Κούβα: Μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του Ιμπεριαλισμού; (Μέρος Δεύτερο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Και η αστική τάξη; Αυτό το θέμα θα τεθεί, γιατί σε πολλές χώρες της Αμερικής υπάρχουν αντικειμενικές αντιθέσεις, ανάμεσα στην εθνική αστική τάξη που αγωνίζεται να αναπτυχθεί και του ιμπεριαλισμού που πνίγει τις αγορές κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να χαντακώνει τη βιομηχανία στον άνισο συναγωνισμό.

Παρόλες αυτές τις αντιθέσεις η εθνική αστική τάξη είναι ανίκανη να πάτε μια αγωνιστική θέση κατά του ιμπεριαλισμού. Αυτό αποδεικνύει πως φοβάται περισσότερο τη λαϊκή επανάσταση, πατά τη δεσποτική πίεση των μονοπωλίων που κακοποιούν τον εθνικό χαρακτήρα, προσβάλουν τα πατριωτικά αισθήματα και αποικιοποιούν την οικονομία.

Η υψηλή αστική τάξη (μπουρζουαζία) δεν διστάζει να συμμαχήσει με τον ιμπεριαλισμό και τους λατιφουντίστες για να πολεμήσει το λαό και να εμποδίσει το δρόμο του προς την επανάσταση. Αυτές είναι οι δυσκολίες, που πρέπει να προστεθούν ύστερα από την παγίωση της αναπότρεπτης κουβανέζικης επανάστασης σε όλες εκείνες που θα προκύψουν από αγώνες στη λατινική Αμερική.

Υπάρχουν κι άλλα πιο ειδικά προβλήματα: είναι δυσκολότερο να δημιουργήσεις αντάρτικο σε χώρες με ισχυρή αστική αντίδραση, ελαφρά και μέση βιομηχανία πιο εξελιγμένες κι ας μην υπάρχει στην κυριολεξία η βιομηχανοποίηση. Η ιδεολογική επίδραση των πόλεων αναχαιτίζει την ανταρσία δίνοντας ελπίδες για αγώνα στις ειρηνικά οργανωμένες μάζες. Αυτό δημιουργεί μια κάποια νομιμοποίηση, που στους κόλπους της, για περιόδους λίγο πιο «ομαλές», οι συνθήκες δεν είναι το ίδιο σκληρές για το λαό, όσο σε άλλες περιπτώσεις.

Η ελπίδα ενισχύεται επιπλέον και με μια ποσοτική αύξηση στο κοινοβούλιο των επαναστατικών στοιχείων που θα επέφεραν μια ουσιαστική αλλαγή. Κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ απίθανο να πραγματοποιηθεί αυτή η ελπίδα υπό τις παρούσες συνθήκες σε καμιά χώρα της Αμερικής. Παρά το ότι δεν θα ‘πρεπε να αποκλείσουμε μια αλλαγή που θα άρχιζε με την εκλογική διαδικασία, οι συνθήκες που ισχύουν σε όλες τις χώρες κάνουν τη δυνατότητα να φαίνεται πολύ μακρινή.

Οι επαναστάτες δεν μπορούν να προβλέψουν όλες τις ποικιλίες τακτικής που θα παρεμβληθούν κατά τη διάρκεια του αγώνα για την απελευθέρωσή τους. Οι πραγματικές ικανότητες ενός επαναστάτη κρίνονται από την ευχέρειά του να βρει άμεσους επαναστατικούς τρόπους για κάθε αλλαγή κατάστασης. Είναι ασυγχώρητο λάθος να υποτιμήσουμε το τι μπορεί να κερδίσει ένα επαναστατικό πρόγραμμα από μια δεδομένη εκλογική διεργασία. Αλλά θα ‘ταν εξίσου ασυγχώρητο λάθος να μην υπολογίζει κάποιος παρά στις εκλογές και να παραμεληθούν οι άλλες μορφές του αγώνα, ακόμα και του ένοπλου για την κατάκτηση της εξουσίας, του απαραίτητου οργάνου για την εφαρμογή και την ανάπτυξη του επαναστατικού προγράμματος.

Όταν μας μιλούν για την κατάκτηση της εξουσίας με κανονικές εκλογές, η ερώτησή μας είναι πάντα η ίδια: αν ένα λαϊκό κίνημα κατακτήσει την εξουσία με μεγάλη πλειοψηφία και αποφασίσει να αρχίσει τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές, κατά το πρόγραμμα, δεν θα βρεθεί αμέσως σε σύγκρουση με τις αντιδραστικές τάξεις της χώρας; Ο στρατός δεν υπήρξε πάντα το όργανο αυτών των τάξεων; Και αν συμβεί αυτό, είναι λογικό να υποθέσουμε πως ο στρατός θα σταθεί στο πλευρό της τάξης του και θα αγωνιστεί κατά της κυβέρνησης. Με ένα πραξικόπημα λίγο πολύ αιματηρό η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί και το παλιό παιχνίδι ξαναρχίζει «δια την αιωνιότητα». Μπορεί να συμβεί πιθανόν να νικηθεί ο στρατός των καταπιεστών, από μια ένοπλη λαϊκή αντίδραση που θα υπερασπιστεί την κυβέρνηση. Πράγμα μάλλον απίθανο, να αποδεχτούν οι ένοπλες δυνάμεις ριζικές κοινωνικές αλλαγές και να παραδεχτούν τη διάλυση της κάστας τους.

Αν παραδεχτούμε όμως πως μπορεί να υπολογίσουμε στη βοήθεια της στρατιωτικής κάστας κατά την διεξαγωγή της μάχης, πρέπει να αναλύσουμε δύο προβλήματα. Κατ’ αρχήν, αν ο στρατός ενωθεί πραγματικά με τις λαϊκές δυνάμεις με την προϋπόθεση πως υπάρχει ένας οργανωμένος πυρήνας με αυτόνομη εξουσία τότε έχουμε ένα «πραξικόπημα» ενός μέρους του στρατού κατά του άλλου, που δεν θίγει ίσως καθόλου τη στρατιωτική κάστα. Η άλλη εκδοχή, κατά την οποία ο στρατός ενώνεται αυθόρμητα με τις λαϊκές δυνάμεις δεν μπορεί να συμβεί, κατά τη γνώμη μας παρά στην περίπτωση που ο στρατός θα έχει άγρια χτυπηθεί και καταστραφεί από έναν ισχυρό και επίμονο εχθρό, οπότε δηλαδή η ισχύουσα εξουσία βρίσκεται εξουδετερωμένη. Όταν ο στρατός βρεθεί κατεστραμμένος και εξουθενωμένος ηθικά, τότε το φαινόμενο μπορεί να δημιουργηθεί. Αλλά είναι πάντοτε αναγκαίος ένας προκαταρκτικός αγώνας και ξαναγυρίζουμε πάντα στην ερώτηση, πώς θα τον επιτύχουμε αυτόν τον αγώνα; Και πάλι φτάνουμε στην απάντηση του αντάρτικου στην ύπαιθρο, σε έδαφος ευνοϊκό, υποστηριζόμενο από έναν αγώνα στις πόλεις. Υπολογίζοντας πάντοτε στην όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των εργατικών μαζών και οδηγούμενοι φυσικά από την ιδεολογία τους.

Μιλήσαμε αρκετά για τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν τα επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική. Τώρα μπορούμε να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν ή όχι οι ευνοϊκές συνθήκες στο προκαταρκτικό στάδιο, σαν αυτό του Φιντέλ Κάστρο στη Σιέρρα Μαέστρα. Πιστεύουμε πως, και σ’ αυτή την περίπτωση , υπάρχουν γενικές συνθήκες που διευκολύνουν την εκδήλωση των κέντρων ανταρσίας και σε ορισμένες χώρες πάλι ειδικές συνθήκες που είναι ακόμη πιο ευνοϊκές. Θα επιμείνουμε σε δύο υποκειμενικούς συντελεστές που είναι οι σημαντικότεροι της Κουβανικής Επανάστασης: καταρχήν η δυνατότητα μιας επαναστατικής κίνησης που ξεκινά τη δράση της από την ύπαιθρο, παρασύρει τις μάζες των χωρικών, περνώντας από την αδυναμία στη δύναμη, καταστρέφει το στρατό σε μία κατά μέτωπο μάχη, κατακτά τις πόλεις, ενισχύοντας με τον αγώνα της, τις υποκειμενικές αναγκαίες συνθήκες για την κατάκτηση της εξουσίας.

Οι πραγματικά «ιδιάζοντες» είναι αυτά τα παράξενα όντα που βρίσκουν πως η Κουβανική Επανάσταση είναι ένα μοναδικό και αμίμητο γεγονός σ’ όλο τον κόσμο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα. Η δυνατότητα του θριάμβου των λαϊκών μαζών στη Λατινική Αμερική διαγράφεται καθαρά υπό τη μορφή του ανταρτοπόλεμου, διεξαγόμενου από ένοπλους χωρικούς που θα καταστρέψουν τελείως τη δομή του παλιού αποικιακού κόσμου.

Μπορούμε να θεωρήσουμε σαν δεύτερο υποκειμενικό συντελεστή, το γεγονός ότι οι μάζες δεν γνωρίζουν μόνο τη δυνατότητα του θριάμβου, αλλά ότι γνωρίζουν εξ ίσου καλά το πεπρωμένο τους. Γνωρίζουν με μια όλο και αυξανόμενη βεβαιότητα πώς, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι μεταπτώσεις της ιστορίας και για σύντομες περίοδες, το μέλλον ανήκει στο λαό, γιατί το μέλλον θα φέρει τη δικαιοσύνη. Αυτή η επίγνωση θα δώσει τον επαναστατικό προσανατολισμό στη Λατινική Αμερική.

Μπορούμε να αναφερθούμε σε συντελεστές, λιγότερο γενικούς, κυμαινόμενους σε ένταση από χώρα σε χώρα. Ένας απ’ αυτούς, πολύ σημαντικός, είναι η εκμετάλλευση των χωρικών που, κατά κάποιο τρόπο, ήταν μικρότερη στην Κούβα παρά όσο σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Εκείνοι που ισχυρίζονται πως βλέπουν στην περίοδο του ένοπλου αγώνα μας, τα αποτελέσματα μιας προλεταριοποίησης της υπαίθρου, θα πρέπει να μην ξεχνούν πως όποια κι αν ήταν η προσφορά αυτής της προλεταριοποίησης στην επιτάχυνση του σχηματισμού των κοοπερατίβων, που ακολούθησε την κατάκτηση της εξουσίας και την αγροτική μεταρρύθμιση, οι χωρικοί που ήταν βασικά το κέντρο, ο νωτιαίος μυελός του αντάρτικου στρατού, είναι οι ίδιοι που επιστρέψανε σήμερα στη Σιέρρα Μαέστρα, περήφανοι ιδιοκτήτες της γης τους και έντονα ατομιστές. Υπάρχουν, φυσικά ιδιομορφίες στην Αμερική. Ένας χωρικός της Αργεντινής δεν μοιάζει μ’ έναν Περουβιανό ή Βολιβιανό χωρικό. Αλλά ο πόθος της γης είναι συνεχώς παρών σε όλους και είναι αυτοί, γενικά, που δίνουν τη μορφή της Αμερικής. Δεδομένου, λοιπόν, πως στις περισσότερες από τις άλλες χώρες τούς εκμεταλλεύονται ακόμη πιο πολύ απ’ όσο συνέβαινε στην Κούβα, υπάρχουμε μεγάλες δυνατότητες του ξεσηκωμού αυτής της τάξης.

