Ο Τσε σε συναντήσεις του με τον Πρόεδρο της Βραζιλίας Ιάνιο Κουάντρος (Jânio Quadros), 1961.
Συντάκτης: Guevaristas
Πρωτομαγιάτικος λόγος του Τσε
Ο παρακάτω λόγος εκφωνήθηκε από τον Τσε στο Θέατρο Γκαρθία Λόρκα της Αβάνας, στις 30 Απριλίου 1963. Η εκδήλωση έγινε παραμονή της εργατικής Πρωτομαγιάς και διοργανώθηκε από την Κουβανική Επαναστατική Συνομοσπονδία Εργατών (CTC-R) και το Υπουργείο Βιομηχανίας του οποίου ο Γκεβάρα ηγείτο.
Σύντροφοι,
συναντιόμαστε άλλη μια φορά, την παραμονή της Διεθνούς Εργατικής Γιορτής για να τιμήσουμε τους συντρόφους εκείνους που ξεχώρισαν με τις προσπάθειές τους στις παραγωγικές υπηρεσίες της χώρας μας, στις υπηρεσίες του ευγενούς σκοπού της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σαν πρωτοπόροι εργάτες σε κάθε μια απ’ τις επιχειρήσεις στις οποίες μοιράζεται το υπουργείο μας. Κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγούμενων μηνών, είχαμε περιοδικές συζητήσεις με τους συντρόφους εκείνους που, μήνα με το μήνα με την αφοσίωσή τους στην εργασία, ξεχώρισαν ανάμεσα στους εργάτες των επιχειρήσεών μας.
Έχουμε επαναλάβει ξανά και ξανά ότι, στην περίπτωση των πρωτοπόρων εργατών, η υπερβολική μετριοφροσύνη δεν είναι αρετή αλλά μειονέκτημα, ότι ο πρωτοπόρος εργάτης πρέπει με να δίνει παράδειγμα, πρέπει να το κάνει κατανοητό, να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του, και να δει ότι η δική του ατομική προσπάθεια μετατράπηκε σε μια προσπάθεια συλλογική όλων των εργατών και των εργοστασίων της χώρας, ότι οι δυνάμεις των εργοστασίων πρώτης γραμμής, όλων των κέντρων παραγωγής, ότι μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα της δουλειάς και τη συνείδηση των ανθρώπων, για να κατακτηθεί η υλική επάρκεια που χρειάζεται για το χτίσιμο του σοσιαλισμού και τη δημιουργία ισχυρής συνείδησης στους απογόνους του, πράγμα που χρειάζεται για τη διατήρηση του σοσιαλισμού.
Ολόκληρο το χρόνο αυτά τα δύο έργα εκπληρώθηκαν. Όχι τέλεια, όχι χωρίς σοβαρές παραλείψεις, όχι χωρίς λάθη, καυγάδες, βήματα προς τα πίσω, αλλά με πολύ ενθουσιασμό και πλήρη αφοσίωση στο έργο μας, καταφέραμε το 1962 να δημιουργήσουμε μια ισχυρή κοινωνική βάση. Συνεισφέραμε και εμείς στην ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης ολόκληρου του κόσμου όταν, μπροστά στην αμερικάνικη πυρηνική απειλή, ο λαός μας ξεσηκώθηκε και έδωσε μια απάντηση που αναμφίβολα θα μείνει στην ιστορία. Ήταν παράδειγμα του πώς μια επανάσταση μπορεί να αντιμετωπίσει μεγάλο κίνδυνο, ακόμα και τον κίνδυνο της πυρηνικής καταστροφής – μια απειλή άγνωστη σε άλλες κοινωνίες στην παγκόσμια ιστορία – και πώς με επαναστατική συνείδηση, θέληση για τη νίκη και τη συμπαράσταση ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και όλων των ελευθέρων ανθρώπων τους κόσμου, ένας μικρός λαός, που ζει δίπλα στην πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη της γης, μπορεί να θριαμβεύσει, να διατηρήσει την αυτονομία του και, το πιο σημαντικό, να συνεχίσει το χτίσιμο της κοινωνίας του.
Το κύριο έργο που μας ανατέθηκε, σύντροφοι, σ’ αυτό που θα ονομαζόταν οχυρώματα της οικονομίας, είναι ατέρμονη κατασκευή, άσχετα με τις δυσκολίες και τους κινδύνους που πρέπει να ξεπεραστούν. Και ανταποκρινόμαστε σ’ αυτό το έργο. Κάθε χρόνο τα καταφέρνουμε και καλύτερα. Κάθε χρόνο μαθαίνουμε από τα λάθη μας και τις εμπειρίες των άλλων. Δημιουργούμε τη βάση για μια ισχυρή, αυτόνομη και αυτοδύναμη οικονομία που θα στηρίζεσαι στη γεωργία, που με τη σειρά της θα στηρίζεται στο γόνιμο έδαφος, το ευνοϊκό κλίμα και τη μικρή πληθυσμιακή πυκνότητα. Αλλά ο αναλφαβητισμός δε σημαίνει έλλειψη πολιτισμού καθώς η ανάγνωση και η γραφή είναι μοναχά το πρώτο βήμα του πολιτισμού.
Οι καινούργιες διαδικασίες προχωρούν με γιγάντια βήματα. Πολύ γρήγορα το να είσαι τεχνικός σ’ αυτή τη χώρα θα προϋποθέτει τη γνώση δύο ή περισσότερων ξένων γλωσσών. Ο τεχνικός πρέπει να είναι ικανός να η ανάγνωση βιβλία στο αντικείμενο σε ξένες γλώσσες. Πρέπει να μάθει να διαβάζει γιατί οι καπιταλιστές έχουν προχωρήσει πολύ στον τεχνολογικό τομέα και πρέπει να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε τις γνώσεις τους. Η αύξηση των προσόντων είναι βασική αποστολή για την κυβέρνηση και όλους τους ανθρώπους και δεν πρέπει να παραμεληθεί. Άντρες και γυναίκες, όταν θα είναι κουρασμένοι μετά απ’ τη δουλειά, πρέπει να κάνουν το απαραίτητο διάβασμα και να συνεχίσουν έτσι να αυξάνουν τις γνώσεις τους.
Δεν είναι σημαντικό το ότι σε λίγες βδομάδες ή μήνες η απόσταση που καλύφθηκε φαίνεται μικρή. Αυτό είναι έργο χρόνων και ένα έργο δεν πρέπει ποτέ να τελειώνει. Το έργο αυτό είναι υπερβολικά δύσκολο για τον πρωτάρη, για τον εργάτη κάποιας ηλικίας που δεν έχει μάθει γραφή και ανάγνωση. Αλλά στο βαθμό που θα αποκτείται γνώση, θα ανάγεται η επιμόρφωση σε επαναστατικό καθήκον, κάτι λιγότερο ή περισσότερο επίπονο θα γίνει γι αυτό, και τελικά θα γίνει ανάγκη όλων. Τότε θα σταματήσει η προσπάθεια αυτή. Σ’ αυτό το σκοπό έχουν γίνει φοβερές προσπάθειες αλλά έχει καταναλωθεί και θα συνεχίσει να καταναλώνεται και ένα μεγάλο ποσό κοινωνικών αγαθών. Πιστεύουμε ότι η μόρφωση και η δημόσια υγεία είναι υπηρεσίες που στις οποίες ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ότι ξοδεύουμε αρκετά για το λαό μας. Και όσο περισσότερα δίνουμε, τόσο καλύτερα θα είναι για όλους. Και έτσι θα συνεχίσουμε να δίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα.
