Συντάκτης: Guevaristas
Εγκαινιάστηκε το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» στην Αργεντινή | Studies Center devoted to Che is inaugurated in Argentina
ΡΟΣΑΡΙΟ – Ξεκίνησε και επίσημα τη λειτουργία του το νέο Κέντρο Λατινοαμερικανικών Μελετών «Τσε Γκεβάρα» (Centro de Estudios Latinoamericanos Ernesto Che Guevara/ CELChe) στη γενέτειρα του αργεντίνου επαναστάτη. Σκοπός του νέου Κέντρου είναι να αποτελέσει τη βάση πολυεπιστημονικής έρευνας πάνω στις ιδέες που γεννήθηκαν στη Λατινική Αμερική με ιδιαίτερη έμφαση ασφαλώς στη ζωή και τη δράση του Τσε. Η πρωτοβουλία γιά τη δημιουργία του Κέντρου Μελετών στο Ροσάριο ανήκει στον αδελφό του Τσε, Ραμίρο Γκεβάρα, ο οποίος προεδρεύει του Διοικητικού Συμβουλίου το οποίο αποτελείται από πέντε μέλη.
Σύμφωνα με το Νορμπέρτο Γκαλλιότι, εκ των πρωτεργατών του Κέντρου, οι μελέτες θα δημοσιοποιούνται στο κοινό και πρωταρχικός στόχος έρευνας θα είναι η οικονομική σκέψη του Τσε Γκεβάρα. Ο Ραμίρο Γκεβάρα δήλωσε ότι το αρχείο του Κέντρου Μελετών θα ενισχυθεί από υλικό που έχουν στην κατοχή τους μέλη της οικογένειας του Τσε. Ένα άμεσο σχέδιο είναι να γίνει μιά πανεθνική έκθεση στις πόλεις απ’ όπου ο επαναστάτης πέρασε κατά τα χρόνια της νεότητας του, με επίκεντρο φυσικά τη γενέτειρα του, την πόλη του Ροσάριο.
Στα εγκαίνια που έλαβαν χώρα την Τρίτη 15 Νοεμβρίου παρέστη πλήθος κόσμου, μέλη αριστερών οργανώσεων και ενώσεων αλληλεγγύης προς την Κούβα και η Γ.Γ. της Κεντρικής Ένωσης Εργατών Αργεντινής.
★★★
ROSARIO – The new Latin-American Studies Center «Che Guevara» (Centro de Estudios Latinoamericanos Ernesto Che Guevara / CELChe) was inaugurated on Tuesday 15th of November in the birthplace of the Argentine revolutionary. The new Center’s aim is to provide a multidisciplinary research based on the ideas that were born in Latin America with an especial emphasis on Che Guevara’s life, activity and work. The initiative for the creation of the Center for Studies in Rosario belongs to Che’s brother, Guevara Ramiro, who chairs the Board of Directors consisting of five members.
The opening was held Tuesday, November 15 and was attended by numerous people, members of leftist organizations, solidarity associations with Cuba and the Secretary of the Youth of the Argentinian General Workers’ Union.
Νέο βιβλίο γιά τη δολοφονία του Τσε εκδόθηκε στις Η.Π.Α.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Περισσότεροι από 300 άνθρωποι προσήλθαν στα γραφεία της μόνιμης αντιπροσωπείας της Κούβας στον Ο.Η.Ε. αναμένοντας την παρουσίαση του βιβλίου «Ποιός σκότωσε τον Τσε;» (Who Killed Che?), των αμερικανών συγγραφέων Μάικλ Ράτνερ και Μάικλ Στίβεν Σμιθ. Στην εκδήλωση τιμήθηκε η μνήμη του δικηγόρου Λέοναρντ Βάινγκλας ο οποίος υπήρξε επικεφαλής της ομάδας υπεράσπισης των Πέντε Κουβανών πατριωτών που κρατούνται σε φυλακές της Φλόριντα από το 1998. Στην περίπτωση τους άλλωστε αφιερώθηκε μεγάλο μέρος της εκδήλωσης στην οποία παραβρέθηκε ο πρέσβης της μόνιμης Κουβανικής αντιπροσωπείας Πέδρο Νούνες Μοσκουέρα.
