Cuba and the U.S.: Che Guevara’s interview to Monthly Review

The questions below were submitted, in writing, to Comandante Guevara by Leo Huberman during the week of the Bay of Pigs invasion; the answers were received the end of June 1961.

1. Have relations with the U.S. gone “over the brink” or is it still possible to work out a modus vivendi?

This question has two answers: one, which we might term “philosophical,” and the other, “political.” The philosophical answer is that the aggressive state of North American monopoly capitalism and the accelerated transition toward fascism make any kind of agreement impossible; and relations will necessarily remain tense or even worse until the final destruction of imperialism. The other, political answer, asserts that these relations are not our fault, and that, as we have many times demonstrated, the most recent time being after the defeat of the Giron Beach landing, we are ready for any kind of agreement on terms of equality with the Government of the United States.

2. The U.S. holds Cuba responsible for the rupture in relations while Cuba blames the U.S. What part of the blame, in your opinion, can be correctly attributed to your country? In short, what mistakes have you made in your dealings with the U.S.?

Very few, we believe; perhaps some in matters of form. But we hold the firm conviction that we have acted for our part in accord with the right, and that we have responded to the interests of the people in each of our acts. The trouble is that our interests, that is, those of the people, and the interests of the North American monopolies are at variance.

3. Assuming that the U.S. means to smash the Cuban Revolution, what are the chances of its getting help from the O.A.S. group?

Everything depends on what is meant by “smash.” If this means the violent destruction of the revolutionary regime with the help—likewise direct—of the O.A.S., I believe there is very little possibility, because history cannot be ignored. The countries of America understand the value of active solidarity among friendly countries, and they would not risk a reversal of such magnitude.

4. Does Cuba align itself in international affairs with the neutralist or Soviet bloc?

Cuba will align herself with justice; or, to be less absolute, with what she takes for justice. We do not practice politics by blocs, so that we cannot side with the neutralist bloc, nor, for the same reason, do we belong to the socialist bloc. But wherever there is a question of defending a just cause, there we will cast our votes—even on the side of the United States if that country should ever assume the role of defending just causes.

5. What is Cuba’s chief domestic problem?

It is difficult to assess problems with such precision. I can mention several: the “guerrillerismo” which still exists in the government; the lack of comprehension on the part of some sectors of the people of the necessity for sacrifice; the lack of some raw materials for industries and some non-durable consumer goods, resulting in certain scarcities; the uncertainty as to when the next imperialist attack will take place; the upsets in production caused by mobilization. These are some of the problems which trouble us at times, but, far from distressing us, they serve to accustom us to the struggle.

6. How do you explain the growing number of Cuban counter-revolutionaries and the defection of so many former revolutionaries?

Revolutions function by waves. When Mr. Huberman asked this question, perhaps it was accurate, but today there are fewer counter-revolutionaries than before Giron Beach. The counter-revolutionary attack increased slowly until it reached its climax on Giron Beach; then it was defeated and fell drastically to zero. Now that it is again attempting to raise its head and inflict new harm, our intention is to eliminate the counter-revolutionaries.

The defections of more or less prominent figures are due to the fact that the socialist revolution left the opportunists, the ambitious, and the fearful far behind and now advances toward a new regime free of this class of vermin.

7. Can the countries of Latin America solve their problems while maintaining the capitalist system, or must they take the path of socialism as Cuba has done?

It seems elementary to us that the way of the socialist revolution must be chosen, the exploitation of man by man must be abolished, economic planning must be undertaken, and all means of assisting the public welfare must be placed at the service of the community.

8. Are civil liberties, Western style, permanently finished while your government is in power?

This would depend on what civil rights were referred to—the civil right, for example, of the white to make the Negro sit in the rear of a bus; the right of the white to keep the Negro off a beach or bar him from a certain zone; the right of the Ku Klux Klan to assassinate any Negro who looks at a white woman; the right of a Faubus, in a word, or perhaps the right of a Trujillo, or Somoza, or Stroessner, or Duvalier. In any case, it would be necessary to define the term more precisely, to see if it also includes the right to welcome punitive expeditions sent by a country to the north.

9. What kind of political system do you envisage for Cuba after the present emergency period of reorganization and reconstruction is over?

In general terms it may be said that a political power which is attentive to the needs of the majority of the people must be in constant communication with the people and must know how to express what the people, with their many mouths, only hint at. How to achieve this is a practical task which will take us some time. In any event, the present revolutionary period must still persist for some time, and it is not possible to talk of structural reorganization while the threat of war still haunts our island.

Monthly Review, 1961, Volume 13, Issue 05 (September) / Cuba and the U.S.

Read the Greek version.

Κούβα και ΗΠΑ: Συνέντευξη του Τσε Γκεβάρα στο Monthly Review

Οι παρακάτω ερωτήσεις υποβλήθηκαν στον Κομαντάντε Γκεβάρα από τον Λίο Χάμπερμαν, για λογαριασμό του περιοδικού Monthly Review, κατά τη διάρκεια της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων (Απρίλιος ’61). Οι απαντήσεις δόθηκαν στο τέλος του Ιουνίου του 1961.

1. Οι σχέσεις της Κούβας με τις ΗΠΑ έχουν φτάσει στο χείλος του γκρεμού ή υπάρχει ακόμα η πιθανότητα να βρεθεί συμβιβαστική λύση;

Η ερώτησή σας έχει δύο απαντήσεις: μια πρώτη, την οποία μπορούμε να ορίσουμε ως “φιλοσοφική”, και μια δεύτερη, “πολιτική”. Η φιλοσοφική απάντηση είναι ότι οι επιθετικές διαθέσεις του βορειοαμερικάνικου μονοπωλιακού καπιταλισμού και η ταχύτατη μεταλλαγή του προς το φασισμό καθιστά οποιουδήποτε είδους συμφωνία αδύνατη. Και οι σχέσεις μας αναγκαστικά θα παραμείνουν τεταμένες ή θα χειροτερέψουν μέχρι την τελική καταστροφή του ιμπεριαλισμού. Η άλλη, η πολιτική απάντηση, διαβεβαιώνει ότι δεν είμαστε εμείς υπαίτιοι για τις κακές σχέσεις μας με τις ΗΠΑ, και ότι, όπως έχουμε πολλές φορές αποδείξει, τελευταία φορά μάλιστα μετά την ήττα τους κατά την απόβαση στην Ακτή του Γκιρόν, είμαστε έτοιμοι για οποιουδήποτε είδους συμφωνία ως ίσος προς ίσον με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

2. Οι ΗΠΑ θεωρούν υπεύθυνη την Κούβα για τη ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων ενώ η Κούβα κατηγορεί τις ΗΠΑ. Ποιο μερίδιο ευθύνης, κατά τη γνώμη σας, μπορεί να αποδοθεί δίκαια σε σας; Εν ολίγοις, τι λάθη έχετε κάνει στους χειρισμούς σας όσον αφορά τις σχέσεις σας με τις ΗΠΑ;

Πολύ λίγα, πιστεύουμε. Πιθανόν σε τυπικά ζητήματα. Αλλά έχουμε την ακλόνητη πεποίθηση ότι έχουμε ενεργήσει για λογαριασμό μας με δίκαιο τρόπο, και ότι έχουμε προστατέψει τα συμφέροντα του λαού μας σε κάθε μας ενέργεια. Το πρόβλημα είναι ότι τα συμφέροντά μας, δηλαδή αυτά του λαού μας, και τα συμφέροντα των βορειοαμερικάνικων μονοπωλίων βρίσκονται σε σύγκρουση.