Υπάρχει ακόμα ένα άλλο δεδομένο. Ο στρατός του Μπατίστα, παρόλες του τις ατέλειες, ήταν ένας στρατός οργανωμένος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όλοι από τον απλό στρατιώτη ως τον στρατηγό, είχαν ειδικευθεί στην εκμετάλλευση του λαού. Ήταν εξ ολοκλήρου μισθοφόροι, γεγονός που αποτελούσε το συνδετικό κρίκο στον μηχανισμό της καταπίεσης. Οι στρατοί της Αμερικής στο σύνολό τους, αποτελούνται από ένα σώμα επαγγελματιών αξιωματικών και στρατολογημένους, όχι επαγγελματίες, που τους καλούν περιοδικά. Κάθε χρόνο οι στρατολογούμενοι νέοι αφήνουν το σπίτι τους, όπου έχουν ακούσει τους γονιούς τους να μιλούν για τα καθημερινά τους βάσανα, που τα έχουν εξάλλου δει με τα ίδια τους τα μάτια και έχουν γνωρίσει οι ίδιοι τη δυστυχία και την κοινωνική αδικία. Και αν μια μέρα σταλούν για να πολεμήσουν κατά των υπερασπιστών μιας ιδέας που τη νιώθουν δίκαιη μέσα στο ίδιο το πετσί τους, η επιθετική τους ικανότητα θα μειωθεί παράξενα.

Μια συστηματική προπαγάνδα που θα άνοιγε τα μάτια αυτών των νέων για τη δικαιοσύνη και τους λόγους που οδηγούν το λαό στον ένοπλο αγώνα, μπορεί να έχει πολύ θετικά αποτελέσματα.

Μετά απ’ αυτή τη σύντομη ανασκόπηση των επαναστατικών γεγονότων μπορούμε να πούμε πως η Κουβανική Επανάσταση περιέχει ιδιάζοντες συντελεστές που της δίνουν την ιδιομορφία της και κοινούς συντελεστές για όλους τους λαούς της Αμερικής, που εξηγούν απόλυτα την εσωτερική ανάγκη μιας τέτοιας Επανάστασης. Διαπιστώνουμε επίσης πως διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες που θα κάνουν ευκολότερο το ξεκίνημα ενός επαναστατικού κινήματος: τη συνείδηση που απόκτησαν οι μάζες για το πεπρωμένο τους, τη συνείδηση μιας αναγκαιότητας και της πραγματοποίησης κατά κάποιο τρόπο αυτής της δυνατότητας. Ταυτόχρονα υπάρχουν συνθήκες που θα κάνουν δυσκολότερη, για τις μάζες, την προσέγγιση του σκοπού, την κατάκτηση, δηλαδή της εξουσίας: οι αστοί είναι τόσο στενά δεμένοι με τον ιμπεριαλισμό που θα χτυπήσουν απ’ ευθείας τις λαϊκές μάζες.

Μαύρες μέρες περιμένουν τη Λατινική Αμερική. Πρέπει να χτυπάμε βαθιά και αδιάκοπα όπου τους πονάει. Δεν πρέπει να γλιστρήσουμε προς τα πίσω, αλλά να προχωρούμε θαρραλέα, απαντώντας σε κάθε επίθεση, με μια ακόμη μεγαλύτερη πίεση των λαϊκών μαζών: αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για τη νίκη.

Προς τη νεολαία της Λατινικής Αμερικής

Πολλοί από σας, με διάφορες πολιτικές τάσεις θ’ αναρωτηθούν σήμερα όπως αναρωτήθηκαν χθες κι όπως ίσως θ’ αναρωτηθούν κι αύριο, τι είναι η κουβανέζικη επανάσταση, ποια είναι η ιδεολογία της; Κι αμέσως θα προκύψει η ερώτηση που εχθροί και φίλοι κάνουν πάντα σ’ αυτή την περίπτωση. «Είναι κομμουνιστική η κουβανέζικη Επανάσταση;». Άλλοι θ’ απαντήσουν με ελπίδα ναι, ή ότι βρίσκεται σ’ αυτό το δρόμο κι άλλοι, απογοητευμένοι ίσως θα σκεφτούν το ναι και θα υπάρξουν και κείνοι που απογοητευμένοι σκέφτονται το όχι, όπως όχι ελπίζουν και κάποιοι άλλοι. Αν με ρωτούσαν εμένα, αν αυτή η Επανάσταση που έχετε μπροστά στα μάτια σας είναι μια επανάσταση κομμουνιστική, αφού θα καθόριζα ακριβώς τι είναι κομμουνισμός αγνοώντας τις κατηγόριες που εξύφανε ο ιμπεριαλισμός και οι αποικιοκρατικές δυνάμεις που τα ανακατεύουν όλα, θα κατέληγα να πω πως αυτή η Επανάσταση, στην περίπτωση που θα θεωρηθεί μαρξιστική —και ακούστε καλά πως λέω μαρξιστική θα είναι, γιατί ανακαλύψαμε εμείς καθώς κι’ αυτή με τις δικές της μεθόδους τους δρόμους που υπέδειξε ο Μαρξ.

Μια από τις μεγάλες προσωπικότητες της Σοβιετικής Ένωσης, ο αντιπρόεδρος υπουργός Μικόγιαν, πιστός μαρξιστής, αναγνώρισε πρόσφατα, ευχόμενος επιτυχία στην κουβανέζικη Επανάσταση ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που ο Μαρξ δεν πρόβλεψε. Και βεβαίωνε πως η ζωή διδάσκει πολύ περισσότερα από το σοφότερο βιβλίο και από τον πιο βαθύ στοχαστή. Αυτή η κουβανέζικη επανάσταση χωρίς να προσηλωθεί σε συνθήματα και αγνοώντας τα όσα λεγόντουσαν γι’ αυτήν, φροντίζοντας όμως συνεχώς για κείνο που ο λαός της περίμενε απ’ αυτήν, προχώρησε μπροστά για να διαπιστώσει ξαφνικά, πως όχι μόνο είχε συντελέσει στην ευτυχία του λαού της (ή ότι πλησίαζε συνεχώς στην πραγματοποίηση της). Αλλά ότι επί πλέον ήταν στραμμένα επάνω σ’ αυτό το νησί τα περίεργα βλέμματα έχθρων και φίλων, βλέμματα γεμάτα ελπίδες από μια ολόκληρη ήπειρο καθώς και τα λυσσασμένα βλέμματα του βασιλιά των μονοπωλίων.

Αλλά ολ’ αυτά δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη. Επιτρέψετε μου να σας μιλήσω λίγο για την πείρα μου που μπορεί να γίνει πολύ χρήσιμη σε λαούς που ζουν σε παρόμοιες συνθήκες, για να έχετε μια δυναμική ιδέα του τρόπου με τον οποίο γεννήθηκε η σημερινή επαναστατική ιδέα. Στην πραγματικότητα η σημερινή κουβανέζικη Επανάσταση δεν είναι η κουβανέζικη Επανάσταση του χθες, ακόμα και η μετά τη νίκη. Ανάμεσα σε κείνους τους ογδόντα δυο νέους που διέσχιζαν μ’ ένα καράβι που έκανε νερά, την άγρια θάλασσα του κόλπου του Μεξικού για να διεκπεραιωθεί στις ακτές της Σιέρρα Μαέστρα και τους σημερινούς εκπρόσωπους της Κούβας, η απόσταση δεν μετριέται με χρόνια, τουλάχιστον με τον καθιερωμένο τρόπο, με μέρες είκοσι τεσσάρων ωρών και ώρες εξήντα λεπτών. Όλα τα μέλη της κουβανέζικης Κυβέρνησης ήταν νέα, τόσο στην ηλικία όσο και στον ενθουσιώδη χαρακτήρα. Αλλά ωρίμασαν στο υπέροχο πανεπιστήμιο της πείρας και από τη ζωντανή επαφή με το λαό, τις ανάγκες και τις ελπίδες του. Είχαμε όλοι ονειρευτεί να φτάσουμε μια μέρα στη Κούβα και να πάρουμε την εξουσία ανάμεσα σε κραυγές και ηρωισμούς, λόγους και διαδηλώσεις διώχνοντας τον δικτάτορα Μπατίστα. Η ιστορία μας έμαθε πως ήταν που δύσκολο να νικήσεις μια ολόκληρη κυβέρνηση που είχε την υποστήριξη ενός στρατού δολοφόνων που συνεργάζονταν με αυτή τη κυβέρνηση που και αυτός με τη σειρά του στηριζόταν στη μεγαλύτερη αποικιακή δύναμη όλης της γης.

Έτσι άλλαξαν σιγά σιγά, όλες μας οι γνώμες. Μάθαμε, εμείς, παιδιά των πόλεων να σεβόμαστε τον χωρικό, το αίσθημα της ανεξαρτησίας του και την εντιμότητα του. Μάθαμε να αναγνωρίζουμε τις εκατόχρονες ελπίδες του για τη γη που του είχαν αρπάξει και εκτιμήσαμε την πείρα του για τα χιλιάδες μονοπάτια του βουνού. Από μέρος τους και οι χωρικοί διδάχτηκαν από μας τι αξίζει ένας άνθρωπος με ένα τουφέκι στα χέρια και ότι αυτό το τουφέκι είναι έτοιμο να τραβήξει πάνω σε κάποιον, όποιος κι αν είναι ο αριθμός των τουφεκιών που τον συνοδεύουν. Οι χωρικοί μας διδάξαν τη σοφία τους και εμείς τους διδάξαμε την ιδέα μας για την επανάσταση. Από τότε και για πάντα οι χωρικοί της Κούβας και οι αντάρτικες δυνάμεις της Κούβας, μαζί και η σημερινή επαναστατική κουβανέζικη κυβέρνηση είναι ενωμένοι σε έναν άνθρωπο.

Η Επανάσταση λοιπόν προόδεψε: διώξαμε τις συμμορίες της δικτατορίας από τις απόκρημνες πλάγιες της Σιέρρα Μαέστρα κι ύστερα χρειάστηκε να συγκρουστούμε με μια άλλη κουβανέζικη πραγματικότητα: τον εργάτη, τον εργαζόμενο, είτε για εργάτη γεωργό επρόκειτο ή για εργάτη των βιομηχανικών κέντρων. Κι απ’ αυτόν κάτι μάθαμε αλλά του μάθαμε επίσης πως έρχεται μια στιγμή που μια τουφεκιά με σωστό στόχο είναι πολύ πιο δυνατή και πιο αποτελεσματική από την πιο δυνατή και την πιο αποτελεσματική ειρηνική διαμαρτυρία. Μάθαμε την άξια της οργάνωσης αλλά διδάξαμε την άξια της επανάστασης κι απ’ αυτό τον συνδυασμό γεννήθηκε η οργανωμένη ανταρσία σ’ όλη τη γη της Κούβας.

