του είναι σύντομη και φτάνει μόλις μέχρι το 1960, οπότε το σύστημα αρχίζει να αποκτάει κάποια υπόσταση. Πρόθεσή μας όμως δεν είναι ν’ αναλύσουμε την ανάπτυξή του, αλλά το πώς παρουσιάζεται σήμερα, γνωρίζοντας καλά ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την εξέλιξή του. Μας ενδιαφέρει να κάνουμε σύγκριση με το λεγόμενο οικονομικό υπολογισμό. Σε ό,τι αφορά το σύστημα αυτό, δίνουμε έμφαση στην πλευρά της οικονομικής αυτοδιαχείρισης, διότι αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα διαφοροποίησης, καθώς και έμφαση στη στάση απέναντι στο υλικό κίνητρο, διότι είναι η βάση στην οποία στηρίζεται η αυτοδιαχείριση.
Η εξήγηση των διαφορών είναι δύσκολη, καθώς συχνά είναι θολές και λεπτές και επιπλέον η μελέτη του συστήματος της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό δεν έχει μπει σε τέτοιο βάθος, ώστε να παρουσιαστεί με την ίδια σαφήνεια, όπως ο οικονομικός υπολογισμός.
Θα ξεκινήσουμε με κάποιες παραθέσεις. Η πρώτη είναι από τα οικονομικά χειρόγραφα του Μαρξ που χρονολογούνται από την εποχή που τη βάφτισαν περίοδο του «νέου Μαρξ». Τότε που το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του φαινόταν καθαρά ακόμα και στο λεξιλόγιό του και οι ιδέες του πάνω στην οικονομία ήταν ακόμα ασαφείς. Παρ’ όλα αυτά, ο Μαρξ τότε βρισκόταν στην πληρότητα της ζωής του: Είχε πια αγκαλιάσει την υπόθεση των ταπεινών και την εξηγούσε φιλοσοφικά, χωρίς ωστόσο την επιστημονική δεινότητά του, «Το Κεφάλαιο». Στοχαζόταν πιο πολύ σαν φιλόσοφος και αναφερόταν λοιπόν πιο συγκεκριμένα στον άνθρωπο σαν άτομο και στα προβλήματα της απελευθέρωσής του σαν κοινωνικό ον, χωρίς να μπαίνει ακόμα στην ανάλυση του αναπόφευκτου της κατάρρευσης των κοινωνικών δομών της εποχής του για να ανοίξει ο δρόμος της μεταβατικής περιόδου: Της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ παρουσιάζεται σαν επιστήμονας οικονομολόγος που αναλύει εξονυχιστικά το μεταβατικό χαρακτήρα των κοινωνικών σταδίων και την ταύτισή τους με τις σχέσεις παραγωγής. Δεν προχωράει σε φιλοσοφικές αναζητήσεις.
Το βάρος του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοιο που μας κάνει συχνά να ξεχνάμε τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα (με την καλύτερη έννοια του όρου) των ανησυχιών του. Ο μηχανισμός των σχέσεων παραγωγής και η συνέπειά του, η πάλη των τάξεων, κρύβει σε ένα βαθμό το αντικειμενικό γεγονός ότι είναι άνθρωποι που κινούνται μέσα στο ιστορικό περιβάλλον. Τώρα όμως μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος και αυτός είναι και ο λόγος της παράθεσης αυτού του αποσπάσματος, που δεν έχει λιγότερη αξία ως έκφραση του στοχασμού του φιλόσοφου, επειδή γράφτηκε στη νεότητά του.«Ο κομμουνισμός είναι το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας, η ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση και συνακόλουθα πραγματική ιδιοποίηση της ανθρώπινης ουσίας από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Συνεπώς είναι η ολοκληρωτική επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του σαν κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή ανθρώπινο άνθρωπο, μια επιστροφή συνειδητή που συντελείται μέσα σε ολόκληρο τον πλούτο της προηγούμενης εξέλιξης. Ο κομμουνισμός αυτός σαν ολοκληρωμένος νατουραλισμός=ουμανισμός είναι και σαν ολοκληρωμένος ουμανισμός=νατουραλισμός. Είναι η γνήσια λύση της σύγκρουσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση ή του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο, η γνήσια λύση της πάλης ανάμεσα στην ύπαρξη και την ουσία, ανάμεσα στην αντικειμενοποίηση και την επιβεβαίωση του εαυτού του, ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στο άτομο και το είδος. Είναι η λύση του αινίγματος της ιστορίας, που έχει συνείδηση του εαυτού της, ότι αποτελεί αυτή τη λύση»1.
Η λέξη συνείδηση υπογραμμίζεται διότι θεωρείται βασική για την τοποθέτηση του προβλήματος. Ο Μαρξ σκεπτόταν την απελευθέρωση του ανθρώπου και έβλεπε τον κομμουνισμό σαν τη λύση των αντιθέσεων που δημιούργησαν την αλλοτρίωσή του, ωστόσο σαν μια πράξη συνειδητή. Δηλαδή ο κομμουνισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί απλά και μόνο το αποτέλεσμα ταξικών αντιθέσεων σε μια ψηλά αναπτυγμένη κοινωνία που θα λύνονταν στην πορεία μιας μεταβατικής περιόδου για να φτάσει στην κορυφή. Ο άνθρωπος δρα συνειδητά στην ιστορία. Χωρίς τη συνείδηση αυτή που περικλείει τη συνείδηση του κοινωνικού του είναι, δεν μπορεί να υπάρξει κομμουνισμός.
Ενώ εργαζόταν πάνω στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ δεν εγκατέλειψε τη μαχητική του στάση. Οταν το 1875 έγινε το συνέδριο της Γκότα για την ενοποίηση των εργατικών οργανώσεων της Γερμανίας (Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και Γενική Ομοσπονδία των Γερμανών Εργαζομένων) και παρουσιάστηκε το πρόγραμμα με το ίδιο όνομα, η απάντησή του ήταν η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα.
Αυτό το κείμενο – που γράφτηκε με καθαρό πολεμικό προσανατολισμό, ενώ εργαζόταν πάνω στο βασικό του έργο – είναι σημαντικό γιατί αναφέρεται, αν και παρεμπιπτόντως, στο πρόβλημα της μεταβατικής περιόδου. Στην ανάλυση του 3ου σημείου του Προγράμματος της Γκότα επεκτείνεται πάνω σε μερικά από τα σημαντικότερα θέματα αυτής της περιόδου που τη θεωρεί σαν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού συστήματος. Στο στάδιο αυτό δεν προβλέπει χρήση του χρήματος, προβλέπει όμως τον ατομικό χαρακτήρα της αμοιβής της εργασίας, γιατί:
«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία, επομένως που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε. Επομένως ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός – ύστερα από τις κρατήσεις – παίρνει πίσω ό,τι ακριβώς της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική του ποσότητα εργασίας»2.
Ο Μαρξ δεν μπόρεσε παρά μόνο με τη διαίσθησή του να προβλέψει την ανάπτυξη του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, ο Λένιν το αφουγκράζεται και κάνει τη διάγνωσή του:«Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους. Πολιτική μορφή της κοινωνίας, όπου νικάει το προλεταριάτο, ανατρέποντας την αστική τάξη, θα είναι η λαοκρατική δημοκρατία, που θα συγκεντρώσει όλο και περισσότερο τις δυνάμεις του προλεταριάτου του δοσμένου έθνους ή των δοσμένων εθνών στην πάλη ενάντια στα κράτη που δεν θα έχουν ακόμη περάσει στο σοσιαλισμό. Δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των τάξεων χωρίς τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, του προλεταριάτου. Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη ένωση των εθνών στο σοσιαλισμό χωρίς μια λίγο-πολύ μακρόχρονη, επίμονη πάλη των σοσιαλιστικών δημοκρατιών ενάντια στα οπισθοδρομικά κράτη…»3.