Αλλά να θυμάστε, οι καθηγητές που διδάσκουν τους μαθητές-εργάτες κρατιούνται εκτός παραγωγής και καταναλώνουν, συνεπώς, κρατικά χρήματα που πρέπει να ανταποδοθούν στην κοινωνία εις διπλούν. Πρέπει να απασχοληθούμε με άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, τη νέα μισθολογική κλίμακα και τις νόρμες εργασίας, δύο στενά συνδεδεμένα θέματα που συζητούμε πάνω από ένα χρόνο. Θυμάμαι ότι πέρσι την παραμονή της Πρωτομαγιάς σ αυτή την αίθουσα είχα ζητήσει συγγνώμη που δεν είχα τελειώσει με αυτό το πρόβλημα. Φέτος ξαναζητώ συγγνώμη, αλλά το θέμα της νέας μισθολογικής κλίμακας και των νορμών εργασίας έχει προχωρήσει πολύ. Και τον επόμενο μήνα θα αρχίσουν δοκιμασίες σε διάφορες βιομηχανίες, όχι μόνο στο υπουργείο μας, αλλά σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Τότε, θα έχουμε τελειοποιήσει το σύστημα δίνοντας ένα μισθό σε όλη τη χώρα και πιο δίκαια αποζημίωση. Αλλά πρέπει να υπάρξει αυστηρότητα σε κάτι που δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη. Το νέο μισθολογικό σύστημα, με τις τρέχουσες νόρμες εργασίας, δεν σημαίνει μισθολογική αύξηση. Κάθε άλλο. Εξηγήσαμε ότι ο πρώτος κλάδος στον οποίο εφαρμόστηκε αυτό, ο μεταλλευτικός -και μόνο σε μερικά ορυχεία – εξαιτίας της σχετικά χαμηλής πληρωμής, οι νέες νόρμες εργασίας και το νέο μισθολογικό σύστημα σήμαιναν μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις για τους συντρόφους εκεί. Αλλά δε θα είναι το ίδιο σε όλους τους κλάδους.
Είναι κάποιοι εργάτες που προς το παρόν πληρώνονται ανάλογα με τον μέσο όρο, και άλλοι εργάτες που παίρνουν περισσότερα απ’ το μέσο όρο. Ξεκαθαρίσαμε επίσης ότι όλοι εκείνοι οι εργάτες των οποίων η αμοιβή είναι μεγαλύτερη απ’ όση καθορίζει το νέο μισθολογικό σύστημα θα συνεχίσουν να παίρνουν κανονικό μισθό, αλλά χωρισμένο σε δύο μέρη: ένα που ανταποκρίνεται στην πραγματική του εργασία και ένα επίδομα έτσι ώστε να μην διαταραχθούν τα οικονομικά των συντρόφων εκείνων που έπαιρναν υψηλότερο μισθό τόσα χρόνια και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, την περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού με τις άναρχες παραγωγικές σχέσεις. Ωστόσο, όλοι όσοι μπαίνουν στην παραγωγή θα πληρώνονται σύμφωνα με το νέο μισθολογικό σύστημα, και ένα απ’ τα κύρια σημεία απ’ τα οποία θα εξαρτάται η μισθολογική αύξηση θα είναι οι ικανότητες του εργάτη. Αυτό σημαίνει ότι οι εργάτες που ικανοποιητικά εκπληρώνουν τα στάνταρ της ποσότητας και της ποιότητας για ορισμένο χρόνο, αλλά που δεν μπορούν να ανέβουν αυτόματα στη βαθμολογική κλίμακα γιατί ανήκουν σε διαφορετική μισθολογική τάξη, θα έχουν τη δυνατότητα να ανεβάσουν το μισθό τους. Έτσι, οι ατομικές ικανότητες θα λαμβάνονται υπ’ όψιν στον υπολογισμό του μισθού. Όλα αυτά ας τα εξηγήσει ο Υπουργός Εργασίας. Θα υπάρξουν συζητήσεις και μια ολόκληρη διαδικασία αποσαφήνισης, αφού είναι ένα τόσο δύσκολο έργο στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η εθνική οικονομία.
Σε μερικές περιπτώσεις, θα σημαίνει αύξηση για να διορθώσει μερικές πολύ χαμηλές αμοιβές. Σε άλλες, οι αμοιβές θα παραμείνουν σταθερές, ανάλογα με τα μέτρα που θα υιοθετηθούν απ’ τις μελέτες. Σε άλλες περιπτώσεις, θα μειωθούν οι μισθοί, αλλά αυτοί οι σύντροφοι θα έχουν μοιρασμένο μισθό και έτσι δε θα πληγεί το εισόδημά τους.
Απλά, ένα μέρος του μισθού του, του ανήκει, παραδείγματος χάριν, για ιστορικούς λόγους. Όταν αυτός ο εργάτης φύγει απ’ τη δουλειά του, ο μισθός γι αυτό το πόστο γίνεται κανονικός, ο σταθερός κανονικός μισθός, και δεν είναι πια ο πραγματικός μισθός που έπαιρνε ο υποθετικός αυτός εργάτης. Για να τελειώσω αυτό το λόγο – λίγο μεγάλος, λίγο βαρετός – θέλω να σας υπενθυμίσω, σύντροφοι, την ευθύνη που όλοι ανεξαιρέτως έχουμε. Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε τους καλύτερούς μας εργάτες, τους εργάτες πρώτης γραμμής. Και τιμούμε επίσης τις εργατικές αντιπροσωπείες που ήρθαν να μας επισκεφτούν απ’ όλο τον κόσμο
Είμαστε μια βιτρίνα, ένας καθρέφτης στον οποίο οι Αμερικάνοι μπορούν να δουν, και πρέπει να δουλεύουν για να αυξάνουμε τις ικανότητές μας κάθε μέρα σε βάρος των αδυναμιών μας. Δεν πρέπει να εφαρμόσουμε την τακτική του κρυψίματος των αδυναμιών μας. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν ούτε τίμιο ούτε επαναστατικό. Θα διδαχθούν απ’ τα λάθη μας, απ’ τις παραλείψεις μας, οι σύντροφοι της Αμερικής αλλά και της Ασίας, και της Αφρικής, και όλων των χωρών που σήμερα πολεμούν για ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να διστάζουμε να δείχνουμε κάποιο από τα λάθη του παρελθόντος, κάτι κακό στο παρελθόν που δεν μπορέσαμε να διορθώσουμε, ούτε ένα λάθος της σοσιαλιστικής παρουσίας μας.
Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί, αυτό είναι το υψηλό καθήκον μας. Και καθένας από μας είναι υπεύθυνος απέναντι στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο γι αυτά που κάνε ή θα κάνει Κουβανική επανάσταση. Ο δρόμος μας δεν είναι εύκολος, αλλά γεμάτος κινδύνους και εμπόδια. Ο ιμπεριαλισμός κρύβεται σε κάθε γωνιά του δρόμου, ελπίζοντας σε ένα στραβοπάτημά μας, έτοιμος να μας επιτεθεί. Οι αντιδραστικοί όλης της Αμερικής περιμένουν ν’ ακούσουν με χαρά την επίσημη αναγνώριση των λαθών μας. Βασικά, προσπαθούν να δείξουν στην Αμερική και σ’ ολόκληρο τον κόσμο ότι αν ένα μικρό κράτος σαν εμάς, χωρίς βιομηχανία, χωρίς τεχνολογική ανάπτυξη προσπαθήσει να κάνει επανάσταση, θα αποτύχει. Και χρησιμοποιούν πλάγιες μεθόδους και σαμποτέρ για να σταματήσουν την ανάπτυξή μας.
Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας ούτε μια στιγμή αδυναμίας. Όχι τώρα που είμαστε κάτω απ’ τα βλέμματα των προσκεκλημένων μας, ούτε ποτέ. Ολόκληρη η Αμερική παρατηρεί κάθε λεπτό της ζωής στη χώρα μας και βλέπουν σ’ εμάς μια ελπίδα σωτηρίας, μια ελπίδα ν’ απελευθερωθούν απ’ τα δεσμά τους.
