Γκράνμα (πλοιάριο)

Το «Γκράνμα» (Granma) είναι το όνομα του σκάφους με το οποίο οι αντάρτες του Φιντέλ Κάστρο μεταφέρθηκαν (το 1956) απ’ το Μεξικό στις ακτές της Κούβας με σκοπό την  αρχή του ανταρτοπολέμου ενάντια στο καθεστώς του Μπατίστα. Το πλοιάριο είχε κατασκευαστεί το 1943, είχε μήκος 13,25 μέτρα, φάρδος 4,97 ενώ η κίνηση του πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια δύο εξακύλινδρων πετρελαιοκίνητων μηχανών Gray General τύπου 6Μ4. Πριν αγοραστεί για λογαριασμό των κουβανών ανταρτών ανήκε στον αμερικανό Ρόμπερτ Έρικσον και είχε πάρει το όνομα του απ’ το αγγλικό υποκοριστικό «granma» της λέξης «grandmother» (γιαγιά).

Η κανονική χωρητικότητα του πλοιαρίου ήταν περί τα 20 με 22 άτομα. Παρ’ όλα αυτά, στην αποστολή των ανταρτών του Κινήματος της 26ης Ιουλίου (Μ-26-7) μετείχαν 82 άνδρες οι οποίοι και επιβιβάστηκαν στο Γκράνμα. Μεταξύ αυτών, με την ιδιότητα του γιατρού, ήταν και ο Ερνέστο Γκεβάρα στον οποίο είχε δωθεί ο βαθμός του υπολοχαγού. Μάλιστα, ο Τσε αντιλήφθηκε αρκετές ώρες μετά τον απόπλου ότι είχε ξεχάσει τα φάρμακα και τη μάσκα του οξυγόνου (γιά το άσθμα) σε κυβώτια που τελικά δεν είχαν φορτωθεί στο πλοιάριο. Η κρίση άσθματος δεν άργησε να έρθει – την αντιμετώπισε όμως με υπομονή και κατάφερε να βοηθήσει και άλλους συνεπιβαίνοντες, ως γιατρός της αποστολής.

Το Γκράνμα σαλπάρησε τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου του 1956 από το λιμάνι Τούξπαν του Μεξικού. Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο η άφιξη του στην Κούβα θα πραγματοποιούταν σε συντονισμό με κινητοποιήσεις άλλων μελών του Κινήματος της 26ης Ιουλίου που δρούσαν στο νησί. Οι δυσμενείς όμως καιρικές συνθήκες και το υπερβολικό φορτίο είχαν ως αποτέλεσμα το πλοιάριο να προσαράξει στις ακτές τις Κούβας αρκετά καθυστερημένα και σε διαφορετικό από το προσυμφωνημένο σημείο.

Αρχιστράτηγος (Comandante) της αποστολής του Γκράνμα ήταν ο Φιντέλ, ενώ το γενικό επιτελείο αποτελούνταν από τους:

  • Φιντέλ Κάστρο Ρους

  • Χουάν Μανουέλ Μάρκες

  • Φαουστίνο Πέρες

  • Πάμπλο Ντίας

  • Φέλιξ Ελμούσα

  • Αρμάνδο Ουάου

  • Ερνέστο Γκεβάρα

  • Αντόνιο Λόπες

  • Χεσούς Ρέγιες

  • Κάνδιδο Γκονσάλες

  • Ονελίο Πίνο

  • Ρομπέρτο Ρόκε

  • Χεσούς Μοντανέ

  • Μάριο Ιδάλγο

  • Σέσαρ Γκόμες

  • Ρολάνδο Μόγια

Αρχηγοί αποσπασμάτων Εμπροσθοφυλακής: Χοσέ Σμιθ Κόμας, Κέντρου: Χουάν Αλμέιδα Βόσκε, Οπισθοφυλακής: Ραούλ Κάστρο.

Καθένα από τα τρία αποσπάσματα ήταν χωρισμένο σε τρεις διμοιρίες. Επικεφαλής των διμοιριών ήταν οι:

  • Οράσιο Ροδρίγκες

  • Χοσέ Πόνσε Ντίας

  • Χοσέ Ραμόν Μαρτίνες

  • Φερνάνδο Σάντσες Αμάγια

  • Αρτούρο Τσαμόντ

  • Νορμπέρτο Κογιάδο

  • Τζίνο Ντόνε

  • Χούλιο Ντίας

  • Ρενέ Μπέδια

Οι υπόλοιποι άντρες του πληρώματος:

  • Εβαρίστο Μόντες ντε Όκα

  • Εστέμπαν Σοτολόνγκο

  • Ανδρές Λουχάν

  • Χοσέ Φουέντες

  • Πάμπλο Ουρτάδο

  • Εμίλιο Αρμπεντόσα

  • Λουίς Κρέσπο

  • Ραφαέλ Τσάο

  • Ερνέστο Φερνάνδες

  • Αρμάνδο Μέστρε

  • Μιγκέλ Καμπάνιας

  • Εδουάρδο Ρέγιες

  • Μιγκέλ Σαβάδρα

  • Πέδρο Σότο

  • Αρσένιο Γκαρσία

  • Ισραέλ Καμπρέρα

  • Ουμπέρτο Λαμότε

  • Σαντιάγκο Ιρσέλ

  • Ενρίκε Κουέλες

  • Μάριο Τσάνες

  • Μανουέλ Ετσεβαρία

  • Φρανσίσκο Γκονσάλες

  • Μάριο Φουέντες

  • Νοέλιο Καπότε

  • Ραούλ Σουάρες

  • Γκαμπριέλ Χιλ

  • Λουίς Άρκο

  • Γκιγιέν Σελάγια

  • Καλίξτο Γκαρσία

  • Καλίξτο Μοράλες

  • Ρεϊνάλδο Μπενίτες

  • Ρενέ Ροδρίγκες

  • Κάρλος Μπερμούδες

  • Αντόνιο Νταρίο Λόπες

  • Όσκαρ Ροδρίγκες

  • Καμίλο Σιενφουέγος

  • Χιλμπέρτο Γκαρσία

  • Ρενέ Ρεϊνέ

  • Χάιμε Κόστα

  • Νορμπέρτο Γκοδόι

  • Ενρίκε Κάμαρα

  • Ραούλ Ντίας

  • Αρμάνδο Ροδρίγκες

  • Χοσέ Μοράν

  • Χεσούς Γκόμες

  • Φρανσίσκο Τσικόλα

  • Ουνιβέρσο Σάντσες

  • Εφιχένιο Αμεϊχέιρας

  • Ραμίρο Βαλδές

  • Νταβίδ Ρόγιος

  • Αρνάλδο Πέρες

  • Σίρο Ρεδόνδο

  • Ρολάνδο Σαντάνα

  • Ραμόν Μέχιας

Από το 1976, το πλοιάριο εκτείθεται σε ειδικό χώρο δίπλα στο Μουσείο της Επανάστασης στην Αβάνα. Τιμώντας το ιστορικό σκάφος, η κουβανική κυβέρνηση βάφτισε Γκράνμα το επίσημο δημοσιογραφικό έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος ενώ ένα κομμάτι της παλαιάς επαρχίας Οριέντε, στην περιοχή όπου προσάραξε το σκάφος, πήρε το όνομα του.

Ποδερόσα (La Poderosa II)

Η θρυλική «Ποδερόσα ΙΙ» κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στη Νότια Αμερική. Ο Τσε Γκεβάρα είναι στο κέντρο, τρίτος από δεξιά.

Με το όνομα Ποδερόσα ΙΙ («Η Δυνατή») είναι γνωστή η μηχανή μάρκας Νόρτον (Norton 500cc) με την οποία ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Αλμπέρτο Γκρανάδο διέσχισαν τη Νότιο Αμερική κατά το διάσημο ταξίδι τους («Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας») το 1951. Η μηχανή ήταν ιδιοκτησίας του Αλμπέρτο Γκρανάδο, απόφοιτου βιοχημικής. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και έπειτα από αρκετά μικροατυχήματα, λίγο έξω απ’ το Σαντιάγκο της Χιλής, το καλώδιο που συνέδεε το μπροστινό φρένο της Ποδερόσα έσπασε με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μη αναστρέψιμος ζημιά στη μηχανή. Στο Σαντιάγκο ο Γκρανάδο αναγκάστηκε να αφήσει το αγαπημένο του όχημα σε ένα συνεργείο, καθώς οι δύο φίλοι έπρεπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Εξήντα χρόνια μετά τη θρυλική διαδρομή των Ημερολογίων Μοτοσυκλέτας, η Ποδερόσα η εξαρτήματα της δεν είναι δυνατό να βρεθούν. Παρ’ όλα αυτά, στο μουσείο του Τσε Γκεβάρα στην Κόρδοβα της Αργεντινής, εκτίθεται μιά ρέπλικα του μοντέλου της διάσημης μηχανής.

Ένωση Νέων Κομμουνιστών (UJC)

Η Ένωση Νέων Κομμουνιστών (Unión de Jóvenes Comunistas) δημιουργήθηκε στους κόλπους του Συνδέσμου Νέων Ανταρτών (AJR) που είχε ιδρυθεί από το τμήμα Εκπαίδευσης του αντάρτικου στρατού το Δεκέμβρη του 1959. Έπειτα από την συγχώνευση των νεολαιίστικών οργανώσεων και κινημάτων που υποστήριζαν την Επανάσταση τον Οκτώβρη του 1960, ο Σύνδεσμος Νέων Ανταρτών συμπεριελάμβανε νέους από το Κίνημα της 26ης Ιούλη, το Επαναστατικό Διευθυντήριο της 13ης Μάρτη και τη νεολαία του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Από τις 4 Απρίλη 1962 πήρε και επίσημα το όνομα «Ένωση Νέων Κομμουνιστών».

Σήμερα, η Ένωση Νέων Κομμουνιστών αποτελεί στην ουσία τη νεολαία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας, αριθμώντας περισσότερα από 600.000 μέλη.

Che Guevara in Search of a New Socialism

By Michael Löwy*.

IN AN ARTICLE published in 1928, José Carlos Mariátegui, the true founder of Latin American Marxism, wrote: “Of course, we do not want socialism in Latin America to be an imitation or a copy. It must be a heroic creation. We must inspire Indo-American socialism with our own reality, our own language. That is a mission worthy of a new generation.” [1] His warning went unheard. In that same year the Latin American communist movement fell under the influence of the Stalinist paradigm, which for close to a half century imposed on it an imitation of the ideology of the Soviet bureaucracy and its so-called “actually existing socialism.”

We do not know whether Ernesto “Che” Guevara was acquainted with Mariátegui’s article. He may have read it, for his companion Hilda Gadea loaned him Mariátegui’s writings in the years preceding the Cuban revolution. Whatever the case, much of his political thought and practice, especially in the 1960s, can be said to have been aimed at emerging from the impasse to which the servile imitation of the Soviet model had led in Eastern Europe.

Che’s ideas on the construction of socialism are an attempt at “heroic creation” of something new, the search — interrupted and incomplete — for a distinct model of socialism, radically opposed in many respects to the “actually existing” bureaucratic caricature.

From 1959 to 1967, Che’s thought evolved considerably. He distanced himself ever further from his initial illusions concerning Soviet or Soviet-style socialism, that is, from the Stalinist version of Marxism. In a 1965 letter to a Cuban friend, he harshly criticized the “ideological tailism” that was manifested in Cuba by the publication of Soviet manuals for instruction in Marxism. These manuals, “Soviet bricks” to use his expression, “have the disadvantage of not letting you think: the Party has already done it for you and you have to digest it.” [2]

Still more explicit, especially in his post-1963 writings, is his rejection of “imitation and copy” and his search for an alternative model, his attempt to formulate another path toward socialism, one that is more radical, more egalitarian, more fraternal, and more consistent with the communist ethic.

