Συντάκτης: Guevaristas
Το Guevaristas στο 38ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή στην Θεσσαλονίκη / «Guevaristas» en el Festival de la Juventud Comunista de Grecia (ΚΝΕ) en Salónica
Με δύο πανό που περιλαμβάνουν αποφθέγματα του θρυλικού Κομαντάντε για τους νέους θα παρευρεθεί το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα στο 38ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή που θα λάβει χώρα στην Θεσσαλονίκη (Πρ.στρατόπεδο Παύλου Μελά, Σταυρούπολη) στις 6-8 Σεπτεμβρίου.
Ως μέλος της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Γκεβάρα είχε πολλές φορές την ευκαιρία να μιλήσει ενώπιον ακροατηρίων αποτελούμενων από νέους και νέες. Χαρακτηριστικές είναι οι ομιλίες του στην έναρξη του Πρώτου Συνεδρίου της Λατινοαμερικανικής Νεολαίας (28 Ιούλη 1960), σε φοιτητές της Ιατρικής Σχολής (19 Αυγούστου 1960), κατά την αναγόρευση του ως επίτιμου διδάκτορος του Πανεπιστημίου του Λας Βίγιας (28 Δεκέμβρη 1959), στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας (2 Μάρτη 1960), στην Πρώτη Διεθνή Συνάντηση Φοιτητών Αρχιτεκτονικής (29 Σεπτέμβρη 1963), στο σεμινάριο του Υπουργείου Βιομηχανίας με θέμα «Η νεολαία και η επανάσταση» (9 Μάη 1964).
Οι ομιλίες του Τσε προς τη νεολαία της δεκαετίας του ’60 εκπλήσσουν με το επίκαιρο νόημα που διατηρούν μέχρι και σήμερα. «Είναι αλήθεια ότι ο Τσε θα μιλούσε διαφορετικά σήμερα στους νέους ανθρώπους – οι οποίοι βιώνουν πολύ διαφορετικές συνθήκες – απ’ ότι μιλούσε τρείς και πλέον δεκαετίες νωρίτερα. Ξαναδιαβάζοντας, ωστόσο, αυτές τις ομιλίες, εκπλήσσεται κανείς από το πόσο εξαιρετικά επίκαιρες είναι» γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» (Pathfinder Press/Διεθνές Βήμα, 2004) ο κουβανός επανάστατης και πολιτικός Αρμάντο Χαρτ. Και συνεχίζει επισημαίνοντας: «Οι ομιλίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι πράγματι ο Τσε είναι ένας άνθρωπος του παρόντος».
Ταυτόχρονα, στο ίδιο εισαγωγικό κείμενο, ο Χαρτ οδηγείται σε ένα συμπέρασμα που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της φιλοσοφίας του Τσε. Γράφει: «Ο Τσε μίλησε επίσης με ευγλωττία, βάθος και σφρίγος για την ανάγκη ενός νέου τύπου ανθρώπου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Η ίδια η ζωή έχει υποχρεώσει έναν τέτοιο άνθρωπο να διαμορφωθεί στον εικοστό αιώνα. Η αναγνώριση του τεράστιου ρόλου της κουλτούρας και των ηθικών αξιών στην ιστορία των πολιτισμών και τα πρακτικά συμπεράσματα που βγαίνουν από την αναγνώριση αυτή είναι το σημαντικότερο μήνυμα του Comandante Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προς τους νέους ανθρώπους».
Στις δύσκολες ιστορικά στιγμές της καπιταλιστικής κρίσης που ζούμε, το επαναστατικό παράδειγμα, η συνεισφορά του στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και πράξη, αλλά και οι παραινέσεις του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προς τη νέα γενιά αποτελούν φωτεινό άστρο αισιοδοξίας και πίστης για ένα καλύτερο αύριο.
En Εspañol.
El Archivo griego de Che Guevara (Guevaristas) estará presente en el Festival anual de KNE-Odigitis (Juventud Comunista de Grecia), que tendrá lugar en Tesalónica, durante los dias 6-8 de Septiembre. Dos pancartas con citas de Che destinadas para la juventud, estarán ubicadas cerca de la escena central del Festival.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ.
Προς υπεράσπιση του Τσε Γκεβάρα: Απαντώντας στα ψέματα και τις συκοφαντίες
Ο τίτλος είναι ίσως υπερβολικός. “Έχει ανάγκη υπεράσπισης μια ιστορική προσωπικότητα όπως ο Τσε;”, θα αναρωτηθούν ορισμένοι. Όχι. Τέσσερις και πλέον δεκαετίες όμως μετά τη δολοφονία του στη Βολιβία, η δράση του θρυλικού επαναστάτη συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο διαστρεβλώσεων (σκοπίμων ως επί το πλείστον) και ψευδολογιών με κύριο στόχο την σπίλωση της ιδεολογικής και πολιτικής του κληρονομιάς. Στο “παιχνίδι” αυτό της διάδοσης ψευδών πληροφοριών για τον Τσε έχουν μετάσχει αντικομμουνιστές όλων των ειδών (από την φασιστική ακροδεξιά μέχρι το “φιλελεύθερο” κέντρο), με πρωμετωπίδα ασφαλώς την συντηρητική αμερικανική δεξιά και την αντεπαναστατική κουβανική μαφία της Φλόριντα. Στο άρθρο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια αποδόμησης επτά ψευδολογημάτων που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στο διαδίκτυο (αλλά και στον Τύπο) αναφορικά με τον Γκεβάρα. Σαρανταπέντε χρόνια μετά την άνανδρη δολοφονία του Τσε, η στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη απάντηση στις ύπουλα δομημένες συκοφαντίες καθίσταται αναγκαία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το σοσιαλιστικό όραμα του επαναστάτη αποκτά επίκαιρο νόημα και το παράδειγμα του συνεχίζει να φωτίζει το δρόμο όσων πιστεύουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο.
Ψέμα 1ο: “Το ταξίδι του νεαρού Τσε και του φίλου του Αλμπέρτο Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική είναι, ως επι το πλείστο, μύθος. Η μηχανή (Λα Ποδερόσα II) καταστράφηκε νωρίς και οι δύο αργεντίνοι έκαναν το ταξίδι τους με άλλα μέσα”.
Πρόκειται περί προφανέστατου ψεύδους. Το ταξίδι των νεαρών Γκεβάρα και Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική έχει καταγράψει ο φωτογραφικός φακός. Φωτογραφίες των δύο αργεντίνων στη Χιλή, στο Περού, σε περιοχές των δύσβατων Άνδεων αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα. Επιπλέον, οι αναλυτικές – και συνάμα αφηγηματικού χαρακτήρα – ιδιόχειρες σημειώσεις του Γκεβάρα που αργότερα δημοσιεύθηκαν υπό τον τίτλο “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (Diarios de Motocicleta) δίνουν σαφές στίγμα των εντυπώσεων που αποκόμησε από το μεγάλο αυτό ταξίδι. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και ο Γκρανάδο παλαιότερα σε αφηγήσεις του, έχουν καταγράψει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια πτυχές του ταξιδιού τους αναφερόμενοι σε ανθρώπους που γνώρισαν και συνομίλησαν, σε μέρη που επισκέπτηκαν αλλά και στην εθελοντική τους εργασία ως γιατροί στο λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο. Το ταξίδι των Γκεβάρα-Γκρανάδο κατέληξε, έπειτα από επτά μήνες περιπλάνησης, στο Καράκας. Αποτέλεσε δε το έναυσμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνειδητοποίησης του μεσοαστού αργεντίνου, ο οποίος είδε με τα ίδια του τα μάτια την ιμπεριαλιστική καταπίεση και εκμετάλλευση που κατέτρωγε τις “σάρκες” και “έπινε το αίμα” των λαών της λατινικής αμερικής.