Πέρασε καιρός και ήδη αρκετοί νεκροί, άλλοι πολεμιστές κι άλλοι αθώοι χάραζαν το δρόμο μας προς τη νίκη. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις άρχισαν να αντιλαμβάνονται πως στα υψώματα της Σιέρρα Μαέστρα βρισκόταν πολύ περισσότεροι από μια ομάδα τυχοδιώκτες, κάτι παραπάνω από μια ομάδα φιλοδοξών που απόβλεπε να καταλάβει την εξουσία. Τότε πρόσφεραν γενναιόδωρα στη δικτατορία τις μπόμπες τους, τις σφαίρες τους, τα αεροπλάνα και τα τανκ τους. Και με τέτοια εμπροσθοφυλακή φιλοδόξησαν να αναρριχηθούν ξανά και για τελευταία φορά τη Σιέρρα Μαέστρα.

Ο καιρός έχει περάσει και τα αντάρτικα στρατεύματα μας είχαν φύγει με τον προορισμό να κατακτήσουν άλλες περιοχές της Κούβας. Το Δεύτερο Ανατολικό Μέτωπο «Φρανκ Παίς», είχε ήδη οργανωθεί υπό την διοίκηση του κυβερνήτη Κάστρο. Παρ’ όλα αυτά, παρ’ όλη τη δύναμη που εξασκούσαμε στην Κοινή Γνώμη, παρ’ όλο που ο διεθνής τύπος μας αφιέρωνε καθημερινά τις γραμμές του, η κουβανέζικη Επανάσταση διέθετε διακόσα τουφεκιά. Όχι διακόσιους άντρες, μα διακόσια τουφεκιά για να κάνουμε την άμυνα μας ενάντια στο καθεστώς που έριχνε απάνω μας δέκα χιλιάδες στρατιώτες και κάθε είδος όπλα θανάτου. Η ιστορία του καθενός απ’ αυτά τα διακόσα όπλα ήταν μια ιστορία θυσιών και αίματος, γιατί ήταν ιμπεριαλιστικά τουφέκια που το αίμα και η αποφασιστικότητα των μαρτύρων μας είχαν τιμήσει και μεταβάλει σε τουφέκια του λαού. Έτσι εξελίχθηκε το τελευταίο στάδιο της μεγάλης επίθεσης του στρατού, αυτήν που ονόμασαν «περικύκλωση και εξολόθρευση».

Φοιτητές όλης της Αμερικής, για όλους αυτούς τους λόγους, εάν κάνουμε εδώ κάτι που λέγεται μαρξισμός, το κάνουμε γιατί το ανακαλύψαμε μέσα εδώ. Όταν τρέψαμε σε φυγή το στρατό της δικτατορίας και αφού του προξενήσαμε απώλειες χιλίων ανδρών, το πενταπλάσιο δηλαδή, από τις δικές μας μαχόμενες δυνάμεις και κυριέψαμε και εξακόσια όπλα, μας έπεσε τυχαία στα χέρια μια μπροσούρα του Μάο Τσε Τουγκ. Μέσα σ’ αυτή τη μπροσούρα, που αφορούσε κατά σύμπτωση προβλήματα στρατηγικής του ανταρτοπόλεμου στην Κίνα, περιγράφονταν επίσης και οι μάχες του Τσανγκ Κάι Σεκ εναντίον των λαϊκών δυνάμεων, που ο δικτάτορας αποκαλούσε όπως και εδώ «εκστρατείες κύκλωσης κι εξολόθρευσης». Δεν επαναλαμβάνονταν μόνο τα ονόματα με τα οποία βάφτιζαν τις εκστρατείες τους οι δυο δικτάτορες στα δυο άκρα του κόσμου, αλλά επαναλαμβανόταν επίσης και ο τύπος της εκστρατείας που οι δυο αυτοί δικτάτορες επιχειρούσαν προκείμενου να καταστρέψουν τις λεκές δυνάμεις. Όσο για τις λεκές δυνάμεις αυτές, χωρίς να έχουν ιδέα για τα κείμενα τα γραμμένα σχετικά με την στρατηγική και την τακτική του ανταρτοπόλεμου επανέλαβαν όλα όσα εκθειάζανε στην άλλη άκρη του κόσμου. Πράγματι, συμβαίνει να εκθέτει κάποιος την πείρα του και να επωφελείται οποιοσδήποτε απ’ αυτήν αλλά μπορεί να δημιουργηθεί και μόνη της, χωρίς η προηγούμενη πείρα να της είναι αναγκαστικά γνωστή.

Δεν γνωρίζαμε τις εμπειρίες του κινέζικου στρατού από τα είκοσι χρόνια που αγωνίστηκε στη χώρα του, αλλά ξέραμε τη χώρα μας, εδώ, γνωρίζαμε τον εχθρό μας και χρησιμοποιήσαμε κάτι που όλοι οι άνθρωποι φέρουν στους ώμους τους και που είναι πολύ πολύτιμο όταν ξέρουν να το χρησιμοποιήσουν: για να πολεμήσουμε τον εχθρό χρησιμοποιήσαμε το κεφάλι μας. Και μ’ αυτό τον τρέψαμε σε φυγή. Ακολούθησε μετά η πορεία δυτικά, η καταστροφή των μέσων επικοινωνίας και η μεγαλοπρεπής κατάρρευση της δικτατορίας που κανείς δεν περίμενε. Κι έπειτα ήρθε η 1η του Γενάρη. Και η Επανάσταση για μια ακόμη φορά, χωρίς να σκεφτεί όσα είχε διαβάσει, έμαθε από το στόμα του λαού εκείνο που όφειλε να κάμει: αποφάσισε, πριν απ’ όλα, να τιμωρήσει τους ενόχους και τους τιμώρησε.

Αμέσως οι αποικιοκρατικές δυνάμεις σκηνοθέτησαν αυτό το επεισόδιο της τιμωρίας σε έγκλημα και προσπάθησαν αμέσως να σπείρουν τη διχόνοια, αυτό πάντα επιχειρούν να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: «Υπήρχαν εδώ δολοφόνοι κομμουνιστές που σκότωναν, ενώ υπήρχε κι ένας αθώος πατριώτης, ονομαζόμενος Φιντέλ Κάστρο, που δεν είχε καμία σχέση μαζί τους και που μπορούσε να σωθεί». Προσπάθησαν ακόμη να διχάσουν τους ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί για ένα κοινό σκοπό, με ευτελή προσχήματα και επιχειρήματα. Για ένα διάστημα νόμισαν πως θα πετύχαιναν. Αλλά κάποτε αντιλήφτηκαν πως ο νόμος της Μεταρρυθμίσεις ήταν πολύ αυστηρότερος και πολύ βαθύτερος απ’ όσο είχαν διατάξει οι εμπνευσμένοι σύμβουλοι της Κυβέρνησης (βρίσκονται όλοι τους τώρα στο Μαϊάμι, ή αλλού στις Ηνωμένες Πολιτείες) ο Ρεπεν Ριβερι ή ο Νταριά ντε λα Μαρίνα ή Μεντράνο υπήρχε μάλιστα στην κυβέρνηση μας ένας πρωθυπουργός που συνιστούσε πολλή μετριοπάθεια γιατί «σε κάτι τέτοια πράγματα πρέπει να φέρεσαι με πολλή μετριοπάθεια».

Η «μετριοπάθεια» είναι μια ακόμη από τις λέξεις που οι πράκτορες των αποικιοκρατών συνηθίζουν πολύ να χρησιμοποιούν: όλοι όσοι φοβούνται είναι μετριοπαθείς ή όλοι όσοι σκέπτονται μ’ έναν οποιονδήποτε τρόπο να προδώσουν. Ο λαός, αυτός, δεν είναι καθόλου μετριοπαθής. Συμβούλευαν να διανέμουν τα ζιζάνια που φυτρώνουν στα χωράφια μας και που οι χωρικοί μας δεν είχαν παρά να ξεριζώσουν. Οι χωρικοί μπορούσαν ακόμη να εγκαταστουν στους βάλτους ή και να επωφεληθούν από κανένα κομμάτι κρατικής γης που θα ’χε ξεφύγει από την αρπακτικότητα των λατιφουντιστών.  Αλλά ν’ αγγίξεις στη γη των λατιφουντιστων αυτό ήταν ένα αμάρτημα που το θεωρούσαν αδιανόητο. Και όμως αυτό έγινε. Θυμάμαι μια κουβέντα που έκανα εκείνη την εποχή με έναν κύριο που μου έλεγε πως δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα με την επαναστατική Κυβέρνηση, γιατί δεν είχε στην κατοχή του παρά 900 καμπαλλερίες. Εννιακόσιες καμπαλλερίες αντιπροσωπεύουν πάνω από χίλια εκτάρια. Και φυσικά αυτός ο κύριος είχε προβλήματα με την Επαναστατική Κυβέρνηση. Οι εκτάσεις του κατασχέθηκαν και διανεμήθηκαν σε μικρά τμήματα σε αγρότες. Επί πλέον δημιουργήθηκαν κοοπερατίβες σε εκτάσεις γης που ο αγρότης – εργάτης είχε συνηθίσει να εργάζεται σε κοινόβια με μισθό.

Εδώ παρουσιάζεται και μια από τις ιδιομορφίες που πρέπει να μελετηθεί σχετικά με την κουβανέζικη επανάσταση: αυτή η επανάσταση έφερε την Αγροτική της Μεταρρύθμιση, για πρώτη φορά στην Αμερική, σε σύγκρουση με κοινωνικά προβλήματα ιδιοκτησίας που δεν ήσαν φεουδαρχικά. Υπήρχαν αρκετά φεουδαρχικά ίχνη στα καπνά και στον καφέ. Και αυτές οι καλλιέργειες δόθηκαν σε μικρούς ατομικούς καλλιεργητές που ζούσαν χρόνια σ’ αυτό το κομμάτι της γης και που ήθελαν να ’χουν μια γη δική τους. Αλλά το ζαχαροκάλαμο, το ρύζι, ακόμα και η κτηνοτροφία τα διαχειρίζονται από κοινού οι εργάτες, που εργάζονται από κοινού και κατέχουν από κοινού όλα αυτά τα εδάφη. Αυτός είναι ο τρόπος διαχείρισης αυτών των προϊόντων στην Κούβα. Οι αγρότες στην περίπτωση αυτή δεν κατέχουν μια λουρίδα γης, μα σύνολο μεγάλων εκτάσεων που λέγεται κοοπερατίβα. Αυτά τα μέτρα συντελέσανε πολύ στην γρήγορη εξέλιξη της αγροτικής μας μεταρρύθμισης. Καθένας από σας πρέπει να καταλάβει σαν μια αναμφισβήτητη αλήθεια ότι καμία επαναστατική κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί εδώ στην Αμερική επαναστατική κυβέρνηση, αν δεν εφαρμόσει, σαν πρώτο της μέτρο, την αγροτική μεταρρύθμιση. Η κυβέρνηση επίσης που θα ισχυριστεί πως θα κάνει μια περιορισμένη αγροτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να ονομαστεί επαναστατική. Επαναστατική κυβέρνηση είναι κείνη που κάνει μια αγροτική μεταρρύθμιση τροποποιώντας το σύστημα της ιδιοκτησίας της γης, όχι μονάχα με το να παραχωρήσει στον χωρικό το πλεόνασμα της γης αλλά με το να του δώσει ακριβώς εκείνη που δεν πλεονάζει, αυτήν που έχουν στα χέρια τους οι λατιφουντιστες, την καλύτερη την πιο αποδοτική και που εξάλλου την έχουν κλέψει στο παρελθόν από τους χωρικούς.