An Uncompleted Journey

Che’s death in October 1967 interrupted a process of independent political maturation and intellectual development. His work is not a closed system, a polished system of thought with an answer to everything. On many questions, such as planning, the struggle against bureaucracy, and so on, his thinking remains incomplete. [3]

The driving force behind this quest for a new road — over and above the specific economic issues — was the conviction that socialism is meaningless and consequently cannot triumph unless it holds out the offer of a civilization, a social ethic, a model of society that is totally antagonistic to the values of petty individualism, unfettered egoism, competition, the war of all against all that is characteristic of capitalist civilization, this world in which “man eats man.”

The construction of socialism for Che is inseparable from certain moral values, in contrast to the “economistic” conceptions of Stalin, Krushchev and their successors, who consider only the “development of the productive forces.” In a famous interview with the journalist Jean Daniel, in July 1963, Che was already developing an implicit critique of “actually existing socialism”: “Economic socialism without a communist morale does not interest me. We are fighting poverty, but at the same time alienation….If communism is dissociated from consciousness, it may be a method of distribution but it is no longer a revolutionary morality.” [4]

If socialism claims to fight capitalism and conquer it on its own ground, that of productivism and consumption, using the weapons of capitalism — the commodity form, competition, self-center individualism — it is doomed to failure. It cannot be said that Che anticipated the dismantling of the USSR, but in a way he did have the intuition that a “socialist” system that does not tolerate differences, that does not embody new values, that attempts to imitate its adversary, that has no ambitions but to “catch up to and surpass” the production of the imperialist metropolises, has no future.

Socialism, for Che, represented the historical project of a new society based on values of equality, solidarity, collectivism, revolutionary altruism, free discussion and mass participation. His increasing criticisms of “actually existing socialism,” like his practice as a leader and his thinking about the Cuban experience, were inspired by this communist utopia, in the sense given this concept by Ernst Bloch. [5]

Three things express in concrete terms this aspiration of Guevara and his search for a new path: the discussion on the methods of economic management, the question of the free expression of differences and the perspective of socialist democracy. The first clearly occupied a central place in Che’s thinking, while the other two, which are closely related, are much less developed, with some lacunae and contradictions. But they are ever-present in his concerns and his political practice.

The New Man

In his famous “Speech in Algiers” in February 1965, Ernesto Guevara called on the countries claiming to be socialist to “put an end to their implicit complicity with the exploiting countries of the West” as expressed in the unequal exchange relationships they were carrying on with peoples engaged in struggle against imperialism. Socialism, in Che’s view, “cannot exist without a change in consciousness to a new fraternal attitude toward humanity, not only within the societies which are building or have built socialism, but also on a world scale toward all peoples suffering from imperialist oppression.” [6]

In his March 1965 essay, “Socialism and Man in Cuba,” analyzing the models for building socialism that were applied in Eastern Europe, Che rejected the conception that claimed to “conquer capitalism with its own fetishes.” “The pipe dream that socialism can be achieved with the help of the dull instruments bequeathed to us by capitalism (the commodity as the economic cell, profitability, individual material interest as a lever and so on) can lead into a blind alley….To build communism it is necessary, simultaneous with the new material foundations, to build the new man.” [7]

One of the major dangers in the model imported from the countries of Eastern Europe was the increase in social inequality and the formation of a privileged layer of technocrats and bureaucrats: in this system of remuneration, “it is the directors who always earn more. Just look at the recent proposal in the German Democratic Republic; the importance assigned to management by the director, or what’s more the director’s remuneration for managing.” [8]

Basically, the debate was a confrontation between an “economistic” view, which considered the economic sphere as an autonomous system governed by its own laws like the law of value or the laws of the market, and a political conception of socialism, in which economic decisions concerning production priorities, prices, and so on are governed by social, ethical, and political criteria.

Che’s economic proposals — planning in opposition to market forces, the budgetary finance system, collective or “moral” incentives — were attempts to find a model for building socialism based on these criteria, and thus differing from the Soviet model. It should be added that Guevara did not successfully develop a clear idea of the nature of the Stalinist bureaucratic system. In my opinion, he was mistaken in tracing the origin of the problems and limitations of the Soviet experience to the NEP rather than the Stalinist Thermidor. [9]

NOTES

[1] J. C. Mariátegui, “Aniversario y balance,” Ideología y Política, Biblioteca Amauta, 1971): 249. José Carlos Mariátegui (1894–1930) was one of the major Marxist thinkers of Latin America. He is primarily known for his 1928 work, Seven Interpretive Essays on Peruvian Reality (Austin: University of Texas, Austin, 1971).

[2] Letter from Che to a Cuban friend (1965). This letter is one of Che’s documents that remain unpublished. Carlos Tablada quotes from it in his article “Le marxisme d’Ernesto (Che) Guevara,” Alternatives Sud III, no. 2 (1996):168. See also, by the same author, Che Guevara: Economics and Politics in the Transition to Socialism (Pathfinder Press, 1992) and Cuba, quelle transition? (L’Harmattan, 2001).

[3] Fernando Martínez Heredia correctly notes that “… there are even some positive aspects to the incomplete nature of Che’s thinking. The great thinker is there, points to some problems and some approaches, shows some possibilities, and demands that his comrades think, study, and combine practice and theory. It becomes impossible, once one really comes to terms with his thought, to dogmatize it and transform it into a speculative bastion or a receptacle of slogans.” “Che, el socialismo y el comunismo,” Pensar el Che, (Havana: Centro de estudios sobre América, Editorial José Martí, vol. II, 1989): 30. See also Fernando Martínez Heredia, Che, el socialismo y el comunismo (Havana: Casa de las Américas prize, 1989).

