Μάριο Μόνχε (Mario Monje)

mario monje photoΟ Μάριο Μόνχε Μολίνα ήταν ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας (Partido Comunista Boliviano) την περίοδο που ο Τσε επιχειρούσε τη δημιουργία αντάρτικου κινήματος στη χώρα. Γεννημένος στην κωμόπολη Ιρουπάνα ήταν εκ των ιδρυτών του Κ.Κ. και σταδιακά ανελίχθηκε στην κομματική ιεραρχία.

Ο Μόνχε θεωρείται εκ των βασικών υπαιτίων γιά την σύλληψη του Τσε από το βολιβιανό στρατό. Ως Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βολιβίας είχε αρχικά δεχθεί να βοηθήσει το Γκεβάρα στη δημιουργία αντάρτικου στρατού. Άλλαξε την απόφαση του την τελευταία στιγμή, προδίδοντας ουσιαστικά τον Τσε, κάτι που πιστεύεται ότι ήταν αποτέλεσμα τόσο των προσωπικών επιφυλάξεων του Μόνχε απέναντι στους κουβανούς όσο και πολιτικής πίεσης προερχόμενης από τη Μόσχα.

Ο αμερικανός καθηγητής Ιστορίας Πωλ Ζ. Ντοσάλ αναφέρει στο βιβλίο του Comandante Che: Guerrilla Soldier, Commander, and Strategist, 1956-1967:

«Το Μάϊο του 1966 το Κομμουνιστικο Κόμμα της Βολιβίας (ΚΚΒ) είχε επισήμως υιοθετήσει ψήφισμα το οποίο πρότεινε την ένοπλη δράση ως το μόνο δρόμο για την απελευθέρωση της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, στις εθνικές εκλογές που έλαβαν χώρα δύο μήνες αργότερα, το Κ.Κ.Β έλαβε το υψηλότερο ποσοστό ψήφων στην ιστορία του, προωθώντας τον αμφιταλαντευόμενο Μόνχε στο δρόμο της εκλογικής μάχης και μακρυά απ’ το πεδίο του ένοπλου αγώνα τον οποίο το κόμμα είχε εγκρίνει λίγους μήνες πριν. Μια ομάδα εκπαιδευμένων στην Κούβα ανταρτών-μελών του κόμματος, μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Περέδο, προέτρεψε τον Μόνχε να ξεκίνησει αντάρτικο κίνημα. Το καλοκαίρι του 1966, το Κ.Κ.Β. ξεκίνησε να επιλέγει και να εκπαιδεύει προσωπικό για αντάρτικη αποστολή υπό βολιβιανή ηγεσία. Παρ’ όλα αυτά, σε μια μυστική συνάντηση στη Λα Παζ με τους Βιγιέγκας και Μαρτίνεζ  Ταμάγιο, στις 25 Ιουλίου, ο Μόνχε αντιτάχθηκε στην πρόταση γιά αντάρτικο κίνημα. Στις 28 Ιουλίου, ο Βιγιέγκας και ο Ταμάγιο πίεσαν τον αναποφάσιστο ακόμη Μόνχε, ζητώντας την υποστήριξη του για μια γενικευμένη εξέγερση με χαρακτηριστικά αντάρτικου. Παρά το γεγονός ότι ο Μόνχε δεν έδωσε την συγκατάθεση του, υποσχέθηκε να στηρίξει τους κουβανούς με 20 άνδρες. Όταν όμως στις 8 Αυγούστου ο Μαρτίνεζ του ζήτησε την παραχώρηση αυτών των 20 πολεμιστών, ο Μόνχε παρίστανε τον ανήξερο: «Είκοσι τι;».

Ο Μόνχε ήταν επιφυλακτικός απέναντι στους Κουβανούς από την πρώτη Σύνοδο της Τρικοντινεντάλ, τον Ιανουάριο (1966).  Ο ίδιος διαδοχικά υποστήριξε και έπειτα απέρριψε την περίπτωση ένοπλου αγώνα, στεκόμενος πάντα εμπόδιο στην κουβανική ανάμειξη στη Βολιβία και χωρίς ποτέ να έχει δει με καλό μάτι την προσπάθεια του Τσε. Οι κουβανοί υποστηρίζουν ότι (ο Μόνχε) είχε υποσχεθεί να στηρίξει τον Τσε – ο ίδιος έχει αρνηθεί ότι έδωσε ποτέ επίσημη συγκατάθεση γιά αντάρτικο αγώνα στη Βολιβία».

Οι τελευταίες ημέρες του Στρατηγού Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – Αρχεία C.I.A.

κλικ γιά μεγέθυνση

Το παρακάτω κείμενο συντάχθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1967 από το William Nicol, γιά λογαριασμό του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (C.I.A). Ανήκει στην συλλογή του Εθνικού Αρχείου Ασφαλείας (National Security Archive) των Η.Π.Α.. Αποχαρακτηρίστηκε και δόθηκε στη δημοσιότητα το 1997, τριάντα χρόνια έπειτα από τη δολοφονία του Τσε και αποτελεί την αμερικανική εκδοχή γιά τα γεγονότα των ημερών εκείνων. Το Guevaristas δημοσιεύει, γιά πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση, το κείμενο διατηρώντας όμως έντονες επιφυλάξεις σχετικά με το αληθές των όσων περιγράφονται παρακάτω.

7-9 Οκτωβρίου 1967.

Οι συνδιαζόμενες μονάδες της ομάδας Α και οι υποστηρικτικές μονάδες της ομάδας Β [μια ανάμεικτη/συνδιασμένη δύναμη 1.300 βολιβιανών ανδρών, εκπαιδευμένων από τις ειδικές δυνάμεις των Η.Π.Α. και υπό τη διεύθυνση της C.I.A. με συγκεκριμένο στόχο τη σύλληψη του Τσε Γκεβάρα. Η αντάρτικη ομάδα του Τσε είχε 17 άνδρες] κινήθηκαν στην περιοχή του Churro Ravine χρησιμοποιώντας δύο διμοιρίες της ομάδας Α ως αποτρεπτικής δύναμης λίγα χιλιόμετρα βορείως του μικρού Geino Ravine. Ο λοχαγός Πράδο έστησε την την ομάδα του ανατολικά του Churro Ravine, με την τρίτη διμοιρία της Ομάδας Β στο πλάι του για υποστήριξη, υπό τις διαταγές του λοχία Χουόκα. Το πρώτο platoon της Ομάδας Α, υπό τις διαταγές του λοχαγού Πέρες, εισήλθε στο Churro Ravine από το βορρά στην συμβολή δύο μικρών ρεμάτων. Ο λοχαγός Πέρες πρότεινε την κίνηση και ξεκίνησε να οδηγεί τους αντάρτες στα νότια, την στιγμή που οι δυνάμεις του λοχαγού Πράδο απέκλεισαν τη ρεματιά. Σε αυτό το σημείο επιστρατεύτηκε ένα πολυβόλο ώστε να καλύψει το ρέμα, να κρατήσει την αριστερή πλευρά του τμήματος όλμων του Πράδο και να υποστηρίξει τους στρατιώτες. Όπως η πρώτη διμοιρία της Ομάδας Α προωθήθηκε κάτω, ήρθε αντιμέτωπη με πυρά και έχασε 3 στρατιώτες. […] Ο λοχίας Χουόκα αμέσως αντιλήφθηκε μιά ομάδα από 6 με 8 αντάρτες και άνοιξε πυρ. Σε αυτό το σημείο σκοτώθηκαν οι «Ανοτόντο» και «Ορτούρο», δύο κουβανοί. Ο λοχίας Χουόκα έχασε έναν άνδρα ενώ ένας ακόμη τραυματίστηκε. Ο «Ραμόν» (Τσε) και ο «Γουίλι» προσπάθησαν να κινηθούν προς την πλευρά του τμήματος όλμων. Έγιναν αντιληπτοί από χειριστές του πυροβόλου οι οποίοι άνοιξαν πυρ εναντίον τους. O Γκεβάρα χτυπήθηκε στο κάτω μέρος της κνήμης και υποβοηθήθηκε από τον «Γουίλι» περνώντας κατά μήκος του ρυακιού Τουσκάλ όπου προφανώς κάθησαν να ξεκουραστούν γιά λίγα λεπτά. Έπειτα κινήθηκαν προς τα βόρεια, ακριβώς μπροστά απ’ τον λοχαγό Πράδο ο οποίος έδωσε εντολή να τους καταδιώξουν. Οι στρατιώτες Εντσίνος, Τσεκούες και Μπαλμπόα ήταν οι πρώτοι βολιβιανοί που ακινητοποίησαν το Γκεβάρα. Οι «Γουίλι» και «Ραμόν» μεταφέρθηκαν έπειτα πίσω στο Λα Ιγκέρα με το λοχαγό Πράδο και το προσωπικό των Ομάδων Α και Β. Οι βολιβιανοί (στρατιώτες) δεν έμειναν στην περιοχή τη νύχτα. Από τις 19:00 έως τις 4:00 πρωινή της 9ης Οκτωβρίου δεν υπήρχαν βολιβιανοί ένοπλοι στην περιοχή της μάχης. Αυτό έδωσε στις αντάρτικες δυνάμεις αρκετό χρόνο ώστε να εγκαταλείψουν την περιοχή.

Στις 30 Οκτωβρίου 1967, σε ένα μικρό αντίσκηνο στην Λα Εσπεράντζα, Βολιβία, ο αντισυνταγματάρχης Ραλ. Εσπινόζα Λορντ, της 2η Ομάδας καταδρομέων, δήλωσε τα ακόλουθα σχετικά με την σύλληψη του Ερνέστ «Τσε» Γκεβάρα: Ο Γκεβάρα και ο «Γουίλι» μεταφέρθηκαν πίσω στο Λα Ιγκέρα το απόγευμα της 8ης (Οκτωβρίου), έπειτα από τη μάχη στο φαράγγι Churro. Ο Γκεβάρα είχε ένα μικρό τραύμα στην κάτω κνήμη, το οποίο επουλώθηκε κατά την επιστροφή στο Λα Ιγκέρα. Ο υπολογοχαγός Εσπινόζα μίλησε επι μακρόν με το Γκεβάρα, αν και ο δεύτερος δεν αποκάλυψε καμία απόρρητη πληροφορία. Ο Εσπινόζα ένιωσε ιδιαίτερη εκτίμηση για το Γκεβάρα ως στρατιώτη και ως άνδρα, και ήταν περίεργος να μάθει περισσότερα για τη «θρυλική προσωπικότητα» του. Ο Γκεβάρα απάντησε σε όλες του τις ερωτήσεις χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «ίσως» και «πιθανόν». Νωρίς το πρωί της 9ης του Οκτώβρη, η ομάδα έλαβε την εντολή να εκτελέσει το Γκεβάρα και τους άλλους συλληφθέντες. Προηγουμένως, ο αρχιστράτηγος Σαντάνα, αρχηγός της 8ης Μεραρχίας, είχε λάβει ξεκάθαρες εντολές να κρατήσει ζωντανούς τους κρατούμενους. Οι στρατιώτες που εμπλέκονταν στην υπόθεση δε γνώριζαν από πού έρχονταν οι εντολές, αλλά ένιωθαν ότι πήγαζαν από τις ύψιστες βαθμίδες.

[Α] Απόσπασμα απ’ το «Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα», εξηγώντας το ρόλο του Ροντρίγκεζ, πράκτορα της CIA υπεύθυνου για τις τακτικές κινήσεις των ομάδων Α και Β:

«Παρόλο που προφανώς ήταν υπό τις οδηγίες της CIA να «κάνει ότι είναι δυνατόν για να τον κρατήσει ζωντανό», ο Ροντρίγκεζ μετέφερε τη διαταγή να εκτελεστεί ο Γκεβάρα από το Βολιβιανό Ανώτατο Στρατηγείο στους στρατιώτες στο Λα Ιγκέρα – ο ίδιος τους συμβούλεψε να μην πυροβολήσουν το Γκεβάρα στο πρόσωπο ώστε τα τραύματα να φαίνονται ως τραύματα μάχης [ώστε να καλύψουν την παράνομη εκτέλεση χωρίς δίκη] – και ενημέρωσε προσωπικά τον Τσε ότι αναμένετο να πεθάνει. Έπειτα από την εκτέλεση, ο Ροντρίγκεζ πήρε το ρολόι Ρόλεξ του Τσε, συχνά επιδεικνύοντας το στους ρεπόρτερς τα επόμενα χρόνια».

Ο Λοχαγός Φράντο έδωσε την εντολή στον υπολοχαγό Πέρες να εκτελεστεί ο Γκεβάρα, κάτι που ο Πέρες δεν ήταν δυνατό να φέρει εις πέρας – έτσι η εντολή δόθηκε στο λοχία Τεράν, της Ομάδας Α. Σε αυτό το σημείο ο Πέρες ρώτησε τον Γκεβάρα εάν επιθυμεί κάτι πριν την εκτέλεση του. Ο Γκεβάρα απάντησε ότι το μόνο που ήθελε ήταν «να πεθάνει με γεμάτο στομάχι». Ο Πέρες στην συνέχεια τον ρώτησε εάν είναι «υλιστής» ζητώντας να έχει μόνο φαγητό. Ο Γκεβάρα επέστρεψε στην προγενέστερη συμπεριφορά του απαντώντας με ένα «ίσως». Τότε ο Πέρες τον αποκάλεσε «αξιολύπητο ανθρωπάκι» και έφυγε απ’ το δωμάτιο. Μέχρι τότε, ο λοχίας Τεράν είχε ενισχύσει τη διάθεση του με κάμποσες μπύρες και επέστρεψε στο δωμάτιο όπου ο Γκεβάρα στέκονταν όρθιος, με σταυρωμένα τα χέρια δηλώνοντας: «Ξέρω για ποιο λόγο ήρθες, είμαι έτοιμος». Ο Τεράν, αφού τον κοίταξε για λίγα λεπτά και έπειτα είπε: «όχι, κάνεις λάθος, κάθησε». Έπειτα ο ταγματάρχης έφυγε απ’ το δωμάτιο για μικρό διάστημα.

Ο «Γουίλι», ο κρατούμενος που είχε συλληφθεί μαζί με το Γκεβάρα, κρατούνταν σε ένα μικρό δωμάτιο, λίγα μέτρα μακριά. Την ώρα που ο Τεράν περίμενε έξω προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα του, ο λοχίας Χουόκα εισήλθε και πυροβόλησε τον «Γουίλι». Ο Γουίλι ήταν κουβανός και σύμφωνα με πηγές ήταν ο υποκινητής των ταραχών των μεταλλορύχων στη Βολιβία. Ο Γκεβάρα άκουσε τον κρότο του πυροβολισμού και για πρώτη φορά φάνηκε να τρομάζει. Ο ταγματάρχης Τεράν επέστρεψε στο δωμάτιο που κρατούνταν ο Γκεβάρα και όταν εισήλθε, ο Τσε στάθηκε όρθιος κοιτώντας τον. Ο Τεράν του είπε να καθήσει αλλά αυτός αρνήθηκε δηλώνοντας: «Αυτό θα το υπομείνω όρθιος». Ο ταγματάρχης άρχισε να εκνευρίζεται και του επανέλαβε να καθήσει αλλά ο Γκεβάρα δεν απάντησε. Τελικώς, ο Γκεβάρα του είπε: «Να ξέρεις αυτό. Πρόκειται να σκοτώσεις μόνο έναν άνδρα». Ο Τεράν πυροβόλησε μια φορά με την Μ2 καραμπίνα του, χτυπώντας το Γκεβάρα ο οποίος έπεσε με δύναμη στον τοίχο του μικρού χτίσματος.

[Β] Ο πράκτορας της C.I.A. Φελίξ Ροντρίγκεζ, που διέταξε την εκτέλεση του Τσε, έχει δώσει μιά διαφορετική εκδοχή των γεγονότων:

1:30 μ.μ: Η τελευταία μάχη του Τσε λαμβλάνει τέλος στο Κουεμπράδα δελ Γιούρο. Ο Σιμόν Κούβα (Γουίλι) Σαράμπια, ένας βολιβιανός μεταλλωρύχος, ηγείται της αντάρτικης ομάδας.  Ο Τσε τον ακολουθεί και δέχεται πυροβολισμούς στο πόδι αρκετές φορές. Ο Σαράμπια βοηθά τον Τσε να σηκωθεί και προσπαθεί να τον κουβαλήσει μακρυά απ’ τα διασταυρούμενα πυρά. Τον αφήνει στο έδαφος και επιστρέφει στη μάχη. Περικυκλωμένος σε απόσταση λιγότερη από 10 μέτρα, δέχεται συνεχή πυρά από τους καταδρομείς. Ο Τσε επιχειρεί να ανταποδώσει τα πυρά, αλλά δε μπορεί να κρατήσει σταθερά το όπλο με το ένα χέρι. Δέχεται χτύπημα και πάλι στο δεξί πόδι, το όπλο πετάγεται απ’ το χέρι του και τρυπά ο δεξιός του βραχίονας. Την στιγμή που οι στρατιώτες πλησιάζουν τον Τσε, αυτός φωνάζει: «Μην πυροβολείτε! Είμαι ο Τσε Γκεβάρα και αξίζω γιά σας περισσότερο ζωντανός παρά νεκρός». Η μάχη τελειώνει περίπου στις 3:30 μ.μ. Ο Τσε συλλαμβάνεται αιχμάλωτος…

Ο Ροντρίγκεζ εισέρχεται στην αίθουσα του σχολείου να ενημερώσει τον Τσε γιά τις εντολές της βολιβιανής στρατιωτικής ηγεσίας. Ο Τσε αντιλαμβάνεται και λέει, «είναι καλύτερα έτσι… Δεν θα έπρεπε ποτέ να συλληφθώ ζωντανός». Ο Τσε παραδίδει στον Ροντρίγκεζ ένα μήνυμα γιά τη γυναίκα του και το Φιντέλ, αγκαλιάζονται και ο Ροντρίγκεζ εγκαταλείπει το δωμάτιο.

(Μετάφραση – Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)

Bαλεγκράντε (Vallegrande)

Το Βαλεγκράντε η Βαγιεγκράντε (στα ισπανικά «μεγάλη κοιλάδα) είναι μιά μικρή κωμόπολη στα νότια της Βολιβίας. Η πόλη απέκτησε διεθνή φήμη όταν κατά τη διάρκεια ερευνών το 1997 ανακαλύφθηκαν τα οστά του Τσε Γκεβάρα και άλλων έξι συντρόφων του. Οι δολοφόνοι του επαναστάτη μετέφεραν το άψυχο σώμα του από το γειτονικό χωριό Λα Ιγκέρα και το έθαψαν δίπλα σε ένα απομακρυσμένο χωράφι με σκοπό να το εξαφανίσουν το συντομότερο.

Η είδηση ότι το Βαλεγκράντε αποτέλεσε τον τάφο του Τσε γιά 30 χρόνια έκανε τη μικρή κωμόπολη πόλο έλξης τουριστών απ’ όλο τον κόσμο. Ντόπιοι έχουν προχωρήσει σε «αγιοποίηση» του αργεντίνου κομαντάντε, τιμώντας κάθε χρόνο τον Σαν Ερνέστο.

Το σημείο ταφής του Τσε στο Βαλεγκράντε της Βολιβίας.

 Η κωμόπολη ιδρύθηκε το 1612 από Ισπανούς αποικιοκράτες και είχε το όνομα Ciudad de Jesús y Montes Claros de los Caballeros del Vallegrande (Πόλη του Ιησού και των Ιπποτών του Μοντες Κλάρος του Βαγιεγκράντε). Αρκετοί απ’ τους αυτόχθονες κατοίκους του ήταν Ασκενάζι και Σεφαρδίτες Εβραίοι οι οποίοι σταδιακά στράφηκαν στον Καθολικισμό η αντιμετώπισαν την απειλή της Ιεράς Εξέτασης.

Σήμερα το Βαλεγκράντε αριθμεί περί τις 6.000 κατοίκους.

Διαβάστε: Richard Gott: Ανταπόκριση από το Βαλεγκράντε.

Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι

Του Πάνου Πικραμένου.

Την τελική απόφαση πάντως για την δράση στην Βολιβία την πήρε ο Φιντέλ Κάστρο σε συνεργασία με τον αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών της Κούβας. Ο Τσε, ενοχλημένος από το γεγονός ότι ο Κάστρο δημοσιοποίησε την αποχαιρετιστήρια επιστολή που του είχε εγχειρήσει πριν αναχωρήσει για το Κονγκό, γεγονός που ουσιαστικά απέκλειε την επιστροφή του στην πολιτική ζωή της Κούβας, δεν φαινόταν να έχει διάθεση να επιστρέψει στην Αβάνα. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός στενού φίλου του και υψηλόβαθμου στελέχους της κουβανέζικης κυβέρνησης για να δεχθεί τελικά να πραγματοποιήσει ένα ανεπίσημο ταξίδι. Επέστρεψε στην Κούβα στα μέσα Ιουλίου 1966. Αυτή τη φορά σιωπηλά, χωρίς επίσημες υποδοχές. Αμέσως κατευθύνθηκε σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα, όπου ασχολήθηκε με την εκπαίδευση των ανταρτών που θα αναχωρούσαν για τη Βολιβία.

Η επιλογή αυτής της χώρας θα αποδεικνυόταν καταστροφική για τον ίδιο και παραμένει αίνιγμα γιατί δεν είδε εξαρχής ότι οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την επιβίωση ενός αντάρτικου κινήματος. Όμως στην Τριηπειρωτική διάσκεψη της Αβάνας, ο Φιντέλ Κάστρο φάνηκε να επανεξετάζει τη στρατηγική της εξάπλωση του αντάρτικου σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, κρατώντας αποστάσεις από τα επίσημα κομουνιστικά κόμματα. Η Βολιβία, ως ηπειρωτική χώρα, ήταν η πιο φτωχή και καθυστερημένη της Λατινικής Αμερικής. Είχε το μεγαλύτερο ποσοστό αναλφάβητων και καθυστερημένων Ινδιάνων από όλες τις άλλες χώρες, ενώ πολιτικά ήταν η πιο ασταθής, αφού μετά το1825, που ανακηρύχτηκε ανεξάρτητη δημοκρατία, πραγματοποιήθηκαν 189 αλλαγές κυβερνήσεων, πολλές με βίαιο τρόπο.

Το 1952 ξέσπασε λαϊκή επανάσταση και το Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα κατέλαβε την εξουσία. Όμως οι ελπίδες διαψεύστηκαν, γιατί σύντομα η κυβέρνηση, οργάνωσε μία κτηνώδη μυστική αστυνομία, καταλήστεψε τα δημόσια ταμεία και συμμάχησε με τις ΗΠΑ απ’ όπου προμηθεύτηκε σύγχρονο οπλισμό. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν διασπασμένο στην βάση της διαμάχης Κίνας-ΕΣΣΔ. Το Μαοϊκό κομμάτι υποστήριζε ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επανάσταση και να στηριχθεί στο αντάρτικο υπαίθρου, ενώ το φιλοσοβιετικό ακολουθώντας την γραμμή της προσέγγισης με την Δύση, ήταν αντίθετο. Η κατάσταση ήταν χειρότερη από πριν, και το 1964 ένα στρατιωτικό πραξικόπημα τερμάτισε την θητεία της κυβέρνησης. Οι αξιωματικοί του στρατού που ανέλαβαν την διακυβέρνηση είχαν όλοι εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ και ήταν φιλοαμερικανοί. Τον Οκτώβριο 1966, κοντά στον ποταμό Νακαχουασού της Βολιβίας θα νοικιαστεί ένα απομονωμένο αγρόκτημα για να χρησιμοποιηθεί ως βάση της αντάρτικης ομάδας. Σύμφωνα με τα σχέδια θα λειτουργεί και ως εκπαιδευτικό κέντρο για νεοσύλλεκτους. Το πρόγραμμα προέβλεπε ότι η εκπαίδευση θα άρχιζε στις 15 Νοεμβρίου και θα τελείωνε στις 20 Δεκεμβρίου. Δηλαδή σε 35 ημέρες οι νεοσύλλεκτοι έπρεπε να μεταμορφωθούν σε ικανούς μαχητές!

Ένας πρώην πράκτορας της CIA, ο Φίλι Αντί, γράφει στο βιβλίο του «Η CIA εναντίον του Τσε» ότι οι Αμερικανοί πίστευαν ότι ο Γκεβάρα μετά την αποτυχημένη εκστρατεία στο Κονγκό, νοσηλευόταν στη Σοβιετική Ένωση, επειδή είχε πάρει ένα χαλασμένο φάρμακο για το άσθμα. Όμως υπήρχε ήδη μία πληροφορία σχετικά με την οργάνωση κάποιου αντάρτικου στη Βολιβία, στην οποία ουδείς έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Παραδόξως όμως εκείνες τις ημέρες οι μυστικές υπηρεσίες της Αργεντινής θέτουν υπό επιτήρηση τα σπίτια των συγγενών του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, έχοντας ίσως κάποια πληροφορία ότι αυτός βρισκόταν κάπου κοντά στην Νότια Αμερική. Ακόμη και σήμερα οι πληροφορίες πάνω στο ζήτημα αν η CIA ήταν ενημερωμένη ή όχι, για τα σχέδια του για την Βολιβία, εξακολουθούν να είναι αντιφατικές. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τ. Άντερσον, στην βιογραφία που συνέγραψε για τον Τσε Γκεβάρα, αναφέρει ότι ο πράκτορας που είχε στρατολογήσει την Τάνια στις υπηρεσίες της Ανατολικής Γερμανίας, ένα μήνα πριν αυτή φτάσει στη Βολιβία αυτομόλησε στις ΗΠΑ και ότι η ίδια είχε σαφή προειδοποίηση από τηνΣτάζι να μη φύγει από το νησί της Κούβας, σύσταση στην οποία η ίδια δεν υπάκουσε. Αν αυτά αληθεύουν, ίσως κάποιοι να είχαν πάρει απόφαση να «τελειώνουν» με το «φαινόμενο Τσε Γκεβάρα»…

Το διαβατήριο Ουρουγουάης του μεταμφιεσμένου Τσε.

Στις 3 Νοεμβρίου ο Τσε αποβιβάστηκε στο αεροδρόμιο της Λα Παζ με το όνομα Αδόλφο Μένα Γκονζάλες και το ουρουγουανό διαβατήριο με αριθμό «Νο 130748». Είχε εμφάνιση αστού γραφειοκράτη: φαλάκρα, μαύρα γυαλιά, σκούρο κοστούμι και γραβάτα. Μαζί του έχει μια βεβαίωση του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών ότι συντάσσει έκθεση για τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις στη Βολιβία. Έφθασε στο αγρόκτημα που χρησιμεύει ως στρατόπεδο και εγκαταστάθηκε σε μια καλύβα με τσίγκινη σκεπή, που βρισκόταν κάτω από ένα δένδρο. Η ομάδα του θα ονομαζόταν Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός-ELN. Όταν ο Τσε έφτασε στην Βολιβία η στρατιωτική χούντα βρισκόταν ήδη δύο χρόνια στην εξουσία.

Στις 7 Νοεμβρίου 1966, ο Τσε ανοίγει ένα σημειωματάριο που είχε αγοράσει στην Φρανκφούρτη και γράφει: σήμερα αρχίζει μια νέα εποχή. Έτσι αρχίζει να καταγράφει στο ημερολόγιό του την εκστρατεία στην Βολιβία. Το σημειωματάριο έγινε γνωστό ως το «Ημερολόγιο της Βολιβίας». Ο Τσε Γκεβάρα αναχωρεί από την Λα Παζ και μετά από ταξίδι δύο ημερών φτάνει σε μια απομονωμένη περιοχή όπου έχει νοικιαστεί ένα αγρόκτημα που θα χρησιμεύσει ως αρχική βάση για τις εξορμήσεις τους: «Καθώς πλησιάζαμε στο αγρόκτημα σταματήσαμε τα αυτοκίνητα και συνεχίσαμε μόνο με το ένα για να μην μας υποψιαστεί ο γείτονας και αρχίσει να λέει ότι η επιχείρησή μας έχει ως σκοπό την παρασκευή κοκαΐνης (…) περάσαμε την νύχτα σε κάτι θάμνους, εκατό μέτρα μακριά από το σπίτι κοντά στον ξεροπόταμο (…) η περιοχή μοιάζει έρημη. Με αρκετή πειθαρχία μπορεί κάποιος να μείνει καιρό εδώ, χωρίς να γίνει αντιληπτός (…) Ξεκόλλησα από το σώμα μου έξι τσιμπούρια.». Η ομάδα σκάβει σπηλιές σε μια πλαγιά και ένα τούνελ για να αποθηκεύσει τρόφιμα και άλλα εφόδια. Στήνεται και ένα παρατηρητήριο για να εποπτεύουν τη φάρμα. Σε έναν μήνα οι εργασίες αυτές είχαν τελειώσει. Εδώ βρίσκονται έξι άτομα και περιμένουν τους υπόλοιπους. Ο Τσε σχεδιάζει να στρατολογήσει 20 Βολιβια- νούς και να αρχίσει τις εχθροπραξίες. Η επιχείρηση έχει καθυστερήσει. Στις 31 Δεκεμβρίου, με καθυστέρηση σχεδόν δύο μηνών, φτάνει στο αγρόκτημα ο Μάριο Μονχέ, ο γεν. γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Βολιβίας.

Ο Τσε, αν και γνωρίζει την έχθρα που τρέφει εναντίον του η Μόσχα, προσπαθεί ακόμη να συμμαχήσει με το φιλοσοβιετικό κομμάτι των κομουνιστών της Βολιβίας. Αυτοί θα τον προσεγγίσουν σε μια κίνηση τακτικής, όμως τελικά όχι μόνο δεν θα τον υποστηρίξουν αλλά θα τον υπονομεύσουν, αφού σύμφωνα με τη γραμμή της Μόσχας εναντιώνονται στην ιδέα του επαναστατικού αντάρτικου. Ο ίδιος ο Γκεβάρα, στο ημερολόγιό του συνοψίζει τις συζητήσεις.

Ο Μονχέ για να υποστηρίξει το αντάρτικο του Τσε είχε απαιτήσει τα εξής, όπως αναφέρονται στα «Ημερολόγια της Βολιβίας»: «θα παραιτούνταν από την καθοδήγηση του κόμματος, αλλά θα κατάφερνε τουλάχιστον αυτό να μείνει ουδέτερο, και ορισμένα στελέχη του θα έβγαιναν στο βουνό για να πάρουν μέρος στον αγώνα. Η πολιτικο-στρατιωτική καθοδήγηση θα ανατεθεί σε αυτόν, όσο η επανάσταση διεξάγεται σε βολιβιανό έδαφος. Θα αποκαθιστούσε επαφές με άλλα νοτιοαμερικάνικα κόμματα, προκειμένου να τα οδηγήσει στην υποστήριξη των απελευθερωτικών κινημάτων». Ο Τσε διαφωνεί ξεκάθαρα με τη δεύτερη απαίτηση του γεν.γραμματέα: «Δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να δεχθώ. Στρατιωτικός διοικητής θα ήμουν εγώ. Το πρώτο ζήτημα εξαρτιόταν από αυτόν. Όμως, θεωρούσα τη θέση του τρομερά λανθασμένη. Είναι διστακτική, γεμάτη συμβιβασμούς και τείνει να πάρει στην Ιστορία τη θέση αυτών που πρέπει να καταδικαστούν. Ο χρόνος θα με δικαιώσει. Όσο για το δεύτερο σημείο, δεν έβλεπα τίποτε κακό στην προσπάθεια αυτή, αλλά ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία». Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου έχει φθάσει στο αγρόκτημα σχεδόν όλη η ομάδα του Τσε. Αυτός είναι ευχαριστημένος από την ποιότητα του έμψυχου υλικού που έχει τεθεί υπό τις διαταγές του. Οι περισσότεροι είναι παλιοί σύντροφοι από την εποχή της Σιέρα Μαέστρα. Όλοι μαζί κάνοντας μακρές πορείες ασχολούνται με την εξερεύνηση και την λεπτομερή απομνημόνευση των περιοχών όπου πρόκειται να δράσουν. Ο Τσε είχε μετατρέψει τον καταυλισμό σε ένα καλά οργανωμένο και οχυρωμένο στρατόπεδο. Σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει ως κέντρο εκπαίδευσης, κέντρο επικοινωνιών, στάβλο για τα ζώα, αποθήκη εξοπλισμού και σχολή αξιωματικών, όπου διδάσκονται μία σειρά από μαθήματα: από πολιτική οικονομία, έως ιστορία και γαλλικά.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.