Αυτό θα πει αγροτική μεταρρύθμιση κι από κει πρέπει να αρχίσουν όλες οι επαναστατικές κυβερνήσεις. Με βάση την αγροτική μεταρρύθμιση θα δοθεί και η μάχη της βιομηχανοποίησης της χώρας, που είναι λιγότερο απλή. Εκεί πρέπει ν’ αγωνιστούμε εναντίον πολύπλοκων φαινομένων και θα είχαμε εύκολα ναυαγήσει, αν δεν υπήρχαν στον κόσμο πολύ μεγάλες φιλικές δυνάμεις μικρών χωρών. Χώρες σαν την Κούβα αυτή τη στιγμή, χώρες επαναστατικές και καθόλου μετριοπαθείς μπορεί ν’ αναρωτηθούν αν η Σοβιετική Ένωση και η Λαϊκή Κίνα είναι φίλες της. Στην ερώτηση αυτήν δεν πρέπει ν’ απαντήσουμε χλιαρά, αλλά να βεβαιώσουμε με όλη μας τη δύναμη ότι η Σοβιετική Ένωση, η Κίνα και όλες οι σοσιαλιστικές χώρες, καθώς και όλες οι αποικίες ή ημιαποικιες που έχουν απελευθερωθεί είναι φίλες μας. Σ’ αυτή τη φιλία επάνω μπορεί να θεμελιωθεί η πραγματοποίηση μιας αμερικανικής επανάστασης. Στην πραγματικότητα θα ’χαν χρειαστεί τεράστιες δυνάμεις κι απέραντη αφοσίωση του λαού μας για ν’ αντέξουμε αν η Σοβιετική Ένωση δεν είχε βρεθεί αυτή την ώρα για να μας δώσει πετρέλαιο και ν’ αγοράσει ζάχαρη. Οι δυνάμεις του διχασμού θα ’χαν βρει την ευκαιρία να δουλέψουν ενισχυμένες από το αποτέλεσμα που θα είχε το χτύπημα στο επίπεδο της ζωής ολόκληρου του κουβανέζικου λαού, παράλληλα με τα μέτρα της «βόρειο-αμερικανικής δημοκρατίας». Μερικές κυβερνήσεις της Αμερικής μας συμβουλεύουν ακόμη να γλείφουμε το χέρι εκείνου που θέλει να μας χτυπήσει και να φτύνουμε τα πρόσωπα εκείνων που θέλουν να μας υπερασπιστούν. Απαντούμε σ’ αυτούς που συνιστούν την ταπείνωση στον 20ο αιώνα, πρώτα ότι η Κούβα δεν ταπεινώνεται μπροστά σε κανέναν και επί πλέον η Κούβα, που γνωρίζει από πείρα τις αδυναμίες αυτών των καθεστώτων, δεν καταδέχτηκε ποτε να συμβουλέψει αυτές τις χώρες να τουφεκίσουν όλους τους προδότες τους και να εθνικοποιήσουν όλα τους τα μονοπώλια.

Ο λαός της Κούβας τουφέκισε τους δολοφόνους του και διέλυσε το δικτατορικό στρατό, αλλά δεν πήγε να πει σε καμία κυβέρνηση της Αμερικής να την μιμηθεί. Και όμως η Κούβα ξέρει πως υπάρχουν δολοφόνοι σ’ όλες αυτές τις χώρες. Για να μη μιλήσουμε για τους σμπίρους που επιζήσανε από την παλιά δικτατορία και που δολοφόνησαν σε μια φιλική χώρα Κουβανούς, μέλη του κινήματος μας…

Δεν ζητήσαμε την εκτέλεση του δολοφόνου των αγωνιστών μας κι όμως εδώ θα τον είχαμε εκτελέσει… Θέλουμε να μην μας επαναλάβουν ποτε πως πρέπει να συμμαχήσουμε με τον μεγάλο μας εκμεταλλευτή, γιατί πρόκειται για το πιο δειλό και το πιο εξευτελιστικό ψέμα που μπορεί να πει μια κυβέρνηση της Αμερικής. Εμείς που κάνουμε την κουβανέζικη Επανάσταση, που είμαστε σύσσωμος ο κουβανέζικος λαός, λέμε τους φίλους μας και τους εχθρούς μας εχθρούς μας. Εμείς ο λαός της Κούβας δεν εξηγούμε σε κανένα λαό της γης τι πρέπει να κάνει με το Διεθνές Νομισματικό Κεφάλαιο, π.χ. και δεν ανεχόμαστε να έρχονται να μας δίνουν συμβουλές.

Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Αν θέλουν να το κάνουν τόσο το καλύτερο. Αν δεν θέλουν, δικαίωμα τους. Αλλά δεν ανεχόμαστε συμβουλές, γιατί είμαστε μόνοι εδώ ως την τελευταία στιγμή. Περιμέναμε όρθιοι την άμεση επίθεση της πιο ισχυρής καπιταλιστικής δύναμης του κόσμου και δεν ζητήσαμε τη βοήθεια κανενός. Και είμαστε έτοιμοι, εμείς και ο λαός μας να υποστούμε ως το τέλος τις συνέπειες της ανταρσίας μας.

Γι’ αυτό το λόγο μπορούμε να μιλήσουμε με το μέτωπο ψηλά και τη φωνή καθαρή σ’ όλα τα Συνέδρια κι όλα τα Συμβούλια όπου συγκεντρώνονται τα αδέλφια μας από τον κόσμο. Όταν η Κουβανέζικη Επανάσταση εκφράζει την αλήθεια των γιων της γης της και την εκφράζει πάντα κατά πρόσωπο στους φίλους της ή εχθρούς της. Δεν κρύβεται Ποτε για να πετάξει μια πέτρα και δεν δίνει Ποτε συμβουλές που κρύβουν μια γροθιά κρυμμένη στο βελούδο. Μας επιτίθενται πολύ γι’ αυτό που είμαστε αλλά μας επιτίθενται ακόμη περισσότερο, γιατί δείχνουμε στον καθένα από τους λαούς της Αμερικής αυτό που μπορεί να γίνει. Και αυτό ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τον ιμπεριαλισμό παρά τα μεταλλεία του νίκελ ή τα κέντρα ζάχαρης της Κούβας, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το μπαμπάκι του Μεξικού, το χαλκό της Χιλής, την κτηνοτροφία της Αργεντινής ή τον καφέ της Βραζιλίας. Κι όμως το σύνολο αυτών των πρώτων υλών που τρέφουν τα μονοπώλια είναι πολύ σημαντικά για τον ιμπεριαλισμό. Οι ιμπεριαλιστές βάζουν επίσης εμπόδια στο δρόμο μας κάθε φορά που μπορούν. Κι όταν δεν μπορούν να το κάνουν απ’ ευθείας, υπάρχουν δυστυχώς στην Αμερική εκείνοι που προσφέρονται γι’ αυτό. Τα ονόματα τους δεν ενδιαφέρουν. Κανείς δεν είναι ένοχος. Δεν μπορούμε να πούμε εδώ ότι ο Πρόεδρος Μπετανκουρ είναι ένοχος του θανάτου του συμπατριώτη μας. Είναι απλά αιχμάλωτος ενός καθεστώτος που λέγεται δημοκρατικό. Αυτό το δημοκρατικό καθεστώς που θα μπορούσε να είναι ένα άλλο παράδειγμα για την Αμερική έκαμε το μεγάλο σφάλμα να μην χρησιμοποιήσει έγκαιρα το δικαίωμα των εκτελέσεων. Σήμερα η δημοκρατική κυβέρνηση της Βενεζουέλας είναι αιχμάλωτος των παλιών σμπίρων, όπως είναι και το μεγαλύτερο μέρος της Αμερικής, κι όπως συνέβαινε άλλοτε και στην Κούβα.

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τον Πρόεδρο Μπετανκούρ υπεύθυνο ενός εγκλήματος. Το μόνο που μπορούμε να πούμε εδώ, στηριζόμενοι στην ιστορία μας των επαναστατών και στην επαναστατική μας πίστη είναι πως την ημέρα που ο Πρόεδρος Μπετανκούρ εκλεγμένος από το λαό του θα αισθανθεί αιχμάλωτος σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην μπορεί να προχωρήσει, και θα ζητήσει τη βοήθεια ενός λαού αδελφού, η Κούβα θα είναι παρούσα για να διδάξει στη Βενεζουέλα μια από τις εμπειρίες της σε επαναστατικό έδαφος. Ο πρόεδρος Μπετανκούρ πρέπει να γνωρίζει πως δεν είναι βέβαια ο διπλωματικός μας εκπρόσωπος που προκάλεσε το σκάνδαλο που κατέληξε μ’ ένα θάνατο. Είναι δουλειά αυτών των Βόρειο-αμερικανών στην άλλη άκρη ή της βόρειο-αμερικανικής κυβέρνησης. Λίγο πλησιέστερα είναι οι παρτιζάνοι του Μπατίστα κι ακόμη πιο κοντά όλοι εκείνοι που αποτελούσαν τη ρεζέρβα της βόρειο-αμερικανικής κυβέρνησης σ’ αυτή τη χώρα και που μεταμφιέζονταν σε εχθρούς του Μπατίστα. Εκείνοι που ήθελαν να διώξουν τον Μπατίστα και να διατηρήσουν το σύστημα: οι Μιρο, οι Κεβέντο, οι Ντιάζ Λάντζ, οι Χούμπερτ Ματός… Και προφανώς οι αντιδραστικές δυνάμεις που δρουν στη Βενεζουέλα. Είναι θλιβερό που το λέμε, αλλά η κυβέρνηση της Βενεζουέλας είναι καταδικασμένη να τσακιστεί από τον ίδιο της το στρατό, όπως συνέβη πρόσφατα με ένα παγιδευμένο αμάξι. Για την ώρα ο πρόεδρος της Βενεζουέλας είναι φυλακισμένος από τις καταπιεστικές του δυνάμεις.

Μας στοιχίζει γιατί η Βενεζουέλα πρόσφερε στον λαό της Κούβας την απόλυτη αλληλεγγύη της και τεραστία βοήθεια όταν ήμασταν στη Σιέρα Μαέστρα. Λυπούμαστε γιατί η Βενεζουέλα είχε πετύχει να ελευθερωθεί πολύ ενωρίτερα από μας, από το πλέον θρασύ καταπιεστικό σύστημα που εκπροσωπούσε ο Περέζ Χιμένεθ. Και λυπούμαστε ακόμα βαθιά γιατί η Βενεζουέλα δέχτηκε την αντιπροσωπεία μας με εκδηλώσεις μεγάλης φιλίας, όταν την επισκέφτηκε ο Φιντέλ Κάστρο στην αρχή, κι ο Πρόεδρος μας Ντορτικος μετά. Ένας λαός που κατάκτησε την υψηλή πολιτική συνείδηση και την μεγάλη αγωνιστική πίστη, σαν το λαό της Βενεζουέλας, δεν γίνεται να μείνει για πολύ αιχμάλωτος σε μερικές μπαγιονέτες ή και σε λίγες σφαίρες: σφαίρες και μπαγιονέτες μπορούν ν’ αλλάξουν χέρια κι οι δολοφόνοι να μεταβληθούν σε θύματα.