Ψέμα 2ο: “Μετά την πτώση του Μπατίστα, ο Τσε αποφάσισε την εκτέλεση – χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης – εκατοντάδων κουβανών αξιωματούχων του καθεστώτος”.
Είναι αλήθεια ότι ο Τσε είχε οριστεί υπεύθυνος για την απόδοση δικαιοσύνης απέναντι σε όσους είχαν αποδεδειγμένη συμμετοχή στο τυρρανικό καθεστώς του Μπατίστα, ή είχαν συνεργαστεί με αυτό συμβάλοντας άμεσα στην πολυετή καταπίεση του κουβανικού λαού. Είναι επίσης αλήθεια ότι πολλοί εξ’ αυτών εκτελέσθηκαν. Συνιστά όμως ύπουλο ψεύδος ο ισχυρισμός ότι οι εκτελεσθέντες ήταν, δήθεν, αθώοι. Γι’ αυτό παραπέμπουμε στα λόγια του βιογράφου του Τσε, του αμερικανού Τζον Λι Άντερσον: «Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον ‘αθώο’. Αυτά τα άτομα που εκτελέστηκαν απ’ το Γκεβάρα, ή έπειτα από διαταγή του, καταδικάστηκαν γιά τα συνήθη εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή σε περίοδο πολέμου ή μετά από πόλεμο: βασανισμούς, βιασμούς, δολοφονίες η προδοσία». [1] Συγκρατήστε το “σε περίοδο πολέμου” – η απόδοση δικαιοσύνης απέναντι στους εγκληματίες της δικτατορίας Μπατίστα ακολούθησε το θρίαμβο της Επανάστασης ο οποίος ήλθε μέσα από μακρά περίοδο βίαιων πολεμικών επιχειρήσεων.
Σε αυτό να σημειωθεί ότι η πενταετής έρευνα του Άντερσον δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην Κούβα αλλά, επιπλέον, έλαβε πληροφοριες και από την κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι, γνωστή για τα αντικομμουνιστικά, αντιγκεβαρικά της αισθήματα. Αυτοί που συνήθως κατηγορούν τον Τσε (και την επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας εν γένει) για εκτελέσεις “αθώων” είναι οι ίδιοι που “ένειπταν τας χείρας τους” όταν η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ, ή του ΝΑΤΟ, δολοφονούσε μαζικά άμαχο πληθυσμό στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Σερβία, τη Λιβύη και αλλού.
Ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Γκεβάρα: «…ήρθε η 1η Γενάρη 1959, και η Επανάσταση – πάλι χωρίς να σκεφτεί τα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία αλλά ακούγοντας ότι της χρειαζόταν από τα χείλη του λαού – αποφάσισε πρώτα απ’ όλα να τιμωρήσει τους ενόχους, και το έπραξε. Οι αποικιακές δυνάμεις αμέσως παρουσίασαν την όλη ιστορία στα πρωτοσέλιδα τους σε όλο τον κόσμο ως δολοφονία, και αμέσως προσπάθησαν να κάνουν αυτό που προσπαθούν πάντα να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: να ενσπείρουν τη διχόνοια. “Υπάρχουν εδώ κομμουνιστές που σκοτώνουν ανθρώπους” έλεγαν. Με προφάσεις και τετριμμένα επιχειρήματα προσπάθησαν να ενσπείρουν διχόνοια ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν πολεμήσει για τον ίδιο σκοπό». [2]
Η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς την επιβολή της λαϊκής Δικαιοσύνης. Οι προδότες, οι δοσίλογοι είχαν σχεδόν πάντα αυτήν την τύχη, από τη γαλλική επανάσταση του 1789 μέχρι την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Ναζί το 1945. Από την άλλη πλευρά, η γενναιοδωρία, παραδείγματος χάρη, των Σαντινίστας στη Νικαράγουα (που έδωσαν αμνηστία σε συνεργάτες της δικτατορίας του Σομόζα) είχε ολέθριες συνέπειες: παλιοί της εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι συμμάχησαν με τις, υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, αντεπαναστατικές δυνάμεις των Κόντρα και στράφηκαν κατά των Σαντινίστας.
Ψέμα 3ο: “Ο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας ψυχρός και ανελέητος δολοφόνος. Εκπαίδευσε αντάρτες οι οποίοι εκτέλεσαν αμάχους, ενώ δε δίσταζε να εκτελεί άμεσα συντρόφους του οι οποίο επεδείκνυαν λιποταξία”.
Είναι σαφές ότι οι χαρακτηρισμοί “ψυχρός”, “ανελέητος”, “δολοφόνος” κλπ, στοχεύουν αποκλειστικά στη δημιουργία εντυπώσεων. Και προφανώς εκστομίζονται από όσους δεν αντιλαμβάνονται – ή, ακόμη χειρότερα, παριστάνουν πως δεν αντιλαμβάνονται – το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται ένας ανταρτοπόλεμος ενάντια σε ένα τυρρανικό, διεφθαρμένο, φιλοιμπεριαλιστικό καθεστώς. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και οι υπόλοιποι πολεμιστές του αντάρτικου “Κινήματος της 26ης Ιούλη”, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν άριστα εκπαιδευμένο στρατό που είχε πολλαπλάσια αριθμητική υπεροχή και σαφώς πιο εξελιγμένο οπλισμό. Ως εκ τούτου, είχαν υποχρέωση να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία και την απαρέγκλητη προσήλωση τους στους νόμους της επανάστασης. Και πράγματι, σύμφωνα με το Γκεβάρα, μια ένοπλη επανάσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει εάν δεν έχει εμποτιστεί με ταξικό μίσος – αυτό που οι αντάρτες, οι εξεγερμένοι, ο ίδιος ο λαός και οι σύμμαχοι του τρέφουν για τον εκμεταλλευτή κεφαλαιοκράτη, τον ιμπεριαλιστή, τον αποικιοκράτη και τους δειλούς αντεπαναστάτες.
Αντίθετα με όσα λένε και γράφουν οι εχθροί του Γκεβάρα, δεν υπάρχει ούτε ένα αξιόπιστα διασταυρωμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Τσε έδωσε εντολή για εκτέλεση αμάχων. Τουναντίον, με την ιδιότητα του ως γιατρού, ο Γκεβάρα προσέφερε βοήθεια τόσο σε αιχμάλωτους στρατιώτες, όσο και στους ντόπιους χωρικούς στις περιοχές απ’ όπου πέρασε ο αντάρτικος στρατός. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, κατά τον κουβανικό ανταρτοπόλεμο, η οποιαδήποτε επίθεση (ακόμη και “παρενόχληση”) εναντίον άμαχου πληθυσμού απαγορεύονταν ρητά από τον επαναστατικό νόμο του Κινήματος της 26ης Ιούλη και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν η εσχάτη των ποινών.
Αλλά και στο αντάρτικο της Βολιβίας υπάρχουν σαφή δείγματα της συμπεριφοράς του Τσε απέναντι στους αντιπάλους που πολύ απέχει από τις ψευδολογίες που εξαπολύουν οι συκοφάντες του. Αντιγράφουμε απ’ το ημερολόγιο της Βολιβίας: «Πιάσαμε αιχμαλώτους δυο νέους κατασκόπους, έναν υπολογαχό των καραμπινιέρων κι έναν καραμπινιέρο. Τους διαβάσαμε την μπροσούρα και τους αφήσαμε ελεύθερους…». [3] Σε άλλο σημείο του ίδιου ημερολογίου διαβάζουμε πως ο Γκεβάρα, ευρισκόμενος σε λόγο με θέα το δρόμο παρατηρούσε δύο στρατιώτες σε ένα περαστικό καμιόνι. Ένιωσε οίκτο γι’ αυτούς που κρύωναν, τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους. «Δεν βρήκα το θάρρος να τους ρίξω…» γράφει.