Το κοινό παρακολούθησε ζωντανή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των συγγραφέων και του προέδρου της Κουβανικής Εθνικής Συνέλευσης της Λαϊκής Εξουσίας, Ρικάρντο Αλαρκόν, ο οποίος σχολίασε το νέο περιεχόμενο του νέου βιβλίου. «Παρουσιάζετε ξεκάθαρα ποιός δολοφόνησε τον Τσε» είπε ο κουβανός αξιωματούχος ο οποίος έγραψε τον πρόλογο του βιβλίου που εκδόθηκε στα αγγλικά. Η ισπανική του μετάφραση αναμένεται να εκδοθεί στην Κούβα.
Ο Ράτνερ δήλωσε ότι οι κουβανοί γνωρίζουν καλά την υπόθεση: Ο Τσε δολοφονήθηκε έπειτα από εντολές των Η.Π.Α.. Οι αμερικανοί πολίτες όμως πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις της Βολιβίας και των Ηνωμένων Πολιτειών ήθελαν να συλλάβουν τον αργεντίνο αντάρτη ζωντανό. «Το βιβλίο μας», είπε ο Ράτνερ, «αποδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον ήθελε σιγουρευτεί ότι ο Τσε θα δολοφονηθεί, όπως ακριβώς είχαν προσπαθήσει να κάνει με τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο και με τον πρόεδρο, Ραούλ Κάστρο». «Αυτό το βιβλίο», πρόσθεσε, «προσφέρει ισχυρά πειστήρια ενάντια στα επιχειρήματα της CIA, η οποία όχι μόνο είχε γνώση του τι συνέβη αλλά έδωσε την τελική άδεια γιά τη δολοφονία του Τσε και ήταν βασικός ενορχηστρωτής της πολιτικής κεφαλαιοποίησης αυτού του γεγονότος (προς όφελος των Η.Π.Α)».
Γιά τους Πέντε κουβανούς, ο Ράτνερ σημείωσε ότι είναι «πέντε ήρωες γιά κάθε έναν από εμάς και γιά όλους μας», επειδή επιχείρησαν να σταματήσουν τις αντι-κουβανικές τρομοκρατικές ενέργειες.
Ο Μάικλ Ράτνερ είναι πρόεδρος του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Νέας Υόρκης και της American Bar Association. Είναι συγγραφέας των βιβλίων The Trial of Donald Rumsfeld: A Prosecution by Book και The Pinochet Papers y Against War with Iraq and Guantánamo: What the World Should Know. Ο Μάικλ Στίβεν Σμιθ είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Νέας Υόρκης και συγγραφέας του βιβλίου Notebook of a Sixties Lawyer: An Unrepentant Memoir y Lawyers You’ll Like.
* Ηλεκτρονική εφημερίδα Escambray, 6 Νοεμβρίου 2011.
Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι (Μέρος Δεύτερο)
[Συνέχεια από Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι]
Του Πάνου Πικραμένου.
Στις 8 και 10 Ιανουαρίου 1967, η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΒ επικυρώνει τις θέσεις του Μονχέ. Ο Γκεβάρα βρίσκεται πια σε ρήξη με το Κομουνιστικό Κόμμα και δεν θα έχει την υποστήριξή του. «Τώρα το Κόμμα σηκώνει ιδεολογικά όπλα εναντίον μας», θα σημειώσει στο ημερολόγιο του. Αργότερα θα πληροφορηθεί ότι τον Νοέμβριο ο Μονχέ βρισκόταν στην Βουλγαρία. Στην πραγματικότητα όμως είχε φθάσει μέχρι την Μόσχα, για να πάρει οδηγίες από το Κρεμλίνο. Η θέση των Σοβιετικών είναι σαφής και βασιζόταν στις συμφωνίες που είχαν συνάψει με τις ΗΠΑ μετά την κρίση των πυραύλων: η Λατινική Αμερική πρέπει να παραμείνει ως έχει. Δεν χρειάζονταν επαναστατικά κινήματα, και ο Μονχέ έχει λάβει εντολή να αποτρέψει τον Τσε. «Η στάση του Μονχέ μπορεί να επιβραδύνει τις εξελίξεις από την μία πλευρά, αλλά να συμβάλλει από την άλλη, καθώς με απελευθερώνει από πολιτικές δεσμεύσεις. Το βέβαιο είναι ότι το σχέδιό μας αποδυναμώνεται από την στιγμή που χάνει την συμμετοχή της πιο σημαντικής δύναμης της ριζοσπαστικής βολιβιανής Αριστεράς, και τώρα πρέπει να στήσουμε ένα δίκτυο πόλεως ανεξάρτητο από αυτά που χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα», σημειώνει ο Τσε, ο οποίος έχει αντιληφθεί πολύ καλά τι γίνεται.