Δεν είναι ο ρόλος μου εδώ ν’ απαριθμήσω τα καθεστώτα, ούτε τα άθλια χτυπήματα που μας έδωσαν, ούτε και να ρίξω λάδι στη φωτιά της ανταρσίας. Δεν είναι ο ρόλος μου κατ’ αρχήν, γιατί η Κούβα δεν είναι ακόμα εκτός κινδύνου, αλλά και γιατί εξακολουθεί να παραμένει ο στόχος των ιμπεριαλιστών σ’ αυτή τη γωνία του κόσμου. Κι επί πλέον γιατί έχει ανάγκη από την αλληλεγγύη όλων μας. Είναι σίγουρο πως οι αποικιοκράτες τρόμαξαν, κι αυτοί επίσης, όπως κι όλοι φοβούνται τις μπόμπες και τα βλήματα. Διαπίστωσαν για πρώτη φορά πως οι καταστρεπτικές μπόμπες μπορούν να πέσουν στις φαρμες και στα παιδιά τους και σ’ όλα όσα έφτιαξαν με τόση αγάπη. Άρχισαν να κάνουν υπολογισμούς με τις ηλεκτρονικές τους μηχανές και είδαν πως το σύστημα δεν ήταν καλό. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως εγκαταλείψανε την ιδέα να εξαφανίσουν την κουβανέζικη δημοκρατία. Θα ξαναρχίσουν δραστήριους υπολογισμούς για να βρουν την καλύτερη μέθοδο απ’ όσες διαθέτουν, για να επιτεθούν ενάντια στην Κουβανέζικη Επανάσταση. Έχουν την μέθοδο Ιντιγκορας, την μέθοδο Νικαράγουα, την μέθοδο Αϊτής. Για την ώρα έχουν εγκαταλείψει την μέθοδο του Αγίου Δομίνικου, έχουν όμως εκείνη των μισθοφόρων της Φλωριδας, την μέθοδο Ο.Ε.Α. Διαθέτουν πολλές μέθοδες και πολλή δύναμη για να τις τελειοποιήσουν.

Ο πρόεδρος Αρμπεντζ και ο λαός του έκαναν το πείραμα. Δυστυχώς για τη Γουατεμάλα διέθετε ένα στρατό παλιού συστήματος και δεν είχε αντιληφτεί αρκετά πως η αλληλεγγύη των λαών μπορεί να ανατρέψει οποιαδήποτε επίθεση. Αυτή η αλληλεγγύη, που παραμερίζει όλες τις πολιτικές διχονοιες για να αμυνθει, υπήρξε μια από τις μεγάλες δυνάμεις στην δεδομένη στιγμή για την Κουβανέζικη Επανάσταση. Τολμω να πω, πως είναι καθήκον για την νεολαια της Αμερικής να μελετησει βαθιά αυτό που συμβαίνει εδώ γιατί είναι κάτι το τελείως καινούργιο. Δεν θέλω να σας πω ποια είναι τα καλά του, θα τα δείτε μόνοι σας.

Πως υπάρχουν πολλά άσκημα… το ξέρω. Ότι μας χρειάζεται πολύ η οργάνωση εδώ, το ξέρω. Και το ξέρετε ασφαλώς όλοι όσοι έχετε περάσει από τη Σιέρρα. Πως υπάρχει ακόμη «φιλανταρτισμος», το ξέρω. Ξέρω πως έχουμε τεραστία έλλειψη τεχνικών σε σχέση με τις ανάγκες μας. Ξέρω ότι ο στρατός μας δεν κατάκτησε ακόμα το επίπεδο της αναγκαίας ωριμότητας και πως οι εθνοφρουροί δεν είναι ακόμα επαρκώς συντονισμένοι για να συγκροτηθούν σε στρατό. Αλλά αυτό που ξέρω, αυτό που θέλω να ξέρετε όλοι σας, είναι ότι αυτή η Επανάσταση έγινε υπολογίζοντας πάντα στην από κοινού επιθυμία του κουβανέζικου λαού και πως ο κάθε χωρικός, ο κάθε εργάτης δεν χειρίζεται ίσως καλά το τουφέκι, αλλά ασκείται καθημερινά για να μάθει να το χειρίζεται τελειότερα, προκείμενου να υπερασπιστεί την Επανάσταση του. Κι αν δεν μπορεί για την ώρα να καταλάβει τον πολυσύνθετο μηχανισμό της λειτουργίας μιας μηχανής, που ο τεχνίτης της έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μελετά καθημερινά για να τον μάθει και για να δουλεύει καλύτερα το εργοστάσιο του. Και ο χωρικός θα μελετήσει το τρακτέρ του για να λύσει τις τεχνικές του δυσκολίες και να πετύχει καλύτερη παραγωγή στα χωράφια της κοοπερατίβας του. Όλοι οι Κουβανοί, των πόλεων και της υπαίθρου, ενωμένοι με μια αδελφική πνοή, προχωρούν στο μέλλον, ενωμένοι κάτω από μια κοινή σκέψη, κατευθυνόμενοι από έναν αρχηγό που τους εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί απόδειξε σε χίλιες μάχες και χίλιες ευκαιρίες το αίσθημα της θυσίας, της δύναμης και της διαύγειας της σκέψης του.

Ο λαός που έχετε σήμερα μπροστά σας, σας δηλώνει πως, ακόμα κι αν έπρεπε να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, ακόμα κι αν εξ αιτίας του επρόκειτο να εκραγεί ένας ατομικός πόλεμος του οποίου θα αποτελούσε τον πρώτο στόχο, ακόμα κι αν αυτό το νησί κι οι κάτοικοι του εξαφανίζονταν οριστικά, αυτός ο λαός θα εθεωρείτο απόλυτα ευτυχής και θα πίστευε πως είχε ανταμειφτεί, αν ο καθένας από σας επιστρέφοντας θα μπορούσε να πει:

Να μας. Το πετρέλαιο φτάνει ως εμάς υγρό από τα κουβανέζικα δάση. Ανεβήκαμε στη Σιέρρα Μαέστρο και γνωρίσαμε την αυγή. Το μυαλό και τα χέρια μας είναι γεμάτα από τους σπόρους της αυγής κι είμαστε έτοιμοι να τους σπείρουμε σ’ αυτήν εδώ τη γη και να την υπερασπιστούμε για να φέρει τους καρπούς της. Και απ’ όλες τις αδελφές χώρες της Αμερικής, της γης μας, αν έχει μείνει ακόμη το παράδειγμα, η φωνή των λαών θ’ απαντήσει από τώρα κι έπειτα και για πάντα: «Αμήν! Έτσι να κατακτηθεί η λευτεριά σε κάθε πατουσια της Αμερικής».

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, 28 Ιουλίου 1960.

Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.

Αλέιδα Μαρτς (Aleida March)

Η Αλέιδα Μαρτς ντε λα Τόρε, γεννηθείσα το 1937 στην Κούβα, είναι η δεύτερη σύζυγος του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και μητέρα της Αλέιδα Γκεβάρα. Υπήρξε μέλος του επαναστατικού στρατού του Φιντέλ Κάστρο και μετέπειτα εργάστηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας του Γκεβάρα. Παντρεύτηκαν το 1959 (Μάρτιο η Ιούνιο) σε τελετή που έλαβε χώρα στις στρατιωτικές φυλακές της Λα Καμπάνια.

Η Αλέιδα και ο Τσε έγιναν γονείς τεσσάρων παιδιών: της Αλέιδα, του Καμίλο, της Σέλια και του Ερνέστο. Η ίδια έχει γράψει το βιβλίο «Αναμνήσεις: η ζωή με τον Τσε» (Evocacion), όπου περιγράφει τη γνωριμία της με τον επαναστάτη και την περίοδο του γάμου τους, δίνοντας μιά άλλη όψη: αυτή του συντρόφου, συζύγου και πατέρα Γκεβάρα.

Διαβάστε: Γράμματα στην Αλέϊδα.

Ο Τσε στην Παλαιστίνη / Che in Palestine

Κλικ γιά μεγέθυνση

Φωτογραφία του Τσε στη λωρίδα της Γάζας της Παλαιστίνης το 1959. Ως εκπρόσωπος της Επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Γκεβάρα επισκέπτηκε τους καταυλισμούς παλαιστινίων προσφύγων μεταφέροντας μήνυμα αλληλεγγύης και στήριξης στον παλαιστινιακό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

(Ευχαριστούμε το blog Sibilla-Σίβυλλα γιά την επισήμανση της ιστορικής φωτογραφίας)

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Τρίτο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Σχετικά με το νόμο της αξίας.

Υπάρχει μια βαθιά διαφωνία (τουλάχιστον στην αυστηρότητα των χρησιμοποιούμενων όρων) ανάμεσα στην αντίληψη του νόμου της αξίας και τη δυνατότητα της συνειδητής χρήσης του, έτσι όπως τη θέτουν οι υπερασπιστές του οικονομικού ελέγχου και στην αντίληψη που έχουμε εμείς.

Το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας λέει:

«Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον καπιταλισμό, όπου ο νόμος της αξίας λειτουργεί σαν δύναμη τυφλή και αυθόρμητη, που επιβάλλεται στους ανθρώπους, η σοσιαλιστική οικονομία έχει συνείδηση του νόμου της αξίας, το κράτος τον λαβαίνει υπ’ όψη του και τον χρησιμοποιεί στην πράξη της σχεδιοποιημένης διεύθυνσης της οικονομίας».

«Η γνώση της δράσης του νόμου της αξίας και η σωστή χρησιμοποίησή του βοηθούν αναγκαστικά τους καθοδηγητές της οικονομίας στην ορθολογική διοχέτευση της παραγωγής, στη συστηματική βελτίωση των μεθόδων εργασίας και στη χρησιμοποίηση των μη εμφανών εφεδρειών για καλύτερη και περισσότερη παραγωγή».

Οι υπογραμμισμένες από εμάς λέξεις δείχνουν το πνεύμα των παραγράφων.

Ο νόμος της αξίας θα λειτουργεί σαν τυφλή, αλλά γνωστή δύναμη και ως εκ τούτου χειραγωγήσιμη ή χρησιμοποιήσιμη από τον άνθρωπο.

Ο νόμος όμως αυτός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

 
 

1. Καθορίζεται από την ύπαρξη μιας εμπορευματικής κοινωνίας.2. Τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να μετρηθούν από τα πριν, αλλά αντανακλούν στην αγορά, όπου παραγωγοί και καταναλωτές ανταλλάσσουν.

3. Εχει συνοχή σ’ ένα σύνολο που περιλαμβάνει τις παγκόσμιες αγορές και οι αλλαγές και οι διαστρεβλώσεις σε ορισμένους κλάδους της παραγωγής αντανακλώνται στο συνολικό αποτέλεσμα.

4. Με την ιδιότητά του ως οικονομικού νόμου δρα ουσιαστικά σαν τάση και, στις μεταβατικές περιόδους, θα πρέπει λογικά να τείνει προς την εξαφάνιση.

Μερικές παραγράφους πιο κάτω το εγχειρίδιο τονίζει:

«Το σοσιαλιστικό κράτος χρησιμοποιεί το νόμο της αξίας πραγματοποιώντας τον έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μέσω του οικονομικού και πιστωτικού συστήματος».

«Ο έλεγχος πάνω στο νόμο της αξίας και η χρησιμοποίησή του σε συμφωνία με ένα σχέδιο αποτελούν τεράστιο πλεονέκτημα του σοσιαλισμού πάνω στον καπιταλισμό. Χάρη στον έλεγχο πάνω στο νόμο της αξίας η δράση του στη σοσιαλιστική οικονομία δε συμβαδίζει με την κατασπατάληση της κοινωνικής εργασίας που είναι σύμφυτο φαινόμενο με την αναρχία της παραγωγής, συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού».