[4] L’Express, July 25, 1963, 9.

[5] Ernst Bloch (1885-1977) was a Jewish-German philosopher exiled to the United States in 1938 . He became a professor at Karl Marx University in Leipzig in 1949, and at the University of Tübingen after going over to the West in 1961. From The Spirit of Utopia (1918) to The Principle of Hope (1954-1959), this unorthodox Marxist sought to restore to socialism its secular messianic dimension.

[6] Ernesto Che Guevara, Oeuvres 1957-1967, vol. 2 (Paris: François Maspero, 1971): 574.

[7] Guevara, Oeuvres, vol. 2, 371–372.

[8] Ernesto Che Guevara, “Le plan et les hommes,” Oeuvres 1957–1967, vol. 6 [unedited text] (Paris: Maspero, 1972): 90.

[9] This concept is very clear in the essay on political economy that Che wrote in 1966, from which Carlos Tablada quotes certain extracts in “Le marxisme d’Ernesto (Che) Guevara.” Janette Habel rightly observes that Guevara put “too much emphasis, in the economic criticism of Stalinist deformations, on the weight of market relations and not enough on the police and repressive nature of the Soviet political system.” (J. Habel, preface to M. Löwy, La pensée de Che Guevara (Paris: Syllepse, 1997): 11.

* Michael Löwy is a French philosopher and sociologist of Brazilian origin. A Fellow of the IIRE in Amsterdam and former research director of the French National Council for Scientific Research (CNRS), he has written many books, including The Marxism of Che Guevara, Marxism and Liberation Theology, Fatherland or Mother Earth? and The War of Gods: Religion and Politics in Latin America. Löwy is a member of the New Anti-capitalist Party in France.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Αν ζούσε σήμερα ο Τσε

Του Περικλή Κοροβέση*.

Ο Χορστ Μάλερ αυτό το επιφανές  μέλος της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» – RAF θεωρούσε την εργατική τάξη της Δυτικής Γερμανίας τελείως παθητική και διεφθαρμένη και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί από μόνη της. Οι εργάτες ήταν κατατρομαγμένα γουρούνια, μαζί με το σύνολο της Αριστεράς. Και μαζί με τους συντρόφους του, πίστεψαν πως με κάποιες δολοφονίες και κάποιους δυναμίτες θα την απελευθέρωναν. Αντίστοιχες αντιλήψεις και δράσεις υπήρχαν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το ενδιαφέρον με τον Μάλερ ήταν πως μόλις βγήκε από τη φυλακή άλλαξε το μπολσεβίκικο κοστούμι του και φόρεσε το ναζιστικό. Σήμερα είναι  ηγετικό στέλεχος των Νεοναζί.

Άλλαξε ο Μάλερ πολιτικές αντιλήψεις, όπως τον κατηγόρησαν, ή απλά παρέμεινε συνεπής στις απόψεις του και ήταν πάντα ναζί; Κατά την άποψή μου, μια ναζιστική ή φασιστική αντίληψη δεν είναι απαραίτητο να έχει την αντίστοιχη ιδεολογική αναφορά. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από ένα θρησκευτικό κίνημα. Ακόμα μπορεί να εκφραστεί και από το οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα, δεξιό, κεντρώο, αριστερό, αλλά ακόμα και αναρχικό. Σ΄ αυτή την αντίληψη υπάρχουν μερικά σταθερά χαρακτηριστικά:

-Οι μάζες βρίσκονται σε λήθαργο και παρακμή και από μόνες τους δεν  μπορούν να κάνουν τίποτε. Είναι πρόβατα και χρειάζονται ένα τσοπάνη (χριστιανική προσέγγιση, ποίμνιο και ποιμένας). Έχουν ανάγκη από έναν μεσσία-αρχηγό που θα τους οδηγήσει στην απελευθέρωση τους, αφού πρώτα υποταγούν τυφλά στον αρχηγό (Χίτλερ, Μουσολίνι, και από την άλλη πλευρά του καθρέπτη, Στάλιν, Μάο και όχι μόνο). Το ρόλο του Μεσσία μπορούν να παίξουν και οι λεγόμενες πρωτοποριακές ομάδες, που θεωρούν τον εαυτό τους εκπρόσωπο του λαού, άσχετα αν δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Το μόνο που έχουν να κάνουν οι «κατώτεροι» είναι ή να ακολουθήσουν τυφλά τους αρχηγούς ή να θεωρηθούν εχθροί, στο σημείο που δεν υποτάσσονται στην ανώτερη αλήθεια. Άνθρωποι είναι μόνο όσοι είναι δικοί μας. Οι υπόλοιποι βαπτίζονται εχθροί. Και η βία, από εργαλείο, γίνεται αξία και δημιουργεί τον σίριαλ κίλερ, είτε με πολιτική αναφορά, είτε όχι.

-Υπάρχει πάντα μία αναφορά που δεν μπαίνει ποτέ σε αμφισβήτηση. Και αυτή μπορεί να είναι θρησκευτική-μεταφυσική, μπορεί να είναι εθνική ιδέα, μπορεί να είναι φυλετική και ακόμα μπορεί να είναι επαναστατική-φαντασιακή. Ένα είδος θεατρικού έργου, που για να παιχτεί, απαιτεί ανθρώπινες ζωές.