3. Αν υποθέσουμε ότι οι ΗΠΑ αποφασίσουν να τσακίσουν την κουβανέζικη επανάσταση, ποιες είναι οι πιθανότητες να λάβουν βοήθεια από τον Οργανισμό Αμερικάνικων Κρατών;

Τα πάντα εξαρτώνται από το τι εννοούμε με τη λέξη «τσακίσουν». Αν σημαίνει τη βίαιη καταστροφή του επαναστατικού καθεστώτος με την – άμεση δε – βοήθεια του Οργανισμού Αμερικάνικων Κρατών, πιστεύω ότι υπάρχει πολύ μικρή πιθανότητα, επειδή η ιστορία δεν γίνεται να αγνοηθεί. Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής κατανοούν την αξία της έμπρακτης αλληλεγγύης μεταξύ των φιλικών χωρών, και δεν θα ρίσκαραν μια τόσο ριζική στροφή στην πολιτική τους.

4. Στις διεθνείς της σχέσεις, η Κούβα συντάσσεται με το μπλοκ των αδέσμευτων ή των Σοβιετικών;

Η Κούβα συντάσσεται με το δίκαιο. Ή, όντες λιγότερο απόλυτοι, με αυτό που αντιλαμβάνεται ως δίκαιο. Δεν ασκούμε πολιτική με μπλοκ, γι’ αυτό δεν μπορούμε να συνταχθούμε με το μπλοκ των αδέσμευτων, και για τον ίδιο λόγο, δεν ανήκουμε στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Αλλά οπουδήποτε προκύψει ζήτημα υπεράσπισης του δικαίου, εκεί θα δώσουμε την ψήφο μας – ακόμα και συντασσόμενοι με τις ΗΠΑ, αν ποτέ αυτή η χώρα αναλάβει το ρόλο του υπερασπιστή του δικαίου.

5. Ποιο είναι το μεγαλύτερο εσωτερικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Κούβα;

Είναι δύσκολο να αξιολογηθούν τα προβλήματα επακριβώς. Μπορώ να αναφέρω αρκετά: το μιλιταριστικό πνεύμα που υπάρχει ακόμα στην κυβέρνηση· η απουσία κατανόησης εκ μέρους ορισμένων κομματιών του λαού της ανάγκης για θυσίες· η έλλειψη ορισμένων πρώτων υλών για τη βιομηχανία και κάποιων μη διαρκών καταναλωτικών αγαθών, που έχουν ως αποτέλεσμα αναπόφευκτες θυσίες· η αβεβαιότητα όσον αφορά το πότε θα λάβει χώρα η επόμενη ιμπεριαλιστική επίθεση· η αρρυθμία στην παραγωγή που προκλήθηκε από τη γενική επιστράτευση. Αυτά είναι μερικά από τα προβλήματα που μας απασχολούν κατά περιόδους, αλλά, αντί να μας φέρνουν σε αμηχανία, μας βοηθούν να εθιστούμε στις δυσκολίες του αγώνα.

6. Πώς εξηγείτε τον ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό Κουβανών αντεπαναστατών και τη λιποταξία τόσο πολλών πρώην επαναστατών;

Οι επαναστάσεις δρουν κατά κύματα. Όταν ο κ. Χάμπερμαν έκανε αυτή την ερώτηση, πιθανό να ήταν ακριβής, αλλά σήμερα οι αντεπαναστάτες είναι λιγότεροι απ’ ότι πριν την απόβαση στην Ακτή του Γκιρόν. Η αντεπαναστατική επίθεση κλιμακωνόταν με αργό ρυθμό μέχρι που έφτασε στο αποκορύφωμά της στην Ακτή του Γκιρόν. Τότε ηττήθηκε και έπεσε αυτόματα στο μηδέν. Τώρα που προσπαθεί ξανά να σηκώσει κεφάλι και να καταφέρει νέα πλήγματα, ο σκοπός μας είναι να τσακίσουμε τους αντεπαναστάτες.

Οι λιποταξίες περισσότερο ή λιγότερο εξεχουσών προσωπικοτήτων οφείλονται στο γεγονός ότι η σοσιαλιστική επανάσταση άφησε πίσω της τους καιροσκόπους, τους φιλόδοξους και τους δειλούς και τώρα προχωρά μπροστά προς ένα νέο καθεστώς απαλλαγμένο από αυτή την κατηγορία σκουληκιών.

7. Μπορούν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής να λύσουν τα προβλήματά τους διατηρώντας το καπιταλιστικό σύστημα, ή πρέπει να ακολουθήσουν το μονοπάτι του σοσιαλισμού όπως έχει κάνει η Κούβα;

Για μας είναι βασικό ότι πρέπει να ακολουθήσουν το δρόμος της σοσιαλιστικής επανάστασης, να καταργήσουν την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, να αναλάβει το κράτος τον οικονομικό σχεδιασμό, και κάθε είδους κοινωνική πρόνοια να τεθεί στην υπηρεσία της κοινότητας.

8. Οι ατομικές ελευθερίες, δυτικού τύπου, έχουν τελειώσει οριστικά με την κυβέρνησή σας στην εξουσία;

Αυτό εξαρτάται από το για τι ατομικά δικαιώματα μιλάμε – το ατομικό δικαίωμα, για παράδειγμα, των λευκών να αναγκάζουν τους νέγρους να κάθονται στο πίσω μέρος ενός λεωφορείου· το δικαίωμα των λευκών να κρατάνε τους νέγρους μακριά από μια παραλία ή να τους έχουν αποκλείσει από μια συγκεκριμένη λωρίδα της· το δικαίωμα της Κου Κλουξ Κλαν να δολοφονεί οποιονδήποτε νέγρο κοιτάξει μια λευκή γυναίκα· το δικαίωμα ενός Φόμπους με μια λέξη, ή ίσως το δικαίωμα ενός Τρουχίγιο, ενός Σομόζα, ενός Στρόεσνερ ή ενός Ντουβαλιέρ. Σε κάθε περίπτωση, θα χρειαζόταν να οριστεί η έννοια «ατομικά δικαιώματα» με μεγαλύτερη ακρίβεια, για να ξέρουμε αν περιλαμβάνει και το δικαίωμα να καλωσορίζουμε εκστρατείες αντιποίνων που εξαπολύει μια χώρα στο βορρά.