«Ο νόμος της αξίας και οι κατηγορίες που σχετίζονται με αυτόν – το χρήμα, η τιμή, το εμπόριο, η πίστη, τα οικονομικά – χρησιμοποιούνται με επιτυχία στην ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες προς το συμφέρον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, στη διαδικασία της σχεδιασμένης διεύθυνσης της εθνικής οικονομίας».

Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε ακριβές, μόνο συσχετίζοντάς το με τη συνολική ποσότητα αξιών που παράγονται για την άμεση χρήση από τον πληθυσμό και τα αντίστοιχα διαθέσιμα αποθέματα για την απόκτησή τους, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε καπιταλιστής υπουργός Οικονομικών με κάποια σχετικά ισορροπημένα κονδύλια.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλες οι επιμέρους διαστρεβλώσεις του νόμου είναι δυνατές.

Παρακάτω:

«Η εμπορευματική παραγωγή, ο νόμος της αξίας και το χρήμα δεν θα εξαφανιστούν παρά μόνο όταν φτάσει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν δυνατή την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε το νόμο της αξίας και τις εμπορευματονομισματικές σχέσεις στη διάρκεια της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας».

Γιατί να «αναπτύξουμε»;

Κατανοούμε ότι για ένα χρονικό διάστημα οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούνται και ότι το διάστημα αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί από πριν. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όμως της μεταβατικής περιόδου είναι αυτά μιας κοινωνίας που σπάει τα παλιά δεσμά της για να μπει γρήγορα στο καινούργιο στάδιο. Η τάση πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μας, η εξάλειψη όσο το δυνατό πιο σθεναρά των παλιών κατηγοριών, όπως η αγορά, το χρήμα και ως εκ τούτου ο μοχλός του υλικού κινήτρου ή – για να το πούμε καλύτερα – οι συνθήκες που προκαλούν την ύπαρξή του. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη κοινωνία είναι ένα είδος ιστορικού ατυχήματος και ότι οι ηγέτες, για να επανορθώσουν το σφάλμα, πρέπει να αφιερωθούν στην εμπέδωση όλων των κατηγοριών που ενυπάρχουν στην ενδιάμεση κοινωνία, αφήνοντας μονάχα σαν βάσεις της καινούργιας κοινωνίας την κατανομή των εσόδων ανάλογα με την εργασία και την τάση εξάλειψης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, σαν παράγοντας της ανάπτυξης της γιγάντιας συνειδησιακής αλλαγής που είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το μεταβατικό στάδιο, αλλαγής που θα πρέπει να συντελείται με την πολύμορφη δράση όλων των καινούργιων σχέσεων, τη διαπαιδαγώγηση και τη σοσιαλιστική ηθική, όταν λάβουμε υπόψη μας την ατομικιστική νοοτροπία που το άμεσο υλικό κίνητρο δημιουργεί στη συνείδηση, φρενάροντας την ανάπτυξη του ανθρώπου σαν κοινωνικού όντος.

 
 

Για να συνοψίσουμε τις διαφωνίες μας:Θεωρούμε το νόμο της αξίας σαν μερικά υπαρκτό, εξαιτίας των υπολειμμάτων της εμπορευματικής κοινωνίας που παραμένουν και που αντανακλώνται στον τύπο ανταλλαγής που πραγματοποιείται ανάμεσα στο κράτος – προμηθευτή και τον καταναλωτή. Πιστεύουμε ότι ειδικά σε μια κοινωνία με πολύ ανεπτυγμένο εξωτερικό εμπόριο, όπως η δική μας, ο νόμος της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να αναγνωριστεί σαν ένα γεγονός που κυριαρχεί στις εμπορικές σχέσεις, ακόμα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αναγνωρίζουμε την ανάγκη να περάσει αυτό το εμπόριο σε μορφές πιο αναπτυγμένες στις χώρες της καινούργιας κοινωνίας, εμποδίζοντας να γίνουν βαθύτερες οι διαφορές ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες και τις πιο καθυστερημένες με την εμπορική ανταλλαγή. Με άλλα λόγια πρέπει να βρούμε εμπορικούς τύπους που να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση βιομηχανικών επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμα και αν έρθουμε σε αντίθεση με τα συστήματα τιμών που υπάρχουν στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, πράγμα που θα επιτρέψει την όσο το δυνατό περισσότερο ισόμετρη πρόοδο ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου με φυσικές συνέπειες τον περιορισμό των ανωμαλιών και την πρόσδοση μιας συνοχής στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. (Η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στην Κούβα και την ΕΣΣΔ είναι ένα δείγμα για το τι μπορεί να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση). Αρνιόμαστε τη δυνατότητα της συνειδητής χρησιμοποίησης του νόμου της αξίας, στηριζόμενη στη μη ύπαρξη μιας ελεύθερης αγοράς που να εκφράζει αυτόματα την αντίθεση ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, αρνιόμαστε την ύπαρξη κατηγορίας εμπορευμάτων στη σχέση ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις και θεωρούμε όλους τους οργανισμούς τμήμα της ενιαίας μεγάλης επιχείρησης που είναι το κράτος (παρόλο που στην πράξη δε συμβαίνει ακόμη αυτό στη χώρα μας). Ο νόμος της αξίας και το πλάνο είναι δύο όροι που συνδέονται από μιαν αντίθεση και τη λύση της. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός είναι ο τρόπος ύπαρξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η κατηγορία που την ορίζει και το σημείο όπου η συνείδηση του ανθρώπου κατορθώνει επιτέλους να συνθέσει και να κατευθύνει την οικονομία προς το στόχο της, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου όντος μέσα στα πλαίσια της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Γιά τη διαμόρφωση των τιμών.

Στη θεωρία της διαμόρφωσης των τιμών έχουμε πάλι σοβαρές διαφωνίες. Στην αυτοδιαχείριση οι τιμές διαμορφώνονται «λαβαίνοντας υπόψη το νόμο της αξίας», αλλά δε μας εξηγούν (απ’ όσο ξέρουμε τουλάχιστον) ποια έκφραση του νόμου της αξίας εφαρμόζεται. Ξεκινούν από την κοινωνικά αναγκαία εργασία για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, αλλά παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η κοινωνικά αναγκαία εργασία είναι μια οικονομικοϊστορική και άρα μεταβλητή έννοια, όχι μονάχα σε τοπικό επίπεδο (ή εθνικό), αλλά και σε παγκόσμιους ακόμη όρους. Οι συνεχείς πρόοδοι της τεχνολογίας, συνέπεια του ανταγωνισμού στον καπιταλιστικό κόσμο, περιορίζουν το κόστος της αναγκαίας εργασίας και ως εκ τούτου την αξία του προϊόντος. Μια κλειστή κοινωνία μπορεί να αγνοεί τις αλλαγές για ένα ορισμένο διάστημα, αλλά είναι υποχρεωμένη πάντα να επιστρέφει σε αυτές τις διεθνείς σχέσεις για να συγκρίνει την αξία της. Αν μια δοσμένη κοινωνία τις αγνοήσει για μακρόχρονο διάστημα, χωρίς να αναπτύξει καινούργιες και σωστές μορφές που θα τις αντικαταστήσουν, θα δημιουργήσει εσώτερες αλληλεπιδράσεις που θα εκφράσουν το δικό της σχήμα αξίας που θα έχει συνέπεια με τον εαυτό του, αλλά θα είναι αντίθετο με τις τάσεις της πιο αναπτυγμένης τεχνικής (όπως το ατσάλι και τα πλαστικά είδη). Αυτό μπορεί να προκαλέσει αρκετά σημαντικές σχετικές καθυστερήσεις και -όπως και να ‘χει το πράγμα- τέτοιες διαστρεβλώσεις του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα που δε θα μπορούν πια οι οικονομίες να συγκριθούν μεταξύ τους.

Ο φόρος κυκλοφορίας είναι μια μετρήσιμη εικονικότητα που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν καθορισμένα επίπεδα αποδοτικότητας, υψώνοντας την τιμή του προϊόντος για τον καταναλωτή με τέτοιο τρόπο, ώστε η προσφορά προϊόντος και η ποσότητα της φερέγγυας ζήτησης να εξισωθούν. Πιστεύουμε ότι αυτό επιβάλλεται από το σύστημα, αλλά δεν αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα και εργαζόμαστε με φόρμουλες που λαμβάνουν υπόψη τους όλες αυτές τις πλευρές.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.

Discurso al recibir el doctorado honoris causa de la Universidad Central de las Villas

28 de diciembre de 1959.

Queridos compañeros, nuevos colegas del Claustro y viejos colegas de la lucha por la libertad de Cuba: tengo que puntualizar como principio de estas palabras que solamente acepto el título que hoy se me ha conferido, como un homenaje general a nuestro ejército del pueblo. No podría aceptarlo a título individual por la sencilla razón de que todo lo que no tenga un contenido que se adapte solamente a lo que quiere decir, no tiene valor en la Cuba nueva; y cómo podría aceptar yo personalmente, a título de Ernesto Guevara, el grado de Doctor Honoris Causa de la Facultad de Pedagogía, si toda la pedagogía que he ejercido ha sido la pedagogía de los campamentos guerreros, de las malas palabras, del ejemplo feroz, y creo que eso no se puede convertir de ninguna manera en un toga; por eso sigo con mi uniforme del Ejército Rebelde aunque puedo venir a sentarme aquí, a nombre y representación de nuestro ejército, dentro del Claustro de Profesores. Pero al aceptar esta designación, que es un honor para todos nosotros, quería también venir a dar nuestro homenaje, nuestro mensaje de ejército del pueblo y de ejército victorioso.

Una vez a los alumnos de este Centro les prometí una pequeña charla en la que expusiera mis ideas sobre la función de la Universidad; el trabajo, el cúmulo de acontecimientos, nunca me permitió hacerlo, pero hoy voy a hacerlo, amparado ahora, además, en mi condición de Profesor Honoris Causa.

Y, ¿qué tengo que decirle a la Universidad como artículo primero, como función esencial de su vida en esta Cuba nueva? Le tengo que decir que se pinte de negro, que se pinte de mulato, no sólo entre los alumnos, sino también entre los profesores; que se pinte de obrero y de campesino, que se pinte de pueblo, porque la Universidad no es el patrimonio de nadie y pertenece al pueblo de Cuba, y si este pueblo que hoy está aquí y cuyos representantes están en todos los puestos del Gobierno, se alzó en armas y rompió el dique de la reacción, no fue porque esos diques no fueron elásticos, no tuvieron la inteligencia primordial de ser elásticos para poder frenar con esta elasticidad el impulso del pueblo, y el pueblo que ha triunfado, que está hasta malcriado en el triunfo, que conoce su fuerza y se sabe arrollador, está hoy a las puertas de la Universidad, y la Universidad debe ser flexible, pintarse de negro, de mulato, de obrero, de campesino, o quedarse sin puertas, y el pueblo la romperá y él pintará la Universidad con los colores que le parezca.