Αν ζούσε σήμερα ο Τσε δεν θα έκανε κανένα αντάρτικο. Θα είχε καταλάβει πως τα ένοπλα κινήματα είναι αδιέξοδα. Δηλαδή, αυτό που κατάλαβαν όλα τα ένοπλα κινήματα στη Λατινική Αμερική, που δεν είχαν καμιά σχέση με τις καρικατούρες των ένοπλων κινημάτων στην Ευρώπη. Οι Σαντινίστας, που πήραν την εξουσία με τα όπλα το 1979, κατάλαβαν στη συνέχεια πως δεν μπορούσαν να την κρατήσουν με τα όπλα. Και το 1990 κάνουν εκλογές  τι οποίες και  χάνουν  και αποχωρούν από την εξουσία. Ο υποδιοικητής Μάρκος των Ζαπατίστας στο Μεξικό ποτέ δε δήλωσε πως πρέπει να πάρουν την εξουσία με τα όπλα, αλλά  πως πρέπει να παλέψουν  σε ένα πολιτικό πλαίσιο που θα δημιουργούσε μια αυθεντική δημοκρατία στο Μεξικό που θα χωρούσε και τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών του.
Το μόνο ένοπλο κίνημα που έχει απομείνει στη Λατινική Αμερική είναι το παραδοσιακό αντάρτικο του FARC που δεν έχει πραγματικό πρόγραμμα εξουσίας. Αυτοσυντηρείται συχνά με συμμαχίες με τις μαφίες των ναρκωτικών, δημιουργώντας έτσι ένα ανταρτοληστρικό κίνημα που δεν έχει σχέση με τη πολιτική αλλά με την επιβίωση.

Να θυμίσουμε λίγο την εποχή που γεννήθηκαν οι «ένοπλες επαναστατικές ομάδες» στην Ευρώπη: Αντάρτικα στον τρίτο κόσμο. Πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Βιετνάμ και Καμπότζη που προχωρούσαν νικηφόρα με τη δύναμη των όπλων. Κι ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: Ξαναπαίρνουμε τα όπλα στον αναπτυγμένο κόσμο και γινόμαστε η ένοπλη πρωτοπορία ή εντασσόμαστε  στο μαζικό κίνημα και δίνουμε όλη μας την ενέργεια σε αυτή τη δύναμη; Κάποιοι επέλεξαν την ένοπλη βία σαν υποδειγματική πράξη. Και έτσι είχαμε  τη Φράξια Κόκκινος Στρατός στη Δυτική Γερμανία, την Άμεση Δράση στη Γαλλία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία και στην Ελλάδα την 17 Νοέμβρη. Εκτός από την Ιταλία, όπου οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η Αυτονομία του Νέγκρι είχαν χιλιάδες μέλη και υποστηρικτές, όλες οι υπόλοιπες ομάδες της ένοπλης υποδειγματικής δράσης ήταν ολιγάριθμες.

Η τακτική που επιλέχτηκε ήταν οι δολοφονίες και η νιτρογλυκερίνη που αναβίωσαν τις χειρότερες στιγμές του αναρχικού κινήματος στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Ο αναρχισμός, από κίνημα ισότητας και δικαιοσύνης, ταυτίζεται με δολοφονικές ενέργειες, από τους πολέμιους του, και μέχρι σήμερα δεν έχει μπορέσει να ξεφύγει από αυτή τη ρετσινιά. Σε αυτό δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι ίδιοι οι αναρχικοί. Δομικά αυτά τα κινήματα δεν ήταν διαφορετικά από τα ένοπλα ακροδεξιά κινήματα των ΗΠΑ και ιδιαίτερα με την Κουν Κουξ Κλαν που χρησιμοποίησε τις ίδιες μεθόδους. Αυτό που άλλαζε ήταν ο στόχος. Στη περίπτωση της Ακροδεξιάς των ΗΠΑ στόχος ήταν οι μαύροι. Στη περίπτωση των ένοπλων επαναστατικών ομάδων ήταν στελέχη του κατεστημένου, άσχετα αν ήταν ένοχοι ή αθώοι. Και εδώ επικράτησε η φασιστική αντίληψη της συλλογικής ευθύνης. Ξεπέρασαν  έτσι και τους ίδιους τους νόμους του κάθε ολοκληρωτικού κράτους. Εκεί κάποια δίκη ή κάποιο στρατοδικείο στηνόταν, έστω και για τα μάτια. Σ΄ αυτές τις ομάδες δεν χρειαζόταν τίποτα. Αποφάσιζαν  ποιος ήταν ο εχθρός και τον εκτελούσαν, ξεπερνώντας και την ίδια τη μαφία στην οποία ποτέ δεν ίσχυσε η συλλογική ευθύνη. Το θύμα πάντοτε ήταν συγκεκριμένο. Στους «δικούς μας επαναστάτες» ισχύει η συλλογική ευθύνη. Και κατά τα πρότυπα των Ναζί  δημιουργούν «Καλάβρυτα» στο μέτρο του δυνατού. Και εφαρμόζουν την αρχή του «συλλογικού υποσυνείδητου» που σημαίνει πως όλοι είναι ένοχοι.

Η υπόθεση της επανάστασης είναι να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Κι αυτό αποτελεί  το μεγάλο διακύβευμα, όταν οι πολλοί πιστεύουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Και ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρό για τους επαναστάτες. Αγώνας για να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Γι αυτό χρειάζονται πολλές παρεμβάσεις, σε πολλά επίπεδα, τόσο στο ατομικό, όσο και  στο κοινωνικό. Για μένα, αυτός που θέλει ένα κουβά νερό για να πλύνει τα δόντια του, δεν μπορεί να είναι επαναστάτης, ακόμα και αν διδάσκει οικολογία σε πανεπιστήμιο. Χωρίς προσωπική ηθική, είμαστε όλοι εν δυνάμει εξουσιαστές και γραφειοκράτες, όσο κι αν διακηρύσσουμε το αντίθετο.

Τελικά για ποιόν παράδεισο αγωνιζόμαστε; Για ποια ουτοπία; Για τίποτα από όλα αυτά. Κανείς δεν ήρθε  από τον παράδεισο για να μας πει πως είναι. Και οι ουτοπίες που πήγαν να χτιστούν γίναν δυστοπίες. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καμία μελλοντική κοινωνία, αν δεν αρχίζουμε να τη χτίζουμε από τώρα μέσα σ΄ αυτή τη κοινωνία. Μπορούμε να δούμε μερικά χαρακτηριστικά : ισότητα, δικαιοσύνη, η παραγωγή του πλούτου να πηγαίνει στη κοινωνία κι όχι στους κερδοσκόπους. Μαζί  με πολλά άλλα  χαρακτηριστικά, που έχουν διατυπωθεί ανά τους αιώνες από τους μεγάλους στοχαστές που είχαν στόχο τον άνθρωπο και την ευτυχία του.

