Αλμπέρτο Γκρανάδο (Alberto Granado)

Ο Αλμπέρτο Γκρανάδο ήταν αργεντινο-κουβανός γιατρός και συγγραφέας. Υπήρξε στενός φίλος του Τσε και συνταξιδιώτης του κατά το πολύμηνο ταξίδι τους στη Λατινική Αμερική, το οποίο καταγράφτηκε στο βιβλίο «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας». Ήταν ο ιδιοκτήτης της θρυλικής μηχανής «Ποδερόσα ΙΙ». Γεννήθηκε το 1922 το Ερνάντο, στην επαρχία της Κόρδοβα της Αργεντινής και σπούδασε βιοχημική και ειδίκευση στην επιδημιολογία και τη λεπρολογία. Αργότερα ίδρυσε στην Κούβα την Σχολή Ιατρικής του Σαντιάγκο και δίδαξε βιοχημεία στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας. Τη δεκαετία του ’80 έλαβε μέρος στην ίδρυση της Κουβανικής Εταιρείας Γενετικής της οποίας διορίστηκε πρόεδρος. Από το 1997 και έπειτα, έχοντας πλέον συνταξιοδοτηθεί, αφιερώθηκε στην προώθηση των συμφερόντων της Κούβας και των ιδεών του συντρόφου του, Τσε.

Ο Γκρανάδο υπήρξε σύμβουλος των συντελεστών της ταινίας «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» (2004) που σκηνοθετήθηκε από Βάλτερ Σάλες με παραγωγό τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Το βιβλίο του «Travelling with Che Guevara: The Making of a Revolutionary», στο οποίο βασίστηκε η ταινία, εκδόθηκε στην αγγλική γλώσσα το 2003. Ο Αλμπέρτο Γκρανάδο πέθανε το Μάρτιο του 2011 από φυσικά αίτια σε ηλικία 88 ετών στην Αβάνα.

Ο Αλμπέρτο Γκρανάδο με τους ηθοποιούς Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ και Ροντρίγκο δε λα Σέρνα στα γυρίσματα της ταινίας «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» (2004).

Αφιέρωμα στον Αλμπέρτο Γκρανάδο.

Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας (Motorcycle Diaries)

Τα Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας (Diarios de Motocicleta) είναι ημερολόγιο ταξιδιού σε μορφή αφηγήματος γραμμένο από τον ίδιο τον Ερνέστο Γκεβάρα. Το βιβλίο,  εκδωθέν γιά πρώτη φορά στα ισπανικά το 1993, περιγράφει τις εμπειρίες και αναμνήσεις του Γκεβάρα από το πολύμηνο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική κατά τα νεανικά του χρόνια (1952) μαζί με τον στενό του φίλο Αλμπέρτο Γκρανάδο. Ο Τσε περιγράφει το ταξίδι με την θρυλική μοτοσυκλέτα «Ποδερόσα ΙΙ» (ιδιοκτησίας Γκρανάδο), τα όσα είδε και έζησε σε χωριά και πόλεις της Νότιας Αμερικής, τις αναποδιές και τα ευχάριστα, τις καλές και κακές εμπειρίες μιάς περιπλάνησης που σφράγισε τη νεότητα του.

Γιά πολλούς, το ταξίδι αυτό του νεαρού Τσε σημάδεψε και τις μετέπειτα επαναστατικές ιδέες του. Βλέποντας με τα ίδια του τα μάτια την πείνα, τη φτώχεια, τη δυστυχία αλλά και τα αποτελέσματα του ιμπεριαλισμού στις υποανάπτυκτες περιοχές της Λατινικής Αμερικής ο Τσε – φοιτητής ιατρικής τότε – αρχίζει να αποκτά έντονη επαναστατική συνείδηση. Ο ίδιος κλείνει  τα απομνημονεύματα του με τα εξής λόγια:

«Νιώθω κιόλας να γεμίζουν τα ρουθούνια μου από τη στυφή οσμή του μπαρουτιού και του αίματος, του θανάτου του εχθρού. Το κορμί μου συσπάται κιόλας πρόθυμο γιά τη μάχη και ετοιμάζω την ύπαρξη μου σαν ιερό ναό, για να αντηχήσει μέσα του με νέα δύναμη και νέες ελπίδες η ζωώδης κραυγή του θριαμβευτή προλεταριάτου».

