Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας αντι-ρεβιζιονιστής μαρξιστής-λενινιστής και δυναμικός υποστηρικτής του Ιωσήφ Στάλιν. Και οι δύο ήταν αντίθετοι στις πρακτικές του Τρότσκι και του Χρουστσώφ. Ο Τσε μισούσε την πολιτική του Χρουστσώφ και ήταν χολωμένος με την υποστήριξη που ο Φιντέλ Κάστρο έδειχνε στον σοβιετικό ρεβιζιονισμό
“Θεωρούμε τη δράση του τροτσκιστικού κόμματος ως αντεπαναστατική”, Τσε, 1961
Το Νοέμβρη του 1960, κατά την επίσκεψη του στην Σοβιετική Ένωση, επέμενε στην κατάθεση στεφάνου στον τάφο του Στάλιν, παρά τις παραινέσεις του κουβανού πρέσβη στη Μόσχα ώστε να μην το πράξει. Αυτό συνέβη περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της περίφημης “αποσταλινοποίησης” της ΕΣΣΔ που ξεκίνησε επί Νικίτα Χρουστσώφ.
Ο συνταξιδιώτης του Τσε, Αλμπέρτο Γκρανάδο, είχε πεί ότι ο Γκεβάρα είχε ανακαλύψει τον Στάλιν (σ.μ: προφανώς εννοεί την πολιτική που εφήρμοσε ο Στάλιν στα χρόνια της ηγεσίας του) στα μέσα της δεκαετίας του 1950 (Anderson, σ.165-166 & σ.565).
Το 1955 όντας στο Μεξικό ο Τσε έστειλε γράμμα στην θεία του υπογράφοντας ως “Στάλιν ΙΙ”:
“Πιστεύω ότι η βασική ιδεολογία στην οποία ο Τρότσκι βασίστηκε ήταν λανθασμένη, τα κρυφά κίνητρα της δράσης του (ήταν) λανθασμένα και τα τελευταία του χρόνια υπήρξαν σκοτεινά. Οι τροτσκιστές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα απολύτως στο επαναστατικό κίνημα – εκεί που έδρασαν περισσότερο ήταν στο Περού αλλά στο τέλος απέτυχαν επειδή χρησιμοποιούν κακές μεθόδους”. (Παράρτημα, όπως αναφέρεται στο κείμενο “Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara” από το Revolutionary Democracy Journal).
Παρά το γεγονός ότι ο Γκεβάρα βοήθησε στην ασφαλή απελευθέρωση ορισμένων τροτσκιστών από την φυλακή το 1965 (σ.μ: πιθανόν στην Κούβα, δεν αναφέρεται χώρα), ελευθερώθηκαν υπό τον όρο ότι θα σταματούσαν την πολιτική τους δράση. (Revolutionary History 2000, Τομ.7 Αρ., σ.193-195, σ.249).
“Κατά τη διαδρομή μου είχα την ευκαιρία να περάσω απ’ την “επικράτεια” της United Fruit Co., πείθοντας με ακόμη μια φορά πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα μπροστά σε μια φωτογραφία του παλαιού και θρηνημένου συντρόφου Στάλιν ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να δω τον αφανισμό αυτών των χταποδιών”. (Γράμμα στην θεία του Βεατρίκη, όπου περιγράφει εμπειρίες του απ’ τη διαμονή στην Γουατεμάλα το 1953. Απ’ το βιβλίο Che Guevara: A Revolutionary Life (1997) του Jon Lee Anderson).
“Ο Τρότσκι, μαζί με τον Χρουστσώφ, ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων ρεβιζιονιστών” – Γράμμα στον Αρμάντο Χαρτ, 4 Δεκέμβρη 1965
“Ο Τρότσκι έκανε θεμελιώδη λάθη…Οι τροτσκιστές απέτυχαν παντελώς διότι χρησιμοποίησαν κακές μεθόδους” – Άπαντα Κριτική για την Πολιτική Οικονομία, 1964.
“Στα επονομαζόμενα “λάθη του Στάλιν” βρίσκεται η διαφορά μεταξύ μιας επαναστατικής και μιας ρεβιζιονιστικής αντίληψης. Πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε, όχι να τον δεις (αποκλειστικά) ως ένα είδος αγριανθρώπου, αλλά στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια. Ασπάστικα τον κομμουνισμό εξαιτίας του πατερούλη Στάλιν και κανείς δεν πρέπει να ‘ρθει να μου πει ότι δεν πρέπει να διαβάζω Στάλιν. Τον διάβαζα όταν ήταν κάτι πολύ κακό να διαβάζεις γι’ αυτόν. Αυτό ήταν σε μια άλλη εποχή. Και επειδή δεν είμαι πολύ εφυιής, αλλά και ξεροκέφαλος, συνεχίζω να τον διαβάζω. Ιδιαίτερα σε αυτήν τη νέα περίοδο που είναι ακόμη χειρότερο να διαβάζεις (για τον Στάλιν). Τότε, όπως και τώρα, βρίσκω μια σειρά πραγμάτων που είναι πολύ καλά”. (Γράμμα του Τσε προς τον René Ramos Latour, στις 14 Δεκέμβρη 1957, κορυφαίου μέλους του Κινήματος της 26ης Ιούλη που πέθανε στην μάχη).
“Στην Κούβα δεν υπάρχει τίποτα δημοσιευμένο, εάν εξαιρέσουμε τα σοβιετικά τούβλα, τα οποία φέρουν τη δυσκολία ότι δεν σ’αφήνουν να σκεφτείς – το κόμμα σκέφτεται για σένα και συ πρέπει να το αφομοιώσεις. Θα ήταν αναγκαίο να δημοσιευθούν η πλήρης εργογραφία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν (υπογραμμισμένο από τον Τσε στο αυθεντικό έγγραφο της επιστολής) και άλλων σπουδαίων μαρξιστών. Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τους μεγάλους ρεβιζιονιστές (εάν θέλεις μπορείς να προσθέσεις τον Χρουστσώφ) και επίσης τον φίλο σου τον Τρότσκι ο οποίος υπήρξε και προφανώς έγραψε κάτι”. (Γράμμα στον Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος, πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημ. Contracorriente, Αβάνα, Σεπτέμβρης 1997).
Η πρωτότυπη ανάρτηση στα αγγλικά:
Che Guevara was NOT a Trotskyist
«I have yet to find a single credible source pointing to a case where Che executed ‘an innocent’. Those persons executed by Guevara or on his orders were condemned for the usual crimes punishable by death at times of war or in its aftermath: desertion, treason or crimes such as rape, torture or murder. I should add that my research spanned five years, and included anti-Castro Cubans among the Cuban-American exile community in Miami and elsewhere.”
— Jon Lee Anderson, author of Che Guevara: A Revolutionary Life, PBS forum.
Che Guevara was an anti-revisionist Marxist-Leninist and a strong supporter of Joseph Stalin. He was both opposed to Trotsky and Khrushchev. He hated Khrushchev and was very upset that Fidel Castro supported Soviet revisionism.
“We consider the Trotskyist party to be acting against the revolution.”
— (Che Guevara, 1961).
In November 1960, Che Guevara insisted on depositing a floral tribute at Stalin’s tomb even against the advice of the Cuban Ambassador to the USSR. This was more than four years after Khrushchev’s process of “De-Stalinisation” started.
Guevara’s fellow motorcyclist Alberto Ganado said that it was Stalin that Guevara “discovered” in the mid-fifties (Anderson pp.165-166, p.565).
In 1955 while in Mexico he sent a letter to his aunt signed with the words “Stalin II.”
“I think that the fundamental stuff that Trotsky was based upon was erroneous and that his ulterior behaviour was wrong and his last years were even dark. The Trotskyites have not contributed anything whatsoever to the revolutionary movement; where they did most was in Peru, but they finally failed there because their methods are bad.”(‘Annexes’, p. 402)
— quoted in “Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara,” from Revolutionary Democracy Journal
Although Guevara helped secure the release of some Trotskyists from prison in 1965, they were freed only on the condition that they cease their political activity (Revolutionary History 2000, Vol.7 No.3) pp.193-195, p.249).
“Along the way, I had the opportunity to pass through the dominions of the United Fruit, convincing me once again of just how terrible these capitalist octopuses are. I have sworn before a picture of the old and mourned comrade Stalin that I won’t rest until I see these capitalist octopuses annihilated.”
– Letter to his aunt Beatriz describing what he had seen while traveling through Guatemala (1953); as quoted in Che Guevara: A Revolutionary Life (1997) by Jon Lee Anderson
“Trotsky, along with Khrushchev, belongs to the category of the great revisionists.”
– – (December 4, 1965: Letter to Armando Ηart)
“Trotsky was fundamentally wrong… Trotskyites ultimately failed because their methods are bad.”
– (Apuntes criticos a la Economia Politica, 1964)
“In the so called mistakes of Stalin lies the difference between a revolutionary attitude and a revisionist attitude. You have to look at Stalin in the historical context in which he moves, you don’t have to look at him as some kind of brute, but in that particular historical context. I have come to communism because of daddy Stalin and nobody must come and tell me that I mustn’t read Stalin. I read him when it was very bad to read him. That was another time. And because I’m not very bright, and a hard-headed person, I keep on reading him. Especially in this new period, now that it is worse to read him. Then, as well as now, I still find a Seri of things that are very good.”
