Με τον ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσώφ / Che with USSR leader Nikita Khrushchev

Κλικ γιά μεγέθυνση

Ο Τσε σε συνάντηση με τον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης και Πρώτο Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσώφ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στη Μόσχα. 

Ο Τσε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας / Che in German Democratic Republic

Στιγμιότυπα από δύο διαφορετικές επισκέψεις του Τσε Γκεβάρα στο Ανατολικό Βερολίνο της Λ.Δ. της Γερμανίας. Στην πρώτη (1959) ο Τσε βραβεύεται από τον τότε πρόεδρο Βάλτερ Ούλμπριχτ. Στη δεύτερη φωτογραφία (1960) γίνεται δεκτός από τον Χάϊνριχ Ράου, κορυφαίο στέλεχος του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας και υπουργό Εμπορίου την εποχή εκείνη. 

Ο αντιδογματικός και ουμανιστικός Μαρξισμός του Τσε Γκεβάρα

Μια από τις ουσιώδεις αρετές του μαρξισμού του Τσέ Γκεβάρα είναι ο φανατικός αντιδογματικός του χαρακτήρας. Γι΄ αυτόν ο Μάρξ ήταν ο ιδρυτής μιας νέας επιστήμης, που μπορεί και πρέπει να αναπτύσσεται κατά τη διαδικασία του μετασχηματισμού της ίδιας της πραγματικότητας. Υπό αυτή την έννοια θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να ερμηνεύσουμε τη σύγκριση – αν και κάπως εκπλήσσουσα – που κάνει στις Σημειώσεις για τη μελέτη της κουβανέζικης επανάστασης (1960) μεταξύ του Μάρξ και του Νεύτων. (σσ «Σαν μας ρωτούν αν είμαστε μαρξιστές ή όχι, η συμπεριφορά μας είναι σαν εκείνη του φυσικού που τον ρωτούν αν είναι «νευτωνικός» ή του βιολόγου που θα τον ρωτούσαν αν είναι «παστερικός». Υπάρχουν αλήθειες τόσο φανερές που είναι τελικά άσκοπο να συζητούνται. Πρέπει να είναι κανείς «μαρξιστής» τόσο φυσικά όσο είναι «νευτωνικός» ο φυσικός και «παστερικός» ο βιολόγος, υπολογίζοντας ότι αν νέα φαινόμενα προκαλέσουν νέες αντιλήψεις, εκείνα που πέρασαν δεν χάνουν τη συμμετοχή τους στην αλήθεια» (Σημειώσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας της κουβανέζικης επανάστασης – Τσέ Γκουεβάρα, Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, σελ. 59).

Ο Μάρξ, για τον Τσέ, δεν ήταν ένας πάπας προικισμένος από το Αγιον Πνεύμα, με το χάρισμα του αλάθητου, ούτε τα κείμενά του είναι οι πλάκες με τις εντολές που επιχαρίτως παραχωρήθηκαν στο όρος Σινά. Υπογραμμίζει σ΄ αυτό το ίδιο κείμενο, ότι ο Μάρξ, αν και είναι γίγας της σκέψης, υπέπεσε σε πλάνες, που μπορούμε και οφείλουμε να τις ελέγξουμε. Παραδείγματος χάρη σε σχέση με τη Λατινική Αμερική, η εξήγηση που κάνει για τον Μπολιβάρ, ή η ανάλυση που έκαμε μαζί με τον Ενγκελς για το Μεξικό, «όπου παραδεχότανε ορισμένες θεωρίες για τις φυλές και τις εθνικότητες, που για τις μέρες μας, έχουν αποβεί απαράδεκτες» (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Η τακτική και στρατηγική της Λατινο-Αμερικανικής Επανάστασης», τόμος Α΄, σελ. 109, Εκ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Ο Γκουεβάρα παραπονιέται επανειλημμένα για «το σχολαστικισμό που έχει φρενάρει την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας» και που συστηματικά μάλιστα εμπόδισε τη μελέτη της περιόδου οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Εναντίον αυτού του σχολαστικισμού (αναφέρεται βασικά στο σταλινισμό) και εναντίον κάθε τάσης παγιοποίησης του μαρξισμού σ΄ ένα ωραίο σύστημα αιώνιων αληθειών, απαρασάλευτων και αμετάβλητων, που προσφέρονται για τον ευσεβή εκστασιασμό των πιστών, ο Τσέ Γκεβάρα χρησιμοποιεί το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιούσε ο Λένιν εναντίον της αρτηριοσκληρωτικής «ορθοδοξίας» της 2ας Διεθνούς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μαρξισμός είναι σε τελευταία ανάλυση, οδηγός για τη δράση. (σσ Πολιτικά Κείμενα: «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», τομ. Α΄, σελ. 172).

Βρίσκουμε λοιπόν στον Γκουεβάρα οξεία επίγνωση της ανάγκης για δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού, προπαντός σχετικά με τα καινούργια προβλήματα, που θέτουν οι μεταβατικές κοινωνίες, για τις οποίες τα κείμενα του Μάρξ και του Λένιν δεν αποτελούν παρά εισαγωγή, πολύτιμη και αναγκαία, αλλά ανεπαρκή. Αυτό δε σημαίνει πώς η σκέψη του Τσέ δεν υπήρξε ορθόδοξη, με την αυθεντική έννοια της λέξης, δηλαδή να ξεκινά από τις θεμελιώδεις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού και από τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Ο αντιδογματισμός που χαρακτηρίζει μεθοδολογικά τη σκέψη του Τσέ καθρεφτίζεται πάνω στις οικονομικές και πολιτικές του θέσεις επιτρέποντάς τους να ξεπεράσουν τα όρια που επέβαλε «συστηματικά» η σταλινική γραφειοκρατία. Ο Τσέ είχε εξάλλου επίγνωση της σχέσης μεταξύ δογματισμού και γραφειοκρατίας. Σε μια περικοπή, όπου κάνει υπαινιγμό στην «υπόθεση Εσκαλάντ», ο Τσέ έγραφε, τον Απρίλη του 1962: «είχε εγκαθιδρύσει προσωπικές μεθόδους που έγιναν σοβαρότατα εμπόδια στον καλύτερο συντονισμό της εργατικής τάξης και των οργανισμών. Για την ικανοποίηση προσωπικών συμφερόντων, εκδηλώθηκε στη χώρα ένα ολέθριο βίτσιο που πρέπει να εξαφανιστεί τελείως: η απομάκρυνση των μαζών, ο δογματισμός και ο σεχταρισμός. Εξ αιτίας τους απειληθήκαμε από τη γραφειοκρατία». (σσ Πολιτικά Κείμενα, Τόμ. Α΄, σελ. 130).

Τηρουμένων όλων των αναλογιών, μπορούμε να πούμε πώς ο Τσέ έπαιξε, τουλάχιστον επί επιπέδου Λατινικής Αμερικής, τον ίδιο ρόλο, επαναστατικής ανανέωσης, σχετικά με το «μαρξισμό» τον παγοποιημένο της επίσημης αριστεράς, που είχε διαδραματίσει ο Λένιν σχετικά με τη «μαρξιστική» σοσιαλ-δημοκρατία της 2ης Διεθνούς.

Ο Μαρξιστικός Ουμανισμός

Για τον Τσέ ο αυθεντικός μαρξισμός δεν αποκλείει τον ανθρωπισμό: τον ενσωματώνει σαν αναγκαία στιγμή του δικού του οράματος του κόσμου. Με την ιδιότητα του ουμανιστή ο Τσέ υπογραμμίζει την πρωτοτυπία και τη σημασία της κουβανέζικης επανάστασης η οποία επιχείρησε να οικοδομήσει «ένα μαρξιστικό σύστημα σοσιαλιστικό, με συνέπεια, ή με συνέπεια κατά προσέγγιση, όπου τοποθέτησαν στο κέντρο τον άνθρωπο, και όπου ο λόγος γίνεται για το άτομο, για το (συγκεκριμένο) πρόσωπο και για τη σημασία που έχει σαν ουσιαστικός παράγων της επανάστασης». (σσ Τσέ Γκεβάρα: «Το επίπεδο και οι άνθρωποι», στο Μανιφέστο αριθ. 7, Δεκέμβριος 1969, σελ. 36. Πρόκειται για τα στενογραφημένα πρακτικά των συνομιλιών που διεξήχθησαν το 1964 στο υπουργείο της Βιομηχανίας).

Ξέρουμε ότι ο Φιντέλ καθόριζε το 1959 την κουβανέζικη επανάσταση, σαν επανάσταση ανθρωπιστική. Με το πέρασμα (περαιτέρω ανάπτυξη) της επανάστασης στο σοσιαλισμό και την προσχώρηση του Φιντέλ στο μαρξισμό – λενινισμό (1960-61) ο ουμανισμός αυτός όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά διατηρημένος υπερκεράστηκε (Aufhebung) από το νέο μαρξιστικό ουμανισμό των κουβανών επαναστατών. Σε ένα λόγο το 1961, ο Φιντέλ υπεγράμμιζε κατηγορηματικά την ουμανιστική έμπνευση της φιλοσοφίας του Μαρξισμού-Λενινισμού: «Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός απαρνείται τα ανθρώπινα αισθήματα;… Ενώ ακριβώς η αγάπη στον άνθρωπο, στην ανθρωπότητα, η επιθυμία να χτυπηθεί η αθλιότητα, η αδικία, ο γολγοθάς της εκμετάλλευσης που υφίσταται το προλεταριάτο, αυτά έκαμαν να ξεπηδήσει ο μαρξισμός από το μυαλό του Κάρλ Μάρξ, όταν ακριβώς ο μαρξισμός μπορούσε να ξεπηδήσει, όταν ακριβώς μπορούσε να αναφανεί πραγματική δυνατότητα, κι ακόμη πάνω κι από την πραγματική δυνατότητα: η ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης της οποίας ο Κάρλ Μάρξ υπήρξε ο ερμηνευτής. Αλλά τι είναι κείνο που του επέτρεψε να γίνει ο ερμηνευτής, αν δεν είναι το κύμα των ανθρώπινων αισθημάτων, ανθρώπων όπως αυτός, όπως ο Ενγκελς, όπως ο Λένιν;». (σσ Φ. Κάστρο, Κουβανέζικη Επανάσταση, Μασπερό, Τόμ. 1, σελ. 117, Παρίσι).

Για τον Τσέ, το χωρίον αυτό του λόγου του Φιντέλ είναι απολύτου σημασίας και συνιστά σε κάθε αγωνιστή του κουβανέζικου κόμματος να το χαράξει στη μνήμη του σαν «το πιό αποτελεσματικό όπλο εναντίον όλων των αποκλίσεων». (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Το Μαρξιστικό – Λενινιστικό Κόμμα», Τομ. Α΄, σελ. 209, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Κατά το 1963 – 64 ο Τσέ ανακαλύπτει το έργο του νεαρού Μάρξ. Πιθανώς η μεγάλη οικονομική συζήτηση που άρχιζε στην Κούβα εκείνη την εποχή, του υπεκίνησε την ανάγνωση των οικονομικο-φιλοσοφικών χειρογράφων του 1844. Αν και αναγνωρίζοντας τα θεωρητικά περιθώρια του νεαρού Μάρξ – των οποίων η διατύπωση «απέπνεε το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που είχαν συντελέσει στη διαμόρφωσή του» και των οποίων οι οικονομικές ιδέες ήσαν «πολύ ακαθόριστες» μη έχοντας ακόμη αποκτήσει την επιστημονική στιβαρότητα του Κεφαλαίου – ο Τσέ υπογραμμίζει το ενδιαφέρον αυτών των κειμένων, που αναφέρονται στα προβλήματα της απελευθέρωσης του ανθρώπου τόσο σαν κοινωνικού όντος, δηλαδή στον κομμουνισμό, όσο και σαν τη λύση των αντιθέσεων που προκαλούν την αλλοτρίωσή του. (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Β΄, σελ. 81, «Σχετικά με το σύστημα προϋπολογισμού χρηματοδότησης», Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

Και το Κεφάλαιο; Δεν είναι αντίθετο από τα κείμενα του νεαρού Μάρξ το «καθαρώς επιστημονικό» δηλαδή «αντιανθρωπιστικό»; Αυτή η νεο-θετικιστική θεωρία για το Κεφάλαιο η πολύ διαδομένη κατά την εποχή της 2ης Διεθνούς, που επανεμφανίζεται σήμερα υπό νέα μορφή, αγνοεί ότι η καταγγελία του απανθρωπισμού του καπιταλισμού – και η δυνατότητα του ξεπεράσματός του με μια κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ελέγχουν τα πράγματα με τη λογική – είναι ένα από τα επίκεντρα θέματα του σπουδαιότερου έργου του Μάρξ, θέμα που δεν αντιτίθεται στον επιστημονικό του χαρακτήρα, μα, αντιθέτως, συνάπτεται μαζί του διαλεκτικά. Ο Τσέ Γκουεβάρα, κατ΄ αντιπαραβολή, είχε ολοκληρωτικά συλλάβει την ανθρωπιστική έκταση του Κεφαλαίου, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η έκταση αυτή δεν είναι πάντα «ορατή» για έναν αναγνώστη απληροφόρητο: «η βαρύτητα του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοια που συχνά μας έκαμε να ξεχάσουμε τον ουμανιστικό χαρακτήρα (στην καλύτερη σημασία του όρου) των προθέσεών του. Ο μηχανισμός των παραγωγικών σχέσεων και τα επακόλουθά του, η πάλη των τάξεων, κρύβουν μέχρι τινός βαθμού το αντικειμενικό γεγονός πώς άνθρωποι είναι εκείνοι που κινούνται μέσα στην ιστορική ατμόσφαιρα». (Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμ. Β΄, σελ. 81, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

«Ανθρωπιστής στην καλύτερη σημασία του όρου»: με την έκφραση αυτή ο Τσέ υποδηλώνει ότι είναι απαραίτητο να γίνεται διάκριση μεταξύ του ουμανισμού του Μάρξ και των ουμανισμών ¨με την κακή σημασία του όρου»: αστικός ουμανισμός, χριστιανικός, παραδοσιακός, φιλανθρωπικός, κλπ. Εναντίον κάθε αφηρημένου ουμανισμού που αυτοκηρύσσεται «υπεράνω των τάξεων» (και που είναι σε τελευταία ανάλυση, αστικός) ο ουμανισμός του Τσέ, όπως και του Μάρξ, έχει ρητά αναλάβει υποχρεώσεις μέσα σε προοπτική προλεταριακής τάξης, αντιτίθεται λοιπόν ριζικά στον «κακό ουμανισμό» μ΄ αυτό το θεμελιακό συλλογισμό: η απελευθέρωση του ανθρώπου και η πραγματοποίηση των δυνατοτήτων του, δεν μπορούν να επιτευχθούν παρά μόνο με την προλεταριακή επανάσταση που καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και εγκαθιδρύει την ορθολογιστική κυριαρχία των ανθρώπων πάνω στη διαδικασία της κοινωνικής τους ζωής. (Στην αντίληψή του για τον ουμανισμό, είναι δυνατόν και μάλιστα πιθανόν να επηρεάστηκε ο Τσέ από το έργο του αργεντίνου στοχαστή Ανιμπαλ Πόνσε (1898-1938), ενός από τους σκαπανείς του μαρξισμού στη Λατινική Αμερική, που το βιβλίο του Αστικός ουμανισμός και Προλεταριακός ουμανισμός (1935) επανεκδόθηκε ακριβώς στην Κούβα το 1962. Ο Πόνσε καταδεικνύει τη βασική αντίθεση μεταξύ του ουμανισμού των αστών και του ουμανισμού των εργαζομένων και υπογραμμίζει ότι «ο νέος άνθρωπος» ο «ολοκληρωμένος άνθρωπος» που συνδυάζει τη θεωρία και την πράξη, την κουλτούρα και την εργασία, δεν θα γίνει επιτεύξιμος παρά μόνο με την άνοδο του προλεταριάτου στην εξουσία». (σσ Α. Πόνσε: Αστικός Ουμανισμός και Προλεταριακός Ουμανισμός. Εθνικόν Τυπογραφείον της Κούβας, 1962, σελ. 113). Ο μαρξιστικός ουμανισμός του Τσέ είναι λοιπόν πρώτα απ΄ όλα ένας επαναστατικός ουμανισμός ο οποίος εκφράζεται στην αντίληψή του για το ρόλο των ανθρώπων κατά την επανάσταση, στην κομμουνιστική ηθική του και στο πώς βλέπει το νέο άνθρωπο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο / Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος.

Πρωτομαγιάτικος λόγος του Τσε

Ο παρακάτω λόγος εκφωνήθηκε από τον Τσε στο Θέατρο Γκαρθία Λόρκα της Αβάνας, στις 30 Απριλίου 1963. Η εκδήλωση έγινε παραμονή της εργατικής Πρωτομαγιάς και διοργανώθηκε από την Κουβανική Επαναστατική Συνομοσπονδία Εργατών (CTC-R) και το Υπουργείο Βιομηχανίας του οποίου ο Γκεβάρα ηγείτο.

Σύντροφοι,

συναντιόμαστε άλλη μια φορά, την παραμονή της Διεθνούς Εργατικής Γιορτής για να τιμήσουμε τους συντρόφους εκείνους που ξεχώρισαν με τις προσπάθειές τους στις παραγωγικές υπηρεσίες της χώρας μας, στις υπηρεσίες του ευγενούς σκοπού της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σαν πρωτοπόροι εργάτες σε κάθε μια απ’ τις επιχειρήσεις στις οποίες μοιράζεται το υπουργείο μας. Κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγούμενων μηνών, είχαμε περιοδικές συζητήσεις με τους συντρόφους εκείνους που, μήνα με το μήνα με την αφοσίωσή τους στην εργασία, ξεχώρισαν ανάμεσα στους εργάτες των επιχειρήσεών μας.

Έχουμε επαναλάβει ξανά και ξανά ότι, στην περίπτωση των πρωτοπόρων εργατών, η υπερβολική μετριοφροσύνη δεν είναι αρετή αλλά μειονέκτημα, ότι ο πρωτοπόρος εργάτης πρέπει με να δίνει παράδειγμα, πρέπει να το κάνει κατανοητό, να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του, και να δει ότι η δική του ατομική προσπάθεια μετατράπηκε σε μια προσπάθεια συλλογική όλων των εργατών και των εργοστασίων της χώρας, ότι οι δυνάμεις των εργοστασίων πρώτης γραμμής, όλων των κέντρων παραγωγής, ότι μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα της δουλειάς και τη συνείδηση των ανθρώπων, για να κατακτηθεί η υλική επάρκεια που χρειάζεται για το χτίσιμο του σοσιαλισμού και τη δημιουργία ισχυρής συνείδησης στους απογόνους του, πράγμα που χρειάζεται για τη διατήρηση του σοσιαλισμού.

Ολόκληρο το χρόνο αυτά τα δύο έργα εκπληρώθηκαν. Όχι τέλεια, όχι χωρίς σοβαρές παραλείψεις, όχι χωρίς λάθη, καυγάδες, βήματα προς τα πίσω, αλλά με πολύ ενθουσιασμό και πλήρη αφοσίωση στο έργο μας, καταφέραμε το 1962 να δημιουργήσουμε μια ισχυρή κοινωνική βάση. Συνεισφέραμε και εμείς στην ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης ολόκληρου του κόσμου όταν, μπροστά στην αμερικάνικη πυρηνική απειλή, ο λαός μας ξεσηκώθηκε και έδωσε μια απάντηση που αναμφίβολα θα μείνει στην ιστορία. Ήταν παράδειγμα του πώς μια επανάσταση μπορεί να αντιμετωπίσει μεγάλο κίνδυνο, ακόμα και τον κίνδυνο της πυρηνικής καταστροφής – μια απειλή άγνωστη σε άλλες κοινωνίες στην παγκόσμια ιστορία – και πώς με επαναστατική συνείδηση, θέληση για τη νίκη και τη συμπαράσταση ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και όλων των ελευθέρων ανθρώπων τους κόσμου, ένας μικρός λαός, που ζει δίπλα στην πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη της γης, μπορεί να θριαμβεύσει, να διατηρήσει την αυτονομία του και, το πιο σημαντικό, να συνεχίσει το χτίσιμο της κοινωνίας του.

Το κύριο έργο που μας ανατέθηκε, σύντροφοι, σ’ αυτό που θα ονομαζόταν οχυρώματα της οικονομίας, είναι ατέρμονη κατασκευή, άσχετα με τις δυσκολίες και τους κινδύνους που πρέπει να ξεπεραστούν. Και ανταποκρινόμαστε σ’ αυτό το έργο. Κάθε χρόνο τα καταφέρνουμε και καλύτερα. Κάθε χρόνο μαθαίνουμε από τα λάθη μας και τις εμπειρίες των άλλων. Δημιουργούμε τη βάση για μια ισχυρή, αυτόνομη και αυτοδύναμη οικονομία που θα στηρίζεσαι στη γεωργία, που με τη σειρά της θα στηρίζεται στο γόνιμο έδαφος, το ευνοϊκό κλίμα και τη μικρή πληθυσμιακή πυκνότητα. Αλλά ο αναλφαβητισμός δε σημαίνει έλλειψη πολιτισμού καθώς η ανάγνωση και η γραφή είναι μοναχά το πρώτο βήμα του πολιτισμού.

Οι καινούργιες διαδικασίες προχωρούν με γιγάντια βήματα. Πολύ γρήγορα το να είσαι τεχνικός σ’ αυτή τη χώρα θα προϋποθέτει τη γνώση δύο ή περισσότερων ξένων γλωσσών. Ο τεχνικός πρέπει να είναι ικανός να η ανάγνωση βιβλία στο αντικείμενο σε ξένες γλώσσες. Πρέπει να μάθει να διαβάζει γιατί οι καπιταλιστές έχουν προχωρήσει πολύ στον τεχνολογικό τομέα και πρέπει να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε τις γνώσεις τους. Η αύξηση των προσόντων είναι βασική αποστολή για την κυβέρνηση και όλους τους ανθρώπους και δεν πρέπει να παραμεληθεί. Άντρες και γυναίκες, όταν θα είναι κουρασμένοι μετά απ’ τη δουλειά, πρέπει να κάνουν το απαραίτητο διάβασμα και να συνεχίσουν έτσι να αυξάνουν τις γνώσεις τους.

Δεν είναι σημαντικό το ότι σε λίγες βδομάδες ή μήνες η απόσταση που καλύφθηκε φαίνεται μικρή. Αυτό είναι έργο χρόνων και ένα έργο δεν πρέπει ποτέ να τελειώνει. Το έργο αυτό είναι υπερβολικά δύσκολο για τον πρωτάρη, για τον εργάτη κάποιας ηλικίας που δεν έχει μάθει γραφή και ανάγνωση. Αλλά στο βαθμό που θα αποκτείται γνώση, θα ανάγεται η επιμόρφωση σε επαναστατικό καθήκον, κάτι λιγότερο ή περισσότερο επίπονο θα γίνει γι αυτό, και τελικά θα γίνει ανάγκη όλων. Τότε θα σταματήσει η προσπάθεια αυτή. Σ’ αυτό το σκοπό έχουν γίνει φοβερές προσπάθειες αλλά έχει καταναλωθεί και θα συνεχίσει να καταναλώνεται και ένα μεγάλο ποσό κοινωνικών αγαθών. Πιστεύουμε ότι η μόρφωση και η δημόσια υγεία είναι υπηρεσίες που στις οποίες ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ότι ξοδεύουμε αρκετά για το λαό μας. Και όσο περισσότερα δίνουμε, τόσο καλύτερα θα είναι για όλους. Και έτσι θα συνεχίσουμε να δίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα.

Αλλά να θυμάστε, οι καθηγητές που διδάσκουν τους μαθητές-εργάτες κρατιούνται εκτός παραγωγής και καταναλώνουν, συνεπώς, κρατικά χρήματα που πρέπει να ανταποδοθούν στην κοινωνία εις διπλούν. Πρέπει να απασχοληθούμε με άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, τη νέα μισθολογική κλίμακα και τις νόρμες εργασίας, δύο στενά συνδεδεμένα θέματα που συζητούμε πάνω από ένα χρόνο. Θυμάμαι ότι πέρσι την παραμονή της Πρωτομαγιάς σ αυτή την αίθουσα είχα ζητήσει συγγνώμη που δεν είχα τελειώσει με αυτό το πρόβλημα. Φέτος ξαναζητώ συγγνώμη, αλλά το θέμα της νέας μισθολογικής κλίμακας και των νορμών εργασίας έχει προχωρήσει πολύ. Και τον επόμενο μήνα θα αρχίσουν δοκιμασίες σε διάφορες βιομηχανίες, όχι μόνο στο υπουργείο μας, αλλά σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Τότε, θα έχουμε τελειοποιήσει το σύστημα δίνοντας ένα μισθό σε όλη τη χώρα και πιο δίκαια αποζημίωση. Αλλά πρέπει να υπάρξει αυστηρότητα σε κάτι που δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη. Το νέο μισθολογικό σύστημα, με τις τρέχουσες νόρμες εργασίας, δεν σημαίνει μισθολογική αύξηση. Κάθε άλλο. Εξηγήσαμε ότι ο πρώτος κλάδος στον οποίο εφαρμόστηκε αυτό, ο μεταλλευτικός -και μόνο σε μερικά ορυχεία – εξαιτίας της σχετικά χαμηλής πληρωμής, οι νέες νόρμες εργασίας και το νέο μισθολογικό σύστημα σήμαιναν μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις για τους συντρόφους εκεί. Αλλά δε θα είναι το ίδιο σε όλους τους κλάδους.

Είναι κάποιοι εργάτες που προς το παρόν πληρώνονται ανάλογα με τον μέσο όρο, και άλλοι εργάτες που παίρνουν περισσότερα απ’ το μέσο όρο. Ξεκαθαρίσαμε επίσης ότι όλοι εκείνοι οι εργάτες των οποίων η αμοιβή είναι μεγαλύτερη απ’ όση καθορίζει το νέο μισθολογικό σύστημα θα συνεχίσουν να παίρνουν κανονικό μισθό, αλλά χωρισμένο σε δύο μέρη: ένα που ανταποκρίνεται στην πραγματική του εργασία και ένα επίδομα έτσι ώστε να μην διαταραχθούν τα οικονομικά των συντρόφων εκείνων που έπαιρναν υψηλότερο μισθό τόσα χρόνια και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, την περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού με τις άναρχες παραγωγικές σχέσεις. Ωστόσο, όλοι όσοι μπαίνουν στην παραγωγή θα πληρώνονται σύμφωνα με το νέο μισθολογικό σύστημα, και ένα απ’ τα κύρια σημεία απ’ τα οποία θα εξαρτάται η μισθολογική αύξηση θα είναι οι ικανότητες του εργάτη. Αυτό σημαίνει ότι οι εργάτες που ικανοποιητικά εκπληρώνουν τα στάνταρ της ποσότητας και της ποιότητας για ορισμένο χρόνο, αλλά που δεν μπορούν να ανέβουν αυτόματα στη βαθμολογική κλίμακα γιατί ανήκουν σε διαφορετική μισθολογική τάξη, θα έχουν τη δυνατότητα να ανεβάσουν το μισθό τους. Έτσι, οι ατομικές ικανότητες θα λαμβάνονται υπ’ όψιν στον υπολογισμό του μισθού. Όλα αυτά ας τα εξηγήσει ο Υπουργός Εργασίας. Θα υπάρξουν συζητήσεις και μια ολόκληρη διαδικασία αποσαφήνισης, αφού είναι ένα τόσο δύσκολο έργο στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η εθνική οικονομία.
Σε μερικές περιπτώσεις, θα σημαίνει αύξηση για να διορθώσει μερικές πολύ χαμηλές αμοιβές. Σε άλλες, οι αμοιβές θα παραμείνουν σταθερές, ανάλογα με τα μέτρα που θα υιοθετηθούν απ’ τις μελέτες. Σε άλλες περιπτώσεις, θα μειωθούν οι μισθοί, αλλά αυτοί οι σύντροφοι θα έχουν μοιρασμένο μισθό και έτσι δε θα πληγεί το εισόδημά τους.

Απλά, ένα μέρος του μισθού του, του ανήκει, παραδείγματος χάριν, για ιστορικούς λόγους. Όταν αυτός ο εργάτης φύγει απ’ τη δουλειά του, ο μισθός γι αυτό το πόστο γίνεται κανονικός, ο σταθερός κανονικός μισθός, και δεν είναι πια ο πραγματικός μισθός που έπαιρνε ο υποθετικός αυτός εργάτης. Για να τελειώσω αυτό το λόγο – λίγο μεγάλος, λίγο βαρετός – θέλω να σας υπενθυμίσω, σύντροφοι, την ευθύνη που όλοι ανεξαιρέτως έχουμε. Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε τους καλύτερούς μας εργάτες, τους εργάτες πρώτης γραμμής. Και τιμούμε επίσης τις εργατικές αντιπροσωπείες που ήρθαν να μας επισκεφτούν απ’ όλο τον κόσμο

Είμαστε μια βιτρίνα, ένας καθρέφτης στον οποίο οι Αμερικάνοι μπορούν να δουν, και πρέπει να δουλεύουν για να αυξάνουμε τις ικανότητές μας κάθε μέρα σε βάρος των αδυναμιών μας. Δεν πρέπει να εφαρμόσουμε την τακτική του κρυψίματος των αδυναμιών μας. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν ούτε τίμιο ούτε επαναστατικό. Θα διδαχθούν απ’ τα λάθη μας, απ’ τις παραλείψεις μας, οι σύντροφοι της Αμερικής αλλά και της Ασίας, και της Αφρικής, και όλων των χωρών που σήμερα πολεμούν για ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να διστάζουμε να δείχνουμε κάποιο από τα λάθη του παρελθόντος, κάτι κακό στο παρελθόν που δεν μπορέσαμε να διορθώσουμε, ούτε ένα λάθος της σοσιαλιστικής παρουσίας μας.

Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί, αυτό είναι το υψηλό καθήκον μας. Και καθένας από μας είναι υπεύθυνος απέναντι στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο γι αυτά που κάνε ή θα κάνει Κουβανική επανάσταση. Ο δρόμος μας δεν είναι εύκολος, αλλά γεμάτος κινδύνους και εμπόδια. Ο ιμπεριαλισμός κρύβεται σε κάθε γωνιά του δρόμου, ελπίζοντας σε ένα στραβοπάτημά μας, έτοιμος να μας επιτεθεί. Οι αντιδραστικοί όλης της Αμερικής περιμένουν ν’ ακούσουν με χαρά την επίσημη αναγνώριση των λαθών μας. Βασικά, προσπαθούν να δείξουν στην Αμερική και σ’ ολόκληρο τον κόσμο ότι αν ένα μικρό κράτος σαν εμάς, χωρίς βιομηχανία, χωρίς τεχνολογική ανάπτυξη προσπαθήσει να κάνει επανάσταση, θα αποτύχει. Και χρησιμοποιούν πλάγιες μεθόδους και σαμποτέρ για να σταματήσουν την ανάπτυξή μας.

Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας ούτε μια στιγμή αδυναμίας. Όχι τώρα που είμαστε κάτω απ’ τα βλέμματα των προσκεκλημένων μας, ούτε ποτέ. Ολόκληρη η Αμερική παρατηρεί κάθε λεπτό της ζωής στη χώρα μας και βλέπουν σ’ εμάς μια ελπίδα σωτηρίας, μια ελπίδα ν’ απελευθερωθούν απ’ τα δεσμά τους.

Ας τους δείξουμε τις αλήθειες του δρόμου που πήραμε, σύντροφοι! Ας τους δείξουμε ότι όχι μόνο είμαστε ικανοί όχι μόνο να αντιμετωπίσουμε σχεδόν άοπλοι, τις πάνοπλες δυνάμεις της ολιγαρχίας. Όχι μόνο μπορούμε και εξοπλίζουμε το λαϊκό στρατό παίρνοντας όπλα απ’ τον εχθρό, αντιμετωπίζοντάς τους στο πεδίο της μάχης, αλλά και διαμορφώνουμε τις συνειδήσεις των λαών της Αμερικής μετατρέποντάς τους σε πολεμιστές εναντίον της δικτατορίας! Ας δείξουμε ότι δεν είμαστε μόνο ικανοί να κάνουμε τους ανθρώπους μας ένα, να βγάλουμε την πολεμική μας κραυγή, την προκλητική μας κραυγή. Ας τους δείξουμε, σύντροφοι, ότι μπορούμε να νικήσουμε σ’ αυτό τον μακρύ και δύσκολο αγώνα στον οποίο υποχρεωνόμαστε χτίζοντας το σοσιαλισμό δίπλα σε μια καπιταλιστική υπερδύναμη.

Σε όλους τους κινδύνους, τις απειλές, τους εμπορικούς αποκλεισμούς, τα σαμποτάζ και τους διχασμούς, σε όλες τις δυνάμεις που προσπαθούν να μας εμποδίσουν, πρέπει να δείξουμε την ικανότητα του λαού μας να γράφει ιστορία. Πρέπει να όλοι ενωμένοι, ίσως όχι περισσότερο από σήμερα, να βαδίσουμε με τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, με τα πόδια στο έδαφος, προσέχοντας κάθε μας βήμα και βεβαιώνοντας ότι κανένα βήμα μας δε θα παραδώσει ούτε πόντο απ’ αυτά που κερδίσαμε, απ’ αυτά που χτίσαμε, απ’ αυτό που είναι δικό μας: το σοσιαλισμό!

Patria O Muerte! Venceremos! (Πατρίδα ή θάνατος! Θα νικήσουμε!)

Με τον πρόεδρο της Βραζιλίας Ιάνιο Κουάντρος

κλικ γιά μεγέθυνσηΟ Τσε σε συναντήσεις του με τον Πρόεδρο της Βραζιλίας Ιάνιο Κουάντρος (Jânio Quadros), 1961. 

Με τον Τζαουαχαρλάλ Νεχρού στην Ινδία / Che Guevara and Jawaharlal Nehru in India

Στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Τσε στο Νέο Δελχί τον Ιούλιο του 1959. Υποδοχή από τον πρόεδρο Τζαουαχαρλάλ Νεχρού και συνομιλία στο γραφείο του Ινδού ηγέτη.

Κούβα: Μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του Ιμπεριαλισμού; (Μέρος Πρώτο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Δεν είχαν ξανασυμβεί στην Αμερική γεγονότα με τόσο ασυνήθιστα χαρακτηριστικά με ρίζες και συνέπειες τόσο βαθιές για το πεπρωμένο των προοδευτικών κινημάτων της ηπείρου, όσο ο επαναστατικός μας πόλεμος. Ορισμένοι μάλιστα τον αποκάλεσαν το υπ’ αριθμόν 1 γεγονός στην ιστορία της Αμερικής και το τοποθετούν δίπλα στην τριλογία που αποτελούν η Ρώσικη Επανάσταση, η κοινωνική διαφοροποίηση που ακολούθησε την ήττα των χιτλερικών στρατευμάτων στην ανατολική Ευρώπη και η Κινέζικη Επανάσταση.

 Και ενώ αυτό το κίνημα παρουσίαζε εξαιρετικές μεταπτώσεις στη μορφή και τις εκδηλώσεις του, ακολούθησε – και δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς – τις γενικές γραμμές όλων των μεγάλων ιστορικών γεγονότων που χαρακτηρίζονται από τον αγώνα τους κατά του αποικιοκρατικισμού και την μετάβασή τους προς τον σοσιαλισμό. Ορισμένοι κατά καιρούς, είτε από καλή πίστη, είτε από πολιτικό ενδιαφέρον, προσπάθησαν να δουν μέσα στην Κουβανική Επανάσταση μια σειρά αιτιών και ιδιαζόντων χαρακτηριστικών. Υπερβάλλουν στη σημασία και προχωρούν μάλιστα μέχρι στο να περιορίσουν τους συντελεστές προκειμένου να ερμηνεύσουν αυτά τα βαθιά κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα. Μιλούν για την «ιδιάζουσα» μορφή της Κουβανικής Επανάστασης σε σύγκριση με τις γραμμές δράσης των άλλων προοδευτικών κομμάτων της Αμερικής. Βεβαιώνουν μάλιστα ότι η μορφή και οι δρόμου της Κουβανικής Επανάστασης είναι ένα μοναδικό γεγονός και ότι η ιστορική εξέλιξη των λαών στις άλλες χώρες της Αμερικής θα είναι διαφορετική.

 Αναγνωρίζουμε ότι ξεχωριστοί συντελεστές έδωσαν στην Κουβανική Επανάστασης ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι μια δεδομένη αλήθεια ότι κάθε επανάσταση περιέχει αυτό το είδος των ξεχωριστών συντελεστών. Αλλά δεν είναι το λιγότερο δεδομένο το γεγονός πως όλες οι επαναστάσεις υπακούουν εξίσου σε ορισμένους νόμους από τους οποίους οι κοινωνίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ας αναλύσουμε λοιπόν αυτούς τους δήθεν «ιδιάζοντες» συντελεστές.

 Ο πρώτος, ο πιο καινούργιος και ο σημαντικότερος ίσως είναι αυτή η φυσική δύναμη που ονομάζεται Φιντέλ Κάστρο Ρουζ, που πήρε σ’ ένα χρόνο ιστορικές διαστάσεις. Οι αρετές του τον κατατάσσουν δίπλα στις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ιστορίας της Λατινικής Αμερικής. Ποιες είναι οι ιδιάζουσες συνθήκες που περιβάλουν την προσωπικότητα του Φιντέλ Κάστρο; Ποια είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ζωής και του χαρακτήρα του που τον κάνουν να ακτινοβολεί πάνω στους συντρόφους του και εκείνους που τον ακολουθούν; Ο Φιντέλ έχει μια προσωπικότητα τόσο εξαιρετική, που θα γινόταν αρχηγός οποιουδήποτε κινήματος κι αν μετείχε, αυτό εξ άλλου γινόταν πάντα σ’ όλη του τη σταδιοδρομία, από τότε που ήταν φοιτητής, ως τη στιγμή που έγινε ο αρχηγός της χώρας μας και των καταπιεσμένων λαών της Λατινικής Αμερικής.

 Έχει τις αρετές του μεγάλου οδηγού. Με την ικανότητά του να συνδέει, να ενώνει και να αντιστέκεται στη διαίρεση που αδυνατίζει. Με την επιδεξιότητά του να διευθύνει τη δράση του λαού σαν ανώτατος αρχηγός. Με την εξαιρετική του επιθυμία να ακούει πάντα τη θέληση του λαού, ο Φιντέλ Κάστρο έκανε περισσότερα από οποιονδήποτε στην Κούβα για να οικοδομήσει από το μηδέν αυτό το υπέροχο έργο που λέγεται σήμερα Κουβανέζικη Επανάσταση. Ασφαλώς κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί πως οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην Κούβα ήταν τελείως διαφορετικές από εκείνες που χαρακτηρίζουν τις άλλες χώρες της Αμερικής και ότι η Κουβανέζικη Επανάσταση έγινε εξ αιτίας αυτών των διαφορών. Όπως δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί επίσης κανείς πως ο Φιντέλ έκανε την Επανάσταση παρ’ όλες αυτές τις διαφορές. Ο Φιντέλ οδήγησε της Επανάσταση στην Κούβα την ώρα και με τον τρόπο που την πραγματοποίησε συνειδητοποιώντας τις βαθιές πολιτικές αναστατώσεις που προετοίμαζαν το λαό για το μεγάλο άλμα στο δρόμο της Επανάστασης.

Υπήρχαν επίσης ορισμένες συνθήκες που, παρ’ όλο που δεν συμβαίνουν στην Κούβα ιδιαίτερα, θα είναι δύσκολα εκμεταλλεύσιμες από άλλους λαούς. Γιατί ο ιμπεριαλισμός, αντίθετα με άλλα προοδευτικά κόμματα παίρνει μαθήματα από τα λάθη του. Την κατάσταση που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε σαν ιδιάζουσα, είναι πως ο βορειοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός ήταν απροσανατόλιστος και δεν ήταν σε θέση να αναμετρήσει το πραγματικό βάθος της Κουβανικής Επανάστασης. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν πολλές από τις φανερές αντιφάσεις στη βορειοαμερικάνικη πολιτική. Τα μονοπώλια, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πίστεψαν καταρχήν πως πρόκειται για έναν διάδοχο του Μπατίστα, ακριβώς γιατί ήξεραν πως ο λαός δυσαρεστημένος, αναζητούσε επίσης κάποιον για μια επαναστατική προοπτική, κι ήταν ασφαλώς πολύ πιο έξυπνο και προνοητικό να αποτραβήξουν τον μικρό δικτάτορα που δεν χρειαζόταν πια, για να βάλουν στη θέση του «νέους» που σε καιρούς χαλεπούς θα ήταν πολύ πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού. Οι ιμπεριαλιστές έπαιξαν για ένα διάστημα αυτό το χαρτί. Και έχασαν θλιβερά. Πριν τη νίκη τούς ανησυχούσαμε, αλλά δεν μας φοβόντουσαν. Ή μάλλον έπαιζαν σε δυο καρέ, χρησιμοποιώντας την εμπειρία τους σ’ αυτό το διπλό παιχνίδι, στο οποίο, κατά παράδοση, δε μπορούσαν να χάσουν. Απεσταλμένοι του κράτους, μεταμφιεσμένοι σε δημοσιογράφους, ήρθαν πολλές φορές να βολιδοσκοπήσουν αυτή την άπρεπη επανάσταση, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να διαγνώσουν το παραμικρό σύμπτωμα του υποβόσκοντος κινδύνου. Όταν ο ιμπεριαλισμός θέλησε να αντιδράσει, όταν κατάλαβε πως η ομάδα των άπειρων νέων που παρήλαυνε θριαμβευτικά στους δρόμους της Αβάνας, είχε μια πολύ ξεκάθαρη γνώση του πολιτικού της καθήκοντος και την σταθερή απόφαση να οργανώσει τη ζωή της, ήταν πια πολύ αργά. Έτσι γεννήθηκε το Γενάρη του 1959 η πρώτη κοινωνική επανάσταση σ’ όλη τη ζώνη της Καραϊβικής και η πιο ουσιαστική από τις αμερικάνικες επαναστάσεις.

 Δεν νομίζουμε πως είναι ιδιαίτερα ξεχωριστό το γεγονός ότι η αστική τάξη ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, φάνηκε ευνοϊκή στην επανάσταση κατά της τυραννίας και ότι ταυτόχρονα υποστήριξε και επιδίωξε κινήσεις που αποβλέπανε σε διαπραγματεύσεις που θα επέτρεπαν μια αντικατάσταση του Μπατίστα, από στοιχεία διατεθειμένα να ελέγχουν την Επανάσταση.

Παίρνοντας υπόψη τις συνθήκες που προκάλεσαν τον επαναστατικό πόλεμο και τις συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που ήταν εναντίον της τυραννίας δεν είναι περίεργο το ότι ορισμένα στοιχεία από τους λατιφουντίστες, υιοθέτησαν μια στάση ουδετερότητας ή τουλάχιστον όχι εχθρική απέναντι στις επαναστατικές δυνάμεις. Όπως είναι ευνόητο ότι η εθνική αστική τάξη τσακισμένη από τον ιμπεριαλισμό και την τυραννία είδε με κάποια συμπάθεια αυτούς τους νεαρούς ορεσίβιους να τιμωρούν το μισθοφόρο στρατό, όργανο στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Αυτή η δύναμη, η όχι επαναστατική πάντως, βοήθησε πράγματι την επανάσταση να κερδίσει την εξουσία.

Πηγαίνοντας ακόμα πιο μακριά, μπορούμε να προσθέσουμε ακόμα έναν ιδιάζοντα συντελεστή, που είναι η προλεταριοποίηση του λαού στο μεγαλύτερο τμήμα της κουβανέζικης γης, αποτέλεσμα της δράσης του μεγάλου κεφάλαιου στην Κούβα, της ημιμηχανοποίησης της γεωργίας που απαιτούσε μια οργάνωση και που είχε σα συνέπεια μια μεγαλύτερη ανάπτυξη ταξικής συνείδησης.Αυτό μπορούμε να το παραδεχτούμε. Αλλά πρέπει να δηλώσουμε εν ονόματι της αλήθειας, ότι το πρώτο έδαφος που κατέλαβε η αντάρτικη Στρατιά, που την αποτελούσαν οι επιζήσαντες της αποδεκατισμένης ταξιαρχίας που αποβιβάστηκε στη Γκράνμα, το κατοικούσε μια τάξη χωρικών, διαφορετικών από άποψη κοινωνικών καταβολών και παιδείας, από τους κατοίκους των περιοχών της μεγάλης ή ημιμηχανοποιημένης καλλιέργειας της Κούβας.

Η Σιέρρα Μαέστρα πραγματικά στάθηκε το πρώτο επαναστατικό κέντρο, το καταφύγιο όλων εκείνων των χωρικών που πολεμούσαν καθημερινά εναντίον των λατιφουντιστών. «Κατοικούσαν σε γη που ανήκε στο κράτος ή σε μεγάλους γαιοκτήμονες, ελπίζοντας να κερδίσουν ένα ψίχουλο γης, μια στάλα αγαθά. Έπρεπε να αγωνίζονται συνεχώς κατά των παράνομων φορολογιών ων στρατιωτών, πάντοτε συμμάχων των λατιφουντιστών. Ο ορίζοντάς τους δεν ξεπερνούσε την κατάκτηση ενός τίτλου ιδιοκτησίας. Οι χωρικοί στρατιώτες που πλαισίωναν το πρώτο μας αντάρτικο προήλθαν απ’ αυτή τη μερίδα της κοινωνικής τάξης, που εκδηλώνει σχεδόν επιθετικά την επιθυμία της για κατοχή γης και που εκφράζει με ιδανικό τρόπο το πνεύμα του «μικροαστού». Ο χωρικός πολεμά γιατί θέλει γη, γι’ αυτόν και για τα παιδιά του. Θέλει να την διευθύνει, να την πουλά και να πλουτίσει από τη δουλειά του».

«Παρά το «μικροαστικό» του πνεύμα ο χωρικός μαθαίνει πολύ γρήγορα, πως δεν μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία του να γίνει κάτοχος γης, αν δεν σπάσει το σύστημα της ιδιοκτησίας στα λατιφούντια. Μια ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, όμως είναι η μόνη που μπορεί να δώσε γη στους χωρικούς, θίγει άμεσα τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, των μεγάλων γαιοκτημόνων και τους μεγαλοεπιχειρηματίες της ζάχαρης και της κτηνοτροφίας. Η αστική τάξη τρέμει μη θιγούν τα συμφέροντά της. Το προλεταριάτο δεν έχει παρόμοιους φόβους. Με αυτή την έννοια η γραμμή της Επανάστασης ενώνει τον εργάτη με το χωρικό. Οι εργάτες υποστηρίζουν τον αγώνα κατά των λατιφούντιων. Ο φτωχός χωρικός, αυτός που δέχεται τη γη, υποστηρίζει τίμια την επαναστατική εξουσία και την υπερασπίζεται εναντίον των εχθρών της ιμπεριαλιστών και επαναστατών.

Πιστεύουμε πως άλλου ιδιάζων συντελεστής δεν υπάρχει. Ας εξετάσουμε τώρα τις μόνιμες βάσεις κάθε κοινωνικού φαινομένου στην Αμερική, τις αντιθέσεις που έχουν δημιουργηθεί στους κόλπους των σύγχρονων κοινωνιών και οι οποίες προκαλούν διαφοροποιήσεις που μπορούν να πάρουν τις διαστάσεις μιας Επανάστασης σαν αυτή που έγινε στην Κούβα.

Κατ’ αρχήν, από χρονολογική άποψη, αν όχι κατά σειρά εκτίμησης, σήμερα υπάρχει το σύστημα των λατιφούντιων. Υπήρξε η βάση της οικονομικής εξουσίας της άρχουσας τάξης, όλη την περίοδο που ακολούθησε τις απελευθερωτικές και αντιαποικιακές επαναστάσεις του τελευταίου αιώνα. Αυτή η τάξη των γαιοκτημόνων, που υπάρχει σ’ όλες τις χώρες, είναι γενικά απληροφόρητη για τα κοινωνικά γεγονότα που κατευθύνουν τον κόσμο. Μερικές φορές οι πιο συνετοί και όσοι βλέπουν μακρύτερα από την τάξη των γαιοκτημόνων μυρίζονται τον κίνδυνο κι αρχίζουν να αλλάζουν τρόπο επένδυσης των κεφαλαίων τους, άλλοτε μηχανοποιώντας την αγροτική παραγωγή, μεταφέρουν ένα μέρος του πλούτου τους στη βιομηχανία ή γίνονται οι ίδιοι εμπορικού πράκτορες των μονοπωλίων. Εκείνη η πρώτη απελευθερωτική επανάσταση δεν κατέστρεψε τα λατιφούντια, που παραμείνανε σαν οικονομική βάση, διατηρώντας έτσι ένα αντιδραστικό στοιχείο που έσωζε την αρχή της δουλείας στην εργασία. Είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάζεται χωρίς εξαίρεση σε όλες τις χώρες της Αμερικής και χρησιμεύει σαν υπόβαθρο όλων των αδικιών που έγιναν, από την εποχή που οι βασιλιάδες της Ισπανίας παραχωρούσαν αχανείς εκτάσεις στους ευγενέστερους από του κονκισταδόρους τους, αφήνοντας μόνο για τους «ιθαγενείς» μαύρους ή μιγάδες, όπως στην περίπτωση της Κούβας τα ριλέγκος (κρατική γη), το κομμάτι της γης δηλαδή που αφήνεται ανάμεσα σε τρεις μεγάλες κυκλικές εκτάσεις που συνορεύουν μεταξύ τους. Ο γαιοκτήμονας που στις περισσότερες χώρες καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να ζήσει μόνος, συμμάχησε γρήγορα με τα μονοπώλια που ήταν βέβαια, οι ισχυρότεροι και σκληρότεροι δυνάστες στους αμερικάνικους λαούς.

Η Αμερική υπήρξε το πεδίο της μάχης για της μεγάλες ιμπεριαλιστικές εταιρείες. Στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου – αυτός ο πόλεμος αποφασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά προς όφελος των βορειοαμερικάνικων μονοπωλίων- και έπειτα οι ιμπεριαλιστές ανασκουμπώθηκαν για να ενισχύσουν την παράνομη κατοχή τους στις αποικίες τους και να τελειοποιήσουν το σύστημα κατά της λαθραίας εισχώρησης πολιτών και νέων αντιπάλων από άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Όλα αυτά δημιούργησαν μια οικονομία τερατωδώς παραμορφωμένη, που οι οικονομολόγοι των καπιταλιστικών καθεστώτων εκφράζουν με μια άκακη λέξη που αποδεικνύει τη βαθιά συμπόνια που έχουν για μας οι «υποανάπτυκτοι». (Αποκαλούν τους δυστυχείς μας ινδιάνους, που εκμεταλλεύτηκαν, καταδίωξαν και καταδίκασαν στην άγνοια: οι «μικροί ινδιάνοι». Όλους τους ανθρώπους της μαύρης ράτσας και τους μιγάδες τους καταδικασμένους στην περιφρόνηση και στις διακρίσεις τους λένε οι «έγχρωμοι» και εφευρίσκουν τρόπους σαν άτομα και σαν σύνολα για να διχάζουν τις εργατικές μάζες στον αγώνα τους για ένα καλύτερο οικονομικό μέλλον).

Τι είναι η υποανάπτυξη;

Ένας νάνος με ένα τεράστιο κεφάλι και ένα γερό στήθος είναι υποανάπτυκτος με την έννοια πως τα αδύνατα πόδια του και τα κοντά χέρια του δεν ανταποκρίνονται στην υπόλοιπη ανατομία του. Είναι το τερατώδες προϊόν μιας ελαττωματικής διάπλασης που παραμόρφωσε την ανάπτυξή του. Είναι αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε εμείς τελικά, οι ευγενώς επονομαζόμενοι «υποανάπτυκτοι» των αποικιών ή των εξαρτώμενων χωρών. Οι χώρες μας έχουν οικονομίες παραμορφωμένες από την ιμπεριαλιστική πολιτική που ανάπτυξε ανώμαλα τους βιομηχανικούς και γεωργικούς κλάδους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καταντήσουν συμπληρώματα των πολύπλοκων ιμπεριαλιστικών οικονομιών.

Η «υποανάπτυξη», ή παραμορφωμένη ανάπτυξη προκαλεί στις πρώτες ύλες μια επικίνδυνη ειδίκευση, που διατηρεί όλους τους λαούς κάτω από την απειλή της πείνας. Εμείς οι «υποανάπτυκτοι», είμαστε επίσης χώρες μονοκαλλιέργειας. Ένα μοναδικό προϊόν που η αβέβαιη πώλησή του εξαρτάται από μια μοναδική αγορά, η οποία επιβάλει και καθορίζει τους όρους, ιδού η μεγάλη συνταγή της ιμπεριαλιστικής οικονομικής κυριαρχίας που συναντιέται με το παλιό και αιώνιο ρωμαϊκό ρητό «διαίρει και βασίλευε».

Το σύστημα των λατιφουντίων ως προς τις σχέσεις του με τον ιμπεριαλισμό καθορίζει τέλεια τον ισχυρισμό «υποανάπτυξη» που έχει σαν αποτέλεσμα την ανεργία και τους χαμηλούς μισθούς. Το φαινόμενο των χαμηλών μισθών και της ανεργίας είναι ένας φαύλος κύκλος που δημιουργεί ακόμα χαμηλότερους μισθούς και μια ανεργία ακόμα μεγαλύτερη όσο οι αντιφάσεις του συστήματος οξύνονται. Πάντοτε στο έλεος των οικονομικών διακυμάνσεων δημιουργείται ένας κοινός παρανομαστής για τους λαούς της Αμερικής, από το Ρίο Μπράβο ως το Νότιο Πόλο. Αυτός ο κοινός παρανομαστής, που θα των τυπώσουμε με κεφαλαία, αποτελεί το σημείο εκκίνησης για όλους όσους ασχολούνται με αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα και είναι η πείνα των ανθρώπων, η κατάπτωση του ατόμου πάντοτε στη διάθεση της εκμετάλλευσης, καταπιεζόμενου και διωκόμενου, η κούρασή του, του να πουλάει την ικανότητά του για εργασία από μέρα σε μέρα σε χαμηλές τιμές (μπροστά στον κίνδυνο να μεγαλώσει την ουρά των ανέργων) προκειμένου να αντληθεί το μεγαλύτερο δυνατό όφελος από κάθε ανθρώπινο κορμί και να σπαταληθεί στην πολυτέλεια των κεφαλαιοκρατών.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, πως υπάρχουν στην Αμερική ουσιαστικοί και αναπόφευκτοι κοινοί παρανομαστές και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξαιρούμαστε από κανέναν από αυτούς τους αλληλέγγυους συντελεστές. Το σύστημα των λατιφούντιων τόσο στη μορφή του της πρωτόγονης εκμετάλλευσης, όσο και στη μονοπωλιακή του γραμμή προσαρμόζεται στις νέες καταστάσεις και ευθυγραμμίζεται με τον ιμπεριαλισμό: αυτή η μορφή εκμετάλλευσης από το ξένο κεφάλαιο δημιουργεί μια οικονομία αποικιοκρατικού τύπου που ονομάστηκε κατ’ ευφημισμό «υποανάπτυξη».

Όλα αυτά υπήρχαν στην Κούβα. Υπήρχε επιπλέον η πείνα, το ποσοστό των ανέργων ήταν το ψηλότερο της λατινικής Αμερικής, ο ιμπεριαλισμός ήταν ακόμα πιο άγριος παρά σ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα. Τα λατιφούντια ήταν το ίδιο πανίσχυρα όσο και σ’ οποιαδήποτε από τις άλλες αδελφές δημοκρατίες. Τι κάναμε εμείς για να απελευθερωθούμε από αυτό το παντοδύναμο ιμπεριαλιστικό σύστημα, με την ακολουθία του των κυβερνήσεων μαριονετών σε κάθε χώρα και τους μισθοφόρους στρατούς που αμύνονταν γι’ αυτό το πολύπλοκο σύστημα εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο; Οι αντικειμενικές συνθήκες για τον αγώνα καθορίστηκαν από την πείνα του λαού και σαν αντίδραση εναντίον αυτής της πείνας από τη βία που προκαλούσε τη λαϊκή αντίδραση και από το κύμα του μίσους που η καταπίεση δημιουργούσε μόνη της. Οι υποκειμενικές συνθήκες έλειπαν στην Αμερική και το σημαντικότερο ήταν η συνείδηση μιας πιθανής νίκης κάτω από έναν σκληρό αγώνα εναντίον της ιμπεριαλιστικής δύναμης και των συνεταίρων της του εσωτερικού. Αυτές οι συνθήκες δημιουργήθηκαν από τον ένοπλο αγώνα μας, που βοήθησε να γίνει πιο συγκεκριμένη η ανάγκη μιας αλλαγής και επέτρεψε επίσης την ολοκληρωτική εξολόθρευση του στρατού (απαραίτητος όρος για κάθε πραγματική Επανάσταση) από τις λαϊκές δυνάμεις.

Η ένοπλή μας δύναμη που δημιουργείται κατά τις εκστρατείες κυρίεψε απ’ έξω τις πόλεις, ενώθηκε με την εργατική μάζα και διαμόρφωσε την πολιτική της συνείδηση, από την επαφή της μ’ αυτήν. Είναι αυτό δυνατόν να γίνει σε άλλες χώρες της λατινικής Αμερικής; Θα εξηγήσουμε τις δυσκολίες που, κατά τη γνώμη μας, θα κάμουν πιο επίπονους τους επαναστατικούς αγώνες στην Αμερική. Τονίσαμε ήδη, στην αρχή αυτού του άρθρου, ότι ορισμένοι συντελεστές μπορούν να θεωρηθούν σαν ιδιάζοντες: η συμπεριφορά του ιμπεριαλισμού που αιφνιδιάστηκε προς στιγμή από την Κουβανέζικη Επανάσταση και ως ένα ορισμένο σημείο τη στάση της εθνικής αστικής τάξης, επίσης αιφνιδιασμένης, που έβλεπε την αντάρτικη δράση με κάποια συμπάθεια, γιατί δεν είχε υποστεί λίγες ζημιές κι αυτή από τον ιμπεριαλισμό (αυτή η κατάσταση βαραίνει εξίσου και στις άλλες χώρες). Αλλά ο ιμπεριαλισμός κατάλαβε το μάθημα της Κούβας και δε θα αιφνιδιαστεί πια σε καμιά από τις είκοσι δημοκρατίες της Αμερικής. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί αν ο κουβανέζικος απελευθερωτικός πόλεμος υπήρξε δύσκολος με τις συνεχείς μάχες που έδωσε επί δύο χρόνια, οι καινούριες μάχες που περιμένουν τους λαούς στα άλλα μέρη της λατινικής Αμερικής θα είναι αφάνταστα πιο δύσκολες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν συμπληρωματικά όπλα στις κυβερνήσεις των μαριονετών που βλέπουν να κινδυνεύουν. Υπογράφουν μαζί τους συμβάσεις υποταγής προκειμένου να διευκολύνουν με νόμιμα μέσα την καταπίεση, την ανάμιξη, ακόμη και την επέμβαση. Χωρίς να λογαριάσουμε ότι δραστηριοποιούν την εκγύμναση στρατού καταπίεσης με την πρόθεση να τον χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά σαν όργανο κατά του λαού.

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Verde Olivo το 1961).