Λίγα χρόνια αργότερα ο Στάλιν συστηματοποίησε την ιδέα αυτή φτάνοντας στο σημείο να θεωρήσει δυνατή τη σοσιαλιστική επανάσταση και στις αποικίες.«Η τρίτη αντίθεση είναι η αντίθεση ανάμεσα στη χούφτα των κυρίαρχων “πολιτισμένων” εθνών και στις εκατοντάδες εκατομμύρια των αποικιακών και εξαρτημένων λαών του κόσμου. Ο ιμπεριαλισμός είναι η πιο ξετσίπωτη εκμετάλλευση και η πιο απάνθρωπη καταπίεση των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων του πληθυσμού των απέραντων αποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Η απόσπαση υπερκερδών – αυτός είναι ο σκοπός αυτής της εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο ιμπεριαλισμός όμως, εκμεταλλευόμενος αυτές τις χώρες, είναι υποχρεωμένος να φτιάχνει εκεί σιδηροδρόμους, φάμπρικες και εργοστάσια, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα. Και τα αναπόφευκτα αποτελέσματα από αυτή την “πολιτική” είναι: η εμφάνιση της τάξης των προλετάριων, η γέννηση μιας ντόπιας διανόησης, το ξύπνημα της εθνικής συνείδησης, το δυνάμωμα του απελευθερωτικού κινήματος. Αυτό το δείχνει ολοφάνερα το δυνάμωμα του επαναστατικού κινήματος σ’ όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες. Το γεγονός αυτό είναι σπουδαίο για το προλεταριάτο, γιατί υποσκάπτει στη ρίζα τους τις θέσεις του καπιταλισμού, και μετατρέπει έτσι τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες από εφεδρείες του ιμπεριαλισμού σε εφεδρείες της προλεταριακής επανάστασης4.
Οι θέσεις του Λένιν αποδείχτηκαν στην πράξη με το θρίαμβο που αποτελεί η πράξη γέννησης της ΕΣΣΔ.Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα καινούριο φαινόμενο: Ο ερχομός της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνη χώρα, οικονομικά καθυστερημένη, επιφάνειας 22 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, με αραιό πληθυσμό, επιδείνωση της φτώχειας εξαιτίας του πολέμου και – σαν να μην έφτανε αυτό – αντιμέτωπη με την επέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Μετά από μια περίοδο πολεμικού κομμουνισμού ο Λένιν βάζει τις βάσεις της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) και με αυτή τις βάσεις της ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας μέχρι τις μέρες μας.
Πρέπει να περιγράψουμε εδώ την εποχή που ζούσε τότε η Σοβιετική Ενωση και κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό καλύτερα από τον ίδιο το Λένιν:
«Ετσι λοιπόν το 1918 είχα τη γνώμη ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σχέση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελούσε ένα βήμα προς τα μπρος. Αυτό μας φαίνεται πολύ περίεργο και ίσως μάλιστα και ανόητο, γιατί και τότε η Δημοκρατία μας ήταν σοσιαλιστική Δημοκρατία. Τότε υιοθετούσαμε κάθε μέρα, με τη μεγαλύτερη βιασύνη – ασφαλώς με υπερβολική βιασύνη – διάφορα νέα οικονομικά μέτρα, που δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε αλλιώς, παρά μόνο σοσιαλιστικά μέτρα. Και ωστόσο σκεφτόμουνα τότε ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σύγκριση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελεί ένα βήμα προς τα μπρος και στη συνέχεια εξηγούσα αυτή μου τη σκέψη, απαριθμώντας απλώς τα στοιχεία του οικονομικού συστήματος της Ρωσίας. Τα στοιχεία αυτά ήταν, κατά τη γνώμη μου, τα παρακάτω: 1) η πατριαρχική, δηλαδή σε σημαντικό βαθμό φυσική, αγροτική οικονομία, 2) η μικρή εμπορευματική παραγωγή (εδώ ανήκει η πλειοψηφία των αγροτών από εκείνους που πουλάνε στάρι), 3) ο ιδιωτικός καπιταλισμός, 4) ο κρατικός καπιταλισμός και 5) ο σοσιαλισμός. Ολα αυτά τα οικονομικά στοιχεία αντιπροσωπεύονταν στη Ρωσία εκείνου του καιρού. Εβαζα τότε σαν καθήκον μου να εξηγήσω τη σχέση αυτών των στοιχείων μεταξύ τους και διερωτόμουν αν δεν θα έπρεπε να θεωρούμε ένα από τα μη σοσιαλιστικά στοιχεία, δηλαδή τον κρατικό καπιταλισμό, ανώτερο από το σοσιαλισμό. Το ξαναλέω: αυτό φαίνεται σε όλους πολύ περίεργο, ότι δηλαδή σε μια Δημοκρατία που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλιστική, το μη σοσιαλιστικό στοιχείο θεωρείται ανώτερο, αναγνωρίζεται ότι στέκεται ψηλότερα από το σοσιαλισμό. Το πράγμα όμως γίνεται κατανοητό, αν θυμηθείτε ότι δεν εξετάζαμε το οικονομικό καθεστώς της Ρωσίας σαν κάτι το ομοιογενές και πολύ αναπτυγμένο, αλλά είχαμε απόλυτα την επίγνωση ότι στη Ρωσία, δίπλα στη σοσιαλιστική μορφή, υπάρχει και η πατριαρχική γεωργία, δηλ. η πιο πρωτόγονη μορφή της γεωργίας. Ποιο ρόλο μπορούσε λοιπόν να παίξει ο κρατικός καπιταλισμός μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες;»5.
«Αφού υπογράμμισα ότι ακόμη από το 1918 θεωρούσαμε τον κρατικό καπιταλισμό σαν ενδεχόμενη γραμμή υποχώρησης, περνώ στα αποτελέσματα της νέας οικονομικής μας πολιτικής. Το επαναλαμβάνω: τότε αυτό ήταν ακόμη μια πολύ αόριστη ιδέα. Το 1921 όμως, αφού ξεπεράσαμε το σπουδαιότερο στάδιο του εμφυλίου πολέμου, και το ξεπεράσαμε νικηφόρα, σκοντάψαμε σε μια μεγάλη – νομίζω τη μεγαλύτερη – εσωτερική πολιτική κρίση της Σοβιετικής Ρωσίας, κρίση που γέννησε δυσαρέσκεια όχι μόνο σε μια σημαντική μερίδα της αγροτιάς, μα και των εργατών. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά και ελπίζω πως θα είναι και η τελευταία στην Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, όταν μεγάλες μάζες της αγροτιάς ήταν εναντίον μας, αν και ασυνείδητα, ενστικτωδώς, από μια εσωτερική διάθεση. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε την ιδιόμορφη αυτή κατάσταση που δεν ήταν, όπως καταλαβαίνετε, καθόλου ευχάριστη για μας; Η αιτία ήταν ότι στην οικονομική μας επίθεση είχαμε προχωρήσει πολύ μπροστά, ότι δεν εξασφαλίσαμε επαρκείς βάσεις και ότι οι μάζες ένιωσαν εκείνο που τότε ακόμη δεν ξέραμε να το διατυπώσουμε συνειδητά, μα που σε λίγο, μέσα σε μερικές εβδομάδες, το αναγνωρίσαμε κι εμείς, δηλαδή ότι το άμεσο πέρασμα σε καθαρά σοσιαλιστικές μορφές οικονομίας, σε μια καθαρά σοσιαλιστική κατανομή των προϊόντων ήταν ανώτερο από τις δυνάμεις μας και ότι, αν αποδειχτεί ότι δεν είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε την υποχώρηση έτσι, ώστε να περιοριστούμε στα πιο εύκολα καθήκοντα, μας απειλεί καταστροφή»6.
