Ο Τσε Γκεβάρα για την ατομική τρομοκρατία

guevarism vs terrorism bannerΗ ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΕΒΑΡΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΗΣ».

Ένα χαρακτηριστικό των λεγόμενων οργανώσεων «αντάρτικου πόλης», που έδρασαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, ήταν οι – άμεσες η έμμεσες – αναφορές τους στον Τσε Γκεβάρα. Οργανώσεις όπως οι ιταλικές «Ερυθρές Ταξιαρχίες» (Brigade Rosse) και η γερμανική «Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) Μπάαντερ-Μάινχοφ» ιδρύθηκαν στην αυγή της δεκαετίας του 1970, εν μέσω του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Βιετνάμ, δύο χρόνια μετά το γαλλικό Μάη του ’68 και τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Τσε στη Βολιβία. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, εμφανίζεται η επονομαζόμενη Ε.Ο. «17 Νοέμβρη», σε γιάφκα της οποίας μάλιστα, δίπλα από ρουκέτες και λοιπό οπλισμό, φιγουράριζε η διάσημη φωτογραφία του Τσε, η guerrillero heroico.

Οι παραπάνω οργανώσεις επιχείρησαν να ενσωματώσουν στη δράση τους ένα κομβικό σημείο της γκεβαρικής αντίληψης του ανταρτοπολέμου: το λεγόμενο “foco” (foquismo) [1], την προσπάθεια δηλαδή δημιουργίας πολλαπλών, διάσπαρτων εστιών «πολέμου», αιφνιδιάζοντας, χτυπώντας γρήγορα και φεύγοντας. Σύμφωνα με τη θεωρία του «φοκίσμο», από την ύπαρξη ενός δυνατού πυρήνα μπορούν να δημιουργηθούν πολυάριθμες εστίες αντάρτικου οι οποίες, εάν εξαπλωθούν, δύναται να κερδίσουν τον αντίπαλο τακτικό στρατό. Πράγματι, αν δούμε το ιστορικό των «χτυπημάτων» τόσο του γερμανικού «RAF», των ιταλικών «Ερυθρών Ταξιαρχιών» όσο και της «17 Νοέμβρη» αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια δημιουργίας ταχύτατων, αιφνιδιαστικών χτυπημάτων (δολοφονιών, βομβιστικών επιθέσεων, κλπ.) σε διάσπαρτα σημεία των αστικών κέντρων που οι οργανώσεις αυτές έδρασαν. Η πραγματική, όμως, θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου με τη δράση των ομάδων αυτών εμπεριέχει σημαντικότατες διαφορές. Αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Η θεωρία του ανταρτοπολέμου που ανέπτυξε ο Γκεβάρα είχε ως πεδίο δράσης την ύπαιθρο, τις αγροτικές περιοχές. Ασφαλώς, έχουμε πάντα κατα νου ότι η θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου βασίστηκε στις συνθήκες που υπήρχαν στην Κούβα τη δεκαετίας του ’50. «Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν» αναφέρει ο Τσε στο πρώτο κεφάλαιο του «Ανταρτοπολέμου» [2]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης, λοιπόν, μετέφεραν την ένοπλη πάλη στα αστικά κέντρα, στην καρδιά δηλαδή του αστικού κράτους, εκεί όπου οι μηχανισμοί του κράτους ήταν πανίσχυροι. Ακόμη και αν δεχθούμε το – ούτως η άλλως αναμφίβολο – γεγονός ότι η Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’70 έχει ουσιαστικές διαφορές απ’ την Κούβα του ’50 η του ’60, ποιές αντικειμενικές συνθήκες επέβαλλαν την έναρξη της ένοπλης πάλης στο Αμβούργο, τη Φρανκφούρτη ή τη Ρώμη, όπου συγκεντρώνονταν όλη η ισχύς της τότε δυτικογερμανικής και ιταλικής αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τους; Το λεγόμενο αντάρτικο πόλης, λοιπόν, σε περίοδο που δεν υπάρχουν οι κατάλληλες επαναστατικές συνθήκες, αποτελεί ουσιαστική παρέκκλιση (αν όχι και βάναυση διαστρέβλωση) απ’ τη γκεβαρική μέθοδο του ανταρτοπολέμου.

  2. Ο ανταρτοπόλεμος για τον Τσε, για να έχει πιθανότητες επιτυχούς έκβασης, είχε μια βασική προϋπόθεση: να βασίζεται και να προσβλέπει στη λαϊκή στήριξη. Γράφει σχετικά ο Τσε στον πρόλογο του «Ανταρτοπολέμου»: «Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση» [3]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες ίσως να ήθελαν να πιστεύουν ότι αποτελούσαν την αγωνιστική πρωτοπορία του λαού – όμως δεν ήταν. Αντιθέτως, οι οργανώσεις αυτές αυτοπροσδοιορίζονταν ως «αγωνιστική πρωτοπορία», παίρνοντας τα όπλα ερήμην του μαζικού εργατικού-λαϊκού κινήματος. Πολεμούσαν στο «όνομα του λαού» ενώ αποτελούνταν (όπως αποδείχθηκε) από σχετικά μικρούς πυρήνες συνωμοτικά δρώντων ομάδων. «Και το επαναστατικό Κίνημα της 26ης Ιούλη στην Κούβα δεν ήταν πολυάριθμο» ίσως αντιτείνει κάποιος. Ναι, αλλά ταυτόχρονα με τη δράση των ανταρτών στην κουβανική ύπαιθρο, στελέχη του Κινήματος δρούσαν ταυτόχρονα στα αστικά κέντρα (Αβάνα, Σαντιάγκο), στρατολογούσαν νέους, οργάνωναν μαζικές απεργίες ενάντια στο καθεστώς, έχτιζαν ολόκληρο δίκτυο λαϊκής υποστήριξης στον αντάρτικο αγώνα [4].

  3. RAF bombing Germany
    Βομβιστική ενέργεια της RAF-Baader Meinhof τη δεκαετία του ’70.

Η αντίληψη του Τσε Γκεβάρα για τη μορφή της επανάστασης, βασίζεται στη λενινιστική προσέγγιση για την αναγκαιότητα μαζικής, οργανωμένης λαϊκής πάλης. Όπως ο Λένιν, έτσι και ο Γκεβάρα ήταν αντίθετος με την ατομική τρομοκρατία, με τις μεμονωμένες δηλαδή βίαιες τρομοκρατικές πράξεις. Να τι έγραφε ο ίδιος ο Τσε για την ατομική τρομοκρατία, την οποία αναγάγουν σε «επαναστατικό αγώνα» διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «επαναστάτες»:

«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης» [5].

Ποιό «επαναστατικό ιδανικό» άραγε αποτύπωσαν στη λαϊκή σκέψη οι ευρωπαϊκές οργανώσεις αντάρτικου πόλεων; Ποιά σχέση υπήρχε ανάμεσα στις μάζες και σε ομάδες τύπου «Μπάαντερ-Μάϊνχοφ» ή «17 Νοέμβρη»; Σε τι χρησίμευσαν οι δολοφονίες κατώτερων ιεραρχικά στελεχών ξένων μυστικών υπηρεσιών η πρεσβειών, αστυνομικών οργάνων ή μεμονωμένων επιχειρηματιών;

Η τρομοκρατία που δε βασίζεται στη λαϊκή υποστήριξη και που έχει ατομικά χαρακτηριστικά, ξεκομμένα απ’ τη μαζική-εργατική πάλη των μαζών έχει αρνητικά αποτελέσματα. Να τι έγραφε ο Τσε επ’ αυτού:

«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα» [6].

Συμπέρασμα.

Che-Guevara-Guerrilla1Μεταξύ της «τρομοκρατίας» που ασκείται ενάντια στο αστικό κατεστημένο και τους ιμπεριαλιστές από μια μαζική επανάσταση με λαϊκά χαρακτηριστικά και της ατομικής τρομοκρατίας μεμονωμένων ομάδων αντάρτικου πόλης υψώνεται ένα μεγάλο τείχος. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις πάλης. Ο Λένιν το θέτει στη σωστή του βάση: «(…) οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (…)» [7]. Ο ανταρτοπόλεμος, λοιπόν, δεν είναι ούτε αυτοσκοπός, ούτε μπορεί να συγχέεται με την ατομική τρομοκρατία και την τακτική των μεμονωμένων δολοφονιών που εφάρμοσε το λεγόμενο «αντάρτικο πόλης». Αντιθέτως, ο ανταρτοπόλεμος είναι η προμετωπίδα του πολιτικού αγώνα, σε μια δοσμένη χρονική περίοδο μεγάλης όξυνσης της ταξικής αντιπαράθεσης που δημιουργεί επαναστατικές συνθήκες. Γράφει επ’ αυτού ο Γκεβάρα: «Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών» [8].

Η Ιστορία μας διδάσκει ότι χωρίς πολιτική πρωτοπορία που ζυμώνεται μέσα στις μάζες, στο λαϊκό κίνημα, δε μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικός αντάρτικος αγώνας και επανάσταση. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε τις τρείς τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα οδήγησαν σε αντίθετα αποτελέσματα – όντας απομονωμένες απ’ το μαζικό-λαϊκό εργατικό κίνημα λειτούργησαν ως λιπαντικό στα γρανάζια της αστικής αυταρχικότητας, δυσφήμισαν την επαναστατική δράση στις λαϊκές συνειδήσεις και κατέληξαν στην αναπόφευκτη αποτυχία. Η δε προσπάθεια τους να οικειοποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, αλλά και τον ίδιο τον Τσε ως επαναστατικό σύμβολο, δε μπορεί παρά να εκληφθεί ως ύβρις, πράξη προσβλητική απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα.

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Γενάρης 2014.

Υποσημειώσεις:

[1] Ο όρος “foquismo” (φοκίσμο) αναπτύχθηκε απ΄ τον γάλλο διανοούμενο Ρεζί Ντεμπρέ και βασίστηκε στα γραπτά του Τσε στο βιβλίο “Ο Ανταρτοπόλεμος” αλλά και στην εμπειρία του ίδιου του Ντεμπρέ στο αντάρτικο της Βολιβίας (1966-67).
[2] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο).
[3] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος»,, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο)
[4] Ο αντάρτικος αγώνας στην Κούβα δεν ήταν ξεκομμένος απ’ την πολιτική δράση μέσα στο λαό. Το Κίνημα της 26ης Ιούλη του Φιντέλ Κάστρο συνεργάζονταν με άλλες οργανώσεις όπως το λεγόμενο “Επαναστατικό Διευθυντήριο” αλλά και το “Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα”.
[5] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 118-119.
[6] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 127.
[7] Β.Ι.Λένιν, Απαντα, τ. 40, σελ. 312.
[8] Βλέπε υποσημειώσεις [2] και [3].

Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Β)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra

Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. Το πρώτο μέρος εδώ.

Γκεβάρα: Κουβέντιασα με τον Φιντέλ μια ολόκληρη νύχτα. Το ξημέρωμα, ήμουν πλέον ο γιατρός της μελλοντικής του εκστρατείας. Στην πραγματικότητα, μετά τις εμπειρίες των ταξιδιών μου ανά τη Λατινική Αμερική και το επιστέγασμα της Γουατεμάλα, δεν χρειάζονταν και πολλά για να πεισθώ να ενταχθώ σε οποιαδήποτε επανάσταση εναντίον ενός τυράννου, αλλά ο Φιντέλ με εντυπωσίασε ως ένας άντρας εκπληκτικός. Αντιμετώπιζε και επέλυσε τις πιο απίθανες καταστάσεις. Είχε την ακλόνητη πίστη ότι, έτσι και ξεκινούσε για την Κούβα, θα κατάφερνε να φτάσει. Πως, όταν θα έφτανε, θα πολεμούσε. Και πως πολεμώντας, θα νικούσε. Συμμερίστηκα την αισιοδοξία του. Έπρεπε να το κάνει, να αγωνιστεί, να το πραγματοποιήσει. Να πάψει τα κλάματα και να παλέψει. Και για να αποδείξει στο λαό της πατρίδας του ότι μπορούσε να του έχει εμπιστούνη, επειδή ότι έλεγε το έκανε, έριξε το περίφημο σύνθημα του: “Το ’56 ή θα είμαστε ελεύθεροι ή θα είμαστε μάρτυρες”, ανακοινώνοντας ότι, προτού τελειώσει εκείνη η χρονιά, θα αποβιβαζόταν κάπου στην Κούβα, επικεφαλής του εκστρατευτικού του σώματος.

Ερώτηση: Και τι συνέβη μόλις αποβιβαστήκατε;

Η συζήτηση πλέον συγκέντρωνε το ενδιαφέρον περισσότερων από τριάντα ακροατών. Καθισμένοι στο έδαφος, με το όπλο ανάμεσα στα γόνατα και τα κασκέτα να προστατεύουν τα μάτια από την αντηλιά, “οι άντρες του Τσε” κάπνιζαν και άκουγαν προσεκτικά, χωρίς να αρθρώνουν ούτε λέξη. Ένας νεαρός γενειοφόρος γιατρός έραβε ένα δάχτυλο ενώνοντας το τέλειο, με όλη του την προσοχή στα όσα άκουγε. Ο Γίμπρε, φανατικός θαυμαστής των ηγετών της επανάστασης, αλλά άγρυπνος δογματικός ανέλυε κάθε λέξη του Γκεβάρα, ξύνοντας τα σπυριά στο στομάχι του με τα καφετιά από το αργιλώδες χώμα, νύχια του. Ο Βιρέγιες άκουγε νυσταγμένα. Ο Γκιγέρμο, ένα αμούστακο αγόρι με πολύ μακριά μαλλιά, καθάριζε το τουφέκι του με την ίδια προσοχή που ο γιατρός έραβε το δάχτυλο. Από κάποιο σημείο, ερχόταν να αναμειχθεί στη μυρωδιά του ταμπάκου εκείνη του τηγανητού χοιρινού.

Ο Γκεβάρα συνέχισε την κουβέντα του με το τσιγάρο στο στόμα και τα πόδια αναπαυτικά απλωμένα.