Che wrote on December 14 of 1957 a letter to René Ramos Latour (“Daniel”), National Coordinator of the Movimiento 26 de Julio who died in combat, the following:
“Because of my ideological background, I belong to those who believe that the solution of the world’s problems lies behind the so-called iron curtain and I see this Movement as one of the many inspired by the bourgeoisie’s desire to free themselves from the economic chains of imperialism.”
“In Cuba there is nothing published, if one excludes the Soviet bricks, which bring the inconvenience that they do not let you think; the party did it for you and you should digest it. It would be necessary to publish the complete works of Marx, Engels, Lenin, Stalin [underlined by Che in the original] and other great Marxists. Here would come to the great revisionists (if you want you can add here Khrushchev), well analyzed, more profoundly than any others and also your friend Trotsky, who existed and apparently wrote something.”
— (Che Guevara, Letter to Armando Hart Dávalos published in Contracorriente, Havana, September 1997, No. 9).
Το βιβλίο του J.L.Anderson «Che Guevara: A Revolutionary Life».
Στις 7.30′, ο Σέλιχ επικοινώνησε στον ασύρματο με τη Βαγεγκράντε για να ρωτήσει τι να κάνει με τον Τσε και πήρε την απάντηση να τον κρατήσει μέχρι νεωτέρας. Στη συνέχεια, μαζί με τον Πράντο και τον Αγιορόα, πήγαν στο σχολείο για να μιλήσουν με τον Τσε. Από το διάλογό τους που διήρκεσε 45 λεπτά, ο Σέλιχ κράτησε μερικές σύντομες προσωπικές σημειώσεις.
«Κομαντάντε, σε βλέπω κάπως πεσμένο», είπε ο Σέλιχ στον Τσε, σύμφωνα με τις σημειώσεις του. «Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί έχω αυτή την εντύπωση;»
«Απέτυχα», απάντησε ο Τσε. «Όλα τέλειωσαν, κι αυτός είναι ο λόγος που με βλέπεις σ’ αυτή την κατάσταση».
Ύστερα ο Σέλιχ ρώτησε τον Τσε γιατί επέλεξε να αγωνιστεί στη Βολιβία και όχι στην «πατρίδα του». Ο Τσε απέφυγε την ερώτηση, αλλά παραδέχτηκε ότι «ίσως να ήταν καλύτερα έτσι». Όταν άρχισε να εκθειάζει το σοσιαλισμό ως το καλύτερο σύστημα για τις λατινοαμερικανικές χώρες, ο Σέλιχ τον διέκοψε.
«Θα προτιμούσα να μην αναφερθώ στο θέμα αυτό», είπε ο αξιωματικός, και ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση η Βολιβία ήταν «εμβολιασμένη κατά του κομμουνισμού». Κατηγόρησε τον Τσε ότι είχε «εισβάλει» στη Βολιβία και υπογράμμισε ότι η πλειονότητα των ανταρτών ήταν «ξένοι». Πάντα κατά τον Σέλιχ, ο Τσε έστρεψε το βλέμμα προς τους νεκρούς Αντόνιο και Αρτούρο.
«Συνταγματάρχη, κοίταξέ τους. Τα παλικάρια αυτά είχαν ό,τι μπορούσαν να επιθυμήσουν στην Κούβα, αλλά ήρθαν εδώ για να πεθάνουν σαν σκυλιά».
Ο Σέλιχ προσπάθησε να αποσπάσει κάποιες πληροφορίες από τον Τσε για τους αντάρτες που διώκονταν ακόμη.
«Γνωρίζω ότι ο Μπενίνιο είναι βαριά τραυματισμένος από τη μάχη στη Λα Ιγκέρα (26 Σεπτεμβρίου), όπου πέθαναν ο Κόκο και οι άλλοι. Μπορείς να μου πεις, κομαντάντε, αν είναι ακόμη ζωντανός;»
«Συνταγματάρχη, η μνήμη μου είναι πολύ αδύναμη, δεν θυμάμαι και ούτε ξέρω πώς να απαντήσω στην ερώτησή σου».
«Είσαι Κουβανός ή Αργεντινός;», ρώτησε ο Σέλιχ.
«Είμαι Κουβανός, Αργεντινός, Βολιβιανός, Περουβιανός, Εκουαδοριανός κ.ο. κ. Με αντιλαμβάνεσαι».
«Και τι σε έκανε να αποφασίσεις να δράσεις στη χώρα μας;»
«Μα δεν βλέπετε τις συνθήκες ζωή των χωρικών;, ρώτησε ο Τσε. «Ζουν σχεδόν σαν άγριοι, σε συνθήκες φτώχειας που ραγίζουν την καρδιά, έχουν ένα μόνο δωμάτιο όπου κοιμούνται και μαγειρεύουν, δεν έχουν ρούχα να φορέσουν, κι είναι εγκαταλειμμένοι σαν ζώα…»
«Τα ίδια συμβαίνουν και στην Κούβα», αντέτεινε ο Σέλιχ.
«Αυτό δεν ισχύει», απάντησε ο Τσε. «Δεν αρνούμαι ότι στην Κούβα υπάρχει ακόμη φτώχεια, αλλά εκεί οι αγρότες ζουν τουλάχιστον με την αυταπάτη της προόδου, ενώ ο Βολιβιανός ζει δίχως ελπίδα. Οπως γεννιέται, έτσι πεθαίνει, χωρίς ποτέ να δει την κατάστασή του να βελτιώνεται στο παραμικρό».
(από το βιβλίο του Jon Lee Anderson «Che Guevara. A revolutionary life», Ν. Υόρκη 1997, εκδ. Bantam Press, σ.734-5).
Την άνοιξη του 1965 ο Τσε εξαφανίστηκε από προσώπου γης, μέσα σε μια απίστευτη παραφιλολογία των δυτικών ΜΜΕ που τον ήθελαν να έχει αυτοκτονήσει, να έχει εκτελεστεί από τον Κάστρο ή να είναι θαμμένος στο … Λας Βέγκας. Στην πραγματικότητα, όπως έμελλε να αποδείξει ο θάνατός του δυόμισι χρόνια αργότερα στα βουνά της Βολιβίας, ο θρυλικός κομαντάντε είχε αποφασίσει να κάνει πράξη το κάλεσμά του για τη μετατροπή του Τρίτου Κόσμου σε «2, 3, πολλά Βιετνάμ». Πρώτος σταθμός του θα είναι το πρώην βελγικό Κονγκό (αργότερα Ζαίρ), σε μια επτάμηνη εκστρατεία που θα παραμείνει για τρεις ολόκληρες δεκαετίες «το καλύτερα φυλαγμένο μυστικό της κουβανικής επανάστασης».
Κι όμως, επρόκειτο για επιχείρηση κάθε άλλο παρά αμελητέα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, το Κονγκό ήταν για τη διεθνή πολιτική ό,τι η Γιουγκοσλαβία των ημερών μας: ένα πεδίο δοκιμής της νέας τάξης πραγμάτων του μεταποικιακού κόσμου -με εθνοτικές διαμάχες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αποτυχημένες ειρηνιστικές παρεμβάσεις του ΟΗΕ. Το 1964, τρία διαφορετικά αντάρτικα αριστερών αποκλίσεων μάχονταν -με τη δεδηλωμένη υποστήριξη του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας- κατά της νεοαποικιακής κυβέρνησης του Μωϋσή Τσομπέ και των λευκών μισθοφόρων της · το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, η προέλασή τους θα ανακοπεί από βέλγους αλεξιπτωτιστές, που μεταφέρθηκαν από αμερικανικά αεροπλάνα μέσω βρετανικών βάσεων. Η κουβανική επέμβαση θα επιχειρήσει να απαντήσει σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική επιδρομή: η πρώτη ομάδα μαχητών, με επικεφαλής τον Γκεβάρα, έφτασε στο Νταρ-ες-Σαλάμ της Τανζανίας στις 19.4.1965 και λίγες μέρες αργότερα πέρασε στο Κονγκό, στην απέναντι όχθη της λίμνης Ταγκανίκα · ακολουθούν τους επόμενους μήνες περισσότεροι από 100 ακόμα Κουβανοί, όλοι εθελοντές. Η επιχείρηση παρόλα αυτά θα καταλήξει σε πανωλεθρία, εξαιτίας μιας σειράς αδυναμιών του κονγκολέζικου αντάρτικου αλλά και της αλλαγής της διεθνούς συγκυρίας. Στις 23 Νοεμβρίου 1965, το εκστρατευτικό σώμα του Γκεβάρα εγκαταλείπει τη χώρα. Ο ίδιος ο κομαντάντε, ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα στην Πράγα, θα πάρει το δρόμο για τη Βολιβία -όπου η αφρικανική εμπειρία του θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές του, κυρίως όσον αφορά την επιμονή του να κρατήσει ο ίδιος την ηγεσία του αντάρτικου και να μην την εμπιστευθεί στην απρόθυμη καθοδήγηση του τοπικού ΚΚ.