Ψέμα 4ο: “Ο Τσε Γκεβάρα επεδείκνυε ρατσιστικό μίσος κατά των ομοφυλόφιλων, πρωταγωνιστώντας στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης”.
Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι οι απόψεις – και κυρίως η δράση – του Τσε είχαν ως βάση ρατσιστικά (εθνοτικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, κλπ.) κριτήρια. Ως γνήσιος μαρξιστής-λενινιστής ο Τσε Γκεβάρα δρούσε με ταξικό κριτήριο. Ως εχθρό του, απέναντι του, είχε αποκλειστικά τον καταπιεστή, τον εκμεταλλευτή, τον ιμπεριαλιστή και τους συνηγόρους αυτών. Όταν αναφερόμαστε σε διακρίσεις κατά των ομοφυλόφιλων στην Κούβα του 1960 πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη δύο βασικά πράγματα:
Πρώτον, το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνίες της εποχής δεν ήταν ακόμη έτοιμες να δεχθούν διαφοροποίησεις, ή αλλαγές, στα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Να θυμήσουμε ότι τη δεκαετία του ’60 στις “προοδευτικές” Ηνωμένες Πολιτείες γινόντουσαν διακρίσεις κατά των μαύρων οι οποίοι αντιμετωπίζονταν ως πολίτες β’ κατηγορίας. Στις πρώην ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, κλπ.) οι πολίτες προερχόμενοι από αφρικανικές και ασιατικές χώρες αποτελούσαν δουλοπάροικους των εκεί καπιταλιστικών συστημάτων, στην φτηνή εργασία των οποίων βασίστηκε η όποια κερδοφορία των κεφαλαιοκρατικών ελίτ.
Δεύτερον, τις συνθήκες τις οποίες είχε να αντιμετωπίσει η Επανάσταση ώστε να εδραιωθεί. Συνθήκες οι οποίες απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως δε σε ζητήματα που αφορούσαν τη διαφθορά των επαναστατικών συνειδήσεων την οποία επιδίωκε ο διεθνής ιμπεριαλισμός. Ένα κομμάτι της κοινωνίας που, εκμεταλλευόμενος τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, επιχείρησε να στρέψει κατά της Επανάστασης ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ήταν οι ομοφυλόφιλοι. Πρόκειται για τον ίδιο ιμπεριαλισμό που, στα προ-επαναστατικά χρόνια, είχε εγκαταστήσει στο νησί μια ολόκληρη βιομηχανία πορνείας προς τέρψην εύπορων αμερικανών. Χιλιάδες κουβανοί και κουβανές, όλων των σεξουαλικών προσανατολισμών, χρησιμοποιήθηκαν ως φτηνό εμπόρευμα από τη δικτατορία του Μπατίστα και τους βορειοαμερικανούς προστάτες της.
Δύο ερευνήτριες, οι Λούρδη Αργκουέλες και Μπ. Ρούμπι-Ριτς [4], που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στην μετά-1959 περίοδο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση της παραοικονομίας (της πορνείας) μετά την εδραίωση της επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια προσεταιρισμού των ομοφυλόφιλων από αντεπαναστατικές δυνάμεις του υποκόσμου. «Αρκετοί βετεράνοι της κουβανικής μαφίας στρατολογήθηκαν από την CIA μπαίνοντας στις τάξεις των αντεπαναστατών» γράφουν οι Αρκουέλες και Ριτς. Οι αντεπαναστάτες του υποκόσμου (που είχαν χάσει τα κέρδη τους με τον θρίαμβο της επανάστασης) ξεκίνησαν να προσεγγίζουν νεαρούς ομοφυλόφιλους με σκοπό να τους εντάξουν στο αντεπαναστατικό κίνημα που οργανώνονταν από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Ένα παράδειγμα τέτοιας στρατολόγησης είναι η περίπτωση του Ρολάντο Κουμπέλα, ομοφυλόφιλου φοιτητή ο οποίος είχε πολεμήσει στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων κατά του Μπατίστα αλλά κατέληξε να στρατολογηθεί από την CIA με σκοπό τη δολοφονία του Κάστρο. Έτσι, τα παραθαλάσσια τουριστικά γκέι-μπαρ στην περιοχή Λα Ράμπα είχαν καταλήξει ουσιαστικά μετά το 1959 “γιάφκες” αντεπανάστασης. Ποιά πολιτική όφειλε λοιπόν να ασκήσει η επαναστατική κυβέρνηση προκειμένου να διαφυλάξει τα κεκτημένα της επανάστασης και να προστατεύσει το λαό;
Οι ομοφυλόφιλοι νέοι και νέες που στρατολογήθηκαν από την CIA αποτέλεσαν – και αυτοί όπως πολλοί άλλοι κουβανοί – “πιόνια” της ιμπεριαλιστικής εχθρότητας απέναντι στην Επανάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομοφυλόφιλων κουβανών, κυρίως προερχόμενος από την εργατική τάξη και τα χαμηλά λαϊκά στρώμματα, που ουδέποτε εγκατέλειψε την Κούβα – αντιθέτως, οι άνθρωποι αυτοί εργάστηκαν προκειμένου να ενσωματωθούν αρμονικά στην κουβανική κοινωνία προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο κοινό καλό της επανάστασης.
Ψέμα 5ο: Ο Τσε ήλπιζε ότι η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα θα οδηγούσε σε πυρηνικό πόλεμο, χωρίς να υπολογίζει το κόστος των χαμένων ανθρώπινων ζωών.
Το επιχείρημα αυτό αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του Τσε λίγο καιρό μετά το τέλος της Κρίσης των Πυραύλων. Ο Γκεβάρα είχε δηλώσει τότε: «Είναι το εκπληκτικό παράδειγμα ενός λαού έτοιμου να διαλυθεί από ατομική έκρηξη προκειμένου οι στάχτες του να γίνουν τσιμέντο για τις νέες κοινωνίες και, την στιγμή που το κάνει αυτό, μια συμφωνία αποφασίζει την απόσυρση των ατομικών πυραύλων χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του, κι ο λαός αυτός δεν αναισαίνει από ανακούφιση» [5]. Η διαστρέβλωση έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία των λεγομένων του Τσε. Ο Γκεβάρα, μέσα από την υπερβολή της παραπάνω φράσης, στρέφονταν ουσιαστικά κατά της τότε σοβιετικής ηγεσίας του Χρουστσώφ η οποία στήριξε τους διπλωματικούς της ακροβατισμούς στις πλάτες της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης. Ως υπέρμαχος του ότι “κάθε άσκοπη θυσία θα πρέπει να αποφεύγεται”, ο Τσε ήταν μακριά από αυτοκτονικού τύπου αντιλήψεις οι οποίες θα απέβαιναν μοιραίες. Η θυσιαστική του αντίληψη ως αντάρτη πολεμιστή (θυσία σε προσωπικό επίπεδο, σε κάθε τομέα της ζωής, με στόχο την επιβίωση και εν τέλει την πραγμάτωση της επανάστασης) πρέπει να ερμηνεύεται στα δεδομένα ιστορικά και πολιτικά πλαίσια της εποχής αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες θριάμβευσε και εδραιώθηκε η κουβανική Επανάσταση.
Ψέμα 6ο: Ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε απέτυχε παταγωδώς σε όλες τις πρωτοβουλίες που πήρε για την κουβανική οικονομία.