Ας τους δείξουμε τις αλήθειες του δρόμου που πήραμε, σύντροφοι! Ας τους δείξουμε ότι όχι μόνο είμαστε ικανοί όχι μόνο να αντιμετωπίσουμε σχεδόν άοπλοι, τις πάνοπλες δυνάμεις της ολιγαρχίας. Όχι μόνο μπορούμε και εξοπλίζουμε το λαϊκό στρατό παίρνοντας όπλα απ’ τον εχθρό, αντιμετωπίζοντάς τους στο πεδίο της μάχης, αλλά και διαμορφώνουμε τις συνειδήσεις των λαών της Αμερικής μετατρέποντάς τους σε πολεμιστές εναντίον της δικτατορίας! Ας δείξουμε ότι δεν είμαστε μόνο ικανοί να κάνουμε τους ανθρώπους μας ένα, να βγάλουμε την πολεμική μας κραυγή, την προκλητική μας κραυγή. Ας τους δείξουμε, σύντροφοι, ότι μπορούμε να νικήσουμε σ’ αυτό τον μακρύ και δύσκολο αγώνα στον οποίο υποχρεωνόμαστε χτίζοντας το σοσιαλισμό δίπλα σε μια καπιταλιστική υπερδύναμη.
Σε όλους τους κινδύνους, τις απειλές, τους εμπορικούς αποκλεισμούς, τα σαμποτάζ και τους διχασμούς, σε όλες τις δυνάμεις που προσπαθούν να μας εμποδίσουν, πρέπει να δείξουμε την ικανότητα του λαού μας να γράφει ιστορία. Πρέπει να όλοι ενωμένοι, ίσως όχι περισσότερο από σήμερα, να βαδίσουμε με τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, με τα πόδια στο έδαφος, προσέχοντας κάθε μας βήμα και βεβαιώνοντας ότι κανένα βήμα μας δε θα παραδώσει ούτε πόντο απ’ αυτά που κερδίσαμε, απ’ αυτά που χτίσαμε, απ’ αυτό που είναι δικό μας: το σοσιαλισμό!
Patria O Muerte! Venceremos! (Πατρίδα ή θάνατος! Θα νικήσουμε!)
Bαλεγκράντε (Vallegrande)
Το Βαλεγκράντε η Βαγιεγκράντε (στα ισπανικά «μεγάλη κοιλάδα) είναι μιά μικρή κωμόπολη στα νότια της Βολιβίας. Η πόλη απέκτησε διεθνή φήμη όταν κατά τη διάρκεια ερευνών το 1997 ανακαλύφθηκαν τα οστά του Τσε Γκεβάρα και άλλων έξι συντρόφων του. Οι δολοφόνοι του επαναστάτη μετέφεραν το άψυχο σώμα του από το γειτονικό χωριό Λα Ιγκέρα και το έθαψαν δίπλα σε ένα απομακρυσμένο χωράφι με σκοπό να το εξαφανίσουν το συντομότερο.
Η είδηση ότι το Βαλεγκράντε αποτέλεσε τον τάφο του Τσε γιά 30 χρόνια έκανε τη μικρή κωμόπολη πόλο έλξης τουριστών απ’ όλο τον κόσμο. Ντόπιοι έχουν προχωρήσει σε «αγιοποίηση» του αργεντίνου κομαντάντε, τιμώντας κάθε χρόνο τον Σαν Ερνέστο.

- Το σημείο ταφής του Τσε στο Βαλεγκράντε της Βολιβίας.
Η κωμόπολη ιδρύθηκε το 1612 από Ισπανούς αποικιοκράτες και είχε το όνομα Ciudad de Jesús y Montes Claros de los Caballeros del Vallegrande (Πόλη του Ιησού και των Ιπποτών του Μοντες Κλάρος του Βαγιεγκράντε). Αρκετοί απ’ τους αυτόχθονες κατοίκους του ήταν Ασκενάζι και Σεφαρδίτες Εβραίοι οι οποίοι σταδιακά στράφηκαν στον Καθολικισμό η αντιμετώπισαν την απειλή της Ιεράς Εξέτασης.
Σήμερα το Βαλεγκράντε αριθμεί περί τις 6.000 κατοίκους.
Διαβάστε: Richard Gott: Ανταπόκριση από το Βαλεγκράντε.
Ροσάριο (Rosario)
Το Ροσάριο (Rosario) της Αργεντινής είναι η γενέτειρα του Ερνέστο Γκεβάρα. Πρόκειται γιά τη μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας Σάντα Φε, σε απόσταση περίπου 300 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα της χώρας, Μπουένος Άιρες. Σήμερα είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Αργεντινής και σημαντικό εμπορικό κέντρο της βορειοανατολικής Αργεντινής, καθώς βρίσκεται πάνω στον ποταμό Παρανά, από όπου διέρχονται διάφορα εμπορεύματα.
Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας – Εισαγωγικό Σημείωμα (Μέρος Πρώτο)
Του Σίντιο Βιτιέρ.
Αν υπάρχει ένας ήρωας στον αγώνα της Λατινικής Αμερικής για απελευθέρωση – από την εποχή του Μπολίβαρ [1] μέχρι τη δική μας – ο οποίος γοήτευσε νέους ανθρώπους από τη Λατινική Αμερική και από ολόκληρο τον κόσμο, ο ήρωας αυτός είναι ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Και, μολονότι μετά το θάνατο του έγινε ένας σύγχρονος μύθος, δεν έχει χάσει ακόμα τη νεανική ζωντάνια του. Το αντίθετο, ο μύθος του τόνισε ακόμα περισσότερο τη νεανικότητά του, η οποία, μαζί με την τόλμη και την αγνότητα του, φαίνεται ότι συνιστούν τη μυστική ουσία του χαρίσματος του. Ένας τέτοιος χαρακτήρας, για να γίνει μύθος, σύμβολο τόσο πολλών απεγνωσμένων ελπίδων, πρέπει να διαθέτει κάποια βαρύτητα, κάποια ιερότητα.
Η ιστορική ουτοπία χρειάζεται πρόσωπα για να την ενσαρκώσουν. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε την καθημερινή φύση των ανθρώπων αυτών, που υπήρξαν παιδιά, έφηβοι και νέοι προτού αποκτήσουν τις ικανότητες εκείνες με τις οποίες μας καθοδηγούν. Δεν είναι ότι θέλω να θάψω την εξαιρετική τουςφύση στις κοινότοπες ή προσωπικές πλευρές της ζωής τους, αλλά ότι η γνώση αυτών των πρώτων, διαμορφωτικών σταδίων μάς δείχνει την αφετηρία της μεταγενέστερης πορείας τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Τσε: η αφήγηση από τον ίδιο αυτού του πρώτου ταξιδιού που έκανε με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο προσφέρει σε όσους αισθάνονται νέοι μια άμεση και χαρούμενη, σοβαρή και ταυτόχρονα σαρκαστική εικόνα του νεαρού άντρα, ώστε μπορούμε σχεδόν να δούμε το χαμόγελο του και να ακούσουμε τη φωνή και την ασθματική ανάσα του. Είναι νέος, όπως αυτοί, και γέμισε ολόκληρη τη ζωή του με νεανική ζωντάνια και ωρίμασε χωρίς να την αφήσει να χαθεί.
Αυτή η έκδοση των Ημερολογίων Μοτοσικλέτας, των σημειώσεων που περιγράφουν ένα ταξίδι που έκαναν χωρίς δισταγμό, πάνω στη θορυβώδη μοτοσικλέτα Ποδερόσα II (η οποία παρέδωσε το πνεύμα στη μέση του ταξιδιού, αφού όμως πρώτα μετέδωσε στην περιπέτεια έναν εύθυμο παλμό, που αισθανόμαστε κι εμείς), ελεύθεροι σαν τον άνεμο, με μόνο σκοπό να γνωρίσουν τον κόσμο, είναι αφιερωμένη σε όσους ανθρώπους δε ζουν τα νιάτα τους απλώς ως μια σειρά γεγονότων, αλλά με όλητην ψυχή και το πνεύμα τους. Στις πρώτες σελίδες, ο νεαρός άντρας που θα γινόταν ένας από τους γνήσιους ήρωες του εικοστού αιώνα μάς προειδοποιεί: «Αυτή δεν είναι μια αφήγηση ηρωικών κατορθωμάτων». Η λέξη «ηρωικών» ξεχωρίζει ανάμεσα στις άλλες, γιατί δεν μπορούμε να διαβάσουμε αυτές τις σελίδες χωρίς να έχουμεστο μυαλό μας το μέλλον του Τσε, μια εικόνα του πάνω στη Σιέρα Μαέστρα, μια εικόνα που έφτασε στην τελειότητα στην Κεμπράδα δελ Γιούρο της Βολιβίας [2]. Αν αυτή η νεανική περιπέτεια δεν ήταν το προοίμιο της διαμόρφωσης του επαναστάτη, οι σελίδες αυτές θα ήταν διαφορετικές και θα τις διαβάζαμε με διαφορετικό τρόπο, αν και δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς. Το γεγονός ότι γνωρίζουμε πως είναι του Τσε – μολονότι τις έγραψε πριν γίνει ο Τσε – μας κάνει να πιστεύουμε ότι είχε ένα προαίσθημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβαστούν. Για παράδειγμα: Το πρόσωπο που έγραψε αυτές τις σημειώσεις «πέθανε» μόλις ξαναπάτησε το πόδι του στη γη της Αργεντινής και αυτός που τις τακτοποιεί και τις «ξαναχτενΐζει», «εγώ», δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι ο ίδιος, εσωτερικά τουλάχιστον. Τούτη η άσκοπη περιπλάνηση στη «Μεγάλη Αμερική Μας» με άλλαξε περισσότερο απ’ ό,τι πίστευα.