Ο Μονχέ ερχόμενος έπρεπε να είχε φέρει και μια κρυπτογραφική συσκευή. Χωρίς αυτή δεν μπορούσε να λειτουργήσει ο ασύρματος με τον οποίο ο Τσε επικοινωνούσε με την Αβάνα. Τον βεβαιώνει ότι θα την φέρει αργότερα, όμως δεν έφτασε ποτέ. Έτσι, ο Τσε μπορεί να ακούει τις εντολές του Κάστρο από τον ασύρματο, όμως δεν μπορεί να απαντήσει και να υποβάλει ερωτήσεις. Η αδυναμία αυτή θα αποδειχθεί καθοριστική για την μοίρα του αντάρτικου στη Βολιβία. Αν και ο Μονχέ, χρόνια αργότερα, αρνήθηκε ότι σκόπιμα δεν παρέδωσε το κρυπτογραφικό κλειδί, το γεγονός θεωρείται από τον ίδιο τον Τσε τμήμα της υπονομευτικής τακτικής που εκπορευόταν από τη Μόσχα.
11 Ιανουαρίου: «Ο Αλεχάντρο και ο Πέδρο επιστρέφουν από τη σπηλιά και μου ανακοινώνουν ότι διάφορα εξαρτήματα του ασυρμάτου οξειδώθηκαν. Αν προσθέσουμε σε αυτό ότι δύο ασύρματοι σπάσανε, θα έχουμε μια θλιβερή εικόνα των ικανοτήτων του Αρτούρο». Οι ατυχίες και οι αναποδιές είχαν αρχίσει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η αστυνομία είχε αρχίσει να ερευνά την περιοχή, γιατί είχε εξαπλωθεί η φήμη ότι στο αγρόκτημα έστηναν ένα εργαστήριο παρασκευής κοκαΐνης. Στις 26 Ιανουαρίου όμως στο στρατόπεδο φθάνει ο Μόιζες Γκεβάρα, Βολιβιανός κομουνιστής, προσκείμενος στη μαοϊκή τάση και συνονόματος του Τσε. Η περίπτωσή του είναι εντελώς διαφορετική από αυτή του Μονχέ, την οποία ο Τσε χαρακτηρίζει «προδοτική». Ο Μόιζες ήταν ένθερμος οπαδός της ένοπλης επανάστασης και του αντάρτικου, γεγονός που προκάλεσε την διαγραφή ολόκληρης της ομάδας του από το Κόμμα. Είναι ο δεύτερος πυλώνας μετά τον Μονχέ, στον οποίο ο Τσε σκοπεύει να στηριχθεί για να ξεκινήσει το αντάρτικο στην Βολιβία.
Αν και η στάση του ήταν έντιμη, τελικά ο Μόιζες αποδεικνύεται μικρότερος των περιστάσεων. Ο Μόιζες είναι επικεφαλής 20 ετοιμοπόλεμων ανδρών. Όμως, από τις 15 Ιανουαρίου που αρχίζει το καρναβάλι, δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τους άνδρες του και αυτοί χάνονται μεθυσμένοι και μεταμφιεσμένοι στο πλήθος. Καταφέρνει να βρει επτά από αυτούς και καθυστερεί για να βρει και τους υπόλοιπους. Αναγκάζεται να στρατολογήσει αντάρτες από το συνδικάτο μεταλλωρύχων, οι οποίοι είναι άσχετοι με τα στρατιωτικά ζητήματα. Μεταξύ τους και ο καθολικός ιερέας Μπαρέρα Κιντάνα, ο επονομαζόμενος Ντανιέλ, που θα παίξει μοιραίο ρόλο στην εκστρατεία, αφού θα καταδώσει την ομάδα στα κυβερνητικά στρατεύματα προτού προλάβει να προετοιμαστεί επαρκώς.