Ese es el mensaje primero, es el mensaje que hubiera querido decir los primeros días después de la victoria en las tres Universidades del país, pero que solamente pude hacer en la Universidad de Santiago, y si me pidieran un consejo a fuer de pueblo, de Ejército Rebelde y de profesor de Pedagogía, diría yo que para llegar al pueblo hay que sentirse pueblo, hay que saber qué es lo que quiere, qué es lo que necesita y qué es lo que siente el pueblo. Hay que hacer un poquito de análisis interior y de estadística universitaria y preguntar cuántos obreros, cuántos campesinos, cuántos hombres que tienen que sudar ocho horas diarias la camisa están aquí en esta Universidad, y después de preguntarse eso hay que preguntarse también, recurriendo al autoanálisis, si este Gobierno que hoy tiene Cuba representa o no representa la voluntad del pueblo. Y si esa respuesta fuera afirmativa, si realmente este Gobierno representa la voluntad del pueblo, habría que preguntarse también: este Gobierno que representa la voluntad del pueblo en esta Universidad, ¿dónde está y qué hace? Y entonces veríamos que desgraciadamente el Gobierno que hoy representa la mayoría casi total del pueblo de Cuba no tiene voz en las universidades cubanas para dar su grito de alerta, para dar su palabra orientadora, y para expresarlo sin intermedios, la voluntad, los deseos y la sensibilidad del pueblo.

La Universidad Central de Las Villas dio un paso al frente para mejorar estas condiciones y cuando fue a realizar su forum sobre la Industrialización, recurrió, sí, a los industriales cubanos, pero recurrió al Gobierno también, nos preguntó nuestra opinión y la opinión de todos los técnicos de los organismos estatales y paraestatales, porque nosotros estamos haciendo -lo podemos decir sin jactancia- en este primer año de la Liberación, mucho más de lo que hicieron los otros gobiernos, pero además, mucho más de lo que hizo eso que pomposamente se llama la «libre empresa», y por eso como Gobierno tenemos derecho a decir que la industrialización de Cuba, que es consecuencia directa de la Reforma Agraria, se hará por y bajo la orientación del Gobierno Revolucionario, que la empresa privada tendrá, naturalmente, una parte considerable en esta etapa de crecimiento del país, pero quien sentará las pautas será el Gobierno, y lo será por méritos propios, lo será porque levantó esa bandera respondiendo quizás al impulso más íntimo de las masas, pero no respondiendo a la presión violenta de los sectores industriales del país. La industrialización y el esfuerzo que conlleva es hijo directo del Gobierno Revolucionario, por eso lo orientará y lo planificará. De aquí han desaparecido para siempre los préstamos ruinosos del llamado Banco de Desarrollo, por ejemplo, que prestaba 16 millones a un industrial y este ponía 400 mil pesos, y estos son datos exactos, y esos 400 mil pesos no salían tampoco de su bolsillo, salían del 10 por ciento de la comisión que le daban los vendedores por la compra de las maquinarias, y ese señor que ponía 400 mil pesos cuando el Gobierno había puesto 16 millones, era el dueño absoluto de esa empresa y como deudor del Gobierno, pagaba plazos cómodos y cuando le conviniera. El Gobierno salió a la palestra y se niega a reconocer ese estado de cosas, reclama para sí esa empresa que se ha formado con el dinero del pueblo y dice bien claro que si la «libre empresa» consiste en que algunos aprovechados gocen del dinero completo de la nación cubana, este Gobierno está contra la «libre empresa», siempre que esté supeditada a una planificación estatal, y como hemos entrado ya en este escabroso terreno de la planificación, nadie más que el Gobierno Revolucionario que planifica el desarrollo industrial del país de una punta a la otra, tiene derecho a fijar las características y la cantidad de los técnicos que necesitará en un futuro para llenar las necesidades de esta nación, y por lo menos debe oírse al Gobierno Revolucionario cuando dice que necesita nada más que determinado número de abogados o de médicos, pero que necesita cinco mil ingenieros y 15 mil técnicos industriales de todo tipo, y hay que formarlos, hay que salir a buscarlos, porque es la garantía de nuestro desarrollo futuro.

Hoy estamos trabajando con todo el esfuerzo por hacer de Cuba una Cuba distinta, pero este profesor de Pedagogía que está aquí no se engaña y sabe que de profesor de Pedagogía tiene tanto como de Presidente del Banco Central, y que si tiene que realizar una u otra tarea es porque las necesidades del pueblo se lo demandan, y eso no se hace sin sufrimiento mismo para el pueblo, porque hay que aprender en cada caso, hay que trabajar aprendiendo, hay que hacer borrar al pueblo el error, porque uno está en un puesto nuevo, y no es infalible, y no nació sabiendo, y como este Profesor que está aquí fue un día médico y por imperio de las circunstancias tuvo que tomar el fusil, y se graduó después de dos años como comandante guerrillero, y se tendrá luego que graduar de Presidente de Banco o Director de Industrialización del país, o aún quizás de profesor de Pedagogía, quiere este médico, comandante, presidente y profesor de Pedagogía, que se prepare la juventud estudiosa del país, para que cada uno en el futuro inmediato, tome el puesto que le sea asignado, y lo tome sin vacilaciones y sin necesidad de aprender por el camino, pero también quiere este profesor que está aquí, hijo del pueblo, creado por el pueblo, que sea este mismo pueblo el que tenga derecho también a los beneficios de la enseñanza, que se rompan los muros de la enseñanza, que no sea la enseñanza simplemente el privilegio de los que tienen algún dinero, para poder hacer que sus hijos estudien, que la enseñanza sea el pan de todos los días del pueblo de Cuba.

Y es lógico; no se me ocurriría a mí exigir que los señores profesores o los señores alumnos actuales de la Universidad de Las Villas realizaran el milagro de hacer que las masas obreras y campesinas ingresaran en la Universidad. Se necesita un largo camino, un proceso que todos ustedes han vivido, de largos años de estudios preparatorios. Lo que sí pretendo, amparado en esta pequeña historia de revolucionario y de comandante rebelde, es que comprendan los estudiantes de hoy de la Universidad de Las Villas que el estudio no es patrimonio de nadie, y que la Casa de Estudios donde ustedes realizan sus tareas no es patrimonio de nadie, pertenece al pueblo entero de Cuba, y al pueblo se la darán o el pueblo la tomará, y quisiera, porque inicié todo este ciclo en vaivenes de mi carrera como universitario, como miembro de la clase media, como médico que tenía los mismos horizontes, las mismas aspiraciones de la juventud que tendrán ustedes, y porque he cambiado en el curso de la lucha, y porque me he convencido de la necesidad imperiosa de la Revolución y de la justicia inmensa de la causa del pueblo, por eso quisiera que ustedes, hoy dueños de la Universidad, se la dieran al pueblo. No lo digo como amenaza para que mañana no se la tomen, no; lo digo simplemente porque sería un ejemplo más de los tantos bellos ejemplos que se están dando en Cuba, que los dueños de la Universidad Central de Las Villas, los estudiantes, la dieran al pueblo a través de su Gobierno Revolucionario. Y a los señores profesores, mis colegas, tengo que decirles algo parecido: hay que pintarse de negro, de mulato, de obrero y de campesino; hay que bajar al pueblo, hay que vibrar con el pueblo, es decir, las necesidades todas de Cuba entera. Cuando esto se logre nadie habrá perdido, todos habremos ganado y Cuba podrá seguir su marcha hacia el futuro con un paso más vigoroso y no tendrá necesidad de incluir en su Claustro a este médico, comandante, presidente de Banco y hoy profesor de pedagogía que se despide de todos.

Source: El Marxists Internet Archive.

Συνέντευξη της Αλέιδα Γκεβάρα στο «Ριζοσπάστη»

Συνέντευξη στο Γιώργο Μουσγά. Μετάφραση από τη Δέσποινα Μάρκου.

«Είμαι γιατρός στο παιδιατρικό νοσοκομείο Ουίλιαμ Σολέρο της Κούβας. Είμαι 40 χρονών και έχω δυο κόρες. Είμαι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας και υπήρξα διεθνίστρια γιατρός. Δούλεψα δυο χρόνια στη Νικαράγουα και ένα χρόνο στην Αγκόλα». Αυτή είναι η ιστορία της ζωής της όπως λέει η ίδια η Αλέιδα Γκεβάρα – Μαρτς, που βρέθηκε στη χώρα μας με αφορμή το Ευρωπαϊκό Συνέδριο Αλληλεγγύης προς την Κούβα που έγινε στη Θεσσαλονίκη στις 13-14 Οκτώβρη 2001.

Οι διαλέξεις της τράβηξαν το ενδιαφέρον του Τύπου ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κλήθηκε να σχολιάσει ή να συγκρίνει τον πατέρα της με τον Μπιν Λάντεν. Χωρίς περιστροφές χαρακτήρισε ανόητες τέτοιες συγκρίσεις και τις θεώρησε προσβολή τόσο για τον ίδιο τον Τσε αλλά και ασέβεια για τους αραβικούς λαούς, που σέβονται τον πατέρα της. Κάθε φορά θύμιζε τη θέση της Κούβας ότι είναι κατά της τρομοκρατίας συμπληρώνοντας: «Εμείς υπήρξαμε θύματα τρομοκρατίας και βιολογικού πολέμου και δε θέλουμε να υποστούν το ίδιο κι άλλοι λαοί». Και τόνιζε: «Λέμε και ΟΧΙ στον πόλεμο γιατί είναι άδικος και βάναυσος και δεν μπορεί να διαλύσει έναν πολιτισμό και ένα λαό».

Η συζήτηση με την Αλ. Γκεβάρα – Μαρτς ξεκίνησε με τα «Ερνεστάκια», μια μπριγάδα παιδιών στην ανατολική Κούβα, που την επισκέπτεται συχνά. Σε αυτή την μπριγάδα μπορούν να πάρουν μέρος οι καλύτεροι μαθητές. Οταν τελειώνουν τα μαθήματά τους πηγαίνουν εθελοντικά και μαζεύουν καφέ. «Μια μέρα ήρθε μια πιτσιρίκα και με ρώτησε: «Θα θυμώσεις αν σου πω ότι ο μπαμπάς σου είναι και δικός μου μπαμπάς;» Της απάντησα λοιπόν: «Ασφαλώς και δε θυμώνω καθόλου γι’ αυτό. Αντίθετα χαίρομαι που τον μοιράζομαι μαζί σου». Και εκείνη μου απάντησε: «Εγώ πάντα λέω ότι είναι και δικός μου πατέρας». Είναι πραγματικά μια πολύ μεγάλη αγάπη που έχουν τα παιδιά στον Τσε».

ΕΡ: Εχει εξατμιστεί το άρωμα της Επανάστασης για τους νέους της Κούβας;

ΑΛΕΙΔΑ: Οχι γιατί ακριβώς γι’ αυτό δουλεύουμε. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια διαδικασία για το ανέβασμα του πολιτιστικού επιπέδου του λαού, προσπαθώντας να βρούμε τρόπους επικοινωνίας με τους πιο νέους ανθρώπους. Κάναμε πραγματικά μια πολύ μεγάλη επένδυση και καταφέραμε να κλείσουμε μια συμφωνία με την Κίνα για να αγοράσουμε βίντεο και τηλεοράσεις έτσι ώστε σε όλα ανεξαιρέτως τα σχολεία να υπάρχει μια τηλεόραση για είκοσι ή τριάντα παιδιά. Γύρω στο μεσημέρι η κουβανική τηλεόραση έχει ένα ειδικό πρόγραμμα για τα παιδιά.