9. Σε τι είδους πολιτικό σύστημα προσβλέπετε για την Κούβα αφού παρέλθει η παρούσα ειδική περίοδος αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης;

Σε γενικές γραμμές μπορεί να ειπωθεί ότι μια πολιτική δύναμη η οποία επαγρυπνεί για τις ανάγκες της πλειοψηφίας του λαού πρέπει να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με το λαό και να ξέρει πώς να εκφράσει αυτό που ο ίδιος, μέσω της πολυφωνίας του, μόνο να υποδείξει μπορεί. Το πώς θα το επιτύχουμε αυτό είναι ένα πρακτικό καθήκον που θα μας πάρει κάποιο χρόνο. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η παρούσα επαναστατική περίοδος πρέπει να συνεχιστεί για ορισμένο χρονικό διάστημα ακόμα, και δεν είναι εφικτό να μιλάμε για δομική ανασυγκρότηση ενόσω η απειλή πολέμου στοιχειώνει το νησί μας.

Monthly Review, 1961, Volume 13, Issue 05 (September) / Cuba and the U.S.

Μετάφραση στα ελληνικά: http://parakatathiki.blogspot.com.

Συνέντευξη με τον Τσε: Περί εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ανεξαρτησίας

Αποσπάσματα συνέντευξης του Υπουργού Βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στο δημοσιογράφο Μαριάνο Γκαρρέτα. Πηγή της συνέντευξης είναι η ιστοσελίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος του Περού «Patria Roja».

Κούβα. 20 Μαρτίου 1960.

Ακόμη θυμάμαι αυτό το απόγευμα, έχοντας αναλάβει την ευθύνη να πάρω συνέντευξη απ’ τον Υπουργό Βιομηχανίας, Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Ένα ζεστό απόγευμα στο νησί. Χτυπώ την πόρτα της κατοικίας του υπουργού και οι συνεργάτες του με οδηγούν ευγενικά σε αυτόν.

Υπήρχε ησυχία, αλλά με το ίδιο πνεύμα όπως πάντα. Στο χέρι του είχε ένα πούρο. Με χαιρέτησε θερμά και ξεκινήσαμε τη συνέντευξη.

– Κύριε Υπουργέ, πάντα αναφέρεστε στους όρους της πολιτικής κυριαρχίας (soberanía política) και οικονομικής ανεξαρτήσιας (independencia económica). Εξηγήστε αυτούς τους όρους.

– Οι ορισμοί είναι πάντα ατελείς, πάντα τείνουν να «παγώνουν» τους όρους απονεκρώνοντας τους, αλλά καλό είναι τουλάχιστον να δώσουμε μια γενική ιδέα αυτό των δύο δίδυμων όρων. Ένα από τα καθήκοντα μας είναι να εξηγήσουμε την τεράστια σπουδαιότητα του ζητήματος της πολιτικής κυριαρχίας και οικονομικής ανεξαρτησίας και την στενή σχέση των δύο αυτών όρων.  Μπορεί ένας εκ των δύο (όρων), όπως συνέβη κάποτε στην Κούβα, να προηγηθεί του άλλου αλλά σίγουρα θα συμβαδίσουν μαζί κάποια στιγμή, όπως στην περίπτωση της Κούβας η οποία έλαβε την πολιτική της ανεξαρτησία και σύντομα αφοσιώθηκε στο να πετύχει και την οικονομική αυτοτέλεια της.

– Όταν μιλάτε γιά «βασιλιάδες χωρίς στέμμα» στους λόγους σας, τι εννοείτε;

– Βασιλιάδες χωρίς στέμμα είναι τα μονοπώλια, οι πραγματικοί κυρίαρχοι ολόκληρων χωρών και, κάποιες φορές, ηπείρων, όπως συμβαίνει σήμερα στην αφρικανική ήπειρο, στο μεγαλύτερο μέρος της Ασίας και δυστυχώς, στην Αμερική μας.

– Πόσο σημαντικά είναι τα μονοπώλια;

– Η σημασία των μονοπωλίων είναι τεράστια, τόσο μεγάλη που αρνείται την πολιτική ισχύ των πολλών της δημοκρατίας μας – Εννοώ ότι η πολιτική κυριαρχία είναι ένας όρος που δε βρίσκεται στα λεξικά, αλλά πρέπει να την αναζητήσουμε λίγο περισσότερο βρίσκοντας τη ρίζα της.

– Τι εννοείτε λέγοντας εθνική κυριαρχία;

– Εθνική κυριαρχία σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, το δικαίωμα μιάς χώρας να μην δέχεται εξωτερικές παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Το δικαίωμα ενός λαού να εκλέγει την κυβέρνηση του και να επιλέγει τον τρόπο ζωής που του ταιριάζει περισσότερο, κάτι που εξαρτάται από τη θέληση και μόνο των ανθρώπων που αποφασίζουν την αλλαγή η όχι των κυβερνήσεων. Αλλά όλες αυτές οι έννοιες της πολιτικής κυριαρχίας, εθνικής κυριαρχίας είναι ψεύτικες εάν δε συνοδεύονται από οικονομική ανεξαρτησία.

– Πότε η Κούβα θα είναι ολοκληρωτικά ανεξάρτητη;

– Η Κούβα θα είναι ανεξάρτητη όταν θα έχει αναπτύξει όλες τις δυνατότητες της, (εκμεταλλευόμενη) τον εθνικό παραγωγικό της πλούτο και όταν θα έχει εξασφαλίσει, μέσω εμπορικών συμφωνιών, ότι καμιά μονομερής ενέργεια ξένης δύναμης δεν θα σταματήσει αυτήν τη διαδικασία. […]

– Η 1η Ιανουαρίου 1959 είναι πολύ σημαντική ημερομηνία για τον κουβανικό λαό….

– Αυτή ήταν μια μέρα που καθιερώνεται όλο και περισσότερο ως το ξεκίνημα όχι μόνο μιάς ανεπανάληπτης χρονιάς στην ιστορία της Κούβας, αλλά ως το ξεκίνημα μιας (νέας) εποχής. Αυτή η ημερομηνία συνοψίζει τους αγώνες ολόκληρων γενεών κουβανών από τη διαμόρφωση της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας. Αλλά είναι επίσης η ημερομηνία γέννησης μιάς πραγματικής πολιτείας, ελεύθερης και αυτοκυρίαρχης,

– Ποιός ήταν ο κύριος στόχος της Επανάστασης;

– Ο βασικός στρατηγικός στόχος της Επανάστασης ήταν η καταστροφή της επτάχρονης αιμοβόρας τυραννίας επί του κουβανικού λαού. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, η επανάσταση μας είναι μιά συνειδητή επανάσταση, που γνωρίζει ότι η πολιτική αυτοκυριαρχία είναι στενά συνδεδεμένη με την οικονομική αυτοτέλεια. Αυτή η Επανάσταση σκοπεύει στην ξερίζωση της αδικίας.

– Ποιοί είναι οι σημερινοί στόχοι της επαναστατικής κυβέρνησης;

– Οι στόχοι μας σήμερα είναι η επιτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης που θα αποτελέσει τη βάση για τη βιομηχανοποίηση της χώρας και την ποικιλοποίηση των εξωτερικών εμπορικών σχέσεων, την αύξηση του βιοτικού επιπέδου του κουβανικού λαού.