Αναλύοντας την απόδοση της ομάδας για τον μήνα Ιανουάριο, ο Τσε σχολιάζει: «Όπως το περίμενα η στάση του Μόνχε ήταν γεμάτη υπεκφυγές στην αρχή και προδοτική μετά. Το κόμμα έχει ήδη ξεσηκωθεί εναντίον μας και δεν ξέρω μέχρι που θα φτάσει, αλλά αυτό δεν θα μας σταματήσει και ίσως, μακροπρόθεσμα να αποδειχθεί και ωφέλιμο (είμαι σχεδόν σίγουρος γι αυτό). Οι πιο ειλικρινείς και μαχητικοί άνδρες θα έρθουν με το μέρος μας, ακόμη κι αν περάσουν από μια συνειδησιακή κρίση λιγότερο ή περισσότερο βαθιά». Τελικά, καταφθάνουν στο στρατόπεδο 53 επαναστάτες, οι περισσότεροι ανεκπαίδευτοι, έναντι των 250 επίλεκτων ανδρών που όπως προέβλεπε το σχέδιο έπρεπε να είναι έτοιμοι στις 20 Δεκεμβρίου. Μαζί τους έρχεται και η Λογιόλα Γκούζμαν, φοιτήτρια και ταμίας της κομμουνιστικής νεολαίας και αργότερα ένας νεαρός Γάλλος διανοούμενος, ο Ρεζίς Ντεμπρέ. Στις 1 Φεβρουαρίου 27 αντάρτες, 15 Κουβανοί και 12 Βολιβιανοί, αναχωρούν για εξερεύνηση της περιοχής, στην κατεύθυνση του Ρίο Γράντε. Η πορεία σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε να διαρκέσει δεκαπέντε ημέρες, όμως τελικά διάρκεσε έξι εβδομάδες και προκάλεσε φθορές στους αντάρτες. Στις 4 Φεβρουαρίου μετά από συνεχείς πορείες διάρκειας δέκα και δώδεκα ωρών η φάλαγγα αρχίζει να νιώθει την εξάντληση. «Ο δρόμος σχετικά καλός, αλλά καταστροφικός για τα παπούτσια, κι έτσι υπάρχουν ήδη κάμποσοι σύντροφοι σχεδόν ξυπόλητοι. Οι άνδρες είναι εξαντλημένοι αλλά όλοι έχουν ανταποκριθεί αρκετά καλά. Εγώ έχω απαλλαγεί από δεκαπέντε περίπου λίμπρες βάρος και μπορώ να περπατάω με άνεση, αν και ο πόνος στους ώμους γίνεται ώρες ώρες ανυπόφορος».
Στην πραγματικότητα η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη απ΄ότι περιγράφει ο Τσε. Η εξερεύνηση είχε αποδειχθεί εξαρχής πολύ σκληρή λόγω του δασώδους εδάφους και της αδιάκοπης βροχής. Οι άνδρες είναι τόσο εξουθενωμένοι που μερικοί δεν μπορούν ούτε να φάνε. Φτάνουν στο ποταμό Ρίο Γκράντε αλλά δεν μπορούν να τον διαβούν και κατασκηνώνουν για να ξεκουραστούν. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μία απόλυτη ερημιά χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Συνεχίζοντας την αναγνωριστική πορεία αρχίζουν να υποφέρουν και από ασιτία. Τελικά βρίσκουν κάποιους χωρικούς που τους προμηθεύουν καλαμποκάλευρο, όμως έτσι τα κυβερνητικά στρατεύματα θα αντιληφθούν την παρουσία τους. Το δύσβατο έδαφος τους ταλαιπωρεί αφάνταστα και συχνά αναγκάζονται να γυρίζουν πίσω όταν συναντούν απότομες χαράδρες και φαράγγια.
Αποσπάσματα από το ημερολόγιο, 22 Φεβρουαρίου έως 19 Μαρτίου 1967.
«Υψόμετρο 1180 μέτρα. Βρισκόμαστε στις πηγές του χειμάρρου που πέφτει στο Μασικούρι… Μαύρη μέρα για μένα. Κρατιέμαι με τα δόντια, γιατί νιώθω πολύ εξαντλημένος… Το μεσημέρι ξεκινάμε με έναν ήλιο που λιώνει τις πέτρες… Αποφασίσαμε να κατεβούμε από ένα μέρος που περπατείται, αν και είναι πολύ απόκρημνο… Διασχίζοντας τον Ρίο Γκράντε ο Μπενχαμίν που δεν ήξερε κολύμπι πνίγηκε… οι τελευταίες ημέρες της πείνας άφησαν να φανεί μία μείωση του ενθουσιασμού, που γίνεται όλο και πιο προφανής όσο σώνονται οι προμήθειες… οι κυνηγοί σκότωσαν δύο μικρές μαϊμούδες, ένα περιστέρι και έναν παπαγάλο που απετέλεσαν το γεύμα μας… το ηθικό είναι πεσμένο και η φυσική κατάσταση χειροτερεύει μέρα με την μέρα, τα πόδια μου άρχισαν να πρήζονται… αποφασίσαμε να φάμε το άλογο… η σχεδία παράδερνε μέχρι που την παρέσυρε μία δίνη… το τελικό αποτέλεσμα ήταν να χαθούν πολλά σακίδια, σχεδόν όλες οι σφαίρες, έξι τουφέκια κι ένας άνθρωπος…».