Ο Τσε δεν ήταν οικονομολόγος. Όντας μέλος του “Κινήματος της 26ης Ιούλη” και έχοντας συνεισφέρει τα μέγιστα στον θρίαμβο της Επανάστασης το 1959, ο Γκεβάρα ανέλαβε συγκεκριμένα πολιτικά πόστα έπειτα από πρόταση του Φιντέλ Κάστρο. Το έργο που είχε να επιτελέσει η επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας ήταν πρακτικά τιτάνιο, έχοντας “κληρονομήσει” από το δικτάτορα Μπατίστα μια υποανάπτυκτη παραγωγικά χώρα, με κολοσσιαίες κοινωνικές ανισότητες και διαλυμένη οικονομία. Ορισμένα στατιστικά στοιχεία μιλούν απο μόνα τους: 91% των σπιτιών της επαρχίας δεν είχε επαρκή ηλεκτρισμό, 45% του πληθυσμού της επαρχίας δεν είχε μόρφωση (44% εξ’ αυτών δεν είχε πάει ποτέ σχολείο), για 2.000 άτομα αναλογούσε ένας γιατρός, 27% των παιδιών στις πόλεις και 61% στην επαρχία δεν πήγαιναν σχολείο, το 73% της καλλιεργήσιμης γης αποτελούσε ιδιοκτησία μιας χούφτας (9% των γεωκτημόνων) εύπορων αμερικανών επιχειρηματιών. Σε όλα αυτά να προστεθεί ο οικονομικός αποκλεισμός και τα άμεσα μέτρα απομόνωσης του νησιού που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1960, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια εξαγωγών στην επαναστατική κυβέρνηση Κάστρο.
Πέραν των στρατιωτικών και διπλωματικών καθηκόντων του, ο Τσε ανέλαβε αρχικά επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (INRA). Στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν στην Κούβα συντελέστηκε μια γενναία αναδιανομή γης (δήμευση των “λατιφουντίων” και πολυεθνικών, εθνικοποίηση αγροτικών και κτηνοτροφικών ράντσων, διανομή περισσότερου από 1 εκατομμύριο εκτάρια γης σε 100.000 αγρότες) στο πλαίσιο της περίφημης αγροτικής μεταρρύθμισης για την οποία ο Γκεβάρα εργάστηκε εντατικά και της οποίας υπήρξε θερμός υποστηρικτής. Αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης ήταν η σαφής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κουβανών της επαρχίας, η ρευματοδότηση των κατοικιών και η δημιουργία υποδομών, σχολείων και κλινικών.
Κατά τη θητεία του Τσε ως επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας στο INRA και ως προέδρου της Εθνικής Τράπεζας, όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας κοινωνικοποιήθηκαν – πέρασαν στον έλεγχο του κράτους. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση έπρεπε να λύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη μετάβαση από την διαλυμένη ιδιωτική οικονομία στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της βιομηχανίας. Κατά την πενταετή ενασχόληση του Γκεβάρα με την προσπάθεια εκβιομηχανοποίησης της χώρας, η κουβανική βιομηχανία άρχισε να μεγαλώνει, να διευρύνεται και να σταθεροποιείται, κυρίως ως αποτέλεσμα της κινητοποίησης του ανθρώπινου παράγοντα (εργατικού δυναμικού) στον οποίο ο Τσε πίστευε ακράδαντα. Ασφαλώς, η οικονομική σκέψη του Τσε Γκεβάρα παραμένει μέχρι και σήμερα αντικείμενο υπό μελέτη, δεδομένων των διαφωνιών που ο ίδιος εξέφρασε γραπτά με την σοβιετική αντίληψη περί πολιτικής οικονομίας που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.
Η βρετανίδα συγγραφέας και ερευνήτρια Έλεν Γιάφε (Helen Yaffe) έχει ασχοληθεί εκτενώς με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης στην Κούβα [6]. Σύμφωνα με την Γιάφε, ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε δημιούργησε εννέα ερευνητικά και αναπτυξιακά κέντρα τα οποία μελετούσαν οτιδήποτε σχετίζονταν με την εκβιομηχάνιση της χώρας: από μηχανισμούς αύξησης της παραγωγής ζάχαρης μέχρι την παραγωγή νικελίου, την ανίχνευση πηγών πετρελαίου, τη χημική βιομηχανία και την έρευνα στις νέες τεχνολογίες (την εποχή εκείνη υπήρχε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε όλο το νησί). Ο Τσε εισήγαγε την ψυχολογική υποστήριξη (για το εργατικό δυναμικό αλλά και τους προϋσταμένους του) ως εργαλείο βελτίωσης της παραγωγικής δυνατότητας, σχεδίασε και οργάνωσε έναν λογικό μηχανισμό κλιμακούμενης μισθοδοσίας, υποστήριξε ένθερμα την αυτοοργάνωση των εργατών στο πλαίσιο της κολεκτιβοποίησης της εργασίας (κυρίως στις αγροτικές περιοχές), εισήγαγε για τις επιχειρήσεις το καινοτόμο “Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού” (ένα συγκεντρωτικό όργανο διαχείρησης διαφορετικό από αυτό της τότε ΕΣΣΔ) το οποίο στόχευε στην πρακτική αναθεώρηση της σοβιετικής αντίληψης περί του μαρξιστικού “νόμου της αξίας”. Σύμφωνα με την Δρ. Γιάφε “μέσα σε έξι ταραγμένα χρόνια ο Τσε έκανε μια αλησμόνητη συνεισφορά στην κουβανική οικονομία”.
Πέρα από το καθαρά πρακτικό σκέλος των πολιτικών που εφαρμόστηκαν επί υπουργίας του Γκεβάρα, η οικονομική θεωρία που ανέπτυξε ο Τσε (μέσα και από τη μελέτη της μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής οικονομίας) έδειξε το δρόμο μιας εναλλακτικής σοσιαλιστικής οικονομίας η οποία δεν “αντιγράφει” τους καπιταλιστικούς νόμους παραγωγής. Η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική πολιτική οικονομία (σωστή ή λάθος, η ιστορία θα αποφανθεί) υπήρξε ουσιαστικά προάγγελος της σταδιακής κατάρρευσης των οικονομικών συστημάτων του ανατολικού μπλοκ δύο και πλέον δεκαετίες μετά το θάνατο του. Επομένως, στην αποδεδειγμένα σημαντική συνεισφορά του στην εκβιομηχάνιση της επαναστατικής Κούβας θα πρέπει να προστίθεται και η θεωρητική του συμβολή στην κατεύθυνση ενός οικονομικού συστήματος με πυρήνα τον άνθρωπο, πραγματική ενσάρκωση των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς.
Ψέμα 7ο: Ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα το 1965, όχι για να ενισχύσει τον αγώνα άλλων λαών για την ελευθερία, αλλά διότι είχε αποτύχει στην προσωπική του ζωή, έχοντας άστατο οικογενειακό βίο, δεκάδες ερωμένες και “νόθα” τέκνα.
Πρόκειται ασφαλώς για μη πολιτικό επιχείρημα που στοχεύει στην σπίλωση του Γκεβάρα σε προσωπικό επίπεδο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Τσε, παρ’ ότι αφιερωμένος στους σκοπούς της επαναστατικής του δραστηριότητας, υπήρξε στοργικός σύζυγος και πατέρας. Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη την περουβιανή Ίλντα Γκαντέα και τη δεύτερη την κουβανή Αλέιδα Μαρτς. Απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά (Ιλντίτα Μπεατρίζ, Αλέιδα, Καμίλο, Σέλια, Ερνέστο). Δεν υπάρχει ουδεμία βάσιμη ένδειξη ότι ο Τσε απέκτησε παιδιά πέραν αυτών με τις δύο συζύγους του. Στο βιβλίο της “Αναπόληση” [7], η Αλέιδα Μαρτς περιγράφει έναν άνδρα που αν και βρίσκονταν στη δίνη της επανάστασης (έχοντας περάσει τρία δύσκολα χρόνια στον ανταρτοπόλεμο και έχοντας αναλάβει διοικητικά πόστα στην επαναστατική κυβέρνηση) διατηρούσε στο ακέραιο το ενδιαφέρον του για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών του, τα οποία λόγω υποχρεώσεων δεν έβλεπε όσο συχνά θα ήθελε. Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε η πρώτη σύζυγος του Τσε, η Ίλντα Γκαντέα, ούτε η Μαρτς έχουν αναφέρει το παραμικρό περιστατικό άστατης προσωπικής ζωής του Γκεβάρα.
