Συντάκτης: Guevaristas
Νέο μνημείο για τον Τσε στη Βενεζουέλα / A new monument for Che in Venezuela
ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ – Μια μαρμάρινη πλάκα που συμβολίζει την επίσκεψη του Τσε Γκεβάρα στη Βενεζουέλα στις αρχές της δεκαετίας του 1950 τοποθετήθηκε στην κωμόπολη Κολλάδο δελ Κόντορ, στις βενεζοελάνικες Άνδεις. Τα εγκαίνια της πλάκας έγιναν με την ευκαιρία της 84ης επετείου από τη γέννηση του αργεντίνου επαναστάτη και τα 60 χρόνια από την επίσκεψη του Τσε στην χώρα (Ιούνιος 1952). Ο νεαρος τότε Ερνέστο είχε επισκεπτεί την περιοχή κατά τη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού του στη Λατινική Αμερική, πτυχές του οποίου έχουν δημοσιευθεί στα γνωστά «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας».
Ειδική πλάκα αναφέρει το εξής: «Τούτο το μνημείο μπορεί να καταστραφεί χιλιάδες φορές από ατιμία αλλά είμαστε σίγουροι πως πάντοτε θα υπάρχει κάποιος έντιμος άνθρωπος που θα το ανεγείρει και πάλι και αυτό θα σημαίνει πως υπάρχει ακόμη ελπίδα για την Ανθρωπότητα». Το μήνυμα αυτό σχετίζεται με την αθλιότητα ορισμένων αγνώστων να σπάσουν, το 2007, την προτομή του Τσε που είχε τοποθετηθεί στο σημείο.
Πηγή: sabinabecker.com (Μέσω Sierra Maestra/Yannis Tsal).
A plaque marking a special place in Venezuela where Che Guevara himself set foot in the early 1950s, on the Collado del Condor in the Venezuelan Andes, was unveiled today, on the 84th anniversary of his birth, and the 60th anniversary of that day in 1952 when the young Eresto, who was not yet widely called Che, came to this spot on the same journey he recorded in The Motorcycle Diaries. Here’s what it reads:
He passed through here, he went in the footsteps of Bolívar, riding on the back of his same dreams, he bore the same hurricane in his wake. He passed through here, retracing his own steps, seeking the Revolution, even though he did know he carried it in his heart. He came from the land of the gaucho, he carried in his footsteps the groan of the wounded Inca, and on his forehead the mark of those who love Humanity. An immense tree grew, its roots feed upon America, and one day with its branches it filled the world with hope. With this monument we remember Che and we follow in his footsteps. This monument might be destroyed a thousand times by infamy, but, we are sure, there will always be an honest man who will erect it again, and this will be the sign that there is still hope for Humanity.
The line about how “this monument might be destroyed a thousand times by infamy” refers to an ugly incident in 2007, when unidentified vandals destroyed a sculpture of Che that used to be located on the same mountain. Let’s hope this bronze plaque proves harder to deface. In any event, what it says is true; Che’s imprint on the world will never be erased, no matter what infamies are concocted to desecrate his memorials.
14 Ιουνίου: 84 χρόνια από τη γέννηση του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα
Ογδοντα-τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα εκείνη, στις 14 Ιουνίου 1928, που η Σέλια ντε λα Σέρνα έφερε στον κόσμο τον Ερνέστο Γκεβάρα, τον άνθρωπο που τρείς δεκαετίες αργότερα έμελλε να γίνει ο παγκόσμιος επαναστάτης, ο «Τσε». Στο βιβλίο του για τον Γκεβάρα ο γάλλος συγγραφέας Ζαν Κορμιέ αφηγείται τη γέννηση και στιγμές των παιδικών χρόνων του «ασθματικού αγοριού»:
«ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ, 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928, επί προεδρίας του Ιπόλιτο Ιριγκογιέν. Ο Ερνέστο Γκεβάρα, αυτός που θα γινόταν ο Τσε, δεν ήταν από τη μοίρα προορισμένος για μια στεριωμένη ζωή. Η Σέλια ντε λα Σέρνα κατεβαίνει τον ποταμό Παρανά με τον άνδρα της, τραβώντας για το Μπουένος Άιρες, όπου σκόπευε να ξεγεννήσει, μιας και οι πρώτοι πόνοι την πιάνουν στο Ροσάριο ντε Λα Φε. Κατεβαίνουν με καράβι, ένα ταξί μεταφέρει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το ζευγάρι απ’ την αποβάθρα στους συγγενείς, κι εκεί είναι που το μωρό, που βαφτίζεται Ερνέστο, όπως ο πατέρας του, βλέπει για πρώτη φορά το φως της μέρας.
Η κληρονομικότητα του είναι πολυτάραχη: ένας παππούς χρυσοθήρας στην Καλιφόρνια, ιρλανδέζικο αίμα απ’ την πλευρά του πατέρα, βάσκικο αίμα απ’ τη μεριά της μητέρας – υπάρχει κυρίως κάποια Αλμπερτίνα Ουγκάλδε, που πεθαίνει στα είκοσι της χρόνια από κίτρινο πυρετό το 1871. Ένα ιρλανδο-βασκικό κοκτέιλ ιδιαίτερα εκρηκτικό κυλάει στις φλέβες του νεαρού βλαστού αυτής της καθωσπρέπει οικογένειας. Οι Γκεβάρα δε ριζώνουν στο Ροσάριο.
Μόλις το παιδί είναι σε θέση να ταξιδέψει ξαναπαίρνουν, κατεβαίνοντας τον ποταμό, το δρόμο για τον Ατλαντικό. Σύντομη στάση στο Μπουένος Άιρες, όπου είχαν πρωτοσυναντηθεί όταν ήταν ακόμη φοιτητές, κι έπειτα ξαναφεύγουν σ’αντίθετη κατεύθυνση μέχρι το ποταμίσιο λιμανάκι της Καραγκουατάι, όπου ο Ερνεστίτο αρχίζει να γνωρίζει τη ζωή. Ο Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, ως μηχανικός, εξασφαλίζει ένα συμβόλαιο εκμετάλλευσης στο Άλτο Παρανά, στα σύνορα με την Παραγουάη, μια περιοχή στην οποία τα δάση παραμένουν σε μεγάλο βαθμό παρθένα και μυστηριώδη. […] Ο Ερνεστίτο κάνει τα πρώτα του βήματα μέσα σ’αυτόν τον τεράστιο και πυκνό βοτανικό κήπο, στην σκιά ενός γιγάντιου πεύκου που γέρνει πάνω απ’ το ξύλινο σπίτι που έχτισε ο πατέρας του. Στις 31 Δεκεμβρίου 1929, η οικογένεια αποκτά άλλο ένα μικρό κοριτσάκι που βαφτίζεται Σέλια, όπως η μητέρα του.
