Ετικέτα: Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας
Χιλή 1952: Η ασθματική γερόντισσα της «Τζιοκόντα»

- Ο ΤΣΕ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΓΚΡΑΝΑΔΟ ΤΟ 1951.
Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης περιπλάνησης τους στη Νότια Αμερική, ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Αλμπέρτο Γκρανάδο βρέθηκαν στο Βαλπαραϊσο (Valparaíso) της Χιλής. Μια γραφική, παραθαλάσσια πόλη, «χτισμένη στην άκρη της παραλίας με θέα σε ένα μεγάλο κόλπο» όπως αναφέρει ο Τσε στα απομνημονεύματα του στα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας. Οι δύο νεαροί αργεντίνοι κατέλησαν για να ξεκουραστούν προσωρινά στην «Τζιοκόντα», ενός ρεστοράν που ανήκε σε συμπατριώτη τους.
Μάρτιος 1952. Ο Τσε διηγείται στο ημερολόγιο του τις προσπάθειες να βρουν εργασία στο τοπικό νοσοκομείο (σ.σ: ο Τσε ήταν ακόμη φοιτητής Ιατρικής) και αναφέρει, με λόγια που σαν πρόκες καρφώνονται στη μνήμη, ίσως μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του μεγάλου ταξιδιού του:
«Προσπαθούσαμε να έρθουμε σε απευθείας επαφή με τους γιατρούς του Πετροουέ, αλλά αυτοί μόλις γύριζαν από τις δραστηριότητες τους και, μην έχοντας καιρό για χάσιμο, δε μας παραχωρούσαν ούτε μία τυπική συνάντηση-ωστόσο τους είχαμε εντοπίσει και εκείνο το απόγευμα χωριστήκαμε: ο Αλμπέρτο τους ακολούθησε και εγώ πήγα να δω μια ασθματική γερόντισσα, πελάτισσα της «Τζοκόντα». Τη λυπόσουν την καψερή, το δωμάτιο της βρομούσε ιδρωτίλα, ποδαρίλα και σκόνη από δυο τρεις πολυθρόνες, τα μοναδικά είδη πολυτελείας στο σπίτι της. Εκτός από το άσθμα, υπέφερε και από καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν μία από τις περιπτώσεις που ένας γιατρός, συνειδητοποιώντας ότι είναι ανίσχυρος μπροστά στην κατάσταση, νιώθει την επιθυμία μιας ριζικής αλλαγής, που να εξαλείψει την αδικία η οποία ανάγκασε τη γριά γυναίκα να δουλεύει σαν υπηρέτρια μέχρι τον προηγούμενο μήνα για να βγάλει το ψωμί της, ασθμαίνοντας, υποφέροντας, μα κρατώντας ψηλά το κεφάλι στη ζωή. Το ζήτημα είναι πως στις φτωχές οικογένειες το μέλος που αδυνατεί να κερδίσει τα προς το ζην περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας, που κρύβεται με το ζόρι. Από εκείνη τη στιγμή παύει να είναι πατέρας, μητέρα, αδερφός· γίνεται ένας αρνητικός παράγοντας στον αγώνα για επιβίωση και, ως τέτοιος, στόχος μνησικακίας της υγιούς κοινότητας, που θεωρεί την αναπηρία του σαν προσωπική προσβολή γι’ αυτούς που πρέπει να τον συντηρήσουν. Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου. Στα μάτια των ετοιμοθάνατων βλέπεις μια καρτερική έκκληση συγνώμης και, συχνά, μια απελπισμένη έκκληση παρηγοριάς που χάνεται στο κενό, όπως θα χαθεί γρήγορα και το σώμα μέσα στην απεραντοσύνη του μυστηρίου που μας περιβάλλει. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, αλλά είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας. Δεν μπορώ να κάνω πολλά για την άρρωστη· της γράφω απλώς μια κατάλληλη δίαιτα, ένα διουρητικό και αντιασθματικά διαλύματα. Μου έχουν μείνει μερικές δραμαμίνες και της τις χαρίζω. Όταν βγαίνω, με ακολουθούν τα στοργικά λόγια της γερόντισσας και οι αδιάφορες ματιές των συγγενών».