Ο Τσε Γκεβάρα ήταν υπέρμαχος μιας αυστηρά πειθαρχημένης (στους σκοπούς της επανάστασης) ζωής, την οποία απαιτούσε να έχουν οι σύντροφοι και συναγωνιστές του. Πρώτα απ’ όλα όμως, την εφάρμοζε ο ίδιος στον εαυτό του, δίνοντας το παράδειγμα σε όσους έζησαν δίπλα του. Παρά το γεγονός ότι πτυχές της προσωπικής του ζωής ενδέχεται να μην τις μάθουμε ποτέ, η προσωπικότητα και ο πειθαρχημένος χαρακτήρας του επαναστάτη μαρξιστή Γκεβάρα δεν άφηναν σε καμία περίπτωση πολλά περιθώρια για άστατο βίο και πομπώδεις παρεκτροπές.
Νικόλαος Μόττας.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] The Legacy of Che, PBS NewsHour, 20 Νοεμβρίου 1997.
[2] Ομιλία κατα την έναρξη του Πρώτου Συνεδρίου Λατινοαμερικανικής Νεολαίας, 28 Ιούλη 1960.
[3] El Diario del Che En Bolivia, Αβάνα 1968.
[4] Lourdes Arguelles and B. Ruby Rich (1984), “Homosexuality, Homophobia, and. Revolution: Notes toward an. Understanding of the Cuban. Lesbian and Gay Male. Experience”.
[5] “Tactique et strategie de la revolution latino-americaine”, αναφορά στο άρθρο στο βιβλίο “Ernesto Guevara, connu aussie comme le Che” του Paco Ignacio Taibo II.
[6] Helen Yaffe, “Che Guevara: The Economics of Revolution”, Palgrave-McMillan / Δείτε επίσης “Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία”.
[7] Αλεϊδα Γκεβάρα-Μαρτς (μτφ. Βασιλική Κνήτου), Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε, εκδ. Ψυχογιός, 2007.
Φωτό: Ο πρωταγωνιστής της δολοφονίας του Τσε, Φέλιξ Ροντρίγκες, με τον Τζωρτζ Μπους

- Ο πρόεδρος Τζωρτζ Μπους (πρεσβύτερος) με τον πράκτορα της CIA Φέλιξ Ροντρίγκες στο Λευκό Οίκο. Υπογραφή «Στον Φέλιξ Ροντρίγκες – με υψηλή εκτίμηση και θαυμασμό».
Ο Φέλιξ Ροντρίγκεζ Μεντιγκούτια δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Πρόκειται για τον γνωστό, στρατολογημένο από τη CIA, κουβανό αντικομμουνιστή που συμμετείχε στην μισθοφορική εισβολή του Κόλπου των Χοίρων. Είναι ο άνθρωπος που τον Οκτώβρη του 1967 ανέλαβε, εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης, να διεκπεραιώσει τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Οι οδηγίες είχαν έρθει από την Ουάσινγκτον, όταν η ομάδα των ανταρτών είχε ήδη κατακερματιστεί και τα κύρια μέλη της είχαν αιχμαλωτιστεί.
Όταν οι υπηρεσίες κατασκοπίας αντιλήφθηκαν την παρουσία του Τσε στη Βολιβία τον έστειλαν μαζί με διάφορους άλλους πράκτορες κουβανικής καταγωγής στην πόλη Σάντα Κρους ντε λα Σιέρα και αργότερα στο Βαλλεγκράντε. Στις 9 του Οκτώβρη, έφυγε με ελικόπτερο για τη Λα Ιγκέρα, όπου προσπάθησε να ανακρίνει με τη βία τον ηρωικό αντάρτη. Στις 10 το πρωί της ίδιας ημέρας, ο Ροντρίγκεζ είχε λάβει ένα κωδικοποιημένο γράμμα από τα κεντρικά γραφεία της CIA, το οποίο περιείχε τον καθορισμένο κώδικα που σήμαινε το «πράσινο φως» για την εκτέλεση-δολοφονία του Γκεβάρα. Προηγουμένως όμως έπρεπε να ανακρίνει τον Τσε προκειμένου να του αποσπάσει οποιαδήποτε πληροφορία θα ήταν χρήσιμη στην υπηρεσία πληροφοριών.
Όπως έχει αναφέρει ο Εδουάρδο Ουέρτα, νεαρός, τότε, αξιωματικός που βρισκόταν στην είσοδο της σχολικής αίθουσας που κρατούνταν ο Γκεβάρα, ο Ροντρίγκεζ επιχείρησε να ασκήσει βία στον δεμένο αιχμάλωτο πιάνοντας τον από τους ώμους, τραβώντας του τα γένια και φωνάζοντας πως θα τον σκότωνε. Στην προσπάθεια του να τον σταματήσει, ο Ουέρτα ήρθε αντιμέτωπος με τον εξαγριωμένο πράκτορα της CIA ο οποίος τον έριξε στο πάτωμα: «Θα μου το πληρώσεις πολύ γρήγορα, σκατοβολιβιανέ, άγριε Ινδιάνε, ηλίθιε!». Λίγες ώρες αργότερα ο ίδιος άνθρωπος θα έδινε εντολή στο διστακτικό στρατιώτη Μάριο Τεράν να πυροβολήσει τον Τσε. Το μίσος του για τον Κομαντάντε ήταν τέτοιο που, ακόμη και όταν ο Γκεβάρα κείτονταν εμπρός του νεκρός, έβγαλε το πιστόλι για να ρίξει άλλη μια σφαιρά στο νεκρό σώμα.
Η προϋπηρεσία του στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ αποτέλεσε το διαβατήριο και άλλων αποστολών. Το 1984 η CIA τον έστειλε να δουλέψει σε αντεπαναστατικές δραστηριότητες και στον εφοδιασμό των Νικαραγουανών «Κόντρας» με όπλα και τρόφιμα. Ήταν εκείνη την εποχή που γνωρίστηκε με τον τότε αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζώρτζ Χέρμπερτ Μπους. Τα επόμενα χρόνια ταξίδεψε στο Σαλβαδόρ, την Ονδούρα και τη Γουατεμάλα προκειμένου να συντονίσει τις αποστολές που του ανέθεσε η CIA. Βοηθός του, ο τρομοκράτης Λουίς Ποσάδα Καρίλες, δράστης της εγκληματικής απόπειρας εναντίον του αεροσκάφους των κουβανικών αερογραμμών το 1976.
Η συμμετοχή του Ροντρίγκεζ στο σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι ο πράκτορας της CIA κατηγορήθηκε για εμπόριο όπλων και ναρκωτικών. Οι αποδείξεις που έδειχναν την σαφή συμμετοχή του «θάφτηκαν» από την αθωωτική απόφαση μιας υποεπιτροπής της αμερικανικής γερουσίας. Έτσι, ο Ροντρίγκεζ ήταν εκ των εκλεκτών προσκεκλημένων της ορκωμοσίας, το 1988, του νεοεκλεγέντος προέδρου Μπους στην Ουάσινγκτον. Την στενή φιλία μεταξύ Ροντρίγκες και Μπους αποτύπωσε και ο φωτογραφικός φακός σε συνάντηση τους στο Λευκό Οίκο, ενώ ο πρώην πρόεδρος και ο πρωταγωνιστής της άνανδρης δολοφονίας του Τσε Γκεβάρα και τόσων άλλων «αποστολών» ανταλλάσουν συχνά φιλοφρονήσεις μέσω επιστολών.