Γκεβάρα: Όταν φτάσαμε, μας διέλυσαν. Είχαμε ένα φρικτό ταξίδι με το γιότ Γκράνμα, στο οποίο επέβαιναν οι 82 αντάρτες, συν το πλήρωμα. Μια καταιγίδα μας έβγαλε από την πορεία μας και οι περισσότεροι υποφέραμε από ναυτία. Το νερό και τα τρόφιμα στο κότερο είχαν τελειώσει και, το αποκορύφωμα των ατυχιών, όταν φτάσαμε στο νησί, το κόλλησε στη λάσπη. Από τον αέρα και από την ακτή μας πυροβολούσαν αδιάκοπα, ήδη είχαμε απομείνει ζωντανοί λιγότεροι από τους μισούς – ή με μισή ζωή – αν λάβουμε υπόψη την κατάσταση μας. Συνολικά, απ’ τους 82, απομείναμε με τον Φιντέλ 12. Από την πρώτη στιγμή η ομάδα μας μειώθηκε σε 7, καθώς οι άλλοι 5 την κοπάνησαν. Αυτό ήταν ότι απέμεινε από το φιλόδοξο εκστρατευτικό σώμα του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ξαπλωμένοι στο έδαφος, χωρίς να μπορούμε να πυροβολήσουμε για να μην προδοθούμε, περιμέναμε την τελική απόφαση του Φιντέλ, ενώ από μακριά ηχούσαν οι συστοιχίες πυροβόλων του ναυτικού και οι ριπές των βομβαρδιστικών της αεροπορίας.

Ο Γκεβάρα άφησε έναν καγχασμό στη θύμηση όλων αυτών.

Γκεβάρα: Τι τύπος είναι ο Φιντέλ! Ξέρεις, εκμεταλλεύτηκε τον θόρυβο του πολυβόλου για να σηκωθεί όρθιος και να μας πει: “Ακούστε πως μας χτυπούν. Είναι τρομοκρατημένοι. Μας φοβούνται, επειδή ξέρουν ότι θα τους ξεπαστρέψουμε”. Και χωρίς άλλη κουβέντα, φορτώθηκε το τουφέκι και τον γυλιό του και μπήκε επικεφαλής του μικρού μας καραβανιού. Πηγαίναμε γραμμή για το Τουρκίνο, το πιο ψηλό και απρόσιτο βουνό της Σιέρρα Μαέστρα, όπου στήσαμε τον πρώτο μας καταυλισμό. Οι χωρικοί μας κοιτούσαν να περνάμε χωρίς ίχνος εγκαρδιότητας. Αλλά ο Φιντέλ δεν το ‘βαζε κάτω. Τους χαιρετούσε με χαμόγελο και κατόρθωνε μέσα σε ελάχιστα λεπτά να ανοίξει μια συζήτηση λίγο πολύ φιλική. Όταν αρνούνταν να μας δώσουν τρόφιμα, συνεχίζαμε αδιαμαρτύρητα την πορεία μας. Σιγά σιγά η αγροτιά διαπίστωσε ότι εμείς οι “μουσάτοι ρέμπελοι” ήμασταν το ακριβώς αντίθετο των φρουρών που μας έψαχναν. Ενώ ο στρατός του Μπατίστα ιδιοποιούνταν όλα όσα χρειαζόταν από τις παράγκες τους – ακόμα και τις γυναίκες, εννοείται – οι άντρες του Φιντέλ Κάστρο σέβονταν την ιδιοκτησία των χωρικών και πλήρωναν γενναιόδωρα ότι κατανάλωναν. Παρατηρούσαμε, όχι χωρίς έκπληξη, πως οι αγρότες τα είχαν χάσει με τη συμπεριφορά μας. Ήταν συνηθισμένοι στο φέρσιμο του στρατού του Μπατίστα. Σιγά σιγά έγιναν πραγματικοί μας φίλοι και καθώς άρχισαν οι αψιμαχίες μας με τα αποσπάσματα των κυβερνητικών στρατευμάτων, πολλοί εξέφραζαν την επιθυμία να ενωθούν μαζί μας. Όμως, εκείνες οι πρώτες μάχες προς αναζήτηση όπλων, εκείνες οι ενέδρες που άρχισαν να ανησυχούν τους φρουρούς, σήμαναν επίσης και την έναρξη του πιο άγριου κύματος τρομοκρατίας που μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε. Σε κάθε αγρότη έβλεπαν έναν εν δυνάμει αντάρτη και τον σκότωναν. Αν μάθαιναν πως είχαμε περάσει από μια συγκεκριμένη ζώνη, πυρπολούσαν τις καλύβες στις οποίες πιθανόν είχαμε φτάσει. Αν πήγαιναν σε ένα αγρόκτημα και δεν έβρισκαν άντρες – επειδή δούλευαν ή βρίσκονταν στο χωριό – φαντάζονταν ότι είχαν ενταχθεί στις γραμμές μας, που κάθε μέρα όλο και πύκνωναν, και τουφέκιζαν όλους τους υπόλοιπους. Η τρομοκρατία που άσκησε ο στρατός του Μπατίστα υπήρξε, αναμφίβολα, ο πιο αποτελεσματικός μας σύμμαχος τον πρώτο καιρό. Η πιο εύγλωττη σε αγριότητα απόδειξη για την αγροτιά πως ήταν αναγκαίο να ξεμπερδεύουν με το καθεστώς του Μπατίστα.

Ο θόρυβος της μηχανής ενός αεροπλάνου τράβηξε την προσοχή όλων.

“Αεροπλάνο!” φώναξαν πολλοί και όλος ο κόσμος βάλθηκε να τρέχει προς το εσωτερικό της Οτίλια. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκαν από τα ξηραντήρια του καφέ τα χάμουρα των ζώων και τα σακίδια και γύρω από το αγρόκτημα δεν έβλεπες τίποτα πέρα από τον ήλιο που ξάσπριζε τα δέντρα, το τσιμεντένιο δάπεδο του ξηραντήρα και το κοκκινόχωμα του δρόμου. Ένα σκούρο γκρι αεροπλανάκι παρουσιάστηκε πίσω από έναν λοφίσκο και έκανε δύο μεγάλους κύκλους πάνω από την Οτίλια, σε αρκετό ύψος, αλλά δίχως να ρίξει ούτε μια ριπή. Σύντομα εξαφανίστηκε.

Βγήκαμε όλοι από το σπίτι, σαν να ήμασταν επί ώρες εκεί κλεισμένοι. Θύμισα στον Γκεβάρα την πρόθεση μου να συναντήσω το συντομότερο δυνατόν τον Φιντέλ Κάστρο, για να ηχογραφήσω το ρεπορτάζ μου και κατόπιν να επιστρέψω στη βάση, για να προσπαθήσω να το μεταδώσω κατευθείαν στο Μπουένος Άιρες. Μέσα σε λίγα λεπτά μου βρήκε έναν οδηγό, που γνώριζε καλά την περιοχή Χιμπακόα όπου μάλλον δρούσε ο Φιντέλ, και ένα γερό λίγο πολύ μουλάρι χωρίς πάρα πολλές πληγές.

“Πρέπει να φύγετε τώρα αμέσως”, μου εξήγησε ο Γκεβάρα, “για να φτάσετε εγκαίρος στον πρώτο καταυλισμό, και αύριο το πρωί θα συνεχίσετε μέχρι το Λας Μερσέδες. Εκεί ίσως να μπορέσουν να σας πουν κατά που κινείται ο Φιντέλ. Με λίγη τύχη, σε τρεις μέρες θα τον έχετε εντοπίσει”.

Καβάλησα το μουλάρι και τους αποχαιρέτησα όλους, υποσχόμενος στο Γκεβάρα να συναντηθούμε στη Λα Μέσα έπειτα από μερικές μέρες, όταν θα επέστρεφα με το ρεπορτάζ μου. Έδωσα στον Γίμπρε μόλικα χρησιμοποιημένα φιλμ και δύο μαγνητοταινίες, για να τα φυλάξει στη βάση μετάδοσης.

Κόντευε μεσημέρι και το γουρούνι άρχισε να τηγανίζεται και πάλι, αφού πέρασε η τρομάρα του αεροπλάνου. Η οσμή λίπους, που τόσο με ανακάτωνε αρχικά, μου φάνηκε υπέροχη. Ο απίστευτα καθαρός αέρας της Σιέρρα Μαέστρα αποτελούσε ένα σπουδαίο τονωτικό για το στομάχι μου. Ο Σορί Μαρίν μου έφερε μισή ντουζίνα μπανάνες, που αυτή τη φορά – ποτέ δεν κατάφερα να μάθω γιατί – τις λέγανε μαλτένιες. Ο Γκεβάρα συνέστησε στον οδηγό μεγάλη προσοχή όταν θα πλησιάζαμε στο Λας Μίνας. “Είναι ο πρώτος συμπατριώτης μου που βλέπω εδώ και πολύ καιρό”, φώναξε γελώντας, “και θέλω να αντέξει τουλάχιστον ώσπου να στείλει το ρεπορτάζ στο Μπουένος Άιρες”. “Τσάου”, τον χαιρέτησα από μακριά.

Καμιά τριανταριά φωνές αποκρίθηκαν, γελώντας και κραυγάζοντας, θαρρείς και μόλις είχα δώσει τον πιο κωμικό χαιρετισμό που θα μπορούσα να σκεφτώ.

Πηγή: “Ο Τσε από τον Γκεβάρα”, Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Α)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra
Ο Τσε και ο Μασέτι στην Σιέρρα Μαέστρα.

Η παρακάτω συνέντευξη δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. 

Αφηγείται ο Μασέτι.

Όταν ξύπνησα ήμουν απογοητευμένος. Είχα κοιμηθεί γαλήνια ως τις πέντε και ούτε για μια στιγμή δεν άκουσα πυροβολισμούς. Η φρουρά είχε κάν ει μια σύντομη επιδρομή, αλλά επέστρεψε αμέσως στο στρατόπεδο της μαθαίνοντας ότι ο Τσε δεν βρισκόταν στην Οτίλια και πιθανώς τους ετοίμαζε κάποια ενέδρα. […]

Ο Γκεβάρα έφτασε στις έξι. Καθώς παρατηρούσα με θαυμασμό μια ομάδα νέων, που καταπιάνονταν παραδόξως με κάτι που εγώ εδώ και πολύ καιρό είχα πάψει να κάνω, δηλαδή να πλύνουν το πρόσωπο τους, άρχισαν να εμφανίζονται απο διάφορα σημεία ομάδες ιδρωμένων ανταρτών, φορτωμένων με τον ελαφρύ γυλιό τους και τον βαρύ οπλισμό τους. Οι τσέπες ήταν φουσκωμένες από σφαίρες και τα φυσεκλίκια διασταυρώνονταν στο απροστάτευτο, απο ένα πουκάμισο δίχως κουμπιά, στέρνο.

Ήταν εκείνοι που είχαν στήσει την προηγούμενη νύχτα μια ενέδρα στον στρατό του Σάντσες Μοσκέρα και επέστρεφαν κουρασμένοι, νυσταγμένοι και φλεγόμενοι ακόμα από την επιθυμία να τα βάλουν με τις μονάδες του μισητού συνταγματάρχη. Σε λίγο ήρθε και ο Ερνέστο Γκεβάρα, καβάλα σ’ ένα μουλάρι, με τα πόδια να κρέμονται και τη γυρτή ράχη να προεκτείνεται στις κάννες μιας μπερέτας και ενός τουφεκιού με τηλεσκοπικό στόχαστρο, σαν δύο κοντάρια που στήριζαν τον σκελετό του εμφανώς μεγάλου σώματος του. Όταν το μουλάρι πλησίασε, μπόρεσα να δω ότι κρεμόταν από τη μέση του μια πέτσινη φυσιγγιοθήκη γεμάτη σφαίρες και ένα πιστόλι. Από τις τσέπες του πουκαμίσου του εξείχαν δύο περιοδικά, από τον λαιμό κρεμόταν μια φωτογραφική μηχανή και από το μυτερό πιγούνι μερικές τρίχες που λαχταρούσαν να γίνουν γενειάδα. 

Κατέβηκε με όλη του την άνεση απο το μουλάρι, πατώντας το χώμα με κάτι τεράστιες και χοντροκομμένες μπότες και, καθώς με πλησίαζε, υπολόγισε ότι είχε ύψος γύρω στο ένα και εβδομήντα οκτώ και ότι το άσθμα από το οποίο υπέφερε δεν φαινόταν να του δημιουργεί το παραμικρό εμπόδιο.  Ο Σορί Μαρίν έκανε τις συστάσεις μπροστά στα μάτια είκοσι στρατιωτών που ποτέ δεν είχαν δει μαζί δύο αργεντίνους και που κάπως απογοητεύτηκαν βλέποντας ότι χαιρετηθήκαμε με αρκετή τυπικότητα.

Ο περίφημος Τσε Γκεβάρα μου φάνηκε σαν ένας συνηθισμένος νεαρός αργεντίνος της μεσαίας τάξης, καθώς επίσης και σαν μια ξανανιωμένη καρικατούρα του Καντίφλας (σ.σ: μεξικανός κωμικός). Με κάλεσε να προγευματίσουμε μαζί και αρχίσαμε να τρώμε χωρίς σχεδόν να μιλάμε. Οι πρώτες ερωτήσεις ήταν, λογικά, απο εκείνον. Και, λογικά επίσης, αφορούσαν την πολιτική κατάσταση της Αργεντινής.

Οι απαντήσεις μου φάνηκε να τον ικανοποιούν και, αφού κουβεντιάσαμε για λίγο, διαπιστώσαμε ότι συμφωνούσαμε σε πολλά και πως τελικά δεν ήμασταν δύο επικίνδυνα υποκείμενα. Σύντομα κουβεντιάζαμε δίχως πολλές επιφυλάξεις – διατηρούσαμε βέβαια μερικές, σαν καλοί αργεντίνοι της ίδιας γενιάς – και αρχίσαμε να μιλάμε στον ενικό.