Βλέπουμε ότι η οικονομική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ενωσης απαιτούσε την αναδίπλωση για την οποία μιλούσε ο Λένιν. Ολη αυτή η πολιτική πρέπει να θεωρηθεί σαν μια τακτική στενά δεμένη με την ιστορική κατάσταση της χώρας και συνεπώς δεν πρέπει να προσάψουμε σε αυτές τις προτάσεις καθολική αξία. Πιστεύουμε όμως ότι πρέπει να υπολογίσουμε δύο εξαιρετικής σημασίας παράγοντες για τη μεταφορά της προβληματικής αυτής σε άλλες χώρες:
1. Τα χαρακτηριστικά της τσαρικής Ρωσίας τη στιγμή της επανάστασης, την εξέλιξη της τεχνικής σε όλα τα επίπεδα, τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του λαού της, τις γενικές συνθήκες της χώρας, όπου στην καταστροφή ενός παγκόσμιου πολέμου προστέθηκαν οι ερημώσεις που προκάλεσαν οι λευκές ορδές και οι ιμπεριαλιστικές επιδρομές.
2. Τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής στον τομέα της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου της οικονομίας.
Ο Οσκαρ Λάνγκε, στο άρθρο του «Τα σύγχρονα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης στην Πολωνία», γράφει:
«Η αστική οικονομική επιστήμη παίζει ακόμη κι έναν άλλο ρόλο. Η αστική τάξη και τα μονοπώλια δεν παρέχουν τόσα μέσα για να δημιουργήσουν σχολές ανώτερου επιπέδου και ινστιτούτα επιστημονικής ανάλυσης στον τομέα των οικονομικών επιστημών μόνο με τον σκοπό να τους βοηθήσουν στην απολογητική του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Περιμένουν και κάτι άλλο απ’ τους οικονομολόγους κι αυτό είναι η βοήθεια στην επίλυση των πολλών προβλημάτων της οικονομικής πολιτικής. Την εποχή του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού τα καθήκοντα σ’ αυτόν τον τομέα ήταν περιορισμένα και δεν αναφέρονταν παρά στην οικονομική διοίκηση, στη νομισματική πολιτική, στην πολιτική των πιστώσεων, στην τελωνειακή πολιτική, στις μεταφορές κλπ. Στις συνθήκες όμως του μονοπωλιακού καπιταλισμού και ιδιαίτερα στις συνθήκες της ολοένα και μεγαλύτερης διείσδυσης του κρατικού καπιταλισμού στην οικονομική ζωή, αυτού του είδους τα προβλήματα αυξάνονται. Μπορούμε να παραθέσουμε μερικά: Η ανάλυση της αγοράς για τη διευκόλυνση της πολιτικής των τιμών των μεγάλων μονοπωλίων, οι μέθοδοι ενός συνόλου βιομηχανικών επιχειρήσεων συγκεντροποιημένης διεύθυνσης, οι αμοιβαίοι λογιστικοί κανονισμοί ανάμεσα στις επιχειρήσεις, η προγραμματισμένη σύνδεση της δραστηριότητας και της ανάπτυξής τους, της αντίστοιχης τοποθέτησής τους, η πολιτική εξοφλήσεων ή επενδύσεων. Από δω πηγάζουν και τα ζητήματα τα σχετικά με τη δραστηριότητα του καπιταλιστικού κράτους στη σύγχρονη περίοδο, καθώς και τα κριτήρια δραστηριότητας των εθνικοποιημένων βιομηχανιών, της επενδυτικής τους πολιτικής καθώς και της πολιτικής τοποθέτησής τους (ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας), με τέτοιο τρόπο ώστε να επεμβαίνουν πολιτικά – οικονομικά στο σύνολο της εθνικής οικονομίας κλπ.».
«Σε όλα αυτά τα προβλήματα προστέθηκε μια σειρά από τεχνικο-οικονομικά επιτεύγματα, που σε τομείς όπως η ανάλυση της αγοράς ή ο προγραμματισμός της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που αποτελούν τμήμα μιας ομάδας ή στους λογιστικούς κανονισμούς στο εσωτερικό του κάθε εργοστασίου ή της κάθε ομάδας εργοστασίων, τα κριτήρια εξόφλησης και άλλα μπορούν να μας χρησιμεύσουν μερικώς στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού (όπως άλλωστε θα χρησιμεύσουν στο μέλλον στους εργαζόμενους των χωρών που τώρα είναι καπιταλιστικές, όταν θα γίνει η μετάβαση στο σοσιαλισμό)».
Ας σημειώσουμε ότι την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές η Κούβα δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει τη μετάβασή της και δεν είχε ακόμη καν αρχίσει την επανάστασή της. Πολλές από τις τεχνικές προόδους που περιγράφονταν από το Λάνγκε υπήρχαν στην Κούβα, με άλλα λόγια, οι συνθήκες της κουβανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής επέτρεπαν το συγκεντροποιημένο έλεγχο μερικών επιχειρήσεων που είχαν την έδρα τους στην Αβάνα ή στη Νέα Υόρκη. Η «Empresa Consolidadadel Petroleo», που σχηματίστηκε με τη συνένωση των τριών ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (ESSO, TEXACO, SHELL), διατήρησε και σε μερικές περιπτώσεις τελειοποίησε τα συστήματα ελέγχου της. Το υπουργείο μας την έχει για πρότυπο. Στις επιχειρήσεις όπου δεν υπήρχε ούτε συγκεντρωτική παράδοση ούτε πρακτικές συνθήκες, αυτές δημιουργήθηκαν πάνω στη βάση μιας εθνικής εμπειρίας, όπως στην Empresa Consolidada de la Harin που αξίζει την πρώτη θέση ανάμεσα σε όλες τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο υφυπουργείο Ελαφράς Βιομηχανίας.
Παρόλο που η πρακτική των πρώτων ημερών διεύθυνσης των βιομηχανιών μάς πείθει πλήρως για το ότι είναι αδύνατο να ακολουθήσουμε λογικά άλλο δρόμο, θα ήταν άχρηστο να συζητήσουμε τώρα αν τα μέτρα οργάνωσης που πάρθηκαν θα είχαν δώσει παρόμοια ή καλύτερα αποτελέσματα με την εφαρμογή της αυτοδιαχείρισης στο επίπεδο της μονάδας. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες κι ότι η συγκεντροποίηση επέτρεψε – στην περίπτωση της καλτσοβιομηχανίας για παράδειγμα – τη διάλυση μιας μεγάλης ποσότητας από αναποτελεσματικά μικρομάγαζα και να προωθήσουμε έξι χιλιάδες εργάτες σε άλλους κλάδους της παραγωγής.