Οι σελίδες αυτές είναι η μαρτυρία – το αρνητικό μιας φωτογραφίας, όπως το έθεσε επίσης – μιας εμπειρίας που τον άλλαξε, μιας πρώτης «αναχώρησης» προς τον έξω κόσμο, η οποία, όπως ητελευταία του αναχώρηση, ήταν δονκιχωτική όσο αφορά τον ημι-συνειδητό τρόπο που τη βίωσε και, όπως για τον Δον Κιχοτη, είχε το ίδιο αποτέλεσμα στο πεδίο της συνείδησης του. Ήταν το «πνεύμα ενός ονειροπόλου» που ξυπνάει. Κατά βάση, και με την τέλεια λογική του απρόβλεπτου, το ταξίδι τους έχει προορισμό το Βορρά, όπως και έγινε στην πραγματικότητα: το «αρνητικό μιας φωτογραφίας» της Βόρειας Αμερικής, τοοποίο αποτελούν η φτώχεια και τα αδιέξοδα της Νότιας Αμερικής, και την αληθινή γνώση του τι σημαίνει για εμάς η Βόρεια Αμερική. «Εκείνες τις στιγμές μάς διέφευγε το τεράστιο μέγεθος του εγχειρήματος μας. Βλέπαμε μόνο τησκόνη του δρόμου και εμάς τους δυο πάνω στη μοτοσικλέτα να καταβροχθίζουμε τα χιλιόμετρα στη φυγή μας προς το Βορρά». Αυτή η «σκόνη του δρόμου» δεν ήταν άραγε, μολονότι ο Τσε δεν το αντιλαμβανόταν, η ίδια σκόνη που ο Χοσέ Μαρτί [3] είδε όταν ταξίδεψε από την Γκουάιρα στο Καράκας «με μια κοινή μικρή άμαξα»; Δεν ήταν η δονκιχωτική σκόνη μέσα από την οποία εμφανίστηκαν τα φαντάσματα της αμερικανίκης λύτρωσης, «το φυσικό σύννεφο σκόνης που θα σηκωθεί όταν οι φοβερές αλυσίδες μας πέσουν στο χώμα;» [4]. Ο Μαρτί όμως ήταν από το Βορρά και ο Τσε πήγαινε προς αυτόν, ρίχνοντας φευγαλέες ματιές στο πεπρωμένο του, το οποίο βλέπουμε κι εμείς μέσα από τα ανέκδοτα και τις βινιέτες του. Ο Καμ Μπακ [5], ο μικρός σκύλος με το «ένστικτο του αεροπόρου», τον οποίο τόσο κωμικά μάς παρουσιάζει ο Τσε να χοροπηδάει γύρω από τη μηχανή στο δρόμο από τη Βίγια Γκεσέλ προς το Μιραμάρ, εμφανίζεται ξανά μετά από χρόνια στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα σαν ένα κουτάβι πουπρέπει να στραγγαλιστεί εξαιτίας των «υστερικών γαβγισμάτων» του κατά τη διάρκεια μιας αποτυχημένης ενέδρας που στήθηκε με την ελπίδα να συλληφθεί ο [περιβόητος συνταγματάρχης του Μπατίστα] Σάντσες Μοσκέρα. «Μ’ έναν τελευταίο νευρικό σπασμό το κουτάβι έπαψε να κουνιέται. Κειτόταν εκεί, φαρδύ πλατύ, με το κεφαλάκι του πάνω στα κλαδιά». Στο τέλος όμως αυτού του συμβάντος από τα Επεισόδια του Επαναστατικού Πολέμου, ένας άλλος σκύλος εμφανίζεται στο χωριουδάκι του Mαρ Βέρδε. Ο Φέλιξ τον χάιδεψε στο κεφάλι και ο σκύλος τον κοίταξε. Ο Φέλιξ ανταπέδωσε το βλέμμα και τότε εκείνος κιεγώ ανταλλάξαμε μια ένοχη ματιά. Ξαφνικά έπεσε σιωπή. Νιώσαμε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα καθώς το μειλίχιο κι ωστόσο πονηρό βλέμμα του σκύλου φαινόταν να περιέχει μια υποψία μομφής. Εκεί, ενώπιον μας, μολονότι μας παρατηρούσε με τα μάτια ενός άλλου σκύλου, βρισκόταν το δολοφονημένο κουτάβι. Ο Καμ Μπακ ήταν αυτός που είχε επιστρέψει, δικαιολογώντας το όνομα του, θυμίζοντας μας όσα είπε ο Εσέκιελ Μαρτίνες Εστράδα, ο άλλος μεγάλος Αργεντινός, για το ημερολόγιο εκστρατείας του Χοσέ Μαρτί: Αυτές οι συγκινήσεις, αυτά τα αισθήματα δεν μπορούν να περιγραφούν ή να εκφραστούν με τη γλώσσα ποιητών και ζωγράφων, μουσικών και μυστικιστών πρέπει κανείς να τις… απορροφήσει χωρίς απόκριση, όπως κάνουν τα ζώα με τα στοχαστικά και εκστασιασμένα μάτια τους [6]. Μια σύγκριση των Επεισοδίων με τα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας μάς δείχνει ότι, αν και είχαν περάσειπάνω από δέκα χρόνια, το δεύτερο υπήρξε λογοτεχνικό πρότυπο για το πρώτο. Το διακρίνει η ίδια μετριοπάθεια, η ίδια ειλικρίνεια, η ίδια φρεσκάδα, ακριβώς η ίδια σύλληψη των στιγμών η οποία προσδίδει ενιαίο χαρακτήρα σε κάθε σύντομο κεφάλαιο· και, βέβαια, η ίδια αταραξία πουδέχεται τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα γεγονότα χωρίς έντονες εναλλαγές συναισθημάτων. Αυτό που αναζητείται δεν είναι η λογοτεχνική ικανότητα, αλλά η πιστή απόδοση των εμπειριών και η αφηγηματική αποτελεσματικότητα. Όταν επιτυγχάνονται και τα δύο, η ικανότητα ακολουθεί με τρόπο φυσικό, παίρνοντας τη θέση που της αναλογεί, χωρίς να τυφλώνει ούτε να ενοχλεί, αλλάσυνεισφέροντας με το δικό της τρόπο. Εδώ, με εξαίρεση μερικές στιγμές αδεξιότητας ή δισταγμού, το ύφος του Τσε έχει ήδη διαμορφωθεί. Τα χρόνια θα το εξευγένιζαν, όπως ο ίδιος εξευγένισε τη βούληση του με την ευχαρίστηση ενός καλλιτέχνη, αν και όχι με αυτή ενός χειριστή του λόγου: μια βουβή ντροπαλότητα τον ανάγκαζε να μη στέκεται πολύ στις λέξεις, αλλά να προχωρεί προς τηνποίηση της γυμνής εικόνας, την οποία το ανεπαίσθητο άγγιγμα του μετέτρεπε σε πραγματικότητα. Ο κύκλος «Εγώ – αυτό μέσα μου» ανοίγει και κλείνει συνεχώς, αφήνοντας χώρο για ένα ύφος πουπροτιμά να παραμένει αθέατο. Ο πεζός λόγος πάνω στη σελίδα ρίχνει φως, δεν επιμένει όμως υπερβολικά στην ανεπαίσθητα επιφανειακή αφήγηση. Κυλάει ανάμεσα στην περιγραφήσυναισθημάτων (στα Επεισόδια, «ο αποφασισμένος δολοφόνος άφηνε πίσω του καμένες καλύβες, θλίψη…») και αφηγήσεις, στις οποίες αναζητάει τον εαυτό του (στα Ημερολόγια, «Ο άνθρωπος, μέτροτων πάντων, μιλάει εδώ με το δικό μου στόμα και διηγείται με το δικό μου λεξιλόγιο αυτό που είδαν τα μάτια») και καμιά φορά φαίνεται σαν να μας κοιτάζει.