Προς το παρόν παλεύουμε για ανθρώπινα δικαιώματα στη κόλαση. Κι αυτό δεν είναι εύκολη δουλειά.

(Ο Περικλής Κοροβέσης είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και πολιτικός της αριστεράς. Γεννήθηκε το 1941 στο Αργοστόλι. Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν τμήμα της εισαγωγής του βιβλίου «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις διάπυρον.)

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Γιατί πέθανε ο Τσε

Του Ερνέστο Σάμπατο.

Ο Ερνέστο Γκεβάρα δεν πέθανε για μιαν απλή ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχότερων λαών. Για μένα και πιστεύω για πολλούς, στην πραγματικότητα για εκατομμύρια πρόσωπα και κυρίως για τους νέους που θρήνησαν το τέλος του, πέθανε για ένα ιδανικό απείρως υψηλότερο, για το ιδανικό ενός Νέου Ανθρώπου.

Αυτό το ιδανικό προϋποθέτει προφανώς την πάλη ενάντια στην αθλιότητα των καταπιεζόμενων λαών. Αλλά προϋποθέτει επίσης -σε τελευταία και ίσως και σε πρώτη ανάλυση- και μια νέα μορφή συμβίωσης, μία κοινότητα στην οποία θα εξασφαλίζονται για όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις όχι μόνο τα υλικά αγαθά αλλά και μια αυθεντική επικοινωνία: μια κοινωνία, ένας βαθύτερος δεσμός ελεύθερων ανθρώπων, μια συνεργασία μεταξύ αυθεντικών προσώπων. Όχι ένα σύμφυρμα μηχανών και συναθροισμένων υπάρξεων. Όχι μια νέα κοινωνία η οποία, αφού θα έχει προηγηθεί μια αιματηρή επανάσταση, θα καταλήγει να μας προσφέρει ένα είδος Βόρειας Αμερικής από την ανάποδη, χωρίς την ηγεμονία των καπιταλιστικών τραστ αλλά κυριαρχούμενη από τα παντοδύναμα εργαλεία μιας εξίσου απάνθρωπης γραφειοκρατικής δικτατορίας.

Ουσιαστικά, νομίζω ότι πάλεψε και πέθανε για μια συμβίωση στην οποία οι άνθρωποι θα είναι αληθινές ανθρώπινες υπάρξεις, με την υψηλότατη αξιοπρέπεια που τους ανήκει, απελευθερωμένοι επιτέλους όχι μόνο από την οικονομική αλλοτρίωση που προκαλείται από καθεστώτα εκμετάλλευσης, αλλά και από αυτήν την άλλη μορφή αλλοτρίωσης, την πιο λεπτή και τρομερή, επειδή είναι ικανή να επιβιώνει πολύ πιο πέρα από μια εσφαλμένη κοινωνική επανάσταση και που έγκειται στην επιστημονική αλλοτρίωση, αυτή την ίδια που μετασχηματίζει τον κόσμο σε έναν τερατώδη μηχανισμό από ρομπότ.

Ο Γκεβάρα είχε αμφισβητήσει έντονα αυτή την κατάληξη στο όνομα του διαλεκτικού υλισμού του. Αλλά αυτή η άρνησή δεν θα διέθετε ιστορική και φιλοσοφική διάσταση, γιατί αυτό που μας λέει ο λόγος σε σχέση με τις στάσεις του ανθρώπου είναι λιγότερο έγκυρο από όσα μας υπαγορεύουν, ενστικτωδώς αλλά με δύναμη, εκείνοι οι λόγοι που ο Πασκάλ αποκαλούσε «της καρδιάς».

Εξάλλου, όταν ήταν φοιτητής, αυτός δεν ρίχτηκε στην πάλη για τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια, αφού προηγουμένως είχε μελετήσει το «Κεφάλαιο» ούτε αφού είχε πειστεί για την ορθότητα των θέσεων του μαρξισμού. Ούτε και τα εκατομμύρια των νέων που σε αυτόν τον κόσμο της αγωνίας ακολουθούν τη σκιά του και τοποθετούν το πορτρέτο του πάνω από το κρεβάτι τους, το κάνουν με πάθος επειδή έχουν πειστεί για την αλήθεια του διαλεκτικού υλισμού. Η εξέγερση του μεγαλύτερου μέρους αυτών των ίδιων νέων ενάντια στο χοντροκομμένο υλισμό της σοβιετικής κοινωνίας -που σε τελευταία ανάλυση είναι μια ορθόδοξη συνέπεια του μαρξισμού- δείχνει ότι διακυβεύεται κάτι βαθύτερο και πιο σημαντικό από αυτούς τους διαβόητους οικονομικούς παράγοντες και από αυτή την υπερεκτίμηση της επιστήμης και της τεχνικής που χαρακτηρίζει τη θεωρία.

Ακριβώς αυτή η νοοτροπία της τεχνικής αποτελεσματικότητας κατέκτησε την ψυχή πολλών επαναστατών (ίσως γιατί δεν μπορεί να παλεύει κανείς σκληρά ενάντια σε έναν ισχυρό αντίπαλο χωρίς να καταλήγει να του μοιάζει) και αυτό γίνεται αντιληπτό σε ορισμένες κριτικές προς τον Γκεβάρα.