Θελήσαμε να καθορίσουμε, με όλες αυτές τις παραθέσεις, τα θέματα που θεωρούμε βασικά για την ερμηνεία του συστήματος:
1. Ο κομμουνισμός είναι ένας στόχος της ανθρωπότητας, στον οποίο φτάνει συνειδητά. Επειτα, η εκπαίδευση και η εξάλειψη των ιχνών της παλιάς κοινωνίας στη συνείδηση των ανθρώπων έχουν τεράστια σημασία, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε ότι ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κοινωνία χωρίς παράλληλες προόδους στην παραγωγή.
2. Οι μορφές διεύθυνσης της οικονομίας, τεχνολογική πλευρά του ζητήματος, πρέπει να επιλεγούν από τις πιο αναπτυγμένες και τις περισσότερο προσαρμόσιμες στη νέα κοινωνία. Η πετροχημική τεχνολογία του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το σοσιαλιστικό χωρίς να φοβηθούμε τη μόλυνση της αστικής ιδεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει με καθετί που έχει σχέση με τις τεχνικές νόρμες διεύθυνσης και ελέγχου της παραγωγής στον οικονομικό τομέα.
Θα μπορούσαμε, αν και κάπως τολμηρά, να παραφράσουμε το Μαρξ όταν αναφέρεται στη χρήση της διαλεκτικής του Χέγκελ και να πούμε ότι οι τεχνικές αυτές ξαναστήνονται έτσι στα πόδια τους.
Μια ανάλυση των μεθόδων λογιστικής τεχνικής που χρησιμοποιούνται σήμερα στις σοσιαλιστικές χώρες μάς δείχνει ότι ανάμεσα σε αυτές και στις δικές μας βρίσκεται μια διαφοροποιημένη αντίληψη που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτή που υπάρχει στον καπιταλισμό, ανάμεσα στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού και το μονοπώλιο. Τελικά οι προηγούμενες τεχνικές «στημένες στα πόδια τους» χρησίμευσαν σαν βάση για την ανάπτυξη και των δύο συστημάτων. Από εκεί και πέρα οι δρόμοι χωρίζουν, μια και ο σοσιαλισμός έχει τις δικές του σχέσεις παραγωγής και, συνακόλουθα, τις δικές του απαιτήσεις.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι σαν τεχνική ο πρόδρομος του συστήματος χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό είναι το ιμπεριαλιστικό μονοπώλιο που υπήρχε στην Κούβα, που είχε κιόλας υποστεί τις παραλλαγές τις εγγενείς στη μακρόχρονη διαδικασία ανάπτυξης της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου που αρχίζει από την αυγή του μονοπωλιακού συστήματος μέχρι τις μέρες μας, όπου φτάνει στα ανώτερα επίπεδά της. Οταν έφυγαν τα μονοπώλια πήραν μαζί τους τα ανώτερα στελέχη τους και μερικά μεσαία στελέχη. Ταυτόχρονα, η ανώριμη αντίληψή μας για την επανάσταση μας είχε ωθήσει στην κατάργηση μιας ολόκληρης σειράς από καθιερωμένες μεθόδους, μόνο και μόνο γιατί ήταν καπιταλιστικές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σύστημά μας δεν έχει ακόμα φτάσει στο βαθμό αποτελεσματικότητας των ντόπιων μονοπωλιακών υποκαταστημάτων, σχετικά με τη διεύθυνση και τον έλεγχο της παραγωγής. Τραβάμε λοιπόν αυτό το δρόμο, καθαρίζοντάς τον από οποιαδήποτε προηγούμενη σαβούρα.
Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.
Μάριο Τεράν (Mario Terán)
Ο Μάριο Τεράν ήταν ο βολιβιανός στρατιώτης (λοχίας) που επιλέχθηκε να φέρει εις πέρας την προαποφασισμένη εκτέλεση του Τσε στη Βολιβία. Ήταν ο άνδρας που τράβηξε τη σκανδάλη δίνοντας τη χαριστική βολή στον αιχμάλωτο επαναστάτη.
Το 2006, ο Τεράν υποβλήθηκε σε εγχείρηση καταρράκτη από κουβανούς γιατρούς στη Βολιβία, στο πλαίσιο του προγράμματος «επιχείρηση θαύμα» (Operación Milagro) γιά δωρεάν περίθαλψη. Το πρόγραμμα τελεί υπό την αιγίδα των κυβερνήσεων Κούβας και Βενεζουέλας και επεκτείνεται σε όλη σχεδόν τη Λατινική Αμερική. Η επιτυχής εγχείρηση του Τεράν από τους κουβανούς γιατρούς θεωρήθηκε – δικαίως – μια ιδεολογική νίκη του Τσε. «Σάραντα χρονια αφού ο Τεράν επιχείρησε να καταστρέψει ένα όνειρο και μια ιδέα, ο Τσε επιστρέφει γιά να κερδίσει ακόμη μιά μάχη» έγραψε η εφημερίδα Γκράνμα.
Σήμερα, ο Τεράν ζει στην Παραγουάη με την οικογένεια του. Λέγεται ότι κυκλοφορεί με ψευδώνυμο, έχοντας εξασφαλίσει την προστασία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών φοβούμενος πιθανή δολοφονική απόπειρα εναντίον του.
Forty years since the death of Che Guevara (Part Two)
9 October 2009.
By Alan Woods*.
Che Guevara was a dedicated revolutionary and Communist. He was also an internationalist and understood that to defend the Cuban revolution it was necessary to spread it to other parts of the world. He attempted this in Africa and Latin America. This was his strong side. His weak side was that he saw the revolution fundamentally as a peasant guerilla struggle and did not fully understand the central role of the working class in the socialist revolution.
The campaign against Che
The fortieth anniversary of the assassination of Che Guevara has been the signal for a noisy campaign against him. The attacks against Che do not all come from the right. There are constant attacks from anarchists, libertarians, and all kinds of «democrats». Particularly distasteful are the criticisms of Che by Regis Debray, that miserable renegade and coward, who played such a pernicious role in Che’s last campaign in Bolivia and later became a reformist and an adviser to Mitterand.
Other «intellectuals» like Jon Lee Anderson, who wrote a well-known book about Che, Jorge Castaneda and Octavio Paz have joined this chorus of scoundrels and renegades vying with each other to «demystify» Che – that is, to pour dirt on his memory. This disgraceful campaign of calumnies has been backed by many in the Latin American «left», which is just another indication of the degeneration of the «democratic» intelligentsia in the period of the senile decay of capitalism.
Writer Paul Berman informs us that the «modern-day cult of Che» obscures the work of dissidents and what he believes is a «tremendous social struggle» currently taking place in Cuba. There is indeed a tremendous social struggle taking place in Cuba. It is a struggle between revolution and counterrevolution: a struggle between those who wish to defend the gains of the Cuban Revolution and those who, under the false flag of «democracy» wish to drag Cuba towards capitalist slavery, as has already happened in Russia. In this struggle it is not possible to be neutral, and these «democratic intellectuals» have openly taken the side of the capitalist counterrevolution.
Another one of these scoundrels, author Christopher Hitchens, once considered himself a socialist and a supporter of the Cuban revolution, but now, like so many others of the middle class fair weather friends of Cuba has changed his mind. Of Che Guevara’s legacy he writes: «Che’s iconic status was assured because he failed. His story was one of defeat and isolation, and that’s why it is so seductive. Had he lived, the myth of Che would have long since died.»