Όπως φαίνεται από το «Ημερολόγιο της Βολιβίας», η εκστρατεία δεν άρχισε καλά από την πρώτη κιόλας στιγμή και δυστυχώς για τους αντάρτες έτσι θα συνεχίσει. Κατά περίεργο τρόπο ο Τσε δεν αντιλαμβάνεται αυτά τα μηνύματα και ακόμη περισσότερο δεν αξιολογεί σωστά την έλλειψη επαφής με τους κατοίκους τηςπεριοχής οι οποίοι δεν είναι ιδεολογικά και ψυχολογικά προετοιμασμένοι για να υποδεχθούν ένα αντάρτικο εκστρατευτικό σώμα στην περιοχή τους. Ο Τσε πίεζε συνεχώς την ομάδα να ξεπερνάει τα όριά της και συχνά η απαιτητικότητά του έφτανε τα όρια της απανθρωπιάς. Όμως η πειθαρχία για κάποιους λόγους ήταν εξαρχής χαλαρή. Ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίς Ντεμπρέ, που συνόδευε την ομάδα, γράφει: «Φωνή σαρκαστικού βαρύτονου, που επιπλήττει πότε τους μεν πότε τους δε. Γιατί ανέβηκε η Τάνια μαζί με τους επισκέπτες; Οι διαταγές ήταν να μείνει κάτω να κάνει τις επαφές. Κι εσύ Ρενέ, έχεις έρθει εδώ ως τεχνικός και δεν ξέρεις καν πώς να κάνεις τον πομπό να δουλέψει… Η Τάνια, η μόνη γυναίκα της ομάδας, στρέφει αλλού το πρόσωπό της, με δάκρυα στα μάτια. Ο Ρενέ δεν απαντάει. Δεν υπάρχει πια βενζίνη για να βάλει το μοτέρ του πομπού να δουλέψει.
Ο Τσε είναι αδυσώπητος. Πρώτα απ όλα με τον ίδιο του τον εαυτό… Πολύ περισσότερο απ ότι με τους άνδρες του, και περισσότερο με τους άνδρες του παρά με τον εχθρό… Τα δύο μοναδικά προσωπικά του προνόμια ήταν το να μην κάνει νυχτερινές βάρδιες στις σκοπιές και όταν έβγαινε από το στρατόπεδο ένα θερμός με καφέ που κουβαλούσε στο σακίδιό του…».
Σύντομα θα αρχίσουν και οι εχθροπραξίες. Στις 19 Μαρτίου παρατήρησαν ένα μικρό αναγνωριστικό αεροπλάνο να πετάει πάνω από την ομάδα που συνέχιζε την πορεία. Νωρίτερα ο καθολικός ιερέας Μπαρέρα και ένας αντάρτης έχουν λιποτακτήσει. Όταν προσπαθούν να πουλήσουν τα όπλα τους, η αστυνομία τους συλλαμβάνει και αυτοί ομολογούν όχι μόνο όσα γνωρίζουν αλλά …πολύ περισσότερα όσα δηλαδή τους υπαγορεύουν οι στρατιωτικοι.
* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.
Μαυσωλείο Τσε Γκεβάρα (Che Guevara Mausoleum)
Το Μαυσωλείο του Τσε Γκεβάρα (Mausoleo Che Guevara) είναι μνημείο στην πόλη της Σάντα Κλάρα. Είναι ο τελικός τόπος ταφής των οστών του Τσε και άλλων 29 συντρόφων του που δολοφονήθηκαν στη Βολιβία το 1967. Στην είσοδο του μαυσωλείου δεσπόζει το επιβλητικό, ύψους περίπου 7 μέτρων, μπρούντζινο άγαλμα του Κομαντάντε με το όπλο ανα χείρας. Το άγαλμα τοποθετήθηκε έτσι ούτως ώστε να κοιτά προς το νότο, δηλαδή προς τη Λατινική Αμερική, ως συμβολισμός του οράματος του Τσε για μια παναμερικανική επανάσταση ενάντια στον Ιμπεριαλισμό. Σε ανάγλυφα παρουσιάζονται στιγμές της ζωής και δράσης του Γκεβάρα ενώ το τελευταίο του γράμμα προς τον Φιντέλ Κάστρο είναι ολόκληρο χαραγμένο σε ειδική επιγραφή.