Στην αρχή δε των σημειώσεων του, τις οποίες επιμελήθηκε λίγα χρόνια αργότερα ως μέλος του κουβανικού επαναστατικού αγώνα, ο Τσε γράφει:

«Το πρόσωπο που έγραψε αυτές τις σημειώσεις «πέθανε» μόλις ξαναπάτησε το πόδι του στη γη της Αργεντινής και αυτός που τις τακτοποιεί και τις «ξαναχτενίζει», «εγώ», δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι ο ίδιος, εσωτερικά τουλάχιστον. Τούτη η άσκοπη περιπλάνηση στη «Μεγάλη Αμερική Μας» με άλλαξε περισσότερο απ’ ότι πίστευα».

Στα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» βασίστηκε η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία σκηνοθεσίας Βάλτερ Σάλες που προβλήθηκε το 2004.

Αλέιδα Γκεβάρα (Aleida Guevara)

Η Αλέιδα Γκεβάρα Μαρτς, γεννημένη στις 24 Νοεμβρίου 1960 στην Κούβα, είναι η πρωτότοκη κόρη του Τσε και της δεύτερης συζύγου του, της Αλεϊδα Μαρτς. Η Αλέιδα ήταν μόλις 7 χρονών όταν ο πατέρας της δολοφονήθηκε στη Βολιβία. Είναι γιατρός στο επάγγελμα και εργάζεται στο Νοσοκομείο Παίδων Ουίλλιαμ Σόλερ στην Αβάνα, έχοντας κατά το παρελθόν εργαστεί στην Ανγκόλα, τη Νικαράγουα και το Εκουαδόρ. Ταυτόχρονα είναι πολιτική ακτιβίστρια με πλούσια δράση στο χώρο της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον αναπτυσσόμενο κόσμο ενώ έχει συγγράψει το βιβλίο «Chavez, Venezuela and the New Latin America». Η Αλέιδα είναι διευθύντρια του Κέντρου Σπουδών Τσε Γκεβάρα που έχει έδρα την Αβάνα.

Συνέντεξη της Δρ. Αλέϊδα Γκεβάρα στον αμερικανό σκηνοθέτη Μάικλ Μουρ.

Μάριο Τεράν (Mario Terán)

Ο Μάριο Τεράν ήταν ο βολιβιανός στρατιώτης (λοχίας) που επιλέχθηκε να φέρει εις πέρας την προαποφασισμένη εκτέλεση του Τσε στη Βολιβία. Ήταν ο άνδρας που τράβηξε τη σκανδάλη δίνοντας τη χαριστική βολή στον αιχμάλωτο επαναστάτη.

Το 2006, ο Τεράν υποβλήθηκε σε εγχείρηση καταρράκτη από κουβανούς γιατρούς στη Βολιβία, στο πλαίσιο του προγράμματος «επιχείρηση θαύμα» (Operación Milagro) γιά δωρεάν περίθαλψη. Το πρόγραμμα τελεί υπό την αιγίδα των κυβερνήσεων Κούβας και Βενεζουέλας και επεκτείνεται σε όλη σχεδόν τη Λατινική Αμερική. Η επιτυχής εγχείρηση του Τεράν από τους κουβανούς γιατρούς θεωρήθηκε – δικαίως – μια ιδεολογική νίκη του Τσε. «Σάραντα χρονια αφού ο Τεράν επιχείρησε να καταστρέψει ένα όνειρο και μια ιδέα, ο Τσε επιστρέφει γιά να κερδίσει ακόμη μιά μάχη» έγραψε η εφημερίδα Γκράνμα.

Σήμερα, ο Τεράν ζει στην Παραγουάη με την οικογένεια του. Λέγεται ότι κυκλοφορεί με ψευδώνυμο, έχοντας εξασφαλίσει την προστασία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών φοβούμενος πιθανή δολοφονική απόπειρα εναντίον του.