Η πρώτη λεπτομερής περιγραφή του κονγκολέζικου εγχειρήματος έγινε μόλις το 1994, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αβάνα από το γνωστό μεξικανό συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ και τους κουβανούς δημοσιογράφους Φροϊλάν Εσκομπάρ και Φελίξ Γκέρα, με τίτλο «Η χρονιά που δεν ήμασταν πουθενά». Στο μεγαλύτερο μέρος του πρόκειται για συρραφή από μαρτυρίες κουβανών και κονγκολέζων που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία, το πιο ενδιαφέρον όμως τμήμα του αποτελούν τα αποσπάσματα από ένα αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του Γκεβάρα με τίτλο «Pasajes de la guerra revolucionaria: el Congo» (Σελίδες του επαναστατικού πολέμου: το Κονγκό). Από τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου ( Παρίσι 1995, εκδ. Metaile) μεταφέρουμε εδώ κάποια χαρακτηριστικά τμήματα των απομνημονευμάτων του Τσε, μαζί με δυο μαρτυρίες συμπολεμιστών του.
Η άφιξη. «Δεν ενημέρωσα κανέναν κονγκολέζο για την απόφασή μου να συμμετάσχω στον αγώνα, ούτε φυσικά για την παρουσία μου. Στην πρώτη συζήτηση με τον Καμπίλα δεν μπορούσα να το κάνω, γιατί τίποτα δεν είχε αποφασιστεί και, άπαξ και αποφασίστηκε, ήταν επικίνδυνο να γνωστοποιηθεί το σχέδιό μου πριν φτάσω στον προορισμό μου (…) Είχα συνείδηση του γεγονότος ότι μια άρνηση από μέρους τους θα με έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς δε θα μπορούσα πια να γυρίσω πίσω, υπολόγιζα όμως πως θα τους ήταν δύσκολο να αρνηθούν. Ήταν ένας εκβιασμός, όπου επέβαλα την παρουσία μου».
Τα Μετώπισθεν. «Μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως οι κονγκολέζοι διοικητές μοίραζαν άδειες για επισκέψεις από το μέτωπο στην Κιγκόμα. Αυτό το χωριό αποτελούσε ένα καταφύγιο, όπου οι πιο τυχεροί μπορούσαν να αποβιβαστούν για να ζήσουν μακριά από τις τύχες του πολέμου. Η καταστροφική επίδραση της Κιγκόμα, των πορνείων της, των μπαρ της και κυρίως αυτός ο χαρακτήρας της ως εξασφαλισμένο άσυλο, δεν είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψη από την επαναστατική διοίκηση. (…) Οι μέρες περνούσαν. GΗ λίμνη διασχιζόταν από διάφορους αγγελιοφόρους, που είχαν μια μυθική ικανότητα να διαστρέφουν κάθε είδηση, ή από αδειούχους που είχαν εξασφαλίσει ένα κάποιο πάσο για την Κιγκόμα. Ως γιατρός (επιδημιολόγος), δούλεψα κάμποσες μέρες μαζί με τον Κούμι στο αγροτικό ιατρείο, όπου παρατήρησα αρκετά ανησυχητικά κρούσματα. Πρώτα απ’ όλα, το μεγάλο αριθμό αφροδίσιων νοσημάτων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν αποκτηθεί στην Κιγκόμα. Δεν ήταν η υγειονομική κατάσταση του πληθυσμού ή των πορνών της Κιγκόμα που θεωρούσα τότε ανησυχητικά, αλλά το γεγονός ότι αυτές ήταν σε θέση να μολύνουν τόσους άντρες. Ποιος πλήρωνε γι’ αυτές τις γυναίκες; Πού πήγαιναν τα χρήματα της επανάστασης;»
Το Χάος. «Συμμετείχα προσωπικά στη διανομή σοβιετικών φαρμάκων, η όλη σκηνή έμοιαζε με ανατολίτικο παζάρι. Κάθε εκπρόσωπος ένοπλης ομάδας έβγαζε αριθμούς και παρέθετε λόγους για να πάρει μεγάλες ποσότητες φαρμάκων · χρειάστηκε πολλές φορές να αντιταχθώ βίαια στην αρπαγή ορισμένων σκευασμάτων και ειδικευμένου υλικού που θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν στα πολεμικά μέτωπα, αλλά όλοι ήθελαν να έχουν απ’ όλα. Καθένας ορμούσε με αριθμούς μαγικούς: τέσσερις χιλιάδες οι δικοί μου, κι εγώ άλλες δυο χιλιάδες, και ούτω καθεξής (…) Η παράδοση των φορτίων με τα όπλα και τον υπόλοιπο εξοπλισμό γινόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντοτε έλειπε κάτι: κανόνια ή πολυβόλα χωρίς βασικά εξαρτήματα, τουφέκια με ακατάλληλα πυρομαχικά νάρκες δίχως πυροκροτητές. Όλα αυτά έμοιαζαν αναγκαστικό χαρακτηριστικό των αποστολών υλικού από την Κιγκόμα».
Το Μαγικό Φίλτρο. «Ο αντισυνταγματάχης Λαμπέρ, συμπαθητικός και στην αρχή πρόσχαρος, μου εξήγησε πως τα αεροπλάνα του εχθρού δε μετράνε καθόλου γι’ αυτούς, αφού διαθέτουν το dawa, ένα φάρμακο που τους κάνει άτρωτους στις σφαίρες. -Εμένα, με έχουν πετύχει πολλές φορές και οι σφαίρες πέφτουν στη γη, χωρίς δύναμη.
Δεν άργησα να αντιληφθώ πως μιλούσε σοβαρά. Αυτό το dawa αποδείχθηκε μάλλον καταστροφικό για τη στρατιωτική προετοιμασία. Η αρχή είναι η εξής: ο μαχητής λούζεται με ένα υγρό, όπου έχουν λιώσει διάφορα βότανα και άλλες μαγικές ουσίες, με τη συνοδεία ορισμένων καβαλιστικών σημείων και, σχεδόν πάντα, με τη χάραξη ενός σημαδιού με κάρβουνο στο πρόσωπό του · προς το παρόν, προστατεύεται απέναντι σε κάθε λογής όπλα του εχθρού (αυτό εξαρτάται από την έκταση των δυνάμεων του μάγου), δεν πρέπει όμως να ακουμπήσει κανένα αντικείμενο που δεν του ανήκει, ούτε γυναίκα, ούτε να φοβάται, γιατί αλλιώς θα χάσει την προστασία. Οι αποτυχίες είναι έτσι εύκολο να εξηγηθούν: νεκρός άντρας ίσον άντρας που φοβήθηκε, που έκλεψε ή που κοιμήθηκε με γυναίκα, τραυματίας ίσον άντρας που φοβήθηκε. Καθώς ο φόβος αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολέμου, οι μαχητές βρίσκουν πολύ φυσικό να αποδίδουν ένα τραύμα στη δειλία, τουτέστιν στην απουσία πίστης. Και καθώς οι νεκροί δε μιλάνε, μπορεί κανείς πάντοτε να υποψιάζεται ότι παρέβησαν μίαν από τις τρεις εντολές.
Αυτή η πεποίθηση είναι τόσο ισχυρή, που κανείς δεν πηγαίνει στη μάχη χωρίς την προστασία του dawa. Πάντα φοβόμουνα μήπως αυτή η δεισιδαιμονία στρεφόταν τελικά εις βάρος μας, καθιστώντας υπεύθυνους για την αποτυχία μιας μάχης με μεγάλες απώλειες, κι επιχείρησα πολλές φορές να συζητήσω το ζήτημα με διάφορους υπεύθυνους για να δοκιμάσω να τους πείσω. Αποδείχθηκε αδύνατο· το dawa θεωρούνταν σημάδι πίστης. Οι πιο προχωρημένοι πολιτικά έλεγαν πως το dawa είναι μια υλική, φυσική δύναμη, κι ότι ως οπαδοί του διαλεκτικού υλισμού αναγνωρίζουν τη δύναμη του dawa, που επιβάλει τα μυστικά του στους μάγους του δάσους».
Οι Τούτσι. «Περίπου τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο από τη βάση μας, υψώνεται ένα σύνολο από μικρούς οικισμούς, των δέκα σπιτιών το πολύ, διασκορπισμένους σε μια τεράστια έκταση φυσικών λιβαδιών. Η ζώνη ονομάζεται γενικά Νγκάνια και κατοικείται από μια φυλή που κατάγεται απ’ τη Ρουάντα. Παρόλο που ζουν στο Κονγκό εδώ και κάμποσες γενιές, διατηρούν άθικτο το πνεύμα της πατρίδας τους · αφοσιώθηκαν στην κτηνοτροφική ζωή αλλά είναι μόνιμοι κάτοικοι κι έχουν την αγελάδα ως κέντρο της οικονομίας τους (…) Πολλές φορές μας αφηγήθηκαν την ιστορία εκείνου του άτυχου στρατιώτη που δεν είχε τον αριθμό αγελάδων που απαιτούσε ο πατέρας της γυναίκας των ονείρων του, γιατί η γυναίκα αγοράζεται κι αυτή -ακριβέστερα, η κατοχή όσο γίνεται περισσότερων γυναικών αποτελεί δείγμα οικονομικής ισχύος, χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι είναι αυτή που ασχολείται με τη γεωργία και το σπίτι. Αυτή η κοινότητα μας επέτρεπε να έχουμε στη διάρκεια του πολέμου πρόσβαση στο πολύτιμο βοδινό κρέας που θεραπεύει τα πάντα, ακόμη και τη νοσταλγία (ή σχεδόν)».