Η κατασκευή του Μαυσωλείου άρχισε πολύ πριν ανακαλυφθεί ο κρυφός τάφος του Τσε στη βολιβιανή ύπαιθρο. Οι κατασκευές, για τις οποίες εργάστηκαν εθελοντικά (πέραν των συνεργείων) εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι της πόλης, ξεκίνησαν το 1982 και ολοκληρώθηκαν το 1988 όταν και έγιναν τα εγκαίνια του μνημείου. Η φήμη του Μαυσωλείου παρ’ όλα αυτά, ως τόπος επισκεπτών απ’ όλο τον κόσμο, ξεκινά στα μέσα του 1997 όταν και μεταφέρθηκαν εκεί τα οστά του Τσε Γκεβάρα που ανακαλύφθηκαν απο επιστήμονες στο Βαλεγκράντε της Βολιβίας.
Στις 17 Οκτώβρη 1997 η πόλη της Σάντα Κλάρα, παρουσία χιλιάδων κουβανών και της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, υποδέχθηκαν τα ξύλινα φέρετρα με τα λείψανα του Τσε και άλλων έξι συντρόφων του. Την ίδια μέρα ο Φιντέλ Κάστρο έβγαλε επικήδειο λόγο στη μνήμη του συντρόφου και συναγωνιστή του, σειρήνες ήχησαν σε όλες τις πόλεις του νησιού και 21 κανονιοβολισμοί έλαβαν χώρα σε Σάντα Κλάρα και Αβάνα.
Τα επόμενα τρία χρόνια ενταφιάστηκαν στο Μαυσωλείο τα οστά 23 συνολικά ανταρτών που ανακαλύφθηκαν σε ομαδικούς τάφους στη Βολιβία. Ακολουθεί ο πλήρης κατάλογος των ανταρτών που έχουν ταφεί στο Μαυσωλείο:
Carlos Coello (Tuma)
Alberto Fernandez Montes de Oca (Pacho)
Orlando Pantoja Tamayo (Olo)
René Martínez Tamayo (Arturo)
Juan Pablo Navarro-Lévano Chang (El Chino)
Simeon Cuba Sarabia (Willy)
Haydée Tamara Bunke Bider (Tania)
Manuel Hernández Osorio (Miguel)
Mario Gutierrez Ardaya (Julio)
Roberto Peredo Leigue (Coco)
Aniceto Reinaga Cordillo (Aniceto)
Francisco Huanca Flores (Pablito)
Garvan Edilverto Lucio Hidalgo (Eustace).
Jaime Arana Campero (Chapaco).
Octavio de la Concepcion Pedraja (Moro).
Julio César Méndez Korné (Nato).
Apolinar Aguirre Quispe (Polo)
Freddy Maimura Hurtado (Ernesto)
Gustavo Manchin Hoed de Beche (Alejandro)
Israel Reyes Sayas (Braulio)
Juan Vitalio Acuña Nuñez (Joaquin)
Moises Guevara Rodriguez (Moses)
Walter Arencibia Ayala (Abel)
Eliseo Reyes Rodriguez (Rolando)
Antonio Sanchez Diaz (Marcos)
Serapio Aquino Tudela (Serafin)
Condori Casildo Varga (Victor)
Jose Maria Martinez Tamayo (Papi)
Restituto José Cabrera Flores (El Negro)
Σε διάστημα 12 ετών, απ’ το 1997 έως το 2009, υπολογίζεται ότι το Μαυσωλείο επισκέπτηκαν περίπου 3.5 εκατομμύρια άνθρωποι απο 100 διαφορετικές χώρες του κόσμου.

- Το φέρετρο με τα οστά του Τσε, Σάντα Κλάρα, Οκτώβρης 1997.
Ραούλ Κάστρο (Raúl Castro)
Ο Ραούλ Μοδέστο Κάστρο Ρούζ, όπως είναι το πλήρες όνομα του, είναι ο μικρότερος αδελφός του Φιντέλ και Πρόεδρος της Κούβας από το 2008. Γεννημένος το 1931 στο Μπιράν της Κούβας, η ζωή και η δράση του βρέθηκε πάντα στη σκιά του θρυλικού αδελφού του. Ο Ραούλ υπήρξε ο λόγος της συνάντησης του Φιντέλ με τον Τσε Γκεβάρα στο Μεξικό, καθώς ήταν πρωτοβουλία του ιδίου να συστήσει τον νεαρό τότε αργεντίνο γιατρό στον αδελφό του. Καθόλη τη διάρκεια της επαναστατικής δραστηριότητας στην Κούβα ο Ραούλ υπήρξε σταθερά αρωγός και υποστηρικτής των προσπαθειών του Φιντέλ, κάτι που συνεχίστηκε μέχρι τη μεταβίβαση των εξουσιών στον ίδιο το 2008.
