Η εικόνα του Τσε Γκεβάρα: Ο καθρέφτης της ντροπής

Του Άγγελου Ελεφάντη.

Να μιλάς σήμερα για τον Ερνέστο Γκεβάρα, τον θρυλικό Τσε, είναι σαν να πατάς αμέριμνος πάνω στον τάφο του παππού σου. Κι ωστόσο δεν είναι τόσο απόμακρος στον χρόνο όσο οι παππούδες μας, συνομήλικος είναι, ή περίπου. Σύγχρονος κι απόμακρος μαζί. Την απόσταση από τον επαναστάτη μιας άλλης εποχής τη δημιουργεί η πραγματική ιστορία του Γκεβάρα μέσα στην εποχή του, που δεν είναι πια η δική μας. Την «επικαιρότητά» του, τη συγχρονικότητά του, η αγορά των συμβόλων. Δεν εννοώ τα εμπορεύσιμα σύμβολα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ, αλλά τα σύμβολα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι και με τα οποία αλληλοαναγνωρίζονται. Γι’ αυτή τη δεύτερη συμβολοποίηση του Γκεβάρα θέλω να πω δυο λόγια, για την εικόνα του που ξεπερνά την εποχή του, ακόμη και την ιστορική του προσωπικότητα.

Δύο τα κύρια στοιχεία αυτής της εικόνας που καταναλώθηκε όσο λίγες αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια: το ένα ο ωραίος, ο νέος, ο ιδαλγικός επαναστάτης με το αστέρι στο μαύρο του μπερέ και το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα. Το άλλο στοιχείο, ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, τρυπημένο από τις σφαίρες των εκτελεστών του που έστειλαν τον Τσε στον άλλο κόσμο, ένα πτώμα «όμορφο», σαν Χριστός μετά την αποκαθήλωση, πτώμα όμως που έδειχνε αναντίλεκτα ότι ο ζωντανός άνθρωπος ήταν πλέον πεθαμένος και νεκρός.

Σε όσους έβλεπαν την εικόνα του ιδαλγικού επαναστάτη, η φωτογραφία του πτώματος έλεγε ότι το όραμα και ο οραματιστής δεν υπάρχουν πια. Σε όσους, πάλι, έβλεπαν το τρυπημένο από τις σφαίρες πτώμα, την αμετάκλητη απουσία του επαναστάτη, εκείνο το φλογερό βλέμμα της εικόνας του Τσε τον ξανάφερνε στη Γη ζωντανό ως επαναστάτη. Τη μια εικόνα, του νεκρού, την έφτιαξε η φωτογραφική μηχανή και οι σκοποί εκείνων που φωτογράφισαν το πτώμα.

Ήθελαν να καταδείξουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο σε όλη την οικουμένη ότι ο Τσε ήταν νεκρός. Μαζί του και ό,τι προσπάθησε, όσα οραματίστηκε. Επέζησε όμως επίμονα η εικόνα του επαναστάτη με το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα, παρ’ όλη την εμπορευματοποίηση που του επέβαλλαν τα ΜΜΕ, οι μόδες, οι ενδυματολογο-μουσικές βιομηχανίες και εκκεντρικότητες. Δεν ήταν όμως δικό τους δημιούργημα, όσο κι αν την ιδιοποιήθηκαν, την εκμεταλλεύτηκαν, την πούλησαν, όσο κι αν τη μελοδραματοποίησαν. Δεν ήταν η αγοραία χρήση της φωτογραφίας, του θρύλου και του μύθου που κράτησε στη ζωή το σύμβολο επί τριάντα χρόνια. Διότι το εικονίζον παρέπεμπε συνεχώς στον εικονιζόμενο και τα συμφραζόμενά του, σε μια φαντασιακή αναφορά, πέρα από τις μεντιατικές παραποιήσεις και τις ιδεολογικές οικειοποιήσεις του εκάστοτε συρμού.

Το εικονιζόμενο ήταν μια ρομαντική αναφορά στο πνεύμα της εξέγερσης, συμπύκνωνε τους οραματικούς συμβολισμούς μιας ολόκληρης γενιάς: της εξεγερμένης νεολαίας της δεκαετίας του ’60. Όχι, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε στην περίπτωση αυτή τη ρήση του Ιωάννου του Δαμασκηνού «άλλο το εικονίζον και άλλο το εικονιζόμενο», διότι υπήρξε ανάμεσά τους μια μυστική επικοινωνία. Η εικόνα του επαναστατικού συμβόλου, όπως όλα τα σύμβολα, καθοδηγούσε το βλέμμα μέσα στο χάος του άγνωστου και της προσδοκίας.

Δεν αναφέρομαι στους συμβολισμούς του Τσε και της εικόνας του στη Λατινική Αμερική. Εκεί η επιθυμία και η ανάγκη, η κοινωνική συνθήκη της καταπιεσμένης αγροτιάς και της απέραντης πλέμπας των πόλεων, δίνουν άλλα νοήματα στους λαϊκούς συμβολισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές. Εκτρέφουν ακόμη και την αγιοποίηση. Δεν είναι ίδια η περίπτωση στο Καρτιέ Λατέν, στη Ρώμη, στα Εξάρχεια. Αναφέρομαι στη θέση που κατέκτησε το σύμβολο Τσε στην εξεγερμένη νεολαία -κι όχι μόνο- της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Εδώ, σ’ ένα πρώτο επίπεδο πρόσληψης του Τσε έδρασε ο συμβολισμός του αντάρτη, του γκεριγέρο, για την άμεση πολιτική συνθηματολογία: ένα, δύο, τρία Βιετνάμ, η Τρικοντινεντάλ, η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού (μαοϊκό αυτό, αλλά συμβατό με το γκεβαρικό διάβημα), το αντάρτικο πόλης, ο ένοπλος αγώνας που μόνο αυτός αποδίδει την αλήθεια στην επαναστατική πράξη, η θεωρία του focus, το παράδειγμα της πρωτοποριακής ομάδας που θα μιμηθούν οι μάζες, η επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ο ασυμβίβαστος αντιγραφειοκράτης. Όμως, αυτή η άμεση πολιτική συνθηματολογία και ιδεολογία, η εμπνευσμένη από το παράδειγμα του Γκεβάρα και που μετέτρεψε τον πολιτικό-πρακτικό και θεωρητικό του λόγο σε «γκεβαρισμό», γρήγορα εκμηδενίστηκε, όπως και η απόπειρα του Τσε στα βουνά της Βολιβίας. Και δεν άφησε τίποτε πίσω της, παρά μονάχα τη νοσταλγία και κάποιες απονεννοημένες απόπειρες που έσβησαν κι αυτές στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80, μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση των εμπνευστών της. Ο γκεβαρισμός στη Δύση δεν είχε συνέχεια. Υπήρξε όμως κάτι βαθύτερο από την επαναστατική γυμναστική και την ανατρεπτική φλυαρία, που πουθενά δεν γνώρισαν καμιά νίκη. Ξέρουμε ότι οι εξεγέρσεις -οι φοιτητικές και οι εργατικές- της δεκαετίας του ’60 δεν απείλησαν και δεν άλλαξαν τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλια -τον καπιταλισμό- των κοινωνιών που τις γέννησαν. Η μια κοινωνία μετά την άλλη, η μια εξουσία μετά την άλλη επανέκτησαν γρήγορα το πρόσκαιρα χαμένο έδαφος, εξομάλυναν την αναταραχή, ξαναβρήκαν τον βηματισμό τους. Τούτη η επανάκτηση θα ήταν υπεραρκετή να ενταφιάσει για πάντα το είδωλο του Τσε, όπως χώνεψε κι άλλα πολύ πιο μακρόβια και πολύ πιο αγκυρωμένα στις συλλογικές αναπαραστάσεις σύμβολα.