Η επίσκεψη του αρχηγού. «Ο Καμπίλα έδειξε πως ήξερε τη νοοτροπία των αντρών του · ζωντανός κι ευχάριστος, εξήγησε στα σουαχίλι όλες τις συνεδριάσεις και τα αποτελέσματα του Καίρου. Έκανε τους αγρότες να μιλούν, έδωσε γρήγορες απαντήσεις που ικανοποίησαν τον κόσμο. Όλα τέλειωσαν με γιορτή και χορό, στο ρυθμό μιας μουσικής που κατέληγε στο ρεφρέν «Καμπίλα βά, Καμπίλα έ».
Επιδείκνυε μίαν έντονη δραστηριότητα, είχε το ύφος πως ήθελε να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο. Πρότεινε να οργανώσουμε την άμυνα της βάσης, κι έμοιαζε να δίνει κουράγιο σε όλο τον κόσμο και να αλλάζει τη φυσιογνωμία μιας ζώνης που υπέφερε πολύ από έλλειψη πειθαρχίας. Αμέσως μαζεύτηκαν εξήντα άντρες, τους δώσαμε τρεις κουβανούς εκπαιδευτές κι άρχισαν να σκάβουν χαρακώματα και να κάνουν μαθήματα σκοποβολής.
Πέντε μέρες μετά την άφιξή του, ο Καμπίλα με φώναξε για να μου πει πως έπρεπε να ξαναφύγει το ίδιο κιόλας βράδυ για την Κιγκόμα. Μου εξήγησε πως ο Σουμαλιότ βρισκόταν εκεί, κι επιδόθηκε σε μίαν αυστηρή κριτική αυτού του ηγέτη, των οργανωτικών του λαθών, της δημαγωγίας και της αδυναμίας του (…) Στη διάρκεια της συζήτησης, του ξέφυγε πως ο Σουμαλιότ στην πραγματικότητα βρισκόταν στο Νταρ-ες-Σαλάμ (…) Όταν μάθαμε τα νέα για την αναχώρηση του Καμπίλα, οι Κονγκολέζοι και οι Κουβανοί παραδόθηκαν για μίαν ακόμη φορά στην απογοήτευση».
Το Μέτωπο. «Ένας μεγάλος αριθμός από ένοπλους άντρες κυκλοφορούσε ανάμεσα στα μικρά χωριά που διασχίζαμε · σε καθένα, υπήρχε κάποιος αρχηγός που βρισκόταν στο σπίτι του ή στο σπίτι κάποιου φίλου, καθαρός, καλοταϊσμένος, και κατά κανόνα καλοπιωμένος. Οι μαχητές έμοιαζαν ν’ απολαμβάνουν μεγάλη ελευθερία και πολύ ικανοποιημένοι από την τύχη τους. Είχανε πάντα το όπλο τους χιαστί, και δεν παρατηρούσε κανείς ούτε το παραμικρό σημάδι πειθαρχίας, διάθεσης για μάχη ή οργάνωσης.
Η Δυσαρέσκεια. «Η ρομαντική εποχή που απειλούσα τους απείθαρχους πως θα τους στείλω πίσω στην Κούβα, είχε περάσει (…) Φήμες ανάμεσα στους άντρες της αποστολής έλεγαν πως οι Κουβανοί έμεναν στο Κονγκό γιατί ο Φιντέλ αγνοούσε την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε. Δεν μπορούσα να απαιτώ και πολύ απ’ αυτούς να έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά μου να διοικώ, μπορούσα όμως να απαιτήσω να σεβαστούν την καλή μου πίστη. Δεν είχα την πρόθεση να θυσιάσω οποιονδήποτε για την προσωπική μου τιμή. Αν ήταν αλήθεια ότι δεν είχα γνωστοποιήσει στην Αβάνα πως τα πάντα είχαν χαθεί, αυτό οφειλόταν στο ότι πραγματικά δεν το πίστευα.
Επιστολή στο Φιντέλ: «Η παρουσία 200 επιπλέον ανδρών θα ήταν μάλλον επιζήμια τούτη τη στιγμή, εκτός αν αποφασίσουμε μια και καλή να πολεμήσουμε από μόνοι μας, αν και σ’ αυτή την περίπτωση θα μας χρειαζόταν μια μεραρχία, κι επιπλέον, θα ‘πρεπε να δούμε πόσες δυνάμεις θα παρατάξει τότε ο εχθρός απέναντί μας. Ίσως υπερβάλλω και ένα τάγμα ενδεχομένως να αρκούσε για να επαναφέρει τα σύνορα εκεί που βρίσκονταν την εποχή της άφιξής μας και να απειλήσει την Αλμπερτβίλ. Όμως σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ο αριθμός που μετρά. Δε μπορούμε να απελευθερώσουμε από μόνοι μας μια χώρα που δε θέλει να απελευθερωθεί. Πρέπει να δημιουργήσουμε αυτό το μαχητικό πνεύμα και να ξεκινήσουμε να αναζητάμε ανθρώπους με το φανάρι του Διογένη και την υπομονή του Ιώβ, γεγονός που καθιστά την αποστολή αδύνατη, αν λάβουμε υπόψη μας το περιβάλλον σκατό».
Η Ήττα. «Ήταν η κατάρρευση. Ολόκληρα αποσπάσματα και χωρικοί περνούσαν με τον εχθρό. Δεν υπήρχαν πια έμπιστα κονγκολέζικα στρατεύματα (…) Από τα υψώματά μας, μπορούσαμε να δούμε τις αναρίθμητες φωτιές που είχαν ανάψει οι στρατιώτες, καθώς έκαιγαν όλα τα σπίτια των αγροτών».
Η Αναχώρηση. «Πέρασα τις τελευταίες ώρες μοναχός και μπερδεμένος, ώσπου στις δύο το πρωί ήρθαν από την Κιγκόμα τα καράβια με το κουβανέζικο πλήρωμά τους (…) Οργανώσαμε την εκκένωση · ανέβηκαν οι άρρωστοι, ύστερα το επιτελείο του Μεσένγκο, μια σαρανταριά άνθρωποι που αυτός είχε διαλέξει. Όλοι οι Κουβανοί επιβιβάστηκαν κι ένα επώδυνο θέαμα άρχισε, αξιοθρήνητο, θορυβώδες και άδοξο: χρειάστηκε να απωθήσω άντρες που εκλιπαρούσαν να τους πάρουμε μαζί. Δεν υπήρξε ούτε μια χειρονομία μεγαλείου σ’ αυτή την υποχώρηση, ούτε μια κίνηση εξέγερσης. Τα πολυβόλα και οι άντρες ήταν έτοιμα για το ενδεχόμενο που θα επιχειρούσαν να μας πτοήσουν χτυπώντας μας τη στιγμή της αναχώρησης. Όμως τίποτα τέτοιο δε συνέβη (…)
Ο ενθουσιασμός των Κουβανών και των Κονγκολέζων ξεχείλιζε από τις βάρκες, σαν ένα καυτό υγρό που με τσουρούφλιζε χωρίς να υποκύπτω στο κλίμα που μεταδιδόταν. Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων ωρών που πέρασα στο Κονγκό, ένιωσα μόνος όσο ποτέ άλλοτε δεν το είχα νιώσει, ούτε στην Κούβα ούτε οπουδήποτε αλλού, στο μακρύ μου προσκύνημα κατά μήκος του κόσμου».
Η πρώτη έκδοση κειμένου του Τσε στην Ελλάδα δεν έγινε από κάποια οργάνωση ή εκδοτικό οίκο της αριστεράς, αλλά από το επίσημο περιοδικό του στρατού: τον Ιανουάριο του 1962, η «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρησις» (μηνιαία έκδοσις του ΓΕΣ) δημοσίευσε -με τον τίτλο «Ανορθόδοξος Πόλεμος»- «το δεύτερον κεφάλαιον εκ του εγχειριδίου του Κουβανού Γκουεβάρα, επιτελάρχου του Φιντέλ Κάστρο, περί ανταρτοπολέμου». Πρώτος έλληνας μεταφραστής του Τσε, από την ανάλογη έκδοση του αμερικανικού περιοδικού «Army», ήταν έτσι ο αντισυνταγματάχης Π. Γιαννακόπουλος!
Το άρθρο αυτό και μια ομιλία του Τσε -που δημοσιεύθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο περιοδικό «Αντιιμπεριαλιστής» της οργάνωσης «Φίλοι Νέων Χωρών»- θα είναι οι μόνες δημοσιεύσεις κειμένων του Γκεβάρα στα ελληνικά μέχρι τα μέσα περίπου της δικτατορίας. Το 1969 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ‘Φως’ «Η Επανάσταση στην Κούβα» (σε μετάφραση Φ. Κομνηνού) ενώ τον Αύγουστο του 1971 στο 2ο τεύχος του περιοδικού «Νέοι Στόχοι» δημοσιεύεται το «Μήνυμα στην Τριηπειρωτική» («2,3,… πολλά Βιετνάμ»). Μέχρι τα πρώτα χρόνια της Μετραπολίτευσης, εκδόθηκαν και τα υπόλοιπα βασικά κείμενά του: «Ο Ανταρτοπόλεμος» (μτφ. Φ. Χατζιδάκη-Σ. Σιδερά), «Ημερολόγιο Βολιβίας» (μτφ. Φ. Κομνηνού), «Πολιτικά Κείμενα» (2 τόμοι, σε μετάφραση Λιλής Ζωγράφου & Μπάμπη Λυκούδη) · από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησε επίσης, σε μετάφραση Γ. Παπαγιαννέα, το «Σοσιαλισμός και άνθρωπος» (1972).