Μετά την επιτυχή έκβαση της επανάστασης το 1959, ο Ραούλ διορίστηκε αρχηγός των κουβανικών ενόπλων δυνάμεων. Το 1962 διορίστηκε αναπληρωτής πρωθυπουργός ενώ αργότερα έγινε ο πρώτος αντιπρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου του κράτους. Θεωρείται ο υπουργός ενόπλων δυνάμεων (Άμυνας) με τη μακροβιότερη θητεία παγκοσμίως. Το 2006 ο Φιντέλ, λόγω εξασθενημένης υγείας, μεταβίβασε τις κυβερνητικές εξουσίες στο Ραούλ, κάτι που επισημοποιήθηκε το 2008 με την παραίτηση του ιστορικού ηγέτη από τη θέση του προέδρου.
Ο Ραούλ είναι παντρεμένος εδώ και 45 χρόνια με την Βίλμα Εσπίν και έχουν τρείς κόρες και ένα γιό.
Letter to Fidel Castro about the situation in Congo 1965
Το παρακάτω εστάλη από τον Τσε Γκεβάρα στον Φιντέλ Κάστρο στις 5 Οκτωβρίου 1965, δηλαδή τρείς ημέρες αφότου είχε αποστείλει το γράμμα του αποχαιρετισμού. Ο Τσε εξηγεί αναλυτικά στον Σύντροφο του την κατάσταση που επικρατούσε στο Κονγκό, στο οποίο είχε πάει γιά να συνδράμει τοπική μαρξιστική ομάδα ανταρτών. Η αποστολή του γράμματος – και ο τρόπος γραφής του Τσε – αποδεικνύει τους δεσμούς φιλίας και εμπιστοσύνης που συνέδεε τους δύο άνδρες, παρά το γεγονός ότι ο Γκεβάρα είχε πλέον εγκαταλείψει την Κούβα.
Congo, 5.10.1965
Dear Fidel,
I received your letter, which has aroused contradictory feelings in me — for in the name of proletarian internationalism, we are committing mistakes that may prove very costly. I am also personally worried that, either because I have failed to write with sufficient seriousness or because you do not fully understand me, I may be thought to be suffering from the terrible disease of groundless pessimism.
When your Greek gift [Emilio Aragones, a member of the Cuban central committee] arrived here, he told me that one of my letters had given the impression of a condemned gladiator, and the [Cuban health] minister [Jose Ramon Machado Ventura], in passing on your optimistic message, confirmed the opinion that you were forming.
You will be able to speak at length with the bearer of this letter who will tell you his firsthand impressions after visiting much of the front; for this reason I will dispense with anecdotes. I will just say to you that, according to people close to me here, I have lost my reputation for objectivity by maintaining a groundless optimism in the face of the actual situation. I can assure you that were it not for me, this fine dream would have collapsed with catastrophe all around.
In my previous letters, I asked to be sent not many people but cadres; there is no real lack of arms here (except for special weapons) — indeed there are too many armed men; what is lacking are soldiers. I especially warned that no more money should be given out unless it was with a dropper and after many requests. None of what I said has been heeded, and fantastic plans have been made which threaten to discredit us internationally and may land me in a very difficult position.
I shall now explain to you.
Soumialot [Gaston Soumialot, president of the Supreme Council of the Revolution] and his comrades have been leading you all right up the garden path. It would be tedious to list the huge number of lies they have spun. There are two zones where something of an organised revolution exists — the one where we ourselves are, and part of Kasai province (the great unknown quantity) where Mulele [Pierre Mulele, former minister under Lumumba and the first leader to take up arms] is based.
In the rest of the country there are bands living in the forest, not connected to one another; they lost everything without a fight, as they lost Stanleyville without a fight. More serious than this, however, is the way in which the groups in this area (the only one with contacts to the outside) relate to one another.
The dissensions between Kabila [then second vice-president of the Supreme Council of the Revolution and head of the eastern front where Guevara was] and Soumialot are becoming more serious all the time, and are used as a pretext to keep handing towns over without a fight. I know Kabila well enough not to have any illusions about him. I cannot say the same about Soumialot, but I have some indications such as the string of lies he has been feeding you, the fact that he does not deign to come to these godforsaken parts, his frequent bouts of drunkenness in Dar es Salaam, where he lives in the best hotels, and the kind of people he has as allies here against the other group.