Πρέπει, ωστόσο, να πάρουμε υπόψη ότι, κατά την «εξεγερμένη» δεκαετία του ’60 στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως, είχε υπάρξει μια ορισμένη σύγκλιση του πολιτικού οράματος με το πολιτισμικό. Εντελώς επιγραμματικά υπενθυμίζω νέα αιτήματα που ανατάραζαν την κατεστημένη τάξη: σεξουαλική επανάσταση, φεμινισμός, αντιαυταρχικό σχολείο, σχετικοποίηση της επιστήμης, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, οικολογία, αντιψυχιατρική, έκρηξη της υποκειμενικότητας, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και γενικότερα των ιεραρχικών δομών, αναθεμελίωση του πανεπιστημίου, αμφισβήτηση του ευρωπαιοκεντρισμού, της κομματοκρατίας, του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, της μικροαστικής ηθικής. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα ότι η εξουσία θεμελιώνεται όχι μόνο στο κράτος και τα χρηματιστήρια, αλλά και σε άλλους πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ακόμη και στη γλώσσα και στην τέχνη και στο σχολείο. Αυτές οι αναζητήσεις, οι ζητήσεις και κινήματα, συνοδευμένες από τη ροκ, τα τζην, τα τραγούδια των Μπητλς και του Ντύλαν, συνοδευμένες από το αντιπολεμικό πνεύμα και την άρνηση του σοβιετισμού, καταλήγουν σε αποσύνθεση μέσα στη νοσταλγία ή στην αντιστροφή. Η φαντασία δεν ήρθε στην εξουσία, πολλοί «φαντασμένοι» όμως θρονιάστηκαν για τα καλά εκεί. Σ’ αυτές όμως τις κοινωνικές ζητήσεις της δεκαετίας του ’60 πρέπει να αναζητήσει κανείς τους λόγους της επιβίωσης του ειδώλου του Τσε: στο σώμα, αν και ασπόνδυλο, μιας πολιτιστικής επανάστασης, που δεν βρήκε τρόπο να είναι κάπως και πολιτική. Γιατί ήταν πράγματι μια πολιτιστική επανάσταση, μολονότι τελικά χάθηκε αφήνοντας τον Κλίντον με το τρομπόνι του να παίζει τον επικήδειό της.

Ο Τσε, αν και χάθηκε «ανώφελα», θα πάρει επικές διαστάσεις. Ίσως ήταν η τελευταία έκφραση επικής ιδεολογίας. Το μοντέλο, βέβαια, του γκεβαρισμού δεν αντιστοιχούσε σε ό,τι προσδιόριζε την εποχή εκείνη στην ανεπτυγμένη Δύση. Ο Τσε, όμως, αυτό το βλέμμα στον ορίζοντα, ενσάρκωσε δυνατά την προσδοκία για την αλλαγή της ζωής, των προϋποθέσεων της ζωής. Δεν ξέρω τι έβλεπε ο ίδιος, ίσως μάλιστα το όραμά του να μας είναι ξένο σήμερα, όπως και οι τρόποι που διάλεξε για να το πραγματοποιήσει, ίσως να προστάτευσε τη σαγήνη του ο θάνατός του. Παρά ταύτα, δεν πιστεύω ότι η «επικαιροποίηση» του Γκεβάρα αυτές τις μέρες είναι μεντιατικός θόρυβος, ούτε νοσταλγία παλαιών πολεμιστών που τη συνδαυλίζει η επέτειος. Έχει μείνει κάτι πολύ σημαντικό, ζεστό, από τη δεκαετία του ’60 και το κατεξοχήν σύμβολό της: η ανάγκη της εξέγερσης, η κληρονομιά της απείθειας. Η ανάγκη της εξέγερσης, της επανάστασης, είναι η πιο ανθρώπινη πολιτική και ηθική ανάγκη, όταν η ζωή γίνεται αβίωτη. Είναι η στιγμή που, όπως έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, αισθανόμαστε ντροπή να είμαστε άνθρωποι. Η εικόνα του Ερνέστο Γκεβάρα είναι ο καθρέφτης για το πρόσωπο της ντροπής μέσα στον μεταμοντέρνο κόσμο μας.

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Ενθέματα, εμβολιασμοί και στράτευση. Παρεμβάσεις για την Αριστερά 1996-2008, Αθήνα 2008, σ. 75-79. Η αναδημοσίευση έγινε από το ιστολόγιο «ΠαραλληλοΓράφος«. Ο Άγγελος Ελεφάντης (1936-2008) ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Σάντα Κλάρα (Santa Clara)

Το άγαλμα του Τσε στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα.

Η ιστορική πόλη της Σάντα Κλάρα (ιδρύθηκε το 1689) είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας Βίγια Κλάρα στην Κούβα. Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της χώρας και η ιστορία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κορυφαίες στιγμές της Κουβανική επανάστασης. Στις 29 Δεκεμβρίου 1958 ο αντάρτικος στρατός του Φιντέλ Κάστρο εισήλθε στην πόλη απελευθερώνοντας την από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μπατίστα, δίνοντας καθοριστικό χτύπημα στο δικτατορικό καθεστώς και ανοίγοντας το δρόμο γιά την επέλαση των μπαρμπούδος προς την πρωτεύουσα Αβάνα. Η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα έγινε από τις φάλαγγες του Τσε και του Καμίλο Σιενφουέγος, σε μια απ’ τις πλέον επικές μάχες της επανάστασης. Δώδεκα ώρες μετά την πτώση της πόλης, ο Φουλχένσιο Μπατίστα εγκατέλειψε τη χώρα.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑ ΚΛΑΡΑ

Τα τμήματα υπό την καθοδήγηση του Γκεβάρα μετακινήθηκαν από τις 28 Δεκεμβρίου από το λιμάνι του Καϊμπαριέν δια μέσου του τοπικού οδικού δικτύου στην Σάντα Κλάρα. Εν τω μεταξύ, κυβερνητικές δυνάμεις στην στρατιωτική βάση του Καμαϊουάνι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα η μετακίνηση των επαναστατών να συνεχιστεί ανενόχλητα. Τα χαράματα τα επαναστατικά τμήματα βρίσκονταν στο Πανεπιστήμιο της πόλης.

Οι επαναστατικές δυνάμεις, 300 ένοπλοι, διαιρέθηκαν σε δύο ομάδες ομάδες. Η νότια ομάδα ήρθε αντιμέτωπη με τις δυνάμεις του Συνταγματάρχη Κασίγιας Λουμπούϊ. Το επονομαζόμενο «τάγμα αυτοκτονίας» της δεύτερης ομάδας υπό τον Ρομπέρτο Ροντρίγκεθ (ή «Ελ Βακερίτο»), εστάλη από τον Γκεβάρα να καταλάβει τον στρατηγικής σημασίας λόφο στα προάστια της πόλης, όπου βρίσκονταν το αρχηγείο των κυβερνητικών (μέσα σε ένα θωρακισμένο βαγόνι τρένου), χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες. Εντός σύντομου χρονικού διαστήματος η ομάδα του Ροντρίγκεθ έτρεψε σε φυγή τους κυβερνητικούς, οι οποίοι κατέφυγαν σε κέντρο της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι παραδόθηκαν.

Εντός της πόλης, έλαβαν μέρος σποραδικές οδομαχίες, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις υπό τον Ρολάνδο Κουμπέλα, υποστηρίχθηκαν ενεργά και από πολίτες, οι οποίοι τους παρείχαν βόμβες μολότωφ. Οι κυβερνητικοί παρόλο που είχαν υποστήριξη από την αεροπορία και από τεθωρακισμένα οχήματα δεν κατάφεραν παρόλα αυτά να απωθήσουν τους επιτιθέμενους.

Με την κατάληψη του θωρακισμένου τρένου στο οποίο αιχμαλωτίσθηκαν πολλοί κυβερνητικοί αξιωματικοί και κατασχέθηκε μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών, το έργο του Γκεβάρα διευκολύνθηκε ανυπολόγιστα. Η ψυχολογική τροπή των γεγονότων όμως ήταν ακόμη πιο σημαντική καθώς τα περισσότερα οχυρά παραδόθηκαν στους επαναστάτες. Κατά το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Τσε Γκεβάρα μέσω ραδιοφωνικής εκπομπής ανακοίνωσε ότι και τα τελευταία προκαλύμματα του καθεστώτος Μπατίστα στην Σάντα Κλάρα παραδόθηκαν.