No, my friend, Che Guevara is not dead but very much alive, and he will be remembered long after all this miserable tribe of bourgeois Pharisees has been forgotten. Yes, Che was defeated. But at least he had the courage to try to fight, and it is a thousand times better to try to fight and to fall honourably in battle for a just cause than to chatter and complain and whimper from the sidelines of history and to do precisely nothing.
The question of revolutionary violence
The main accusation against Che is that he was responsible for unnecessarily brutal repression. What are the facts? After the overthrow, Che Guevara was assigned the role of «supreme prosecutor», overseeing the trials and executions of hundreds of suspected war criminals from the previous regime. As commander of the La Cabana prison, he oversaw the trial and execution of former Batista regime officials and members of the «Bureau for the Repression of Communist Activities» (a unit of the secret police known by its Spanish acronym BRAC). This has provided the excuse for a stream of vicious attacks against him by the enemies of the Revolution. We have seen a stream of articles with titles referring to Che as a «butcher» and so on.
In his book on Che, Jon Lee Anderson writes:
«Throughout January, suspected war criminals were being captured and brought to La Cabana daily. For the most part, these were not the top henchmen of the ancien régime; most had escaped before the rebels assumed control of the city and halted outgoing air and sea traffic, or remained holed up in embassies. Most of those left behind were deputies, or rank and file chivatos and police torturers. The trials began at eight or nine in the evening, and, more often than not, a verdict was reached by two or three in the morning. Duque de Estrada, whose job it was to gather evidence, take testimonies, and prepare the trials, also sat with Che, the «supreme prosecutor,» on the appellate bench, where Che made the final decision on the men’s fate.» (Source: Anderson, Jon Lee. Che Guevara: A Revolutionary Life, New York: 1997, Grove Press, pp. 386-387.)
José Vilasuso, an attorney who worked under Guevara, has said that these were «lawless proceedings» where «the facts were judged without any consideration to general juridical principles». Vilasuso described a process where «[t]he statements of the investigating officer constituted irrefutable proof of wrongdoing» and where «[t]here were relatives of victims of the previous regime who were put in charge of judging the accused.»
Solon the Great, who wrote the Athenian Constitution and knew one or two things about laws, said the following: «the law is like a spider’s web: the small are caught and the great tear it up.» The law has never been higher than the class interests that lie behind it. The bourgeoisie hides behind the so-called impartiality of the law to disguise the dictatorship of the big banks and monopolies. When it no longer suits the ruling class, it sets aside these laws and exercises its dictatorship openly.
The people who were executed in La Cabana, were, as the above quotation says, notorious supporters of the Batista dictatorship that tortured and killed many people without trial, informers who spied on people and were responsible for their imprisonment, torture and death, and the torturers themselves. These were the people who were handed over to the revolutionary firing squads. And we are supposed to raise our hands in horror over this? Are we supposed to be shocked when the Revolution settles accounts with its enemies?
The same middle class Pharisees who whimper about these executions are those who support «peace and reconciliation» in places like Chile, Argentina and South Africa. They are the authors of the obscene farce of «truth commissions» where the murderers and torturers meet face to face with their victims, with widows and orphans, with people who suffered unspeakable tortures or years of imprisonment for their views. And at the end of this, they are supposed to be reconciled and «at peace». Yes, and how many others are «at peace» in unmarked graves or at the bottom of the River Plate with their hands chopped off?
This so-called peace and reconciliation is nothing but a cruel deception and the so-called truth commissions a cowardly evasion of the truth: that there can never be peace and reconciliation between the murderers and torturers and their victims, who cry for justice even from the grave. It is absolutely intolerable that today known murderers and torturers walk the streets of Santiago, Buenos Aires and Johannesburg, and their victims are forced to live with this knowledge. In Spain the reformists and Stalinists subscribed to the shameful fraud that they called the «Transition». The fascist butchers who were responsible for the deaths of over a million people were allowed to go unpunished as a result. This was taken by the reformists in Chile and elsewhere to be a good example to follow.
Was it a good thing that Pinochet was permitted to die peacefully in his bed of old age? Would it not have been better for this mass murderer to be tried by the families of his victims? A violation of the principles of legality, say the Pharisees! An act of true revolutionary justice, we reply! To preach love and reconciliation in the midst of the class struggle is a form of crime: for it is always the weak and defenceless who are expected to show love and forgiveness, while the rich and powerful always escape the consequences of their crimes.
Che Guevara was a humanitarian who had a deep love for the poor and oppressed, and consequently he had a profound hatred for the oppressors and exploiters. He wrote:
«Hatred is an element of struggle; relentless hatred of the enemy that impels us over and beyond the natural limitations of man and transforms us into effective, violent, selective, and cold killing machines. Our soldiers must be thus; a people without hatred cannot vanquish a brutal enemy.»
Harsh words? Yes, but the class struggle is harsh, and the consequences of defeat are deadly serious. Cuba is only 90 miles from the most powerful imperialist nation on earth. Not long after these events US imperialism organized an invasion with the help of those agents of Batista who Che did not manage to place before a firing squad.
Hypocrisy of imperialists
The attacks of the enemies of the Revolution are motivated by spite and hypocrisy. A Revolution has to defend itself against its enemies, both internal and external. A Revolution, which by its very nature overturns all the old laws, rules and regulations cannot be expected to operate on the basis of bourgeois legality. It has to invent new rules and a new legality and the only rule it knows is the one invented long ago by Cicero: salus populi suprema lex est (the salvation of the people is the supreme law). For revolutionaries the salvation of the revolution is the supreme law. The idea that a revolution must dance the minuet of bourgeois legality is just stupidity.
Throughout history there have been many risings of the oppressed underdogs against their masters. The annals of human history are full rich in defeated slave rebellions and similar tragedies. In every case we find that the slaves were defeated because they did not show sufficient determination and were too soft and trusting, whereas the ruling class is always prepared to employ the most brutal and bloody methods in order to maintain their class rule.
History is full of examples of the brutality of the ruling class. After the defeat of Spartacus, the Romans crucified thousands of slaves along the Via Apia. In June, 1848, general Cavaignac had promised pardon, and he massacred the workers. The bourgeois Thiers had sworn by the law, and he gave the army carte-blanche to slaughter. After the defeat of the Commune, the butchers of Versailles took a terrible revenge against the proletarians of Paris. Lissagaray (History of the Paris Commune of 1871) writes:
«The wholesale massacres lasted up to the first days of June, and the summary executions up to the middle of that month. For a long time mysterious dramas were enacted in the Bois de Boulogne. Never will the exact number of the victims of the Bloody Week be known. The chief of military justice admitted 17,000 shot, the municipal council of Paris paid the expenses of burial of 17,000 corpses; but a great number were killed out of Paris or burnt. There is no exaggeration in saying 20,000 at least. «Many battlefields have numbered more dead, but these at least had fallen in the fury of the combat. The century has not witnessed such a slaughtering after the battle; there is nothing to equal it in the history of our civil struggles. St. Bartholomew’s Day, June 1848, the 2nd December, would form but an episode of the massacres of May. Even the great executioners of Rome and modern times pale before the Duke of Magenta. The hecatombs of the Asiatic victors, the fetes of Dahomey alone could give some idea of this butchery of proletarians.»
There are many more recent examples. After the overthrow of the democratically elected Arbenz government, the rulers of Guatemala unleashed a bloody war of genocide against its own people with the aid of the CIA. Pinochet killed and tortured tens of thousands. In Argentina there was even greater slaughter under the Junta. In the case of Cuba, the American stooge Batista murdered and tortured countless oppositionists.