Recently a group from the Tshombist [pro-government] army landed, in the Baraka area (where a major-general loyal to Soumialot has no fewer than a thousand armed men) and captured this strategically important place almost without a fight. Now they are arguing about who was to blame — those who did not put up a fight, or those at the lake who did not send enough ammunition. The fact is that they shamelessly ran away, ditching in the open a 75mm recoilless gun and two 82 mortars; all the men assigned to these weapons have disappeared, and now they are asking me for Cubans to get them back from wherever they are (no one quite knows where) and to use them in battle.
Nor are they doing anything to defend Fizi, 36km from here; they don’t want to dig trenches on the only access road through the mountains. This will give you a faint idea of the situation. As for the need to choose men well rather than send me large numbers, you and the commissar assure me that the men here are good; I’m sure most of them are — otherwise they’d have quit long ago. But that’s not the point. You have to be really well tempered to put up with the things that happen here. It’s not good men but supermen that are needed…
And there are still my 200; believe me, they would do more harm than good at the present time — unless we decide once and for all to fight alone, in which case we’ll need a division and we’ll have to see how many the enemy put up against us. Maybe that’s a bit of an exaggeration; maybe a battalion would be enough to get back to the frontiers we had when we arrived here and to threaten Albertville.
But numbers are not what matters; we can’t liberate by ourselves a country that does not want to fight; you’ve got to create a fighting spirit and look for soldiers with the torch of Diogenes and the patience of Job — a task that becomes more difficult, the more shits there are doing things along the way.
The business with the money is what hurts me most, after all the warnings I gave. At the height of my «spending spree» and only after they had kicked up a lot of fuss, I undertook to supply one front (the most important one) on condition that I would direct the struggle and form a special mixed column under my direct command, in accordance with the strategy that I outlined and communicated to you.
With a very heavy heart, I calculated that it would require $5,000 a month. Now I learn that a sum 20 times higher is given to people who pass through just once, so that they can live well in all the capitals of the African world, with no allowance for the fact that they receive free board and lodging and often their travel costs from the main progressive countries. Not a cent will reach a wretched front where the peasants suffer every misery you can imagine, including the rapaciousness of their own protectors; nor will anything get through to the poor devils stuck In Sudan. (Whisky and women are not on the list of expenses covered by friendly governments, and they cost a lot if you want quality.)
Finally, 50 doctors will give the liberated area of the Congo an enviable proportion of one per thousand inhabitants — a level surpassed only by the USSR, the United States and two or three of the most advanced countries in the world. But no allowance is made for the fact that here they are
distributed according to political preference, without a trace of public health organisation. Instead of such gigantism, it would be better to send a contingent of revolutionary doctors and to increase it as I request, along with highly practical nurses of a similar kind.
As the attached map sums up the military situation, I shall limit myself to a few recommendations that I would ask you all to consider objectively: forget all the men in charge of phantom groups; train up to a hundred cadres (not necessarily all blacks)… As for weapons: the new bazooka, percussion caps with their own power supply, a few R-4s and nothing else for the moment; forget about rifles, which won’t solve anything unless they are electronic. Our mortars must be in Tanzania, and with those plus a new complement of men to operate them we would have more than enough for now. Forget about Burundi and tactfully discuss the question of the launches. (Don’t forget that Tanzania is an independent country and we’ve got to play it fair there, leaving aside the little problem I caused.)
Send the mechanics as soon as possible, as well as someone who can steer across the lake reasonably safely; that has been discussed and Tanzania has agreed. Leave me to handle the problem of the doctors, which I will do by giving some of them to Tanzania. Don’t make the mistake again of dishing out money like that; for they cling to me when they feel hard up and certainly won’t pay me any attention if the money is flowing freely. Trust my judgment a little and don’t go by appearances. Shake the representatives into giving truthful information, because they are not capable of figuring things out and present utopian pictures which have nothing to do with reality.
I have tried to be explicit and objective, synthetic and truthful. Do you believe me?
Warm greetings,
CHE
Έχει την ίδια εμφάνιση με τον διάσημο πατέρα της, που τόσες εκατομμύρια φορές έχουμε δει σε φωτογραφίες και ντοκιμαντέρ. Βαθουλωμένα μάτια, μικρά και πολύ υγρά πίσω από δύο εξέχοντα ζυγωματικά.