Ο ζωντανός πεζός λόγος του Τσε δίνει χρώμα στα αντικείμενα μέχρι εκεί που φτάνει η ματιά του καισυχνά, αν το τοπίο το επιτρέπει, με μια προσωπική πινελιά: Ο δρόμος φιδοσέρνεται ανάμεσα στα χαμηλά βουνά, που μόλις προδιαγράφουν την αρχή της μεγάλης Κορδιλιέρας, και κατηφορίζει απότομα, για να καταλήξει στο χωριό, άχαρο και θλιβερό, ματριγυρισμένο από μεγαλοπρεπή βουνά σκεπασμένα με πυκνή βλάστηση. Το επεισόδιο της απόπειρας να κλέψουν κρασί, και άλλα ανάλογα, αποτελούν υπέροχα δείγματα επιδεξιότητας στην επιλογή λέξεων: Το γεγονός ήταν ότι είχαμε μείνει απένταροι, όπως πάντα, να σκεφτόμαστε ποια από τα χαμόγελα που είχαν υποδεχτεί τα μεθυσμένα μου καμώματα μπορεί να έκρυβαν το ειρωνικό «μα ποιον πας να κοροϊδέψεις;» Μια αίσθηση παράδοξου επιστρέφει. Στο κεφάλαιο «Παρακαμπτήριο εξερεύνηση»: «Η σκοτεινιά της νύχτας έφερνε μαζί της μύριους ανησυχητικούς θορύβους και μια παράξενη αίσθηση κενού σε κάθεβήμα που κάναμε μέσα στο σκοτάδι». Στα Επεισόδια: «Και τότε, την ώρα της ενέδρας, μια αλλόκοτησιγή επικράτησε για μια στιγμή. Όταν πήγε να μαζέψει τους νεκρούς μετά τους πρώτους πυροβολισμούς, δεν ήταν κανένας στον αυτοκινητόδρομο…» Η εικόνα ξεχειλίζει από την αφθονία καιταυτόχρονα τη σιωπή του ορατού κόσμου: Η πελώρια φιγούρα ενός ελαφιού διέσχισε σαν οπτασία το ποταμάκι, και το προφίλ του, ασημί από τοφεγγαρόφωτο, χάθηκε στη λόχμη. Ο παλμός της φύσης μάς συγκίνησε βαθιά (Ημερολόγια Μοτοσικλέτας). Η φωνή και η παρουσία του [του Φιντέλ] στο δάσος, που φωτιζόταν από τους φακούς, προσέλαβετόνους κίνησης και μπορούσες να δεις ότι ο ηγέτης μας άλλαζε τις ιδέες πολλών ανθρώπων (Επεισόδια). Μολονότι γίνεται αναφορά στη φωνή και στον τόνο του Φιντέλ, η σκηνή μάς φαίνεται σιωπηλή, σαν να την παρακολουθούμε από μακριά.
[1] Ο Σιμόν Μπολίβαρ ηγήθηκε αρκετών ένοπλων επαναστάσεων, βοηθώντας μεγάλο τμήμα της Λατινικής Αμερικής να αποκτήσει τηνανεξαρτησία του από την Ισπανία. Οραματιζόταν μια ομοσπονδία ισπανόφωνων νοτιοαμερικανικών κρατών.
[2] Το φαράγγι οτο οποίο η αντάρτικη ομάδα του Τσε έπεσε σε ενέδρα στις 8 Οκτωβρίου 1967 και ο ίδιος ο Τσε πιάστηκε όμηρος. Δολοφονήθηκε την επόμενη μέρα.
[3] Χοσέ Μαρτί, Κουβανός εθνικός ήρωας και ποιητής, συγγραφέας, ρήτορας και δημοσιογράφος. Ο Μαρτί ίδρυσε το Επαναστατικό Κόμμα Κούβας το 1892 για να πολεμήσει την ισπανική εξουσία και να αντιταχθεί στην νεο-αποικιο-κρατία των ΗΠΑ. Κήρυξε τον πόλεμο τηςανεξαρτησίας το 1895 και σκοτώθηκε στη μάχη.
[4] Χοσέ Μαρτί, Άπαντα, Αβάνα, εκδόσεις Editorial National de Cuba, 1963-73, τόμος 7, σ. 289-90.
[5] Το αγγλικό παρατσούκλι που έδωσε ο Ερνέστο στο μικρό σκύλο που πηγαίνει στην Τσιτσίνα, τη φιλενάδα του που κάνει διακοπές στο Μιραμάρ.
[6] Εσέκιελ Μαρτίνες Εστράδα, 0 Επαναστάτης Μαρτί, Αβάνα, εκδόσεις Casa de las Americas, 1967, σ. 414.
* Ο Σίντιο Βιτιέρ (Cintio Vitier, 1921-2009) ήταν βραβευμένος κουβανός ποιητής, συγγραφέας και μυθιστοριογράφος. Το κείμενο του δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «The Motorcycle Diaries: Notes on a Latin American Journey». Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ν.Σ. Λιβάνης (2004), μετάφραση: Ευάγγελος Κεφαλλονίτης.
Τα πρώτα χρόνια, 1928-1932
Κούβα: Μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του Ιμπεριαλισμού; (Μέρος Πρώτο)
Του Ερνέστο Γκεβάρα.
Δεν είχαν ξανασυμβεί στην Αμερική γεγονότα με τόσο ασυνήθιστα χαρακτηριστικά με ρίζες και συνέπειες τόσο βαθιές για το πεπρωμένο των προοδευτικών κινημάτων της ηπείρου, όσο ο επαναστατικός μας πόλεμος. Ορισμένοι μάλιστα τον αποκάλεσαν το υπ’ αριθμόν 1 γεγονός στην ιστορία της Αμερικής και το τοποθετούν δίπλα στην τριλογία που αποτελούν η Ρώσικη Επανάσταση, η κοινωνική διαφοροποίηση που ακολούθησε την ήττα των χιτλερικών στρατευμάτων στην ανατολική Ευρώπη και η Κινέζικη Επανάσταση.
Και ενώ αυτό το κίνημα παρουσίαζε εξαιρετικές μεταπτώσεις στη μορφή και τις εκδηλώσεις του, ακολούθησε – και δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς – τις γενικές γραμμές όλων των μεγάλων ιστορικών γεγονότων που χαρακτηρίζονται από τον αγώνα τους κατά του αποικιοκρατικισμού και την μετάβασή τους προς τον σοσιαλισμό. Ορισμένοι κατά καιρούς, είτε από καλή πίστη, είτε από πολιτικό ενδιαφέρον, προσπάθησαν να δουν μέσα στην Κουβανική Επανάσταση μια σειρά αιτιών και ιδιαζόντων χαρακτηριστικών. Υπερβάλλουν στη σημασία και προχωρούν μάλιστα μέχρι στο να περιορίσουν τους συντελεστές προκειμένου να ερμηνεύσουν αυτά τα βαθιά κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα. Μιλούν για την «ιδιάζουσα» μορφή της Κουβανικής Επανάστασης σε σύγκριση με τις γραμμές δράσης των άλλων προοδευτικών κομμάτων της Αμερικής. Βεβαιώνουν μάλιστα ότι η μορφή και οι δρόμου της Κουβανικής Επανάστασης είναι ένα μοναδικό γεγονός και ότι η ιστορική εξέλιξη των λαών στις άλλες χώρες της Αμερικής θα είναι διαφορετική.