All this is a matter of historical record. The so-called democrats in the USA and the European Union pretend to be shocked at the revolutionary violence which the Cuban Revolution directed against its enemies, but the same people were prepared to turn a blind eye to the crimes of the counterrevolutionary despots who were the friends of US imperialism. As President Franklin D Roosevelt said about the Nicaraguan dictator Somoza: «He’s a son of a bitch, but he’s our son of a bitch.»
The Bay of Pigs
The bourgeois approach the question of violence from a practical and class point of view. The working class should do likewise. The idea that it is possible to defeat the class enemy by reading them lectures on morality is naïve and foolish. The real reason for the hypocritical cries of moral outrage against the Cuban (and Russian) Revolutions is that here at last the slaves fought back against the slave-owners, and they won.
In the beginning, Castro did not put forward a socialist perspective and did not nationalize anything. Che, on the other hand, insisted that the Cuban Revolution must be a socialist revolution. The Revolution soon entered into conflict with US imperialism, which attempted to sabotage its attempts to carry out an agrarian reform and other measures to improve the living standards of the masses. The big US companies tried to sabotage the Cuban economy. Castro responded by nationalizing all US property in Cuba. The Revolution had crossed the Rubicon. It had expropriated the landlords and capitalists and was now on collision course with Washington.
This was a complete confirmation of Trotsky’s theory of Permanent Revolution – a theory that Che was so interested in that he took a copy of this book with him on his final Bolivian expedition. Trotsky explains that in modern conditions the tasks of the bourgeois democratic revolution in colonial and ex-colonial countries cannot be carried out by the bourgeoisie but can only be realized by expropriating the landlords and capitalists and beginning the socialist transformation of society.
The imperialist «democrats» replied by organizing an invasion of Cuba. Cuban mercenaries were armed and trained by the CIA and set out to effect the violent overthrow of the revolutionary government. The Revolution defended itself, mobilizing and arming the workers and peasants. The imperialist forces were routed at the Bay of Pigs – the first time that imperialism had suffered a military defeat in Latin America. The Revolution was triumphant.
If the reactionaries had succeeded in regaining power, what would they have done? Would they have invited the Cuban workers and peasants to join them in a universal celebration of brotherly love and reconciliation? Would they have set up a truth commission and invited Che and Fidel to participate? They would have filled not one Cabana but a hundred with their victims. Only a blind man can fail to understand this. But there are none so blind as they who will not see.
Che and world revolution
The Cuban Revolution was in danger. How was it to be saved? Che Guevara had the right idea, and was moving in the right direction before his young life was brutally ended. He was radically opposed to bureaucracy, corruption and privilege, which are today the biggest threat to the Cuban Revolution and, if not corrected, will prepare the way for capitalist restoration. Above all, he understood that the only way to preserve the Cuban Revolution was to extend the socialist revolution to the rest of the world, beginning with Latin America.
His speeches against bureaucracy and his criticisms of the Soviet Union became more and more outspoken to the degree that the influence of the Soviet Union in Cuba grew. In general he had grown increasingly sceptical of the Soviet Union. He publicly accused Moscow of betraying the colonial revolution. In February 1965 Che made what turned out to be his last public appearance on the international stage when he delivered a speech to the Second Economic Seminar on Afro-Asian Solidarity in Algiers. In the course of his speech he stated:
«There are no frontiers in this struggle to the death. We cannot remain indifferent in the face of what occurs in any part of the world. A victory for any country against imperialism is our victory, just as any country’s defeat is our defeat.» He went on to say that, «The socialist countries have the moral duty of liquidating their tacit complicity with the exploiting countries of the West.»
This was a very explicit condemnation of the policy of peaceful co-existence pursued by Moscow. He considered that the withdrawal of Soviet missiles from Cuban territory without consulting Castro to be a betrayal. He enthusiastically supported the Vietnamese people in their war of liberation against US imperialism. He called upon the oppressed peoples of other countries to take up arms and create «100 Vietnams». Such talk horrified Khrushchev and the Moscow bureaucracy.
In his mind the idea slowly matured that the only way to save the Cuban Revolution was to spread the revolution on a world scale. This idea was fundamentally correct. The isolation of the Cuban Revolution was the greatest threat to its survival. Che was not a man to allow an idea to remain on paper. He decided to translate it into action. Che Guevara left Cuba in 1965 to participate in the revolutionary struggles in Africa. He first went to Congo-Kinshasa, although his whereabouts remained a closely held secret for the next two years.
Che wrote a letter in which he reaffirmed his solidarity with the Cuban Revolution but declared his intention to leave Cuba to fight abroad for the cause of the revolution. He stated that «Other nations of the world summon my modest efforts,» and that he had therefore decided to go and fight as a guerrilla «on new battlefields». In order not to embarrass the Cuban government and provide excuses to the imperialists to attack Cuba, he announced his resignation from all his positions in the government, in the Party, and in the Armed forces, and renounced his Cuban citizenship, which had been granted to him in 1959 in recognition of his efforts on behalf of the revolution.
«This is the history of a failure.»
At that time Africa was in a state of ferment. The French colonialists had been driven out of Algeria and the Belgian imperialists had been forced to leave the Congo. But the imperialists were waging a stubborn rearguard action in alliance with the Apartheid regime in South Africa and reactionary elements in different countries. At stake was Africa’s vast mineral wealth. It was also the chief battleground between the Soviet Union and the United States.
Che concluded that this was the beast place to fight. Ben Bella, who was president of Algeria, had recently held discussions with Guevara, and said: «The situation prevailing in Africa, which seemed to have enormous revolutionary potential, led Che to the conclusion that Africa was imperialism’s weak link. It was to Africa that he now decided to devote his efforts.»
In the recently independent Congo the Belgian and French imperialists sabotaged the left-wing government of Patrice Lumumba by creating chaos as a pretext for a military intervention. With the active collaboration of the CIA the reactionaries led by Mobutu murdered Lumumba and seized power in Leopoldville (Kinshasa). A guerrilla war led by Lumumba supporters commenced. The Cuban operation was to be carried out in support of the rebels under the command of Laurent-Désiré Kabila.
Astonishingly, the thirty-seven year old Guevara had no formal military training (his asthma had prevented him from being drafted into military service in Argentina) but he had the experiences of the Cuban revolution, and that was enough. In the same way, Trotsky had no formal military training when he formed the Red Army, yet the Red soldiers, armed by revolutionary fervour, defeated every foreign army thrown against them.
Napoleon pointed out long ago that in warfare morale is always the decisive factor. However, Che was swiftly disillusioned by his Congolese allies. He had little regard for the ability of Kabila. «Nothing leads me to believe he is the man of the hour,» he wrote. The Cuban and Russian revolutionaries were fighting for a cause they believed in. But in the Congo, the anti-imperialist struggle was mixed up with tribal divisions, personal ambition and corruption. That was shown by subsequent events. In May 1997, Laurent Kabila overthrew Mobuto and became President of the Democratic Republic of the Congo. In that position, which he held until his assassination in 2001, he behaved as a corrupt tyrant. He was succeeded in the presidency by his son, the equally corrupt Joseph Kabila.
The CIA and South African mercenaries were working with Mobutu’s forces to defeat the rebels. They soon realized that they were fighting a far more serious enemy, although originally they did not know that Che was present. However, the superior intelligence available to the CIA alerted the South Africans to his presence. Che’s Congo Diary speaks of the incompetence, stupidity, and infighting of the local Congolese forces. This was the main reason for the revolt’s failure. Without Cuban help it would have been defeated much earlier.