Ένα μαγιάτικο πρωινό του 1930, καθώς ετοιμάζεται να γιορτάσει τα δυο χρόνια του Τετέ, όπως φωνάζουν τον Ερνέστο, η Σέλια τον πηγαίνει για μπάνιο στον ποταμό. Βγαίνοντας απ’ το νερό, ο πιτσιρίκος τουρτουρίζει. Η απότομη αλλαγή θερμοκρασίας που μαστίζει την περιοχή αυτή της Νότιας Αμερικής στάθηκε μοιραία γι’ αυτόν. Το ίδιο κι όλας βράδυ άρχισε να βήχει. Ο γιατρός διαπιστώνει πνευμονία, που οφείλεται εν μέρει σε μια πνευμονική συμφόρηση που το νεογέννητο είχε πάθει στο Ροσάριο. Είναι η αρχή μιας κατάρας που θα βαραίνει από εδώ και μπρος την ζωή των Γκεβάρα, κι έπειτα το ίδιο το πεπρωμένο του Ερνέστο. Το άσθμα του παιδιού επιβάλλει στην οικογένεια τη νομαδική ζωή, σε αναζήτηση κατάλληλου κλίματος. Αφού η υγρασία του Άλτο Παρανά αποδείχτηκε ολέθρια, οι γονείς του αποφασίζουν να επιστρέψουν στο Μπουένος Άιρες. Νοικιάζουν ένα διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην οδό Μπουσταμάντε, στη γωνία με την οδό Πένια. Αλίμονο, οι κρίσεις άσθματος δεν σταματούν για πολύ. Καινούργια έξοδος λοιπόν, με τρένο τούτη τη φορά, προς τον πιο ξηρό αέρα στους πρόποδες των Άνδεων. Φτάνοντας στην Κόρδομπα, το παιδί δείχνει ν’ ανασαίνει βαθιά και οι Γκεβάρα εγκαθίστανται στο Αργκέγιο, μια γειτονική περιοχή. Όμως μετά απο μερικές μέρες, φαίνεται πως ο καλός αέρας θεριεύει πιο πολύ το άσθμα παρά την υγεία του… Και πάλι αναχώρηση, και πάλι εγκατάσταση – σε μια Αργεντινή που μόλις γνώρισε στις 26 Σεπτεμβρίου 1930 το πραξικόπημα του στρατηγού Ουριμπούρου».
Μουσική: Manu Chao, Clandestino / Φωτογραφίες από την παιδική ηλικία του Ερνέστο.
Νέο βιβλίο με αδημοσίευτα κείμενα του Τσε / Lanzarán libro con textos inéditos del Che Guevara
Την προσεχή Πέμπτη 14 Ιουνίου, με την ευκαιρία της επέτειου των 84ων γενεθλίων του, οι εκδόσεις Ocean Press και Ocean Sur θα παρουσιάσουν το βιβλίο Apuntes Filosóficos (Φιλοσοφικές Σημειώσεις) του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στο Κέντρο Διεθνούς Τύπου της Αβάνας.
Οι Φιλοσοφικές Σημειώσεις του Τσε – ανέκδοτες ως τώρα – οι οποίες συνιστούν μαζί με τις κριτικές σημειώσεις στην Πολιτική Οικονομία την βάση της μαρξιστικής του σκέψης, περιλαμβάνουν κείμενα από τρεις περιόδους της ζωής του: Σημειώσεις από την εφηβεία και τα πρώτα νεανικά του χρόνια, στοχασμούς γραμμένους στην Τανζανία, την Πράγα και την Κούβα (1965-1966) και μελέτες θεωρητικών έργων που έκανε μετά την άφιξή του στην Βολιβία.
Τα βαθυστόχαστα, ανατρεπτικά και κριτικά του σχόλια, οι διατυπώσεις θέσεων, εμπεριέχουν πολλές προτάσεις και μας ξεδιπλώνουν τον Μαρξ, τον Ένγκελς, τον Λένιν και άλλους μαρξιστές στοχαστές. Οι ερμηνίες του συνδυάζουν αξιολογήσεις σχετικά με τις αρετές και τις αδυναμίες των θεωρητικών έργων, με την επιρροή που είχαν και την θέση τους στην ιστορία του μαρξισμού, καθώς επίσης κριτική από το παρόν, σημειώνοντας παραλείψεις, λάθη και πετυχημένες προβλέψεις. Υπεύθυνοι για την επιλογή των κειμένων ήταν οι ερευνητές Κάρμεν Αριέτ Γκαρσία και Φερνάντο Μαρτίνες Ερέδια.
Ακολουθεί η συνοπτική και η πιο αναλυτική ανακοίνωση της έκδοσης στα ισπανικά.
El próximo jueves 14 de junio, a las diez de la mañana, las editoriales Ocean Press y Ocean Sur presentarán el libro Apuntes Filosóficos, de Ernesto Che Guevara, en el Centro de Prensa Internacional (23 esquina a O, La Habana).
Los Apuntes filosóficos del Che -inéditos hasta el momento-, que conforman junto a los Apuntes críticos a la Economía Política la base de su pensamiento marxista, reúnen textos de tres momentos de su existencia: anotaciones de su adolescencia y primera juventud; reflexiones escritas entre Tanzania, Praga y Cuba; y los estudios de obras teóricas que emprende a partir de su llegada a Bolivia.
Sus comentarios profundos, irreverentes, evaluadores, enunciadores de tesis, están llenos de sugerencias y nos devuelven a Marx, Engels, Lenin y otros pensadores marxistas. Sus interpretaciones combinan juicios sobre las virtudes y los defectos de las obras con las implicaciones que tuvieron y su lugar en la historia del marxismo, pero también las comenta desde el presente, anotando ausencias, errores y predicciones acertadas.
La compilación estuvo a cargo de los investigadores María del Carmen Ariet García y Fernando Martínez Heredia.
Nota a la edición
Los Apuntes filosóficos de Ernesto Che Guevara forman parte integral de una obra mayor que, junto a los denominados Apuntes críticos a la Economía Política (Ocean Sur, 2006), conforman la base de pensamiento que permitiría, en pretensiones del Che, «[…] dar cultura marxista al pueblo […]» como expresara en carta a Armando Hart de 4 de diciembre de 1965 -en aquellos años miembro de la dirección del PCC-, mientras permanecía en Tanzania después de la abortada contienda del Congo.
Esos Apuntes… fueron escritos por el Che en circunstancias muy particulares, entre el Congo, Tanzania, Praga y Bolivia, durante los años 1965-1967, aunque sus antecedentes se ubican, inicialmente, en una etapa formativa enmarcada dentro de la adolescencia y su primera juventud con la redacción de los «Cuadernos filosóficos», así calificados por el joven Ernesto Guevara. Por la complejidad de la última de esas etapas, el Che alude a «ese largo periodo de vacaciones» que le hizo meter «la nariz en la filosofía», como algo que pensaba hacer hacía mucho tiempo.
La edición que se presenta se propuso ordenar los Apuntes… en correspondencia con un orden cronológico de los autores examinados por el Che y plasmados en su estructura original, hasta donde los dejara en el fragor de sus últimos combates, lo que en ocasiones resiente su lectura y sobre todo la añoranza del lector por toparse con más, en ese tremendo empeño de constancia y dedicación. No obstante, en la carta citada y que de hecho sirve de una magnífica introducción al libro -aunque no haya sido concebida para ello- elabora un «ambicioso plan», así denominado, que permite comprender los objetivos que pretendía alcanzar con su plan de lecturas.
Es consciente de que, cada una de las partes en las que concibe el futuro libro, requiere de un arduo esfuerzo por ser «un trabajo gigantesco» que Cuba merece, reforzado, además, por su creencia de que lo podía intentar. Es ese el «intento» que se refleja en los Apuntes…, ordenados para la edición con sus correspondientes anotaciones personales, siempre con ese estilo agudo y sintético que lo caracterizara.