– Πως θα γίνει αυτό; Ποιός είναι ο δρόμος;

– Το μονοπάτι γιά την οικονομική μας απελευθέρωση είναι η νίκη επί των μονοπωλίων, των αμερικανικών πιό συγκεκριμένα. Ο έλεγχος της οικονομίας μιάς χώρας από μια άλλη αναμφιβόλως τη μειώνει και την περιορίζει.

Ένα άλλο βήμα του απελευθερωτικού μας αγώνα: το χτύπημα ενάντια στο μονοπώλιο του ξένου εμπορίου. Απ’ όλες τις υπογεγραμμένες συμφωνίες μας σημαντικότερη είναι αυτή με την Σοβιετική Ένωση.

– Αποτελεί η Κούβα παράδειγμα για τις Λατινοαμερικανικές χώρες;

– Είναι το παράδειγμα που φοβούνται οι ιμπεριαλιστές και αποικιοκράτες αμερικανοί. Θέλουν να μας συντρίψουν (οι ΗΠΑ) διότι αποτελούμε «σημαία» γιά την Αμερική και επιθυμούν να εφαρμόσουν μια καινούργια εκδοχή του δόγματος Μονρόε

Μαριάνο Γκαρρέτα.

ΑΛΕΙΔΑ ΓΚΕΒΑΡΑ: «Ο μπαμπάς μας δίδαξε να είμαστε Λατινοαμερικανοί» – ALEIDA GUEVARA: “Papá nos enseñó a ser latinoamericanos”

Έχει την ίδια εμφάνιση με τον διάσημο πατέρα της, που τόσες εκατομμύρια φορές έχουμε δει σε φωτογραφίες και ντοκιμαντέρ. Βαθουλωμένα μάτια, μικρά και πολύ υγρά πίσω από δύο εξέχοντα ζυγωματικά.

Με το πέρασμα των λεπτών, οι λέξεις γίνονται λόγια και χαμόγελα τα οποία μετά μετατρέπονται γρήγορα σε γέλια. Τα δάκρυα τρέχουν για λίγο σε ένα σύντομο απόσπασμα από τη συνέντευξη. Απίστευτο γιατί σίγουρα έχει ακούσει και θυμηθεί χιλιάδες φορές τον πατέρα της σε όλα αυτά τα χρόνια, ο οποίος πέθανε όταν αυτή ήταν μόλις έξι ετών. Η Ζούγκλα της Βολιβίας της τον είχε αφαιρέσει και της τον κράτησε κρυφό για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.

Η Αλέιδα ήρθε στην Αργεντινή για να παρουσιάσει το αδημοσίευτο βιβλίο της μητέρας της, της  Αλέιδα Μαρτς, η οποία ερωτεύτηκε στη Σιέρα Μαέστρα τον Τσε, όταν το κίνημα της 26ης Ιουλίου αγωνίστηκε και εν τέλη κατάφερε το 1959 την εκδίωξη της δικτατορίας του Φουλχένσιο Μπατίστα στη Κούβα.

Αναπόληση – Η ζωή μου με τον Τσε: αφηγείται τα χνάρια της ζωή της στο πλευρό του. Δασκάλα από την εξοχή, εντάχθηκε στον αγώνα, άλλαξε τη ζωή της, άφησε πίσω την οικογένειά της, μοιράστηκε τον θρίαμβο της Επανάστασης μαζί του, τον παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί του τέσσερα παιδιά.

Η Αλέιδα Γκεβάρα, τώρα, ταξιδεύει στον κόσμο, τόσο ως παιδίατρος αλλά κάνει και εθελοντική εργασία καθώς επιθυμεί να διαδώσει το έργο και τις επαναστατικές ιδέες των γονιών της.

«Η πόλη μου είναι εξωφρενικά θορυβώδης, αλλά υπήρξε μια μέρα που ήταν πλήρως σιωπηλή. Ήταν όταν τα λείψανά του πατέρα μου έφτασαν στην Κούβα από την Βολιβία και μεταφέρθηκαν οδικώς με πομπή από της Αβάνα στη Σάντα Κλάρα.»

«Ο πατέρας μου, χωρίς λόγια, ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε πώς να αγαπά»

Tiene la misma mirada del ce’lebre personaje, millones de veces difundido en fotos y documentales de e’poca. Los ojos hundidos, pequen~os y hu’medos muy detra’s de dos po’mulos prominentes. Aleida Guevara pone distancia so’lo al principio. Con el correr de los minutos, las palabras pasan a ser verborragia y las sonrisas se transforman en carcajadas. Resultan increi’bles sus la’grimas durante un breve pasaje de la entrevista. Increi’bles porque seguramente ese mismo recuerdo la sorprendio’ miles de veces. Ernesto “Che” Guevara murio’ cuando ella contaba con so’lo seis an~os. La selva boliviana se lo habi’a quitado para mantenerlo oculto por casi cuatro de’cadas. Aleida llego’ a la Argentina para presentar el libro ine’dito de su madre, Aleida March, que se enamoro’ del Che en plena Sierra Maestra, cuando el movimiento 26 de Julio peleaba en desventaja para desalojar a la dictadura de Cuba.

Evocacio’n. Mi vida al lado del Che recorre la vida de una campesina que siendo maestra se sumo’ a la lucha, cambio’ de vida a espaldas de su familia, compartio’ el triunfo de la Revolucio’n, se caso’ y tuvo cuatro hijos. Pero que tambie’n sufrio’ las ausencias de un marido que troto’ el planeta en pos del mismo ideario que lo condujo a los cargos ma’s importantes de su patria de adopcio’n. Aleida Guevara tambie’n recorre el mundo, lo hace tanto como pediatra voluntaria como tambie’n para difundir la obra de sus padres y asegura que cada vez que sale de su querida isla muere por volver. No es su primera vez aqui’. En una ocasio’n viajo’ a Rosario para visitar la casa que habi’a sido de su papa’. Cuando llego’ a la puerta, noto’ que faltaba la placa de bronce. Alguien le comunico’ que un explosivo la habi’a volado y tuvo que escuchar a una vecina indignada por el estruendo.

–?Que’ sintio’ ante semejante bienvenida?

–Esa sen~ora culpaba al Che por el petardo. No dije nada, pero desde los medios le conteste’ diciendo que si la gente no era capaz de defender una simple placa, ?co’mo iba a hacerlo frente a algo ma’s importante, como la vida.? En cuanto al pai’s no me pasa nada en particular. Papa’ nos ensen~o’ a ser latinoamericanos, porque lo era en serio. En Cuba nos educamos con la palabra de Jose’ Marti’, que deci’a que la patria abarcaba desde el Ri’o Bravo hasta la Patagonia. Hemos vivido mucho con argentinos, guerrilleros o no, que visitaban la isla y queri’an conocer a los hijos del Che, asi’ que siempre nos rodearon y ya estamos bastante interiorizados.

–?Por que’ cree que su madre tardo’ tanto en escribir su biografi’a?