Αναγνωρίζουμε ότι ξεχωριστοί συντελεστές έδωσαν στην Κουβανική Επανάστασης ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι μια δεδομένη αλήθεια ότι κάθε επανάσταση περιέχει αυτό το είδος των ξεχωριστών συντελεστών. Αλλά δεν είναι το λιγότερο δεδομένο το γεγονός πως όλες οι επαναστάσεις υπακούουν εξίσου σε ορισμένους νόμους από τους οποίους οι κοινωνίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ας αναλύσουμε λοιπόν αυτούς τους δήθεν «ιδιάζοντες» συντελεστές.
Ο πρώτος, ο πιο καινούργιος και ο σημαντικότερος ίσως είναι αυτή η φυσική δύναμη που ονομάζεται Φιντέλ Κάστρο Ρουζ, που πήρε σ’ ένα χρόνο ιστορικές διαστάσεις. Οι αρετές του τον κατατάσσουν δίπλα στις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ιστορίας της Λατινικής Αμερικής. Ποιες είναι οι ιδιάζουσες συνθήκες που περιβάλουν την προσωπικότητα του Φιντέλ Κάστρο; Ποια είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ζωής και του χαρακτήρα του που τον κάνουν να ακτινοβολεί πάνω στους συντρόφους του και εκείνους που τον ακολουθούν; Ο Φιντέλ έχει μια προσωπικότητα τόσο εξαιρετική, που θα γινόταν αρχηγός οποιουδήποτε κινήματος κι αν μετείχε, αυτό εξ άλλου γινόταν πάντα σ’ όλη του τη σταδιοδρομία, από τότε που ήταν φοιτητής, ως τη στιγμή που έγινε ο αρχηγός της χώρας μας και των καταπιεσμένων λαών της Λατινικής Αμερικής.
Έχει τις αρετές του μεγάλου οδηγού. Με την ικανότητά του να συνδέει, να ενώνει και να αντιστέκεται στη διαίρεση που αδυνατίζει. Με την επιδεξιότητά του να διευθύνει τη δράση του λαού σαν ανώτατος αρχηγός. Με την εξαιρετική του επιθυμία να ακούει πάντα τη θέληση του λαού, ο Φιντέλ Κάστρο έκανε περισσότερα από οποιονδήποτε στην Κούβα για να οικοδομήσει από το μηδέν αυτό το υπέροχο έργο που λέγεται σήμερα Κουβανέζικη Επανάσταση. Ασφαλώς κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί πως οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην Κούβα ήταν τελείως διαφορετικές από εκείνες που χαρακτηρίζουν τις άλλες χώρες της Αμερικής και ότι η Κουβανέζικη Επανάσταση έγινε εξ αιτίας αυτών των διαφορών. Όπως δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί επίσης κανείς πως ο Φιντέλ έκανε την Επανάσταση παρ’ όλες αυτές τις διαφορές. Ο Φιντέλ οδήγησε της Επανάσταση στην Κούβα την ώρα και με τον τρόπο που την πραγματοποίησε συνειδητοποιώντας τις βαθιές πολιτικές αναστατώσεις που προετοίμαζαν το λαό για το μεγάλο άλμα στο δρόμο της Επανάστασης.
Υπήρχαν επίσης ορισμένες συνθήκες που, παρ’ όλο που δεν συμβαίνουν στην Κούβα ιδιαίτερα, θα είναι δύσκολα εκμεταλλεύσιμες από άλλους λαούς. Γιατί ο ιμπεριαλισμός, αντίθετα με άλλα προοδευτικά κόμματα παίρνει μαθήματα από τα λάθη του. Την κατάσταση που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε σαν ιδιάζουσα, είναι πως ο βορειοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός ήταν απροσανατόλιστος και δεν ήταν σε θέση να αναμετρήσει το πραγματικό βάθος της Κουβανικής Επανάστασης. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν πολλές από τις φανερές αντιφάσεις στη βορειοαμερικάνικη πολιτική. Τα μονοπώλια, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πίστεψαν καταρχήν πως πρόκειται για έναν διάδοχο του Μπατίστα, ακριβώς γιατί ήξεραν πως ο λαός δυσαρεστημένος, αναζητούσε επίσης κάποιον για μια επαναστατική προοπτική, κι ήταν ασφαλώς πολύ πιο έξυπνο και προνοητικό να αποτραβήξουν τον μικρό δικτάτορα που δεν χρειαζόταν πια, για να βάλουν στη θέση του «νέους» που σε καιρούς χαλεπούς θα ήταν πολύ πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού. Οι ιμπεριαλιστές έπαιξαν για ένα διάστημα αυτό το χαρτί. Και έχασαν θλιβερά. Πριν τη νίκη τούς ανησυχούσαμε, αλλά δεν μας φοβόντουσαν. Ή μάλλον έπαιζαν σε δυο καρέ, χρησιμοποιώντας την εμπειρία τους σ’ αυτό το διπλό παιχνίδι, στο οποίο, κατά παράδοση, δε μπορούσαν να χάσουν. Απεσταλμένοι του κράτους, μεταμφιεσμένοι σε δημοσιογράφους, ήρθαν πολλές φορές να βολιδοσκοπήσουν αυτή την άπρεπη επανάσταση, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να διαγνώσουν το παραμικρό σύμπτωμα του υποβόσκοντος κινδύνου. Όταν ο ιμπεριαλισμός θέλησε να αντιδράσει, όταν κατάλαβε πως η ομάδα των άπειρων νέων που παρήλαυνε θριαμβευτικά στους δρόμους της Αβάνας, είχε μια πολύ ξεκάθαρη γνώση του πολιτικού της καθήκοντος και την σταθερή απόφαση να οργανώσει τη ζωή της, ήταν πια πολύ αργά. Έτσι γεννήθηκε το Γενάρη του 1959 η πρώτη κοινωνική επανάσταση σ’ όλη τη ζώνη της Καραϊβικής και η πιο ουσιαστική από τις αμερικάνικες επαναστάσεις.
Δεν νομίζουμε πως είναι ιδιαίτερα ξεχωριστό το γεγονός ότι η αστική τάξη ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, φάνηκε ευνοϊκή στην επανάσταση κατά της τυραννίας και ότι ταυτόχρονα υποστήριξε και επιδίωξε κινήσεις που αποβλέπανε σε διαπραγματεύσεις που θα επέτρεπαν μια αντικατάσταση του Μπατίστα, από στοιχεία διατεθειμένα να ελέγχουν την Επανάσταση.
Παίρνοντας υπόψη τις συνθήκες που προκάλεσαν τον επαναστατικό πόλεμο και τις συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που ήταν εναντίον της τυραννίας δεν είναι περίεργο το ότι ορισμένα στοιχεία από τους λατιφουντίστες, υιοθέτησαν μια στάση ουδετερότητας ή τουλάχιστον όχι εχθρική απέναντι στις επαναστατικές δυνάμεις. Όπως είναι ευνόητο ότι η εθνική αστική τάξη τσακισμένη από τον ιμπεριαλισμό και την τυραννία είδε με κάποια συμπάθεια αυτούς τους νεαρούς ορεσίβιους να τιμωρούν το μισθοφόρο στρατό, όργανο στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Αυτή η δύναμη, η όχι επαναστατική πάντως, βοήθησε πράγματι την επανάσταση να κερδίσει την εξουσία.