Ένα χωριατόπαιδο, που είχε στήσει αφτί, έκανε το Γκεβάρα να πετάξει ένα χιουμοριστικό σχόλιο για το πόσο αστείο έβρισκαν οι κουβανοί τον τρόπο της ομιλίας μας, και τα αμοιβαία γέλια μας μας ένωσαν, αμέσως σχεδόν, σε ένα διάλογο λιγόγερο συγκρατημένο. Τότε του εξήγησα τους λόγους του ταξιδιού μου στην Σιέρρα Μαέστρα. Την επιθυμία μου να ξεκαθαρίσω, πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μου, το τι είδους επανάσταση ήταν αυτή που διαδραματίζονταν στην Κούβα εδώ και 17 μήνες – πως ήταν δυνατόν να αντέχουν για τόσο διάστημα χωρίς τη στήριξη κάποιου ξένου κράτους – γιατί ο λαός της Κούβας δεν κατάφερνε να ρίξει το Μπατίστα αν πραγματικά ήταν με τους επαναστάτες και δεκάδες ακόμα ερωτήσεις, πολλές από τις οποίες είχαν ήδη βρει, κατά την άποψη μου, απάντηση μετά το ταξίδι στην Οτίλια: έχοντας βιώσει τον τρόπο των πόλεων και το τουφεκίδι των βουνών, έχοντας δει άοπλους αντάρτες να συμμετέχουν σε ενέδρες αυτοκτονίας για να αρπάξουν ένα όπλο με το οποίο να πολεμήσουν πραγματικά , έχοντας ακούσει τους αναλφάβητους χωρικούς να εξηγούν, ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά σαφέστατα, γιατί αγωνίζονταν, έχοντας διαπιστώσει πια ότι δεν βρισκόμουν ανάμεσα σε έναν στρατό φανατικών, που θα ανεχόταν την οποιαδήποτε συμπεριφορά των ηγετών του, αλλά ανάμεσα σε μια ομάδα αντρών με επίγνωση ότι το όποιο ξεστράτισμα από την έντιμη γραμμή, που τόσο τους έκανε περήφανους, θα σήμαινε το τέλος των πάντων και νέα ανταρσία.

Εγώ όμως, παρ’ όλα αυτά, διατηρούσα τις αμφιβολίες μου. Αρνιόμουν να αφήσω να με παρασύρει εντελώς η συμπάθειά μου προς τους αγωνιζόμενους χωρικούς, πριν διερευνήσω εξονυχιστικά τις ιδέες εκείνων που τους καθοδηγούσαν. Αρνιόμουν να δεχθώ μια για πάντα ότι κανένα αμερικάνικο κονσόρτσιουμ δεν επιχειρούσε να γίνει όψιμος υποστηρικτής του Φιντέλ Κάστρο, παρά το ότι, τα αεριωθούμενα που η βορειοαμερικανική αεροναυτική αποστολή είχε χορηγήσει στον Μπατίστα, είχαν βομβαρδίσει πολλές φορές το μέρος όπου βρισκόμουν. Η πρώτη μου συγκεκριμένη ερώτηση στον Γκεβάρα, στον νεαρό αργεντίνο γιατρό, τον ηρωϊκό κομαντάντε και επικεφαλής μιας επανάστασης, που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πατρίδα του, ήταν:

(Ξεκινά η συνέντευξη με τον Τσε)

Ερώτηση: Γιατί βρίσκεσαι εδώ;

(εκείνος είχε ανάψει την πίπα του και γω το τσγάρι μου και καθίσαμε αναπαυτικά, για μια συζήτηση που ξέραμε πως θα διαρκούσε. Με τον ήρεμο τόνο του, που οι κουβανοί θεωρούσαν αργεντίνικο και εγώ θα τον περιέγραφα ως ένα μείγμα κουβανέζικου και μεξικάνικου, μου απάντησε…)

Γκεβάρα: Βρίσκομαι εδώ απλώς και μόνον επειδή θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί η Αμερική από δικτάτορες είναι ανατρέποντας τους. Βοηθώντας την πτώση τους με κάθε τρόπο. Και, όσο πιο άμεσος είναι, τόσο καλύτερα

Ερώτηση: Και δεν φοβάσαι μήπως η παρέμβαση σου στα εσωτερικά ζητήματα μιας χώρας που δεν είναι η πατρίδα σου θεωρηθεί εισβολή;

Γκεβάρα: Κατ’ αρχήν, εγώ θεωρώ πατρίδα μου όχι μόνο την Αργεντινή, αλλά ολόκληρη την Αμερική. Έχω προγόνους τόσο ένδοξους όσο ο Χοσέ Μαρτί και είναι στη χώρα του ακριβώς που υπακούω στα κελεύσματα του. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί να την αποκαλέσουν εισβολή όταν συμμετέχω προσωπικά, δίνομαι ολοκληρωτικά, προσφέρω το αίμα μου για μια υπόθεση που θεωρώ δίκαιη και παλλαϊκή, βοηθώντας ένα λαό να απαλλαγεί από μια τυραννία η οποία αποδέχεται την εισβολή μιας ξένης δύναμης που τη βοηθάει με όπλα, με αεροπλάνα, με χρήματα και με ειδικούς εκπαιδευτές. Καμιά χώρα ως τώρα δεν κατήγγειλε την αμερικανική επέμβαση στις κουβανικές υποθέσεις και καμιά εφημερίδα δεν κατηγορεί τους Γιάνκηδες ότι βοηθούν τον Μπατίστα να σφάξει τον ίδιο το λαό του. Όμως πολλοί ασχολούνται μ’ εμένα. Εγώ είμαι ο ξένος που, παρεμβαίνοντας από τα έξω, βοηθάει τους αντάρτες με τη σάρκα του και το αίμα του. Εκείνοι που προμηθεύουν τα όπλα πυροδοτώντας έναν πόλεμο στο εσωτερικό της χώρας δεν παρεμβαίνουν. Ενώ εγώ…

Ο Γκεβάρα επωφελήθηκε από την παύση για να ανάψει τη σβησμένη πίπα του. Όλα όσα είχε πει έβγαιναν απο κάτι χείλια που έμοιαζαν να χαμογελούν αδιάκοπα χωρίς την παραμικρή έμφαση, με τρόπο εντελώς απρόσωπο. Αντίθετα, εγώ ήμουν απόλυτα σοβαρός. Ήξερα πως είχα ακόμα πολλές ερωτήσεις να του υποβάλω, που τις έβρισκα ήδη γελοίες.

– Και τι γίνεται με τον κομμουνισμό του Φιντέλ Κάστρο;

Τώρα το χαμόγελο διαγράφτηκε καθαρά. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά στην πίπα του, που γουργούρισε, και μου αποκρίθηκε στον ίδιο ατάραχο τόνο με πριν:

Γκεβάρα: Ο Φιντέλ δεν είναι κομμουνιστής*. Αν ήταν, θα είχε τουλάχιστον περισσότερα όπλα. Αλλά αυτή η επανάσταση είναι αποκλειστικά κουβανέζικη. Ή, πιο σωστά, λατινοαμερικάνικη. Πολιτικά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον Φιντέλ και το κίνημα του ως “επαναστατικό πατριωτισμό”. Εννοείται πως είναι αντιαμερικάνικο, στο βαθμό που οι βορειοαμερικάνοι είναι αντεπαναστάτες. Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν διακηρύσσουμε και ούτε κάνουμε παντιέρα μας κάποιον προσηλυτιστικό αντιαμερικανισμό. Είμαστε εναντίον των ΗΠΑ – επανέλαβε με έμφαση για να το ξεκαθαρίσει εντελώς – επειδή η Βόρειος Αμερική είναι εναντίον των λαών μας.

Masetti with fidel castro sierra maestra
Ο Χ.Μασέτι (αριστερά) με τον Φιντέλ στην Σιέρρα Μαέστρα.

(* Σημείωση Guevaristas: Βρισκόμαστε στο 1958. Τόσο ο Φιντέλ όσο και ευρύτερα το Κίνημα της 26ης Ιούλη δεν έχουν δώσει ξεκάθαρα δείγματα κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Τσε είχε έρθει σε επαφή με κομμουνιστές ήδη από την εποχή που βρισκόταν στη Γουατεμάλα – και γι’ αυτό είχε επικυρηχθεί ως «κομμουνιστής» απ’ το καθεστώς Μπατίστα μαζί με ορισμένους άλλους συντρόφους του κουβανέζικου αντάρτικου.  Ο Φιντέλ Κάστρο έχει διηγηθεί ο ίδιος πως έγινε κομμουνιστής. Η απάντηση επομένως του Γκεβάρα στην ερώτηση που του έθεσε ο Μασέτι μπορεί να θεωρηθεί και ως προσπάθεια να προβάλει περισσότερο τα αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του αντάρτικου κινήματος, με σκοπό να ενώσει όσο το δυνατόν περισσότερους κουβανούς στην πάλη ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα και των αμερικανών υποστηρικτών του).

Γκεβάρα: Ο βασικός στόχος αυτής της ανοησίας είμαι εγώ – συνέχισε λέγοντας ο Τσε. Δεν υπήρξε Γιάνκης δημοσιογράφος που να ήρθε στα βουνά και που να μην άρχισε να με ρωτάει για τη δράση μου στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γουατεμάλα – θεωρώντας δεδομένο ότι συμμετείχα στο κομμουνιστικό κόμμα εκείνης της χώρας – απλώς και μόνον επειδή υπήρξα, αλλά και είμαι ένας ειλικρινής θαυμαστής της δημοκρατικής διακυβέρνησης του συνταγματάρχη Γιακόμπο Άρμπενς.

– Ανέλαβες κάποιο αξίωμα σε εκείνη την κυβέρνηση;

Γκεβάρα: Όχι, ποτέ, συνέχιζε να μιλάει ήρεμα, χωρίς να βγάζει την πίπα απ’ το στόμα. Αλλά, όταν σημειώθηκε η βορειοαμερικάνικη εισβολή, προσπάθησα να δημιουργήσω μια ομάδα από νέους σαν εμένα, για να αντιμετωπίσουμε τους υψηλόμισθους υπαλλήλους των μεγάλων φρουτέμπορων. Στη Γουατεμάλα ήταν αναγκαίο να συγκρουστούμε, και σχεδόν κανείς δεν συγκρούστηκε. Ήταν αναγκαίο να αντισταθούμε, και σχεδόν κανείς δεν το έκανε.

Εγώ συνέχισα να τον ακούω χωρίς να κάνω ερωτήσεις. Δεν υπήρχε λόγος, άλλωστε.

Γκεβάρα: Από εκεί το έσκασα για το Μεξικό, όταν πλέον οι πράκτορες του FBI άρχισαν να συλλαμβάνουν και να δολοφονούν απροκάλυπτα όλους όσους θεωρούσαν επικίνδυνους για την κυβέρνηση της United Fruit. Στη γη των Αζτέκων ξαναβρέθηκα με κάποιους του κινήματος της 26ης Ιουλίου που είχα γνωρίσει στη Γουατεμάλα, και γίναμε φίλοι με τον Ραούλ Κάστρο, τον μικρότερο αδελφό του Φιντέλ. Εκείνος με παρουσίασε στον αρχηγό του Κινήματος, όταν ήδη σχεδίαζαν την εκστρατεία στην Κούβα.

Καθώς η πίπα του είχε σβήσει, έκανε μια παύση για να ανάψει ένα τσιγάρο και πρόσφερε και σ’εμένα. Για να δείξω πως υπήρχα πίσω απ’ την πυκνή κουρτίνα του καπνού, τον ρώτησα πως είχε ενταχθεί στο κουβανέζικο αντάρτικο.

Πηγή: «Ο Τσε από τον Γκεβάρα», Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται: «Όταν συνάντησα τον Τσε στην Κούβα»

mikis theodorakis - che guevaraΟ Μίκης Θεοδωράκης επισκέπτηκε την Κούβα τρία χρόνια μετά την Επανάσταση, το 1962. Ως προσωπικότητα της ελληνικής αριστεράς εκείνης της εποχής, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης βρέθηκε στην Κούβα συμμετέχοντας σε αποστολή της τότε ΕΔΑ στο νησί της Επανάστασης. Παρακάτω δημοσιεύονται αποσπάσματα αφηγήσεων του Μ.Θεοδωράκη για την επίσκεψη του στην Κούβα και – ιδιαιτέρως – την συνάντηση που είχε με τον Τσε, που την περίοδο εκείνη ήταν υπουργός βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης.

«Αυτή ήταν μια πρώτη επίσκεψη που έγινε τότε επίσημα στην Κούβα. Πάρα πολύ μεγάλο ταξίδι, με ελικοφόρα. Ήταν μια προσπάθεια των Κουβανέζων να καλέσουν αντιπροσωπείες από όλο τον κόσμο, προκειμένου να απαντήσουν στις κατηγορίες και τις συκοφαντίες των διαφόρων γραφείων των ιμπεριαλιστών, που μιλούσαν για σφαγείς και λοιπά, τα γνωστά.

Βρήκαμε μια περίεργη κατάσταση, γιατί όλος ο κόσμος ήταν ένοπλος, όλοι φορούσαν χακί στολές, είχαν όλοι μπαρμπούτος και οι γυναίκες ήταν ένοπλες, παράλληλα όμως υπήρχε και μια πανηγυρική ατμόσφαιρα. Δηλαδή όλος ο κόσμος χόρευε, μιλούσε, πανηγύριζε. Γιόρταζαν συνέχεια αυτοί, ήταν μια γιορτή της επανάστασης συνεχής.