Πηγή: Wikipedia.

Σήμερα η Σάντα Κλάρα αριθμεί περί τους 240.000 κατοίκους και είναι απ’ τις πλέον διάσημες τουριστικές τοποθεσίες της Κούβας. Στην πόλη βρίσκεται το Μαυσωλείο του Τσε Γκεβάρα στο οποίο έχουν ταφεί τα οστά του, ενώ στο ίδιο σημείο υπάρχει μουσείο αφιερωμένο στον κορυφαίο επαναστάτη.

Χάρτης της ευρύτερης περιοχής της επαρχίας Βίγια Κλάρα.

Ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης

Tο παρακάτω κείμενο του Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος δημοσιεύθηκε ως Προλογικό Σημείωμα στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» (Che Guevara talks to young people), εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2004.

Του Αρμάντο Χαρτ*.

Για μένα είναι τιμή και ταυτόχρονα αποτελεί μια πραγματική πρόκληση η συγγραφή ενός προλόγου στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» – ένα βιβλίο που ως επίλογο έχει την ομιλία του Φιντέλ μπροστά στο μνημείο το οποίο χτίστηκε στο κέντρο του νησιού για να στεγάσει τα ιερά οστά του ήρωα, μαζί με εκείνα των αξέχαστων συντρόφων του. Θα προσπαθήσω να μοιραστώ με το νέο σε ηλικία αναγνώστη – στον οποίο, κατά κύριο λόγο, απευθύνεται το βιβλίο αυτό – κάποιες, σύντομες αναγκαστικά, σκέψεις γι’ αυτή την εξαιρετική φυσιογνωμία της αμερικανικής ηπείρου και της συγχρονης παγκόσμιας ιστορίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Τσε θα μιλούσε διαφορετικά σήμερα στους νέους ανθρώπους – οι οποίοι βιώνουν πολύ διαφορετικές συνθήκες – απ’ ότι μιλούσε τρείς και πλέον δεκαετίες νωρίτερα. Ξαναδιαβάζοντας, ωστόσο, αυτές τις ομιλίες, εκπλήσσεται κανείς από το πόσο εξαιρετικά επίκαιρες είναι. Οι ομιλίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι πράγματι ο Τσε είναι ένας άνθρωπος του παρόντος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λεγόταν ότι όλα τα μοντέλα αλλαγής του κόσμου είχαν πλέον εκλείψει, και μαζί τους κάθε πιθανότητα να βρεθούν νεα. Η εικόνα, όμως, του Ηρωικού Αντάρτη προβάλλει σαν ένα φάντασμα που πλανάται σε όλον τον δυτικό κόσμο. Το φάντασμα αυτό μεγαλώνει και θα συνεχίσει να γιγαντώνεται, θα δυναμώνει και θα μεγαλώνει ο πλούτος των ιδεών του στον βαθμό που αγγίζει τους νέους ανθρώπους και εκείνοι κάνουν κτήμα τους την ουσία των πράξεων και των οραμάτων του Τσε. Ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ένας από τους πιο σημαντικούς επαναστάτες στοχαστές της Λατινικής Αμερικής, μελέτησε και κατέδειξε την αναγκαιότητα των μύθων. Επισήμανε ότι οι λαοί που κατάφεραν πολλά, χρειάστηκε να δημιουργήσουν μύθους μεταξύ των μαζών. Εάν θέλουμε να είμαστε επαναστάτες με την αυστηρή έννοια του όρου, πρέπει να μελετήσουμε τα αίτια και τους παράγοντες που κάνουν τον Τσε να ζει στις καρδιές της αμερικανικής ηπείρου και να εκφράζει με χίλιους δυο τρόπους τους πόθους και τα οράματα της πιο ριζοσπαστικής νεολαίας κάθε ηπείρου. Τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που πέρασε στην αθανασία στη χαράδρα του Γιούρο, η μορφή του αντηχεί στις πλατείες και στους δρόμους, ξαναζωντανεύοντας την κραυγή «Πάντα μπροσά ως τη νίκη!» (Hasta la victoria siempre!). Ο καλύτερος τρόπος να είμαστε συνεπείς προς τις ιδέες του σοσιαλισμού και προς τις δυνατότητες μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας και να εντοπίσουμε τους λόγους που βρίσκονται πίσω από αυτό το γεγονός.

Τα διδάγματα και το παράδειγμα της θυσίας του Τσε στις ζούγκλες της Βολιβίας έχουν χαράξει για πάντα στο μυαλό των νέων γενιών μια αίσθηση ηρωισμού και ηθικών αξιών στην πολιτική και στην ιστορία. Και αφού ο ηθικός παράγοντας είναι αυτό που λείπει από την πολιτική, και η έλλειψη αυτή έχει οδηγήσει ακόμα και σε επαναστάσεις, υπάρχει μια πεποίθηση του Τσε που έχει με δραματικό τρόπο επιβεβαιωθεί: δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον ηθικό παράγοντα. Ο Τσε μίλησε επίσης με ευγλωττία, βάθος και σφρίγος για την ανάγκη ενός νέου τύπου ανθρώπου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Η ίδια η ζωή έχει υποχρεώσει έναν τέτοιο άνθρωπο να διαμορφωθεί στον εικοστό αιώνα. Η αναγνώριση του τεράστιου ρόλου της κουλτούρας και των ηθικών αξιών στην ιστορία των πολιτισμών και τα πρακτικά συμπεράσματα που βγαίνουν από την αναγνώριση αυτή είναι το σημαντικότερο μήνυμα του Comandante Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προς τους νέους ανθρώπους. Το ζήτημα αυτό έχει μια προϊστορία. Ο πολιτισμός δεν ανέλυσε ποτέ με το απαιτούμενο βάθος και απο επιστημονική σκοπιά το ρόλο των ηθικών και πνευματικών αξιών στο πέρασμα της Ιστορίας. Αυτή είναι η πιο σημαντική πνευματική πρόκληση που έχει κληροδοτήσει στη νεολαία ο εικοστός αιώνας.

Η δυτική και χριστιανική κουλτούρα στην Ευρώπη εξελίσσεται από το έτος 1000 και νωρίτερα, για να καταφέρει – με το Μαρξ και τον Ένγκελς – να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο της φιλοσοφικής γνώσης, στους τομείς των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, στο μεταξυ, αποκρυσταλλωνόνταν ένας τρόπος σκέψης – με σύμβολα τον Μπολιβάρ και τον Μαρτί – ο οποίος, σε επιστημονική βάση, τόνιζε τη δύναμη του ανθρώπου και τον ρόλο της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της πολιτικής. Η πρωτοτυπία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – όπως και της κουβανικής επανάστασης – συνίσταται στο εξής: εμπνευσμένος από την πνευματική κληρονομιά της Δικής μας Αμερικής και με αφετηρία την αφοσίωση του στις ηθικές αξίες, υιοθέτησε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς και υποστήριξε τη χρήση των λεγόμενων υποκειμενικών παραγόντων στην κινητοποιήση και την καθοδήγηση της επαναστατικής δράσης των μαζών και της κοινωνίας συνολικά.

Ο Χαρτ (δεξιά) με τον Τσε την περίοδο της Επανάστασης.

Αυτό που είναι πολύτιμο και ενδιαφέρον από τη σκοπιά του μαρξισμού είναι ότι, από την άποψη που μόλις ανέφερα, ο Τσε βρέθηκε κατά βάθος πιο κοντά στον Μαρξ, απ’ ότι άλλες ερμηνείες των ιδεών του συγγραφέα του Κεφαλαίου, οι οποίες κυριάρχησαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Η τριτοκοσμική προοπτική των διεθνιστών ανταρτών που έπεσαν στη Βολιβία ήταν ένα σιωπηρό κάλεσμα προς τους σοσιαλιστές, να προσανατολίσουν αποφασιστικά τις ενέργειες τους προς τον Τρίτο Κόσμο. Η σοφία μιας τέτοιας ηθικής και πολιτικής προοπτικής δεν έγινε κατανοητή και δεν υποστηρίχθηκε στον καιρό της, από εκείνους που μπορούσαν και όφειλαν να το κάνουν. Γι’ αυτόν το λόγο, ο κόσμος άλλαξε κατά τρόπο που να ευνοεί την πιο αντιδραστική δεξιά, καταλήγοντας σε ένα μεταμοντέρνο χάος.

Σε μια ομιλία του Τσε στο Αλγέρι, στις 24 Φλεβάρη του 1964, αυτό το κάλεσμα προσέλαβε δραματικές διαστάσεις και χαρακτήρα έντονης αντιπαράθεσης. Κατά τραγικό τρόπο, η ιστορία θα απεδείκνυε πως είχε δίκαιο. Το πιο θλιβερό πράγμα για τους επαναστάτες είναι ότι η θέση του Τσε σχετικά με το ρόλο των χωρών που παλαιότερα ήταν αποικίες ή νεο-αποικίες βρισκόταν πολύ κοντά στα όσα είχε προβλέψει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ο Λένιν, εφιστώντας την προσοχή στη σημασία των απελευθερωτικών κινημάτων τα οποία ξεπρόβαλλαν τότε στην Ανατολή. Υπάρχουν πολλά πολύτιμα βιβλία γραμμένα από τον άνθρωπο που σφυρηλάτησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, τα οποία θα έπρεπε να μελετήσουμε ξανά σήμερα.

Η ανεπάρκεια των κοινωνικών επιστημών στο κυρίαρχο σύστημα απορρέει από το γεγονός ότι αρνούνται να αντικρίσουν μια αποφασιστικής σημασιας πραγματικότητας: τη φτώχεια που εξαπλώνεται σήμερα και η οποία αποτελεί, μαζί με την καταστροφή της φύσης, τη ρίζα των δεινών και της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου. Η σπουδαιότερη πρόκληση για τον άνθρωπο, καθώς χαράζει ο εικοστός αιώνας, είναι να ξεπεράσει την κατάσταση αυτή. Από επιστημονική σκοπία, το να θέτει κανείς ένα τέτοιο ζήτημα – αντί να υποκρίνεται ότι δεν υπάρχει – είναι ο ακρογωνιαίος λίθος ενός ηθικού συστήματος το οποίο φιλοδοξεί να θέσει γερά θεμέλια για το μέλλον. Η περιφρόνηση του ανθρώπινου πόνου είναι το μεγαλύτερο έγκλημα των κοινωνικών συστημάτων που υπάρχουν στις μέρες μας. Να είμαστε ρεαλιστές, αλλά να βλέπουμε την πραγματικότητα του ανθρώπου συνολικά και σφαιρικά, όχι αποσπασματικά, με μικροπρέπεια, όπως την αντιλαμβάνονται τα σημερινά κυρίαρχα συμφέροντα.

Ο Τσε έβλεπε και αποτιμούσε την πραγματικότητα από μια ηθική σκοπιά – με σκοπό να τη βελτιώσει. Εδώ εντοπίζεται η δύναμη του μύθου που μας άφησε. Οι ιδέες του συνδυάζουν την πιο εξελιγμένη εκδοχή της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης – τον Μαρξ και τον Ένγκελς – με το ουτοπικό όραμα της Δικής μας Αμερικής – του Μπολιβάρ και τον Μαρτί. Το σφάλμα όσων αποκηρύσσουν την ουτοπία είναι ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές ανάγκες όπως προκύπτουν από τα γεγονότα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν είναι ικανοί να συλλάβουν τις αλήθειες του αύριο.

Η πεμπτουσία του λατινοαμερικανικού πολιτισμού που βρίσκεται στην επαναστατική συνείδηση του Τσε συνίσταται στο εξής: έβλεπε την πραγματικότητα και την πράξη ως απαραίτητα στοιχεία για την κατανόηση της αλήθειας και για τον μετασχηματισμό του κόσμου ώστε να υπερισχύσει η δικαιοσύνη, ενώ την ίδια στιγμή έπαιρνε την αίσθηση της ουτοπίας που έχει ο Νέος Κόσμος και τη μετέτρεπε σε κίνητρο για τη διαμόρφωση της πραγματικότητας του αύριο. Ο Τσε δεν αποκήρυξε, λοιπόν, ούτε την πραγματικότητα, ούτε την ελπίδα. Ήταν ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης, απαραίτητα στοιχεία και τα δύο για να ανταποκριθεί στην πρόκληση του επόμενου αιώνα η αμερικανική ήπειρος, αλλά και ο κόσμος.

* Ο Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος (γεν.1930) είναι διαπρεπής κουβανός πολιτικός και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας.  Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και δραστήριο οργανωτικό μέλος της Επανάστασης.  Είναι ο πατέρας της αδικοχαμένης τροτσκίστριας συγγραφέως Σέλια Χαρτ (1963-2008).

Τσε και Γιόσιπ Τίτο στο Βελιγράδι / Che and Josip Tito in Belgrade

κλίκ γιά μεγέθυνση

Χειραψία με τον Στρατάρχη Γιόζιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι, 1959. Ο Τσε επισκέπτηκε τη Γιουγκοσλαβία ως πρέσβης καλής θελήσεως της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας.

Ο Τσε, ο Τίτο και μέλη της κουβανικής αποστολής.

Με το Μάο Τσε Τούνγκ στην Κίνα / Che Guevara and Mao Tse Tung in China

Συνάντηση με τον ηγέτη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας Μάο Τσε Τουνγκ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη μεγάλη ασιατική χώρα. 

Hasta Siempre, Comandante

Το «Hasta Siempre, Comandante» είναι τραγούδι που γράφτηκε το 1965 από τον κουβανό κιθαρίστα, τραγουδιστή και συνθέτη Κάρλος Πουέμπλα (Carlos Puebla). Είναι το πλέον διάσημο τραγούδι με κύριο θέμα του τον Τσε. Σύμφωνα με τον Πουέμπλα, οι στίχοι του τραγουδιού αποτελούν στην ουσία απάντηση στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε προς τον Φιντέλ Κάστρο, με το οποίο γνωστοποιούσε στον κουβανικό λαό την πρόθεση του να στηρίξει επαναστατικά κινήματα σε άλλες γωνιές του κόσμου.

Ένας μεγάλος αριθμών καλλιτεχνών απ’ όλη την υφήλιο έχει ερμηνεύσει το συγκεκριμένο τραγούδι. Μεταξύ των τραγουδιστών και συγκροτημάτων που το ερμήνευσαν είναι οι: Los Calchakis, Compay Segundo, Soledad Bravo, Óscar Chávez, Nathalie Cardone, Robert Wyatt, Inés Rivero, Silvio Rodríguez, Ángel Parra, Celso Piña, Walter Cesar, Xesco Boix, Wayna taki, Veronica Rapella, Rolando Alarcón, Los Olimareños, Julio Cesar Barbosa, Los Machucambos, Ciganos D’Ouro, Jan Garbarek, Wolf Biermann, Boikot, The Buena Vista Social Club, Giovanni Mirabassi and Al Di Meola, Ahmet Koç, Mohsen Namjoo. Στην Ελλάδα το έχουν ερμηνεύσει η Μαρία Φαραντούρη, ο Γιώργος Νταλάρας και οι Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Αλκίνοος Ιωαννίδης και Χρήστος Θηβαίος.

Οι ισπανικοί στίχοι του τραγουδιού είναι ως εξής:

Aprendimos a quererte

desde la histórica altura

donde el Sol de tu bravura

le puso cerco a la muerte.

[Χορός]

Aquí se queda la clara,

la entrañable transparencia,

de tu querida presencia,

Comandante Che Guevara.

Tu mano gloriosa y fuerte

sobre la Historia dispara

cuando todo Santa Clara

se despierta para verte.

[Χορός]

Vienes quemando la brisa

con soles de primavera

para plantar la bandera

con la luz de tu sonrisa.

[Χορός]

Tu amor revolucionario

te conduce a nueva empresa

donde esperan la firmeza

de tu brazo libertario.

[Χορός]

Seguiremos adelante,

como junto a tí seguimos,

y con Fidel te decimos :

«¡Hasta siempre, Comandante!»

[Χορός]

Τους ελληνικούς στίχους του «Hasta Siempre» έγραψε η Δέσποινα Φορτσέρα.

Πυξίδα μέσα στον χρόνο

κι ο μύθος να σου ανήκει

είναι των ματιών σου οι κύκλοι

που αγκαλιάσανε τον κόσμο

Εδώ θα μείνει για πάντα

το ζεστό το πέρασμά σου

φωτιά που ανάβει η ματιά σου

Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Εσύ που ανάβεις τ’αστέρια

της μνήμης φτιάχνεις τον χάρτη

και περνάς μέσα απ’την στάχτη

την ελπίδα σ’άλλα χέρια

Εδώ θα μείνει για πάντα

το ζεστό το πέρασμά σου

φωτιά που ανάβει η ματιά σου

Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Σα θρύλος γύρω καλπάζεις
σαν ευχή και σαν κατάρα
στα στενά της Σάντα Κλάρα
το όνειρό σου δοκιμάζεις

Εδώ θα μείνει για πάντα
το ζεστό το πέρασμά σου
φωτιά που ανάβει η ματιά σου
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Μιλάς κοιτώντας μπροστά σου
το ποτάμι της ευθύνης
και στην ιστορία δίνεις
τη φωνή και τ’όνομά σου

Εδώ θα μείνει για πάντα
το ζεστό το πέρασμά σου
φωτιά που ανάβει η ματιά σου
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Γελάς και γίνεται μέρα
η νύχτα σε συλλαβίζει
μυστικά σου ψιθυρίζει
Hasta Siempre Κομαντάντε

Εδώ θα μείνει για πάντα
Το ζεστό το πέρασμά σου
Φωτιά που ανάβει η ματιά σου
Κομαντάντε τσε γκεβάρα.

Ο μεγάλος γιός της Λατινικής Αμερικής

Μια μελέτη της Έλλης Αλεξίου.

Με πολλή δυσκολία παίρνει κανείς την πένα, όταν είναι να γράψει για μορφές της ιστορίας, όπως ο Ερνέστο Γκουεβάρα. Πώς να τολμήσεις να καταπιαστείς με τέτοιο εγχείρημα, έχοντας μπροστά σου έναν υπεράνθρωπο, ένα ανθρώπινο φαινόμενο, που όσοι τον γνώρισαν ή ασχολήθηκαν με την προσωπικότητά του, μόνο σαν ημίθεο τον παρουσιάζουν. Ο Ερνέστο Γκουεβάρα, που οι Κουβανέζοι αποκαλούν χαϊδευτικά Τσέ, υπήρξε ο άνθρωπος, που τόσο κυριαρχήθηκε από τα ιδανικά του, που αυτά μόνο γίνανε ο Πολικός του. Και μπρός σ΄ αυτά είχαν πάψει να λειτουργούν και να υπάρχουν όλες οι ανθρώπινες ανάγκες. Στα ιδανικά υποτάχτηκαν όλες οι ανθρώπινες αδυναμίες, όλες οι ανθρώπινες επιδιώξεις. Αλλά ποιά να ήσαν άραγε αυτά τα πανίσχυρα ιδανικά, που κυριαρχούσαν μέσα του; Ισως γίνουν περισσότερο καταληπτά, αν αναφερθούμε στο τελευταίο γράμμα που στέλνει ο Τσέ στα παιδιά του:
«…Αν έρθει μέρα, που θα διαβάσετε αυτό μου το γράμμα, θα πεί πως ο πατέρας σας έχει φύγει από κοντά σας… Ο πατέρας σας είναι ένας άνθρωπος, που ενεργεί όπως σκέπτεται. Και πού σίγουρα έμεινε πάντα πιστός στις πεποιθήσεις του… Προπάντων να κρατήσετε μέσα σας την ικανότητα να αισθάνεστε πολύ βαθιά κάθε αδικία, που διαπράττεται εναντίον οποιουδήποτε, σ΄ οποιοδήποτε σημείο κι αν είναι του κόσμου… Αυτή είναι η πιό ωραία αρετή ενός επαναστάτη…».

Το χτύπημα λοιπόν της αδικίας, αδιάφορο για το πού γίνεται η αδικία, από ποιόν και για ποιόν, ήτανε η μόνιμη αγωνία του Τσέ, που κανόνιζε, και κανόνισε ως το τέλος, την πορεία της ζωής του. Ο Τσέ ήταν Αργεντίνος, από το Ροζάριο της Αργεντινής. Εκεί γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1928. Παιδί αστικής οικογένειας, έκαμε τις σπουδές που ταίριαζαν στην τάξη του. Σπούδασε γιατρός, κι έκανε την ιατρική του εξάσκηση και ειδίκευση σε λεπροκομείο. Αλλά στη ζωή του, που το μεγάλο μέρος της το πέρασε στην παρανομία, στις ερημιές και στις χαράδρες, μέσα στα απόκρημνα βράχια και στα πυκνόφυτα δάση της Σιέρρα Μαέστρα, άσκησε πληθωρικά την ιατρική, επιδένοντας τραύματα, κάνοντας τις επιβαλλόμενες επεμβάσεις, περιθάλποντας και αγρυπνώντας κοντά στους συναγωνιστές του, στις πολύμορφες, και πολύμοχθες αντάρτικες περιπέτειες. Για ξένη γλώσσα έμαθε τα γαλλικά, και αγαπώντας από μικρός πολύ το διάβασμα, διάβασε τους μοντέρνους για τότε Γάλλους ποιητές Μπωντλέρ, Βερλέν και Γκαίτε, Νερούντα… χωρίς να παραμελεί και σοβαρότερα βιβλία, τον Μάρξ, Λένιν, Σπένγκλερ, και άλλους. Λένε μάλιστα πως δεν αποκλείεται να σπούδασε γιατρός, επηρεασμένος από τη μελέτη των έργων του Φρόυντ. Εξάλλου, κι αν γεννήθηκε στη Ροζάριο, τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στο Μπουένος Αιρες, την πρωτεύουσα της Αργεντινής, με σπουδαίο Πανεπιστήμιο, καθώς και στην Κόρδοβα. Ο πατέρας του ήταν αρχιτέκτων και η εργασία του απαιτούσε τη διαμονή σε μεγαλύτερα κέντρα. Ο νεαρός Τσέ σαν φοιτητής δέχτηκε από νωρίς τις φιλελεύθερες προοδευτικές επιδράσεις της νεολαίας της Αργεντινής και κυριεύτηκε από ακαταμάχητες παρορμήσεις ταξιδιών που η επαναστατική φύση του δεν θα άφηνε ανικανοποίητες. Με ελάχιστα μέσα, συχνά κάνοντας και τον φωτογράφο διέτρεξε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο ίδιος έλεγε πώς ξέρει καλά όλες σχεδόν αυτές τις χώρες. Κατά κύριο λόγο φυσικά την απέραντη πατρίδα του την Αργεντινή. Αλλά και τη Βενεζουέλα, το Μιάμι, τη Γουατεμάλα, το Μεξικό, την Κούβα.

Τα ταξίδια αυτά πρόσφεραν στον Τσέ τη δυνατότητα να γνωρίσει καλά – καλά τη Λατινική Αμερική όχι μόνο γεωγραφικά, μα εθνικιστικά. Διαπίστωσε πώς οι χώρες αυτές αποτελούν στην ουσία μια ενότητα. Πώς τις χωρίζουν πλαστά σύνορα, ενώ τις ενώνουν οι κοινές τύχες τους. Παντού συνάντησε την ίδια αθλιότητα, την ίδια γύμνια, την ίδια εκμετάλλευση. Εθνικιστικά δεν συναντούσε χτυπητές διαφορές. Μέσα του σιγά – σιγά καλλιεργούνταν η συναίσθηση πως είναι Λατινοαμερικάνος. Ούτε Αργεντίνος, ούτε Μεξικάνος, ούτε Βραζιλιάνος, ούτε Κουβανός… Και αξίζει να σημειωθεί πως η συναίσθηση αυτή, που ήταν επίκτητη, επαληθευόταν ακόμα και με τον τόνο της φωνής του και με την ομιλία του. Κανένας ακούοντάς τον δεν μπορούσε να καθορίσει με σιγουριά ποιάς χώρας είναι πολίτης. Δεν είχε η προφορά του ξεχωριστό χρωματισμό.

Η Επαναστατική του δράση αρχίζει

Μπορούμε να πούμε πώς η επαναστατική, αντάρτικη δράση του άρχισε από τη Γουατεμάλα. Εζησε από κοντά τα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης της χώρας αυτής, στη μεγίστη πλειοψηφία της δημοκρατικής, και τις εγκληματικές ενέργειες του στρατοκράτη Καστίλλο Αρμάς, που βοηθούμενος από τους Αμερικάνους, έπνιξε το ξεσήκωμα του λαού της Γουατεμάλας. Παρόμοια γεγονότα είχαν προηγηθεί στο Καρακάς. Η ψυχή του Γκουεβάρα έβλεπε, βασανιζόταν και αποθήκευε πικρίες και τύψεις. Αλλά στη Γουατεμάλα δεν είχε μείνει με δεμένα χέρια. Ολο το 1954 έζησε από πρώτο χέρι το δράμα της Γουατεμάλας. Αντάρτης, παράνομος, κυνηγημένος και καταζητούμενος. – Είχε ελπίσει και σε έγκαιρη αποστολή όπλων, που δεν πραγματοποιήθηκε -. Οταν καταπνίγηκε κάθε λαϊκή αντίσταση, ο Τσέ πέρασε στο Μεξικό. Οχι βέβαια για να εγκαταλείψει τα όνειρά του, και να αλλάξει γραμμή πορείας, αλλά αντίθετα για να πλουτίσει τις γνώσεις του και να συμπληρώσει τις ελλείψεις του, που η επαναστατική δράση του στη Γουατεμάλα του τις είχε αποκαλύψει. Στο Μεξικό με μια ομάδα συναγωνιστών επιδόθηκε σε εντατικές στρατιωτικές ασκήσεις. Μέσα σε αυστηρή συνωμοτικότητα και παρανομία ασκούνταν στη σκοποβολή, στη χρήση ποικίλων όπλων κλπ., προετοιμάζοντας ένα μελλοντικό αντάρτικο. Εκεί, στο Μεξικό, εντελώς τυχαία και απρόσμανα, έγινε η πρώτη συνάντηση των δύο μεγάλων: Του Τσέ και του Φιντέλ Κάστρο. Υπάρχουν τέτοιες καταπληκτικές συμπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων, που μοιάζουν μ΄ ενσυνείδητες επεμβάσεις μυστικών δυνάμεων.

Ο ίδιος ο Τσέ στα απομνημονεύματά του, έτσι περιγράφει το πρώτο αντάμωμά του με τον Φιντέλ Κάστρο: «Εκείνος που σας γράφει αυτές τις γραμμές, μπερδεμένος και παρασυρμένος από τα κύματα των κοινωνικών κινημάτων που συνταράσσουν την Αμερική, είχε την ευκαιρία να συναντήσει, γι΄ αυτές τις ίδιες αιτίες, έναν άλλο Αμερικάνο εξόριστο, τον Φιντέλ Κάστρο… Εκαμα τη γνωριμία του σε μια από εκείνες τις παγωμένες μεξικάνικες νύχτες, και θυμούμαι πώς οι πρώτες μας κουβέντες περιστράφηκαν γύρω από τη διεθνή πολιτική κατάσταση. Τις πρωϊνές ώρες ήμουνα ήδη μέλος του μελλοντικού εκστρατευτικού σώματος… Αξιζε τον κόπο να πεθάνει κανείς σε μια ξένη ακτή για ένα ιδανικό τόσο αγνό…».
Κείνη την βραδυά που ανταμώθηκαν απλά, φιλικά, ανυποψίαστα οι δυό αυτοί ήλιοι της επανάστασης, σε μιά τρίτη χώρα, είχε παιχθεί και νικήσει η τύχη της Κούβας. Αφηνε πίσω του τη μαύρη διακυβέρνηση του Περόν και περνούσε στην Κούβα, όπου δίπλα – δίπλα με τον Φιντέλ Κάστρο έμελλε να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην απελευθέρωσή της. Η ριψοκίνδυνη έφεση, για επαναστατική δράση στην Κούβα, αποφασίστηκε, καταστρώθηκε και ετοιμάστηκε με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες στο Μεξικό. Και στα τέλη του 1956 ογδόντα δύο άνδρες, που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Φιντέλ Κάστρο και, υπό τις διαταγές του, ο Τσέ και ο Καμίλλο Σιενφουέγκος, κάνουν την απόβαση στο Γράμνα.

Η Κούβα από τον Μάρτη του 1952 στέναζε κάτω από το ζυγό του δικτάτορα Μπατίστα, που δεν ήτανε δά οι πρώτες βαρειές αλυσσίδες που γνώριζε. Ο Τσέ στο βιβλίο του » Η επανάσταση της Κούβας» δίνει σε μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση σειρά δικτατοριών και δικτατόρων που μέσα στα γρανάζια τους δεινοπαθούσε επί χρόνια η Κούβα. Και στον καιρό που γίνηκε η απόβαση, δεν ζούσε μόνο η Κούβα κάτω από αμερικάνικης έμπνευσης και στήριξης απολυταρχισμό. Στη Γουατεμάλα, όπως ειπώθηκε, είχε καταπνιγεί το 1954 το επαναστατικό κίνημα. Στο Καράκας, στο Μεξικό τα ίδια. Μα η ελπίδα και το φως ζούσε άσβηστο στις καρδιές των επαναστατών.

Η Απόβαση του Γκράνμα. Στις δύο από τα μεσάνυχτα της 25ης του Νοέμβρη του 1956 ογδόντα δύο άντρες αποπλέανε από το Μεξικό για το νησί της Κούβας. Παράνομοι, μπαρουτοκαπνισμένοι, γλυτωμένοι από τρίχα από τις φυλακές και τις επικήρυξες, άφηναν πίσω τους τι μεξικάνικη ακτή. Είχαν μελετήσει, ναί, τις λεπτομέρειες, μα ποιός μπορεί σε τέτοιο εγχείρημα να ξέρει εκ των προτέρων τι του επιφυλάσσει ο αιματοπότης εχθρός και τι η αθώα μα ασύνειδη φύση; Η νύχτα ήταν κατασκότεινη και η θάλασσα ταραγμένη. Το «σαπιοκάραβό μας» έτσι το αποκαλεί ο Τσέ στο ημερολόγιό του, πάλευε με τα κύματα, ενώ το πλήρωμά του, άμαθο σε ναυσιπλοϊες – οι περισσότεροι ταξίδευαν για πρώτη φορά -, πάλευαν με τη ναυτία, τη ζάλη, τους εμετούς. Το βάσανό τους κράτησε μέρες επτά! Στο διάστημα του ταξιδιού, μέσα στη ζάλη και την εξάντληση, είχαν πάρει μια μεγάλη χαρά. Το ραδιόφωνο της Κούβας ανάγγελνε πώς ξέσπασαν ταραχές στο Σαντιάγκο της Κούβας. Αυτό κάπως τους τόνωσε. Γιατί το χτύπημα αυτό ήταν παρακλάδι της δικής τους ενέργειας. Το είχε οργανώσει ο ανδρείος σύντροφός τους, Φράνκ Πάις, για να φέρει αντιπερισπασμό στο σχέδιο τους απόβασης.

Στην Κούβα αποβιβάστηκαν στις 2 του Δεκέμβρη του 1956, σε μια περιοχή που λέγεται Μπελίκ. Η απόβαση πέρασε στην ιστορία της Κούβας σαν απόβαση του Γκράνμα. Ο Φιντέλ Κάστρο είχε δηλώσει ξεκινώντας για την Κούβα, πώς μέσα στο 1956 και πρωτού βγεί ο χρόνος «θα είμαστε ή λεύτεροι ή μάρτυρες». Είχε μάλιστα εκμεταλλευτεί τη δήλωση αυτή του Κάστρο το φερέφωνο του Μπατίστα, που επαναλάβαινε τα λόγια του Κάστρο με πολλή ειρωνία. Ο Κάστρο, βέβαια, εννοούσε πως ή θα έχουμε ελευθεώσει την Κούβα, ή θα έχουμε θυσιαστεί, σκοτωθεί, για να μπούμε με τη σειρά μας στο μαρτυρολόγιο των ηρώων. Σήμερα διαβάζοντας τα απομνημονεύματα του Τσέ, λέμε πώς η φράση του Φιντέλ Κάστρο επαληθεύτηκε στο ακέραιο, χωρίς το διαζευτικό ή. Εγιναν και λεύτεροι και μάρτυρες. Τα δεινά που γνώρισε κείνη η ομάδα των απελευθερωτών, ξεπερνούν κάθε φρικιαστική εικόνα βασάνων. Ολοένα να αποδεκατίζονται και ολοένα να λιγοστεύουν. Από τραυματισμούς εχθρικών επιθέσεων, από κακουχίες που κανένας ανθρώπινος οργανισμός δεν θα ήταν ικανός να τις αντιπαλαίψει. Βάδιζαν σε αιχμηρά βράχια και σε βάλτους, με πόδια ήδη πληγιασμένα και πρησμένα, ξυπόλυτοι, σε τέτοια πόδια πώς να χωρούσαν παπούτσια, ενώ πάνω κι από τα εχθρικά βόλια κι από την πείνα τους βασάνιζε η αβάσταχτη δίψα. Κι όμως δεν τόβαζαν κάτω. Η επιμονή, η πίστη, η αυταπάρνηση αλλά πάνω απόλα η περιφρόνηση στο θάνατο, άρχισαν σιγά – σιγά να πληθαίνουν τους ολιγοστεμένους. Τα επιτυχή χτυπήματα ακολουθούσαν το ένα το άλλο. Οταν πιά φτάσανε στη δασώδη περιοχή της Σιέρρα Μαέστρα, τότε, λέει ο Τσέ, μπορούσε πιά κανένας να μιλάει για πραγματικό αντάρτικο. Δεν τους βασάνιζε πιά η δίψα. Οι χωρικοί άρχισαν να ξεφοβούνται και να τους προμηθεύουν ότι είχαν. Τώρα όλο και πλήθαιναν, ενώ ο οπλισμός τους, που είχε κατεβεί στο μηδέν, πλουτιζόταν με όπλα, με σφαίρες, με βαρύ οπλισμό, με αυτόματα… Και στις ώρες της ανάπαυλας οι γραμματισμένοι μάθαιναν γράμματα στους αγράμματους.

Η κατάληψη της Κούβας ολοκληρώθηκε στα τέλη του Δεκέμβρη του 1958. Την Πρωτοχρονιά του 1959 το επαναστατικο κίνημα του Τσέ και του Κάστρο είχε επικρατήσει. Το γεγονός αυτό, που έκλεινε με τη μάχη της Σάντα Κλάρα, ήτανε το καλύτερο δώρο που η ζωή έκανε στους επαναστάτες και οι επαναστάτες στην πολύπαθη Κούβα.

Η επικράτηση όμως της επανάστασης ήταν μόνο η μια πλευρά της επιτυχίας. Αναγγέλθηκε βέβαια η συγκρότηση και η επιβολή της νέας κυβέρνησης και το διώξιμο του Μπατίστα. Αλλά, όπως μας λέει σε βιβλία του ο Τσέ, η δεύτερη φάση, ύστερα από μια επανάσταση, είναι η δύσκολη. Και πού απ΄ αυτήν θα εξαρτηθεί τελικά και η ομαλή πορεία της ανατροπής. Με την επικράτηση της επανάστασης και την εγκατάσταση της επαναστατικής κυβέρνησης είχε επιτευχθεί μόνο η πολιτική ελευθερία της Κούβας. Για να γίνει όμως λόγος για αληθινή λευτεριά μιας χώρας πρέπει την πολιτική λευτεριά να ακολουθήσει η οικονομική ανεξαρτησία. Αυτό το ξέρουν όλοι οι λαοί κι όλοι οι κυβερνήτες. Μα απ΄ όλους καλύτερα το ξέρουν οι αποικιοκράτες, τα αφεντικά. Αυτοί που έχουν γίνει ξεφτέρια στους τρόπους υποδούλωσης των λαών. Oι Αμερικάνοι δυνάστες έβαλαν σε εφαρμογή αμέσως δύο φοβερά μέτρα. Επαψαν ν΄ αγοράζουν το μοναδικό προϊόν της Κούβας, τη ζάχαρη. Και δεύτερο αρνούνταν να παρέχουν πετρέλαιο από τα διυλιστήριά τους, τα εγκαταστημένα στο νησί, αν δεν συμμορφωνόντουσαν στους όρους που αυτοί απαιτούσαν. Δυσκόλεψε η ζωή πολύ στην Κούβα μετά την επανάσταση. Ο δέ λαός, άμαθος, ακαλλιέργητος, και ανίκανος να δεί τα αίτια της κακοδαιμονίας του, έκανε άστοχες συγκρίσεις, βρίσκοντας χειρότερες τις συνθήκες διαβίωσής του με την αλλαγή του καθεστώτος. Ισως σε άλλους καιρούς η οικονομία της Κούβας να γονάτιζε. Τώρα όμως ο σοσιαλισμός είχε επικρατήσει σε πολλές χώρες και η βασική αρετή του σοσιαλισμού, η διεθνιστική αλληλεγγύη, έδρασε ευεργετικά και στην παρούσα περίπτωση. Η Σοβιετική Ενωση έγινε ο αγοραστής της ζάχαρης και η Σοβιετική Ενωση έδωσε λύση στα κουβανέζικα πετρέλαια. Η Κούβα θαρραλέα, απερίφραστα, μια κι έξω, εθνικοποίησε τα αμερικάνικα διυλιστήρια, που ήσαν στο έδαφός της, και πετρέλαιο προμηθευόταν τώρα από σοσιαλιστικές χώρες. Η αμερικάνικη δυναστεία απαιτούσε από την Κούβα, να προμηθεύεται το πετρέλαιο από δικούς της προμηθευτές. Για τη νέα μορφή που έπαιρνε μετά την επανάσταση η οικονομία της Κούβας πολλά μας εξιστορεί ο Τσέ στα βιβλία του. Στην αρχή, μας λέει, ειλικρινά δίχως την παραμικρή πρόθεση συγκάλυψης ότι κάναμε ήτανε απάντηση στα μέτρα που παίρνανε εναντίον μας οι Βορειοαμερικανοί. Επιτίθενταν αυτοί με σκληρότητα για να μας εξοντώσουν, έπαιρνε και η επαναστατική κυβέρνηση ότι αποφάσεις μπορούσε, για να αντιπαλαίψει την επίθεση. Τίποτε δεν ήτανε προμελετημένο. Ετσι καθαυτό πρώτο νόμο που εξαγγείλαμε, νόμο της επανάστασης, ήταν ο νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση.