Με την αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος, την τελευταία δεκαετία έχουν επανεκδοθεί -σε νέες μεταφράσεις- μια επιλογή από πολιτικά κείμενά του («Κείμενα», μτφ. Χρ. Πάντζου, Σύγχρονη Εποχή 1988) και οι αναμνήσεις του από το αντάρτικο της Κούβας («Το ημερολόγιο του επαναστατικού πολέμου», μτφ. Δ. Κωστελένιος, `Το Ποντίκι’ 1996). Λίγο μετά την πρώτη έκδοσή τους σε διεθνές επίπεδο, το 1993, κυκλοφόρησαν και οι αναμνήσεις του από το νεανικό του ταξίδι στη Λατ. Αμερική ( «Λατινοαμερικάνα. Ημερολόγιο από ένα ταξίδι με μοτοσικλέτα», μτφ. Ντίνας Σιδέρη, εκδ. Νέα Σύνορα 1994).
Προς το παρόν, μοναδική αποτίμηση της σκέψης του Τσε στα ελληνικά παραμένει το βιβλίο του Michael Lowy «Ο Τσε Γκεβάρα και ο μαρξισμός» (Καρανάσης 1973). Παράλληλα κυκλοφορούν δυο βιογραφίες του, που δυστυχώς δε συγκαταλέγονται στις καλύτερες του είδους. Η πρώτη, από το φίλο του Ricardo Rojo («Τσε Γκουεβάρα. Η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου», εκδ. Δημιουργία), γράφτηκε βιαστικά το 1968 προκειμένου να ανταποκριθεί στο τεράστιο ενδιαφέρον που προκάλεσε ο θάνατος του κομαντάντε στη Βολιβία · η δεύτερη, από το γάλλο συγγραφέα Ζάν Κορμιέ («Τσε Γκεβάρα», εκδ. Καστανιώτη), χαρακτηρίζεται επίσης από μια κάποια προχειρότητα. Εξαιρετικά περιορισμένο όσον αφορά την οπτική του γωνία είναι το βιβλίο του κουβανού Φροϊλάν Γκονσάλες, πρώην στελέχους του κουβανικού Υπ. Εσωτερικών, και της συζύγου του Α.Κουπούλ («CIA κατά Τσε», Σύγχρονη Εποχή 1997). Έμμεση αναφορά στον Τσε συνιστούν τέλος οι αναμνήσεις ενός από τους λιγοστούς επιζήσαντες του βολιβιανού αντάρτικου (Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες «Οι επιζήσαντες σύντροφοι του Τσε», Καστανιώτης 1997), που ξεκινά με τη σύλληψη του θρυλικού κομαντάτε.
Ο θάνατος του Τσε συμπίπτει στην Ελλάδα με τη σκληρότερη φάση της χουντικής τρομοκρατίας. Η μυθική μορφή του επαναστάτη εμπνέει την αντίσταση, αλλά η μέθοδός του διχάζει. Το 1970, δύο από τα πρώτα στελέχη της αντίστασης, ο Γιώργος Βότσης και ο Περικλής Κοροβέσης διαφωνούσαν δημόσια από τις στήλες του περιοδικού «Επανάσταση» (οργάνου των «Επαναστατικών Σοσιαλιστικών Ομάδων») για τη δυνατότητα εφαρμογής στην Ελλάδα της γκεβαρικής θεωρίας των ενόπλων πυρήνων (των «εστιών», του «foco», όπως την κωδικοποίησε ο Ρεζί Ντεμπρέ στο βιβλίο του «Επανάσταση μέσα στην Επανάσταση»).
Ο Βότσης προτείνει μια «μορφή ένοπλης προπαγάνδας» η οποία θα στηρίζεται σε «μικρές ευκίνητες και αποκεντρωμένες μαχητικές ομάδες, που θα δράσουν ένοπλα και σοβαρά, χτυπώντας επιμελώς επιλεγμένους στόχους και εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και κλιμάκωση των ενεργειών τους.» Και εξαίρει τον Τσε που «σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι, αλλά το αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής δεν ξόφλησε». Ο Κοροβέσης αντιτείνει ότι «η επιθυμία ενός ατόμου ή μιας ομάδας, όσο γενναίοι και αν είναι, δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα» και θυμίζει την τραγική σκηνή από το βολιβιανό ημερολόγιο: «Ο Τσε με τους γκεριλιέρος και με τα ντουφέκια στον ώμο, έρημοι σαν ναυαγοί, περιφέρονταν σε απομακρυσμένα χωριά, ανάμεσα από έκπληκτους και φοβισμένους χωριάτες που δεν έδειχναν καμιά συγκίνηση.» Τριάντα χρόνια αργότερα, συνεχίζουν να διαφωνούν.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ: Στη χούντα, με πιάσανε 10 Οκτωβρίου 1967 και στις 11 έμαθα για το θάνατο του Τσε Γκεβάρα. Μου τό ‘πε ένας συγκρατούμενος. Το νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία. Εκείνη την εποχή είχα ήδη διαβάσει το βιλίο του Ντεμπρέ «Επανάσταση στην Επανάσταση», νομίζω από τα αγγλικά. Αυτό στάθηκε αφορμή για το πρώτο δικό μου σκίρτημα, για κάτι άλλο. Αλλά, τότε, ήταν λίγα τα πράγματα που ξέραμε. Ο,τι ουσιαστικό βιβλίο διάβασα, το βρήκα έξω, αργότερα. Αυτό που κυριαρχούσε και σε μένα -πρίν δω τον Τσε κριτικά- ήταν αυτός ο ενθουσιασμός για την επανάσταση που λειτουργούσε σαν ένα ελιξήριο νεότητας σε ένα κόμμα που είχε ήδη νεκρωθεί ιδεολογικά, και πολιτικά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΤΣΗΣ: Εγώ δεν θα ‘λεγα ότι ο Τσε είναι που εμπνέει όποιες ιδέες, κινήσεις, προτάσεις, πρακτικές περί τη χρήση των όπλων, στον αντιστασιακό αγώνα. Είναι η ίδια η δικτατορία, η κατάλυση του καθεστώτος, η ωμή βία. Είναι και το χάλι της ρεφορμιστικής -όπως την αποκαλούσαμε τότε- Αριστεράς, η οποία απεκάλυψε τη γύμνια της και με τον τρόπο που βρεθήκαμε όλοι «ξεβράκωτοι» στην αντιμετώπιση του πραξικοπήματος. Ο Τσε έφτανε σε μας τότε ως απόηχος ή ως μακρινός μύθος, αλλά ήταν ελάχιστα γνωστός.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη εμπνευσμένη από τον καστρισμό και τον γκεβαρισμό οργάνωση γίνεται στο Παρίσι, όπου οι Έλληνες ήταν πιο ενημερωμένοι. Το Κίνημα της 29ης Μαΐου, πράγματι εξέφραζε μια σκληρή γκεβαρική τάση -και αν δεν απατώμαι ήταν η πρώτη οργάνωση η οποία έστειλε και ανθρώπους της στην Κούβα να εκπαιδευτούν. Αργότερα το έκαναν κι άλλες οργανώσεις. Υπάρχουν μερικές δεκάδες ανθρώπων οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί. Στρατόπεδα υπήρχαν και στην Κούβα και στην Μέση Ανατολή. Αυτοί πλαισίωσαν ή ήταν ήδη μέσα σε κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις που ευθέως κήρυσσαν και επεδίωκαν, ως πρακτική, τον ένοπλο αγώνα στη δικτατορία. Εκτός από την «29η Μαΐου», η «20ή Οκτώβρη», ο «Άρης», ο «Μαχητής», κλπ.
– Μεσολάβησε και ο Μάης του ’68 για να γίνει, και για την ελληνική Αριστερά, το πρόσωπο του Γκεβάρα, μύθος;
Γ.Β.: Όχι. Θυμάμαι ότι ήμουν στην παρανομία όταν έμαθα το τέλος του Τσε. Υπήρξε μια παγωμάρα. Στην αρχή δεν το πίστευα, γιατί είχε ακουστεί δυο τρεις φορές. Όταν πια επαληθεύτηκε, έκλαιγαν οι άνθρωποι, γιατί ο Τσε ήταν ένας -έστω και απόμακρος- μύθος. Γιατί τα συγκεντρώνει όλα: πλήρη αφοσίωση στην επανάσταση και στο διεθνισμό. Τα τινάζει όλα, φεύγει απ’ την πατρίδα του την Αργεντινή για να πάει στη Γουατεμάλα, να πάει στο Μεξικό, να πάει στην Κούβα, να πάει στην Αφρική και να πεθάνει στη Βολιβία- με εμμονή στον ένοπλο αγώνα.