Αυτό κάνει και τα μαθήματα πιο ενδιαφέροντα και αρέσει και στο παιδί. Πρόσφατα κάναμε και μια αγορά κομπιούτερ νέας γενιάς έτσι σε όλα τα σχολεία της χώρας να υπάρχουν κομπιούτερς και τα παιδάκια των πέντε χρονών απ’ το νηπιαγωγείο να μπορούν να μάθουν κομπιούτερ. Στα πιο απομακρυσμένα μέρη έχουν δημιουργηθεί κέντρα κομπιούτερ, έτσι ώστε μικρά παιδιά και νεολαίοι να μπορούν να πάνε και να ασχολούνται με τα κομπιούτερ. Απ’ την άλλη μεριά γίνεται μεγάλη κοινωνική δουλιά με τους νέους που έχουν προετοιμαστεί και διαπαιδαγωγηθεί γι’ αυτό, ώστε να εντοπίζουν πού υπάρχουν τα κοινωνικά προβλήματα και να ξέρει το κράτος από πού να ξεκινήσει για την επίλυση αυτών των προβλημάτων. Ετσι ώστε οι νέοι άνθρωποι ή οι έφηβοι να μην έχουν κακή κοινωνική συμπεριφορά.

Είναι μια πραγματικά φιλόδοξη δουλιά που αρχίσαμε να κάνουμε και που δίνει αποτελέσματα. Απ’ τη μια μεριά δίνεις δυνατότητες να αναπτυχθούν τα παιδιά και απ’ την άλλη προσπαθείς να βοηθήσεις τις οικογένειες εκείνες που έχουν ανάγκες, έτσι ώστε στην κοινωνία μας να έχουν όλοι το ίδιο κοινωνικό επίπεδο. Αυτό δεν το έχουμε καταφέρει τελείως αλλά δουλεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Το βασικό είναι να δίνουμε κίνητρα στους νέους για να δουλεύουν και να νιώθουν χρήσιμοι, να τους προετοιμάζουμε και να τους διαπαιδαγωγούμε στον πολιτιστικό τομέα ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε γίνεται στον κόσμο. Ετσι καταφέρνουμε να συνειδητοποιηθεί ο κόσμος. Είναι βεβαίως μια καθημερινή δουλιά που δεν πρέπει να σταματάει ποτέ. Βελτιώσαμε κάποια πράγματα και την άλλη μέρα ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα που πρέπει να βελτιώσουμε. Η προσπάθεια είναι συνεχής.

Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό ενδιαφέρον απ’ το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας και από την κυβέρνηση της χώρας έτσι ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να χάσουν οι νέοι το ενδιαφέρον τους για την επανάσταση.

ΕΡ: Σε ποια κατάσταση βρίσκεται η Κούβα, καθώς συνεχίζεται ο αποκλεισμός από τις ΗΠΑ;

ΑΛΕΙΔΑ: Αυτή τη στιγμή η Κούβα έχει οικονομικές ελλείψεις. Επίσης ο πόλεμος και όλο αυτό το στρατιωτικό θέμα που έχει ξεκινήσει στο Αφγανιστάν είχε ήδη την επίδρασή του και στην Κούβα.

ΕΡ: Πώς έγινε αυτό;

ΑΛΕΙΔΑ: Μειώθηκε ο τουρισμός, καθώς ο κόσμος φοβάται να ταξιδέψει με αεροπλάνο. Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί ελλείψεις στην οικονομία μας. Εχουμε ήδη ελλείψεις στα φάρμακα, στα τρόφιμα και στα ρούχα. Φυσικά αν κανείς συγκρίνει την Κούβα του 1992 με την Κούβα του 2001, η διαφορά είναι σημαντική.

ΕΡ: Γιατί;

ΑΛΕΙΔΑ: Εχουμε βελτιωθεί οικονομικά και κοινωνικά είμαστε ήρεμοι. Ομως αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε ευχαριστημένοι. Ο αποκλεισμός εξακολουθεί να λειτουργεί. Είναι μια μορφή τρομοκρατίας ενάντια στον κουβανικό λαό. Είναι πραγματικά μια αδικία που συντελείται σε βάρος αυτού του λαού.

Υπάρχουν και πράγματα που πρέπει να βελτιώσουμε στο εσωτερικό. Πετύχαμε βελτίωση στην εκμετάλλευση του χρόνου εργασίας. Αντιμετωπίσαμε με επιτυχία τα προβλήματα εγκληματικότητας που είχαν εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Εχουμε, δηλαδή επιστρέψει στην πιο ομαλή περίοδο για την Κούβα σε αυτόν τον τομέα. Πρέπει να βελτιώσουμε την παραγωγή ζάχαρης. Φέτος η συγκομιδή της ζάχαρης ήταν πιο σταθερή. Ομως τα εργοστάσια ζάχαρης είναι πια παλιά και οδηγούν σε ακριβή παραγωγή. Αυτή τη στιγμή προσπαθούμε να αλλάξουμε την τεχνολογία αυτών των εργοστασίων. Αυτό όμως χρειάζεται χρόνο και χρήμα, αλλά σε αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε.

Σε γενικές γραμμές η ζωή στην Κούβα είναι αρκετά σταθερή αλλά φιλοδοξούμε να βελτιώσουμε ακόμα πιο πολύ την οικονομία και νομίζουμε ότι προς αυτή την κατεύθυνση κάνουμε πράγματα που έχουν ενδιαφέρον. Θα μας βοηθήσει πολύ το νικέλιο, και η αναπτυγμένη βιομηχανία στον τομέα της ενέργειας, που δουλεύει με ό,τι έχει σχέση με τη χημεία.

Λόγω του αποκλεισμού, η καθημερινή ζωή είναι πολύ ακριβή.

ΕΡ: Τα νέα οικονομικά μέτρα δεν οδηγούν σε κοινωνικές διαφοροποιήσεις;

ΑΛΕΙΔΑ: Δυστυχώς παρουσιάστηκε αυτή η κοινωνική διαφοροποίηση. Είναι επόμενο ότι δε ζει με τον ίδιο τρόπο αυτός που κερδίζει δολάρια με αυτόν που δεν έχει δολάρια. Αλλά γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η βελτίωση της οικονομίας. Αν η βασική οικονομία της οικογένειας είναι σε ίσο επίπεδο και είναι ικανοποιητική, τότε για μένα είναι αδιάφορο αν εσείς πληρώνεστε σε δολάρια ή όχι. Δεν έχει πια καμιά σημασία. Γι’ αυτό αγωνιζόμαστε να ανεβάσουμε και να αυξήσουμε την οικονομία μας, έτσι ώστε να μην υπάρχει αυτή η σημαντική διαφορά όταν εγώ έχω ξένο συνάλλαγμα και εσείς όχι.

Η πολιτική του κουβανικού κράτους είναι να μειώσει στον ελάχιστο βαθμό τις ατομικές δουλιές. Ο άνθρωπος σκέφτεται όπως ζει. Είναι λοιπόν σημαντικό να μην πηγαίνουν οι Κουβανοί στις ατομικές δουλιές αλλά να νιώθουν κοινωνικά χρήσιμοι. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπει κανείς τη ζωή. Αν για παράδειγμα εσείς είστε ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου είναι φυσικό να ενδιαφέρεστε για το μαγαζί σας και την τσέπη σας. Αν όμως είστε διευθυντής ενός κρατικού εστιατορίου σάς ενδιαφέρει να έχετε την καλύτερη δυνατή υπηρεσία προς το λαό -όχι για το προσωπικό σας κέρδος – αλλά για την κοινωνική ικανοποίηση. Αυτό λοιπόν είναι σημαντικό για τον τρόπο σκέψης.

Το κουβανικό κράτος προσπαθεί απ’ τη μια να ανεβάσει την οικονομία ώστε να «λιμαριστούν» και να αμβλυνθούν αυτές οι κοινωνικές διαφορές που δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του 1990.

ΕΡ: Θα αντέξει η Κούβα – ιδιαίτερα μετά τον Φιντέλ Κάστρο;

ΑΛΕΙΔΑ: Ο κουβανικός λαός – όσο μεγάλος, χαρισματικός και ευφυής κι αν είναι ο Φιντέλ Κάστρο – δε θα μπορούσε να αντισταθεί μόνο χάρη σ’ αυτόν. Πρέπει να υπάρχει μια κοινωνική συνείδηση και μια πολιτική διαπαιδαγώγηση.

Εγώ γεννήθηκα μαζί με την Επανάσταση και δεν μπορώ να ζήσω σε άλλο σύστημα. Είμαι ανίκανη να ζήσω σε άλλο σύστημα. Υπάρχουν πάρα πολλοί Κουβανοί σαν και μένα. Ετσι έχω την απόλυτη πεποίθηση ότι θα προχωρούμε μπροστά. Το 1996 οι ΗΠΑ ψήφισαν το νόμο Χελμς – Μπάρτον. Ολος ο κόσμος ξέρει την εξωτερική πλευρά αυτού του νόμου. Ομως αυτός ο νόμος έχει και μια εσωτερική πλευρά που ισχύει μόνο για την Κούβα και που λέει ότι αν αλλάξει το κοινωνικό της σύστημα οι ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να άρουν ή όχι τον αποκλεισμό.

Αν λοιπόν η Κούβα αλλάξει το κοινωνικό της σύστημα, επιτρέπεται στις ΗΠΑ να παραδώσουν στους πρώην ιδιοκτήτες τις παλιές ιδιοκτησίες. Αυτό σημαίνει ότι θα εκχωρηθούν οι σημερινοί παιδικοί σταθμοί, τα νοσοκομεία, τα Κέντρα των ηλικιωμένων, τα σχολεία. Είναι αδύνατον να τα δεχτεί αυτά ο κουβανικός λαός. Αυτό σημαίνει ότι οι ίδιες οι ΗΠΑ με το νόμο τους δε μας επιτρέπουν να αλλάξουμε κοινωνικό σύστημα, γιατί τότε θα χάσουμε όλα όσα έχουμε.

Ο κουβανικός λαός στη μεγάλη του πλειοψηφία δεν είναι κομμουνιστές. Είμαστε μόνο ένα εκατομμύριο κομμουνιστές. Ομως οι υπόλοιποι Κουβανοί είναι πατριώτες και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μάθαμε να ζούμε με αξιοπρέπεια και σήμερα η Κούβα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που λέει ΟΧΙ στις ΗΠΑ, κρατάει αυτό το ΟΧΙ και δεν τρέμει μπροστά σε τίποτε. Νομίζεις ότι θα δεχτούμε να το χάσουμε αυτό;

ΕΡ: Εσείς θα απαντήσετε.

ΑΛΕΙΔΑ: Είναι αδύνατο να το δεχτούμε. Αλλά ας πάρουμε και τη συναισθηματική πλευρά. Ο λαός μας είναι ένας ρομαντικός και πολύ τρυφερός λαός. Και από απλό σεβασμό ακόμα στον άνθρωπο εκείνο που έχει κάνει ό,τι ήταν δυνατόν για να κάνει καλύτερη τη ζωή του λαού, δε θα μπορούσαμε ποτέ να τον απογοητεύσουμε. Ετσι λοιπόν, απ’ οποιαδήποτε πλευρά κι αν το πάρεις, είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε αυτόν το δρόμο που επιλέξαμε. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση για τον κουβανικό λαό.

ΕΡ: Είναι ουτοπία να είσαι σήμερα κομμουνιστής;

ΑΛΕΙΔΑ: Οχι δεν είναι ουτοπία. Είναι αναγκαιότητα, τουλάχιστον για μας.

Αναδημοσίευση από το «Ριζοσπάστη», 21 Οκτωβρίου 2001.