After seven months of frustrations, suffering from his asthma and crippling dysentery and disillusioned with his allies, Che left the Congo with the surviving members of his force of Afro-Cubans. Later, when writing of the Congo mission, he states bitterly: «This is the history of a failure.»
Bolivia
After the failure in Africa, Che decided to attempt to open s new revolutionary front in Latin America. He seems to have chosen Bolivia for its strategic position, bordering a number of important countries, including Argentina. He adopted the disguise of a Uruguayan businessman with thick glasses and a shaved head. This was so perfect that when he said his final goodbye to his little daughter she did not recognize him. However, the imperialists were not so easily fooled.
Che clearly made a mistake when he tried to organize a guerrilla war in Bolivia, a country with a powerful working class with great revolutionary traditions. He miscalculated in a number of areas. He expected to be confronted only by the poorly trained and equipped Bolivian army. But, as we have already pointed out, the imperialists had learned the lesson of Cuba and were prepared for him. Only eleven months after beginning the operation the guerrillas were routed and Che Guevara was dead. Only five men managed to escape from the trap that had been prepared for them by the Bolivian army and its US «advisers».
To read today Che Guevara’s Bolivian Diaries is a moving and tragic experience. The physical and mental sufferings of this small band of men are indescribable. Their final destiny is heartbreaking. He established his base in the jungles of the remote Ñancahuazú region. But building a guerrilla army under such conditions proved extremely difficult, as his Bolivian diary shows. But to start a revolution in the jungles of Bolivia, was a hopeless venture from the start. The total guerrilla force numbered only about fifty. They experienced great difficulty recruiting from the local populace, who did not even speak Spanish. The guerrillas had learned Quechua, but the local language was Tupí-Guaraní.
Despite everything, the guerrillas showed tremendous bravery and determination and scored a number of early successes against Bolivian regular soldiers in the Camiri mountains. However, in September, the Army managed to eliminate two guerrilla groups, killing one of the leaders. From this point on, they were fighting a battle that was lost in advance. Moreover, as the campaign dragged on, Che’s health deteriorated. He suffered from severe and debilitating bouts of asthma.
The Bolivian authorities were finally alerted about Guevara’s presence when photographs taken by the rebels fell into their hands after a clash with the Bolivian army in March 1967. It is said that after seeing them, President René Barrientos exclaimed that he wanted Guevara’s head on a pike in the centre of la Paz. Here we have an authentic expression of the humanitarian pacifism of the bourgeoisie – the same people who criticize revolutionaries for violence.
Despite the attempts to portray him as a bloodthirsty monster (what revolutionary leader has not been so portrayed?) Che was actually a very humanitarian person. In one very moving passage of his Bolivian Diaries he recalls a moment when he could have shot a young Bolivian soldier but found himself unable to pull the trigger.
This is hardly the conduct of a cruel and bloodthirsty man! Che personally gave medical treatment to wounded Bolivian soldiers whom the guerrillas took prisoner, and then let them go free. This humane behaviour contrasts to the brutal treatment he himself received when he fell into the hands of the Bolivian army. It is even said that, when captured, he offered to treat some Bolivian soldiers who had also been wounded in the fighting. The Bolivian officer in charge rejected his offer.
Stalinists betray
Che’s men faced innumerable obstacles – not only from the language and the weather (it was almost always raining) and the terrain. Under the Stalinist pro-Moscow leadership of Mario Monje the Bolivian Communist Party was bitterly hostile to Guevara and resented his presence in Bolivia. The Bolivian Stalinists refused to honour their commitments to the guerrillas. They argued that there were no conditions to launch a revolutionary offensive in Bolivia. Fidel Castro in his Introduction to Che’s Bolivian Diaries answered this very well:
«There will always be a proliferation of excuses, whatever the time and circumstance, not to fight – and that would mean that we could never obtain freedom. Che did not outlive his ideas, but he knew that with the loss of his life they would spread even wider. His pseudo-revolutionary critics, with their political cowardice and eternal failure to act, will certainly outlive the evidence of their own stupidity. It is worth noting, as the diary shows us, that Mario Monje, one of those ‘revolutionary’ specimens who are becoming so frequent in Latin America, took advantage of his title of secretary of the Communist Party of Bolivia to dispute Che’s right to the political and military leadership of the movement. And Monje had also announced his intention of giving up his position within the party. According to him, it was enough to have held the position, and that gave him the right to claim the leadership.
«Mario Monje, needless to say, had no experience in guerrilla warfare, nor had he ever been in combat. But the fact that he considered himself a Communist should have rid him of crude and superficial patriotism, as had the true patriots who had fought for Bolivia’s first independence.
«If this is their idea of the internationalist and anti-imperialist struggle on this continent, such ‘Communist leaders’ have not progressed as far as the aboriginal tribes who were vanquished by the European colonisers at the time of the conquest.
«This was the behaviour of the leader of the Communist Party of a country called Bolivia, whose historical capital is called Sucre, in honour of its first liberators, who were both Venezuelan. Monje had the opportunity to count on the co-operation of the political, organisational and military talent of a true and revolutionary giant, whose cause was not circumscribed to the narrow, artificial and even unjust boundaries of Bolivia. However, Monje did nothing but make claims for the leadership in a shameful, ridiculous and unwarranted manner.» (Ernesto Che Guevara, Bolivian Diary, «A Necessary Introduction» by Fidel Castro, pp. xxxi-xxxii.)
And Castro continues his blistering indictment of Monje and the leaders of the Bolivian C.P.:
«[…] But Monje, unhappy with the outcome, set out to sabotage the movement. While in La Paz, he intercepted the well-trained Communist militants who were about to join the guerrilla force. They were the kind of men who have all the necessary qualities to join the armed struggle, but whose progress is criminally frustrated by their incapable and manipulating leaders.» (Ernesto Che Guevara, Bolivian Diary, «A Necessary Introduction» by Fidel Castro, p. xxxiii.)
At the end of January, Che wrote in his Diary:
«Analysis of the month.
«As I expected, Monje’s attitude was evasive at first and then treacherous.
«The party is now up in arms against us, and I do not know how far they will go. But this will not stop us and maybe in the long run it will be to our advantage (I am almost certain of this). The most hones and militant people will be with us, even if they have to go through a crisis of conscience that may be quite serious.
«Moisés Guevara has so far responded well. We shall see how he and his people behave in the future.
«Tania left, but the Argentines have given no signs of life, and neither has she. Now begins the real guerrilla phase and we will test the troops. Time will tell what they are capable of and what are the prospects for the Bolivian revolution.
«Of all we had envisaged, the hardest task was the recruitment of Bolivian combatants.» (Ernesto Che Guevara, Bolivian Diary, p. 38.)
Those members of the Party who did join or support Che Guevara did so against the Party leadership’s wishes. Che’s Bolivian Diary shows how the problems with the Bolivian Communist Party resulted in the guerrillas having significantly smaller forces than originally anticipated. This dealt a mortal blow to the guerrilla’s chances of success.
Regis Debray
A lamentable role in all this was played by Regis Debray, a man who subsequently made a career out of exploiting his alleged relation with Che Guevara. It is frequently stated that he «fought with Che in Bolivia» and was a «comrade of Che.» This is completely untrue. Debray never did any fighting and in fact caused serious problems for the guerrillas. Che regarded this petty bourgeois intellectual with well-deserved contempt. His Diary contains frequent references to this unwelcome «travelling companion» and none of them is flattering.