Αλμπέρτο Κόρντα (Alberto Korda)

Ο Αλμπέρτο Κόρντα ήταν ο φωτογράφος που απαθανάτισε τον Ερνέστο Γκεβάρα στην πλέον διάσημη εικόνα του – αυτήν του Guerillero Heroico. Η φωτογραφία ελήφθη στις 5 Μαρτίου 1960 στην Αβάνα της Κούβας και έκτοτε παρέμεινε σήμα-κατατεθέν του αργεντίνου επαναστάτη κάνοντας το γύρο του κόσμου.

Ο Κόρντα γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1928 στην Αβάνα και πέθανε το Μάη του 2001 στο Παρίσι. Το αληθινό του όνομα ήταν Αλμπέρτο Ντίαζ Γουτιέρες. Υπήρξε στενός φίλος του Φιντέλ Κάστρο και προσωπικός του φωτογράφος από την εποχή της επανάστασης κατά του καθεστώτος Μπατίστα. Πριν την ενασχόληση του με τη φωτογραφία εργάστηκε σε πολλές διαφορετικές δουλειές. Στην αρχή της σταδιοδρομίας του εργάστηκε ως βοηθός φωτογράφου και μετέπειτα διακρίθηκε ως φωτογράφος μόδας. Αργότερα εγκατέλειψε την εμπορική φωτογραφία γιά να ασχοληθεί με το φωτορεπορτάζ (φωτοδημοσιογραφία). Από το 1959 εργάστηκε στην κουβανική εφημερίδα Revolución. Στα καθήκοντα του, ως ο «φωτογράφος της επανάστασης», ήταν να αποθανατίζει τον Τσε και τον Φιντέλ σε διάφορες στιγμές των δημόσιων δραστηριοτήτων τους. Χαρακτηριστική είναι η φωτογραφία του Τσε να ψαρεύει μαζί με τον Έρνεστ Χέμινγουέϊ.

Αγροτική Μεταρρύθμιση

Η επονομαζόμενη Αγροτική Μεταρρύθμιση υπήρξε μια από τις πρώτες προτεραιότητες της κυβέρνησης Κάστρο μετά την Επανάσταση. Αποτέλεσε μιά σειρά νόμων, από το 1959 έως το 1963, με στόχο την αναδιανομή της γης. Έβαζε τέλος στην ιδιοκτησία των μεγαλοτσιφλικάδων της εποχής και παρέδωσε μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης τόσο στο εργατικό (αγροτικό) δυναμικό της χώρας όσο και στο κράτος. Προς αυτήν την κατεύθυνση ιδρύθηκε το 1959 το Εθνικό Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρύθμισης (INRA) επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Τσε Γκεβάρα, υπουργός Βιομηχανίας της πρώτης Επαναστατικής κυβέρνησης.

Το πρώτο δείγμα των προθέσεων της νέας κουβανικής κυβέρνησης είχε δώσει ο ίδιος ο Τσε κατά τη διάρκεια ομιλίας του τον Ιανουάριο του 1959: «η αγροτική μεταρρύθμιση θα επαναφέρει την κοινωνική δικαιοσύνη». Στις 17 Μαϊου 1959 τέθηκε σε ισχύ ο νέος Αγροτικός Νόμος που περιόριζε το μέγεθος των αγροκτημάτων σε 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα και των κατοικιών σε αυτά σε 4 τετραγωνικά χλμ. Κτήματα μεγαλύτερου μεγέθους απαλλοτριώνονταν και περνούσαν στα χέρια του Κράτους με σκοπό την αναδιανομή τους σε ίσες ποσότητες σε αγρότες. Ταυτόχρονα, ο νόμος απαγόρευε την ιδιοκτησία ζαχαρότευτλων από ξένους, ιδιώτες η επιχειρήσεις.

Συνολικά κατασχέθηκαν 1.942 τετραγωνικά χιλιόμετρα αγροτικής γης που ανήκαν σε εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων. Δημιουργήθηκαν αγροτικές κοινότητες στο μοντέλο των σοβιετικών «Κολχόζ».