Οι κομμουνιστές, που τον εγκατέλειψαν στην τελική τραγική μάχη, τον κατηγορούσαν για τυχοδιωκτισμό, για έλλειψη αίσθησης της πραγματικότητας, για αναρχικό ρομαντισμό. Σίγουρα είναι πιθανόν, ότι αν ήταν κλεισμένος σε κάποιο απόμερο και ασφαλές γραφείο, στέλνοντας διαταγές με το ταχυδρομείο ή με το ραδιόφωνο, θα φαινόταν πιο αποτελεσματικός στα μάτια αυτών των επιστημόνων της επανάστασης. Αλλά αναμφίβολα δεν θα ήταν ποτέ τόσο αποτελεσματικός όσο με αυτόν τον άλλο τρόπο, το ρομαντικό και ηρωικό, νεκρός επικεφαλής ενός μικρού και χαμένου στρατιωτικού αποσπάσματος, αφού πάλεψε μέχρι την τελευταία του πνοή και μέχρι το τελευταίο χτύπημα της καραμπίνας του. Ενάντια στη νοοτροπία των καταλόγων και των αρχείων των γραφείων, αυτός διεκδίκησε με τη ζωή του τη θυσία και τη μοναξιά.

Ο Γκεβάρα, στον οποίο θα αναφέρονταν αυτοί οι τεχνικοί, θα είχε ζήσει λίγα χρόνια περισσότερο. Αυτός που πέθανε επικεφαλής της ομάδας των συντρόφων του θα έχει αντίθετα τη διάρκεια των σημαιών, την αιωνιότητα των συμβόλων.

Ο θάνατός του, πράγματι, έχει αυτό το χαρακτήρα: έχει την αξία ενός συμβόλου. Και στην ορθολογιστική κοινωνία μας, που έχει πετάξει, ξεχάσει και περιφρονήσει τα σύμβολα, σε αυτή την κοινωνία στην οποία η αποτελεσματικότητα και η τεχνική έχουν γίνει περισσότερο πολύτιμες από το πάθος και τη θυσία, μπορούμε πράγματι να αποδώσουμε στον Γκεβάρα έναν απερίσκεπτο ρομαντισμό.

Αλλά είναι ακριβώς αυτός ο ηρωισμός, ακριβώς αυτή η ηρωική και μοναχική εικόνα που γεννάει την ελπίδα, το θάρρος και την πίστη σε εκατομμύρια γενναιόδωρους νέους σε όλες τις γωνιές της Γης.

Ας αφήσουμε τους Βορειοαμερικάνους να μιλούν για αποτελεσματικότητα. Ας αφήσουμε τον Μακναμάρα να μιλάει για το Βιετνάμ με όρους επιχειρηματικούς, υπολογίζοντας το κόστος σε δολάρια για κάθε Βιετκόνγκ που πεθαίνει για την πατρίδα του. Από τη δική του σκοτεινή σκοπιά αυτός είναι συνεπής, αφού σε τελευταία ανάλυση αυτός αποτελεί μέρος αυτού του παραδείγματος ποσοτικού πολιτισμού που εκπροσωπεί η χώρα του. Αλλά οι ηρωικοί Βιετναμέζοι δεν λειτουργούν με βάση μια τέτοια αριθμητική και δείχνουν με το ολοκαύτωμά τους ότι οι ανθρώπινες αξίες είναι ποιοτικού χαρακτήρα, ότι η πίστη είναι πιο ισχυρή από τον αριθμό των κανονιών. Ότι η ελπίδα είναι πιο δυνατή από την απληστία των εμπόρων. Ότι η αξιοπρέπεια είναι πιο ανθεκτική από το βρόμικο και αιματηρό πείσμα των επιχειρηματιών.

Για αυτούς τους λόγους λοιπόν και όποιες και αν ήταν οι αυταπάτες του ή οι θεωρίες του για την κατίσχυση των οικονομικών παραγόντων στην ιστορία, πιστεύω ότι η πάλη του Γκεβάρα ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευε μια πάλη του πνεύματος ενάντια στην ύλη.

Και όπως στον προηγούμενο αιώνα ορισμένοι μεγάλοι στοχαστές πίστεψαν ότι έχουν ανακαλύψει ψυχρά σε διάφορες πραγματείες τις υλικές αιτίες της αδικίας, οι οποίες πραγματείες όμως κατέληγαν να προκαλούν στους έντιμους ανθρώπους μια φλογερή έξαψη διεκδικήσεων, εξαιτίας του πάθους με το οποίο στις σελίδες τους εγκωμίαζαν τις αρετές μιας ιπποτικής κοινωνίας που καταστράφηκε από τους εμπόρους, έτσι και στη δύστυχη εποχή μας ένας νέος, ο οποίος προσωπικά δεν είχε ανάγκη από τίποτα, αφού είχε γεννηθεί, όπως και εκείνοι οι στοχαστές, στους κόλπους μιας προνομιούχας οικογένειας, ρίχτηκε στην πάλη υποκινημένος από ρομαντικά ιδεώδη.

Και όσο και αν τον απασχολούσαν οι αριθμητικές όψεις της παραγωγής, σε μια κρίσιμη στιγμή της κουβανικής οικονομίας, αρνήθηκε να αναπτύξει αυτήν την παραγωγή προσφεύγοντας σε υλικά κίνητρα.

Υποστήριξε αντίθετα ότι ήταν αναγκαίο να αλλάξουμε τη νοοτροπία των μαζών για να δημιουργήσουμε το νέο άνθρωπο στον οποίο απέβλεπε η επανάσταση και έκανε έκκληση στον επαναστατικό ενθουσιασμό, στον πατριωτισμό, στην ανιδιοτελή στράτευση, στην πίστη που κινεί τα βουνά. Θα μπορούσε να λεχθεί -και σίγουρα έχει λεχθεί- ότι αυτές οι ιδέες δεν είναι συνετές. Αλλά ποιος απέδειξε ποτέ ότι είναι η σύνεση αυτή.

(Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα επικηδείου λόγου του αργεντίνου συγγραφέα Ερνέστο Σάμπατο που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού γιά το θάνατο του Τσε. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Scritti politici e privati di Che Guevara», Editori Riunitti, 1988).