Τον πρώτο καιρό, μόλις ξέσπασε η επανάσταση, οι Βορειοαμερικανοί άρχισαν με ένα επίμονο συκοφαντικό δημοσιογραφικό πόλεμο. Τον συνέχισαν με επίσημες δηλώσεις και απειλές, ώσπου κατάληξαν στις αποφάσεις του αποκλεισμού και της φυσικής εξόντωσης του λαού. Τελευταία ακολούθησαν τα μέτρα για τη ζάχαρη και το πετρέλαιο… Τότε ήρθαν σε βοήθεια της επανάστασης η Σοβιετική Ενωση και οι λαϊκές μάζες της Κούβας. Οι μεγαλοαστοί, το μεγάλο κεφάλαιο, που τα συμφέροντά τους και τα πεπρωμένα τους ήσαν αλληλένδετα με τα συμφέροντα των Ενωμένων Πολιτειών, αφού στην αρχή για κάμποσον καιρό στάθηκαν στο περιθώριο σε στάση αναμονής, ύστερα εκδηλώθηκαν ανοιχτά εχθροί της επανάστασης. Τότε η Κούβα στο μεταίχμιο ή να χαθεί κάτω από τη σκληρή μεταχείρηση των Αμερικάνων ή να ριζώσει, κινήθηκε με δραστικά μέτρα και ρίζωσε.

Οι κοινωνιολόγοι σ΄ όλον τον κόσμο, που τους αρέσουν οι γενικότητες και οι αποφθεγματικοί τόνοι, δήλωναν πως η επανάσταση της Κούβας ήτανε επανάσταση κομμουνιστική. Οι επαναστάτες όμως ξεκινώντας για την απελευθέρωση της Κούβας, δεν είχαν μπροστά τους κανένα υπόδειγμα. Ο Τσέ, βέβαια, είχε μελετήσει όλη τη θεωρία του μαρξισμού, όλα τα έργα του Λένιν, ήταν βαθύς γνώστης των κοινωνικών μετασχηματισμών, που απορρέουν από μια εκ βάθρων ανατροπή, αλλά η θεωρία από την πράξη απέχει παρασάγγας. Τα γεγονότα, μας λέει ο Τσέ, και οι επιθέσεις του εχθρού κανόνιζαν την πορεία μας. Οι επαναστάτες ακολουθούσαν τη διαδικασία που τους επέβαλαν τα πράγματα. Τελικά οι εξελίξεις του αγώνα, ας προχωρούσαν στην αρχή στην τύχη, ήρθαν να επαληθεύσουν τη μαρξιστική θεωρία. Ο κοινωνιολόγος Ρομπέρ Μερτόν πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει την ιδεολογία της Κουβανέζικης επανάστασης σαν «Προφητεία που πραγματοποιήθηκε αφ΄ εαυτής».

Και ο Τσέ στις 28 Ιουλίου του 1960 στο λόγο του στο Συνέδριο της Νεολαίας, που συγκλήθηκε στην Αβάνα, είπε: «…αν με ρωτήσουν αν τούτη η επανάσταση, που την παρακολουθείτε να εξελίσσετε μπρος στα μάτια σας, είναι κομμουνιστική…θάπρεπε να πω πώς τούτη η επανάσταση, στην περίπτωση που θα ήταν μαρξιστική – σας το ξαναλέω, μαρξιστική -, θα ήτανε, γιατί αυτή η ίδια ανακάλυψε, με τις δικές της πιά μέθοδες, τους δρόμους που είχε υποδείξει ο Μάρξ». Αλλά πάνω σ΄ αυτό ο Τσέ λέει και κάτι άλλο, σχετικά δηλαδή με τον μαρξισμό, πολύ διαφωτιστικό «…Οφείλουμε, λέει, να είμαστε μαρξιστές με την ίδια φυσικότητα που είμαστε «Νευτονικοί» (όπως δηλαδή πιστεύουμε στο νόμο του Νεύτωνα για την έλξη της γής, που κανείς πια δεν την αμφισβητεί), ή «Παστερικοί» (όπως δηλαδή πιστεύουμε στην ανακάλυψη των μικροβίων και τον Παστέρ, που κανείς πια δεν ανφισβητεί την ύπαρξή τους). Ο Νεύτων ανακάλυψε ένα φυσικό νόμο, ο Παστέρ ένα νόμο της βιολογίας, ο Μάρξ ανακάλυψε ένα νόμο των κοινωνικών εξελίξεων, που κανείς πιά δε μπορεί να τον θέσει υπό συζήτηση». Ο Τσέ και ως θεωρητικός της επανάστασης με τα άρθρα του, με τους λόγους του, αναδείχτηκε βαθύς γνώστης των κοινωνικών νόμων. Σ΄ αυτό συντελούσε τόσο ο μορφωτικός του εξοπλισμός όσο και η έμφυτη οξυδέρκεια και διορατικότητα. Ολα τα προβλήματα που ανακύπτανε, όλα τα ζητήματα που η πορεία της επανάστασης έφερνε στην επιφάνεια, και για τα οποία επεβάλλονταν μια άμεση λύση, ο Τσέ τα εξέταζε, τα μελετούσε κι έπαιρνε τη δέουσα ξεκάθαρη θέση. Στις 8 του Οχτώβρη του 1960 στις «Σημειώσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας της Κουβανέζικης Επανάστασης» αναλύει με καταπληκτική σαφήνεια όλο το πολιτικό – οικονομικό προτσές της επανάστασης. Οι γνώμες που εξέφραζε κατά καιρούς πέρασαν στο στόμα του λαού και των θαυμαστών του σαν γνωμικά και σαν αξεπέραστες αλήθειες.
«… Είναι πιό ευχάριστο και πιο εποικοδομητικό να ζεί κανείς την πείρα της επανάστασης, παρά να γράφει γι΄ αυτήν…».
«… Η Επανάσταση της Κούβας δεν είναι παρά ένα μικρό κεφάλαιο της μιάς κι αδιαίρετης επανάστασης…».
«… Ο Επαναστάτης ζεί μέσα στους κόλπους του κόμματός του, που είναι η ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης. Και αναλίσκεται μέσα στην κομματική δράση, που συνεχίζεται δίχως διακοπή ώς το θάνατό του. Εκτός εάν η οικοδόμηση του σοσιαλισμού έχει πιά αγγαλιάσει όλον τον κόσμο…».
Ο Τσέ ανάλυσε με βαθειά γνώση του θέματος το κεφάλαιο το αναφερόμενο στα κίνητρα της επαναστατικής δράσης. Τα υλικά και τα ηθικά. Και δίνει την τόσο ορθή διατύπωση, πώς βέβαια τα υλικά κίνητρα είναι ισχυρά, αλλά δε θα τους δώσουμε ποτέ την πρώτη θέση οικοδομώντας το σοσιαλισμό. Και πάνω σ΄ αυτό κάνει ιδιαίτερο λόγο για τον «Νέο Ανθρωπο» που πρέπει να δημιουργήσει η επανάσταση, που τη δράση του δεν θα την κανονίζουν τα ίδια κίνητρα που μπαίνουν σε ενέργεια στον καπιταλιστικό κόσμο… Εχει κάμει ο Τσέ πολύ λόγο και για το νόμο της αξίας, για τον κίνδυνο της γραφειοκρατίας, για το πώς αντιλαμβάνεται τα στελέχη της επανάστασης, ποιές είναι οι αρετές που πρέπει νάχει ο νέος κομμουνιστής. Πώς αντιλαμβάνεται τη σωστή συγκρότηση του κόμματος. Ολα, λέει, ο Τσέ, πρέπει να γίνουνται για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Αυτά τα επαναλαμβάνει και στο τελευταίο άρθρο του με τον τίτλο: «Ο Σοσιαλισμός και ο Ανθρωπος», που δημοσιεύτηκε όταν ο Τσέ είχε ήδη φύγει από την Κούβα.

* Το κείμενο της Έλλης Αλεξίου δημοσιεύθηκε στο «Πολιτικό Καφενείο», σε επιμέλεια του Παναγιώτη Βήχου.