Πηγαίνοντας ακόμα πιο μακριά, μπορούμε να προσθέσουμε ακόμα έναν ιδιάζοντα συντελεστή, που είναι η προλεταριοποίηση του λαού στο μεγαλύτερο τμήμα της κουβανέζικης γης, αποτέλεσμα της δράσης του μεγάλου κεφάλαιου στην Κούβα, της ημιμηχανοποίησης της γεωργίας που απαιτούσε μια οργάνωση και που είχε σα συνέπεια μια μεγαλύτερη ανάπτυξη ταξικής συνείδησης.Αυτό μπορούμε να το παραδεχτούμε. Αλλά πρέπει να δηλώσουμε εν ονόματι της αλήθειας, ότι το πρώτο έδαφος που κατέλαβε η αντάρτικη Στρατιά, που την αποτελούσαν οι επιζήσαντες της αποδεκατισμένης ταξιαρχίας που αποβιβάστηκε στη Γκράνμα, το κατοικούσε μια τάξη χωρικών, διαφορετικών από άποψη κοινωνικών καταβολών και παιδείας, από τους κατοίκους των περιοχών της μεγάλης ή ημιμηχανοποιημένης καλλιέργειας της Κούβας.
Η Σιέρρα Μαέστρα πραγματικά στάθηκε το πρώτο επαναστατικό κέντρο, το καταφύγιο όλων εκείνων των χωρικών που πολεμούσαν καθημερινά εναντίον των λατιφουντιστών. «Κατοικούσαν σε γη που ανήκε στο κράτος ή σε μεγάλους γαιοκτήμονες, ελπίζοντας να κερδίσουν ένα ψίχουλο γης, μια στάλα αγαθά. Έπρεπε να αγωνίζονται συνεχώς κατά των παράνομων φορολογιών ων στρατιωτών, πάντοτε συμμάχων των λατιφουντιστών. Ο ορίζοντάς τους δεν ξεπερνούσε την κατάκτηση ενός τίτλου ιδιοκτησίας. Οι χωρικοί στρατιώτες που πλαισίωναν το πρώτο μας αντάρτικο προήλθαν απ’ αυτή τη μερίδα της κοινωνικής τάξης, που εκδηλώνει σχεδόν επιθετικά την επιθυμία της για κατοχή γης και που εκφράζει με ιδανικό τρόπο το πνεύμα του «μικροαστού». Ο χωρικός πολεμά γιατί θέλει γη, γι’ αυτόν και για τα παιδιά του. Θέλει να την διευθύνει, να την πουλά και να πλουτίσει από τη δουλειά του».
«Παρά το «μικροαστικό» του πνεύμα ο χωρικός μαθαίνει πολύ γρήγορα, πως δεν μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία του να γίνει κάτοχος γης, αν δεν σπάσει το σύστημα της ιδιοκτησίας στα λατιφούντια. Μια ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, όμως είναι η μόνη που μπορεί να δώσε γη στους χωρικούς, θίγει άμεσα τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, των μεγάλων γαιοκτημόνων και τους μεγαλοεπιχειρηματίες της ζάχαρης και της κτηνοτροφίας. Η αστική τάξη τρέμει μη θιγούν τα συμφέροντά της. Το προλεταριάτο δεν έχει παρόμοιους φόβους. Με αυτή την έννοια η γραμμή της Επανάστασης ενώνει τον εργάτη με το χωρικό. Οι εργάτες υποστηρίζουν τον αγώνα κατά των λατιφούντιων. Ο φτωχός χωρικός, αυτός που δέχεται τη γη, υποστηρίζει τίμια την επαναστατική εξουσία και την υπερασπίζεται εναντίον των εχθρών της ιμπεριαλιστών και επαναστατών.
Πιστεύουμε πως άλλου ιδιάζων συντελεστής δεν υπάρχει. Ας εξετάσουμε τώρα τις μόνιμες βάσεις κάθε κοινωνικού φαινομένου στην Αμερική, τις αντιθέσεις που έχουν δημιουργηθεί στους κόλπους των σύγχρονων κοινωνιών και οι οποίες προκαλούν διαφοροποιήσεις που μπορούν να πάρουν τις διαστάσεις μιας Επανάστασης σαν αυτή που έγινε στην Κούβα.
Κατ’ αρχήν, από χρονολογική άποψη, αν όχι κατά σειρά εκτίμησης, σήμερα υπάρχει το σύστημα των λατιφούντιων. Υπήρξε η βάση της οικονομικής εξουσίας της άρχουσας τάξης, όλη την περίοδο που ακολούθησε τις απελευθερωτικές και αντιαποικιακές επαναστάσεις του τελευταίου αιώνα. Αυτή η τάξη των γαιοκτημόνων, που υπάρχει σ’ όλες τις χώρες, είναι γενικά απληροφόρητη για τα κοινωνικά γεγονότα που κατευθύνουν τον κόσμο. Μερικές φορές οι πιο συνετοί και όσοι βλέπουν μακρύτερα από την τάξη των γαιοκτημόνων μυρίζονται τον κίνδυνο κι αρχίζουν να αλλάζουν τρόπο επένδυσης των κεφαλαίων τους, άλλοτε μηχανοποιώντας την αγροτική παραγωγή, μεταφέρουν ένα μέρος του πλούτου τους στη βιομηχανία ή γίνονται οι ίδιοι εμπορικού πράκτορες των μονοπωλίων. Εκείνη η πρώτη απελευθερωτική επανάσταση δεν κατέστρεψε τα λατιφούντια, που παραμείνανε σαν οικονομική βάση, διατηρώντας έτσι ένα αντιδραστικό στοιχείο που έσωζε την αρχή της δουλείας στην εργασία. Είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάζεται χωρίς εξαίρεση σε όλες τις χώρες της Αμερικής και χρησιμεύει σαν υπόβαθρο όλων των αδικιών που έγιναν, από την εποχή που οι βασιλιάδες της Ισπανίας παραχωρούσαν αχανείς εκτάσεις στους ευγενέστερους από του κονκισταδόρους τους, αφήνοντας μόνο για τους «ιθαγενείς» μαύρους ή μιγάδες, όπως στην περίπτωση της Κούβας τα ριλέγκος (κρατική γη), το κομμάτι της γης δηλαδή που αφήνεται ανάμεσα σε τρεις μεγάλες κυκλικές εκτάσεις που συνορεύουν μεταξύ τους. Ο γαιοκτήμονας που στις περισσότερες χώρες καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να ζήσει μόνος, συμμάχησε γρήγορα με τα μονοπώλια που ήταν βέβαια, οι ισχυρότεροι και σκληρότεροι δυνάστες στους αμερικάνικους λαούς.
Η Αμερική υπήρξε το πεδίο της μάχης για της μεγάλες ιμπεριαλιστικές εταιρείες. Στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου – αυτός ο πόλεμος αποφασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά προς όφελος των βορειοαμερικάνικων μονοπωλίων- και έπειτα οι ιμπεριαλιστές ανασκουμπώθηκαν για να ενισχύσουν την παράνομη κατοχή τους στις αποικίες τους και να τελειοποιήσουν το σύστημα κατά της λαθραίας εισχώρησης πολιτών και νέων αντιπάλων από άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Όλα αυτά δημιούργησαν μια οικονομία τερατωδώς παραμορφωμένη, που οι οικονομολόγοι των καπιταλιστικών καθεστώτων εκφράζουν με μια άκακη λέξη που αποδεικνύει τη βαθιά συμπόνια που έχουν για μας οι «υποανάπτυκτοι». (Αποκαλούν τους δυστυχείς μας ινδιάνους, που εκμεταλλεύτηκαν, καταδίωξαν και καταδίκασαν στην άγνοια: οι «μικροί ινδιάνοι». Όλους τους ανθρώπους της μαύρης ράτσας και τους μιγάδες τους καταδικασμένους στην περιφρόνηση και στις διακρίσεις τους λένε οι «έγχρωμοι» και εφευρίσκουν τρόπους σαν άτομα και σαν σύνολα για να διχάζουν τις εργατικές μάζες στον αγώνα τους για ένα καλύτερο οικονομικό μέλλον).