[Το χαμόγελο της «Τζοκόντα», Ημερολόγια Μοτοσικλέτας].
Η εμπειρία αυτή του νεαρού Γκεβάρα, φοιτητή της Ιατρικής τότε, αποτέλεσε ίσως το ξεκίνημα μιάς σειράς γεγονότων που σταδιακά «έπλασαν» την κοινωνική και πολιτική του συνείδηση. Από τα γραπτά του, όπως αποτυπώνονται στα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, μπορεί κανείς να συμπεράνει το έναυσμα της πολιτικής του συνειδητοποίησης και τις αγωνιώδεις σκέψεις του γιά την ύπαρξη της παράλογης τάξης πραγμάτων που διαιρεί τους ανθρώπους σε κοινωνικές τάξεις και την «τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου», η οποία αντικατοπτρίζονταν στο βλέμμα της ετοιμοθάνατης ασθματικής γερόντισσας.
Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας (Motorcycle Diaries)
Τα Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας (Diarios de Motocicleta) είναι ημερολόγιο ταξιδιού σε μορφή αφηγήματος γραμμένο από τον ίδιο τον Ερνέστο Γκεβάρα. Το βιβλίο, εκδωθέν γιά πρώτη φορά στα ισπανικά το 1993, περιγράφει τις εμπειρίες και αναμνήσεις του Γκεβάρα από το πολύμηνο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική κατά τα νεανικά του χρόνια (1952) μαζί με τον στενό του φίλο Αλμπέρτο Γκρανάδο. Ο Τσε περιγράφει το ταξίδι με την θρυλική μοτοσυκλέτα «Ποδερόσα ΙΙ» (ιδιοκτησίας Γκρανάδο), τα όσα είδε και έζησε σε χωριά και πόλεις της Νότιας Αμερικής, τις αναποδιές και τα ευχάριστα, τις καλές και κακές εμπειρίες μιάς περιπλάνησης που σφράγισε τη νεότητα του.
Γιά πολλούς, το ταξίδι αυτό του νεαρού Τσε σημάδεψε και τις μετέπειτα επαναστατικές ιδέες του. Βλέποντας με τα ίδια του τα μάτια την πείνα, τη φτώχεια, τη δυστυχία αλλά και τα αποτελέσματα του ιμπεριαλισμού στις υποανάπτυκτες περιοχές της Λατινικής Αμερικής ο Τσε – φοιτητής ιατρικής τότε – αρχίζει να αποκτά έντονη επαναστατική συνείδηση. Ο ίδιος κλείνει τα απομνημονεύματα του με τα εξής λόγια:
«Νιώθω κιόλας να γεμίζουν τα ρουθούνια μου από τη στυφή οσμή του μπαρουτιού και του αίματος, του θανάτου του εχθρού. Το κορμί μου συσπάται κιόλας πρόθυμο γιά τη μάχη και ετοιμάζω την ύπαρξη μου σαν ιερό ναό, για να αντηχήσει μέσα του με νέα δύναμη και νέες ελπίδες η ζωώδης κραυγή του θριαμβευτή προλεταριάτου».
Στην αρχή δε των σημειώσεων του, τις οποίες επιμελήθηκε λίγα χρόνια αργότερα ως μέλος του κουβανικού επαναστατικού αγώνα, ο Τσε γράφει:
«Το πρόσωπο που έγραψε αυτές τις σημειώσεις «πέθανε» μόλις ξαναπάτησε το πόδι του στη γη της Αργεντινής και αυτός που τις τακτοποιεί και τις «ξαναχτενίζει», «εγώ», δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι ο ίδιος, εσωτερικά τουλάχιστον. Τούτη η άσκοπη περιπλάνηση στη «Μεγάλη Αμερική Μας» με άλλαξε περισσότερο απ’ ότι πίστευα».