Debray and the Argentine painter Ciro Bustos turned up in Che’s camp as revolutionary tourists and caused nothing but trouble. They were supposed to help to develop contacts with the outside world. In the end they got plenty of publicity for themselves at the cost of the guerrillas. The Diary shows that Che was suspicious of Debray from the start:
«The Frenchman emphasised rather too vehemently how useful he could be outside.» (Ernesto Che Guevara, Bolivian Diary, p. 69.)
Che’s suspicions were soon justified. Unable to tolerate the harsh conditions they pestered Che to allow them to leave. They were soon captured by the army and gave information that was invaluable in the pursuit of the rebels. Bustos betrayed the guerrillas and became a vulgar informant. He even drew portraits so that the army could recognize them. The trial of Regis Debray attracted the attention of the world’s media, but distracted attention from the guerrillas who were the ones really putting up a fight. This trial undoubtedly embarrassed the Bolivian government, but it also hardened their attitudes towards the guerrillas. It is possible that one of the reasons Barrientos decided to murder Guevara was to avoid a repetition of the media circus of this trial.
The final chapter
Barrientos ordered the Bolivian Army to hunt Guevara down. But in fact he was merely following the orders of his bosses in Washington, who had long ago put a price on the head of their most hated enemy. As soon as Washington discovered his location, CIA and other special forces were sent to Bolivia, where they took charge of the operation.
US advisors arrived on April 29 and instituted a 19-week counter-insurgency training programme for the Bolivian 2nd Ranger Battalion. The intensive course included training in weapons, individual combat, squad and platoon tactics, patrolling, and counter-insurgency. The Bolivian Army was trained and supplied by US advisors and Special Forces. These included a recently established elite battalion of Rangers with special training in jungle operations.
From late September the enemy dogged their footsteps. Bolivian Special Forces were notified of the location of Guevara’s guerrilla encampment by an informant. They encircled it on 8 October and Che was captured after a brief skirmish. As the Bolivian forces approached him, he is supposed to have called out: «Do not shoot! I am Che Guevara and worth more to you alive than dead.» By this means they try to portray him as a coward. This is just another of the calumnies with which the reactionaries attempt to blacken the memory of this man, who always showed great bravery and complete disregard for his personal safety.
Barrientos lost no time in ordering the execution of Che Guevara. He issued the order as soon as he was informed of the capture. He did not waste time in legal niceties. He did this with the full knowledge and consent of the «democrats» in Washington. None of these people could run the risk of a trial where Che Guevara could defend himself and, as he inevitably would, pass over to the counteroffensive, denouncing the social injustices that justified his fight. No! This voice had to be silenced once and for all.
In January 1919 in Berlin, the Junkers who captured Rosa Luxemburg and Karl Liebknecht also had no intention of allowing them to reach a court of law. They did not consult a law book before battering their brains out either. Che Guevara was taken to a dilapidated schoolhouse in the nearby village of La Higuera where he was held prisoner overnight. What thoughts must have gone through his mind on that last terrible night when he was alone, like a lamb among hungry wolves, alone and isolated from the world, from his family, friends and comrades, facing dawn and inevitable death!
Early the next afternoon Che Guevara was taken out of the schoolhouse. At 1.10pm on 9 October 1967 he was executed by Mario Teran, a sergeant in the Bolivian army. In an attempt to conceal the fact that he had been shot in cold blood, he received multiple shots to the legs, so as to simulate combat wounds. Before this he said to his executioner: «I know you are here to kill me. Shoot, coward, you are only going to kill a man.» This is the voice of the real Che Guevara, not that of a coward pleading for his life.
The dead body was lashed to the landing skids of a helicopter and flown to neighbouring Vallegrande where it was placed in a laundry tub in the local hospital and put on display for the gentlemen of the press who took photographs. In a macabre act of desecration a military doctor surgically amputated his hands, Bolivian army officers transferred Guevara’s cadaver to an undisclosed location.
The man who headed the hunt for Guevara was Felix Rodriguez, a CIA agent, who had infiltrated Cuba to prepare for an anti-Castro uprising to coincide with the Bay of Pigs invasion. It was Rodriguez who informed his masters in Washington and Virginia of Che’s death. Like a common thief he removed Che’s Rolex watch and other personal items that he used to show to reporters while bragging of his exploits. Felix Rodriguez’s name will enter the annals of history branded with infamy. But the memory of the man he cruelly murdered will forever live as a champion of the poor and oppressed, a fighter, a revolutionary hero and a martyr for the cause of world socialism.
The Question of Guerrilla War
As with any other person, Che had his strong side and his weak side. He undoubtedly made a mistake when he attempted to present the Cuban model of guerrilla war as a tactic with a general application. Marxists have always conceived the peasant war as an auxiliary of the workers in the struggle for power. That position was first developed by Marx during the German revolution of 1848, when he argued that the German revolution could only triumph as a second edition of the Peasants’ War. That is to say, the movement of the workers in the towns would have to draw behind it the peasant masses.
It is not correct to argue that this position is only for developed capitalist countries. Before the Russian revolution the industrial working class represented no more than 10 per cent of the population. Yet Lenin and the Bolsheviks always argued that the working class had to place itself at the head of the nation and lead the peasants and other oppressed layers behind them. The proletariat played the leading role in the Russian revolution, drawing behind itself the multi-millioned mass of poor peasants – the natural ally of the proletariat.
The only class able to lead a successful socialist revolution is the working class. This is not for sentimental reasons but because of the place it occupies in society and the collective character of its role in production. No reference or hint at the possibility that the peasantry can bring about a socialist revolution can be found in the writings of Marx, Engels, Lenin and Trotsky. The reason for that is the extreme heterogeneity of the peasantry as a class. It is divided into many layers, from the landless labourers (who are really rural proletarians) to the rich peasants who employ other peasants as wage labourers. They do not have a common interest and therefore cannot play an independent role in society. Historically they have supported different classes or groups in the cities.
By its very nature, guerrilla warfare is the classical weapon of the peasantry, and not the working class. It is suited for conditions of armed struggle in inaccessible rural areas – mountains, jungle, etc. – where the difficulty of the terrain makes it complicated to deploy regular troops and where the support of the rural masses provides the necessary logistic support and cover for the guerrillas to operate.
In the course of a revolution in a backward country with a sizeable peasant population, guerrilla warfare can act as a useful auxiliary for the revolutionary struggle of the workers in the towns. But it would never have occurred to Lenin to put forward the idea of guerrillaism as a substitute for the conscious movement of the working class. Guerrilla tactics, from a Marxist standpoint, are only permissible as a subordinate and auxiliary part of the socialist revolution.
This was precisely Lenin’s position in 1905. It had nothing in common with the kind of individual terrorist tactics pursued by the Narodnaya Volya and their heirs, the Social Revolutionary Party, still less the insane tactics of the modern terrorists and «urban guerrilla» organisations which are the very antithesis of a genuine Leninist policy. Lenin insisted that armed struggle must be part of the revolutionary mass movement, and specified the conditions in which it was permissible:
«1) the sentiments of the masses be taken into account; 2) the conditions of the working class movement in the given locality be reckoned with, and 3) care be taken that the forces of the proletariat should not be frittered away.» And he also made it clear that, far from being a panacea, guerrilla war was only one possible method of struggle permissible only «at a time when the mass movement has actually reached the point of an uprising».