Φουλχένσιο Μπατίστα (Fulgencio Batista)

Ο Φουλχένσιο Μπατίστα (1901-1973) υπήρξε Κουβανός στρατηγός, Πρόεδρος και δικτάτορας έχοντας την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Υπήρξε ηγέτης της Κούβας κατά τα διαστήματα 1933-1944 και 1952-1959. Το 1959 ανατράπηκε ως αποτέλεσμα της επικράτησης της Κουβανικής Επανάστασης. Η δικτατορία του αποτέλεσε την αφορμή γιά τον Τσε  ώστε να μεταβεί στην Κούβα προς υποστήριξη του επαναστατικού κινήματος.

Ο Μπατίστα προέρχονταν από φτωχή οικογένεια, μικτής αφρικανικής-ευρωπαϊκής και κινεζικής καταγωγής. Ως νεαρός απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες (ράπτης, λιμενεργάτης, στους σιδηροδρόμους) ώσπου τελικά κατατάχθηκε στον στρατό. Το 1933, ως λοχίας έχοντας ήδη μεγάλη επιρροή σε μερίδα στρατιωτών, συμμετείχε στην λεγόμενη «επανάσταση των λοχιών», μια πραξικοπηματική ενέργεια, που σε συνεργασία με τον Αμερικανό πρέσβη της Κούβας, συντέλεσε στην κατάλυση του πολιτεύματος της χώρας. Τελικά νέος πρόεδρος ανακηρύχθηκε ο Ραμόν Γκραού Σαν Μαρτίν και αρχηγός του στρατεύματος ο ίδιος ο Μπατίστα που προήχθη σε συνταγματάρχη. Στην πραγματικότητα όμως ο πραγματικός ηγέτης της χώρας ήταν ο Μπατίστα, ενώ μια σειρά από προέδρους που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια δεν είχαν ουσιαστικές αρμοδιότητες.

Κατέβηκε ως υποψήφιος στις εκλογές του 1940 και αναδείχθηκε νικητής. Διετέλεσε έτσι και ονομαστικός ηγέτης για την επόμενη τετραετία ως επικεφαλής ενός συνασπισμού κομμάτων. Αν και ο Μπατίστα ήταν καπιταλιστής και σταθερός θαυμαστής της πολιτικής των Η.Π.Α., υποστηρίχθηκε επίσης και από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας, που εκείνη την εποχή είχε μικρή απήχηση στη χώρα. Αυτή η υποστήριξη οφειλόταν κυρίως στους νόμους που ενίσχυαν τα εργατικά σωματεία.

Στις εκλογές του 1944 ο Μπατίστα ηττήθηκε από τον Γκραού και έφυγε για τις Η.Π.Α. όπου και έζησε τα επόμενα έτη. Το 1952 αποφάσισε να κατέβει και πάλι υποψήφιος για τις κουβανικές εκλογές, όμως το κόμμα του πήρε την τρίτη θέση στην αναμέτρηση. Στις 10 Μαρτίου 1952, 3 μήνες μετά τις τελευταίες εκλογές, ο Μπατίστα με την υποστήριξη του στρατού κατέλυσε το πολίτευμα, θεωρώντας τις εκλογές άκυρες και ανακηρύχθηκε ο ίδιος «προσωρινός πρόεδρος». Επί της ουσίας εγκαθύδρισε στο νησί μιά στιγνή στρατοκρατική δικτατορία. Αμέσως μετά οι Η.Π.Α. αναγνώρισαν το καθεστώς.

Η δεύτερη περίοδος της ηγεσίας Μπατίστα δεν είχε στοιχεία προόδου, αλλά υπήρξε έντονη η επιθυμία του να αποκτήσει την εύνοια των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων. Στην Αβάνα ο τζόγος ανθούσε, ενώ εικάζεται ότι έγιναν και οικονομικές συμφωνίες μεταξύ του και Αμερικανών-προσωπικοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος (μαφία).

Μέχρι την άνοιξη του 1958 οι Η.Π.Α. ενίσχυαν το καθεστώς Μπατίστα με οπλισμό τελευταίας τεχνολογίας προκειμένου να αντιμετωπίσει πιθανή επαναστατική κίνηση. Τον Μάρτιο, όμως, του ίδιου έτους μετά από σοβαρές συμπλοκές με αντικαθεστωτικούς κύκλους ο Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ συνέστησε στον Μπατίστα να προκηρύξει εκλογές. Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν, όμως η αποχή ήταν σχεδόν καθολική, που έφτανε το 98% στο Σαντιάγο ντε Κούβα. Την 1η Ιανουαρίου 1959, καθώς οι επαναστατικές δυνάμεις του Φιντέλ Κάστρο προήλαυναν, μετά τη νίκη τους στην Σάντα Κλάρα, προς την Αβάνα, ο Μπατίστα διέφυγε αεροπορικώς από τη χώρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Μεξικό δεν έκαναν δεκτή την αίτηση του γιά άσυλο κι’ έτσι βρέθηκε στην Πορτογαλία, της οποία ο τότε πρόεδρος Αντόνιο Σαλαζάρ δέχτηκε να τον φιλοξενήσει με την προϋπόθεση ότι θα απείχε πλήρως από την πολιτική.

Ο αμερικανός πρόεδρος Τζον Φ. Κέννεντι – του οποίου η χώρα παραδοσιακά ανέδειξε, στήριξε και ενίσχυσε καθεστώτα τύπου Μπατίστα – χαρακτήρισε τη δικτατορία του Μπατίστα ως «μία από τις πλέον αιματοβαμμένες και καταπιεστικές στη μακρά ιστορία της καταπίεσης στη Λατινική Αμερική».

Πέθανε το 1973 από ανακοπή καρδιάς στη Γκουανταλμίνα, κοντά στη Μαρμπέλα της Ισπανίας.

(Το άρθρο βασίστηκε στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, 1987).