Τι είναι η υποανάπτυξη;
Ένας νάνος με ένα τεράστιο κεφάλι και ένα γερό στήθος είναι υποανάπτυκτος με την έννοια πως τα αδύνατα πόδια του και τα κοντά χέρια του δεν ανταποκρίνονται στην υπόλοιπη ανατομία του. Είναι το τερατώδες προϊόν μιας ελαττωματικής διάπλασης που παραμόρφωσε την ανάπτυξή του. Είναι αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε εμείς τελικά, οι ευγενώς επονομαζόμενοι «υποανάπτυκτοι» των αποικιών ή των εξαρτώμενων χωρών. Οι χώρες μας έχουν οικονομίες παραμορφωμένες από την ιμπεριαλιστική πολιτική που ανάπτυξε ανώμαλα τους βιομηχανικούς και γεωργικούς κλάδους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καταντήσουν συμπληρώματα των πολύπλοκων ιμπεριαλιστικών οικονομιών.
Η «υποανάπτυξη», ή παραμορφωμένη ανάπτυξη προκαλεί στις πρώτες ύλες μια επικίνδυνη ειδίκευση, που διατηρεί όλους τους λαούς κάτω από την απειλή της πείνας. Εμείς οι «υποανάπτυκτοι», είμαστε επίσης χώρες μονοκαλλιέργειας. Ένα μοναδικό προϊόν που η αβέβαιη πώλησή του εξαρτάται από μια μοναδική αγορά, η οποία επιβάλει και καθορίζει τους όρους, ιδού η μεγάλη συνταγή της ιμπεριαλιστικής οικονομικής κυριαρχίας που συναντιέται με το παλιό και αιώνιο ρωμαϊκό ρητό «διαίρει και βασίλευε».
Το σύστημα των λατιφουντίων ως προς τις σχέσεις του με τον ιμπεριαλισμό καθορίζει τέλεια τον ισχυρισμό «υποανάπτυξη» που έχει σαν αποτέλεσμα την ανεργία και τους χαμηλούς μισθούς. Το φαινόμενο των χαμηλών μισθών και της ανεργίας είναι ένας φαύλος κύκλος που δημιουργεί ακόμα χαμηλότερους μισθούς και μια ανεργία ακόμα μεγαλύτερη όσο οι αντιφάσεις του συστήματος οξύνονται. Πάντοτε στο έλεος των οικονομικών διακυμάνσεων δημιουργείται ένας κοινός παρανομαστής για τους λαούς της Αμερικής, από το Ρίο Μπράβο ως το Νότιο Πόλο. Αυτός ο κοινός παρανομαστής, που θα των τυπώσουμε με κεφαλαία, αποτελεί το σημείο εκκίνησης για όλους όσους ασχολούνται με αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα και είναι η πείνα των ανθρώπων, η κατάπτωση του ατόμου πάντοτε στη διάθεση της εκμετάλλευσης, καταπιεζόμενου και διωκόμενου, η κούρασή του, του να πουλάει την ικανότητά του για εργασία από μέρα σε μέρα σε χαμηλές τιμές (μπροστά στον κίνδυνο να μεγαλώσει την ουρά των ανέργων) προκειμένου να αντληθεί το μεγαλύτερο δυνατό όφελος από κάθε ανθρώπινο κορμί και να σπαταληθεί στην πολυτέλεια των κεφαλαιοκρατών.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, πως υπάρχουν στην Αμερική ουσιαστικοί και αναπόφευκτοι κοινοί παρανομαστές και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξαιρούμαστε από κανέναν από αυτούς τους αλληλέγγυους συντελεστές. Το σύστημα των λατιφούντιων τόσο στη μορφή του της πρωτόγονης εκμετάλλευσης, όσο και στη μονοπωλιακή του γραμμή προσαρμόζεται στις νέες καταστάσεις και ευθυγραμμίζεται με τον ιμπεριαλισμό: αυτή η μορφή εκμετάλλευσης από το ξένο κεφάλαιο δημιουργεί μια οικονομία αποικιοκρατικού τύπου που ονομάστηκε κατ’ ευφημισμό «υποανάπτυξη».
Όλα αυτά υπήρχαν στην Κούβα. Υπήρχε επιπλέον η πείνα, το ποσοστό των ανέργων ήταν το ψηλότερο της λατινικής Αμερικής, ο ιμπεριαλισμός ήταν ακόμα πιο άγριος παρά σ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα. Τα λατιφούντια ήταν το ίδιο πανίσχυρα όσο και σ’ οποιαδήποτε από τις άλλες αδελφές δημοκρατίες. Τι κάναμε εμείς για να απελευθερωθούμε από αυτό το παντοδύναμο ιμπεριαλιστικό σύστημα, με την ακολουθία του των κυβερνήσεων μαριονετών σε κάθε χώρα και τους μισθοφόρους στρατούς που αμύνονταν γι’ αυτό το πολύπλοκο σύστημα εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο; Οι αντικειμενικές συνθήκες για τον αγώνα καθορίστηκαν από την πείνα του λαού και σαν αντίδραση εναντίον αυτής της πείνας από τη βία που προκαλούσε τη λαϊκή αντίδραση και από το κύμα του μίσους που η καταπίεση δημιουργούσε μόνη της. Οι υποκειμενικές συνθήκες έλειπαν στην Αμερική και το σημαντικότερο ήταν η συνείδηση μιας πιθανής νίκης κάτω από έναν σκληρό αγώνα εναντίον της ιμπεριαλιστικής δύναμης και των συνεταίρων της του εσωτερικού. Αυτές οι συνθήκες δημιουργήθηκαν από τον ένοπλο αγώνα μας, που βοήθησε να γίνει πιο συγκεκριμένη η ανάγκη μιας αλλαγής και επέτρεψε επίσης την ολοκληρωτική εξολόθρευση του στρατού (απαραίτητος όρος για κάθε πραγματική Επανάσταση) από τις λαϊκές δυνάμεις.
Η ένοπλή μας δύναμη που δημιουργείται κατά τις εκστρατείες κυρίεψε απ’ έξω τις πόλεις, ενώθηκε με την εργατική μάζα και διαμόρφωσε την πολιτική της συνείδηση, από την επαφή της μ’ αυτήν. Είναι αυτό δυνατόν να γίνει σε άλλες χώρες της λατινικής Αμερικής; Θα εξηγήσουμε τις δυσκολίες που, κατά τη γνώμη μας, θα κάμουν πιο επίπονους τους επαναστατικούς αγώνες στην Αμερική. Τονίσαμε ήδη, στην αρχή αυτού του άρθρου, ότι ορισμένοι συντελεστές μπορούν να θεωρηθούν σαν ιδιάζοντες: η συμπεριφορά του ιμπεριαλισμού που αιφνιδιάστηκε προς στιγμή από την Κουβανέζικη Επανάσταση και ως ένα ορισμένο σημείο τη στάση της εθνικής αστικής τάξης, επίσης αιφνιδιασμένης, που έβλεπε την αντάρτικη δράση με κάποια συμπάθεια, γιατί δεν είχε υποστεί λίγες ζημιές κι αυτή από τον ιμπεριαλισμό (αυτή η κατάσταση βαραίνει εξίσου και στις άλλες χώρες). Αλλά ο ιμπεριαλισμός κατάλαβε το μάθημα της Κούβας και δε θα αιφνιδιαστεί πια σε καμιά από τις είκοσι δημοκρατίες της Αμερικής. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί αν ο κουβανέζικος απελευθερωτικός πόλεμος υπήρξε δύσκολος με τις συνεχείς μάχες που έδωσε επί δύο χρόνια, οι καινούριες μάχες που περιμένουν τους λαούς στα άλλα μέρη της λατινικής Αμερικής θα είναι αφάνταστα πιο δύσκολες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν συμπληρωματικά όπλα στις κυβερνήσεις των μαριονετών που βλέπουν να κινδυνεύουν. Υπογράφουν μαζί τους συμβάσεις υποταγής προκειμένου να διευκολύνουν με νόμιμα μέσα την καταπίεση, την ανάμιξη, ακόμη και την επέμβαση. Χωρίς να λογαριάσουμε ότι δραστηριοποιούν την εκγύμναση στρατού καταπίεσης με την πρόθεση να τον χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά σαν όργανο κατά του λαού.
(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Verde Olivo το 1961).