Πήγαμε εκεί, όπου μας έβαλαν σε ένα αμερικάνικο ξενοδοχείο – είχαν επιτάξει όλα τα ξενοδοχεία. Εκείνο που μας έκανε εντύπωση ήταν ότι στα πρώτα πατώματα, στα πρώτα τριάντα πατώματα έμεναν παιδιά. Είχαν πάρει τα παιδιά από τα χωριά, όπου δεν είχαν σπίτια να μείνουν, για να τα προφυλάξουν, να ζουν σε καλύτερες συνθήκες. Αυτά τα παιδιά τα έβαζαν σε δωμάτια, πήγαιναν σε σχολεία όλα μαζί, ήταν καθαρά… Και ήθελα να τονίσω ότι αυτά τα παιδιά, που μεγάλωσαν και σπούδασαν, σήμερα είναι η νέα τάξη της Κούβας. Γι’ αυτό είναι τόσο δυνατός ο Κάστρο, δε θα φύγει ποτέ, διότι πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά, τα οποία δημιουργήθηκαν από το τίποτα.

Αρχίσαμε να κάνουμε αυτές τις επισκέψεις, να βλέπουμε την σύγχρονη Κούβα. Πήγαμε και στα υπουργεία, εγώ και ο Σακελλάρης, ένας βουλευτής της ΕΔΑ. Η ΕΔΑ πήρε εμένα ως προσωπικότητα, για να είμαι λίγο πιο γνωστός. Φυσικά δεν ήμουν εκεί γνωστός, αλλά, τέλος πάντων, είχαν την καλοσύνη να διαλέξουν εμένα. Τον Σακελλάρη τον ενδιέφερε να δει τα οικονομικά της επανάστασης. Σου λέει “Σε λίγο η ΕΔΑ θα είναι κυβέρνηση στην Ελλάδα, να δούμε πως πάνε τα οικονομικά εδώ”. Ο Κάστρο και οι άλλοι δέχονταν κάθε τόσο τους ξένους. Είδαμε και τον γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος… αυτοί εν τω μεταξύ είχαν ξεφτιλιστεί, διότι, λίγο πριν πέσει ο Μπατίστα, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν εναντίον του Κάστρο.

Πήγαμε λοιπόν στο “Αβάνα Λίμπρε”, το πρώην “Χίλτον”, το οποίο ονόμασαν “Αβάνα Λίμπρε”, “Ελεύθερη Αβάνα”, και μας είπαν ότι στην ταράτσα επάνω, που έπαιζε και μια ορχήστρα, θα μας δεχόταν η ηγεσία των επαναστατών. Καθίσαμε σε κάτι τραπέζια και μετά ήρθαν οι διερμηνείς. Κάναμε τις συστάσεις, ήταν ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα και ο πρόεδρος της Κούβας, ο μόνος που δεν είχε γένια. Άρχισε να ρωτάει για την Ελλάδα, ήξεραν για την Ελλάδα, πολλοί όμως δεν ήξεραν καν που βρίσκεται».

Και ο Τσε;

«Ε, βέβαια. Ο Τσε ήταν γιατρός, από την Αργεντινή. Την αρχαία Ελλάδα βέβαια την γνώριζαν, λίγα πράγματα όμως ήξεραν για την σύγχρονη Ελλάδα. Εκεί λοιπόν που τελείωνε η συνάντησή μας, άρχισε η ορχήστρα να παίζει το “Lune de miel”. Το “Honeymoon song” ήταν το εθνικό τους τραγούδι. Μου είπαν μάλιστα ότι το έχουν γράψει και σε μια στήλη εκεί ότι ο ραδιοφωνικός τους σταθμός ξεκίνησε με το τραγούδι αυτό, το οποίο θεωρούσαν ότι είναι μεξικάνικο. Κάποιος έξυπνος Μεξικάνος εκεί έβαλε το όνομά του από κάτω. Το τραγουδούσε ένας Μεξικάνος τραγουδιστής τον οποίο λάτρευε όλοι η Νότια Αμερική, ήταν ο Καζαντζίδης, ας πούμε της Νότιας Αμερικής. Φυσικά και στην Κούβα, λόγω αυτής της διασκευής του τραγουδιού, και του τραγουδιστή, το τραγούδι ήταν στα χείλη όλων των Κουβανέζων. Λέει λοιπόν ο διερμηνέας, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, στον Κάστρο: “Με την ευκαιρία, να σας πω ότι αυτό το τραγούδι είναι δημιουργία του κύριου εδώ”. “Πού πάτε;” λέει ο Κάστρο κατενθουσιασμένος. “Είναι δυνατόν; Γράφει τέτοια πράγματα;” Δε με άφηναν να φύγω. Και ο Τσε Γκεβάρα ετοιμαζόταν να πάει στη Σιέρα Μαέστρα για περιοδεία. “Θα σε πάρω μαζί μου αύριο”, μου λέει. “Έχει ωραίο κλίμα και άφθονο οξυγόνο εκεί που πηγαίνω”».

Πως ήταν ο Τσε Γκεβάρα, λοιπόν; Γιατί ήταν τόσο μεγάλος μύθος; Έπρεπε να είναι τόσο μεγάλος μύθος;

«Αυτά τα πράγματα και τους μύθους δεν τα διαπιστώνεις με μια συνάντηση. Εμείς κάναμε απλές συζητήσεις με ένα διερμηνέα που δεν ήξερε και πάρα πολύ καλά τα ισπανικά. Εκείνο το καλαμπούρι που έκανα μαζί του είναι ότι παντού έλεγε “Μουέρτε ο λιμπερτά”, ξέρεις, “Ελευθερία ή θάνατος”. Μάλιστα με πήγε και σε ένα μοντέρνο σφαγείο και δεν ήθελα να μπω μέσα, και είδα την πινακίδα: “Ελευθερία ή θάνατος”. Του λέω “Εδώ, αγαπητέ σύντροφε, κοροϊδεύετε τα ζώα, εδώ μόνο ο θάνατος τα περιμένει. Τι μου λες και βάζεις το “ή” ; Είναι σκέτο “μουέρτε”, του λέω. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πήγαμε σε ένα κέντρο που είχε μουσική και χορέψαμε. Σηκώθηκε ο ίδιος επάνω και είπε στην ορχήστρα να παίξουμε το τραγούδι αυτό, ενθουσιάστηκε ο κόσμος και μετά με φώναξε πάνω και είπε “Αυτός είναι ο συνθέτης”, και χειροκρότησαν όλοι. Αγαπήθηκα πολύ στην Κούβα ως λαϊκός συνθέτης, δε γίνεται παραπάνω. Να μείνουν ήσυχοι εδώ όσοι λένε ότι είμαι καλός μουσικός και κακός πολιτικός. Αφού δοξάστηκα ως μουσικός στην Κούβα…”».

Πηγή: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 85 ΧΡΟΝΙΑ. ΆΞΙΟΣ ΕΣΤΙ – ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ, σελ 357 έως 359. Αναδημοσίευση από «Theodorakism-Θεοδωρακισμός».

Ακολουθεί ένα δεύτερο απόσπασμα, από συνέντευξη του Μ.Θεοδωράκη στην ιστοσελίδα America Latina (10 Ιούνη 2011):

«Το 1962 που πήγα στην Κούβα να δούμε τι γίνεται λίγο μετά από την Επανάσταση, ήμουν στην ταράτσα του “Κούβα Λίβρε” του παλιού “Χίλτον”. Πίναμε εκεί και κάποιοι χόρευαν. Υπήρχαν αντιπροσωπείες από διάφορες χώρες όπως η Ισπανία. Για εμάς έλεγαν “Όμηρος, Αριστοτέλης, Ακρόπολη». Τι κάνετε εδώ με ρώτησαν, θα κάτσετε πολύ ακόμη; Λέω, αύριο μεθάυριο θα φύγω λέω γιατί με πειράζει το κλίμα εδώ. Τότε άρχισε να παίζει το τραγούδι μου, το οποίο ήταν μεγάλο σουξέ. Τότε λέει ο διερμηνέας για μένα “αυτός είναι ο συνθέτης αυτού του τραγουδιού”. Πετάγονται αμέσως όλοι όρθιοι. Όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά την εκπομπή του ο σταθμός “Αβάνα Λίβρε” άρχισε με αυτό το τραγούδι. Λούνα Ντε Μιέλ. Είναι γραμμένο. Αυτοί ήταν ξερελαμένοι.

Μου λένε «κάτσε εδώ δεν θα πας πουθενά». Μου λέει ο Τσε Γκεβάρα «αύριο θα σε πάρω να πάμε μαζί στα βουνά που έχει ωραίο καιρό». Και έτσι άρχισε εκείνη η φιλία. Γνώρισα τον Τσε Γκεβάρα, ο λαός εκεί βέβαια είναι λίγο βαρύς. Έρχεται ένας χωριάτης και μου δίνει ένα τεράστιο πούρο, λέει κάπνισε. Αλλά μου άρεσε. Μετά πήγαμε στο βουνό, καθίσαμε μια εβδομάδα να δούμε τι έκανε η Επανάσταση και το βράδυ πηγαίναμε σε μέρη που χόρευαν οι νέοι. Ο Τσε έλεγε έχουμε «εδώ μέσα έχουμε τον φίλο μου που έγραψε αυτό το τραγούδι».. Αισθανόμουν σαν ήρωας, όλοι φώναζαν και χόρευαν.  Κάθε τόσο και λιγάκι άρχονταν κούτες με πούρα που έστελνε ο Τσε… χα, χα.. Ήταν πανάκριβα τότε..»

Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει μελοποιήσει ποιήμα του Τάσου Λειβαδίτη που αναφέρεται στον Τσε Γκεβάρα. Είναι «Ο Άγιος Τσε» από το έργο «Λειτουργία Νο.2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο. Το τραγούδι επανακυκλοφόρησε το 1976 υπό τον τίτλο «Στο κατώφλι των καιρών» στο δίσκο «Τα λυρικά».

Δολοφονία Τζων Φ. Κένεντι: Συκοφαντούν την Κούβα και τον Τσε, συσκοτίζουν την αλήθεια

Who killed JFK bannerΣήμερα, 22 Νοέμβρη, συμπληρώνονται 50 χρόνια απ’ τη δολοφονία του 35ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι στο Ντάλας του Τέξας. Πρόκειται για μια απ’ τις πλέον περίεργες περιπτώσεις δολοφονιών που ακόμη και σήμερα προκαλεί ερωτηματικά – Ποιός και γιατί ήθελε τον πρόεδρο νεκρό; Στα 50 χρόνια που μεσολάβησαν απ’ το περιστατικό στο Ντάλας έχουν παρουσιαστεί δεκάδες θεωρίες που επιχείρησαν να δώσουν απαντήσεις. Ως γνωστόν, η σύλληψη του Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ ως υπεύθυνου για τη δολοφονία Κένεντι δεν αρκούσε – μάλλον δε περιέπλεξε το κουβάρι της όλης υπόθεσης. Ο Όσβαλντ δολοφονήθηκε δύο μέρες αργότερα απ’ τον Τζακ Ρούμπι ο οποίος δικαιολόγησε την πράξη του ως εκδίκηση για τη δολοφονία του Κένεντι. Ο Ρούμπι πέθανε το 1967 στη φυλακή, έχοντας καταδικαστεί εις θάνατον.

Η επίσημη εκδοχή για τη δολοφονία του προέδρου Τζ.Κένεντι είναι αυτή της Επιτροπής Γουόρεν που συνέστησε ο διάδοχος του στην προεδρία, Λίντον Τζόνσον. Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής (Σεπτέμβρης 1964) ο Όσβαλντ έδρασε μόνος, όπως και ο Τζακ Ρούμπι, επομένως επρόκειτο για μεμονωμένες πράξεις που δεν αποκρύπτουν βαθύτερα αίτια η δίκτυο συνομωσίας. Αντίθετα με την Επιτροπή Γουόρεν, η Επιτροπή για τη διερεύνηση Πολιτικών Δολοφονιών της Βουλής των Αντιπροσώπων (HSCA) που μελέτησε τις δολοφονίες Κένεντι και Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γεγονός στο Ντάλας μόνο τυχαίο δεν ήταν και ότι υποκρύπτεται συνωμοσία. Η ταινία “JFK” (1992), σκηνοθεσίας του Όλιβερ Στόουν, η οποία βασίζεται σε γενικές γραμμές στο πόρισμα της HSCA, αφήνει να εννοηθεί ότι ο αντιπρόεδρος Λίντον Τζονσον ενδέχεται να αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης συνωμοσίας για να βγει απ’ τη μέση ο Κένεντι.

Οι θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί – και εναντιώνονται ουσιαστικά στην επίσημη εκδοχή της Επιτροπής Γουόρεν – είναι πολλές. Άλλες κάνουν λόγο για ενεργό ρόλο της CIA και των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, άλλες θέτουν στο στόχαστρο την οικονομική μαφία και το οργανωμένο έγκλημα της εποχής, άλλες ρίχνουν προσωπικά την ευθύνη στον ίδιο τον Λίντον Τζόνσον και άλλες σε μυστικές υπηρεσίες άλλων χωρών.

Στο παρόν άρθρο δεν θα ασχοληθούμε με το σύνολο όλων των θεωριών που έχουν δει το φως της δημοσιότητας για τη δολοφονία Κένεντι – θα ασχοληθούμε μονάχα για την ανυπόστατη κατηγορία που κύκλοι των ΗΠΑ έχουν εξαπολύσει ενάντια στην Κούβα. Πρόκειται για κατηγορία που, όχι μόνο δε βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία, αλλά προσπαθεί να συσκοτίσει το ρόλο των ενδοιμπεριαλιστικών-ενδοκαπιταλιστικών διαφορών που επικρατούσαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’60, με απώτερο σκοπό να ρίξει το φταίξιμο στην κουβανική κυβέρνηση.

Lyndon Johnson with Richard NixonΕκ των πρώτων που ανακίνησε την ανόητη αυτή σκευωρία ενάντια στην κουβανική κυβέρνηση ήταν – όλως τυχαίως – ο ίδιος ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον. Μιλώντας σε αμερικανούς δημοσιογράφους το 1968 ο Τζόνσον εξέφρασε την άποψη ότι ο Φ.Κάστρο ήθελε να εκδικηθεί τον Κένεντι για τις εκατοντάδες απόπειρες δολοφονίας που η CIA είχε σχεδιάσει ενάντια στον κουβανό επαναστάτη. Μόνο που οι απόπειρες αυτές είχαν ξεκινήσει επί προεδρίας Άιζενχάουερ, δηλαδή απ’ τον αρκετά συντηρητικότερο προκάτοχο του Κένεντι. Ο Τζόνσον ουδέποτε παρουσίασε απτά στοιχεία των κατηγοριών του ενάντια στον Φιντέλ, ενώ το πόρισμα της Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ (HSCA) αναφέρει ξεκάθαρα: “Η Επιτροπή πιστεύει, βασιζόμενη στα δεδομένα που υπάρχουν διαθέσιμα, πως η κουβανική κυβέρνηση δεν είχε συμμετοχή στη δολοφονία του προέδρου Κένεντι” (http://www.archives.gov/research/jfk/select-committee-report/part-1c.html).

Να δώσουμε όμως το λόγο στον ίδιο το Φιντέλ Κάστρο. Ακολουθούν τα λόγια του Κομαντάντε κατά τη διάρκεια συνέντευξης στις 28 Φεβρουαρίου 1988 στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο NBC (Πηγή: Castro Speech Database, Interview with Maria Shriver, Rep. Date 19880303):

Δημοσιογράφος: Υπάρχουν θεωρίες εδώ και χρόνια που λένε ότι γνωρίζατε για τα σχέδια δολοφονίας (του Κένεντι) στις αρχές του ’60, ότι θεωρήσατε τον πρόεδρο Κένεντι υπεύθυνο και πως εσείς αναμειχθήκατε στη δολοφονία του. Είχατε οποιαδήποτε σχέση με αυτό;

Φιντέλ: Δε μπορώ να απαντήσω τέτοιου είδους ερώτηση διότι αδυνατώ να δεχθώ τέτοια κατηγορία. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι το εξής. Καταρχάς, το να σχεδιάσουμε μια τέτοια πράξη ενάντια στον πρόεδρο των ΗΠΑ ήταν μια ανεύθυνη, παλαβή πράξη. Θεωρώ ότι θα ήταν εξεζητημένο να πιστεύετε πως ένας υπεύθυνος ηγέτης, ένας επαναστάτης που έχει συναίσθηση των ευθυνών του, θα επέλεγε μια τέτοια πράξη τρέλας, διότι για πολιτική τρέλα πρόκειται. Δεν είναι απλά μια ερώτηση με ηθικούς υπαινιγμούς. Είναι μια ερώτηση με σοβαρούς πολιτικούς υπαινιγμούς. Ο ηγέτης μιας μικρής χώρας ο οποίος θα σχεδίαζε τη δολοφονία του προέδρου των ΗΠΑ θα φέρονταν ανεύθυνα. Και δε μπορεί να λεχθεί πως οι ηγέτες της κουβανικής επανάστασης έχουν δράσει έτσι, ανεύθυνα. Είναι σταθεροί, γεναίοι, αποφασισμένοι αλλά ποτέ ανεύθυνοι.

Δεύτερον, την ημέρα που δολοφονήθηκε ο Κένεντι βρισκόμουν σε συνάντηση με απεσταλμένο του ίδιου του Κένεντι. Ήταν ένας γάλλος δημοσιογράφος (Ζαν Ντανιέλ), ο οποίος είχε μιλήσει εκτενώς μαζί του. Αυτό ήταν μήνες μετά την κρίση των πυραύλων. Ο Κένεντι ένιωθε ακόμη την αίσθηση του τεράστιου κινδύνου που είχε αντιμετωπίσει εκείνες τις ημέρες. Ο ίδιος ήθελε να βρίσκεται σε επαφή μαζί μου. Μου είχε αποστείλει μήνυμα με τον εν λόγω δημοσιογράφο. Το ίδιο απόγευμα πήγαμε μαζί (με τον Ζαν Ντανιέλ) στο Βαραδέρο, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας. Μου εξιστορούσε ότι του είχε πει ο Κένεντι μέχρι που ακούσαμε την είδηση στο ράδιο ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δολοφονήθηκε.

Συνεχίζει ο Φιντέλ Κάστρο αναφερόμενος στις ανυπόστατες φήμες και θεωρίες που ήθελαν τον Λι Χάρβει Όσβαλντ να είχε έρθει σε… επαφή με την Αβάνα πρωτού δολοφονήσει τον πρόεδρο:

Fidel Castro face pic 2Φιντέλ: Όταν ήρθε στην επιφάνεια το όνομα του Όσβαλντ, κάποιος μετέδωσε ότι ένας άνθρωπος με το ίδιο όνομα είχε επιχειρήσει να επισκεπτεί την Κούβα και πως είχε ζητήσει visa στην πρεσβεία μας στο Μεξικό. Επρόκειτο για διαδικασία ρουτίνας. Ποτέ δεν έμαθα κάτι τέτοιο. Αρνιόμασταν όλες αυτές τις αιτήσεις για visa επειδή είμασταν καχύποπτοι. Ήταν ένας αμερικανός που ζητούσε να έρθει στη χώρα μας. Για ποιό λόγο ερχόταν; […] Προσπάθησαν να μας εμπλέξουν.

Στη βιογραφία του Τσε Γκεβάρα (Che Guevara: A Revolutionary Life) ο αμερικανός δημοσιογράφος Τζον Λι Άντερσον αναφέρει στις σημειώσεις του βιβλίου: “Το Νοέμβρη του 1962, ο Λεόνωφ (σ.σ: Νικολάι Λεόνωφ, σοβιετικός διπλωμάτης, πράκτορας της KGB) ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Λι Χάρβει Όσβαλντ ο οποίος είχε βρεθεί στην σοβιετική πρεσβεία του Μεξικό και ζητούσε να μιλήσει με κάποιον αξιωματούχο. Ο Λεόνωφ που πήγε να μιλήσει μαζί του, είδε ότι ο Όσβαλντ ήταν οπλισμένος και έδειχνε ιδιαίτερα ανήσυχος και ζήτησε απ’ το προσωπικό ασφαλείας της πρεσβείας να τον απομακρύνει απ’ την είσοδο της πρεσβείας. Ο Λεόνωφ θυμάται ότι ένιωσε έκπληκτος όταν είδε αργότερα πως ο “ψυχωτικός και επικίνδυνος” αυτός άντρας που είχε έρθει στην πρεσβεία συνελλήφθη στο Ντάλας με την κατηγορία της δολοφονίας του αμερικανού προέδρου. Μιλώντας για τις διάφορες θεωρίες περί της δολοφονίας του Κένεντι ο Λεόνωφ απέρριψε την φήμη ότι ο Όσβαλντ πιθανώς να είχε δράσει κάτω απο οδηγίες της KGB. Είπε ότι, υποθετικά, ακόμη κι’ αν η KGB ήθελε να δολοφονήσει τον Κένεντι δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ κάποιον τόσο ψυχωτικά ασταθή και ανεξέλεγκτο άνθρωπο να κάνει τη δουλειά” (Κεφάλαιο 26, σημειώσεις σελ. 739).

Συνεχίζει, λοιπόν, ο Φιντέλ αναφερόμενος στην θέση της κουβανικής κυβέρνησης αναφορικά με τις πολιτικές δολοφονίες:

Φιντέλ: Πιστεύω πως δε μπορεί να υπάρξει κανένας λογικός, σοβαρός άνθρωπος στις ΗΠΑ που να πιστεύει πως η Κούβα είχε οποιαδήποτε σχέση με το θάνατο του Κένεντι. Ούτε καν ο Μπατίστα. Εμείς είμασταν εχθροί του Μπατίστα. Θα μπορούσαμε να τον είχαμε σκοτώσει. […] Ουδέποτε πιστέψαμε ότι ο θάνατος ενός ανθρώπου θα άλλαζε την κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, είχαμε το σθένος να επιτεθούμε στο στρατόπεδο Μονκάδα με 160 άντρες, να ξεκινήσουμε έναν πόλεμο. Θα μπορούσαμε να είχαμε στήσει ενέδρα στο Μπατίστα και να το δολοφονήσουμε. Δεν υπάρχει ούτε μια ένδειξη στην όλη ιστορία της Επανάστασης ότι το Κίνημα της 26ης Ιούλη, το οποίο εμείς οργανώσαμε και ηγηθήκαμε, είχε σχεδιάσει να δολοφονήσει το Μπατίστα. Αν και ο ίδιος ο Μπατίστα είχε σκοτώσει χιλιάδες συντρόφων μας. 

Γιατί τα αναφέρει αυτά ο Φιντέλ; Για το λόγο ότι, συν τοις άλλοις, η ίδια η ιδεολογικο-πολιτική κουλτούρα της Επανάστασης ήταν αντίθετη με πολιτικές δολοφονίες προσώπων. Και αυτό διότι στο στόχαστρο των κουβανών επαναστατών ήταν πάντοτε τα καθεστώτα, η άρχουσα τάξη και οι πολιτικές που ασκούνταν υπέρ αυτής και ενάντια στο λαό. Αντίθετα, ήταν η κυβερνήσεις των ΗΠΑ και οι μυστικές υπηρεσίες της υπερδύναμης (CIA, NSA) που – αποδεδειγμένα – οργάνωσαν εκατοντάδες ανεπιτυχείς προσπάθειες δολοφονίας του ίδιου του Φιντέλ. Προσπάθειες που όπως ο ίδιος ο Κάστρο λέει ξεκίνησαν απ’ τους πρώτους κιόλας μήνες της επικράτησης της Επανάστασης, επί προεδρίας Ντ.Άϊζενχάουερ, συνεχίστηκαν επί Κένεντι και αργότερα επί προεδρίας Τζόνσον και Νίξον.

Διαβάστε επίσης: 

Ανιστόρητο ρεσιτάλ συκοφαντίας απ’ τη Voice of Russia.

Voice of Russia article JFK Che 2211Ξεπερνώντας κάθε όριο επιστημονικής φαντασίας αλλά κυρίως ξεδιαντροπιάς, ο ιστότοπος της “Φωνής της Ρωσίας” (Voice of Russia) δημοσίευσε στις 22 Νοέμβρη 2013, βίντεο και άρθρο που φέρει τον τίτλο: “Η δολοφονία Κένεντι: Γιατί ο Τσε σκότωσε τον Τζακ”. Πρόκειται για την πλέον άστοχη και ανόητη θεωρία συνομωσίας που έχει εξυφανθεί γύρω απ’ τη δολοφονία του Κένεντι.

Γράφει στο εισαγωγικό κείμενο η “VoR”: Το βίντεο προσφέρει μια νέα και μοναδική οπτική των συνθηκών του θανάτου του τέως προέδρου. Ίσως οι πυροβολισμοί στο Ντάλας να έβαλαν ένα τέλος στον αμείλικτο κρυφό πόλεμο ανάμεσα σε δύο απ’ τους μεγαλύτερους ήρωες του 20ου αιώνα – τον JFK και του Τσε Γκεβάρα”. Στην συνέχεια βέβαια η Voice of Russia δε δίνει ούτε μισή διασταυρωμένη πληροφορία που να στοιχειοθετεί τον δήθεν “αμείλικτο κρυφό πόλεμο” ανάμεσα στον Κένεντι και στον Τσε. Ακόμη χειρότερα, το πόνημα της “VoR” αφήνει να εννοηθεί ότι υπήρχε…προσωπική κόντρα ανάμεσα σε δύο άντρες που ουδέποτε συναντήθηκαν. Έτσι, η αντι-ιμπεριαλιστική πάλη που αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της σκέψης και δράσης του Τσε Γκεβάρα μεταφέρεται με αυθαίρετο τρόπο σε, ούτε λίγο ούτε πολύ, προσωπικού τύπου διαφορές.

Πως επιχειρεί η Voice of Russia να στοιχειοθετήσει την συκοφαντία ενάντια στον Τσε; Κινείται σε δύο άξονες: Πρώτον, αναφέρει το επιχείρημα ότι ο Τσε Γκεβάρα χρειάζονταν την εικόνα μιας Αμερικής που να μοιάζει σαν ιμπεριαλιστικό αρπαχτικό και κανίβαλος” – επομένως για να υπάρξει ένας διεθνοποιημένος αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας («Δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ») έπρεπε στο τιμόνι των ΗΠΑ να υπάρχει μια πολεμοχαρής κυβέρνηση. Πρόκειται περί προφανέστατης ανοησίας, μιάς και η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ουδέποτε καθορίστηκε απ’ το πρόσωπο που βρισκόταν στην προεδρία, αλλά από τα ίδια τα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων. Ο αμερικανικός Ιμπεριαλισμός υπήρχε και πριν τον Κένεντι, υπήρχε και κατά τη διάρκεια της προεδρίας του και ασφαλώς συνεχίστηκε και μετά. Ο Τζ. Κένεντι ήταν ο πρόεδρος που ξεκίνησε τον πόλεμο στο Βιετνάμ και ήταν ο ίδιος που έθεσε σε λειτουργία τον απάνθρωπο οικονομικό αποκλεισμό της Κούβας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όταν μάλιστα εκλέχθηκε πανηγυρικά ο JFK το Γενάρη του 1961, σε σχετική του ομιλία ο Τσε ευχήθηκε – μάταια όπως αποδείχθηκε στο σύντομο διάστημα που ακολούθησε – ο νέος πρόεδρος να είναι λιγότερο επιρρεπής στην επιρροή των μονοπωλίων απ’ ότι ο προκάτοχος του.

Ο συντάκτης της Voice of Russia – ταυτιζόμενος πλήρως με την αντικομμουνιστική, αντιγκεβαρική θέση των εξόριστων αμερικανοκουβανών της Φλόριντα – επιχειρεί να εμφανίσει τον Τσε Γκεβάρα ως πολεμοχαρή άντρα που μισούσε θανάσιμα τον αμερικανικό λαό. Δεν υπάρχει ούτε ένας λόγος, ούτε μια λέξη του Τσε ή μαρτυρία τρίτου, σε καμία απ’ τις έγκυρες διαθέσιμες πηγές, που να αποδεικνύει ότι ο Γκεβάρα μισούσε – γενικά και αόριστα – τον αμερικανικό λαό. Πρόκειται για ανιστόρητο επιχείρημα. Μισούσε ασφαλώς τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, την πολιτική υπέρ των μονοπωλίων, την προσπάθεια των ΗΠΑ να εκμεταλλευτούν τους λαούς της λατινικής Αμερικής. Παρ’ όλα αυτά, σε πλήρη αντιδιαστολή με όσα ισχυρίζεται η Voice of Russia, ο ίδιος ο Τσε έτεινε χείρα φιλίας προς τον Κένεντι, ζητώντας να σταματήσει η ιμπεριαλιστική τρομοκρατία ενάντια στην σοσιαλιστική Κούβα.

Richard-Goodwin with JFKΟ Γκεβάρα συνάντησε τον Richard Goodwin (βοηθό και λογογράφο του JFK) το 1961 στην Πούντα ντελ Έστε, στην Ουρουγουάη τον Αύγουστο του 1961, στο περιθώριο της Παναμερικανικής Συνόδου. Δεκαετίες αργότερα, το 2002, ο Goodwin θα διηγηθεί στην εφημερίδα «The Boston Globe» πως ο Τσε του μίλησε για την κουβανική κυβέρνηση και πρότεινε πως οι δύο χώρες θα μπορούσαν να έρθουν σε έναν προσωρινό συμβιβασμό («modus vivendi»). Όταν ο Goodwin μετέφερε την πρόταση του Γκεβάρα στον Κένεντι – μαζί με ένα πακέτο κουβανικά πούρα – ο πρόεδρος απέρριψε κάθε πιθανότητα τέτοιας συμφωνίας. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Goodwin, ο Κένεντι αστειεύτηκε λέγοντας πως θα έπρεπε εκείνος, πριν τον πρόεδρο, να επιχειρήσει να ανάψει ένα πούρο για λόγους ασφαλείας (αναφέρονταν σε παλαιότερη προσπάθεια της CIA να δολοφονήσει τον Κάστρο με… πούρα που ανατινάσονταν). Ήταν λοιπόν η πλευρά των ΗΠΑ που, όντας ταπεινωμένη απ’ την αποτυχημένη επιχείρηση της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, απέρριψε οποιαδήποτε εξομάλυνση των σχέσεων της με την Αβάνα. 

Link: Το αποχαρακτηρισμένο απόρρητο ενημερωτικό έγγραφο του Goodwin προς τον Κένεντι για την συνάντηση.

Το Δεύτερο επιχείρημα του άρθρου της Voice of Russia είναι τόσο κωμικό που δεν αξίζει οποιουδήποτε σοβαρού σχολιασμού. Ο συντάκτης του κειμένου αναφέρει ότι ο Τσε Γκεβάρα…μισούσε τον Κένεντι εξαιτίας της πολιτικής θέσης του δεύτερου(!) αλλά και της…συζύγου του, Τζάκι (!!!). Αφού αναφέρει ότι το “προσωπικό μίσος” έπαιζε βασικό ρόλο στην πολιτική συμπεριφορά του Τσε – πράγμα εντελώς ανυπόστατο και βλακώδες, μιας και ο Τσε ουδέποτε προέβαλε κανένα “προσωπικό μίσος” αλλά την ανάγκη ΤΑΞΙΚΟΥ μίσους – η “VoR” μας “ενημερώνει” ότι: “ο Κένεντι έγινε πρόεδρος, την στιγμή που ο Γκεβάρα στην πραγματικότητα παρέμεινε ένα τίποτα (!!!). Τελικά, και οι δύο παντρεύτηκαν, αλλά ο Τσε ήθελε την Ζακλίν Κένεντι (!!!). Σύμφωνα με τον Τσε, μισούσε όλους τους αμερικανούς, αλλά η Τζάκυ ήταν η μοναδική εξαίρεση. Είπε πως θα ήθελε να την συναντήσει αλλά ξεκάθαρα όχι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων”. 

Με κόκκινο οι απίστευτες, σκανδαλοθηρικού τύπου, ανοησίες του άρθρου της Voice of Russia.
Με κόκκινο οι απίστευτες, σκανδαλοθηρικού τύπου, ανοησίες του άρθρου της Voice of Russia.

Ασφαλώς κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά, από καμία έγκυρη πηγή, εκτός απ’ τη νοσηρή φαντασία του συντάκτη της Voice of Russia. Στις συνειδήσεις της εργατικής τάξης, των σύγχρονων προλετάριων σε όλο τον κόσμο, ακόμη και στις ΗΠΑ, ο Τσε συνεχίζει να αποτελεί κορυφαίο σύμβολο πάλης ενάντια στα καρκινώματα του Καπιταλισμού και του Ιμπεριαλισμού. Αντιθέτως, ο πρόεδρος Κένεντι – παρά τις προσπάθειες πολιτικής αγιοποίησης του μετά θάνατον – θα μείνει στην ιστορία ως ένας άνθρωπος που, όσο βρέθηκε στην εξουσία και ασχέτως των καλών ή κακών του προθέσεων, υπηρέτησε πιστά το ίδιο το σύστημα που τον ανέδειξε, ξεκινώντας επιθετικούς πολέμους ανυπολόγιστου κόστους, όντας γνήσιος πολιτικός εκπρόσωπος των μονοπωλιακών συμφερόντων που όριζαν και ορίζουν τις τύχες των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Ερώτημα 1:

Είχαν να κερδίσουν κάτι η κουβανική κυβέρνηση, ο Φιντέλ Κάστρο η ο Τσε Γκεβάρα απ’ τη δολοφονία του Κένεντι;

Απάντηση:

Τίποτε απολύτως. Τουναντίον μάλιστα, η δολοφονία Κένεντι συνέβη ακριβώς σε μια χρονική περίοδο όπου είχε ανοίξει δίαυλος επικοινωνίας Ουάσινγκτον-Αβάνας, έπειτα απ’ την Κρίση των Πυραύλων το 1962. Αυτό επιβεβαιώνει όχι μόνο ο ίδιος ο Κάστρο, αλλά και ο δημοσιογράφος που έπαιζε το ρόλο του αγγελιοφόρου μεταξύ των δύο ηγετών, ο Ζακ Ντανιέλ. Γράφει σχετικά στο βιβλίο του ο Simon Reid-Henry: Την περίοδο εκείνη ο Φιντέλ – όπως και ο Χρουστσώφ – είχε περισσότερα να χάσει παρά να κερδίσει απ’ τη δολοφονία του Κένεντι και σε δημόσια ομιλία του, την επομένη της δολοφονίας, αποστασιοποιήθηκε της όποιας ανάμειξης της Κούβας με το γεγονός στο Ντάλας. Μια συντηρητική, δεξιά συνωμοσία ήταν υπεύθυνη για το φόνο του Κένεντι δήλωσε. “Ποιός ευνοείται απ΄τη δολοφονία… εκτός απ’ τους χειρότερους αντιδραστικούς;”. (Fidel & Che: A revolutionary friendship, σελ. 281). 

Ερώτημα 2:

Ποιόν συνέφερε περισσότερο απ’ όλους το να φύγει απ’ το πολιτικό προσκήνιο των ΗΠΑ ο Τζων Κένεντι; 

Απάντηση:

JFK death, CIA sealΣίγουρα όχι την Κουβανική Επανάσταση. Αυτοί που οφελήθηκαν απ’ τη δολοφονία Κένεντι ήταν 1) όσοι επιθυμούσαν την ισχυροποίηση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας των ΗΠΑ (συντηρητικοί κύκλοι εντός των ΗΠΑ, πολεμικές βιομηχανίες, μονοπωλιακοί όμιλοι κλπ). 2) Κύκλοι εντός των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών δεδομένης της εκπεφρασμένης πρόθεσης του προέδρου Κένεντι να προβεί σε ξεκαθάρισμα εντός της CIA (ο Κένεντι είχε ζητήσει απ’ τον διοικητή της Υπηρεσίας Άλεν Ντάλες να παραιτηθεί αμέσως μετά το φιάσκο της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων το 1961). 3) Η κοινότητα των αντικομμουνιστών, αντικαστρικών κουβανών που είχαν αυτοεξοριστεί στις ΗΠΑ. Η μαφία των κουβανών εξόριστων είχε συνεργαστεί με την CIA τόσο στην επιχείρηση εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων όσο και στη μετέπειτα «Operation Mongoose», μια προσπάθεια εναέριας τρομοκρατίας της Κούβας με την συμμετοχή της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ. Οι αντικαστρικοί, αντεπαναστάτες κουβανοί στις ΗΠΑ ουδέποτε είδαν με καλό μάτι την προεδρία Κένεντι, ιδιαίτερα έπειτα απ’ την Κρίση των Πυραύλων. Η Επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων που ερεύνησε τη δολοφονία αναφέρει πως την 1η Οκτώβρη 1963, ενάμιση μήνα πριν την επίσκεψη του Κένεντι στο Τέξας, έλαβε χώρα σε προάστιο του Ντάλας συγκέντρωση κουβανών εξόριστων και σκληροπυρηνικών δεξιών, όπου εκφράστηκαν ιδιαίτερα σκληρές απόψεις ενάντια στον Κένεντι και την πολιτική που ακολουθούσε. 4) Όσοι ανέλαβαν στην συνέχεια υψηλές θέσεις στα κυβερνητικά αξιώματα των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του Λίντον Τζόνσον αλλά και του μετέπειτα προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον. Ο πολιτικός αναλυτής Ρότζερ Στόουν έχει αναφέρει πως ο Νίξον του είχε εκμυστηρευθεί πως ο Τζόνσον βρίσκονταν πίσω απ’ τους Όσβαλντ και Ρούμπι.

Συμπέρασμα: Απ’ όλα τα σενάρια που κυκλοφορούν και αναπαράγονται αναφορικά με τη δολοφονία του προέδρου Τζων Φ. Κένεντι στις 22 Νοέμβρη 1963, το πλέον αδύναμο, προβοκατόρικο και συκοφαντικό, από κάθε άποψη, είναι αυτό που εμπλέκει την κουβανική κυβέρνηση και τον Τσε. Το γεγονός δε ότι, 50 χρόνια μετά, επανέρχεται στο φως της επικαιρότητας από ορισμένους κύκλους είναι ενδεικτικό μιάς προσπάθειας να συκοφαντηθεί η Κούβα και να πληγεί η υστεροφημία του Γκεβάρα ως ιστορικής προσωπικότητας, αλλά και να συγκαλυφθούν οι πραγματικοί υπαίτιοι της δολοφονίας – αυτούς ίσως και να μην τους μάθουμε ποτέ.  

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, 22 Νοέμβρη 2013.

Τα άπιαστα ημερολόγια του Τσε (Μέρος ‘Α)

Αποσπάσματα από το βιβλίο-βιογραφία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ «Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστός και ως Τσε» (Κέδρος, Μετφ: Β.Κνήτου). Κεφάλαιο 62, σελ. 937-944. 

Che Guevara Bolivia Diary 1

Μεταξύ του υπόλοιπου υλικού των ανταρτών που είχε πέσει στα χέρια των διωκτών τους στο φαράγγι του Γιούρο, και πέρα από τις φετιχιστικές εμμονές των αξιωματικών και των στρατιωτών, υπήρχαν μια σειρά από τετράδια και ατζέντες που αποδείχτηκαν σημαντικά λάφυρα πολέμου για τους στρατιωτικούς, ιδιαίτερα μάλιστα δύο από αυτά: ένα κοκκινωπό σπιράλ σημειωματάριο 14,5×20 εκατοστά με τη χρονολογία “1967” γραμμένη στο εξώφυλλο και μια καφέ ατζέντα, τυπωμένη στη Φρανκφούρτη. Το πρώτο περιείχε το ημερολόγιο του κομαντάντε Γκεβάρα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του ’66 και στην πίσω μεριά τα μηνύματα που είχε ανταλλάξει η αντάρτικη ομάδα του Τσε με την Αβάνα, ενώ η δεύτερη τις καθημερινές του σημειώσεις για όλο το 1967 μέχρι τις 7 Οκτωβρίου. Εκτός απ’ αυτά, βρέθηκαν ακόμα ένα άλλο σημειωματάριο, που περιλάμβανε έναν κατάλογο με επαφές σε όλο τον κόσμο, δύο μικρά βιβλία με κωδικούς κι ενα τετράδιο πράσινου χρώματος, όπου ο Τσε είχε αντιγράψει ποιήματα του Λεόν Φελίπε, του Βαγέχο, του Νερούδα και του Γκιγιέν. Ο Γκάρι Πράδο είχε σημαδέψει το ένα από τα ημερολόγια, επιτόπου στο φαράγγι του Τσούρο, με την σημείωση: “Βρέθηκε το σακίδιο”.

Η πρώτη δημόσια ανακοίνωση σχετικά με την ύπαρξη των ημερολογίων έγινε από τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, το στρατηγό Οβάνδο, όταν τα έδειξε στους δημοσιογράφους σε μια συνέντευξη Τύπου στο ξενοδοχείο Σάντα Τερεσίτα στις 10 Οκτωβρίου. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο πρώτων ημερών το ημερολόγιο αλλάζει πολλά χέρια: από το λογαχό Γκάρι Πράδο, που το σημαδεύει, στον συνταγματάρχη Σεντένο στην Ιγκέρα, ύστερα στον πράκτορα της CIA Φέλιξ Ροντρίγκες, που το φωτογραφίζει, έπειτα στην στρατιωτική αντικατασκοπεία στο Βαλεγκράντε, μετά στον Οβάνδο, που το ξεφυλλίζει στο κατάλυμα του στην Κεντρική Τράπεζα, και, τέλος, στοβ βοηθό του, τον υπολοχαγό Όλμος, που το παραδίδει στην διοίκηση της Όγδοης Μεραρχίας για μια συνέντευξη Τύπου και που, όταν πηγαίνει να το ζητήσει πίσω, ανακαλύπτει ότι έχει βρεθεί στα χέρια ενός άλλου πράκτορα της CIA, του Γκαρσία. Στο αεροπλάνο της επιστροφής στη Λα Παζ ο λογαγός Πάμο το παίρνει πίσω απ’ τον Γκαρσία και το επιστρέφει στον Οβάνδο, ο οποίος έπειτα το παραδίδει στους ανθρώπους της στρατιωτικής αντικατασκοπείας, που το τοποθετούν σε ένα χρηματοκιβώτιο.

Το φωτοαντίγραφο της CIA θα φτάσει τις επόμενες μέρες στην Ουάσινγκτον. Υπάρχει ένα υπόμνημα της 11ης Οκτωβρίου του ’67 του Ρόστοου προς τον πρόεδρο (Τζόνσον), που αναμφίβολα κάνει νύξη στα ημερολόγια: “Σήμερα είμαστε κατα 99% σίγουροι ότι ο Τσε Γκεβάρα είναι νεκρός (λογοκριμένο). Αυτά(-ες) θα πρέπει να φτάσουν στην Ουάσινγκτον σήμερα ή αύριο”.

Μια βδομάδα αργότερα οι δύο μαριονέτες της στρατιωτικής δικτατορίας της Βολιβίας αρχίζουν έναν πόλεμο δηλώσεων και χειρισμών, όπου εμπλέκουν και τα ημερολόγια του κομαντάντε Γκεβάρα: Στις 16 Οκτωβρίου μέσω ενός τηλεγραφήματος του ANSA (Agenzia Nazionale Stampa Associata), ο στρατός της Βολιβίας ενημερώνει πως έχει την πρόθεση να “πουλήσει το ημερολόγιο για να αποζημιωθεί για τις απώλειες που του προκάλεσαν οι αντάρτες”. Στις 7 Νοεμβρίου ο στρατηγός Οβάνδο, αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, ανακοινώνει ότι το ημερολόγιο θα πουληθεί στον πλειοδότη. Ο πρόεδρος Μπαριέντος, για να του πάει κόντρα, ανακοινώνει ότι έχει ήδη πουληθεί σε μια αμερικανική εκδοτική κοινοπραξία.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Νοέμβρη οι στρατηγοί προσπαθούν να κλείσουν μια συμφωνία για την πώληση του ημερολογίου και δέχονται προσφορές από την Ντάμπλέϊ στις ΗΠΑ και τη Μάγκνουμ, καθώς και από τη γαλλική εταιρεία της Παρί Ματς, της οποίας η συμμετοχή στη δημοπρασία είναι μάλλον ένα προπέτασμα καπνού που ύψωσε μια γαλλίδα δημοσιογράφος για να αποκτήσει καλύτερη πληροφόρηση. Γίνεται λόγος για προσφορές που “άρχιζαν από τα είκοσι χιλιάδες δολάρια και έφταναν στο απίστευτο ποσό των τετρακοσίων χιλιάδων” και που φαίνονται μάλλον υπερβολικές. Στις 22 Φεβρουαρίου ένα προεδρικό διάταγμα καθιστά τις ένοπλες δυνάμεις αρμόδιες για τη διάθεση των εγγράφων και των υπαρχόντων του Τσε.

Διάφοροι κουβανοί ερευνητές επιμένουν στην άποψη ότι η επιχείρηση πώλησης στους εκδότες δεν ήταν σημαντική αυτή καθ’ αυτή, αλλά ότι το ζητούμενο ήταν να νομιμοποιηθεί μέσω αυτής της διαδικασίας μια εκδοχή του ημερολογίου που είχε ρετουσαριστεί από τη CIA. Ο Κουπούλ και ο Γκονζάλες διαβεβαιώνουν συγκεκριμένα ότι στο σταθμό της Λα Παζ βρίσκονταν τεχνικοί και καλλιγράφοι που εργάζονταν με την πρόθεση να προκαλέσουν διαστρεβλώσεις, παραλείψεις και αλλοιώσεις, προκειμένου να δημιουργήσουν μια νέα εκδοχή του ημερολογίου, που θα ήταν χρήσιμη στον θερμό πόλεμο εναντίον της Κούβας. Αναμφίβολα, για την υπηρεσία θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον μια πλαστή εκδοχή του ημερολογίου, που θα τους επέτρεπε μεταξύ άλλων να φέρουν σε αντιπαράθεση την προσωπικότητα του Τσε μ’εκείνη του Φιντέλ ή να αυξήσουν τις εντάσεις που επικρατούν μεταξύ των κουβανών και του σοβιετικού μπλοκ, να δυσφημήσουν τον ίδιο τον Τσε παρουσιάζοντας τον σαν έναν δεσποτικό τυχοδιώκτη ή σαν έναν ονειροπόλο ή ακόμα να αυξήσουν τις εντάσεις μεταξύ των οπαδών των απόψεων του Γκεβάρα και των κομμουνιστικών κομμάτων της Λατινικής Αμερικής. Αλλά μια επιχείρηση τέτοιου μεγέθους ήταν πολύ λεπτή κι επίφοβη, και όχι μόνο απο τεχνικής άποψης, καθώς θα έπρεπε να φτιάξουν μια αξιόπιστη εκδοχή του ημερολογίου, που να ταιριάζει όσο το δυνατόν περισσότερο με την προσωπικότητα του και τα προηγούμενα γραπτά του.

Είτε είναι αλήθεια όλα αυτά είτε όχι, το ζήτημα είναι ότι, σ’αυτήν την πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων με υποψήφιους εκδοτικούς οίκους στις ΗΠΑ, ως διαμεσολαβητές των στρατιωτικών της Βολιβίας λειτούργησαν δύο Αμερικανοί δημοσιογράφοι που ο Φιντέλ τους χαρακτηρίζει ως “δημοσιογράφους προσκείμενους στην CIA”, ο Άντριου Σεντ Τζορτζ και ο Χουάν ντε Ονίς των New York Times, οι οποίοι διέθεταν φωτοαντίγραφα του ημερολογίου, αν και με τη δέσμευση να μην τα δημοσιεύσουν. Οι διαπραγματεύσεις πάγωσαν όταν η Ντάμπλντεϊ αποσύρθηκε με το επιχείρημα ότι τα πνευματικά δικαιώματα του συγγραφέα θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν από την Αλεϊδα Μαρτς, τη χήρα του Τσε. 

(Τέλος Α’ Μέρους).

ΕΠΙΣΗΣ ΔΙΑΒΑΣΤΕ:

– Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα .

– Οι τελευταίες ημέρες του Στρατηγού Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – Αρχεία C.I.A.

Η «Κρίση των Πυραύλων» στην Κούβα και ο Τσε

che guevara cuban missile crisisΜε αφορμή την επέτειο της Κρίσης των Πυραύλων στην Κούβα (Οκτώβρης 1962), το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα παρουσιάζει πτυχές της περιόδου εκείνης, κυρίως μέσα από το πρίσμα της δραστηριότητας και του ρόλου του Τσε, ως ηγετικού μέλους της κουβανικής κυβέρνησης, στην εν λόγω ιστορία. Προς τούτο χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από τα δύο πληρέστερα βιογραφικά πονήματα που έχουν γραφτεί για το Γκεβάρα, αυτά του Jon Lee Anderson και του Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο. 

Η κρίση των πυραύλων του Οκτώβρη, ανάγκασε τον Τσε να επισπεύσει τα σχέδια του για την αντάρτικη δύναμη της Αργεντινής [1]. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, διοικούσε το δυτικό τμήμα των κουβανικών ενόπλων δυνάμεων με βάση το Πίναρ ντελ Ρίο. Το αρχηγείο του βρίσκονταν σε κάτι ορεινές σπηλιές, σε κοντινή απόσταση από τις εγκαταστάσεις σοβιετικών πυραύλων. (Στο στρατηγείο) πήρε μαζί του και εκπαιδευμένους αργεντίνους αντάρτες τοποθετώντας τους σε μεραρχία υπό την ηγεσία κουβανών αξιωματικών. Εάν ξεσπούσε πόλεμος θα έμπαιναν κι’ αυτοί στη μάχη.

Τις ώρες της κορύφωσης της έντασης – έπειτα από την κατάρριψη ενός κατασκοπευτικού αμερικανικού αεροσκάφους U2 από σοβιετικό αντιαεροπορικό βλήμα – ο Φιντέλ επικοινώνησε με τον Χρουστσώφ, μεταφέροντας του την άποψη ότι οι σοβιετικοί έπρεπε να εξαπολύσουν πρώτοι επίθεση με πυραύλους σε περίπτωση ένοπλης αμερικανικής εισβολής. Ο Κάστρο επιβεβαίωσε στον Χρουστσώφ την ετοιμότητα του ίδιου και του κουβανικού λαού να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. […]

Όταν ο Κάστρο ενημερώθηκε πως ο Χρουστσώφ είχε συμφωνήσει με τον Κέννεντι, πίσω απ’ την πλάτη του (για απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων απ’ την Τουρκία με αντάλλαγμα την υπόσχεση των ΗΠΑ να μην επιτεθούν στην Κούβα) έγινε έξαλλος και, σύμφωνα με πληροφορίες, έκανε θρύψαλλα έναν καθρέφτη με τη γροθιά του όταν του το ανακοίνωσαν. Από την πλευρά του ο Τσε διέταξε τη διακοπή της επικοινωνιακής γραμμής του στρατηγείου του με την γειτονική σοβιετική βάση και έφυγε για την Αβάνα προκειμένου να συναντήσει τον Φιντέλ.

Τις επόμενες ημέρες ο Φιντέλ τις πέρασε όντας πικραμένος και εκνευρισμένος με την τακτική του Χρουστσώφ και ο Μικογιάν [2] αναχώρησε για την Αβάνα προκειμένου να συνενοηθεί με τους κουβανούς. Ο Μικογιάν έκανε ότι μπορούσε, αλλά ο Φιντέλ και ο Τσε ήταν πεπεισμένοι πως ο Χρουστσώφ τους είχε “πουλήσει” για την εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων. Οι συνομιλίες (σ.σ: μεταξύ του Μικογιάν και κουβανών αξιωματούχων) συνεχίστηκαν για αρκετές εβδομάδες και σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν εξαιρετικά έντονες. Μια μέρα, ένα λάθος στη μετάφραση απ’ τον ρώσο διερμηνέα προκάλεσε ισχυρές αντεγκλίσεις. Όταν η παρεξήγηση ξεκαθαρίστηκε, ο Τσε έβγαλε ήρεμα το πιστόλι τύπου μακάροφ απ’ την θήκη του και το έδωσε στον διερμηνέα λέγοντας του: “Εάν ήμουν στη θέση σου, αυτό θα ταν το μόνο που μου έμενε να πράξω…”. Σύμφωνα με τον Αλεξάντρ Αλέξιεφ όλοι γέλασαν, συμπεριλαμβανομένου του Μικογιάν. Το μαύρο χιούμορ του Τσε είχε ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.

[…]

Σε μια συνέντευξη με τον Τσε λίγες εβδομάδες μετά την κρίση, ο βρετανός ανταποκριτής της αριστερής εφημερίδας Daily Worker Σαμ Ράσελ τον βρήκε να παραμένει θυμωμένος αναφορικά με την στάση της Μόσχας. Καπνίζοντας το πούρο του και παίρνοντας, εναλλάξ, ανάσες απ’ τον εισπνευστήρα για το άσθμα, δήλωσε στο Ράσελ πως εάν οι πύραυλοι τίθενταν υπό κουβανικό έλεγχο θα εκτοξεύονταν. Ο Ράσελ έφυγε με ανάμεικτα συναισθήματα για τον Τσε, χαρακτηρίζοντας τον ως “ξεκάθαρα έναν άνθρωπο μεγάλης ευφυίας, παρόλο που πίστευα ότι ήταν τρελός κρίνοντας απ’ τον τρόπο που αναφέρθηκε στους πυραύλους”. […]

[1] Ήδη από το 1962 ο Γκεβάρα σχεδίαζε τρόπους δημιουργίας αντάρτικου αγώνα σε χώρες της λατινικής Αμερικής, με επίκεντρο την Αργεντινή. Η Κρίση των Πυραύλων ανάγκασε τον Τσε να αλλάξει τους σχεδιασμούς του, προσαρμόζοντας τους στις πολιτικές και διεθνείς εξελίξεις που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια.

[2] Ανάστας Μικογιάν: Σοβιετικός επαναστάτης, πολιτικός και διπλωμάτης. Διετέλεσε επί πολλά χρόνια Επίτροπος στην ΕΣΣΔ. Διατηρούσε σχέσεις με την κουβανική επαναστατική ηγεσία και αποτελούσε «δίαυλο» επικοινωνίας μεταξύ Μόσχας και Αβάνας. 

Αποσπάσματα απ’ τη βιογραφία του Τσε. Τζον Λι Άντερσον, “Che, A Revolutionary Life”, Grove Press. (Μετάφραση: Guevaristas), σελ. 518-519.

(Πριν ξεσπάσει η κρίση των πυραύλων)

Γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Ταϊμπο ΙΙ: Εκείνες τις μέρες θα δώσει μια διάλεξη στα μέλη της Κεντρικής Ασφάλειας, που αργότερα θα πάρει τη μορφή ενός άρθρου – με τίτλο “Τακτική και Στρατηγική της Κουβανικής Επανάστασης” – που δεν έμελλε να δημοσιευτεί παρά μόνο μετά το θάνατο του. […] “Η Αμερική είναι σήμερα ένα ηφαίστειο, δεν βρίσκεται σε φάση έκρηξης, αλλά είναι ταραγμένο απ’ τους φοβερούς υπόγειους βρυχηθμούς που προαναγγέλουν το ξύπνημα του». Χαρακτηρίζει την Συμμαχία για την Πρόοδο (σ.σ: που είχε εξαγγείλει ο Τζ.Κέννεντι) ως “προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να εμποδίσει τη διαμόρφωση επαναστατικών συνθηκών μεταξύ των λαών, μέσω του συστήματος του να μοιράζεται ένα μικρό μέρος των κερδών με τις τάξεις των κρεολών εκμεταλλευτών”. Καταληγει σε δύο συμπεράσματα: “Απαιτείται αντάρτικος αγώνας για την κατανίκηση του συμβατικού στρατού και ο αγώνας αυτός θα έχει παναμερικανικό χαρακτήρα. Θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε αυτή τη νέα εποχή της χειραφέτησης της Αμερικής ως αντιπαράθεση δύο τοπικών δυνάμεων που παλεύουν για την κυριαρχία και μια περιοχή; Προφανώς όχι (…) Οι γιάνκηδες θα επέμβουν γιατί ο αγώνας στην Αμερική είναι καθοριστικής σημασίας». Δύο ιδέες που έχουν να κάνουν με τη μελλοντική του πρακτική.

Η ένταση μεταξύ της κουβανέζικης επανάστασης και των Ηνωμένων Πολιτειών θα οδηγήσει κατά τους επόμενους μήνες στα πρόθυρα μιάς παγκόσμιας πυρηνικής αναμέτρησης. Μια δυο μέρες πριν από τη γέννηση του γιου του (γεννήθηκε 20 Μάη) ο Τσε είχε σχολιάσει σε μια ομιλία του: «Ο Ιμπεριαλισμός ξέρει ή μπορεί και να μην ξέρει τι είναι ικανή να κάνει η Σοβιετική Ένωση προκειμένου να μας προστατέψει (…) Αν κάνουν ένα λάθος, θα καταστρέψουν τον ιμπεριαλισμό ως τις ρίζες του, αλλά κι απο μας δε θα μείνουν και πολλά. Γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε σταθερά για την ειρήνη».

Στις 30 Μαϊου ο Τσε καλείται από τον Φιντέλ σε μία πολύ κλειστή συνάντηση. Παρίσταται μόνο ο πρόεδρος Ντορτικός, ο Φιντέλ και ο Ραούλ Κάστρο. Ο Φιντέλ τους πληροφορεί ότι την προηγούμενη μέρα είχε συζητήσει με τον Σοβιετικό υποστράτηγο Μπιργιούσοφ, ο οποίος του μετέφερε την πρόταση του Νικίτα Χρουστσώφ να ενισχύσουν την άμυνα της Κούβας εκτός των άλλων και με πυρηνικές κεφαλές. Ο Φιντέλ τους πληροφορεί ότι ανέβαλε την απόφαση του μέχρι να το συζητήσει μαζί τους. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το τι υποστήριξαν οι τέσσερις παριστάμενοι στη συζήτηση, ούτε για τις συμφωνίες ή τις διαφωνίες τους. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1992, ο Φιντέλ θα έλεγε: ¨Δε μας άρεσαν οι πύραυλοι, έβλαπταν την εικόνα της επανάστασης στη Λατινική Αμερική. Οι κεφαλές θα μας μετέτρεπαν σε στρατιωτική βάση των Σοβιετικών, αλλά, από την άλλη, σκεφτήκαμε ότι θα ενισχύονταν έτσι το σοσιαλιστικό μπλοκ». Το γεγονός πάντως είναι ότι οι συμμετέχοντες σ’ αυτή τη συνάντηση αποφάσισαν υπέρ της ρωσικής πρότασης.

[…] Στις 13 Αυγούστου ο Σοβιετικός πρέσβης Αλεξέγεφ παραδίδει στον Φιντέλ το κείμενο της διμερούς συμφωνίας για την εγκατάσταση των βάσεων για τους πυραύλους. Ο Φιντέλ, αφού πρώτα το ελέγχει, το παραδίδει με την σειρά του στον Τσε για να το πάει στην ΕΣΣΔ. Η κατάσταση εξελίσσεται ραγδαία. Στις 27 Αυγούστου ο κομαντάντε Γκεβάρα καταφθάνει στη Μόσχα με τον Εμίλιο Αραγονές, υπό το πρόσχημα μιας επίσκεψης για την τακτοποίηση «οικονομικών υποθέσεων». Στις 30 του μήνα θα συναντηθεί με το Νικίτα στη ντάτσα του στην Κριμαία. Παρά το γεγονός ότι ο Τσε επιμένει να δημοσιοποιηθεί η συμφωνία, ο Νικίτα απορρίπτει την πρόταση. Επίσης δεν υπογράφει το κείμενο, κατά πάσα πιθανότητα για να εμποδίσει τη διαρροή της πληροφορίας απ’ τους Κουβανούς.

Σημείωση: Στο διάστημα που ακολουθεί ο Τσε παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από την Αβάνα, συνεχίζοντας το πρόγραμμα του που περιλαμβάνει από μεροκάματα εθελοντικής εργασίας σε υφαντουργία μέχρι συνεδριάσεις με συνεργάτες στο υπουργείο Βιομηχανίας. Στις 17 Οκτωβρίου ο Τσε υποδέχθηκε στην Αβάνα τον φίλο του, αλγερινό επαναστάτη Μπεν Μπέλα που ταξίδεψε στην Κούβα για υπογραφή διμερών συμφωνιών.

[…] Στις 7 το απόγευμα της 22ης Οκτωβρίου ο πρόεδρος Κέννεντι απευθύνεται στο έθνος μέσω ενός τηλεοπτικού μηνύματος διάρκειας δεκαεφτά λεπτών γνωστοποιώντας «τις αναμφισβήτητες αποδείξεις για την ύπαρξη βάσεων στην Κούβα» και αναφέρει ότι θα επιβληθεί στους Κουβανούς καραντίνα και αποκλεισμός. Σε άμεση απάντηση, τα σοβιετικά πλοία που βρίσκονταν εν πλω παίρνουν διαταγές να αγνοήσουν τον αποκλεισμό. Την επόμενη μέρα η Κούβα τίθεται σε πολεμικό συναγερμό. Ο Αργεντινός δημοσιογράφος Αδόλφο Γκίλι θα επισημάνει: «Ήταν λες κι έβρισκε διέξοδο μία μακροχρόνια συσσωρευμένη ένταση, λες και όλη η χώρα με ένα στόμα έλεγε: «Επιτέλους». Ο Τσε ορίζεται αρχηγός του Δυτικού Τμήματος Στρατού και κατευθύνεται στο Πιναρ ντελ Ρίο. Σύμφωνα με τον Ταμάγιο, τον υπασπιστή του, ο Τσε πίστευε ότι ο πόλεμος θα ξεσπούσε από στιγμή σε στιγμή και ότι η εισβολή αυτή τη φορά θα γινόταν πράγματι από εκείνη την περιοχή (σ.σ: η πρώτη εισβολή ήταν στον Κόλπο των Χοίρων). Εγκαθιστά το γενικό αρχηγείο του στη σπηλιά του Λος Πορτάλες, στα ριζά των λόφων που κυκλώνουν την κοιλάδα του Σαν Άντρες ντε Καϊγουανάμπο, στις όχθες του ποταμού Σαν Ντιέγο. Μία φυσική σπηλιά που είχε τροποποιηθεί ελάχιστα κατά την προεπαναστατική εποχή από τον τσιφλικά Κορτίνα, ο οποίος είχε φτιάξει μερικά σκαλοπάτια και είχε φαρδύνει την είσοδο. Η σπηλιά ήταν μεγαλειώδης, αλλά στο εσωτερικό της, με αυστηρή τάξη, είχαν στηθεί τμήματα, ασύρματοι, μερικά κρεβάτια εκστρατείας, δύο εστίες μαγειρέματος κι ένα τραπέζι φτιαγμένο από μια πέτρινη πλάκα βαλμένη πάνω σε δυο στύλους από πέτρες. Σταλακτίτες, χελιδόνια τη μέρα και νυχτερίδες τη νύχτα.

Ο Τσε κινήθηκε ολοταχώς και, πιστεύοντας ότι ο πόλεμος τον περίμενε στη γωνία, άρχισε να οργανώνει αποθήκες πυρομαχικών σε σπηλιές και οροσειρές και πέρασε από χαρακώματα και καταλύματα μιλώντας με τους άντρες και τονώνοντας το ηθικό τους. Το σχέδιο ήταν η οργανώσουν μια πρώτη γραμμή άμυνας ακολουθώντας τα διδάγματα της εμπειρίας τους στον Κόλπο των Χοίρων, κι έπειτα, σε περίπτωση που οι εισβολείς κατάφερναν να σχηματίσουν ένα μέτωπο στην παραλία, να αναδιπλωθούν σε έναν ανταρτοπόλεμο στη Σιέρα ντε λος Όργκανος. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών της επιφυλακής ο Τσε επιθεωρούσε την περιοχή που βρισκόταν υπ’ ευθύνη του και τις νύχτες διάβαζε και έπαιζε σκάκι. […]

Όταν ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου έχει τελειώσει και έχει οριστικοποιηθεί η συμφωνία Κέννεντι-Χρουστσώφ, η ένταση σταδιακά μειώνεται. Ο Τσε επιστρέφει στην Αβάνα.

Η Ίλδα Γκαδέα (σ.σ: η πρώτη σύζυγος του Τσε με την όποια είχε πάρει διαζύγιο), που επιστρέφει από τη δουλειά της, θα ανακαλύψει έκπληκτη ότι ο Τσε βρίσκεται στο σπίτι της: «Βρήκα τον Ερνέστο πενταβρώμικο, με τις αρβύλες του καταλασπωμένες, να παίζει στο διαμέρισμα με τη μικρή (…) να παίζει και με το σκυλί». Μετά την εγγύτητα του θανάτου, η επιστροφή στη ζωή. Σε ένα άρθρο γραμμένο εκείνες τις μέρες – και που δεν έμελλε να δημοσιευτεί παρά μόνο μετά το θάνατο του – με τίτλο «Τακτική και στρατηγική της λατινοαμερικάνικης επανάστασης», έκανε έναν σκληρό απολογισμό της κρίσης: «Είναι το ανατριχιαστικό παράδειγμα ενός λαού που είναι διατεθειμένος να αιματοκυλιστεί σε μια πυρηνική επίθεση προκειμένου οι στάχτες του να γίνουν το τσιμέντο για νέες κοινωνίες και, όταν γίνεται χωρίς κανείς να ζητήσει τη γνώμη του μια συμφωνία βάσει της οποίας αποσύρονται οι ατομικοί πύραυλοι, δεν αναστενάζει ανακουφισμένος, δε νιώθει ευγνωμοσύνη για την ανακωχή – ρίχνεται στην παλαίστρα για να δώσει τη δική του, μοναδική φωνή, διατρανώνοντας τη μαχόμενη θέση του, δική του και μοναδική, και, πιο πέρα ακόμα, την απόφαση του να παλέψει ακόμα κι’ αν είναι μόνος».  

Είναι φανερό ότι ο Γκεβάρα αισθάνεται οργή για την συμφωνία απόσυρσης των πυραύλων, πίσω απ’ την πλάτη της κουβανικής κυβέρνησης. 

Όπως κάθε φορά που αισθάνεται οργή, ο Τσε θα βυθιστεί σε μία εύγλωττη επίμονη σιωπή [..] και θα αφιοσιωθεί πλήρως στα καθήκοντα του στον τομέα της βιομηχανίας, κρυμμένος απ’ τον κόσμο. Ο Σαβέριο Τουτίνο, ανταποκριτής τότε της ιταλικής κομμουνιστικής εφημερίδας L’ Unita, προσπαθεί να του πάρει συνέντευξη και βρίσκεται αντιμέτωπος με την άρνηση του Τσε. [..] Ο Τουτίνο θα κατέθετε αργότερα: «Είχε μια μυστηριώδη αύρα που απέρρεε από την σιωπή και τις αριστερές του θέσεις, την άρνηση των προνομίων, τη νυχτερινή δουλειά… Κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο Τσε είχε θελήσει να ρίξει στα αμερικανικά αεροπλάνα στη διάρκεια της κρίσης»

Αποσπάσματα απ’ τη βιογραφία του Τσε γραμμένη απ’ τον Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ με τίτλο «Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστός και ως Τσε», Εκδόσεις Κέδρος, 2005, σελ. 572-582.

Η Κρίση των Πυραύλων, η διπλωματία Χρουστσώφ και η συμφωνία που έβαλε τέλος στον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου συνεχίζει να αποτελεί ζήτημα προς μελέτη. Μια δεκαετία περίπου αργότερα, ο Φιντέλ αναγνώρισε ότι η επιλογή των σοβιετικών ήταν συνετή, ασχέτως του αν έγινε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον ίδιο και την κουβανική ηγεσία. Γράφει ο Τέρενς Κάννον στο βιβλίο του «Η Επαναστατική Κούβα» (Εκδ. Χοσέ Μαρτί): 

Καθώς περνούσαν τα χρόνια και οι Ενωμένες Πολιτείες δεν εισέβαλαν στο νησί, οι ηγέτες της Κούβας κατάλαβαν ότι είχαν υποτιμήσει τη σύνεση της σοβιετικής απόφασης να απομακρύνουν τους πυραύλους. Το 1974 ο Φιντέλ ρωτήθηκε τι νόμιζε για τον τρόπο που επιλύθηκε η κρίση: 

«Λοιπόν, δεν ήμασταν εντελώς ευχαριστημένοι με τα αποτελέσματα της Κρίσης των Πυραύλων. Αλλά αν είμαστε ρεαλιστές, και πάμε πίσω στην ιστορία, καταλαβαίνουμε ότι η δική μας στάση δεν ήταν σωστή. Οι Ρώσοι πίστευαν ότι από εκείνες τις διαπραγματεύσεις (σ.σ: Χρουστσώφ-Κέννεντι) δύο αντικειμενικοί σκοπό θα πετυχαίνονταν: η υπόσχεση να μη γίνει εισβολή στην Κούβα από τη μια μεριά και από την άλλη, η εξάλειψη του κινδύνου ενός πυρηνικού πολέμου. Δεν έγινε πόλεμος και υπήρξε μια περίοδος χαλάρωσης των διεθνών εντάσεων, αποδείκνύοντας έτσι ότι η σοβιετική θέση ήταν η σωστή»