Πηγή: Adys Cupull & Froilan Gonzalez, «CIA κατά ΤΣΕ», Σύγχρονη Εποχή, 1997. Επιμέλεια: Ν.Μόττας.
Άλλοι τον λεν Χριστό και άλλοι Τσε!
Του Στέλιου Ελληνιάδη.
Όταν όλα έχουν ισοπεδωθεί, όλα έχουν εκφυλιστεί, όλα έχουν απαξιωθεί, κάτω από τις μεγάλες βιτρίνες της άνευ όρων ανάπτυξης και της αέναης καταναλωτικής ψυχοθεραπείας, υπάρχει η φύση που αντιστέκεται, που αναζητεί διαρκώς ρωγμές και σημεία να ανασάνει, να βλαστήσει, να ανακτήσει το καταπατημένο έδαφος.
Σαν το δεντράκι που παρατηρούσαμε προχτές με την αδερφή μου να ξεπηδάει μέσα από μια ρωγμή του αυτοκινητόδρομου, να βγαίνει μέσα από χιλιάδες τόνους πέτρας κι ασφάλτου, στέλνοντας το μήνυμα ότι η φύση πιέζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται. Έτσι κάπως ένιωσα για τον Τσε βλέποντάς τον στις ταινίες που προβλήθηκαν στο Τριανόν, στα πλαίσια του φεστιβάλ κουβανέζικου κινηματογράφου. Σαν να είναι ένα στοιχείο της φύσης που επιζεί άϋλα στις ψυχές και υλικά σε άπειρα πράγματα με χιλιάδες μορφές. Κόντρα σε χειραγωγημένες αντιλήψεις και κοινωνίες χαλασμένες που επιδιώκουν την ευημερία τους μέσα από την καταστροφή των άλλων και της φύσης ολάκερης, τείνοντας προς την αυτοκαταστροφή τους.
Είδα μπόλικη Κούβα. Κανονικούς και φιλικούς ανθρώπους, παρθένα φύση, όμορφα παλιά αυτοκίνητα, καταπληκτικές μουσικές και τραγούδια, και πολύ ωραίες φάτσες που έχεις την αίσθηση ότι συνοψίζονται όλες στο πρόσωπο του Τσε Γκεβάρα.
Ο Τσε, που έβλεπα στην οθόνη, από παλιές ταινίες και φωτογραφίες, αλλά και μέσα από τα λόγια των αφηγητών, της κόρης του, των συναγωνιστών του ή απλών πολιτών στις γειτονιές της Αβάνας και στα χωριά, είναι πανταχού παρών. Μέσα κι έξω από την Κούβα. Είναι ριζωμένος στο μυαλό των ανθρώπων και ξεπετάγεται και βλασταίνει μέσα στις κοινωνίες όσο κι αν τις πλακώνει το τσιμέντο και η συμβατικότητα. Υπάρχει σε εκατομμύρια σπίτια, μαγαζιά, σχολεία και γειτονιές, παράγκες και στρατόπεδα, σε αφίσες, κορνίζες, σκίτσα, ζωγραφιές, καρποστάλ, γκράφιτι, μπρελόκ, καρφίτσες, μπλουζάκια, αυτοκόλλητα, ταμπακιέρες, αναπτήρες, κούπες, μπιζού, βιβλία, τετράδια, περιοδικά, εφημερίδες, ταινίες και εκατομμύρια ιστοσελίδες στο διαδίκτυο. Υπάρχει ζωγραφισμένος σε τοίχους του Μεξικού και καρφιτσωμένος σε αιωνόβια δέντρα στις ζούγκλες της Ινδίας… σε άπειρα διηγήματα και ποιήματα και τραγούδια λατινοαμερικάνικα, νεπαλέζικα, παλαιστινιακά και ελληνικά… και κυρίως, υπάρχει στις συνειδήσεις εκατοντάδων, αν όχι δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Τσε, πιο ανόθευτος κι απ’ τον Χριστό, γιατί δεν κουβαλάει τα μεγάλα και δυσβάκτακτα βάρη που φόρτωσαν στον Ιησού τον Ναζωραίο οι σφετεριστές του. Σφαγές, βασανιστήρια, γενοκτονίες, διωγμοί και πόλεμοι, στο όνομα του Χριστού. Λαοί και έθνη ολόκληρα εξαφανίστηκαν από τους χριστιανούς, σε όλο τον κόσμο. Τα πιο ασύλληπτα κακουργήματα σε βάρος των ανθρώπων, των ζώων και της γης ολόκληρης, έγιναν από τους αυτοεπονομαζόμενους χριστιανούς στο όνομα του Χριστού, ερήμην του, βεβαίως. Με σταυρούς λιντσάρανε τα θύματά τους οι ρατσιστές δολοφόνοι της Κου Κλουξ Κλαν. Για να μην πάμε πίσω στις σταυροφορίες, στην Ιερά Εξέταση, τη γενοκτονία των ιθαγενών της Αμερικής και της Αυστραλίας και ένα σωρό άλλα «κατορθώματα» των χριστιανών, στο όνομα του Χριστού, ερήμην του, πάντα.
Για να βρεις τον Χριστό μέσα σ’ αυτό το ανθρωποσφαγείο, πρέπει να είσαι θεός ο ίδιος. Όλη η ιστορία των δυτικών κοινωνιών, σχεδόν δύο χιλιάδων χρόνων, είναι ιστορία λεηλασιών, πολέμων και γενοκτονιών με επικεφαλής πάπες, καρδινάλιους και χριστεπώνυμους ηγέτες, εγκληματίες χειρίστης μορφής. Πώς να ξεκαθαρίσει ένας χριστιανός τον Χριστό μέσα σ’ αυτή τη χαβούζα; Πώς να διαχωριστεί απ’ όλους αυτούς που για λόγους συμφερόντων χρησιμοποίησαν τον Χριστό για να διαπράξουν τα πιο βδελυρά και μαζικά εγκλήματα;
Ο Τσε δεν είναι θεός, ούτε καν ημίθεος. Έμεινε φυσικός, θνητός, αλλά κι αυτός θυσιάστηκε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Και συνεχίζει να καταγγέλει τα εγκλήματα των ανθρώπων, να πολεμάει τους βάρβαρους και να φωτίζει τα μονοπάτια και τις λεωφόρους των λαών για μια άλλη ζωή, όχι όμως στον ουρανό, αλλά στη γη.
Ο ίδιος πολέμησε στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, αυτοπροσώπως, αλλά μετά θάνατον τον συναντούμε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες. Ο Τσε είναι η προσωποποίηση της αυτοθυσίας και το σύμβολο όλων των αγώνων για ελευθερία και δικαιοσύνη, σε όλον τον κόσμο. Είναι του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.
Ο Τσε δεν ξεριζώνεται.
Μέσα σ’ αυτό τον εφιαλτικό κόσμο, του πολύ σκληρού, μέχρι ψυχικής και σωματικής εξόντωσης, ανταγωνισμού, όλα παραποιούνται, όλα αγοράζονται και πουλιούνται, όλα εκφυλίζονται. Οι ευγενικές ιδέες και οι αξίες της ισότητας, της αλληλεγγύης, της ειρήνης, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης δεν βολεύονται. Για την ακρίβεια, θεωρούνται εχθρικές, αντιπαραγωγικές και αντίθετες στο σύστημα της εξαχρείωσης, της απάτης, της βίας και της εκμετάλλευσης που κυριαρχεί. Δεν χωράνε σ’ αυτό το σύστημα οι ανιδιοτελείς άνθρωποι, ούτε οι θεοί. Ούτε ο Τσε ούτε ο Χριστός.
Αλλά, ευτυχώς, ο Τσε φυτρώνει παντού, κόντρα στη βούληση και την τρομοκρατία της απανταχού ολιγαρχίας. Και επειδή φυτρώνει παντού, δεν ξεριζώνεται. Μπορείς να σκίσεις την αφίσα του ή να απαγορεύσεις την αναφορά του ονόματός του ή τη μετάδοση των τραγουδιών που αναφέρονται σ’ αυτόν, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις τη διάχυσή του σαν αεράκι στη φύση. Οι πολίτες δεν εισπνέουν μόνο οξυγόνο, εισπνέουν και ιδανικά και αξίες και πρόσωπα που τα συμβολίζουν και κυκλοφορούν ελεύθερα. Σύμβολα που διεισδύουν παντού, που δεν εμποδίζονται με κανένα τρόπο και κανένα μέσο.
Ο Τσε είναι ιδέα, είναι η άϋλη περιγραφή ενός κόσμου θαυμαστού, μελλοντικού. Ενός κόσμου που δεν υπάρχει ακόμα πουθενά ολόκληρος σε υλική μορφή, αλλά πλανιέται στην ατμόσφαιρα και στα μυαλά των ανθρώπων. Και όχι μόνο. Υπάρχει σε εκατομμύρια σημεία και φαινόμενα, στις γειτονιές, στις πόλεις και τα χωριά, στα νησιά και τα δάση, στα όρη και τις ερήμους, με διάφορες μορφές. Σε κινήματα αντίστασης, σε ομάδες αλληλεγγύης, σε κοινωνικά ιατρεία, σε εναλλακτικές καλλιέργειες, σε έργα τέχνης, σε υψωμένες γροθιές και οργισμένα συνθήματα, σε ποιήματα και τραγούδια, σε αγάπες και όνειρα, οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Και αντιλαμβάνεσαι την παρουσία του με τις αισθήσεις και την κοινή λογική, εάν δεν είσαι αλλοτριωμένος, εάν δεν είσαι τυφλωμένος από την προπαγάνδα, τη βία και την κατανάλωση. Εάν δε, έχεις έκτη αίσθηση, είσαι διορατικός, έχεις φαντασία, βλέπεις πέρα από το προφανές ή πιστεύεις ότι η φύση είναι από τη φύση της όμορφη και δημιουργική, τότε είσαι κι εσύ μέρος αυτού του άλλου κόσμου, που γεννιέται αργά και βασανιστικά, αλλά όμορφα. Τα γεννητούρια του, δηλαδή πότε με το καλό, δεν μπορώ να τα προβλέψω, γι’ αυτό μην με ρωτήσετε. Δεν ξέρω. Πέρα από την αίσθηση ότι έρχεται, τίποτα άλλο δεν μπορώ να πω.
Βασισμένο σε σχόλιο που μεταδόθηκε «Στο Κόκκινο, 105,5», Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012. Πηγή: Δρόμος της Αριστεράς.
Che: A very modern Icon
By George Galloway.
Che Guevara represents what today’s politicians conspicuously lack: idealism, self-sacrifice and a deep connection with young people. That’s why his image is an enduring inspiration, writes George Galloway.
On a visit to Cuba last month, I stayed in an apartment complex the floor above Camilo Guevara, Ernesto «Che» Guevara’s eldest son, and his children. Now that’s a tough number – being the son of a legend for whom a single name suffices, an icon who is more ubiquitous now than he was at the time of his death in 1967. Camilo maintains, however, that distinctive revolutionary rectitude, working as a humble civil servant with no privileges of any kind.
I looked out over the old harbour of Havana, where Alberto Korda took his famed portrait of Che, currently the subject of an exhibition at the Victoria and Albert Museum in London. It was taken on 4 March 1960 at a funeral service and not published until seven years later, after Guevara’s death. I mulled over how, since that time, the photograph – like the posters and murals derived from it – has become associated with every site of struggle from Soweto to the Seattle protests against the World Trade Organisation.
That image continues to be one of the most iconic in contemporary culture, with repro- ductions available in the most surprising places. Che T-shirts are on sale at the cut-price clothing chain Primark. Smirnoff tried to use it for a vodka promotion a few years ago, prompting successful legal action by Korda. Though he had received no royalties for the image, he took umbrage at that particular distillation of the Che legacy. «As a supporter of the ideals for which Che Guevara died,» he said, «I am not averse to its reproduction by those who wish to propagate his memory and the cause of social justice throughout the world. But I am categorically against the exploitation of Che’s image for the promotion of products such as alcohol, or for any purpose that denigrates the reputation of Che.»
Korda (real name Alberto Diaz Guttierez) was a fashion photographer when first assigned to the Cuban paper ‘Revolucion’ – and some argue that history has transformed Che’s revolutionary image into just another fashion accessory. It is tempting for those of us on the left to feel uncomfortable with his popular appeal; rather like music fans who, when their favourite underground band hits the big time, moan that they’ve «gone commercial» and sagely tell new enthusiasts that the latest gigs aren’t a patch on «the night they played the Crooked Billet in Scunthorpe».
I don’t see it that way. If only 10 per cent of the people who wear the image of this incredibly handsome figure know what he stood for, that is still many millions. Overwhelmingly, they are also young people, with their hearts set on making the world a better place. Indeed, in my experience, many more than 10 per cent have a very good idea of what he stood for. It is an excellent example of the younger generation confounding the low expectations of them.
The image is given further contemporary relevance by the renaissance of the radical left across Latin America. In Venezuela, Hugo Chavez is fast becoming a touchstone for anti-war activists and campaigners against corporate globalisation. The «axis of good» conference Chavez will attend in Havana in September, alongside Fidel Castro and Evo Morales, is already creating a similar energy to the great gatherings of the Non-Aligned Movement in the 1950s and 1960s.
If Che’s image seems to be everywhere, that is because what he fought and died for is more fashionable than ever. It’s hard to imagine a more potent symbol of internationalism. He was born in Argentina of mixed Spanish and Irish descent; a motorcycle journey the length of South America awakened him to the injustice of US domination in the hemisphere, and to the suffering colonialism brought to its original inhabitants.
The CIA-sponsored overthrow of the popular government of Jacobo Arbenz in Guatemala in 1954 deepened Che’s commitment to revolutionary change. He was, in Fidel’s estimation, the more accomplished revolutionary thinker of the two when they met in Mexico.
«There are no frontiers in this struggle to the death,» Che told an international conference in 1965. «We cannot remain indifferent in the face of what occurs in any part of the world. A victory for any country against imperialism is our victory, just as any country’s defeat is our defeat.» In a refutation of every right-wing stereotype, he added that, «the true revolutionary is guided by a great feeling of love. It is impossible to think of a genuine revolutionary lacking this quality.»
But it is as a man of deeds rather than words that his reputation has been secured. He distinguished himself and was appointed Comandante in the rebel war of liberation that was led by Fidel and which brought victory on New Year’s Day 1959. The story of how Che became Cuba’s finance minister might be apocryphal, but it says everything about his willingness to take on the most demanding tasks, and the sheer optimism of the will he embodied. Legend has it that Fidel once asked his comrades who among them was an economista (economist). Che stuck his hand up, believing he had been asked who was a comunista (communist).
In his life, he set a model of the self-sacrifice that he held central to the creation of a new society, outlined in his letter «Man and Socialism in Cuba» (1965). The same year, he made his last appearance on an international stage, having already represented the Cuban revolution at the United Nations and across the developing world. He could have remained a revered leader of the revolution, facing the arduous task of constructing a society in the face of US aggression.
Che chose instead to return to the perils of guerrilla life. He travelled to the Congo, aiming to trigger a Cuban-style revolution that would simultaneously ease the island’s isolation and assist the wave of change breaking across Africa. Despite the bitter and near-fatal experience of the Congo campaign, he proceeded to the mountains of Bolivia, where the forces of the puppet government and its CIA paymasters cut short his life on 9 October 1967. He was 39. His legend continued to grow in the wake of the epoch-defining, global revolt of the following year.
And that, surely, explains why there is a resurgence of interest in, and affection for, Che. It is a manifestation of this renewed stirring of revolt – another generation standing up to imperialist savagery, articulating fresh hopes for a world of equality and justice. I hope these young people find in him what I do – that rarest of things: an inexhaustible source of inspiration, someone who did not simply theorise social change, but actually brought it about.
Not only that, but Che set a benchmark which the vast majority of contemporary politicians fail to reach. He communicated his ideas with verve and imagination to a mass audience, and particularly to young people.
«If you tremble with indignation at every injustice, then you are a comrade of mine,» he said. He is a comrade to so many because so many today are burning with indignation.
*George Galloway is a british politician and a Member of the British Parliament from 1987 to 2010. Since 2004 he is a member of the Socialist political party “Respect” in the United Kingdom.
Article published on «New Statesman», 12 June 2006.
Η επίσκεψη του Τσε Γκεβάρα στη μαρτυρική Χιροσίμα
Ήταν Ιούλης 1959, επτά περίπου μήνες μετά το θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης, όταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο του Τόκιο φορώντας την χαρακτηριστική στρατιωτική του στολή. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη επιβάλλει στην Κούβα οικονομικό αποκλεισμό στο εμπόριο ζάχαρης και ο Τσε, μαζί με αντιπροσωπεία κουβανών, μετέβησαν στη χώρα της Άπω Ανατολής με στόχο μια εμπορική συμφωνία για αύξηση του αριθμού των εξαγωγών. Πέραν των συναντήσεων της με υψηλόβαθμους αξιωματούχους της ιαπωνικής κυβέρνησης, η κουβανική αποστολή επισκέπτηκε μεγάλους βιομηχανικούς κολοσσούς της χώρας όπως η Τογιότα, η Σόνυ και η Μιτσουμπίσι. Όταν η κυβέρνηση του Τόκιο απέκλεισε την Χιροσίμα από το πρόγραμμα των επισκέψεων, ο Τσε αποφάσισε να επισκεφτεί την πόλη ανεπίσημα και χωρίς την συνοδεία επισήμων.
Εκείνη την περίοδο – ήταν μόλις λίγους μήνες μετά την Επανάσταση στην Κούβα άλλωστε – ο Γκεβάρα δεν ήταν ακόμη γνωστή φυσιογνωμία στην Ιαπωνία. Παρ’ όλα αυτά όμως, η παρουσία του σε όσους είχαν την ευκαιρία να τον συναντήσουν και να συνομιλήσουν μαζί του άφησε ισχυρές εντυπώσεις. Το αληθινό, καθαρό και διαπεραστικό του βλέμμα, καθώς και ο ήπιος τρόπος με τον οποίο συνομιλούσε προκάλεσαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αξιωματούχου της ιαπωνικής κυβέρνησης που συνόδευε την κουβανική αποστολή.
Ο Τσε, λοιπόν, επισκέπτηκε την πόλη της Χιροσίμα παρά τις αρχικές αντιδράσεις της κυβέρνησης της Ιαπωνίας. Ο ίδιος ήταν από πριν αποφασισμένος να μην αφήσει το τραγικό αυτό μέρος έξω απ’ το πρόγραμμα της περιοδείας του. Αρχικά υπήρξε η ιδέα να επισκεπτεί ένα νεκροταφείο πεσόντων στρατιωτιών της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας – Ο Τσε αρνήθηκε να μεταβεί εκεί με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε λόγος να τιμήσει στρατιώτες που μακέλευσαν αθώους ανθρώπους στο όνομα μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης.
Στο μυαλό του Κομαντάντε ήταν η Χιροσίμα και η ανείπωτη τραγωδία που οι κάτοικοι της (και μαζί τους ο Ιαπωνικός λαός) έζησαν με τη ρήψη της ατομικής βόμβας, τον Αύγουστο του 1945. “Επιθυμώ να δω το μέρος όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες σκότωσαν περισσότερους από 100.000 ανθρώπους” έλεγε στα μέλη της αποστολής εκείνες τις μέρες. Αποφάσισε να μεταβεί κρυφά στην Χιροσίμα, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν θα αναγνώριζε την ιδιότητα του ως υψηλόβαθμου στελέχους της επαναστατικής Κουβανικής κυβέρνησης. Μαζί με δύο μέλη της αποστολής αναχώρησαν με το βραδινό τρένο από το Τόκιο για την πόλη της Χιροσίμα. Στην συνέχεια ο Τσε είχε την ευκαιρία να επισκεπτεί το “Πάρκο της Ειρήνης” (Hiroshima Peace Memorial Park), το μουσείο της πόλης και το νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύονταν ασθενείς που υπέφεραν από διάφορες παθήσεις-αποτέλεσμα της ραδιενέργειας που σκόρπισε η δολοφονική ατομική βόμβα των αμερικανών.
Ένας ρεπόρτερ τοπικής εφημερίδας που αναγνώρισε τη φιγούρα του Τσε ζήτησε μια σύντομη συνέντευξη. Όπως ο ίδιος διηγήθηκε αργότερα, ο Γκεβάρα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στα λόγια του, ούτως ώστε να μην πει κάτι που θα έθιγε, την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τους λαούς της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Βλέποντας όμως το μέγεθος της τραγωδίας που άφησε πίσω της η πυρηνική καταστροφή, η οργή του επαναστάτη που αποζητά δικαιοσύνη βγήκε στην επιφάνεια: “Πρέπει να δώσουμε την αγάπη μας στη Χιροσίμα και στους ανθρώπους της για πάντα” και ρώτησε: “Γιατί η Ιαπωνία δεν ζητά μια δημόσια συγνώμη από τις ΗΠΑ και γιατί δεν δείχνει τον θυμό της για όσα συνέβησαν, ώστε να σταματήσουν (οι ΗΠΑ) να ελέγχουν τη χώρα αυτή;”. Για έναν άνθρωπο με έκδηλο το πνεύμα του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, όπως ο Ερνέστο Γκεβάρα, ήταν πολύ δύσκολο να μην νιώσει την πρωτοφανή στα ιστορικά δεδομένα αδικία που συντελέστηκε στη Χιροσίμα το 1945. Ήταν αδύνατο να μην εξοργιστεί, ως γνήσιος διεθνιστής επαναστάτης, μπροστά στον πόνο και την τραγωδία των ανθρώπων την γιαπωνέζικης πόλης που ισοπεδώθηκε από την ατομική βόμβα της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης.
Με την επιστροφή του στην Κούβα, μετά το πέρας του ταξιδιού του, ο Τσε προέβη σε μια δημόσια δήλωση αναφορικά με την ανάγκη να τιμάται η μνήμη των θυμάτων της Χιροσίμα. Αυτήν του την εμπειρία την μετέδωσε και στον Φιντέλ Κάστρο, καθιερώνοντας κάθε χρόνο, στις 6 Αυγούστου, την ημέρα μνήμης των θυμάτων του πυρηνικού ολοκαυτώματος. Το έγκλημα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι διδάσκεται στους κουβανούς μαθητές του δημοτικού, ενώ ο Φιντέλ Κάστρο πραγματοποίησε επίσκεψη στη μαρτυρική πόλη το 2003, κάνοντας έτσι πράξη μια υπόσχεση που είχε δώσει στον αλησμόνητο φίλο και σύντροφο του.
Νίκος Μόττας.