–Tienes que pensar que ella tuvo que fabricarse una represa para seguir viviendo para sus hijos. Ernesto Guevara fue su primer novio, el padre de sus hijos, su maestro, gui’a, compan~ero y co’mplice. Fue el todo y de pronto, esta mujer tuvo que aprender a vivir sin e’l. Cuando e’ramos muy pequen~os, ella nos daba el beso de las buenas noches y hasta juga’bamos a los almohadazos. Cuando muere mi padre, todo eso se acaba. Ella segui’a caminando, viviendo porque debi’a hacerlo, pero seguro que era muy difi’cil. Tuvo que encerrarse para poder seguir adelante. Es una mujer parca e introvertida como toda campesina cubana que cuando conocio’ Buenos Aires admiro’ ma’s todavi’a a mi papa’, que dejo’ esta inmensidad para irse a esa islita del Caribe.

–?Co’mo es nacer y crecer hija de una pareja de revolucionarios?

–Es una historia muy linda, y te dara’s cuenta de que soy una mujer muy feliz solamente por ser fruto de un amor tan intenso. Eso te da una categori’a tremenda como ser humano. En una sociedad donde te permiten todo el tiempo actuar con los seres humanos eres una persona feliz. Tengo un privilegio, que es el de haber recibido tanto de esas dos personas y la mejor manera de devolver tanto es ser mejor con tu pueblo y lo ma’s u’til con ellos.

–En el libro se publican cartas de su padre. Difi’cil imaginar a un comandante con voz de mando tan carin~oso con su esposa.

–Una persona que lo conocio’ en A’frica quedo’ impresionado con aquel hombre que en medio de un atardecer dijo que extran~aba a su mujer y se puso a recitar un poema a la distancia. Mi padre era un argentino sui generis en ese sentido y aqui’ le cuento otra cosa. E’l hace una cri’tica muy interesante en su primer libro Notas de viaje, sobre su propio pai’s. Es sobre la pe’rdida de las rai’ces culturales en contraste con otros pai’ses que tuvo la suerte de recorrer. Pero es despue’s del triunfo revolucionario en Cuba cuando empieza a crecer como hombre, donde tiene que llevar a la pra’ctica todo lo que teni’a en la cabeza. Eso le paso’ an~os despue’s en su experiencia africana, desde donde tuvo que irse con un sentimiento de tristeza al no haber tenido tiempo para desarrollar en la pra’ctica sus ideas.

La charla va y viene, pasa por Aleida March a Aleidita y sus sentimientos como hija. A su tarea como me’dica en diferentes pai’ses, pero que dejo’ una huella enorme tambie’n en Angola. “Esos dos an~os alli’ fueron increi’bles. Siempre digo que Dante Alighieri hubiera conseguido material suficiente para describir el infierno”. Pronto, hablaremos de Cuba y del mundo aunque invariablemente el Che vuelva a escena. “E’l fue capaz de ir a dar todo por otro pai’s que no era el suyo y amarlo con tanta intensidad y tan sinceramente. Es uno de dos hombres que no nacieron en territorio nacional y llevan la nacionalidad cubana de nacimiento. Mi pueblo tiene fama de escandaloso y bullicioso, pero hubo un di’a en el que hizo silencio. Fue cuando llegaron sus restos y al paso del fe’retro, que recorrio’ el camino desde La Habana hasta Santa Clara. Yo trabajo con un grupo de nin~os minusva’lidos que no lo conocieron y que sin embargo lloraron. Cuando estuve en Bolivia visitando el lugar donde pusieron su cuerpo, habi’a centenares de me’dicos cubanos y paso’ lo mismo.”

–?Que’ opinari’a el Che de los cambios en Cuba?

–No se trata de cambios, sino de soluciones a antiguos problemas que nosotros teni’amos. Era inevitable que ocurriera porque este es un proceso de evolucio’n y dentro de la revolucio’n debe cambiarse todo lo que debe ser cambiado. Es algo normal dentro de una sociedad que va tomando ma’s taman~o desde el punto de vista econo’mico y del desarrollo social. Ahora tienes ma’s posibilidades de liberar un monto’n de cosas, se pueden hacer aperturas como dicen ustedes aqui’. La cuestio’n dentro de una sociedad es que tienes que aprender de los problemas que se van presentando porque errores se van a cometer toda la vida. Ahora estamos en un proceso de que el Estado cubano decide que no puede seguir manteniendo a un grupo de trabajadores que no son productivos, no se los puede sostener pero no por ello dejarlos en la calle. Entonces se les da la posibilidad de que trabajen por cuenta propia, y recursos para que puedan hacerlo. Creo que nuestro futuro estara’ en desarrollar cooperativas de servicios, que tiene ma’s que ver con nuestra sociedad que con la cosa individual.

–El llamado Primer Mundo colapso’. ?Fidel Castro y el Che teni’an razo’n o todo esta’ al reve’s?

–Por ahora no podemos cantar victoria porque el capitalismo tiene muchos mecanismos para resolver situaciones de este tipo y la peor que nos puede caer encima es una guerra. Es un recurso que han ido probando en distintas partes del mundo. Suerte para nosotros porque estamos alejados y podemos mantener por ahora nuestra propia autonomi’a, pero vamos a ver. La forma en co’mo ellos superaban las cosas ya fue vista en las sucesivas crisis ocurridas durante el siglo pasado.

–?No hay lugar para el optimismo entonces?

–Hay lugar, pero seri’a bueno que los gringos despertaran de su letargo. Los u’nicos que le pueden decir dicen no a las guerras son ellos, el pueblo. Son los u’nicos que pueden frenar la locura, tal como lo hicieron durante la guerra con Vietnam.

–?Que’ recuerdos tiene de su infancia junto al Che?

–Muy poco porque naci’ en 1960. Mientras yo creci’a, e’l daba dos veces la vuelta al mundo. Tengo el recuerdo de papi lleva’ndome a un corte de can~a siendo yo muy chiquita. Debo haber protestado por aquel madrugo’n pero no se’ co’mo se las arreglo’ para entretenerme. De alguna manera me quede’ tranquila sobre la pila de can~as mientras e’l cortaba y hablaba conmigo al mismo tiempo. Tengo ima’genes de mi padre llegando a la casa, quita’ndose casi toda la ropa. Nos subi’amos sobre su espalda, como si fuera un caballito, y nos paseaba por todo el pasillo. Hay otra imagen muy linda que se me grabo’ y que creo que corresponde a sus u’ltimos di’as en Cuba. Estaba vestido de militar en su cuarto, con mami enfrente, vestida con una bata. Mi hermano ma’s pequen~o en sus hombros y enorme mano acariciando su cabecita. Yo mire’ esa escena, nadie me la conto’, y quiza’ fue la u’ltima que tuve. A los diecise’is an~os comenzaron a aparecer esos recuerdos en mi’. Mi papa’, sin palabras, era un hombre que sabi’a amar. Logre’ darme cuenta de eso. Mi infancia transcurrio’ y no extran~e’ a papa’, lo tuve y lo siento presente, y ese es un logro de mi madre.