-Αυτή την εικόνα την είχατε από τότε;
Γ.Β.: Δεν υπήρχε η γνώση αυτή, τί ήταν ο Τσε, τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο της αντίστασης. Αργότερα, και ιδίως στους αντιστασιαζόμενους του εξωτερικού, όπου όλες οι τάσεις της Αριστεράς εμφανίζονται στην ακραία τους υπερβολή, όπου η επανάσταση έδινε κι έπαιρνε, εκεί βέβαια ήταν κοινός τόπος. Θα μπορούσε το βιβλίο του Ντεμπρέ να αποτελεί πεδίο συζήτησης σε συνεδριάσεις δύο, τριών και τεσσάρων νυχτών, ή να δημιουργήσει θεωρητικές συγκρούσεις μέσα σε συνελεύσεις των κατειλημμένων κτιρίων, όπως το ελληνικό σπίτι στη Σιτέ. Εδώ, δεν νομίζω. Πολύ αργότερα, δηλαδή στα μέσα του ’69, το ’70, όταν εμφανίζονται ομάδες με ένοπλη πρακτική και τότε ακόμα δεν είναι μόνο ο Τσε που εμπνέει. Υπενθυμίζω ότι τα πρώτα φυλλάδια που κυκλοφορούν παράνομα και καμουφλαρισμένα…
Π.Κ.: …με εξώφυλλα Βίων Αγίων, συχνά.
Γ.Β.: Αυτά δεν ήταν του Τσε, αλλά του Μαριγκέλα.
– Δηλαδή, σε μια ορισμένη τάση της Αριστεράς υπήρχε στροφή προς τις ιδέες του Τσε και λιγότερο προς την ιστορία των κλασικών αντάρτικων. Μάο, Γκιάπ κ. λπ; Ανακαλύπτουν στον Τσε κάποιες μεγαλύτερες αναλογίες με την Ελλάδα;
Γ.Β.: Υπάρχει αυτή η γκεβαρική θεωρία του foco, που, αν θες, σ’ εκείνες τις περιστάσεις, στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα, μας πάει. Με ποια έννοια; Ότι απαιτεί δράση, επαναστατική πρακτική, από μικρές ομάδες φωτισμένων και αφοσιωμένων στην επανάσταση ανθρώπων. Όχι κινητοποιήσεις μαζών, όχι ένοπλο αγώνα μαζικό. Θυμάμαι, πάντα πριν από το γαλλικό Μάη, αλλά και μετά, ώσπου να εμφανιστούν τα κινήματα ένοπλης βίας στην Ευρώπη (στις αρχές της δεκαετίας του 70) υπάρχουν οι δικές μας ομάδες στην Ελλάδα που χρησιμοποιούν τα όπλα.
Π.Κ.: Το γεγονός ότι βρεθήκαν ομάδες ένοπλης πάλης ή ομάδες που βάζανε βόμβες, δεν μας επιτρέπει να τις ταυτίσουμε με τον Τσε. Γιατί κάποιος πρέπει να τις ταυτίσει με τον Τσε, κι όχι με την παράδοση του εργατικού κινήματος; Βάζανε βόμβες από τον περασμένο αιώνα. Υπάρχει η παράδοση του αναρχικού κινήματος, π.χ. Πες το όπως θέλεις. Δεν βλέπω κάπου να έχει μια άμεση σύνδεση το φαινόμενο Τσε με τις ομάδες ένοπλης πάλης. Μπορεί να αναφέρονταν και στον Τσε, αλλά δεν έχω δει το μοντέλο δράσης Τσε να πηγαίνει είτε σε μια ελληνική, είτε σε μια ξένη ομάδα.
Υπήρχε τότε και ο άλλος παράγοντας: το Βιετνάμ και ο Μάο, το σύνθημα ότι «η εξουσία είναι στην κάνη του τουφεκιού». Βλέπω ότι αυτά αποτελούν μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης, παρά ο Τσε. Ο Τσε θεωρώ ότι ήταν ένα είδος ρομαντικής αναφοράς. Κράτησε μια προσωπική στάση και δημιούργησε ένα μοντέλο από το οποίο ο καθένας μπορεί να βγάλει το χαρακτήρα του, αλλά σαν επαναστατικό μοντέλο νομίζω ότι δεν λειτούργησε.
Γ.Β.: Παρότι η αμφισβήτηση στην επίσημη Αριστερά, την κομμουνιστική, την παραδοσιακή Αριστερά, πριν από το πραξικόπημα του ’67, έφτασε και σε μας -εξ αντανακλάσεως- ως μαοϊκή απόκλιση (τότε μην ξεχνάτε, η πολιτιστική επανάσταση βρισκόταν στο φόρτε της), δεν είναι οι μαοϊκοί εκείνοι που ψάχνουν για τα όπλα, ή χρησιμοποιούν τα όπλα. Οι ένοπλες ομάδες έχουν πληρέστερες αναφορές στον γκεβαρισμό, ή μη ομολογημένες, αλλά σαφέστατες αναφορές στο παράδειγμα της κουβανέζικης επανάστασης και τον Τσε.
Π.Κ.: Αν πάρουμε όλες αυτές τις οργανώσεις μία-μία, σε ποιά κείμενά τους ακολουθούν τη θεωρία του foco;
Γ.Β.: Για θεωρία του foco δεν μίλησε κανένας.
Π.Κ.: Εκτός από σένα. (γέλια)
Γ.Β.: Εγώ είχα τη θεωρία του «μοχλού». Άλλο πράγμα. Ξαδερφάκι της, ίσως. Σε διαβεβαιώ ότι όταν ήμουν στην παρανομία, απ’ τους πρώτους, τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, δεν εγνώριζα καν τον Ντεμπρέ. Μέσα σ’ αυτό το χάλι της διαλυμένης Αριστεράς, μέσα την αναζήτηση νέων μορφών πάλης, το να φτάσεις σε τέτοιες θεωρίες, όπως είναι η θεωρία του «μοχλού», ήταν θέμα λογικής επεξεργασίας.
Π.Κ.: Πάντως εγώ νομίζω ότι αν υπάρχει μία θεωρία γκεβαρική στα ελληνικά, είναι δικιά σου.
Γ.Β.: Θες να με κατηγορήσεις ότι ήθελα να γίνω ο Τσε στην Ελλάδα;
Π.Κ.: Μπορεί να ήθελα να σου κάνω κομπλιμέντο. (γέλια) – Και σήμερα τι σημαίνει για σας ο Τσε;
Π.Κ.: Αυτό που χαρακτηρίζει τον Τσε δεν είναι η Κούβα. Όταν σκέφτομαι τον Τσε, έχω στον μυαλό μου την προσπάθειά του, όλη την πορεία του, να μεταφέρει την επανάσταση εκτός Κούβας.
Γ.Β.: Εγώ όταν φέρνω τον Τσε στο μυαλό μου, έχω την εικόνα του ωραιότερου άνδρα που έχει βγάλει η παγκόσμια επανάσταση. Ο Τσε αποδεικνύει τη μοναδικότητά του κυρίως μέσα στην κουβανέζικη επανάσταση, όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει την εξουσία για να συνεχίσει την επανάσταση κάπου αλλού. Αλλά αναδεικνύεται μέσα από τη διαδικασία της κουβανέζικης επανάστασης. Εκεί ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα.
Π.Κ.: Δεν νομίζω ότι μπορώ να συμφωνήσω σ’ αυτό το σημείο. Δηλαδή αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε σαν θεωρία, είναι η ρήξη του με την Κούβα.
Γ.Β.: Δεν συμφωνώ. Αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε είναι η θεωρία ότι ο Τρίτος Κόσμος -δηλαδή «2, 3, πολλά Βιετνάμ»- έχει προτεραιότητα. Γιατί όντως αν κάποιος οφείλει να επαναστατήσει στο τέλος του αιώνα μας ή σ’ όλον τον αιώνα μας, είναι οι πιο αδικημένοι, ο Τρίτος Κόσμος, που καταληστεύεται, με μία βία φρικιαστική, από τις ανεπτυγμένες χώρες και έχει όλο το δίκιο να εξεγείρεται και να επαναστατεί. Σ’ αυτούς απευθύνεται ο Τσε. Και συγκρούεται και με την Σοβιετική Ένωση, η οποία όσο υποχωρεί ο Ψυχρός Πόλεμος τόσο πιο ρεφορμιστικά βλέπει τις λύσεις παντού. Ενώ ο Τσε πάει στην Αφρική για να συνεχίσει την επανάσταση και να μην έχει σοβιετικές εκδοχές τύπου Αγκόλας κ.λπ.
Π.Κ.: Αυτό μοιάζει σαν η επανάσταση να είναι ένας θεόπνευστος λόγος, μια ιεραποστολή. Κάποιος έχει την αλήθεια και τη μεταφέρει. Με μοναδικό αποτέλεσμα να σκοτώνονται οι δέκα, δεκαπέντε που είχαν απομείνει στο τέλος με τον Τσε.