Ο ζωντανός πεζός λόγος του Τσε δίνει χρώμα στα αντικείμενα μέχρι εκεί που φτάνει η ματιά του καισυχνά, αν το τοπίο το επιτρέπει, με μια προσωπική πινελιά: Ο δρόμος φιδοσέρνεται ανάμεσα στα χαμηλά βουνά, που μόλις προδιαγράφουν την αρχή της μεγάλης Κορδιλιέρας, και κατηφορίζει απότομα, για να καταλήξει στο χωριό, άχαρο και θλιβερό, ματριγυρισμένο από μεγαλοπρεπή βουνά σκεπασμένα με πυκνή βλάστηση. Το επεισόδιο της απόπειρας να κλέψουν κρασί, και άλλα ανάλογα, αποτελούν υπέροχα δείγματα επιδεξιότητας στην επιλογή λέξεων: Το γεγονός ήταν ότι είχαμε μείνει απένταροι, όπως πάντα, να σκεφτόμαστε ποια από τα χαμόγελα που είχαν υποδεχτεί τα μεθυσμένα μου καμώματα μπορεί να έκρυβαν το ειρωνικό «μα ποιον πας να κοροϊδέψεις;» Μια αίσθηση παράδοξου επιστρέφει. Στο κεφάλαιο «Παρακαμπτήριο εξερεύνηση»: «Η σκοτεινιά της νύχτας έφερνε μαζί της μύριους ανησυχητικούς θορύβους και μια παράξενη αίσθηση κενού σε κάθεβήμα που κάναμε μέσα στο σκοτάδι». Στα Επεισόδια: «Και τότε, την ώρα της ενέδρας, μια αλλόκοτησιγή επικράτησε για μια στιγμή. Όταν πήγε να μαζέψει τους νεκρούς μετά τους πρώτους πυροβολισμούς, δεν ήταν κανένας στον αυτοκινητόδρομο…» Η εικόνα ξεχειλίζει από την αφθονία καιταυτόχρονα τη σιωπή του ορατού κόσμου: Η πελώρια φιγούρα ενός ελαφιού διέσχισε σαν οπτασία το ποταμάκι, και το προφίλ του, ασημί από τοφεγγαρόφωτο, χάθηκε στη λόχμη. Ο παλμός της φύσης μάς συγκίνησε βαθιά (Ημερολόγια Μοτοσικλέτας). Η φωνή και η παρουσία του [του Φιντέλ] στο δάσος, που φωτιζόταν από τους φακούς, προσέλαβετόνους κίνησης και μπορούσες να δεις ότι ο ηγέτης μας άλλαζε τις ιδέες πολλών ανθρώπων (Επεισόδια). Μολονότι γίνεται αναφορά στη φωνή και στον τόνο του Φιντέλ, η σκηνή μάς φαίνεται σιωπηλή, σαν να την παρακολουθούμε από μακριά.
Ο Αλμπέρτο Γκρανάδο ήταν αργεντινο-κουβανός γιατρός και συγγραφέας. Υπήρξε στενός φίλος του Τσε και συνταξιδιώτης του κατά το πολύμηνο ταξίδι τους στη Λατινική Αμερική, το οποίο καταγράφτηκε στο βιβλίο «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας». Ήταν ο ιδιοκτήτης της θρυλικής μηχανής «Ποδερόσα ΙΙ». Γεννήθηκε το 1922 το Ερνάντο, στην επαρχία της Κόρδοβα της Αργεντινής και σπούδασε βιοχημική και ειδίκευση στην επιδημιολογία και τη λεπρολογία. Αργότερα ίδρυσε στην Κούβα την Σχολή Ιατρικής του Σαντιάγκο και δίδαξε βιοχημεία στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας. Τη δεκαετία του ’80 έλαβε μέρος στην ίδρυση της Κουβανικής Εταιρείας Γενετικής της οποίας διορίστηκε πρόεδρος. Από το 1997 και έπειτα, έχοντας πλέον συνταξιοδοτηθεί, αφιερώθηκε στην προώθηση των συμφερόντων της Κούβας και των ιδεών του συντρόφου του, Τσε.