Πηγή: Sierra Maestra / http://veintitres.infonews.com, Myrsini Tsakiri.

Εγκαινιάστηκε το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» στην Αργεντινή | Studies Center devoted to Che is inaugurated in Argentina

ΡΟΣΑΡΙΟ – Ξεκίνησε και επίσημα τη λειτουργία του το νέο Κέντρο Λατινοαμερικανικών Μελετών «Τσε Γκεβάρα» (Centro de Estudios Latinoamericanos Ernesto Che Guevara/ CELChe) στη γενέτειρα του αργεντίνου επαναστάτη. Σκοπός του νέου Κέντρου είναι να αποτελέσει τη βάση πολυεπιστημονικής έρευνας πάνω στις ιδέες που γεννήθηκαν στη Λατινική Αμερική με ιδιαίτερη έμφαση ασφαλώς στη ζωή και τη δράση του Τσε. Η πρωτοβουλία γιά τη δημιουργία του Κέντρου Μελετών στο Ροσάριο ανήκει στον αδελφό του Τσε, Ραμίρο Γκεβάρα, ο οποίος προεδρεύει του Διοικητικού Συμβουλίου το οποίο αποτελείται από πέντε μέλη.

Σύμφωνα με το Νορμπέρτο Γκαλλιότι, εκ των πρωτεργατών του Κέντρου, οι μελέτες θα δημοσιοποιούνται στο κοινό και πρωταρχικός στόχος έρευνας θα είναι η οικονομική σκέψη του Τσε Γκεβάρα. Ο Ραμίρο Γκεβάρα δήλωσε ότι το αρχείο του Κέντρου Μελετών θα ενισχυθεί από υλικό που έχουν στην κατοχή τους μέλη της οικογένειας του Τσε. Ένα άμεσο σχέδιο είναι να γίνει μιά πανεθνική έκθεση στις πόλεις απ’ όπου ο επαναστάτης πέρασε κατά τα χρόνια της νεότητας του, με επίκεντρο φυσικά τη γενέτειρα του, την πόλη του Ροσάριο.

Στα εγκαίνια που έλαβαν χώρα την Τρίτη 15 Νοεμβρίου παρέστη πλήθος κόσμου, μέλη αριστερών οργανώσεων και ενώσεων αλληλεγγύης προς την Κούβα και η Γ.Γ. της Κεντρικής Ένωσης Εργατών Αργεντινής.

★★★

ROSARIO – The new Latin-American Studies Center «Che Guevara» (Centro de Estudios Latinoamericanos Ernesto Che Guevara / CELChe) was inaugurated on Tuesday 15th of November in the birthplace of the Argentine revolutionary. The new Center’s aim is to provide a multidisciplinary research based on the ideas that were born in Latin America with an especial emphasis on Che Guevara’s life, activity and work. The initiative for the creation of the Center for Studies in Rosario belongs to Che’s brother, Guevara Ramiro, who chairs the Board of Directors consisting of five members.

The opening was held Tuesday, November 15 and was attended by numerous people, members of leftist organizations, solidarity associations with Cuba and the Secretary of the Youth of the Argentinian General Workers’ Union.

Νέο βιβλίο γιά τη δολοφονία του Τσε εκδόθηκε στις Η.Π.Α.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Περισσότεροι από 300 άνθρωποι προσήλθαν στα γραφεία της μόνιμης αντιπροσωπείας της Κούβας στον Ο.Η.Ε. αναμένοντας την παρουσίαση του βιβλίου «Ποιός σκότωσε τον Τσε;» (Who Killed Che?), των αμερικανών συγγραφέων Μάικλ Ράτνερ και Μάικλ Στίβεν Σμιθ. Στην εκδήλωση τιμήθηκε η μνήμη του δικηγόρου Λέοναρντ Βάινγκλας ο οποίος υπήρξε επικεφαλής της ομάδας υπεράσπισης των Πέντε Κουβανών πατριωτών που κρατούνται σε φυλακές της Φλόριντα από το 1998. Στην περίπτωση τους άλλωστε αφιερώθηκε μεγάλο μέρος της εκδήλωσης στην οποία παραβρέθηκε ο πρέσβης της μόνιμης Κουβανικής αντιπροσωπείας Πέδρο Νούνες Μοσκουέρα.

Το κοινό παρακολούθησε ζωντανή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των συγγραφέων και του προέδρου της Κουβανικής Εθνικής Συνέλευσης της Λαϊκής Εξουσίας, Ρικάρντο Αλαρκόν, ο οποίος σχολίασε το νέο περιεχόμενο του νέου βιβλίου. «Παρουσιάζετε ξεκάθαρα ποιός δολοφόνησε τον Τσε» είπε ο κουβανός αξιωματούχος ο οποίος έγραψε τον πρόλογο του βιβλίου που εκδόθηκε στα αγγλικά. Η ισπανική του μετάφραση αναμένεται να εκδοθεί στην Κούβα.

Ο Ράτνερ δήλωσε ότι οι κουβανοί γνωρίζουν καλά την υπόθεση: Ο Τσε δολοφονήθηκε έπειτα από εντολές των Η.Π.Α.. Οι αμερικανοί πολίτες όμως πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις της Βολιβίας και των Ηνωμένων Πολιτειών ήθελαν να συλλάβουν τον αργεντίνο αντάρτη ζωντανό. «Το βιβλίο μας», είπε ο Ράτνερ, «αποδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον ήθελε σιγουρευτεί ότι ο Τσε θα δολοφονηθεί, όπως ακριβώς είχαν προσπαθήσει να κάνει με τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο και με τον πρόεδρο, Ραούλ Κάστρο». «Αυτό το βιβλίο», πρόσθεσε, «προσφέρει ισχυρά πειστήρια ενάντια στα επιχειρήματα της CIA, η οποία όχι μόνο είχε γνώση του τι συνέβη αλλά έδωσε την τελική άδεια γιά τη δολοφονία του Τσε και ήταν βασικός ενορχηστρωτής της πολιτικής κεφαλαιοποίησης αυτού του γεγονότος (προς όφελος των Η.Π.Α)».

Γιά τους Πέντε κουβανούς, ο Ράτνερ σημείωσε ότι είναι «πέντε ήρωες γιά κάθε έναν από εμάς και γιά όλους μας», επειδή επιχείρησαν να σταματήσουν τις αντι-κουβανικές τρομοκρατικές ενέργειες.

Ο Μάικλ Ράτνερ είναι πρόεδρος του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Νέας Υόρκης και της American Bar Association. Είναι συγγραφέας των βιβλίων The Trial of Donald Rumsfeld: A Prosecution by Book και The Pinochet Papers y Against War with Iraq and Guantánamo: What the World Should Know. Ο Μάικλ Στίβεν Σμιθ είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Νέας Υόρκης και συγγραφέας του βιβλίου Notebook of a Sixties Lawyer: An Unrepentant Memoir y Lawyers You’ll Like.

* Ηλεκτρονική εφημερίδα Escambray, 6 Νοεμβρίου 2011.

Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι (Μέρος Δεύτερο)

[Συνέχεια από Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι]

Του Πάνου Πικραμένου.

Στις 8 και 10 Ιανουαρίου 1967, η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΒ επικυρώνει τις θέσεις του Μονχέ. Ο Γκεβάρα βρίσκεται πια σε ρήξη με το Κομουνιστικό Κόμμα και δεν θα έχει την υποστήριξή του. «Τώρα το Κόμμα σηκώνει ιδεολογικά όπλα εναντίον μας», θα σημειώσει στο ημερολόγιο του. Αργότερα θα πληροφορηθεί ότι τον Νοέμβριο ο Μονχέ βρισκόταν στην Βουλγαρία. Στην πραγματικότητα όμως είχε φθάσει μέχρι την Μόσχα, για να πάρει οδηγίες από το Κρεμλίνο. Η θέση των Σοβιετικών είναι σαφής και βασιζόταν στις συμφωνίες που είχαν συνάψει με τις ΗΠΑ μετά την κρίση των πυραύλων: η Λατινική Αμερική πρέπει να παραμείνει ως έχει. Δεν χρειάζονταν επαναστατικά κινήματα, και ο Μονχέ έχει λάβει εντολή να αποτρέψει τον Τσε. «Η στάση του Μονχέ μπορεί να επιβραδύνει τις εξελίξεις από την μία πλευρά, αλλά να συμβάλλει από την άλλη, καθώς με απελευθερώνει από πολιτικές δεσμεύσεις. Το βέβαιο είναι ότι το σχέδιό μας αποδυναμώνεται από την στιγμή που χάνει την συμμετοχή της πιο σημαντικής δύναμης της ριζοσπαστικής βολιβιανής Αριστεράς, και τώρα πρέπει να στήσουμε ένα δίκτυο πόλεως ανεξάρτητο από αυτά που χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα», σημειώνει ο Τσε, ο οποίος έχει αντιληφθεί πολύ καλά τι γίνεται.

Ο Μονχέ ερχόμενος έπρεπε να είχε φέρει και μια κρυπτογραφική συσκευή. Χωρίς αυτή δεν μπορούσε να λειτουργήσει ο ασύρματος με τον οποίο ο Τσε επικοινωνούσε με την Αβάνα. Τον βεβαιώνει ότι θα την φέρει αργότερα, όμως δεν έφτασε ποτέ. Έτσι, ο Τσε μπορεί να ακούει τις εντολές του Κάστρο από τον ασύρματο, όμως δεν μπορεί να απαντήσει και να υποβάλει ερωτήσεις. Η αδυναμία αυτή θα αποδειχθεί καθοριστική για την μοίρα του αντάρτικου στη Βολιβία. Αν και ο Μονχέ, χρόνια αργότερα, αρνήθηκε ότι σκόπιμα δεν παρέδωσε το κρυπτογραφικό κλειδί, το γεγονός θεωρείται από τον ίδιο τον Τσε τμήμα της υπονομευτικής τακτικής που εκπορευόταν από τη Μόσχα.

11 Ιανουαρίου: «Ο Αλεχάντρο και ο Πέδρο επιστρέφουν από τη σπηλιά και μου ανακοινώνουν ότι διάφορα εξαρτήματα του ασυρμάτου οξειδώθηκαν. Αν προσθέσουμε σε αυτό ότι δύο ασύρματοι σπάσανε, θα έχουμε μια θλιβερή εικόνα των ικανοτήτων του Αρτούρο». Οι ατυχίες και οι αναποδιές είχαν αρχίσει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η αστυνομία είχε αρχίσει να ερευνά την περιοχή, γιατί είχε εξαπλωθεί η φήμη ότι στο αγρόκτημα έστηναν ένα εργαστήριο παρασκευής κοκαΐνης. Στις 26 Ιανουαρίου όμως στο στρατόπεδο φθάνει ο Μόιζες Γκεβάρα, Βολιβιανός κομουνιστής, προσκείμενος στη μαοϊκή τάση και συνονόματος του Τσε. Η περίπτωσή του είναι εντελώς διαφορετική από αυτή του Μονχέ, την οποία ο Τσε χαρακτηρίζει «προδοτική». Ο Μόιζες ήταν ένθερμος οπαδός της ένοπλης επανάστασης και του αντάρτικου, γεγονός που προκάλεσε την διαγραφή ολόκληρης της ομάδας του από το Κόμμα. Είναι ο δεύτερος πυλώνας μετά τον Μονχέ, στον οποίο ο Τσε σκοπεύει να στηριχθεί για να ξεκινήσει το αντάρτικο στην Βολιβία.

Αν και η στάση του ήταν έντιμη, τελικά ο Μόιζες αποδεικνύεται μικρότερος των περιστάσεων. Ο Μόιζες είναι επικεφαλής 20 ετοιμοπόλεμων ανδρών. Όμως, από τις 15 Ιανουαρίου που αρχίζει το καρναβάλι, δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τους άνδρες του και αυτοί χάνονται μεθυσμένοι και μεταμφιεσμένοι στο πλήθος. Καταφέρνει να βρει επτά από αυτούς και καθυστερεί για να βρει και τους υπόλοιπους. Αναγκάζεται να στρατολογήσει αντάρτες από το συνδικάτο μεταλλωρύχων, οι οποίοι είναι άσχετοι με τα στρατιωτικά ζητήματα. Μεταξύ τους και ο καθολικός ιερέας Μπαρέρα Κιντάνα, ο επονομαζόμενος Ντανιέλ, που θα παίξει μοιραίο ρόλο στην εκστρατεία, αφού θα καταδώσει την ομάδα στα κυβερνητικά στρατεύματα προτού προλάβει να προετοιμαστεί επαρκώς.

Αναλύοντας την απόδοση της ομάδας για τον μήνα Ιανουάριο, ο Τσε σχολιάζει: «Όπως το περίμενα η στάση του Μόνχε ήταν γεμάτη υπεκφυγές στην αρχή και προδοτική μετά. Το κόμμα έχει ήδη ξεσηκωθεί εναντίον μας και δεν ξέρω μέχρι που θα φτάσει, αλλά αυτό δεν θα μας σταματήσει και ίσως, μακροπρόθεσμα να αποδειχθεί και ωφέλιμο (είμαι σχεδόν σίγουρος γι αυτό). Οι πιο ειλικρινείς και μαχητικοί άνδρες θα έρθουν με το μέρος μας, ακόμη κι αν περάσουν από μια συνειδησιακή κρίση λιγότερο ή περισσότερο βαθιά». Τελικά, καταφθάνουν στο στρατόπεδο 53 επαναστάτες, οι περισσότεροι ανεκπαίδευτοι, έναντι των 250 επίλεκτων ανδρών που όπως προέβλεπε το σχέδιο έπρεπε να είναι έτοιμοι στις 20 Δεκεμβρίου. Μαζί τους έρχεται και η Λογιόλα Γκούζμαν, φοιτήτρια και ταμίας της κομμουνιστικής νεολαίας και αργότερα ένας νεαρός Γάλλος διανοούμενος, ο Ρεζίς Ντεμπρέ. Στις 1 Φεβρουαρίου 27 αντάρτες, 15 Κουβανοί και 12 Βολιβιανοί, αναχωρούν για εξερεύνηση της περιοχής, στην κατεύθυνση του Ρίο Γράντε. Η πορεία σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε να διαρκέσει δεκαπέντε ημέρες, όμως τελικά διάρκεσε έξι εβδομάδες και προκάλεσε φθορές στους αντάρτες. Στις 4 Φεβρουαρίου μετά από συνεχείς πορείες διάρκειας δέκα και δώδεκα ωρών η φάλαγγα αρχίζει να νιώθει την εξάντληση. «Ο δρόμος σχετικά καλός, αλλά καταστροφικός για τα παπούτσια, κι έτσι υπάρχουν ήδη κάμποσοι σύντροφοι σχεδόν ξυπόλητοι. Οι άνδρες είναι εξαντλημένοι αλλά όλοι έχουν ανταποκριθεί αρκετά καλά. Εγώ έχω απαλλαγεί από δεκαπέντε περίπου λίμπρες βάρος και μπορώ να περπατάω με άνεση, αν και ο πόνος στους ώμους γίνεται ώρες ώρες ανυπόφορος».

Στην πραγματικότητα η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη απ΄ότι περιγράφει ο Τσε. Η εξερεύνηση είχε αποδειχθεί εξαρχής πολύ σκληρή λόγω του δασώδους εδάφους και της αδιάκοπης βροχής. Οι άνδρες είναι τόσο εξουθενωμένοι που μερικοί δεν μπορούν ούτε να φάνε. Φτάνουν στο ποταμό Ρίο Γκράντε αλλά δεν μπορούν να τον διαβούν και κατασκηνώνουν για να ξεκουραστούν. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μία απόλυτη ερημιά χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Συνεχίζοντας την αναγνωριστική πορεία αρχίζουν να υποφέρουν και από ασιτία. Τελικά βρίσκουν κάποιους χωρικούς που τους προμηθεύουν καλαμποκάλευρο, όμως έτσι τα κυβερνητικά στρατεύματα θα αντιληφθούν την παρουσία τους. Το δύσβατο έδαφος τους ταλαιπωρεί αφάνταστα και συχνά αναγκάζονται να γυρίζουν πίσω όταν συναντούν απότομες χαράδρες και φαράγγια.

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο, 22 Φεβρουαρίου έως 19 Μαρτίου 1967.

«Υψόμετρο 1180 μέτρα. Βρισκόμαστε στις πηγές του χειμάρρου που πέφτει στο Μασικούρι… Μαύρη μέρα για μένα. Κρατιέμαι με τα δόντια, γιατί νιώθω πολύ εξαντλημένος… Το μεσημέρι ξεκινάμε με έναν ήλιο που λιώνει τις πέτρες… Αποφασίσαμε να κατεβούμε από ένα μέρος που περπατείται, αν και είναι πολύ απόκρημνο… Διασχίζοντας τον Ρίο Γκράντε ο Μπενχαμίν που δεν ήξερε κολύμπι πνίγηκε… οι τελευταίες ημέρες της πείνας άφησαν να φανεί μία μείωση του ενθουσιασμού, που γίνεται όλο και πιο προφανής όσο σώνονται οι προμήθειες… οι κυνηγοί σκότωσαν δύο μικρές μαϊμούδες, ένα περιστέρι και έναν παπαγάλο που απετέλεσαν το γεύμα μας… το ηθικό είναι πεσμένο και η φυσική κατάσταση χειροτερεύει μέρα με την μέρα, τα πόδια μου άρχισαν να πρήζονται… αποφασίσαμε να φάμε το άλογο… η σχεδία παράδερνε μέχρι που την παρέσυρε μία δίνη… το τελικό αποτέλεσμα ήταν να χαθούν πολλά σακίδια, σχεδόν όλες οι σφαίρες, έξι τουφέκια κι ένας άνθρωπος…».

Όπως φαίνεται από το «Ημερολόγιο της Βολιβίας», η εκστρατεία δεν άρχισε καλά από την πρώτη κιόλας στιγμή και δυστυχώς για τους αντάρτες έτσι θα συνεχίσει. Κατά περίεργο τρόπο ο Τσε δεν αντιλαμβάνεται αυτά τα μηνύματα και ακόμη περισσότερο δεν αξιολογεί σωστά την έλλειψη επαφής με τους κατοίκους τηςπεριοχής οι οποίοι δεν είναι ιδεολογικά και ψυχολογικά προετοιμασμένοι για να υποδεχθούν ένα αντάρτικο εκστρατευτικό σώμα στην περιοχή τους. Ο Τσε πίεζε συνεχώς την ομάδα να ξεπερνάει τα όριά της και συχνά η απαιτητικότητά του έφτανε τα όρια της απανθρωπιάς. Όμως η πειθαρχία για κάποιους λόγους ήταν εξαρχής χαλαρή. Ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίς Ντεμπρέ, που συνόδευε την ομάδα, γράφει: «Φωνή σαρκαστικού βαρύτονου, που επιπλήττει πότε τους μεν πότε τους δε. Γιατί ανέβηκε η Τάνια μαζί με τους επισκέπτες; Οι διαταγές ήταν να μείνει κάτω να κάνει τις επαφές. Κι εσύ Ρενέ, έχεις έρθει εδώ ως τεχνικός και δεν ξέρεις καν πώς να κάνεις τον πομπό να δουλέψει… Η Τάνια, η μόνη γυναίκα της ομάδας, στρέφει αλλού το πρόσωπό της, με δάκρυα στα μάτια. Ο Ρενέ δεν απαντάει. Δεν υπάρχει πια βενζίνη για να βάλει το μοτέρ του πομπού να δουλέψει.

Ο Τσε είναι αδυσώπητος. Πρώτα απ όλα με τον ίδιο του τον εαυτό… Πολύ περισσότερο απ ότι με τους άνδρες του, και περισσότερο με τους άνδρες του παρά με τον εχθρό… Τα δύο μοναδικά προσωπικά του προνόμια ήταν το να μην κάνει νυχτερινές βάρδιες στις σκοπιές και όταν έβγαινε από το στρατόπεδο ένα θερμός με καφέ που κουβαλούσε στο σακίδιό του…».

Σύντομα θα αρχίσουν και οι εχθροπραξίες. Στις 19 Μαρτίου παρατήρησαν ένα μικρό αναγνωριστικό αεροπλάνο να πετάει πάνω από την ομάδα που συνέχιζε την πορεία. Νωρίτερα ο καθολικός ιερέας Μπαρέρα και ένας αντάρτης έχουν λιποτακτήσει. Όταν προσπαθούν να πουλήσουν τα όπλα τους, η αστυνομία τους συλλαμβάνει και αυτοί ομολογούν όχι μόνο όσα γνωρίζουν αλλά …πολύ περισσότερα όσα δηλαδή τους υπαγορεύουν οι στρατιωτικοι.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.