– Και πώς αποτιμάτε σήμερα την ιστορική σας εκείνη διαφωνία;
Γ.Β.: Όταν διαλύθηκαν οι ΕΣΟ, αυτοί που έμειναν ακόμα συνεχίζουν να κρατούν μοναχικά πανό, πιστοί στη μέθοδο μαζικής προπαγάνδας τους. Δύο απ’ αυτούς που διαφωνούσαν μαζί μου, έχουν παραμείνει γκρούπα. Αν λοιπόν οι δικές μας ιδέες είχαν τον εκφυλισμό τους στην έκφραση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα, το αδιέξοδο των άλλων φαίνεται από το ότι το γκουπούσκουλο που ήταν τότε, παρέμεινε γκρουπούσκουλο μετά από 30 χρόνια. Σε ποιες μάζες απευθύνθηκε; Ποιόν έπεισε;
Η εικόνα του «ηρωικού αντάρτη», το αέναο σύμβολο της καθολικής επανάστασης, για πρώτη φορά μετά τον θάνατό του το 1967, εκτός από τα μπλουζάκια και τις σημαίες, τους μπερέδες και τις πάσης φύσεως προκηρύξεις, τους αναπτήρες, τις κούπες και τα πιάτα, τα ημερολόγια και τα χιλιάδες άλλα αντικείμενα επάνω στα οποία είναι τυπωμένο το πρόσωπό του, θα αρχίσει να υπάρχει ξανά – έστω και νοερά – στα μέρη τα οποία τον κατέστησαν αθάνατο. Η Αργεντινή, η Βολιβία και η Κούβα αποφάσισαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο – τουριστικό πλέον και σαφώς όχι επαναστατικό – τη φιγούρα του δόκτορα Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα. Οι τρεις χώρες της Λατινικής Αμερικής συμφώνησαν να αναδείξουν νέες τουριστικές διαδρομές στις χώρες τους, διαδρομές ή μάλλον μονοπάτια στα οποία πριν από δεκαετίες και κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά εξαιρετικά έντονης ζωής του ο Κομαντάντε Τσε ξεδίπλωσε το επαναστατικό του ταμπεραμέντο.
«Ο Στρατός διέδωσε μια περίεργη πληροφορία αναφορικά με την παρουσία 250 ανδρών στο Σεράνο με στόχο να εμποδίσουν τη διάβαση των καταζητουμένων, 37 στο σύνολο, υποδεικνύοντας την περιοχή του δικού μας καταφυγίου μεταξύ του ποταμού Aσέρο και Ελ Oρο. Η πληροφορία μοιάζει με κίνηση αντιπερισπασμού». Το ημερολόγιο γράφει 7 Οκτωβρίου 1967 και τα λόγια αυτά είναι τα τελευταία που ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα σημείωσε στο ημερολόγιό του. Δύο ημέρες μετά η κυβέρνηση της Λα Παz θα ανακοινώσει ότι ο αντάρτης Τσε έπεσε νεκρός κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυρών.
Δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα, στις 7 Ιουλίου 1953, από τον σιδηροδρομικό σταθμό Ρετίρο του Μπουένος Αϊρες ξεκινούσε ένα ταξίδι που θα μεταμόρφωνε τον νεαρό γιατρό από την Αργεντινή στον μεγαλύτερο επαναστάτη του κόσμου. Μαζί με έναν παιδικό του φίλο ο Τσε αναχώρησε για τη Βολιβία με σκοπό στη συνέχεια να φτάσει έως το Καράκας στη Βενεζουέλα, όπου θα συναντούσε τον Αλμπέρτο Γκρανάδο, τον φίλο και συνεργάτη του μαζί με τον οποίο είχε διασχίσει επάνω σε μια μοτοσυκλέτα το μεγαλύτερο μέρος της Αργεντινής, της Χιλής, του Περού και της Κολομβίας. Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά: ο Τσε τελικά έφτασε στο Μεξικό, στη συνέχεια πέρασε στη Γουατεμάλα και από ‘κεί κατέληξε στην Κούβα όπου η ζωή του άλλαξε ριζικά.
Κανένας τον χειμώνα του 1953 δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνος ο νεαρός γιατρός – ντροπαλός, αδύνατος, προικισμένος με έντονη κοινωνική ευαισθησία, αλλά δίχως να είναι πολιτικά καταρτισμένος, προσκείμενος στους «Μοντονέρος», ίσως και αντικομμουνιστής – θα γινόταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές μιας πορείας που κατέληξε στον θρίαμβο της πρώτης, εμπνευσμένης από τον μαρξισμό, επανάστασης στη Λατινική Αμερική το 1959. Οπως ακριβώς κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο Γκεβάρα τρία χρόνια αργότερα, το 1962, θα επέστρεφε στη Βολιβία με σκοπό την εξάπλωση της επανάστασης ακόμη και στη ζούγκλα όπου θα έβρισκε τον θάνατο.
Ενας μύθος γεννιόταν. Και είναι αυτός ο μύθος τον οποίο οι χώρες που τον είδαν να εξελίσσεται, να μάχεται και τελικά να πεθαίνει, θέλουν να αναβιώσουν ακολουθώντας τους δρόμους που εκείνος διέσχισε. Οι τρεις χώρες – Αργεντινή, Κούβα και Βολιβία – είχαν και στο παρελθόν προσπαθήσει να αναδείξουν και παράλληλα να εκμεταλλευτούν τα μέρη στα οποία έδρασε ο Τσε. Αλλά ο κίνδυνος της περαιτέρω εμπορευματοποίησης του επαναστάτη έβαζε φρένο στην όποια πρωτοβουλία. Τελικά όμως επικράτησε μια ανάγκη οικονομική και παράλληλα ιστορική. Πριν από σχεδόν δύο μήνες οι εκπρόσωποι των υπουργείων Τουρισμού και Πολιτισμού των τριών χωρών συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί και σχημάτισαν μια Επιτροπή Εργασίας. Επανεντόπισαν στον χάρτη τις διαδρομές που ακολούθησε ο Τσε – άλλοτε για να ταξιδέψει, άλλοτε για να πολεμήσει – και αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα δίκτυο τουριστικών διαδρομών.
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ. Στην Αργεντινή υπάρχουν ήδη «Τα μονοπάτια του Τσε» που προσφέρουν στον ταξιδιώτη την ευκαιρία να περάσει από τις επαρχίες της Κόρδοβα, της Μισιόνες, της Σάντα Φε και της Νεουκέν. Το συγκεκριμένο δίκτυο θα ενωθεί με τον «Δρόμο του Τσε», όπως πρόκειται να ονομαστεί το αντίστοιχο δίκτυο στη Βολιβία. Θα είναι μήκους 800 χιλιομέτρων και θα διασχίζει τα βουνά του νοτιοανατολικού τμήματος της χώρας όπου ο Γκεβάρα και οι αντάρτες του, μέλη του Στρατού της Εθνικής Απελευθέρωσης, μάχονταν κατά του Βολιβιανού Στρατού από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 1967. Η διαδρομή καταλήγει στον οικισμό Λα Ιγκέρα όπου ο Τσε πιάστηκε αιχμάλωτος και ολοκληρώνεται στο Βαγιεγκράντε όπου μετέφεραν το άψυχο σώμα του και το έθαψαν σε ένα απομακρυσμένο χωράφι. Ηταν μόλις το 1997, τριάντα χρόνια μετά τη δολοφονία του, η χρονιά κατά την οποία τα οστά του Τσε καθώς και εκείνα των συντρόφων του ξεθάφτηκαν και μεταφέρθηκαν στην Κούβα, όπου φυλάσσονται σε μαυσωλείο. Από το επίσημο πλέον δίκτυο των δρόμων στους οποίους περπάτησε ο Τσε δεν θα μπορούσε να λείπει η Κούβα. Ο ταξιδιώτης θα έχει τη δυνατότητα να περάσει από τη θρυλική Σιέρα Μαέστρα, την οροσειρά όπου κρύβονταν οι κουβανοί αντάρτες, και να καταλήξει, όπως ακριβώς και εκείνοι, στην Αβάνα.
ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ. Το σχέδιο των Αργεντινών παρουσιάστηκε παραδόξως στην Αβάνα κατά τη διάρκεια της ετήσιας Εκθεσης Τουρισμού και οι Κουβανοί, παραδόξως και πάλι, το αποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Πιο σκεπτικιστές φαίνεται να είναι οι Αργεντινοί, οι οποίοι φοβούνται την ολική εμπορευματοποίηση της εικόνας του αγαπημένου τους επαναστάτη. Ο Ντάριο Φουέντες, διευθυντής του Μουσείου Λα Παστέρα στην Αργεντινή, το οποίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Τσε, θέλοντας να μετριάσει τις αντιδράσεις των συμπατριωτών του ισχυρίζεται: «Οι ουτοπίες του Τσε αποτελούν τμήμα των ουτοπιών των σύγχρονων Λατινοαμερικανών. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναδείξουμε την αξία της δράσης του διαμέσου της δημιουργίας ενός δικτύου της ιστορικής μνήμης ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής». Ποια θα ήταν η γνώμη του ίδιου του Τσε για το συγκεκριμένο σχέδιο δεν θα το μάθουμε ποτέ. Διαβάζοντας τα γραπτά του, όμως, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο Κομαντάντε κάθε άλλο παρά σύμφωνος θα ήταν με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται και προβάλλονται εδώ και δεκαετίες το όνομα και η εικόνα του. Ενάντια σε κάθε μορφή προσωπολατρίας, ο Τσε το μόνο που έκανε ήταν να ζήσει ή μάλλον να γράψει την Ιστορία που εμείς σήμερα διηγούμαστε.
Η εικόνα του αιώνιου επαναστάτη, του δεινού αντάρτη με τον μπερέ και το διαπεραστικό βλέμμα, του επίμονου μαρξιστή γιατρού – η ίδια η πολυτάραχη ζωή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ως ιστορικής προσωπικότητας, αποτέλεσε κατά καιρούς ενδιαφέρον θέμα για τη “μεγάλη οθόνη”.
Ο Ομάρ Σαρίφ ως «Τσε» το 1969.