Η εικόνα του Τσε Γκεβάρα: Ο καθρέφτης της ντροπής

Του Άγγελου Ελεφάντη.

Να μιλάς σήμερα για τον Ερνέστο Γκεβάρα, τον θρυλικό Τσε, είναι σαν να πατάς αμέριμνος πάνω στον τάφο του παππού σου. Κι ωστόσο δεν είναι τόσο απόμακρος στον χρόνο όσο οι παππούδες μας, συνομήλικος είναι, ή περίπου. Σύγχρονος κι απόμακρος μαζί. Την απόσταση από τον επαναστάτη μιας άλλης εποχής τη δημιουργεί η πραγματική ιστορία του Γκεβάρα μέσα στην εποχή του, που δεν είναι πια η δική μας. Την «επικαιρότητά» του, τη συγχρονικότητά του, η αγορά των συμβόλων. Δεν εννοώ τα εμπορεύσιμα σύμβολα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ, αλλά τα σύμβολα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι και με τα οποία αλληλοαναγνωρίζονται. Γι’ αυτή τη δεύτερη συμβολοποίηση του Γκεβάρα θέλω να πω δυο λόγια, για την εικόνα του που ξεπερνά την εποχή του, ακόμη και την ιστορική του προσωπικότητα.

Δύο τα κύρια στοιχεία αυτής της εικόνας που καταναλώθηκε όσο λίγες αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια: το ένα ο ωραίος, ο νέος, ο ιδαλγικός επαναστάτης με το αστέρι στο μαύρο του μπερέ και το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα. Το άλλο στοιχείο, ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, τρυπημένο από τις σφαίρες των εκτελεστών του που έστειλαν τον Τσε στον άλλο κόσμο, ένα πτώμα «όμορφο», σαν Χριστός μετά την αποκαθήλωση, πτώμα όμως που έδειχνε αναντίλεκτα ότι ο ζωντανός άνθρωπος ήταν πλέον πεθαμένος και νεκρός.

Σε όσους έβλεπαν την εικόνα του ιδαλγικού επαναστάτη, η φωτογραφία του πτώματος έλεγε ότι το όραμα και ο οραματιστής δεν υπάρχουν πια. Σε όσους, πάλι, έβλεπαν το τρυπημένο από τις σφαίρες πτώμα, την αμετάκλητη απουσία του επαναστάτη, εκείνο το φλογερό βλέμμα της εικόνας του Τσε τον ξανάφερνε στη Γη ζωντανό ως επαναστάτη. Τη μια εικόνα, του νεκρού, την έφτιαξε η φωτογραφική μηχανή και οι σκοποί εκείνων που φωτογράφισαν το πτώμα.

Ήθελαν να καταδείξουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο σε όλη την οικουμένη ότι ο Τσε ήταν νεκρός. Μαζί του και ό,τι προσπάθησε, όσα οραματίστηκε. Επέζησε όμως επίμονα η εικόνα του επαναστάτη με το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα, παρ’ όλη την εμπορευματοποίηση που του επέβαλλαν τα ΜΜΕ, οι μόδες, οι ενδυματολογο-μουσικές βιομηχανίες και εκκεντρικότητες. Δεν ήταν όμως δικό τους δημιούργημα, όσο κι αν την ιδιοποιήθηκαν, την εκμεταλλεύτηκαν, την πούλησαν, όσο κι αν τη μελοδραματοποίησαν. Δεν ήταν η αγοραία χρήση της φωτογραφίας, του θρύλου και του μύθου που κράτησε στη ζωή το σύμβολο επί τριάντα χρόνια. Διότι το εικονίζον παρέπεμπε συνεχώς στον εικονιζόμενο και τα συμφραζόμενά του, σε μια φαντασιακή αναφορά, πέρα από τις μεντιατικές παραποιήσεις και τις ιδεολογικές οικειοποιήσεις του εκάστοτε συρμού.