Para dar una mayor comprensión de los estudios de filosofía realizados por el Che a lo largo de toda su vida, se decidió incorporar un exhaustivo contenido de aquellos «Cuadernos filosóficos» mencionados en párrafos anteriores y que, en una tarde de remembranzas con el escritor uruguayo Eduardo Galeano, en su despacho del Ministerio de Industrias en 1964, le explicara que a los diecisiete años había empezado a construir una especie de diccionario de filosofía porque entendía que tanto él como sus amigos lo necesitaban. Una revelación en clave muy sugerente que, además de brindarnos una visión coherente y lineal con sus propósitos posteriores, define con claridad etapas imprescindibles de su formación y vocación intelectual, además de informarnos acerca de la vastedad de su cultura.
Este, su acercamiento primario a la filosofía, culmina con la redacción de un total de siete cuadernos, el último de los cuales es la síntesis de los anteriores, y que fuera construido durante su estancia en México (1954-1956), aunque pudo haberlo iniciado, al menos como esbozo, desde su estancia en Guatemala en el mismo año 1954, si se parte del conocimiento que se tiene de los estudios de filosofía que se encontraba realizando durante su estancia en ese hermano país y en las propias revisiones a que somete los cuadernos que, como especie de un archivo errante, llevaba en su infaltable mochila de viajero insaciable.
Estos cuadernos, en la actualidad, forman parte de los fondos del archivo documental del Centro de Estudios Che Guevara, excepto el IV que nunca se ha encontrado, por lo que es de presumir que se haya quedado en México, cuando el propio Che, ya al triunfo de la Revolución Cubana, pidió que le fueran traídos por su amigo Roberto Cáceres, el Patojo, quien años más tarde cayera combatiendo por la liberación de su país, Guatemala. Es un dato relevante, porque corrobora su interés por la continuidad de los estudios filosóficos y, además, la importancia que le concedía al contenido de esos cuadernos como base primaria de ordenamiento y reflexión para empresas mayores, no solo desde una visión académica, sino fundamentalmente para ampliar su acervo desde una praxis política necesitada de un cuerpo teórico en correspondencia con el proyecto revolucionario que se proponía alcanzar la naciente Revolución Cubana.
De ahí, la decisión de que los Apuntes… comenzaran con el cuaderno de México por ser la síntesis de los anteriores, depurados por la lógica decantación de conocimientos más profundos, específicos y selectivos respecto a sus posiciones filosóficas y políticas, como es el caso de la definición del marxismo y de la biografía de Carlos Marx reelaboradas para el cuaderno. Se ha tratado de reproducir una parte considerable de los conceptos y autores, y de otros se citan solo las fuentes consultadas; el resto de los cuadernos -del I al VI, excepto el IV-, su estructura, relación de conceptos y la bibliografía empleada se incorporó a los Anexos, con el objetivo de proporcionar las pautas, no solo de forma sino también del contenido general de cada uno de ellos. Se cotejaron con los originales manuscritos del Che, aunque no siempre se han podido encontrar los textos referenciados, por ser en su mayoría ediciones de la década del cuarenta publicadas en Argentina. No obstante, a pesar de algunas inexactitudes se decidió su reproducción por el alto valor testimonial y de contenido que los mismos poseen y, corregir, en futuras ediciones, esas insuficiencias.
A continuación, le siguen los Cuadernos redactados entre 1965-1967, los que se acercan en su contenido al plan propuesto en la carta enviada a Hart. Cada cuaderno sigue un estilo y método similares a los anteriores de juventud, aunque indudablemente más agudos y reflexivos en su selección y comentarios. Se culmina con las anotaciones y valoraciones sobre algunos escritos de Louis Althusser, con lo que corrobora así lo expuesto en el punto VIII de su plan, con el título de Polémicas, y que expresa claramente hasta dónde se mantenía actualizado e informado de los debates más relevantes expuestos por pensadores marxistas de su tiempo, aun cuando difiriera de sus posiciones y criterios.
Además, aunque ya han sido publicados por otras editoriales, se ha decidido integrar, a modo de resumen, lo que hasta el momento se conoce de las lecturas realizadas por el Che durante la campaña de Bolivia, por formar parte de una continuidad y del plan en su conjunto, acerca de sus estudios de filosofía como un todo integral.
De igual modo, en los Anexos se incluye un listado de los libros sobre filosofía situados en el despacho personal de su vivienda, al tener una parte de ellos subrayados y con comentarios al margen, lo que denota su constancia y preocupación por alcanzar una formación más depurada en su afán por contribuir, desde un cuerpo teórico más profundo y radical, y respaldado por un análisis detallado de las obras de los clásicos del marxismo, al cambio emancipatorio de la humanidad en su conjunto.
Tanto el Centro de Estudios Che Guevara como la editorial Ocean Sur, consideran que con la publicación de Apuntes filosóficos se concluye un ciclo esencial de la vida y obra del Che, que abarca desde su adolescencia hasta su campaña de Bolivia, acrecentado en una magnitud superior por tratar de dar coherencia a un proyecto de transformación que enaltece su acto final de vida y esperanza. Con el ordenamiento cronológico y temático de sus últimos escritos teóricos se puede valorar, en su dimensión excepcional, el tesón y la voluntad que nunca dejara de asombrar a los millones que luchan por hacer suyos ideales tan nobles y paradigmáticos. Es nuestro homenaje más hondo en el 45 aniversario de su muerte, desde su ejemplo y aliento, porque como sentenciara para el presente y futuros tiempos: «[…] algún día tendremos también que pensar». ¡Hasta siempre!
Centro de Estudios Che Guevara.
14 de junio de 2012.
(Con información de Ocean Sur).
Πηγή: Sierra Maestra/Yannis Tsal, 12.6.2012.
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τρίτο)
ΜΕΡΟΣ ‘Γ (Συνέχεια από ΜΕΡΟΣ ‘Β).
«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas 1987, CUBA.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Στο κέντρο της αντιπαράθεσης μπαίνει αν οι οικονομικοί νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας (ο νόμος της αξίας, το κεφάλαιο, η λειτουργία του χρήματος, το εμπόρευμα) μπορούν να έχουν εφαρμογή και λειτουργία στην σοσιαλιστική οικονομία τόσο στο εσωτερικό μιας χώρας, όσο και στις διακρατικές οικονομικές σχέσεις των σοσιαλιστικών χωρών σε συνθήκες που η αγορά είναι παγκόσμια. Η ύπαρξη αυτών των νόμων δεν αμφισβητείται κατά την μεταβατική περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, το ζήτημα που τίθεται είναι αν πρέπει να ενισχύονται-υιοθετούνται ή να απονεκρώνονται. Και τι κάνει ως προς αυτό το κάθε σύστημα σχεδιασμού και ελέγχου της οικονομίας, λειτουργίας των επιχειρήσεων, οργάνωσης τελικά της παραγωγής.
Κορυφαία αντίθεση ανάμεσα στις 2 αντιλήψεις των υποστηρικτών των 2 συστημάτων εμφανίζεται η θέση των υλικών ή ηθικών κινήτρων για την δραστηριοποίηση των εργαζόμενων και την επιβράβευση της δουλειάς. Το λογιστικό σύστημα θεωρεί κινητήριο μοχλό της οικονομίας τα υλικά κίνητρα. Το νεαρό προϋπολογιστικό σύστημα υιοθετεί βασικά τα ηθικά κίνητρα. Η άποψη του Γκεβάρα είναι ότι ο σοσιαλισμός θα χτιστεί από τους ανθρώπους, γι αυτό απαιτείται να καλλιεργηθεί νέα (σοσιαλιστική) ηθική. Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να ανεβαίνει διαρκώς η ειδίκευση και τελικά η μόρφωση. Τα μέτρα που υιοθετεί το προϋπολογιστικό σύστημα εκφράζουν αυτή ακριβώς την αντίληψη.
Στα υλικά κίνητρα (μπόνους) μπαίνει οροφή ο μισθός της αμέσως ανώτερης μισθολογικής κλάσης, και για να ανέβει μισθολογική κλάση ο εργαζόμενος πρέπει πριν, οπωσδήποτε να εκπαιδευτεί – εξειδικευτεί. Αυτό θα τον οδηγήσει να αλλάζει πόστα και δουλειές, θα του ενισχύει την «υλική αντίληψη» ότι δουλεύει για το σύνολο της κοινωνίας.
Στο πλάνο δεν μετρά η ποσότητα παραγωγής, αλλά η ποσότητα εργασίας στο χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η συνειδητή εργασία θα ανεβάσει μακροπρόθεσμα και την παραγωγή. Ξεκινάει η καμπάνια εθελοντικής εργασίας, υποστηρίζοντας ότι αυτό που αποξενώνει τον άνθρωπο από την δουλειά δεν είναι η ίδια η εργασία, αλλά το ότι δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής.
Στο προϋπολογιστικό σύστημα η λειτουργία του χρήματος είναι απλά λογιστική, «χρήμα υπολογισμού» και αναγκαστικά, χρήμα πληρωμής των μισθών, καθώς η εμπορευματική κυκλοφορία απαιτεί το χρήμα. Παρ ότι ακόμα και σήμερα υπάρχει στην Κούβα η Libreta (δελτίο) με την οποία ο πληθυσμός προμηθεύεται κάποια βασικά είδη διατροφής από τα ειδικά κρατικά καταστήματα χωρίς την χρήση του χρήματος, παροχή που είναι αποσυνδεμένη από τον μισθό. Ένα μέτρο που έρχεται από τότε, που – αν μη τι άλλο – επιχειρεί να περιορίσει το ρόλο του χρήματος-νομίσματος στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Στο προϋπολογιστικό σύστημα το Κεφάλαιο, ο βασικός οικονομικός νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν υπάρχει στο επίπεδο της επιχείρησης, που λειτουργεί με αυτό το σύστημα. Οι κεντρικοί μηχανισμοί έχουν δώσει στην επιχείρηση το πλάνο της παραγωγής που πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία, και τα αντίστοιχα κονδύλια για το κόστος της παραγωγής στην Τράπεζα. Οι μισθοί είναι σε ειδικό λογαριασμό για να είναι αδύνατος ο συμψηφισμός τους με άλλα «κόστη» , αλλά και η παροχή παραπάνω «υλικών κινήτρων» που θα εξοικονομηθούν από τον περιορισμό του κόστους παραγωγής μέσω της πτώσης της ποιότητας. Τα έσοδα της επιχείρησης – οι τιμές των προϊόντων είναι καθορισμένες – είτε προέρχονται από άλλες επιχειρήσεις , είτε από «καταναλωτές» περνάνε κατ ευθείαν στο κράτος. Σε επίπεδο επιχείρησης ο νόμος του κέρδους έχει εξαφανιστεί. Ναι, μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί με «ζημιά» (αφού οι τιμές των προϊόντων της είναι καθορισμένες και δεν έχει λόγο και τρόπο να τις αυξήσει) και να παράγει τα αναγκαία για την κοινωνία προϊόντα. Την «ζημιά» της θα την καλύψει κάποια άλλη επιχείρηση με «κέρδος» και ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί και πρέπει να το κρίνει με βάση το συμφέρον όλης της κοινωνίας και όχι της επιχείρησης.
Και φτάνουμε στην επιχείρηση, στον ακρογωνιαίο λίθο της καπιταλιστικής παραγωγής, μιας άναρχης παραγωγής αφού ατμομηχανή της είναι το κέρδος της επιχείρησης (του καπιταλιστή ιδιοκτήτη) και οδηγεί αναπόφευκτα στις καπιταλιστικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Στο προϋπολογιστικό σύστημα απλά η επιχείρηση χάνει την νομική της υπόσταση. Μεγαλώνει όσο μπορεί, ενοποιείται κλαδικά ή και εδαφικά προκειμένου να έχει όσο το δυνατόν πιο κοινωνική αντίληψη, να βλέπει τα συμφέροντα όσο το δυνατόν μεγαλύτερου κομματιού της κοινωνίας και όχι τα στενά συμφέροντα των μελών της. Το ότι στα μέλη της δεν συμπεριλαμβάνεται πια ο καπιταλιστής πρώην ιδιοκτήτης αλλά μόνο ο διευθυντικός μηχανισμός και οι εργαζόμενοί της, από μόνο του δεν είναι το παν όσο αφορά την προσφορά της στην κοινωνία. Ιδιαίτερα όταν οι μηχανισμοί (εργατικού) ελέγχου στον διευθυντικό μηχανισμό δηλ. μέσα στην επιχείρηση είναι και πρωτόγνωροι και αδύνατοι, καθώς ο παλιός τρόπος είναι βαθιά ριζωμένος. Αντίστοιχα στους κεντρικούς κρατικούς μηχανισμούς σχεδιασμού και ελέγχου η γραφειοκρατία αναπτύσσεται σχεδόν αυτόματα, σαν αποτέλεσμα του παλιού τρόπου λειτουργίας του κράτους που είναι επίσης βαθιά ριζωμένος αλλά αποκτά και νέα χαρακτηριστικά, ο Γκεβάρα περιγράφει την γραφειοκρατία σαν «ένα ειδικό σύστημα ύπνου, που τα πράγματα κοιμούνται βρισκόμενα διαρκώς σε κίνηση».
Υποστηρίζει επίσης ότι τόσο η ενοποίηση όσο και η εφαρμογή του προϋπολογιστικού συστήματος, μπόρεσε να γίνει ευκολότερα σε κάποιες επιχειρήσεις στην Κούβα, από ότι στην Τσαρική Ρωσία, καθώς η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού είχε ήδη καταστήσει αναγκαία την δημιουργία τέτοιων μεγάλων επιχειρήσεων που κάποιες ούτε καν την έδρα τους είχαν στην Κούβα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η Ενοποιημένη Επιχείρηση Πετρελαίου που προήλθε από την συγχώνευση των 3 ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (Εsso ,Texaco,Shell), αλλά και η δημιουργική μεταφορά αυτής της εμπειρίας στη δημιουργία μεγάλων τέτοιων επιχειρήσεων όπως η Ενοποιημένη Επιχείρηση Αλεύρων.
Και φτάνουμε σε έναν όρο που έχει και σύγχρονη αναφορά, στην «Αυτοδιαχείριση των Επιχειρήσεων». Ο όρος δίκαια χρησιμοποιείται στον επεξηγηματικό υπότιτλο του Λογιστικού Συστήματος, καθώς εκφράζει απόλυτα τη βασική διαφορά -για την Επιχείρηση- με το Προϋπολογιστικό Σύστημα που είναι η «Ενοποίηση των Επιχειρήσεων».
Η σύγχρονη αναφορά του όρου έγκειται στο γεγονός της χρησιμοποίησης αυτής της μορφής πάλης (κατάληψη της επιχείρησης και λειτουργία της από τους εργαζόμενους) από το εργατικό κίνημα σε διάφορες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα αυτές που η κρίση, οδήγησε σε ακραία φαινόμενα τη ζωή των ανθρώπων. Συνήθως η ανυπαρξία αξιόπιστου πολιτικού επαναστατικού κέντρου σε αυτές τις χώρες που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληψη της εξουσίας, οδήγησε την αντίληψη πολλών πολιτικών-ιδεολογικών ρευμάτων να δουν σε αυτήν την γοητευτική – αλλά αμυντική τελικά – μορφή πάλης εμβρυακά σπέρματα επαναστατικής εξουσίας. Σοσιαλιστικές νησίδες μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, θεωρία βέβαια που δεν εμφανίστηκε πρώτη φορά τώρα και έχει και αυτή την δική της ιστορία. Ο χρόνος βέβαια έδειξε για άλλη μια φορά, ότι χωρίς επαναστατική εξουσία αυτές οι νησίδες ή εκφυλίζονται σε κανονικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις συνεταιριστικού τύπου ή (το συνηθέστερο) καταστέλλονται.
Η εμπειρία της προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού, αλλά και η εν λόγω συζήτηση στην Κούβα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο τη δεκαετία του 60 δείχνει ότι η επιχείρηση που φτιάχνεται στον καπιταλισμό είναι αντιδραστική από τη φύση της, καθώς ιδρύεται με βάση τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής που βασικό της κίνητρο είναι το κέρδος και όχι οι ανάγκες της κοινωνίας. Είναι από τη φύση της λοιπόν αντικοινωνική και όσο είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί στην αρχή, άλλο τόσο είναι αναγκαίο μετά να αλλάξει. Και αυτό βέβαια μπορεί να γίνει μόνο από τα πάνω, με κεντρικό σχεδιασμό και κρατικό έλεγχο. Οι μηχανισμοί εργατικού ελέγχου στην επιχείρηση, η κάθετη αλλά και οριζόντια πρόσβαση και αποφασιστική επίδρασή τους στα όργανα του κεντρικού σχεδιασμού, η δημοσιότητα στην κριτική, είναι αυτό που θα μειώνει τα αποτελέσματα της γραφειοκρατίας, που όπως είπαμε, η δημιουργία της σαν αντίληψη (μηχανιστική αντίληψη ,ξέκομα τελικά από την πραγματικότητα) συντελείται με τρόπο αυτόματο. Έτσι λοιπόν, στο απλοποιημένο δίπολο (Ενοποίηση ή Αυτοδιαχείριση) η επαναστατική απάντηση είναι Ενοποίηση και η αντιδραστική Αυτοδιαχείριση.
Εδώ θα πρέπει να διαχωρίσουμε την χρησιμοποίηση της μορφής κατάληψη της επιχείρησης από τους εργαζόμενους με αίτημα να εθνικοποιηθεί σε συνθήκες Επαναστατικής εξουσίας. Σημειώνουμε ότι πριν γίνει οποιαδήποτε εθνικοποίηση στην Κούβα κάποια εργοστάσια καταλήφθηκαν από τους εργαζόμενους. Στην Βενεζουέλα η κατάληψη ενός εργοστασίου δίνει το νομικό έρεισμα στην κυβέρνηση να επιχειρήσει την εθνικοποίησή του μέσα από δικαστική διαδικασία.
Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό η συζήτηση την δεκαετία του 60 για τα οικονομικά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των επιχειρήσεων και η πολεμική γύρω από αυτά τα ζητήματα κάθε άλλο παρά περιορίστηκε στα όρια της Κούβας, αντίθετα ήταν διεθνής και διεξήχθη σε όλο το τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο, βεβαίως με εντελώς αντίθετη από τους Κουβανούς στόχευση. Μπορούμε σήμερα να δούμε καθαρά ότι οι Κουβανοί αντιλαμβάνονταν πλήρως το διεθνιστικό καθήκον της συμβολής τους στη διαμόρφωση της στρατηγικής του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ανέλαβαν ίσως και μεγαλύτερο φορτίο από όσο τους αναλογούσε. Στα επόμενα χρόνια αυτό τους έγινε συνήθεια και κάποιοι λένε ότι ήταν κακό γι αυτούς και τους κόστισε ακριβά. Δεν ξέρουμε αν και πόσο ήταν κακό για τους Κουβανούς , σίγουρα όμως ήταν καλό για το διεθνές επαναστατικό κίνημα.
Πηγή: Sierra Maestra, 8.6.2012.
Στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: Η γέννηση της ταξικής συνείδησης του Γκεβάρα

- Ο Ερνέστο Γκεβάρα στην Τσουκικαμάτα, 1952.
Στην Τσουκικαμάτα της Χιλής, ανάμεσα στις 13 με 16 Μαρτίου του 1952, είναι που ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα αρχίζει να γίνεται ο «Τσε». Εκεί αρχίζει να αντιλαμβάνεται πλέον τις έντονες ταξικές ανισότητες, τον καθημερινό αγώνα των εργατών για το μεροκάματο και την άνιση μάχη τους με το Κεφάλαιο που γέννησε ο ιμπεριαλισμός στη Νότια Αμερική.
Γράφει ο Τσε στίς σημειώσεις του ταξιδιού του, τις γνωστές και ως «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας»: «Εκεί (στο χωριό Μπακεδάνο) γίναμε φίλοι με ένα ζευγάρι χιλιανών εργατών που ήταν κομμουνιστές. Στο φως ενός κεριού που ανάψαμε για να φτιάξουμε ματέ και να φάμε λίγο ψωμοτύρι, τα συσπασμένα χαρακτηριστικά του εργάτη αποκτούσαν κάτι το μυστηριώδες και το τραγικό, ενώ με το απλό και εκφραστικό του λεξιλόγιο μας διηγιόταν για τους τρείς μήνες που πέρασε στην φυλακή, για τη γυναίκα του, που τον είχε ακολουθήσει πιστά, πεινασμένη, για τα παιδιά, που τα είχαν αφήσει σε έναν πονόψυχο γείτονα, για την ανώφελη περιπλάνηση του σε αναζήτηση δουλειάς, για τους συντρόφους που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και που, καταπώς έλεγαν, τους είχαν ρίξει στη θάλασσα. Αυτό το ζευγάρι, που τουρτούριζε μέσα στη νύχτα της ερήμου, κολλημένοι ο ένας στον άλλο, ήταν η ζωντανή εικόνα των προλετάριων όλου του κόσμου. Δεν είχαν ούτε μια τριμμένη κουβέρτα να σκεπαστούν. Τους δώσαμε λοιπόν μια απο τις δικές μας και εμείς βολευτήκαμε όπως όπως κάτω από την άλλη. Ήταν από εκείνες τις φορές που υπέφερα πολύ από το κρύο, αλλά και που ένιωσα πιο αδελφωμένος με αυτό το, άγνωστο για μένα, ανθρώπινο είδος.» […] (Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ Λιβάνης, 2004, σελ.148-149).