Η πρώτη “απεικόνιση” του Τσε σε ταινία γίνεται μόλις ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του στη Βολιβία. Ο τίτλος της ταινίας “El Che Guevara” (Bloody Che Contra, 1968), σε σκηνοθεσία του ιταλού Πάολο Χιούς και τον ισπανό ηθοποιό Φρανσίσκο Ραμπάλ (1926-2001) στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με τα γεγονότα της Βολιβίας να είναι ακόμη νωπά και με ελλειπή γνώση περαιτέρω σημαντικών λεπτομερειών για τη ζωή του Τσε (π.χ. Δεν είχε εκδωθεί το ημερολόγιο της Βολιβίας) η ταινία αποτέλεσε μια εξαιρετικά βεβιασμένη μάλλον προσπάθεια απεικόνισης μιάς πολυδιάστατης προσωπικότητας που είχε δολοφονηθεί λίγους μόλις μήνες και κανείς (πέραν των δολοφόνων) δεν γνώριζε καν τον τόπο ταφής του.
Την επόμενη χρονιά, το 1969, έγινε μια σαφώς σημαντικότερη, από πλευράς παραγωγής, προσπάθεια να αποτυπωθεί στη μεγάλη οθόνη η ζωή του αργεντίνου επαναστάτη. Αυτήν τη φορά, τον Τσε ενσάρκωσε ο παγκοσμίου φήμης Ομάρ Σαρίφ και την σκηνοθεσία της ταινίας “Che!” υπέγραψε ο αμερικανός Ρίτσαρντ Φλέιτσερ. Παρά την καλή ερμηνεία από πλευράς Σαρίφ, η ταινία έλαβε αρνητικές κυρίως κριτικές ως μια “βεβιασμένη προσπάθεια που απ’ το ξεκίνημα της έμοιαζε με κακό όνειρο” (Ρότζερ Έμπερτ, The Chicago-Sun Times, Ιούνιος 1969). Ο κριτικός Ρ.Έμπερτ είχε γράψει με αφορμή την ταινία του Φλέιτσερ: “Το Χόλυγουντ έκανε ταινία για τον Τσε Γκεβάρα. Γιατί; Μάλλον επειδή κάποιος μυρίστηκε εύκολο χρήμα, έχοντας εμπνευστεί απ’ τις πωλήσεις των posters με τη μορφή του Τσε. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος διότι η ταινία “Che!” είναι η χειροπιαστή απόδειξη ότι κανένας εξ’ όσων συνδέονται με αυτήν την αηδία δεν δίνουν μια για το ποιός και τι είναι ο Τσε Γκεβάρα, ο Φιντέλ Κάστρο, την Κουβανική Επανάσταση και οτιδήποτε άλλο θέλει πάνω από πέντε λεπτά σκέψης!”. Οι διάλογοι της ταινίας “Che!” είναι στα αγγλικά και τον Φιντέλ Κάστρο υποδύεται ο αμερικανός ηθοποιός Τζακ Πάλανς.
Η “επαναφορά” του Τσε στη μεγάλη οθόνη γίνεται το 1982, αυτήν τη φορά όμως όχι με ταινία αφιερωμένη στον ίδιο τον επαναστάτη. Ο Τσε, μαζί με άλλες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, απεικονίζεται στην σατυρική ταινία “Monty Python Live and the Hollywood Browl” σε σενάριο και σκηνοθεσία της σουρεαλιστικής κωμικής ομάδας των βρετανών “Monty Python”. Στην συγκεκριμένη ταινία-παρωδία παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, οι Καρλ Μαρξ, Βλαντίμιρ Λένιν, Τσε Γκεβάρα και Μάο Τσε Τουνγκ να μετάσχουν σε τηλεοπτικό παιχνίδι γνώσεων…αγγλικού ποδοσφαίρου.
Ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ ως Ερνέστο Γκεβάρα στα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» (2002).
Το 1997 και το 1999 προβάλονται δύο ισπανόφωνες ταινίες με αφορμή τη ζωή του Γκεβάρα. Η πρώτη (“El Che”) με τον Μιγκέλ Ρουίζ Ντιάζ στον πρωταγωνιστικό ρόλο και η δεύτερη (“Hasta La Victoria Siempre”) με τον Αλφρέντο Βάσκο να ενσαρκώνει τον Τσε. Οι δύο ταινίες, σχετικά χαμηλού κόστους παραγωγές, δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστές εκτός του ισπανόφωνου κόσμου. Το 2002 είναι η σειρά του ταλαντούχου μεξικάνου ηθοποιού Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ να υποδυθεί τον Τσε στην βιογραφική ταινία “Fidel” με θέμα τον ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο. Παρ’ ότι 24 ετών τότε (2002) ο Μπερνάλ ερμηνεύει με ωριμότητα τον Τσε της Επανάστασης κάτι που του δίνει το κινηματογραφικό εισητήριο για τα “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (Motorcycle Diaries) (2004) όπου ξαναυποδίεται τον Γκεβάρα, αυτήν τη φορά ως το νεαρό απόφοιτο της ιατρικής σχολής που μαζί με τον αδελφικό του φίλο Αλμπέρτο Γκρανάδο (ερμηνεύει ο αργεντίνος Ροντρίγκο ντε λα Σέρνα) πραγματοποιούν ταξίδι στη λατινική ήπειρο. Την σκηνοθεσία της καλογυρισμένης αυτής ταινίας υπογράφει ο Βάλτερ Σάλες, ενώ ο ίδιος ο Γκρανάδο παρίσταται στα γυρίσματα και δίνει τις πολύτιμες συμβουλές του στο σενάριο. Ο Μπερνάλ ερμηνεύει τον νεαρό Ερνέστο με ευαισθησία παρουσιάζοντας το “ανήσυχο πνεύμα” του Γκεβάρα ο οποίος προσπαθεί να αντιληφθεί τον κόσμο γύρω του ενώ σταδιακά μετατρέπεται σε συνειδητοποιημένο μαρξιστή.
Ένα χρόνο αργότερα, το 2005, ο Τσε απεικονίζεται στην ταινία “The Lost City”, σε σκηνοθεσία και σενάριο του αμερικανο-κουβανού σταρ του Χόλυγουντ Άντι Γκαρσία, ο οποίος έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με τους Ντάστιν Χόφμαν και Μπιλ Μάρει. Παρά την ενδιαφέρουσα σχετικά πλοκή της ταινίας, ο Γκεβάρα παρουσιάζεται μέσα από ένα σωρό διαστρεβλώσεις ως ανάλγητος και σκληρόκαρδος αντάρτης (τον υποδίεται ο αμερικανο-κουβανός Τζου Γκαρσία) σε μια εμφανέστατη και εμπαθή προσπάθεια συκοφάντησης της ηθικής της Κουβανικής Επανάστασης.
Την επόμενη φορά που το Χόλυγουντ επιχειρεί να μεταφέρει τη ζωή του Τσε Γκεβάρα στη μεγάλη οθόνη είναι το 2007 με την ταινία “Che Guevara”, με τον Εδουάρδο Νοριέγκα στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το φιλμ χαρακτηρίζεται ως “αποτυχημένο” απο πλειάδα κριτικών κινηματογράφου καθώς αποτελείται ως επί το πλείστο από παιδαριώδεις διαλόγους, κακή σκηνοθεσία, πρόχειρη παραγωγή και μυθοπλασία (π.χ. απεικονίζει τον Τσε να κάνει έρωτα με την γερμανίδα αντάρτισα Ταμάρα Μπούνκε). Μέχρι σε αυτό το σημείο ο αμερικανικός κινηματογράφος δείχνει να έχει αποτύχει παταγωδώς σε μια επαρκή – και σχετικά ουδέτερη – απεικόνιση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο ως «Τσε Γκεβάρα» στην ομώνυμη ταινία του 2008.
Το 2008 ο αμερικανός σκηνοθέτης Στίβεν Σόντεμπεργκ αποφασίζει να μεταφέρει την πολυτάραχη ζωή του επαναστάτη στο κέντρο του ενδιαφέροντος των σινεφίλ. Με τον ταλαντούχο Μπενίσιο Ντελ Τόρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο και ένα καστ αξιόλογων ηθοποιών ο Σόντεμπεργκ καταφέρνει να σκηνοθετήσει μια αξιοπρεπή ταινία (“Che”), χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η επαφή του Γκεβάρα με τον Κάστρο και τους κουβανούς αντάρτες στο Μεξικό, ο ανταρτοπόλεμος στη Σιέρρα Μαέστρα, πτυχές απ’ την επανάσταση στην Κούβα αλλά μέρος των διπλωματικών καθηκόντων του Τσε (ομιλία στον ΟΗΕ το 1964). Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται κυρίως η απόπειρα του Γκεβάρα να οργανώσει το αντάρτικο στη Βολιβία όπου συλλαμβάνεται και δολοφονείται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το βολιβιανό στρατό. Η ταινία λαμβάνει θετικές κριτικές, ο Ντελ Τόρο υποδύεται με πειστικότητα και χωρίς ερμηνευτικές υπερβολές τον Τσε, ενώ η παραγωγή του Σόντεμπεργκ διακρίνεται από υψηλό επίπεδο ποιότητας και μελέτη της ιστοριογραφίας και των υπαρχόντων πηγών. Η εφημερίδα “Γκράνμα” απέδωσε συγχαρητήρια στον Ντελ Τόρο για την ερμηνεία του, ενώ η αμερικανο-κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι βρήκε την ευκαιρία να δημιουργήσει ένταση κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας στην πολιτεία της Φλόριντα.