Το εικονιζόμενο ήταν μια ρομαντική αναφορά στο πνεύμα της εξέγερσης, συμπύκνωνε τους οραματικούς συμβολισμούς μιας ολόκληρης γενιάς: της εξεγερμένης νεολαίας της δεκαετίας του ’60. Όχι, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε στην περίπτωση αυτή τη ρήση του Ιωάννου του Δαμασκηνού «άλλο το εικονίζον και άλλο το εικονιζόμενο», διότι υπήρξε ανάμεσά τους μια μυστική επικοινωνία. Η εικόνα του επαναστατικού συμβόλου, όπως όλα τα σύμβολα, καθοδηγούσε το βλέμμα μέσα στο χάος του άγνωστου και της προσδοκίας.

Δεν αναφέρομαι στους συμβολισμούς του Τσε και της εικόνας του στη Λατινική Αμερική. Εκεί η επιθυμία και η ανάγκη, η κοινωνική συνθήκη της καταπιεσμένης αγροτιάς και της απέραντης πλέμπας των πόλεων, δίνουν άλλα νοήματα στους λαϊκούς συμβολισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές. Εκτρέφουν ακόμη και την αγιοποίηση. Δεν είναι ίδια η περίπτωση στο Καρτιέ Λατέν, στη Ρώμη, στα Εξάρχεια. Αναφέρομαι στη θέση που κατέκτησε το σύμβολο Τσε στην εξεγερμένη νεολαία -κι όχι μόνο- της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Εδώ, σ’ ένα πρώτο επίπεδο πρόσληψης του Τσε έδρασε ο συμβολισμός του αντάρτη, του γκεριγέρο, για την άμεση πολιτική συνθηματολογία: ένα, δύο, τρία Βιετνάμ, η Τρικοντινεντάλ, η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού (μαοϊκό αυτό, αλλά συμβατό με το γκεβαρικό διάβημα), το αντάρτικο πόλης, ο ένοπλος αγώνας που μόνο αυτός αποδίδει την αλήθεια στην επαναστατική πράξη, η θεωρία του focus, το παράδειγμα της πρωτοποριακής ομάδας που θα μιμηθούν οι μάζες, η επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ο ασυμβίβαστος αντιγραφειοκράτης. Όμως, αυτή η άμεση πολιτική συνθηματολογία και ιδεολογία, η εμπνευσμένη από το παράδειγμα του Γκεβάρα και που μετέτρεψε τον πολιτικό-πρακτικό και θεωρητικό του λόγο σε «γκεβαρισμό», γρήγορα εκμηδενίστηκε, όπως και η απόπειρα του Τσε στα βουνά της Βολιβίας. Και δεν άφησε τίποτε πίσω της, παρά μονάχα τη νοσταλγία και κάποιες απονεννοημένες απόπειρες που έσβησαν κι αυτές στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80, μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση των εμπνευστών της. Ο γκεβαρισμός στη Δύση δεν είχε συνέχεια. Υπήρξε όμως κάτι βαθύτερο από την επαναστατική γυμναστική και την ανατρεπτική φλυαρία, που πουθενά δεν γνώρισαν καμιά νίκη. Ξέρουμε ότι οι εξεγέρσεις -οι φοιτητικές και οι εργατικές- της δεκαετίας του ’60 δεν απείλησαν και δεν άλλαξαν τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλια -τον καπιταλισμό- των κοινωνιών που τις γέννησαν. Η μια κοινωνία μετά την άλλη, η μια εξουσία μετά την άλλη επανέκτησαν γρήγορα το πρόσκαιρα χαμένο έδαφος, εξομάλυναν την αναταραχή, ξαναβρήκαν τον βηματισμό τους. Τούτη η επανάκτηση θα ήταν υπεραρκετή να ενταφιάσει για πάντα το είδωλο του Τσε, όπως χώνεψε κι άλλα πολύ πιο μακρόβια και πολύ πιο αγκυρωμένα στις συλλογικές αναπαραστάσεις σύμβολα.