Ένα μοναδικό περιβάλλον για ενα μοναδικό πεπρωμένο, μια ιστορική καμπή. Στην είσοδο του μεταλλείου, μια σκοπιά: δεν μπαίνει εδώ ο οποιοσδήποτε. Ωστόσο, προς έκπληξη τους, ο Φουσέρ και ο Μιάλ ούτε διώχνονται ούτε περνάνε από ανάκριση. Εξαιρετικά περιποιητικός, ο αστυνομικός διευθυντής τους επιτρέπει ακόμη και να επισκεφτούν όλες τις πτέρυγες του μεταλλείου μέσα σ’ ένα φορτηγάκι της αστυνομίας, με την συνοδεία ενός ευγενικού και φλύαρου υπολοχαγού. Ο Ερνέστο ξαφνιάζεται απο μια τέτοια υποδοχή, σ’ένα μέρος που αναδίδει τόσο έντονα τη μυρωδιά του δολαρίου. Θα πρέπει να πούμε πως παρουσιάστηκαν ως γιατροί. Το βράδυ, οι αστυνομικοί τους καλούν να φάνε μαζί τους. Οι επισκέπτες καταβροχθίζουν το φαϊ τους μ’ ακόμη μεγαλύτερη όρεξη μιας και δεν είχαν φάει τίποτε απ’ την προηγουμένη. Έπειτα καταρρέουν, εξαντλημένοι, στον κοιτώνα, ο καθένας τους σ’ένα ωραίο κρεβάτι εκστρατείας.
Στις 14, σηκώνονται απ’ τα χαράματα για να επισκεφτούν τον Μίστερ Μακ Κιμπόι, τον διευθυντή του μεταλλείου. Αφού πρώτα έκαναν για ώρα υπομονή στην αίθουσα αναμονής, τους παρουσιάζουν αυτόν τον αμερικάνο που ο Ερνέστο τον βρίσκει πραγματικά πολύ…αμερικάνο: «Από άποψη ύψους, βάρους, τίχλας και αμετακίνητων απόψεων.» Με τα άσχημα ισπανικά του, ο Μακ Κιμπόι τους δίνει κατ’ αρχήν να καταλάβουν πως δε βρίσκονται σε τουριστική τοποθεσία, έπειτα δέχεται να τους παραχωρήσει στο εξής έναν ξεναγό, και η επίσκεψη αρχίζει.
Γράφει ο Τσε για την πρώτη του εντύπωση: «Η ψυχρή αποτελεσματικότητα και η ανίσχυρη μνησικακία συμβαδίζουν στο μεγάλο ορυχείο, ενωμένες, παρά το μίσος, από την κοινή ανάγκη επιβίωσης από τη μια μεριά και κερδοσκοπίας απ’ την άλλη. Μα, ποιός ξέρει, ίσως μια μέρα ένας μεταλλωρύχος να πάρει την αξίνα του με χαρά και να πάει πρόθυμα και ενσυνείδητα να δηλητηριάσει τα πνευμόνια του. Λένε πως έτσι γίνεται εκεί από όπου προέρχεται η κόκκινη φλόγα που φωτίζει τον κόσμο – έτσι λένε. Εγώ δεν το ξέρω». (σελ.151).
Το ορυχείο είναι φτιαγμένο από κερκίδες με καμιά καστοριά μέτρα φάρδος και πολλά χιλιόμετρα μήκος. Ανοίγουν τρύπες να βάλουν μέσα το δυναμίτη, ο οποίος ανατινάζει ολόκληρες πλευρές του βουνού. Τα κομμάτια που ξεκολλάνε μ’αυτόν τον τρόπο φορτώνονται σε βαγονέτα, που τα τραβάει μια ηλεκτρική μηχανή τρένου, και τα μεταφέρει μέχρι τον πρώτο μύλο για άλεσμα. Έπειτα το μετάλλευμα περνά από ένα δεύτερο, κι ύστερα από έναν τρίτο μύλο, που το καθαρίζει όλο και πιο πολύ. Όταν έχει γίνει σκόνη, ανακατεύεται με θεικό οξύ μέσα σε τεράστιες δεξαμενές. Μετά, το διάλυμα αυτό του θεικού χαλκού οδηγείται σ’ένα κτίριο που στεγάζει τους ηλεκτρολυτικούς κάδους που χωρίζουν το χα΄λκό και μεταλλάσει το οξύ. Οι δυο νεαροί επιστήμονες, παθιασμένοι με την ιατρική έρευνα, συναρπάζονται απ’ αυτά που βλέπουν. Ο ηλεκτρολυτικός κάδος στην συνέχεια μπαίνει μέσα σε τεράστιους φούρνους, με θερμοκρασία δυο χιλιάδων βαθμών. Το μέταλλο, λιωμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο χύνεται σε μεγάλα καλούπια, όπου πασπαλίζεται με μια σκόπη απο απανθρακωμένα ζώα. Τα καλούπια ψύχονται από ένα ψυκτικό σύστημα, και ο στερεοποιημένος χαλκός εξορύσσεται, υπό μορφή τούβλου, με τη βοήθεια ηλεκτρικών γερανών. Ένα τελευταίο ίσιωμα ολοκληρώνει τη δουλειά, και οι ράβδοι του κόκκινου χρυσού βγαίνουν συμμετρικοί, όμοιοι, τέλειοι. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με μια ακρίβεια ανάλογη εκείνης που βλέπει κανείς στην ταινία του Τσάπλιν «Μοντέρνοι Καιροί».
Πιο πολύ απ’ τις μηχανές, ο Ερνέστο ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Αντιλαμβάνεται, συζητώντας με τους εργάτες, πως ο καθένας ξέρει μόνο αυτό που συμβαίνει στην δική του πτέρυγα, και μερικές φορές μάλιστα μόνο στο δικό του τμήμα. Πολλοί, αν και δουλεύουν εδώ πάνω από δέκα χρόνια, δεν ξέρουν τι γίνεται στη διπλανή πτέρυγα. Αυτή η κατάσταση ενθαρρύνεται απ’ την Εταιρεία Μπράντεν, που μπορεί έτσι να τους εκμεταλλεύεται πιο εύκολα, κρατώντας τους στο χαμηλότερο μορφωτικό και πολιτικό επίπεδο. Οι θαραλλέοι καθοδηγητές των συνδικάτων είναι αναγκασμένοι να παλεύουν χωρίς σταματημό – όπως εξηγεί ένας απ’ αυτούς στον Ερνέστο – για να διαφωτίσουν τους εργάτες σχετικά με τα συμβόλαια που τους παρουσιάζονται.
Καθώς απομακρύνονται, ο ξεναγός-χαφιές που είχε φορτωθεί στους δύο επισκέπτες σχολιάζει σχετικά: «Όταν υπάρχει κάποια σημαντική συγκέντρωση, εγώ και άλλοι βοηθοί του διοικητή, καλούμε όσο το δυνατόν πιο πολλούς μεταλλωρύχους στο μπουρδέλο. Έτσι, η απαρτία που απαιτείται για να γίνουν πράξη οι αποφάσεις που ψηφίζονται στη διάρκεια της συγκέντρωσης δεν επιτυγχάνονται ποτέ». Συνεχίζει ήρεμα: «Θα πρέπει να πω ακόμη πως τα αιτήματα τους είναι υπερβολικά. Δεν καταλαβαίνουν πως μόνο μια μέρα απεργίας, είναι ένα εκατομμύριο δολάρια χαμένα για την εταιρεία!».
– «Και τι ζητάνε για παράδειγμα;»
– «Ω! μέχρι και εκατό πέσος αύξηση!».
Εκατό πέσος είναι ένα δολάριο.
Την επομένη, επίσκεψη σ’ ένα νέο εργοστάσιο, που δε λειτουργεί ακόμη, αλλά προορίζεται για την επεξεργασία του θειούχου χαλκού που μένει ανέγγικτος βγαίνοντας απ’ την αλυσίδα της παραγωγής. Υπολογίζουν μια συμπληρωματική απόδοση της τάξης του 30%. Τεράστιοι φούρνοι βρίσκονται υπό κατασκευή, και μια τσιμινιέρα 96 μέτρα ύψος, η πιο ψηλή της Νότιας Αμερικής. Βλέποντάς την ο Φουσέρ δεν μπορεί ν’αντισταθεί στην επιθυμία να σκαρφαλώσει εκεί πάνω. Πρώτα μ’ έναν ανελκυστήρα, μέχρι τα εξήντα μέτρα, κι έπειτα μια μικρή σιδερένια σκάλα μέχρι την κορυφή. Ο Αλμπέρτο ακολουθεί κουτσά-στραβά, κι εκεί ψηλά, σ’ αυτόν τον πρόχειρο μιναρέ, ακούει την αγόρευση του μουεζίνη-φίλου του να χάνεται μέσα στα σύννεφα. Όμως αυτός, ο Αλμπέρτο (Γκρανάδο), τη θυμάται ακόμα: «Αυτή η περιοχή ανήκει στο λαό των Αραουκανών (φυλή Ινδιάνων της Ν.Αμερικής) που πεθαίνει στη δουλειά για να γεμίζει τις τσέπες των Βορειοαμερικάνων. Με μια ταχυδακτυλουργία που δεν καταλαβαίνουν οι Ινδιάνοι, η κόκκινη γη τους μεταμορφώνεται σε πράσινα χαρτονομίσματα. Φυσικά, οι Γιάνκηδες κι οι δούλοι τους έχουν ένα σχολείο στη διάθεση τους – αυτό το κτίριο εκεί κάτω, Αλμπέρτο – με καθηγητές που έρχονται εξεπιτούτου για να μορφώσουν τα παιδιά τους. Αλλά ακόμη και το γήπεδο του γκολφ και τα σπίτια τους δεν είναι προκατασκευασμένα». […] Και στρέφοντας το βλέμμα του προς το αχανές, παρθένο ακόμη, τοπίο, υπολογίζει: «Προβλέποντας ότι θα βγουν απο δω εκατομμύρια δολάρια, κι ότι για την ώρα εξορύσσονται ενενήντα χιλιάδες τόνοι μεταλλεύματος κάθε μέρα, καταλαβαίνει κανείς ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο δεν πρόκειται να σταματήσει σύντομα».
Στα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» ο Τσε γράφει για την εμπειρία του στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: «Η Τσουκικαμάτα μοιάζει με σκηνικό σύγχρονου δράματος. Δεν μπορείς να πεις ότι της λείπει η ομορφιά, αλλά πρόκειται για μια ομορφιά άχαρη, επιβλητική, παγερή. Όταν πλησιάζεις στη ζώνη των μεταλλείων, νομίζεις πως όλο το τοπίο συμπυκνώνεται, δίνοντας μια αίσθηση ασφυξίας στην πεδιάδα. […] Η Τσίλε Εξπλορέισον Κόμπανι (Chile Exploration Company) χτίζει μια άλλη μονάδα για την εκμετάλλευση του μεταλλεύματος σε θειούχο μορφή. Η καινούρια μονάδα, η πιο μεγάλη του κόσμου στο είδος της, έχει δύο τσιμινιέρες ύψους ενενήντα μέτρων και θα απορροφάει σχεδόν όλη την παραγωγή των προσεχών ετών, ενώ η παλιά θα λειτουργεί περιορισμένα, επειδή τα κοιτάσματα του μετάλλου σε μορφή οξειδίου εξαντλούνται. Για να καλυφθεί η δαπάνη του νέου χυτηρίου, συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο στοκ ακατέργαστου υλικού, που η κατεργασία του θα αρχίσει απ’ το 1954, έτος έναρξης της λειτουργίας του εργοστασίου. Η Χιλή αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας παραγωγής χαλκού και, σε αυτήν την περίοδο της αβεβαιότητας – που αυτό το υλικό έχει αποκτήσει ζωτική σημασία γιατί είναι αναντικατάστατο για μερικά όπλα – ξέσπασε στην χώρα μια οικονομικοπολιτική διαμάχη ανάμεσα στους υποστηρικτές της εθνικοποίησης των μεταλλείων, που συγκεντρώνουν μερικές οργανώσεις της Αριστεράς και των Εθνικοφρόνων, και αυτών οι οποίοι, βασισμένοι στα ιδανικά της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο ένα καλά διοικούμενο ορυχείο (έστω και σε ξένα χέρια) από την αβέβαιη κρατική διαχείρηση. Είναι βέβαιο πως στο Κογκρέσο διατυπώθηκαν σοβαρές κατηγορίες εναντίον εταιρειών που εκμεταλλεύονται τις παραχωρήσεις που γίνονται σύμπτωμα ενός κλίματος εθνικιστικών επιδιώξεων πάνω στην παραγωγή. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης, καλό θα είναι να μην ξεχαστεί το μάθημα που μας έδωσαν τα νεκροταφεία των μεταλλωρυχείων, στα οποία είναι θαμμένος ένας μικρός μόνο αριθμός από τους αμέτρητους ανθρώπους που χάθηκαν από τις κατολισθήσεις, το πυρίτιο και το απαίσιο κλίμα του βουνού». (Ημερολ. Μοτοσυκλέτας, σελ. 152-155).
Η εμπειρία της Τσουκικαμάτα μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη ουσιαστική επαφή του νεαρού τότε αργεντίνου φοιτητή ιατρικής με τις σκληρές συνθήκες επιβίωσης της εργατικής τάξης. Από τα γραπτά του ίδιου του Ερνέστο παρατηρούμε την γέννηση της ταξικής του συνείδησης και την απαρχή της αντίληψης ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Τα όσα είδε και βίωσε στην συνέχεια της περιπλάνησης του στη Νότια και Κεντρική Αμερική συνέβαλαν στην διαμόρφωση του «Τσε», που μεγαλούργησε στην επαναστατική Κούβα λίγα χρόνια αργότερα. Η Τσουκικαμάτα αποτέλεσε σημείο-«σταθμό» σε αυτήν του την περιπέτεια ζωής.
Ν.Μόττας.
Πηγές: Ζ.Κορμιέ, Ιλτ. Γκαντέα, Αλμπ.Γκρανάδο. Τσε Γκεβάρα. Εκδ. Καστανιώτης, 1995. Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ. Λιβάνης, 2004.
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Δεύτερο)
ΜΕΡΟΣ ‘Β (Συνέχεια από ΜΕΡΟΣ ‘Α).
«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas 1987, CUBA.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Το 1963-64 έγινε στην Κούβα μια δημόσια συζήτηση για τα σχετικά πλεονεκτήματα δύο οικονομικών συστημάτων που εφαρμόστηκαν τα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Παρ ότι η συζήτηση εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αφορά τεχνοκρατικά ζητήματα της οικονομίας (αν μπορούν να υπάρξουν απλώς τέτοια) εν τούτοις τα ζητήματα που τέθηκαν αφορούσαν τις δομές και τους μηχανισμούς οικοδόμησης του σοσιαλισμού, εκεί που βρίσκεται το κατ εξοχήν υποκείμενο γι αυτό, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία. Η συμμετοχή του Γκεβάρα σε αυτή τη συζήτηση ήταν πρωταγωνιστική, καθοριστική και απόλυτη, καθώς όχι μόνο υποστήριξε αλλά και εφάρμοσε στις μεγάλες βιομηχανίες που διεύθυνε το ένα (“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης”) από τα δύο συστήματα. Τόσο το βιβλίο του Carlos Tablada , όσο και η ελληνική έκδοση από το Διεθνές Βήμα ( Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ) αναφέρονται σε αυτήν ακριβώς την περίοδο και σε αυτά τα κείμενα του CHE.
Πριν προχωρήσουμε, θα επιχειρήσουμε μια κωδικοποίηση των δύο συστημάτων αντλώντας υλικό από την περιγραφή που κάνει ο ίδιος ο Τσε στο άρθρο του «Σχεδιασμός και συνείδηση κατά την μετάβαση στον σοσιαλισμό» – Για το προϋπολογιστικό σύστημα χρηματοδότησης, που δημοσιεύτηκε τον Φλεβάρη του 1964 στο 5ο τεύχος του Κουβανικού περιοδικού “Nuestra Industria Revista Economica” και έχει συμπεριληφθεί στην προαναφερόμενη έκδοση.
1.“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης” (γνωστό και σαν Προϋπολογιστικό ή Σύστημα ενοποιημένων επιχειρήσεων)
Βασίζεται στον συγκεντρωτικό έλεγχο της δραστηριότητας της επιχείρησης. Τα σχέδια της επιχείρησης και η οικονομική της διαχείριση ελέγχονται άμεσα από τους κεντρικούς διοικητικούς μηχανισμούς. Δεν διαθέτει δικούς της χρηματικούς πόρους, ούτε λαμβάνει τραπεζικές πιστώσεις. Χρησιμοποιεί τα υλικά κίνητρα σε ατομική βάση, δηλαδή ατομικά χρηματικά μπόνους και ποινές, και στην κατάλληλη στιγμή θα χρησιμοποιήσει τα συλλογικά κίνητρα. Τα άμεσα υλικά κίνητρα όμως, περιορίζονται με τη μέθοδο πληρωμής μέσω μισθών.
-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ θεωρείται μια ομαδοποίηση εργοστασίων ή παραγωγικών μονάδων που έχουν παρόμοια τεχνολογική βάση , έχουν κοινό προορισμό για τα προϊόντα τους, ή σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν μια περιορισμένη γεωγραφική θέση. Π. χ. Όλες οι μονάδες επεξεργασίας ζάχαρης, μαζί με άλλες παραγωγικές μονάδες σχετικές με την βιομηχανία ζάχαρης συγκροτούν την Ενοποιημένη Επιχείρηση Ζάχαρης (ConsolitadedSugarEnterprise).
-
ΤΟ ΧΡΗΜΑ λειτουργεί μόνο ως χρήμα υπολογισμού. Δεν είναι παρά η αντανάκλαση, σε τιμές, της απόδοσης μιας επιχείρησης που επιτρέπει στους κεντρικούς οργανισμούς να έχουν την δυνατότητα να αναλύσουν, έτσι ώστε να ελέγχουν τη λειτουργία της επιχείρησης.
-
ΚΕΦΑΛΑΙΟ δεν υπάρχει, σαν αποτέλεσμα του τρόπου που λειτουργεί το χρήμα. Στην τράπεζα υπάρχουν ξεχωριστοί λογαριασμοί αναλήψεων και καταθέσεων. Η επιχείρηση μπορεί να προβεί σε ανάληψη χρημάτων, σύμφωνα με το σχέδιο, από τον γενικό λογαριασμό εξόδων και από τον ειδικό λογαριασμό πληρωμής των μισθών. Οι καταθέσεις της όμως περνούν αυτόματα στα χέρια του κράτους.
-
ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με το χρόνο, με μπόνους για την υπερκάλυψη της προβλεπόμενης ποσότητας εργασίας, που περιορίζεται από το ποσό της αμοιβής της αμέσως επόμενης μισθολογικής κλάσης.
2.“Οικονομικό Λογιστικό Σύστημα” (γνωστό και σαν Λογιστικό ή Σύστημα αυτό-διαχειριζόμενων επιχειρήσεων). Η οικονομική αυτό-διαχείριση βασίζεται στον γενικό συγκεντρωτικό έλεγχο και στην μεγαλύτερη αποκέντρωση. Ο έλεγχος ασκείται έμμεσα από την τράπεζα, μέσα από το χρήμα και το νομισματικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας της επιχείρησης χρησιμεύει ως μέτρο για το μπόνους. Το υλικό συμφέρον αποτελεί τον μέγα μοχλό ο οποίος κινητοποιεί ατομικά και συλλογικά τους εργαζόμενους.
-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ είναι μια παραγωγική μονάδα με την δική της νομική υπόσταση. Π.χ. μια μονάδα επεξεργασίας ζάχαρης αποτελεί επιχείρηση.
-
ΤΟ ΧΡΗΜΑ δεν υπηρετεί μόνο αυτόν τον σκοπό (χρήμα υπολογισμού). Είναι επίσης ένα μέσο πληρωμής το οποίο λειτουργεί ως έμμεσο όργανο ελέγχου, μια που αυτά τα κονδύλια είναι που επιτρέπουν στην παραγωγική μονάδα να λειτουργεί. Οι σχέσεις της παραγωγικής μονάδας με την τράπεζα είναι παρόμοιες με εκείνες που διατηρεί ένας ιδιώτης παραγωγός με τις καπιταλιστικές Τράπεζες, στις οποίες πρέπει να εξηγεί αναλυτικά τα σχέδιά του, και να αποδεικνύει την φερεγγυότητά του.
-
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ υπάρχει, η επιχείρηση διατηρεί δικούς της πόρους στις τράπεζες τους οποίους μπορεί να ενισχύει με κρατικά δάνεια για τα οποία πληρώνει τόκους. Εφόσον τα «ίδια» κεφάλαια της επιχείρησης, καθώς και τα δάνειά της, ανήκουν στην κοινωνία, η κίνησή τους αντανακλά την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.
-
ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με την ώρα, καθώς επίσης και με την ποσότητα παραγωγής ανά ώρα ( δουλειά με το κομμάτι).

Θα μπορούσαν ίσως οι διαφορές ανάμεσα στα δύο οικονομικά συστήματα διαχείρισης να χαρακτηριστούν δυσδιάκριτες, ακόμα και δευτερεύουσες, καθώς και τα 2 οικονομικά συστήματα εφαρμόζονταν ήδη στην οικονομία της Κούβας. Το προϋπολογιστικό σύστημα που υποστήριζε ο Γκεβάρα ακολουθούσαν οι μεγάλες επιχειρήσεις (Υπουργείο Βιομηχανίας), το Λογιστικό όλες οι υπόλοιπες. Τα 2 συστήματα, ανεξάρτητα από την πολεμική της συζήτησης, δεν ήταν ανταγωνιστικά. Γιατί πολύ φυσιολογικά η νεαρή επανάσταση ασκώντας κρατική εξουσία από πάνω διαμόρφωνε το νομικό και οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας και ελέγχου των επιχειρήσεων (Υπουργεία, Τράπεζες κ.α.) και σε συνδυασμό με τον εργατικό έλεγχο από κάτω (εργατικές οργανώσεις κ.α.) προωθούσε και εδραίωνε την επανάσταση, δημιουργώντας νέες δομές. Βρισκόμαστε στην αρχή της μεταβατικής περιόδου και η συζήτηση αφορά αν οι δημιουργούμενες δομές (τα συστήματα διαχείρισης εν προκειμένω) προωθούν ή όχι την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.