Πρέπει, ωστόσο, να πάρουμε υπόψη ότι, κατά την «εξεγερμένη» δεκαετία του ’60 στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως, είχε υπάρξει μια ορισμένη σύγκλιση του πολιτικού οράματος με το πολιτισμικό. Εντελώς επιγραμματικά υπενθυμίζω νέα αιτήματα που ανατάραζαν την κατεστημένη τάξη: σεξουαλική επανάσταση, φεμινισμός, αντιαυταρχικό σχολείο, σχετικοποίηση της επιστήμης, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, οικολογία, αντιψυχιατρική, έκρηξη της υποκειμενικότητας, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και γενικότερα των ιεραρχικών δομών, αναθεμελίωση του πανεπιστημίου, αμφισβήτηση του ευρωπαιοκεντρισμού, της κομματοκρατίας, του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, της μικροαστικής ηθικής. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα ότι η εξουσία θεμελιώνεται όχι μόνο στο κράτος και τα χρηματιστήρια, αλλά και σε άλλους πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ακόμη και στη γλώσσα και στην τέχνη και στο σχολείο. Αυτές οι αναζητήσεις, οι ζητήσεις και κινήματα, συνοδευμένες από τη ροκ, τα τζην, τα τραγούδια των Μπητλς και του Ντύλαν, συνοδευμένες από το αντιπολεμικό πνεύμα και την άρνηση του σοβιετισμού, καταλήγουν σε αποσύνθεση μέσα στη νοσταλγία ή στην αντιστροφή. Η φαντασία δεν ήρθε στην εξουσία, πολλοί «φαντασμένοι» όμως θρονιάστηκαν για τα καλά εκεί. Σ’ αυτές όμως τις κοινωνικές ζητήσεις της δεκαετίας του ’60 πρέπει να αναζητήσει κανείς τους λόγους της επιβίωσης του ειδώλου του Τσε: στο σώμα, αν και ασπόνδυλο, μιας πολιτιστικής επανάστασης, που δεν βρήκε τρόπο να είναι κάπως και πολιτική. Γιατί ήταν πράγματι μια πολιτιστική επανάσταση, μολονότι τελικά χάθηκε αφήνοντας τον Κλίντον με το τρομπόνι του να παίζει τον επικήδειό της.

Ο Τσε, αν και χάθηκε «ανώφελα», θα πάρει επικές διαστάσεις. Ίσως ήταν η τελευταία έκφραση επικής ιδεολογίας. Το μοντέλο, βέβαια, του γκεβαρισμού δεν αντιστοιχούσε σε ό,τι προσδιόριζε την εποχή εκείνη στην ανεπτυγμένη Δύση. Ο Τσε, όμως, αυτό το βλέμμα στον ορίζοντα, ενσάρκωσε δυνατά την προσδοκία για την αλλαγή της ζωής, των προϋποθέσεων της ζωής. Δεν ξέρω τι έβλεπε ο ίδιος, ίσως μάλιστα το όραμά του να μας είναι ξένο σήμερα, όπως και οι τρόποι που διάλεξε για να το πραγματοποιήσει, ίσως να προστάτευσε τη σαγήνη του ο θάνατός του. Παρά ταύτα, δεν πιστεύω ότι η «επικαιροποίηση» του Γκεβάρα αυτές τις μέρες είναι μεντιατικός θόρυβος, ούτε νοσταλγία παλαιών πολεμιστών που τη συνδαυλίζει η επέτειος. Έχει μείνει κάτι πολύ σημαντικό, ζεστό, από τη δεκαετία του ’60 και το κατεξοχήν σύμβολό της: η ανάγκη της εξέγερσης, η κληρονομιά της απείθειας. Η ανάγκη της εξέγερσης, της επανάστασης, είναι η πιο ανθρώπινη πολιτική και ηθική ανάγκη, όταν η ζωή γίνεται αβίωτη. Είναι η στιγμή που, όπως έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, αισθανόμαστε ντροπή να είμαστε άνθρωποι. Η εικόνα του Ερνέστο Γκεβάρα είναι ο καθρέφτης για το πρόσωπο της ντροπής μέσα στον μεταμοντέρνο κόσμο μας.

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Ενθέματα, εμβολιασμοί και στράτευση. Παρεμβάσεις για την Αριστερά 1996-2008, Αθήνα 2008, σ. 75-79. Η αναδημοσίευση έγινε από το ιστολόγιο «ΠαραλληλοΓράφος«. Ο Άγγελος Ελεφάντης (1936-2008) ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας.