Η Νεολαία πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ομιλία του Τσε κατά το κλείσιμο σεμιναρίου που είχε διοργανώσει η Ένωση Νέων Κομμουνιστών του Υπουργείου Βιομηχανίας με τίτλο «Η νεολαία και η Επανάσταση». Εκφωνήθηκε στις 9 Μάη 1964 στην Αβάνα.

Αυτό το φορτίο το κουβαλά κανείς για αρκετό καιρό και είναι δύσκολο να αποκοπεί από την σκέψη των ανθρώπων από τη μία μέρα στην άλλη – ακόμα και όταν διακηρρύσσεται ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επανάστασης. Μάλιστα, η διακήρυξη αυτή καθυστέρησε σε σχέση με το ίδιο το γεγονός, γιατί υπήρχε ήδη μια σοσιαλιστική επανάσταση αφού είχαμε αναλάβει τον έλεγχο των περισσότερων από τα βασικά μέσα παραγωγής. Από πολιτική άποψη όμως δεν συμβαδίζαμε πλήρως με όλες τις κατακτήσεις που σημείωνε η επανάσταση στον οικονομικό τομέα και σε ορισμένες πτυχές του ιδεολογικού τομέα.

Αυτή η ιδιαιτερότητα της επανάστασης μας επιβάλλει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν πρόκειται να χαρακτηρίσουμε το κόμμα μας ως ηγεσία της εργατικής τάξης στο σύνολο της και ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τις συγκεκριμένες σχέσεις που αναπτύσσει με καθεμία από αυτές τις διοικητικές δομές όπως ο στρατός, ο μηχανισμός ασφάλειας κλπ. Το κόμμα μας δεν διαθέτει ακόμη καταστατικό, ούτε καν είναι ακόμη οριστικά διαμορφωμένο. Η ερώτηση, λοιπόν, είναι: Γιατί δεν υπάρχει καταστατικό; Εμπειρία υπάρχει μεγάλη και μάλιστα εμπειρία που έχει σχεδόν πενήντα χρόνια πρακτικής εφαρμογής. Τι είναι αυτό που συμβαίνει άραγε; Υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα σχετικά με αυτήν την εμπειρία στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε, ερωτήματα όμως που δεν μπορούμε να απαντήσουμε με τρόπο αυθόρμητο ούτε και με μια ανάλυση επιφανειακή γιατί οι συνέπειες για το μέλλον της επανάστασης είναι καθοριστικές.

Στην Κούβα η ιδεολογία των προηγούμενων κυρίαρχων τάξεων επιβιώνει επειδή αντανακλάται στις συνειδήσεις των ατόμων, όπως περιέγραψα προηγούμενως. Είναι επίσης παρούσα γιατί εισάγεται διαρκώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες – το κέντρο συντονισμού της διεθνούς αντίδρασης – οι οποίες εξάγουν συμμορίες, δολιοφθορείς και προπαγανδιστές κάθε λογής, και με τις αδιάκοπες εκπομπές τους ουσιαστικά έχουν πρόσβαση σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, με εξαίρεση την Αβάνα. Ο λαός της Κούβας βρίσκεται συνεπώς σε συνεχή επαφή με την ιδεολογία των ιμπεριαλιστών. Η ιδεολογία αυτή διαμορφώνεται κατάλληλα εντός της χώρας μέσω μηχανισμών προπαγάνδας επιστημονικά σχεδιασμένων ώστε να προβάλλουν την σκοτεινή πλευρά ενός συστήματος σαν το δικό μας, το οποίο αναγκαστικά θα έχει και σκοτεινές πλευρές. Αυτό συμβαίνει διότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο και επειδή όσοι από εμάς έχουμε ηγηθεί της επανάστασης έως τώρα δεν είμαστε επαγγελματίες οικονομολόγοι και πολιτικοί, με πλούσια εμπειρία και ένα επιτελείο από πίσω απ’ τον καθένα μας.

Την ίδια στιγμή, προβάλλουν τις πιο εκθαμβωτικές και φετιχιστικές όψεις του καπιταλιστικού συστήματος. Όλα αυτά εισάγονται στη χώρα και συχνά επιδρούν στο υποσυνείδητο πολλών ανθρώπων. Φέρνουν επίσης στην επιφάνεια απωθημένα συναισθήματα που δεν είχαν καν αγγιχτεί λόγω της ταχύτητας της διαδικασίας και της μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης η οποία απαιτήθηκε για να υπερασπιστούμε την επανάσταση μας – όπου η λέξη «επανάσταση» συνδέθηκε με τη λέξη «πατρίδα», με την υπεράσπιση όλων των συμφερόντων μας. Αυτό είναι ότι ιερότερο για τον καθέναν, ανεξάρτητα ακόμα και από την ταξική του προέλευση.

Απέναντι στην απειλή μιας θερμοπυρηνικής επίθεσης, όπως τον Οκτώβρη (του 1962), η συσπείρωση του λαού ήταν αυτόματη. Πολλοί άνθρωποι που ούτε σκοπία δεν είχαν εμφανιστεί για να φυλάξουν ποτέ τους στις πολιτοφυλακές προσφέρθηκαν να πολεμήσουν. Συντελέστηκε μια μεταμόρφωση κάθε ανθρώπου μπροστά στην κατάφωρη αδικία. Καθένας ήθελε να εκδηλώσει την αποφασιστικότητα του να αγωνιστεί για την πατρίδα του. Και είχα να κάνει επίσης με την απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος όταν βρίσκεται μπροστά σε έναν κίνδυνο από τον οποίον δε μπορεί να ξεφύγει με κανέναν τρόπο τηρώντας ουδέτερη στάση – γιατί απέναντι στις ατομικές βόμβες δεν υπάρχει ουδετερότητα, ούτε πρεσβείες, ούτε τίποτα. Τα εξολοθρεύουν όλα.

Έτσι έχουμε πορευτεί: με άλματα, άλματα ακανόνιστα, όπως προχωρούν όλες οι επαναστάσεις, εμβαθύνοντας όμως την ιδεολογία μας συγκεκριμένους τομείς, μαθαίνοντας όλο και πιο πολύ, συγκροτώντας σχολές μαρξισμού. Ταυτόχρονα, ανησυχούμε διαρκώς μήπως, μέσα από αυτήν την κριτική στάση απέναντι στα καθήκοντα του κόμματος σε κάθε επίπεδο του κρατικού μηχανισμού, οδηγηθούμε σε στάσεις που θα αδρανοποιήσουν την επανάσταση και θα εισαγάγουν συγκαλλυμένα τις μικροαστικές αντιλήψεις ή την ιδεολογία του ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα δεν έχουμε οργανώσει κατάλληλα το κόμμα – γι’ αυτό δεν έχουμε ακόμη εξασφαλίσει τον αναγκαίο βαθμό θεσμοποίησης στα ανώτερα επίπεδα του κράτους.

Μας απασχολούν, όμως, και ορισμένα άλλα ζητήματα. Πρέπει να οικοδομήσουμε κάτι καινούργιο που να μπορεί να εκφράζει με σαφήνεια τις σχέσεις που, κατά την κρίς μας, πρέπε να υπάρχουν ανάμεσα στις μάζες και στα άτομα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, τόσο άμεσα όσο και μέσω του κόμματος. Έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται πιλοτικά διάφορα μοντέλα τοπικής αυτοδιοίκησης: ένα από αυτά βρίσκεται στο Ελ Κάνο, άλλο στο Γκουίνες και ένα άλλο στο Ματάνζας. Μέσα από αυτά τα πιλοτικά προγράμματα, παρατηρούμε διαρκώς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα όλων αυτών των διαφορετικών συστημάτων – στα οποία ενυπάρχουν σπέρματα ενός ανώτερου τύπου οργάνωσης – και ότι αντιπροσωπεύουν για την ανάπτυξη της επανάστασης και, κυρίως, για την ανάπτυξη του κεντρικού σχεδιασμού.

Μέσα σε αυτήν την πανσπερμία, μέσα από τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις υποστηρικτών διαφορετικών ιδεών, ακόμη και αν δεν υπήρχαν τάσεις ή καθορισμένα ρεύματα, άρχισε να αναπτύσσεται και το έργο της νεολαίας. Η οργάνωση νεολαίας άρχισε να λειτουργεί αρχικά ως παρακλάδι του Αντάρτικου Στρατού, κατέκτησε ένα μεγαλύτερο ιδεολογικό βάθος στην συνέχεια, και τέλος, εξελίχθηκε στην Ένωση Νέων Κομμουνιστών – σε έναν προθάλαμο θα λέγαμε για να γίνει κανείς μέλος του κόμματος, πράγμα το οποίο προϋποθέτει την υποχρέωση να αποκτήσει μια ανώτερη ιδεολογική κατάρτηση. Γύρω από αυτά τα ζητήματα δεν έγινε καμία πραγματική συζήτηση, αν και υπήρξαν κάποιες συζητήσεις σχετικά με το ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της οργάνωσης νεολαίας από πρακτική άποψη. Θα πρέπει η νεολαία να συναντιέται τρεις, τέσσερις ή πέντε ώρες για να συζητά φιλοσοφικά ζητήματα; Μπορεί να το κάνει, κανείς δεν λέει ότι δεν επιτρέπεται. Είναι απλώς ένα θέμα ισορροπίας και στάσης απέναντι στην επανάσταση, το κόμμα και κυρίως απέναντι στο λαό. Το γεγονός ότι η νεολαία καταπιάνεται με θεωρητικά ζητήματα δείχνει ότι έχει κατακτήσει ένα θεωρητικό βάθος. Όταν όμως το μόνο που κάνει είναι να ασχολείται με θεωρητικά ζητήματα, σημαίνει ότι η νεολαία δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη μηχανιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων και βρίσκεται σε σύγχυση όσον αφορά τους στόχους της.

Έχει γίνει επίσης λόγος για τον αναγκαίο αυθορμητισμό, για τη χαρά της νιότης. Η νεολαία λοιπόν – αναφέρομαι στο σύνολο τα ης και όχι συγκεκριμένα σε αυτήν την ομάδα του Υπουργείου – οργάνωσε τη χαρά. Και οι ηγέτες της βάλθηκαν να αναλογίζονται τι είναι αυτό που οφείλουν να κάνουν οι νέοι, οι οποίοι εξ ορισμού θα πρέπει να είναι χαρούμενοι. Και αυτό ακριβώς μετέτρεπε τους νέους σε γέρους. Γιατί θα πρέπει ένας νέος άνθρωπος να κάτσει να σκεφτεί πως έπρεπε να είναι η νεολαία; Να κάνει απλά αυτό που σκέπτεται, αυτό θα πρέπει να χαρακτηρίζει τη νεολαία. Όμως συνέβαινε το αντίθετο, γιατί υπήρχε μια μερίδα ηγετών της νεολαίας που ήταν πραγματικά γερασμένη. Τότε είναι που η χαρά και ο αυθορμητισμός της νεολαίας γίνονται κάτι επιφάνειακό. Θα πρέπει για μια ακόμα φορά να είμαστε προσεκτικοί σε αυτό το ζήτημα και να μην συγχέουμε τη χαρά, τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό που διακρίνει τη νεολαία όλου του κόσμου – και κυρίως την κουβανική, λόγω των χαρακτηριστικών του κουβανικού λαού – με την επιπολαιότητα.

Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μπορεί κανείς και πρέπει να είναι αυθόρμητος και χαρούμενο, πρέπει όμως την ίδια στιγμή να είναι και σοβαρός. Τίθεται λοιπόν εδώ ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα, ως προς την θεωρητική του διάσταση. Γιατί, με απλά λόγια, αυτό σημαίνει να είναι κανείς Νέος Κομμουνιστής. Δεν πρέπει να χρειάζεται να σκεφτείς πως θα πρέπει να είσαι, είναι κάτι που πρέπει να βγαίνει από μέσα σου.

Δεν ξέρω αν εισχωρώ σε βαθιά ημι-φιλοσοφικά νερά, αναφέρομαι όμως σε ένα από τα θέματα που μας έχουν απασχολήσει περισσότερο απ’ όλα. Ο κύριος τρόπος με τον οποίο η νεολαία θα πρέπει να δείχνει τον δρόμο προς τα εμπρός είναι ακριβώς με το να βρίσκεται στην πρωτοπορία σε καθέναν από τους τομείς εργασίας που συμμετέχει. Αυτός είναι ο λόγος που πολλές φορές είχαμε διάφορα μικροπροβλήματα με τη νεολαία: γιατί δεν έκοβε όσο ζαχαροκάλαμο όφειλε να κόψει, γιατί δεν συμμετείχε αρκετά στις εθελοντικές εργασίες. Με δυο λόγια, κανείς δεν μπορεί να καθοδηγήσει με τη θεωρία και μόνο, ούτε μπορεί να υπάρξει σταρτός αποτελούμενος από στρατηγούς. Ο στρατός μπορεί να έχει έναν στρατηγό, και αν είναι πολύ μεγάλος, μπορεί να έχει περισσότερους στρατηγούς και έναν γενικό διοικητή. Αν όμως δεν υπάρχουν αυτοί που θα πάνε στο πεδίο της μάχης, δεν υπάρχει στρατός. Και αν στο πεδίο της μάχης ο στρατός δεν καθοδηγείται από εκείνους που έχουν πάει και οι ίδιοι στο μέτωπο για να πολεμήσουν, αυτός ο στρατός είναι άχρηστος. Ένα από τα χαρακτηριστικά του δικού μας αντάρτικου στρατού ήταν ότι εκείνοι που προάγονταν σε έναν από τους τρείς και μοναδικούς βαθμούς του στρατού – υπολοχαγός, λοχαγός ή διοικητής – ήταν μόνο όσο είχαν με κάποιον τρόπο διακριθεί στο πεδίο της μάχης χάρη στις ατομικές τους αρετές.

Στους δύο πρώτους βαθμούς – του υπολοχαγού και του λοχαγού – ανήκαν όσοι διηύθυναν τις επιχειρήσεις των μαχών. Έχουμε ανάγκη συνεπώς από υπολοχαγούς και λοχαγούς ή όπως αλλιώς θέλετε να τους ονομάσουμε. Θα μπορούσαμε αν θέλετε να τους αφαιρέσουμε τον στρατιωτικό τίτλο. Τα άτομα, όμως, που θα βρίσκονται στην ηγεσία πρέπει να ηγούνται με τα ο παράδειγμα που δίνουν. Το να ακολουθήσεις κάποιον ή να κάνεις τους άλλους να σε ακολουθήσουν είναι ένα έργο που ορισμένες φορές μπορεί να γίνει δύσκολο. Είναι όμως απείρως πιο εύκολο από το να υποχρεώσεις κάποιους άλλους να βαδίσουν σε ένα μονοπάτι ανεξερεύνητο όπου κανείς δεν έχει ακόμη περπατήσει.
Η νεολαία μένει να αναλάβει τα μεγάλα ζητήματα που έχει προτάξει η κυβέρνηση, ως ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις λαϊκές μάζες, να τα μετατρέψει σε δική της υπόθεση και στον δρόμο αυτό να πορευτεί στην πρωτοπορία. Με την καθοδήγηση και τον προσανατολισμό του κόμματος, η νεολαία θα πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία.

Με την απόρριψη όλων των λανθασμένων τρόπων λειτουργίας της ηγεσίας και την εκλογή ως μελών του κόμματος των παραδειγματικών εργαζομένων, των πρωτοπόρων εργαζομένων οι οποίοι στον χώρο εργασίας μπορούσαν να μιλήσουν με κύρος, των ίδιων πρωτοπόρων εργαζομένων που πήγαιναν στο μέτωπο, συντελείται η πρώτη ποιοτική αλλαγή στο κόμμα μας. [Σημ: Ως μέρος της αναδιοργάνωσης των Ενοποιημένων Επαναστατικών Οργανώσεων και της συγκρότησης τα ου Ενωμένου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, το 1962-1963, καθιερώθηκε μια διαδικασία κατά την οποία οι εργαζόμενοι εκλέγονται από τους συναδέλφους τους, σε συνελεύσεις που πραγματοποιούνται στους χώρους εργασίας, για την ομάδα από την οποία το κόμμα εκλέγει τα μέλη του. Αυτή η διαδικασία ισχύει μέχρι σήμερα στο Κομουνιστικό Κόμμα Κούβας].

Η αλλαγή αυτή, χωρίς να είναι η μοναδική, και συνοδευόμενη στην συνέχεια από μια σειρά οργανωτικών μέτρων, αποτελεί την πιο σημαντική πτυχή της μετεξέλιξης μας. Έχει επίσης υπάρξει μια σειρά αλλαγών όσον αφορά τη νεολαία.
Η δική μου τώρα επιμονή σε αυτό το σημείο – κάτι που κατ’ επανάληψη σας έχω εκφράσει – είναι να μην πάψετε να είστε νέοι, να μην μετατραπείται σε γέρους θεωρητικούς ή σε θεωρητικολόγους. Να διατηρήσετε τη φρεσκάδα και τον ενθουσιασμό της νιότης. Να είστε ικανοί να αφουγκράζεστε τα μεγάλα κελεύσματα της κυβέρνησης, να τα αφομοιώνετε και να γίνεστε η κινητήρια δύναμη ολόκληρου του μαζικού κινήματος, βαδίζοντας στην πρωτοπορία. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μπορείτε να κρίνετε ποιοι είναι οι σημαντικοί τομείς στους οποίους η κυβέρνησης δίνει μεγαλύτερη έμφαση – μια κυβέρνηση που εκπροσωπεί το λαό και είναι την ίδια στιγμή ένα κόμμα.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει κανείς να αξιολογεί τα πράγματα και να θέτει προτεραιότητες. Αυτά είναι τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει η οργάνωση νεολαίας. Μιλήσατε για την τεχνολογική επανάσταση. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, ένας από τους πιο συγκεκριμένους στόχους που προσιδιάζει στην ιδιοσυγκρασία των νέων. Δεν μπορεί όμως κανείς να πραγματοποιήσει την τεχνολογική επανάσταση από μόνος του, μια που είναι κάτι που συντελείται σε όλο τον κόσμο, σε κάθε χώρα, σοσιαλιστική και μη σοσιαλιστική – αναφέρομαι στις ανεπτυγμένες χωρες φυσικά.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες συντελείται μια τεχνολογική επανάσταση. Στη Γαλλία υπάρχει μια ισχυρή τεχνολογική επανάσταση, όπως και στη Βρετανία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Και οι χώρες αυτές σίγουρα δεν είναι σοσιαλιστικές. Η τεχνολογική επανάσταση πρέπει συνεπώς να έχει ένα ταξικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Για να υπάρξει αυτό, απαιτείται μια μεταμόρφωση της νεολαίας, ώστε να γίνει μια πραγματική κινητήριος δύναμη. Είναι απαραίτητο να εξαλειφθούν, με άλλα λόγια, όλα τα κατάλοιπα της παλιάς κοινωνίας που έχει πεθάνει. Δεν μπορούμε να δούμε την τεχνολογική επανάσταση ανεξάρτητα από μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αν δεν υπάρχει μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια σοσιαλιστική τεχνολογική επανάσταση.

Πρόκειται απλά για τον αντικατοπτρισμό στο εσωτερικό της Κούβας της τεχνολογοικής επανάστασης που συντελείται με μεγάλα βήματα χάρη στις πρόσφατες επιστημονικές εφευρέσεις και ανακαλύψεις. Αυτά είναι γεγονότα που δεν μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Η κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία συνίσταται στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην συνείδηση του κάθε ατόμου, αλλαγές που αναγκαστικά απαιτούν πολύ χρόνο. Δεν μπορεί κανείς να έχει την αξίωση οι αλλαγές αυτές να ολοκληρωθούν σε μια σύντομη χρονική περίοδο, κατά την οποία η εργασία θα εξακολουθεί να έχει τον ίδιο χαρακτήρα που έχει και σήμερα – θα εξακολουθεί να είναι μια καταναγκαστική κοινωνική υποχρέωση – ώσπου να μετατραπεί σε κοινωνική ανάγκη. Αν σε κάθε μας βήμα συνδιάζουμε την ικανότητα να μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας, γενικεύοντας την στάση μας απέναντι στη μελέτη της νέας τεχνολογίας, με την ικανότητα να αποδίδουμε στις θέσεις εργασίας μας ως μέλη της πρωτοπορίας, τότε θα προχωρήσουμε. Και αν σταδιακά συνηθίσετε να μετατρέπετε την παραγωγική σας εργασία σε κάτι που με το πέρασμα του χρόνου γίνεται ανάγκη, τότε αυτόματα θα γίνετε η πρωτοπόρα ηγεσία της νεολαίας και δεν θα προβληματιστείτε ξανά για το τι οφείλετε να κάνετε. Θα κάνετε απλά ότι τη δεδομένη στιγμή σας φαίνεται πιο λογικό. Δεν θα χρειάζεται να ψάχνετε να βρείτε τι είναι αυτό που ικανοποιεί τη νεολαία.

Θα είστε συγχρόνως νέοι αλλά και εκπρόσωποι της πρωτοπορίας της νεολαίας. Όσοι είναι νέοι, προπαντός νέοι στο πνεύμα, δεν χρειάζεται να ανησυχούν για το τι πρέπει να κάνουν για να ευχαριστήσουν τους άλλους. Να κάνετε απλά ότι είναι απαραίτητο, ότι σας φαίνεται λογικό τη δεδομένη στιγμή. Έτσι η νεολαία θα γίνει ηγεσία. Σήμερα έχουμε ξεκινήσει μια διαδικασία πολιτικοποίησης, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, του Υπουργείου Βιομηχανίας. Το Υπουργείο είναι ένας πολύ ψυχρός χώρος, ένας πολύ γραφειοκρατικός χώρος, μια φωλιά βαρετών και σχολαστικών γραφειοκρατών, από τον υπουργό και κάτω, που βασανίζονται αδιάκοπα με συγκεκριμένα καθήκοντα προκειμένου να βρουν νέες σχέσεις και νέες συμπεριφορές. Εσείς λοιπόν ως οργάνωση νεολαίας παραπονεθήκατε ότι δεν παρακολούθησαν πολλοί τις εκδηλώσεις που οργανώσατε – ο χώρος ήταν άδειος τις μέρες που δεν ήμουν εγώ – και θα θέλατε να κάνω μια παρατήρηση. Μπορώ να πω κάτι, δεν μπορώ όμως να ζητήσω από κανέναν να έρθει εδώ. Τι ακριβώς συμβαίνει; Το πρόβλημα είναι απλά ότι είτε υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας, είτε υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος, και ότι σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν έχει αντιμετωπιστεί από τους ανθρώπους που έχουν επιφορτιστεί να το κάνουν. Και αυτό είναι ένα συγκεκριμένο καθήκον του Υπουργείου. Είναι καθήκον της οργάνωσης νεολαίας, να υπερνικήσει την αδιαφορία που υπάρχει στο Υπουργείο. Αναμφίβολα, πάντα υπάρχει περιθώριο για ανάλυση και αυτοκριτική. Είναι πάντα επίκαιρη η εκτίμηση ότι δεν γίνονται όλα όσα είναι απαραίτητα ώστε να υπάρχει μια διαρκής επικοινωνία με τον κόσμο.

Σωστά. Όταν όμως κάποιος κάνει αυτοκριτική, πρέπει να είναι ολοκληρωμένη. Αυτοκριτική βέβαια δεν σημαίνει αυτομαστίγωση, αλλά έχει να κάνει με την ανάλυση της στάσης του καθενός. Και επιπλέον ο τεράστιος φόρτος εργασίας που κουβαλά ο καθένας στις πλάτες του – όπου στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο τα καθήκοντα – σημαίνει ότι γίνεται πιο δύσκολο να υπάρξει μια άλλου είδους σχέση, να επιδιώξει κανείς μια σχέση πιο ανθρώπινη, θα μπορούσαμε να πούμε, μια σχέση λιγότερο εγκλωβισμένη στα γραφειοκρατικά κανάλια που σκάβουμε μέσα από το ατελείωτο χαρτομάνι.

Αυτό θα έρθει με τον καιρό, όταν η δουλειά δεν θα είναι τόσο πιεστική, όταν θα μπορεί κανείς να βασιστεί σε έναν επαρκή αριθμό στελεχών, όταν θα εκπληρώνονται πάντα όλα τα καθήκοντα, και όταν θα έχει εκλείψει η δυσπιστία απέναντι στην εργασία που είναι ένα από τα επονείδιστα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρο αυτό το στάδιο της επανάστασης μας. Σήμερα είναι απαραίτητο να ελέγχει κανείς προσωπικά κάθε έγγραφο, να κάνει ο ίδιος τους υπολογισμούς των στατιστικών στοιχείων, και πάλι ανακύπτουν λάθη. Όταν λοιπόν όλη αυτή η περίοδος παρέλθει – ήδη πλησιάζει προς το τέλος της και σύντομα θα εκλείψει – και όταν όλα τα στελέχη ισχυροποιηθούν, όταν θα έχουμε όλοι μας προοδεύσει λίγο ακόμα, τότε φυσικά θα υπάρχει χρόνος για άλλου είδους σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο υπουργός ή ο διευθυντής θα βγαίνει να ρωτάει τον καθένα πως είναι η οικογένεια του. Σημαίνει ότι θα μπορούμε να οργανώσουμε σχέσεις που να μας επιτρέπουν να εργαζόμαστε καλύτερα και μέσα στο υπουργείο αλλά και έξω από αυτό, έτσι ώστε να γνωριστούμε καλύτερα.

Γιατί στόχος του σοσιαλισμού σήμερα, σε αυτήν τη φάση οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, δεν είναι απλά η δημιουργία αστραφτερών εργοστασίων. Τα εργοστάσια αυτά φτιάχνονται με στόχο τον ολοκληρωμένο άνθρωπο. Ο άνθρωπος θα πρέπει να μετασχηματίζεται παράλληλα με την ανάπτυξη της παραγωγής. Δεν θα κάναμε τη δουλειά μας αν ήμασταν αποκλειστικά παραγωγοί εμπορευμάτων και πρώτων υλών και δεν ήμασταν ταυτοχρόνως ικανοί να παράγουμε ανθρώπους. Πρόκειται εδώ για μια απο τις αποστολές της νεολαίας: να ωθήσει και να καθοδηγήσει, μέσω του παραδείγματος της, τη δημιουργία του μελλοντικού ανθρώπου. Σε αυτό το έργο δημιουργίας και καθοδήγησης συμπεριλαμβάνεται και η συγκρότηση του εαυτού μας, γιατί απέχουμε όλοι από το να είμαστε τέλειοι. Και όλοι θα πρέπει να βελτιωνόμαστε μέσα από τη δουλειά μας, τις διαπροσωπικές σχέσεις, μέσα από της σοβαρή μελέτη και τις αντιπαραθέσεις με κριτικό πνεύμα. Όλα αυτά συμβάλλουν στον μετασχηματισμό του ανθρώπου. Αυτό το γνωρίζουμε, μια που έχουν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τον θρίαμβο της επανάστασης μας. Επτά χρόνια πέρασαν επίσης από τότε που οι πρώτοι από εμάς αποβιβάστηκαν και ξεκίνησαν τον αγώνα, την τελική φάση του αγώνα. Όποιος κοιτάξει προς τα πίσω και αναλογιστεί πως ήταν ο ίδιος πριν επτά χρόνια θα αντιληφθεί ότι η απόσταση που έχουμε διανύσει είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, αλλά και ότι απομένει ακόμη αρκετός δρόμος.

Αυτοί είναι οι στόχοι μας. Είναι σημαντικό για τη νεολαία να κατανοήσει ποιός είναι ο ρόλος της και ποια είναι η βασική της αποστολή. Δεν χρειάζεται να παραφουσκώνει την σημασία του ρόλου αυτού, ούτε να θεωρεί τον εαυτό της ως κέντρο του σοσιαλιστικού σύμπαντος. Θα πρέπει όμως να βλέπει τον εαυτό της ως έναν σημαντικό κρίκο, έναν πολύ σημαντικό κρίκο που μας δείχνει το μέλλον.
Εμείς οδεύουμε προς τη δύση, παρόλο που, κατά μία έννοια γεωγραφική, ανήκουμε ακόμη στη νεολαία. Έχουμε φέρει σε πέρας πολλά δύσκολα καθήκοντα. Είχαμε την ευθύνη της καθοδήγησης μιας χώρας σε στιγμές τρομακτικά δύσκολες και αυτό βέβαια γερνά και φθείρει τους ανθρώπους. Σε μερικά χρόνια το καθήκον όσων από εμάς έχουν απομείνει θα είναι να αποσυρθούμε σε χειμερινά καταλύματα αφήνοντας τους νέους να καταλάβουν τις θέσεις μας. Όπως και να έχουν τα πράγματα, πιστεύω οτι εκπληρώσαμε με αρκετή αξιοπρέπεια μια αποστολή πολύ σημαντική. Δεν θα ήταν, όμως, το έργο μας ολοκληρωμένο αν δεν ξέραμε ποια είναι η κατάλληλη στγμή να αποσυρθούμε. Συμπληρωματικά, μια άλλη αποστολή σας είναι να διαμορφώσετε τους ανθρώπους που θα μας αντικαταστήσουν, έτσι ώστε το γεγονός ότι εμείς θα καλυφθούμε από τη λήθη, σαν κάτι που ανήκει στο παρελθόν, να αναδειχθεί σε ένα από τα πιο σημαντικά κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογήσουμε τη δράση ολόκληρης της νεολαίας και ολόκληρου του λαού.

Πηγή: Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους (Che Guevara habla a la juventud / Che Guevara talks to young people), Pathfinder Press, 2000. Ελληνική Έκδοση: Διεθνές Βήμα, 2004.

Ένας χρόνος μάχης – El Cubano Libre 1958

Άρθρο του Τσε Γκεβάρα που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «El Cubano Libre» (Ο Ελεύθερος Κουβανός), τεύχος 3, Ιανουάριος 1958.

Ο πρώτος χρόνος του αγώνα μας στην Σιέρα Μαέστρα έχει πλέον ολοκληρωθεί. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσκολος. Την τρίτη ημέρα μετά την άφιξη μας στην Κούβα στις 2 Δεκεμβρίου 1956, το στράτευμα μας των 82 ανταρτών ήταν διάσπαρτο και σχεδόν εξαφανισμένο σε ένα μέρος που είναι γνωστό ως «Alegria» (χαρά). [1]

Πικρές ημέρες διασκορπισμού (των αντάρτικων δυνάμεων) ακολούθησαν. Οι ηττημένοι αντάρτες – πεινασμένοι, διψασμένοι, αποθαρρυμένοι, σε μικρές ομάδες – περιπλανιόταν άσκοπα στο δάσος. Κάποιοι έχασαν την πίστη τους και παράτησαν τα όπλα τους. Στη συνέχεια ήρθε ο θάνατος στα χέρια των δολοφόνων του στρατού, όσο ο Λορέν και άλλα τσακάλια ικανοποιούσαν τη δίψα τους για αίμα, και σπουδαίοι σύντροφοι έπεσαν θύματα. Οι Αντόνιο Λόπες, Χουάν Μιγκέλ Μάρκες, Χοσέ Σμιθ και Κανδίδο Γκονζάλες ήταν μεταξύ των δολοφονηθέντων.

Οι μέρες πέρασαν και τελικά οι διάσπαρτοι μαχητές ξανάσμιξαν: δεκαπέντε καλά οπλισμένοι άνδρες με ακόμη λιγότερα πυρομαχικά. Αυτό που τους κράταγε όρθιους ήταν ένα κοινό ιδεώδες: η Κούβα. Και κινητήριος δύναμη τους η πίστη που μπορούσε να κινήσει βουνά: αυτή του Φιντέλ. Λίγες φορές μπορεί να ειπωθεί με ειλικρίνεια ότι ένας άνθρωπος ήταν ο δημιουργός μιας επανάστασης. Ο Μαρτί [2] διακήρυξε ότι όσοι προπορεύονται στην ηγεσία έχουν την υποχρέωση να βλέπουν μακρύτερα. Ο Φιντέλ ηγήθηκε στην κεφαλή μιας μικρής μονάδας ανταρτών, και είδε αυτό που κανείς δεν τόλμησε να δει – κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών από την ήττα είδε τη νίκη, και υπέροχη πίστη του στη δύναμη των ανθρώπων που ένωσε και ενέπνευσε όλους.

Αργότερα ήρθαν οι νίκες στο La Plata και Πάλμα Μόκα. Στη συνέχεια ένας προδότης που μας σύστησε ο Κασίγιας μας έφερε στα σαγόνια του τσακαλιού τρεις φορές. Η χειρότερη περίοδος τελικά πέρασε, και εξαλείψαμε τον εσωτερικό μας εχθρό. Αργότερα, όταν ο κόσμος μας είχε για νεκρούς, η συνέντευξη με τονΜάθιους έθεσε τέλος στο ερώτημα της εξαφάνισης μας [3]. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η συνεσταλμένη φάση της επανάστασης έφτασε εις πέρας.

Μέχρι τότε βλέπαμε σε κάθε αγρότη έναν πιθανό πληροφοριοδότη. Βλέπαμε σε κάθε αγροτική καλύβα μια πιθανή απειλή για την ασφάλειά μας. Φάγαμε βραστά ή Malanga Yucca, συχνά χωρίς αλάτι ή λαρδί. Δεν είχαμε καταλάβει ακόμη την τεράστια δυνατότητα του αγώνα της κουβανικής αγροτιάς. Σε απάντηση στις απειλές, την κακομεταχείριση, στο κάψιμο των σπιτιών τους, και τις δολοφονίες, απάντησαν με την υποστήριξη του σε μας, με μεγαλύτερο ενθουσιασμό, δίνοντας μας τα παιδιά τους ως πολεμιστές και οδηγούς, και μας επέτρεψαν να χρησιμοποιήσουμε τα σπίτια τους, όλα ως συμβολή στον σκοπό (της επανάστασης).

Κατόπιν ήρθε η μάχη της Uvero, όπου πετύχαμε μια μεγάλη, αν και επώδυνη, νίκη που μας κόστισε επτά ζωές συντρόφων μας. Η επακόλουθη αναγκαστική εκκένωση των αγροτικών περιοχών από την κυβέρνηση ήταν η αφορμή για χιλιάδες εγκλήματα, ληστείες, και καταχρήσεις εναντίον τους. Και πάλι οι αγρότες ανταποκρίθηκαν με ανανεωμένη στήριξη προς το Κίνημα της 26ης Ιουλίου και τους στόχους του.

Η δίκαιη συμπεριφορά μας απέναντι στην αγροτιά – σεβόμενοι την περιουσία τους, πληρώνοντας για ό,τι καταναλώναμε, φροντίζοντας τους αρρώστους, βοηθώντας εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη – ήταν στο αντίθετο άκρο της κτηνώδους πολιτικής της κυβέρνησης. Σε αυτό το σημείο ο συσχετισμός δυνάμεων στη Σιέρα Μαέστρα άρχισε να μετατοπίζεται σε μεγάλο βαθμό υπέρ μας. Διαμορφώθηκαν τέσσερις πολύ καλές ταξιαρχίες, οι Εστράδα Πάλμα και Bueycito δέχτηκαν επίθεση και ο εχθρός αναγκάστηκε να παραμείνει σε αμυντική στάση και ο στρατός τους αποδεκατίστηκε όταν προσπάθησε να διασχίσει τα βουνά.

Τώρα το Κίνημα πρότεινε να εμποδιστεί η συγκομιδή ζάχαρης όσο ο Μπατίστα είναι στην εξουσία. Σκοπεύουμε να τον ανατρέψουμε: μέσω της οικονομικής πίεσης που προκαλείται από την απώλεια της συγκομιδής ζάχαρης, κύρια πηγή του εισοδήματος της κυβέρνησης του. Με την επαναστατική γενική απεργία η οποία θα γίνει την κατάλληλη στιγμή και μέσω της πίεσης των ταξιαρχιών μας, που θα αποκρούσουν κάθε προσπάθεια του εχθρού να εισέλθει στα βουνά, ενώ ετοιμαζόμαστε να μεταφέρουμε το κέντρο της μάχης κάτω στον κάμπο, μια για πάντα. Τώρα που ο θρίαμβος μας είναι ξεκάθαρος, οι παλαιοί πολιτικοί, ζώντας άνετα στην εξορία, προσπάθησαν να κάνει μια συμφωνία στην οποία περιελάμβαναν το όνομά μας. [4] Όχι μόνο δεν μας συμβουλεύτηκαν, αλλά μας μποϊκοτάρησαν σε μια σαφή προσπάθεια να επιστρέψουν στον (πολιτικό) βάλτο που υπήρχε πριν από το Μάρτιο του 1952.

Αλλά το αίμα των ανθρώπων δεν έχει χυθεί μάταια. Κάθε ένας και κάθε μία των νεκρών μας, σε αυτά τα πέντε χρόνια της δικτατορίας αποτελεί επίσημη δέσμευση μας να προωιήσουμε την επανάσταση μαςαπό την απλή αποπομπή του Μπατίστα – όσο είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει πισωγύρισμα στο παλιό status quo. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αγωνιζόμαστε. Και τα τελευταία εγκλήματα που σύρουν τον στρατό στο χαμηλότερο σκαλί της βαρβαρότητας, ούτε η προδοσία των ψευδοαντιπολιτευτευόμενων πολιτικών ομάδων, θα μας κάνει να αλλάξουμε τη στάση μας.

Σημειώσεις:

[1] Στις 2 Δεκεμβρίου 1956, 82 αντάρτες έφτασαν στην ακτή Λας Κολοράδας στην επαρχία Οριέντε, αποβιβαζόμενοι απ’ το «Γκράνμα». Τρείς ημέρες αργότερα οι αντάρτες μαχητές του Φιντέλ δέχθηκαν αιφνιδιαστική επίθεση απ’ το στρατό του Μπατίστα στο Αλέγκρια δελ Πίο και διασκορπίστηκαν. Οι μισοί εξ αυτών δολοφονήθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

[2] Ο εθνικός ήρωας της Κούβας, ο Χοσέ Μαρτί (1853-1895) ήταν αξιοσημείωτος ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ίδρυσε το 1892 το Κουβανικό Επαναστατικό Κόμμα (Cuban Revolutionary Party) προκειμένου να πολεμήσει την ισπανική αποικιοκρατία και να αντιπαλέψει τα αμερικανικά σχέδια στην Κούβα.

[3] Ο δημοσιογράφος-ανταποκριτής των New York Times, Χέρμπερτ Μάθιους (1900-1977) ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που πήρε συνέντευξη και φωτογραφήθηκε με τον Φιντέλ Κάστρο στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα, στις 17 Φεβρουαρίου 1957.

[4] Ο Τσε αναφέρεται στη λεγόμενη «Συμφωνία του Μαϊάμι». Ανακοινώθηκε την 1 Νοεμβρίου 1957, από πολιτικές δυνάμεις μεταξύ των οποίων οι ηγέτες του «Αυθεντικού κόμματος», του «Ορθόδοξου Κόμματος», του «Επαναστατικού Διευθυντηρίου» και άλλων που λανθασμένα ισχυρίστηκαν ότι το έγγραφο είχε υπογραφεί από απεσταλμένους του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ο ίδιος ο Φιντέλ με γράμμα του αποκύρηξε την συγκεκριμένη πλαστογραφία και συνωμοσία.

Πηγή: The Militant, Ιανουάριος 1996 & Pathfinder Press. Μετάφραση: Ν. Μόττας.

Ο Τσε όπως τον γνώρισα

Στις 9 Οκτωβρίου 1967, σε μια μικρή σχολική αίθουσα στο Λα Ιγκέρα της Βολιβίaς, ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δολοφονήθηκε. Την προηγούμενη μέρα είχε κρατηθεί ως αιχμάλωτος. Έτσι έληξε η ζωή ενός επαναστάτη τον οποίο ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε αποκαλέσει «τον πιο ολοκληρωμένο άνθρωπο της εποχής μας». Μια ζωή που τον είχε οδηγήσει απ’ την Αργεντινή στη Γουατεμάλα, από την Κούβα στο Κονγκό και, τελικώς, στη Βολιβία, πάντα εμπνεόμενος από μια ακούραστη διάθεση ανακούφισης του πόνου των φτωχών. Ο Πρόεδρος Αχμέντ Μπεν Μπελά (1918-2012) συνάντησε τον Τσε αρκετές φορές στο Αλγέρι, από το 1962 έως το 1965, την περίοδο που η πόλη αποτελούσε σημείο συνάντησης αντι-ιμπεριαλιστών απ’ όλο  τον κόσμο.

Του Ahmed Ben Bella.

Για 30 χρόνια το «κάλεσμα» του Τσε Γκεβάρα ηχεί στα αυτιά μας, προσκαλώντας τις συνειδήσεις μας να είναι παρών. Το νεκρικό βλέμμα του έχει αποτυπωθεί στις μνήμες μας από εκείνη τη μέρα που φωτογραφίες στις εφημερίδες όλου του κόσμου μας έδειχναν το γυμνό του σώμα να κείτεται σε κάποιο εγκαταλελειμένο πλυσταριό στο Νανκαουάζου, λαμποκοπώντας από φως.

Το αντικείμενο της αναζήτησης του Τσε ήταν η ίδια η ανθρωπότητα. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία. Μίλησε και έγραψε για τον ανταρτοπόλεμο, αλλά δε μας άφησε (απλά και μόνο) ένα εγχειρίδιο οδηγιών αλλά έναν κώδικα ζωής με σκοπό, όπως είχε πει ο ίδιος, «να μεταμορφώσει την αγάπη της ανθρωπότητας σε πράξεις που θα λειτουργήσουν ως παράδειγμα και κινητήριος μοχλός για δράση». Ο Φιντέλ Κάστρο είχε πει για τον ίδιο ότι η πλήρης απαξίωση του κινδύνου ήταν η Αχίλλειος πτέρνα του. Ήταν επίσης η δύναμη και το μεγαλείο του.

Ο Τσε ήταν ένας θαραλλέος μαχητής ο οποίος έπρεπε να παλεύει επίμονα με έναν οργανισμό ταλαιπωρημένο από το άσθμα. Κάποιες φορές, όταν σκαρφαλώναμε μαζί στα υψήπεδα της Χρέα, πάνω απ΄την πόλη της Μπλίντα, τον είδα να υποφέρει μια επίθεση άσθματος που πρασίνησε το πρόσωπο του. Οποιοσδήποτε που έχει διαβάσει το ημερολόγιο της Βολιβίας γνωρίζει σε τι κακή κατάσταση υγείας αντιμετώπισε φοβερά σωματικά και ψυχικά μαρτύρια τα οποία διαμόρφωσαν τη ζωή του.

Είναι αδύνατο να μιλήσω για τον Τσε χωρίς να αναφερθώ στην Κούβα και στις ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ μας. Η ζωή του ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με τη χώρα που έγινε το δεύτερο σπίτι του, πρωτού αναχωρήσει για τα μέρη που τον καλούσε η Επανάσταση.

Πρωτοσυνάντησα τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα το Φθινόπωρο του 1962, παραμονές της κρίσης των πυραύλων και της επιβολής του εμπάργκο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Αλγερία είχε μόλις επιτύχει την ανεξαρτησία της και είχε δημιουργήσει την πρώτη της κυβέρνηση. Ως επικεφαλής αυτής της κυβέρνησης, επρόκειτο να συμμετάσχω στην Σύνοδο του Σεπτεμβρίου στα Ηνωμένα Έθνη στη Νέα Υόρκη, κατά την οποία η αλγερινή σημαία θα υψώνονταν για πρώτη φορά στο κτίριο του ΟΗΕ. Μια τελετή που θα σηματοδοτούσε τη νίκη του εθνικού αγώνα της ανεξαρτησίας και την είσοδο της Αλγερίας στο στρατόπεδο των ελεύθερων εθνών.

Το πολιτικό γραφείο του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου είχε αποφασίσε ότι το ταξίδι στα Ηνωμένα Έθνη θα έπρεπε να ακολουθήσει επίσκεψη στην Κούβα. Δεν ήταν μια απλή επίσκεψη αλλά μια πράξη πίστης και επίδειξη πολιτικής αποφασιστικότητας. Η Αλγερία ήθελε να δηλώσει δημόσια την πλήρη αλληλεγγύη της με την Κουβανική Επανάσταση, ιδιαίτερα κατά τη δύσκολη αυτή ιστορική στιγμή.

Ήμουν καλεσμένος στον Λευκό Οίκο το πρωί της 15ης Οκτωβρίο 1962 και είχα μια ειλικρινή και έντονη συζήτηση για την Κούβα με τον πρόεδρο Τζον Φιτζέραλντ Κέννεντι. Τον ρώτησα ευθέως εάν σκόπευε να φτάσει σε σύγκρουση με την Κούβα. Η απάντηση του δε μου άφησε αμφιβολίες για τις πραγματικές του διαθέσεις. «Όχι», είπε, «εάν δεν υπάρχουν σοβιετικοί πύραυλοι. Ναι, εάν υπάρχουν». Ο Κέννεντι προσπάθησε σκληρά να με αποθαρρύνει να ταξιδέψω απ’ τη Νέα Υόρκη στην Κούβα. Μου είπε μέχρι ότι το κουβανικό πολεμικό αεροσκάφος που θα με μετέφερε θα μπορούσε να δεχθεί επίθεση από αντιπολιτευόμενες (αντεπαναστατικές) κουβανικές δυνάμεις που είχαν βάση το Μαϊάμι. Σε αυτές τις κεκαλυμμένες απειλές ανταπάντησα πως ήμουν ένας «fellagha» (αντάρτης) που δεν θα μπορούσε να εκφοβιστεί από συνωμότες, είτε αλγερινούς είτε κουβανούς.

Φτάσαμε στην Κούβα στις 16 Οκτωβρίου εν μέσω απερίγραπτων σκηνών λαϊκού ενθουσιασμού. Το πρόγραμμα περιείχε πολιτικές συνομιλίες στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Αβάνα αμέσως μετά την άφιξη της αντιπροσωπείας μας. Με το που αφήσαμε τις αποσκευές μας, παρατήσαμε το πρωτόκολλο και ξεκινήσαμε εγκάρδια συνομιλία με τον Φιντέλ, τον Τσε Γκεβάρα, το Ραούλ Κάστρο και τους άλλους ηγέτες που μας συνόδευαν.

Μιλήσαμε για ώρες. Μετέφερα αυτούσια στους κουβανούς ηγέτες την εντύπωση που είχα αποκομίσει απ’ την συνομιλία μου με τον πρόεδρο Κέννεντι. Στο τέλος μιας συζήτησης γεμάτης πάθος αντιληφθήκαμε ότι πρακτικά είχαμε εξαντλήσει όλα τα ζητήματα της ατζέντας. Δεν υπήρχε λόγος νέας συνάντησης στα κομματικά γραφεία και έτσι, με κοινή απόφαση, ξεκινήσαμε το πρόγραμμα των επισκέψεων μας στη χώρα. Αυτό ήταν ενδεικτικό της παντελούς έλλειψης επισημοτήτων η οποία, από την αρχή, υπήρξε χαρακτηριστικό γνώρισμα των σχέσεων της Κουβανικής και Αλγερινής Επανάστασης και των προσωπικών μου σχέσεων με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Τσε Γκεβάρα.

Η αλληλεγγύη μεταξύ μας επιβεβαιώθηκε θεαματικά τον Οκτώβριο του 1963, όταν η εκστρατεία Τιντούφ παρουσίασε την πρώτη σοβαρή απειλή για την αλγερινή επανάσταση. Ο νέος στρατός μας, φρέσκος από τον απελευθερωτικό πόλεμο, δεν είχε κάλυψη από αέρος (δεν είχαμε ούτε ένα αεροσκάφος) ή θωρακισμένα μεταφορικά. Δέχθηκε επίθεση από τις μαροκινές ένοπλες δυνάμεις στο έδαφος που ήταν πιο δυσμενές για αυτόν, όπου δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει τις μοναδικές τακτικές που γνώριζε και είχαν δοκιμαστεί στον απελευθερωτικό αγώνα, δηλαδή τον ανταρτοπόλεμο.

Οι αχανείς εκτάσεις της ερήμου ήταν μακριά από τα βουνά της Aurès, Djurdjura, τη χερσόνησο Κολό ή Tlemcen, που ήταν το φυσικό περιβάλλον του (αλγερινού στρατού) και των οποίων κάθε πηγή και μυστικό ήταν οικείο με αυτόν. Οι εχθροί μας είχαν αποφασίσει ότι η αλγερινή επανάσταση έπρεπε να αναιρεθεί πριν γίνει πολύ ισχυρή και σαρώσει τα πάντα στο πέρασμα της. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος, Αμπντέλ Νάσερ, μας έδωσε γρήγορα την αεροπορική κάλυψη που μας έλειπε, και ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα, ο Ραούλ Κάστρο και οι άλλοι ηγέτες της Κούβας μας έστειλαν ένα τάγμα από 22 άρματα μάχης και αρκετούς, εκατοντάδες, στρατιώτες. Είχαν αναπτυχθεί στο Μπεντέ, νότια του Sidi Bel Abbes, όπου τους επιθεώρησα, και ήταν έτοιμοι να εισέλθουν στον αγώνα, αν συνεχίζονταν η μάχη στην έρημο.

Τα τανκς ήταν εφοδιασμένα με υπέρυθρες ακτίνες που τους επέτρεπαν να χρησιμοποιούνται το βράδυ. Είχαν δωθεί στην Κούβα από τη Σοβιετική Ένωση με τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν επρόκειτο να διατεθούν σε τρίτες χώρες, ακόμα και κομμουνιστικές χώρες όπως η Βουλγαρία, σε καμία περίπτωση. Παρά τους περιορισμούς αυτούς από τη Μόσχα, οι Κουβανοί αψήφησαν όλα τα ταμπού και έστειλαν τα άρματα μάχης ως βοήθεια στην απειλούμενη αλγερινή επανάσταση χωρίς κανένα δισταγμό.

Πίσω από την εκστρατεία Τιντούφ ήταν σαφώς οι ΗΠΑ. Γνωρίζαμε ότι τα ελικόπτερα που μετέφεραν τα μαροκινά στρατεύματα είχαν δοκιμαστεί από τους Αμερικανούς. Οι ίδιες εκτιμήσεις διεθνούς αλληλεγγύης στη συνέχεια οδήγησαν τους Κουβανούς να παρέμβουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Ανγκόλα και αλλού. Οι συνθήκες αναφορικά με την άφιξη του (κουβανικού) στρατιωτικού τάγματος είναι άξια να αναφερθούν ξανά, δεδομένου ότι απεικονίζουν με σαφήνεια την ειδική φύση των σχέσεών μας με την Κούβα.

Όταν επισκέφτηκα την Κούβα το 1962, ο Φιντέλ Κάστρο αναφέρθηκε στη δέσμευση της χώρας του να μας δώσει βοήθεια αξίας δύο εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Λόγω της οικονομικής κατάστασης στην Κούβα, η ενίσχυση θα παρέχονταν σε ζάχαρη και όχι σε νόμισμα. Είχα υποστηρίξει ότι η Κούβα χρειαζόταν τη ζάχαρη εκείνη την στιγμή περισσότερο από ότι εμείς, αλλά ο Κάστρο δεν δέχονταν το «όχι» ως απάντηση. Περίπου ένα χρόνο μετά από την συζήτησή μας, ένα πλοίο που έφερε την σημαία της Κούβας ελλιμενίζεται στο λιμάνι του Οράν. Μαζί με το φορτίο ζάχαρης, έκπληκτοι ανακαλύψαμε είκοσι τεθωρακισμένα άρματα και εκατοντάδες κουβανούς στρατιώτες που είχαν σταλεί προς βοήθεια μας. Ένα σύντομο σημείωμα από τον Ραούλ Κάστρο, γραμμένο σε μια σχισμένη σελίδα από ένα βιβλίο ασκήσεων, μας γνωστοποιούσε αυτή την χειρονομία της αλληλεγγύης.

Προφανώς, δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε το πλοίο να επιστρέψει άδειο. Το γεμίσαμε με προϊόντα Αλγερίας και, έπειτα απο συμβουλή του Πρέσβη Jorge Serguera, προσθέσαμε μερικά άλογα Βερβερίνων. Αυτή ήταν η αρχή ενός είδους ανταλλαγής στη μεταξύ μας αλληλεγγύη, που ήταν εντελώς άνευ εμπορικού χαρακτήρα. Όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες αποτελούσε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των σχέσεών μας.

Ο Τσε Γκεβάρα είχε πλήρη επίγνωση των αναρίθμητων περιορισμών που υπονομεύουν την πραγματική επαναστατική δράση – και μάλιστα των ορίων κάθε επαναστατικής απόπειρας – στο βαθμό που συγκρούεται άμεσα ή έμμεσα με τον αδυσώπητο νόμο της αγοράς και την (ανθρώπινη) εμπορική νοοτροπία. Τους κατήγγειλε δημοσίως στην αφρο-ασιατική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Αλγέρι τον Φεβρουάριο του 1965. Επιπλέον, οι επώδυνοι όροι με τους οποίους έληξε η κρίση των πυραύλων της Κούβας και η συμφωνία μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών είχε αφήσει μια πικρή γεύση. Εγώ ο ίδιος αντάλλαξα πολύ σκληρές κουβέντες για το θέμα με τον σοβιετικό πρεσβευτή στο Αλγέρι. Όλα αυτά, μαζί με την κατάσταση που επικρατούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να έχει τεράστια επαναστατική δυναμική, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα ότι η Αφρική ήταν ο αδύναμος κρίκος του ιμπεριαλισμού. Ήταν στην Αφρική που τώρα αποφάσισε να αφιερώσει τις προσπάθειές του.

Προσπάθησα να επισημάνω ότι αυτό δεν ήταν ίσως ο καλύτερος τρόπος για να βοηθήσουμε την ήπειρό μας να φτάσει στην επαναστατική ωριμότητα. Μια ένοπλη επανάσταση χρειάζεται εξωτερική υποστήριξη, αλλά πρέπει πρώτα να δημιουργήσει τις εσωτερικές πηγές για να θεμελιώσει τον αγώνα της. Αλλά ο Τσε Γκεβάρα επέμενε ότι η δική του δέσμευση πρέπει να είναι συνολική και απαιτεί τη φυσική παρουσία του. Ξεκίνησε μια σειρά από ταξίδια προς Καμπίντα (Ανγκόλα) και το Κονγκό-Μπραζαβίλ. Αρνήθηκε την προσφορά μου για ένα ιδιωτικό αεροπλάνο προκειμένου να συγκαλυπτούν οι κινήσεις του, γι ‘αυτό ανέθεσα στους πρέσβεις της Αλγερίας σε όλη την περιοχή να παρακολουθούν τις δραστηριότητες του και να παρέχουν κάθε δυνατή βοήθεια. Όταν επέστρεψε από την υποσαχάρια Αφρική, περάσαμε πολλές ώρες ανταλλάσοντας ιδέες. Κάθε φορά επέστρεφε εντυπωσιασμένος από τον υπέροχο πολιτιστικό πλούτο της αφρικανικής ηπείρου, αλλά δυσαρεστημένος με τα μαρξιστικά κόμματα των χωρών που είχε επισκεφθεί και ενοχλημένος από την προσέγγισή τους. Η εμπειρία του στην Καμπίντα και οι επακόλουθες επαφές με τον ανταρτοπόλεμο γύρω απ’ το Stanleyville ήταν ιδιαίτερα απογοητευτική.

Εν τω μεταξύ, ακολουθούσαμε μια παράλληλη πορεία δράσης για να σώσουμε την ένοπλη επανάσταση στο Δυτικό Ζαΐρ. Σε συμφωνία με τους Νιερέρε, Νάσερ, Μομπίντο Κεϊτά, Ν’ Κρούμα, Κενιάτα και Σέκου Τουρέ, η Αλγερία επρόκειτο να συμβάλει από αέρος μέσω της Αιγύπτου, ενώ η Ουγκάντα και το Μάλι επρόκειτο να παράσχουν στρατιωτικά στελέχη. Το σχέδιο διάσωσης είχε αποφασιστεί σε μια συνάντηση στο Κάιρο που είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία μου. Είχαμε μόλις αρχίσει να το εφαρμόζουμε όταν λάβαμε μια απεγνωσμένη κραυγή για βοήθεια από τους ηγέτες του ένοπλου αγώνα. Παρά τις προσπάθειες μας, ήταν πάρα πολύ αργά και η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα από τους δολοφόνους του Πατρίς Λουμούμπα (σ.μ. από αυτούς που δολοφόνησαν τον πρόεδρο Λουμούμπα).

Κατά τη διάρκεια μιας από τις επισκέψεις του στο Αλγέρι, ο Τσε Γκεβάρα με ενημέρωσε για ένα αίτημα του Φιντέλ. Δεδομένου ότι η Κούβα ήταν υπό στενή επιτήρηση, δεν υπήρχε πραγματική ευκαιρία για προμήθεια όπλων και εκπαίδευση στρατιωτικών στελεχών σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Θα μπορούσε να αναλάβει την Αλγερία; Η απόσταση δεν ήταν μεγάλο μειονέκτημα. Αντιθέτως, θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ της μυστικότητας, ζωτικής σημασίας για την επιτυχία μιας τέτοιας μεγάλης κλίμακας επιχείρηση. Δέχτηκα χωρίς δισταγμό. Αμέσως αρχίσαμε τη δημιουργία οργανωτικών δομών, υπό τον άμεσο έλεγχο του Τσε Γκεβάρα, που θα φιλοξενούσαν επαναστατικά κινήματα από τη Λατινική Αμερική. Σύντομα εκπρόσωποι όλων αυτών των κινημάτων βρέθηκαν στο Αλγέρι, όπου και τους συνάντησα πολλές φορές μαζί με τον Τσε. H έδρα τους στήθηκe στους λόφους πάνω από το Αλγέρι σε μια μεγάλη βίλα με μεγάλο κήπο που τους είχαμε παραχωρήσει, λόγω της συμβολικής σημασίας του. Το όνομα της Villa Susini έχει περάσει στην ιστορία. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα είχε χρησιμοποιηθεί ως κέντρο ανακρίσεων, όπου πολλοί άνδρες και γυναίκες της αντίστασης βασανίστηκαν μέχρι θανάτου.

Μια μέρα μου είπε ο Τσε Γκεβάρα, «Αχμέντ, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Μια ομάδα ανδρών εκπαιδευόμενων στο Villa Susini έχουν συλληφθεί στα σύνορα (δεν θυμάμαι ποιες χώρες συμμετείχαν) και φοβάμαι ότι μπορεί να μιλήσουν κατά τη διάρκεια βασανιστήριων». Ήταν πολύ ανήσυχος ότι η (μυστική) περιοχή των προετοιμασιών για την ένοπλη δράση θα γινόταν γνωστή και οι εχθροί μας θα ανακαλύψουν την αληθινή φύση των εταιρειών εισαγωγών-εξαγωγών που είχαμε στήσει στη Νότια Αμερική.

Ο Τσε Γκεβάρα ήταν πλέον απών από το Αλγέρι όταν έλαβε χώρα το στρατιωτικό πραξικόπημα στις 19ης Ιουνίου 1965. Με είχε προειδοποιήσει να βρίσκομαι σε επιφυλακή. Η αναχώρησή του από την Αλγερία, ο θάνατός του στη Βολιβία και η δική μου εξαφάνιση για 15 χρόνια πρέπει να μελετηθούν στο ιστορικό πλαίσιο της παλινδρόμησης που ακολούθησε την περίοδο των νικηφόρων απελευθερωτικών αγώνων. Αρχίζοντας με τη δολοφονία του Λουμούμπα, που σήμανε το τέλος των προοδευτικών καθεστώτων του τρίτου κόσμου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των Ν’Κρούμα, Μομπίντο, Κεϊτά, Σουκάρνο και Νάσερ.

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την 9η Οκτωβρίου του 1967. Για μένα, ένα μοναχικό κρατούμενο, ήταν μια ημέρα ανυπολόγιστης θλίψης. Το ραδιόφωνο ανακοίνωσε το θάνατο του αδελφού μου στον αγώνα, και οι εχθροί τους οποίους είχαμε παλέψει μαζί χάρηκαν με τη νίκη τους. Αλλά όσο περνάει ο καιρός, και οι συνθήκες του αντάρτικου αγώνα που έληξε εκείνη τη μέρα στο Νανκαουάζου ξεθωριάζουν στη μνήμη, ο Τσε είναι ολοένα και περισσότερο παρών στις σκέψεις όλων εκείνων που αγωνίζονται και ελπίζουν. Είναι μέρος της καθημερινής τους ζωής. Κάτι γι ‘αυτόν παραμένει θαμμένο σαν ένας θησαυρός στα πιο βαθιά μέρη της καρδιάς και του μυαλού τους, αναζωπυρώνοντας το θάρρος τους και την ανανεώνοντας τη ισχύ τους.

Μια μέρα το Μάιο του 1972, η αδιαφανής σιωπή της φυλακής μου, που φυλάσονταν από εκατοντάδες στρατιώτες, διεκόπη από μια τεράστια φασαρία. Έμαθα ότι ο Φιντέλ επισκέπτονταν ένα πρότυπο αγρόκτημα μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, χωρίς να γνωρίζει την παρουσία μου στο απομονωμένο μαυριτανικό σπίτι (φυλακές). Οι μνήμες επέστρεψαν πίσω. Ένα καλειδοσκόπιο από πρόσωπα πέρασε μπροστά απ’ τα μάτια μου σαν παλιά ταινία. Ποτέ απο τότε που χώρισαν οι δρόμοι μας ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν τόσο έντονα στη μνήμη μου.

Η σύζυγός μου και εγώ δεν τον ξεχάσαμε ποτέ. Μια μεγάλη φωτογραφία του Τσε ήταν πάντα καρφωμένη στον τοίχο της φυλακής μας και η καθημερινή μας ύπαρξη βρισκόταν κάτω από το βλέμμα του. Μια μικρότερη φωτογραφία, απόκομμα από ένα περιοδικό, την οποίο είχα κολλήσει επάνω σε μια κάρτα και είχα καλύψει με πλαστικό, μας συνόδευσε σε όλες τις περιπλανήσεις μας. Είναι πλέον στο σπίτι των μακαριστών γονιών μου στο Maghnia, το χωριό όπου γεννήθηκα, όπου φύλαξα το πιο πολύτιμο σουβενίρ μας πριν βρεθώ στην εξορία. Είναι η φωτογραφία του Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα να ακουμπά στο έδαφος, γυμνός μέχρι τη μέση, να λάμπει απο φως. Έτσι, πολύ φως και τόσες πολλές ελπίδες.

* Το άρθρο πρωτοδημοσίεθηκε στη γαλλική έκδοση της εφημερίδας Le Monde Diplomatique τον Οκτώβρη του 1997 υπό τον τίτλο «Ainsi était le «Che»», κατά την 30η επέτειο από τη δολοφονία του Τσε. Μετάφραση κειμένου: Ν. Μόττας.

Ο Τσε με τον Αχμέντ Μπεν Μπελά στο Αλγέρι / Che and Ahmed Ben Bella in Algiers

Επίσκεψη του Τσε στην Αλγερία, 15 Απριλίου 1964. Ο Αχμέντ Μπεν Μπελά (Ahmed Ben Bella), πρώτος πρόεδρος στη μετά-αποικιοκρατική εποχή, υποδέχεται το Γκεβάρα στο αεροδρόμιο.

Ιρλανδία: Μνημείο για τον Τσε στην πόλη καταγωγής της γιαγιάς του

ΓΚΑΛΓΟΥΕΪ, ΙΡΛΑΝΔΙΑ – Την δέσμευση να υλοποιηθεί η απόφαση για την ανέγερση μνημείου αφιερωμένου στον Τσε Γκεβάρα ανακοίνωσε ο Μπίλυ Κάμερον, δημοτικός σύμβουλος στην πόλη Γκάλγουεϊ της Ιρλανδίας. Σύμφωνα με τον Κάμερον το προσχέδιο του μνημείου βρίσκεται ήδη στα χέρια σχετικής υποεπιτροπής υπεύθυνης για δημόσια έργα τέχνης, ενώ η ιδέα στηρίχθηκε από την πλειοψηφία των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Σύμφωνα με ιρλανδικά μέσα ενημέρωσης, την χρηματοδότηση του μνημείου θα αναλάβουν από κοινού οι πρεσβείες της Κούβας και της Αργεντινής.

Ο Τσε συνδέεται στενά με την Ιρλανδία και ειδικότερα με το Γκάλγουεϊ, μια πόλη 75.000 κατοίκων σήμερα, στις δυτικές ακτές της χώρας. Η γιαγιά του αργεντίνου επανάστατη, η Άννα Λυντς Ορτίθ καταγόταν από οικογένεια η οποία μεταστάνευσε στην Αργεντινή στα μέσα του 18ου αιώνα. Μάλιστα, ο ίδιος ο Τσε είχε αναφερθεί στους οικογενειακούς δεσμούς του με την πόλη κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων που είχε δώσει επισκεπτόμενος την Ιρλανδία το 1965.

Αντιδράσεις από νεοσυντηρητικούς

Η πρόταση του δημοτικού συμβουλίου του Γκάλγουεϊ δεν θα μπορούσε να μην συναντήσει την αντίδραση συντηρητικών και αντικομμουνιστικών κύκλων. Στην πρωτοπορία της αστικής αντιδραστικότητας βρέθηκε ο Ντέκλαν Γκάνλεϊ, μεγαλοεπιχειρηματίας της περιοχής και ιδρυτής του πανευρωπαϊκού νεοσυντηρητικού, φιλελεύθερου κόμματος «Λιμπερτάς» (Libertas).  Σε δηλώσεις του ο Γκάνλεϊ, αφού αναμάσησε την γνωστή αισχρή προπαγάνδα περί του… «δολοφόνου Τσε», σημείωσε ότι ένα τέτοιο μνημείο «θα αμαυρωνε την φήμη της πόλης παγκοσμίως». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γκάνλεϊ, που έχει επιχειρήσει ανεπιτυχώς να εκλεγεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2009, θεωρείται πλέον γραφική φιγούρα επιχειρηματία που μάταια προσπαθεί να αναδειχθεί σε πολιτικό ηγέτη-θεματοφύλακα των συντηρητικών αξιών και της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης.

Πηγή: The Irish Times.

Τσε Γκεβάρα: Για την ηθική στον πολιτικό αγώνα

Ernesto el Che Guevara 876Άρθρο της Ζανέτ Χαμπέλ, καθηγήτριας στο Ινστιτούτο λατινοαμερικανικών σπουδών του Παρισιού, δημοσιευμένο το 1997 (30η επέτειος δολοφονίας του Τσε). Το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, στο πλαίσιο του πλουραλισμού των απόψεων, αναδημοσιεύει το παρακάτω κείμενο χωρίς να υιοθετεί τις απόψεις που εκφράζονται σε αυτό.  

Της Janette Habel*.

Η συντομία της πολιτικής του ζωής (δεκατρία χρόνια από τη νίκη της CIA ενάντια στον Αρμπέντζ στη Γουατεμάλα ώς το θάνατό του στη Βολιβία, οχτώ χρόνια στην Κούβα, από τα οποία έξι μετά τη νίκη) και η απότομη επιτάχυνση της ιστορίας, στην οποία συμμετείχε, καθιστούν ακόμα πιο σύνθετη την ερμηνεία ορισμένων κειμένων του. Η σκέψη του Τσε ήταν συνεχώς σε εξέλιξη. Παρόλο που ο ίδιος αρνιόταν ότι ήταν θεωρητικός και παρόλο που δεν είχε συμμετάσχει σε πολιτικό κόμμα πριν τη στράτευσή του στην Κούβα, όλοι οι μάρτυρες συγκλίνουν: τόσο στη Σιέρα Μαέστρα όσο και κατά την άνοδο στην εξουσία, ήταν ένας από τους κύριους -αν όχι ο κύριος- εμπνευστής της ριζοσπαστικής πορείας της επανάστασης. Αλλά η πολιτική του συνείδηση θα εξελισσόταν βαθιά μέσα σε μερικά χρόνια. Από τη θετική αναφορά του στις χώρες του «παραπετάσματος», στη Σιέρα Μαέστρα (σε γράμμα του προς τον υπεύθυνο του Κινήματος της 26ης Ιουλίου, Ρενέ Ράμος Λατούρ, γράμμα που ο ίδιος χαρακτήρισε σαν «ηλίθιο» αργότερα) ώς την αμείλικτη κριτική της ΕΣΣΔ και των χωρών της κεντρικής Ευρώπης στα 1964-65, έξι χρόνια μόλις πέρασαν. Τον Οκτώβριο του 1960, πάει στη Μόσχα. Το νησί είναι πνιγμένο από το αμερικάνικο εμπάργκο στα εμπορεύματα, που κηρύχτηκε στις 13 Οκτωβρίου. Από το σοβιετικό μπλοκ καταφέρνει να εξασφαλίσει πιστώσεις και την αγορά ενός μεγάλου μέρους της κουβανέζικης ζάχαρης έναντι πετρελαίου (η Κίνα θα αγοράσει το υπόλοιπο). Όντας παρών στην επέτειο της οκτωβριανής επανάστασης, καταχειροκροτείται από το πλήθος.

Σίγουρος ότι μια αμερικάνικη επίθεση ετοιμάζεται (η επιδρομή στον Κόλπο των Χοίρων θα γίνει 4 μήνες αργότερα), επιστρέφει πεπεισμένος ότι «η ΕΣΣΔ και όλες οι σοσιαλιστικές χώρες είναι διατεθειμένες να μπουν σε πόλεμο για να υπερασπίσουν την κυριαρχία μας» (1). Τον Οκτώβρη του 1962, η κρίση των πυραύλων θα διαψεύσει πικρά τις αυταπάτες του. Και ο αντάρτης, που έχει γίνει υπουργός, θα γνωρίσει από κοντά τις σοβιετικές εμπορικές πρακτικές της διπλωματίας μεγάλης δύναμης της Μόσχας, ακριβώς κατά την κρίση των πυραύλων. Ανακαλύπτει τη θλιβερή αλήθεια του αυταρχικού γραφειοκρατικού σοσιαλισμού και τα προνόμια των κατόχων της εξουσίας του. Στις διαλέξεις του σαν Υπουργός Βιομηχανίας, καταγγέλλει αυτό που δεν το ονομάζουν ακόμα «υπαρκτό σοσιαλισμό». Η σκέψη του περιέχει τότε έναν ανθρωπισμό  που έχει σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του γύρου του στη Λατινική Αμερική. Αργεντίνος, γνωρίζει τις πελατειακές και λαúκιστικές πρακτικές του περονισμού. Αργότερα θα ανακαλύψει τα προνόμια των «διευθυντών» και των υπεύθυνων του Κόμματος. «Ο νέος άνθρωπος» που θέλει να προωθήσει (και που τον παρουσιάζουν γελοιογραφικά σαν ολοκληρωτισμό), η παραδειγματική συμπεριφορά που έχει ο ίδιος σαν ηγέτης, η εθελοντική εργασία που προωθεί, βρίσκονται στον αντίποδα των σταλινικών πρακτικών. Ο ίδιος εμπνέεται από μια ηθική αντίληψη για την εξουσία που αποδεικνύεται να είναι ταυτόχρονα και πολιτική αναγκαιότητα. Όταν αναγγέλλει στους εργάτες της ζάχαρης το 1961 ότι οι ελλείψεις θα επιδεινωθούν (το κρέας και το γάλα δίνονται πλέον με δελτίο) αναλαμβάνει μια δέσμευση που θα ξεσηκώσει τον ενθουσιασμό των συμμετεχόντων: «Στο νέο στάδιο της επαναστατικής πάλης κανείς δεν θα παίρνει περισσότερα από τους άλλους, δεν θα υπάρχουν ούτε προνομιούχοι υπάλληλοι ούτε λατιφουντίστες. Οι μόνοι προνομιούχοι στην Κούβα θα είναι τα παιδιά». Ο πληθυσμός υποφέρει ήδη από πολλές στερήσεις. Η αντίσταση στην αμερικάνικη επιδρομή συνεπάγεται μια τεράστια λαϊκή κινητοποίηση, που είναι αδύνατη χωρίς την ένταξη στο επαναστατικό σχέδιο. Η νίκη στον Κόλπο των Χοίρων, πρώτη αυτοκρατορική ήττα στη λατινική Αμερική δεν εξηγείται αλλιώς.

Μακρυά από τη διαφθορά και το νεποτισμό που χαρακτηρίζουν τους λατινοαμερικάνους καουντίγιος (=ηγέτες), ο Τσε προβάλει την εικόνα ενός λιτού ηγέτη, απαιτητικού με τον εαυτό του όπως και με τους άλλους. Τα ανέκδοτα είναι ατέλειωτα: καταργεί τις πρόσθετες μερίδες της οικογενείας του στα τρόφιμα, εξηγεί δημόσια γιατί πρέπει να μείνει προσωρινά -καθότι άρρωστος- σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα που ο μισθός του δεν του επιτρέπει να το πληρώνει. Ο Τσε γρήγορα συνειδητοποιεί την ανάγκη να παλαίψει ενάντια στα προνόμια. Το επαναστατικό σχέδιο έπρεπε κατά τη γνώμη του να οδηγήσει στην ανάδυση ενός ηγέτη που να μην αγγίζεται από οποιαδήποτε διαφθορά, που να συμφωνούν τα λόγια με τις πράξεις του. Η προσωπική του λιτότητα ήταν παροιμιώδης. Διεξήγε μια ασταμάτητη πάλη ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση της νέας διοίκησης, προσπαθώντας να επιβάλει έναν τρόπο άσκησης της εξουσίας ριζικά κανούργιο. Απέτυχε και «ο Αργεντίνος», όπως τον ανέφεραν με περιφρόνηση ορισμένοι υπάλληλοι, θα κάνει πολλούς εχθρούς. Μερικές φορές δόθηκε στην ανυποχωρητικό- τητά του μια ψυχαναλυτική ερμηνεία. Αυτή απλώς δεν κατανοεί γιατί στην Κούβα η νέα εξουσία έπρεπε να ενσαρκώσει μια ριζική ρήξη με τη διαφθορά του παλαιού καθεστώτος. Επειδή η «φύση» επανέρχεται γρήγορα καλπάζοντας: το μαρτυρούν οι αντάρτες εκείνοι της 26ης Ιούλη, που μετά τη στρατηγική νίκη της Σάντα Κλάρα, με τον Μπατίστα να έχει ηττηθεί, καταλαμβάνουν τις κάντιλακ των αστυνομικών της διχτατορίας για να πάνε στη Αβάνα. Αμέσως τιμωρούνται από τον Τσε. Λένε σήμερα ότι οι τιμωρίες αυτές, ή και οι πολύ σοβαρές ποινές του, αποτελούσαν έναν ειδικό σταλινισμό, ένα τροπικό γκούλαγκ. έτσι, όλα ανακατεύονται: η πειθαρχία που επιβάλλεται στο αντάρτικο ενάντια σε μια διχτατορία που στηρίζεται από την Ουώσιγκτον, οι εκτελέσεις των βασανιστών του Μπατίστα στο στρατόπεδο της Καμπάνια, μετά την κατάληψη της εξουσίας, υποτιθέμενα προεόρτια της κατασταλτικής  εξέλιξης του καθεστώτος. Ξεχνούν τον Τσε που περίθαλπε τους πληγωμένους κρατούμενους και που τους απελευθέρωνε κατόπιν, όπως και τη λιτή του αλλά και απεριόριστη γενναιοδωρία.

Μια ανολοκλήρωτη σκέψη.

Η ανάγνωση των τελευταίων κειμένων του Τσε στη μεγάλη δημόσια οικονομική συζήτηση που τον αντέταξε στους οπαδούς των σοβιετικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων της δεκαετίας του 1960 – πρώτη έκδοση της περεστρόικα-, του δοκιμίου του για «Το σοσιαλισμό και τον άνθρωπο στην Κούβα» και των τελευταίων του λόγων, ιδιαίτερα εκείνου στο Αλγέρι το 1965, δείχνουν με σαφήνεια μια κριτική και προφητική διορατικότητα για τα προβλήματα της μεταβατικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ. Στο βιβλίο που άρχισε λίγο πριν πεθάνει και που παρέμεινε ανολοκλήρωτο, έγραφε: «Πολλές αναταράîεις περιμένουν την ανθρωπότητα πριν απελευθερωθεί οριστικά, αλλά -είμαστε πεπεισμένοι- αυτή δεν θα μπορέσει να γίνει χωρίς μια ριζική αλλαγή στρατηγικής από τις κύριες σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η αλλαγή αυτή θα είναι άραγε το προϊόν της αναπόφευκτης πίεσης του ιμπεριαλισμού ή μήπως της εξέλιξης των μαζών σε  αυτές τις χώρες ή ακόμα και ενός μείγματος παραγόντων; Η ιστορία θα μας το πει. Εμείς προσφέρουμε από την πλευρά μας ένα μικρό κόκκο άμμου με το φόβο μήπως η όλη επιχείρηση îεπεράσει τις δυνάμεις μας» (2).

Γρήγορα συνειδητοποίησε τις δυσκολίες που κινδύνευε να γνωρίσει η Κούβα, δεδομένης της εξάρτησής της από το σοβιετικό «μεγάλο αδελφό». Ήδη από την κατάληψη της εξουσίας είχε καταλάβει την ανάγκη ρήξης με τη μονοκαλλιέργεια της ζάχαρης, για να μειωθεί η εξάρτηση της χώρας και να επιχειρηθεί μια πιο αυτόνομη οικονομική ανάπτυξη. Το βάρος που έθεσε στον εκβιομηχανισμό απαντούσε σε αυτή την βασική ανησυχία. Αλλά πολύ γρήγορα ο σιδερένιος νόμος της παγκόσμιας αγοράς έγινε αισθητός: η μείωση της παραγωγής ζαχαροκάλαμων -κύριο εξαγωγικό προúόν- δεν επέτρεπε να εξασφαλιστούν οι εισαγωγές που ήταν απαραίτητες για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας χωρίς ενεργειακούς πόρους και της οποίας τα εισοδήματα προέρχονταν κυρίως από αυτή τη μονοκαλλιέργεια που είχε επιβάλει η αποικιοκρατία το 19ο αιώνα. Έπρεπε να υπάρξει διόρθωση. «Θελήσαμε να επιταχύνουμε τον εκβιομηχανισμό. Ήταν ανοησία. Θελήσαμε να αντικαταστήσουμε όλες τις εισαγωγές και να κατασκευάσουμε τα τελικά προϊόντα χωρίς να δούμε τις τεράστιες επιπλοκές που υποθέτει η εισαγωγή ενδιάμεσων προϊόντων», θα πει ο Τσε στον Εντουάρντο Γκαλεάνο (3).

Το εμπόριο με την ΕΣΣΔ, και ιδιαίτερα οι παραδόσεις πετρελαίου μετά την πλήρη ρήξη με τις ΗΠΑ, θα μπορούσαν να εγγυηθούν τη σταθερότητα των συναλλαγών, καθώς και μια πραγματική εμπορική ισότητα μεταξύ μιας μικρής οικονομικά κυριαρχούμενης χώρας και μιας δύναμης που αναφερόταν στο σοσιαλισμό, που διέθετε πυρηνικό οπλοστάσιο και που είχε μόλις ξεκινήσει την κατάκτηση του διαστήματος. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός στον Τσε – αντίθετα από άλλους κουβανούς ηγέτες- για να καταλάβει τους κινδύνους και το εύθραυστο των σχέσεων αυτών.

Μετάβαση και υπανάπτυξη.

Πολύ γρήγορα οι αμφιβολίες του επικεντρώθηκαν στην εσωτερική πολιτική. Οι προτάσεις για εμπορευματικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις που πρότειναν οι σοβιετικοί οικονομολόγοι (ιδιαίτερα οι Λίμπερμαν και Τραπέζνικοφ) έγιναν αντικείμενο πολλών συζητήσεων, την ίδια στιγμή που το νησί αντιμετώπιζε ήδη την ανάγκη επανορισμού της στρατηγικής της ανάπτυξης. Η μεγάλη οικονομική συζήτηση του 1963 με 1965 στο εσωτερικό του Υπουργείου Βιομηχανίας, και μετά μέσα στην κουβανέζικη ηγεσία, ήταν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και μετά ειδικότερα για τις συνθήκες της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, μέσα σε ένα νησί που υπόκειται στους εξαναγκασμούς της μονοκαλλιέργειας ζάχαρης, με την άμεση πίεση της διεθνούς αγοράς και που η ανάπτυξή του εμποδιζόταν από το εμπάργκο που του είχε επιβάλει η πρώτη παγκοσμίως οικονομική δύναμη. Η αντίθεση αφορούσε το ρόλο του νόμου της αξίας στην περίοδο της μετάβασης, το βαθμό συγκεντροποίησης των επιχειρήσεων, το ρόλο των υλικών και ηθικών κινήτρων. Αυτοί που υπογράμμιζαν τη σημασία του νόμου της αξίας απέδιδαν ένα κύριο βάρος στους μηχανισμούς της αγοράς μέσα στην σχεδιασμένη οικονομία, καθώς και στην ανάγκη να αποδοθεί πλατιά χρηματοδοτική αυτονομία στις επιχειρήσεις, τονίζοντας το ρόλο των χρηματικών κινήτρων για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας.

Ο Τσε και οι οπαδοί του έθεταν καταρχήν το βάρος στην ανάγκη μιας συγκεντροποιημένης διαχείρισης, μέσα στο πλαίσιο των ανισοτήτων της κουβανέζικης ανάπτυξης: αναπτυγμένο τηλεπικοινωνιακό και συγκοινωνιακό δίκτυο, αλλά δραματική έλλειψη στελεχών και ανάγκη δραστικού ελέγχου των πόρων, δεδομένου του εμπάργκο, του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης και κυρίως της έλλειψης συναλλάγματος. Εκτιμούσε ότι η χρηματοδοτική αυτονομία των επιχειρήσεων κινδύνευε να θέσει σε αμφισβήτηση τις προτεραιότητες που αποφασίζονταν σε εθνικό επίπεδο, προς όφελος τομεακών επιλογών, και να αυξήσει την αυτονομία των διευθυντών στο χώρο των επενδύσεων και των μισθών, καθώς και να οδηγήσει σε μια ανισομερρή και ανισόρροπη ανάπτυξη. Φοβόταν τις επιπτώσεις μιας οργάνωσης της εργασίας που θα στηριζόταν αποκλειστικά στα χρηματικά κίνητρα και στις κοινωνικές διαφοροποιήσεις που απορρέουν αναγκαστικά από αυτά. Προφητικά, έγραφε: «Επανερχόμαστε στη θεωρία της αγοράς… όλη η οργάνωση της αγοράς βασίζεται στο υλικό κίνητρο… και είναι οι διευθυντές που κάθε φορά κερδίζουν περισσότερα. Πρέπει να δούμε το τελευταίο  σχέδιο της Ανατολικής Γερμανίας, τη σημασία που αποκτάει εκεί η διαχείριση του διευθυντή ή, καλύτερα, η αμοιβή της διαχείρισης του διευθυντή» (4). Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα είδαμε τις συνέπειες, όταν εξεγέρθηκαν οι λαúκές μάζες της Ανατολικής Γερμανίας, κουρασμένες από τον οικονομικό μαρασμό, από την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών και από τα προνόμια των διεφθαρμένων ηγετών.

Εμπνεόμενος από την οξυμένη του αντιγραφειοκρατική ευαισθησία και καθοδηγούμενος από πολιτικές και κοινωνικές θεωρήσεις, ο Τσε τάχθηκε ενάντια στην προτεραιότητα των νομισματο-εμπορευματικών σχέσεων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε ποτέ την αυταπάτη της απότομης κατάργησής τους. Απέχοντας πολύ από την καρικατούρα στην οποία έχουν μεταβάλει τις θέσεις του, επέμενε στην ανάγκη ηθικών κινήτρων, που τα έβλεπε σαν συλλογικά κίνητρα στην εργασία, πράγμα που συνοδευόταν από μια μισθωτική πολιτική στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των ειδικεύσεων, με πιο σημαντικό «την ορθή επιλογή του εργαλείου κινητοποίησης των μαæών» χωρίς το οποίο ο σοσιαλισμός ήταν κατά τη γνώμη του καταδικασμένος σε αποτυχία. Η ισότητα των δικαιωμάτων και η κοινωνικοποίηση -ασφαλώς υπερβολική- της οικονομίας ήταν αποφασιστικά στοιχεία για τη λαúκή αντίσταση: απέναντι στην εξωτερική επίθεση, ένας άλλος κόσμος φαινόταν να οικοδομείται και άξιζε τον κόπο να αγωνιστεί κανείς για αυτόν. Αλλά, διεκδικώντας το δικαίωμα λάθους, διευκρίνιζε πως, εάν οι αντιλήψεις του «αποδεικνύονταν επικίνδυνο φρένο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα έπρεπε να εισαχθούν τα συμπεράσματα και να επιλεγούν οι πιο δοκιμασμένοι δρόμοι μετάβασης (transitados)» (5).

Η ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης και της εκπαίδευσης θα έπρεπε να συμβάλει στη σφυρηλάτηση μιας κομμουνιστικής στάσης απέναντι στην εργασία (νά γιατί έδειχνε το παράδειγμα όχι από μαζοχισμό αλλά από αναγκαιότητα), «η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου και η ανάπτυîη της τεχνικής» θα έπρεπε να κάνουν τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό να αποφύγει το ξεστράτισμα. Οι σχέσεις μεταξύ σοσιαλισμού και ανθρώπου ήταν στο κέντρο των θεμάτων που τον απασχολούσαν, ο άνθρωπος σαν ουσιαστικός παράγοντας της επανάστασης, «ενεργός σε αυτό το περίεργο και συναρπαστικό δράμα που είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Η εκπαίδευση και η συνείδηση θα ήταν στο επίκεντρο αυτής της πιο δίκαιης κοινωνίας. «Σε αυτή την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορούμε να δούμε τη γέννηση του νέου ανθρώπου. Η εικόνα του δεν είναι ακόμα τελείως îεκάθαρη, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι όσο η εîέλιîη αυτή είναι παράλληλη προς την ανάπτυξη νέων οικονομικών δομών… Είναι ο άνθρωπος του 21ου αιώνα που πρέπει να δημιουργήσουμε, έστω και αν ακόμα αυτό δεν είναι παρά μια υποκειμενική και μη συστηματική φιλοδοξία» (6). Έτσι, πέρα από τις παραμορφώσεις, οι αφετηρίες του Τσε ήταν ανθρωπιστικές και επαναστατικές. Αλλά είναι αλήθεια ότι έδινε υπερβολικά έμφαση στην οικονομική κριτική, στο βάρος των εμπορευματικών σχέσεων και ανεπαρκώς στον αστυνομικό και κατασταλτικό χαρακτήρα του σοβιετικού πολιτικού συστήματος.

Αναμφισβήτητα εδώ βρίσκεται μία από τις ουσιαστικές αδυναμίες της σκέψης του. Ένας από τους βιογράφους του, ο Ρομπέρτο Μασάρι (7), υπογραμμίζει (όπως και ο Κ.Σ.Κάρολ) τις αδυναμίες της σκέψης του Τσε, πράγμα που το μαρτυρούν ώς το 1963 πολλοί από τους λόγους ή τα γραπτά του. Η αδυναμία αυτή πάει μαζί και με μια ορισμένη αφέλεια, αξιοσημείωτη στις κρίσεις του απέναντι στα στελέχη του παλιού PSP. Μόνο το 1966, σχολιάζοντας το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ, εμβαθύνει τη θεωρητική του σκέψη. Τότε γράφει: «Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν» ήταν «ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και επέβαλε την απεριόριστη λατρεία της αυθεντίας» (8). Ενάντια στο δογματισμό «Μια εξέγερση ενάντια στις ολιγαρχίες και ενάντια στα επαναστατικά δόγματα». Έτσι γιόρτασε στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την επέτειο του κινήματος της 26ης Ιούλη. Επέκρινε με οξύτητα «το σχολαστικισμό που επιβράδυνε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη της περιόδου αυτής της οποίας δεν έχουμε αναλύσει τα οικονομικά θεμέλια» (Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος).

Η σύλληψή του για την πρωτοπορία, που καθοδηγείται από παραδειγματικούς ηγέτες, μαρτυράει μια κριτική αλλά ανολοκλήρωτη σκέψη για το ρόλο και τη θέση του κόμματος στις σχέσεις του με τις μαζικές οργανώσεις. Ειρωνευόταν: «Το Κόμμα ήδη αποφάσισε για εσένα και εσύ δεν έχεις παρά να το χωνέψεις» (9). Και διακήρυξε: «Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς που να ακολουθούν την επίσημη σκέψη ούτε «υπότροφους» που ζουν με την προστασία του κρατικού προûπολογισμού ασκώντας μια ελευθερία σε εισαγωγικά». Αλλά δεν ανέλυε τις καταστρεπτικές επιπτώσεις του μοναδικού κόμματος/κόμματος-κράτους: η εμπειρία του από τα έξι χρόνια επί κεφαλής του κουβανέζικου κράτους ήταν πολύ σύντομη. Είχε σημαδευτεί από τον πόλεμο, την τεράστια σύγκρουση με την Ουώσιγκτον και από την ιδιομορφία της κουβανέζικης εμπειρίας. Στη Σιέρα Μαέστρα αντιτάχθηκε στην αστική πτέρυγα του κινήματος της 26ης του Ιούλη, που ταυτίστηκε με ένα δεξιό ρεύμα. Η ύπαρξη, ώς το 1965, τριών ξέχωρων πολιτικών ρευμάτων (το Κ-26-Ι, το PSP και το Διευθυντήριο) αποδείχτηκε εμπόδιο για την ενότητα της Επανάστασης. Το μοναδικό Κόμμα συστάθηκε μόνο το 1975, τόσο δύσκολη ήταν η συγχώνευση. Στο πολεμικό κλίμα των πρώτων χρόνων της επανάστασης, το ουσιαστικό ήταν η αντίσταση. Ο πλουραλισμός αφέθηκε για αργότερα. Αυτό δεν τον εμπόδισε να θέσει στην πράξη μια πολιτική σύλληψη βαθιά διαφορετική από αυτήν που εγκατέστησε η νέα εξουσία. Κατά την πρώτη Εθνική Σύσκεψη Παραγωγής το 1961, η διαφάνεια βασιλεύει: τα λάθη και οι υπεύθυνοί τους αναφέρονται δημοσίως. «Μόλις με υποδεχτήκατε με ζεστά χειροκροτήματα, αλλά δεν ξέρω αν είναι σαν καταναλωτή ή σαν συνένοχο. Νομίæω ότι είναι μάλλον σαν συνένοχο», δικηρύσσει μπροστά σε 3.500 στελέχη της κυβέρνησης. Ήταν ο μόνος -και με πόσες επικρίσεις για αυτό!- που οργάνωσε, στην επιθεώρηση του υπουργείου βιομηχανίας, μια δημόσια και αντιφατική συζήτηση για το οικονομικό σύστημα της χώρας. Το υπουργείο ήταν εξάλλου καταφύγιο για αυτούς που απομακρύνονταν από τις θέσεις τους: έτσι ενέταξε τον τέως υπουργό επικοινωνιών, Ολτούσκι, που απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση τον Ιούλιο του 1960. Το ανέκδοτο είναι ακόμα πιο σημαντικό επειδή ο Τσε είχε διεξάγει μια έντονη πολεμική ενάντια στον Ολτούσκι κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Μέλος της αριστεράς πτέρυγας του Κ-26-Ι, ο Ολτούσκι κρίθηκε υπερβολικά αντισοβιετικός, τη στιγμή που γινόταν η προσέγγιση με την ΕΣΣΔ. Ο Τσε με τον ίδιο τρόπο αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις ενός συνδικαλιστή ηγέτη που απαιτούσε να απολυθεί ένας τραπεζουπάλληλος που κατηγορήθηκε ότι ήταν φιλο-μπατίστας: υπερασπίζοντας την εντιμότητα του τελευταίου ο Τσε κατάγγειλε το ξεκίνημα ενός κυνηγιού μαγισσών (10).

Σε ένα ενδεικτικό κείμενο (un pecado de la revolucion) ο Τσε θυμίζει τα λάθη που έκαναν κατά τη γνώμη του απέναντι στο Δεύτερο μέτωπο του Εσκαμπρέ που παραμερίστηκε στη διάρκεια της πορείας προς την Αβάνα, λάθη που εκτιμάει ότι ήταν η αιτία της αποχώρησης πολλών στελεχών. Οι αυτοκριτικές αυτές σκέψεις για τις ενωτικές σχέσεις πριν την κατάληψη της εξουσίας είναι οι μόνες που έχουν δημοσιευτεί ώς τώρα. Περισσότερο από κάθε άλλον ηγέτη του τρίτου κόσμου της εποχής, είχε συνείδηση των ελαττωμάτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αλλεργικός απέναντι στην κωδικοποιημένη γλώσσα των απαράτσικ, δεν δίσταζε να κατακρίνει δημόσια και σκληρά: στο δημόσιο λόγο του στο Αλγέρι το 1965 (τελευταίος του επίσημος λόγος σαν κουβανός επίσημος) κατάγγειλε μπροστά στην αφρο-ασιατική σύναξη την «σιωπηρή συνενοχή» της σοβιετικής ηγεσίας στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και στη διατήρηση της άνισης ανταλλαγής. Επίσης, επειδή είχε προαισθανθεί τις τεράστιες δυσκολίες στις οποίες θα προσέκρουε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ένα μόνο νησί, καθώς και την ανάγκη άλλων επαναστατικών νικών, για αυτό και λάνσαρε στο μήνυμά του στην Τριηπειρωτική το διάσημο σύνθημα «Να δημιουργήσουμε δύο, τρία Βιετνάμ»…, και για το οποίο επίσης έχει δοθεί μια γελοιογραφική εικόνα.

Αηδιασμένος από «τον πόλεμο βρισιών και τρικλοποδιών που δίνουν οι δύο μεγάλες δυνάμεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου», φλεγόταν «από την αγωνία αυτής της παράλογης στιγμής της ανθρωπότητας» απέναντι «στη βιετναμέζικη μοναξιά». Με διορατικότητα, ο Τσε προχωρούσε πολύ πιο μπροστά από την ισοτρική εξέλιξη προβλέποντας τους κινδύνους απομονωμένων εξεγέρσεων σε μια παγκόσμια σύνθεση τραγικά κυριαρχούμενη την εποχή του ψυχρού πολέμου από τον ιμπεριαλισμό και το σταλινισμό, ο θάνατος του δεύτερου όντας ήδη γραμμένος στην τροχιά του. Ήδη από το 1962, ένα χρόνο μετά την επίσημη διακήρυξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κουβανέζικης επανάστασης και δύο χρόνια μετά τη δημιουργία προνομιακών σχέσεων με την ΕΣΣΔ, η κρίση των πυραύλων συγκλόνισε την εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της συμμαχίας και στη βιωσιμότητα της βοήθειας. Είχε αναλάβει να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική στήριξη της Μόσχας απέναντι στις όλο και πιο συγκεκριμένες απειλές αμερικανικής επέμβασης, μετά την αποτυχία της επιδρομής στον Κόλπο των Χοίρων το 1961. Η πρόταση να εγκατασταθούν πυρηνικοί πύραυλοι στην Κούβα -που η πρωτοβουλία της ανήκει στη Μόσχα- είχε σαν στόχο να αποθαρρύνει το Πεντάγωνο από την αρχή μια τέτοιας επίθεσης. Αλλά άλλαζε στην πράξη την ατομική ισορροπία. Η εγγύτητα με το αμερικάνικο έδαφος επιδείνωνε την πυρηνική απειλή καθιστώντας, σε περίπτωση σύγκρουσης, μια σοβιετική επίθεση πολύ πιο γρήγορη και μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της αμερικάνικης αντίδρασης. Ο Κένεντυ απαίτησε την απόσυρση των πυραύλων, απειλώντας με θερμοπυρηνική σύγκρουση: ο κόσμος ήταν στο χείλος του πολέμου. Η σοβιετική κυβέρνηση δέχτηκε να αποσύρει τα επιθετικά όπλα. Αλλά η απόσυρση των πυραύλων και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Χρουστσόφ και Κένεντυ έγιναν με τη γραφειοκρατική παράδοση της σοβιετικής διπλωματίας χωρίς να ζητήσουν κάν τη γνώμη των Κουβανών, σε πλήρη περιφρόνηση της κουβανέζικης κυριαρχίας. Η έκπληξη και η οργή των Κουβανών ήταν πλήρεις και η κρίση του Οκτώβρη («αυτές οι φωτεινές και θλιβερές μέρες» που αναφέρει στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του) έβαλε αναμφίβολα την πρώτη σφήνα στις σοβιετο-κουβανικές σχέσεις.

Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ -ιδιαίτερα η φειδωλή υποστήριξη προς το βιετναμέζικο λαό- θα ενίσχυε την όλο και πιο κριτική του αντίληψη απέναντι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Το μυστήριο της αναχώρησης.

Πώς να κατανοηθεί η αναχώρησή του από την Κούβα; Με την πεποίθησή του ότι ήταν αδύνατη η ανάπτυξη μόνο στο νησί; Με την επιθυμία του να ξαναβρεθεί στα πεδία των μαχών; Με τη θέλησή του να σπάσει την κουβανέζικη εξάρτηση από την ΕΣΣΔ και μάλιστα σε συμφωνία με τον Φιντέλ; Αυτός ο καταμερισμός καθηκόντων μεταξύ του διαχειριστή πολιτικού και του εξεγερμένου μαχητή ήταν ίσως το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού. Αλλά ο καταμερισμός εργασίας αυτός δεν επαρκεί για να περιγράψει τις αστοχίες των διενέξεων πριν από την αναχώρησή του και δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη σειρά των επόμενων γεγονότων. Έχει άραγε συνείδηση ότι έχει όλο και λιγότερο θέση στο πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύεται; Οι απαιτήσεις του εξοργίζουν τους υπαλλήλους και τα ηγετικά στελέχη, ο τρόπος ζωής του είναι μια πρόκληση για την αναδυόμενη νομενκλατούρα, της οποίας την αναρμοδιότητα επικρίνει. Η έλλειψη στελεχών είναι καταστροφική για την οικονομική διαχείριση, αλλά ο ίδιος κατηγορεί και τον εαυτό του για τα λάθη που έγιναν: «Είμαστε ένοχοι και πρέπει να το πούμε ειλικρινά. Η εργατική τάξη θέλει να μας καταδικάσει για όλα αυτά; Ας μας καταδικάσει, ας μας αντικαταστήσει, ας μας τουφεκίσει, ας κάνει ό,τι θέλει. Εδώ είναι το πρόβλημα»11. Τα βάζει με τους συνδικαλιστές που η πλειοψηφία τους δεν έχει καμία μαζική βάση και που πιστεύουν ότι έχουν μόνο δικαιώματα και κανένα καθήκον. Υποστηρίζει: «Τη στιγμή αυτήν τα συνδικάτα θα μπορούσαν να μην υπάρχουν και να μεταβιβάσουν τις λειτουργίες τους στις επιτροπές δικαιοσύνης της εργασίας. Μόνο η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν θα συμφωνούσε, γιατί θα έπρεπε να επιστρέøουν στην παραγωγή… Οι κύριοι ενδιαφερόμενοι απαντούν ότι εδώ και 18 χρόνια είναι συνδικαλιστές ηγέτες». Επίσης καταγγέλλει πολύ νωρίς τη διαστροφή του ρόλου των Επιτροπών άμυνας της επανάστασης (CDR) που τις κατηγορεί ότι είναι φωλιά οππορτουνιστών. Θυμίζει στα μέλη της Ασφάλειας ότι «αντεπαναστάτης είναι κάποιος που παλεύει ενάντια στην επανάσταση, αλλά αυτός που χρησιμοποιεί την επιρροή του για να πετύχει ένα σπίτι και έπειτα για να πάρει δύο αυτοκίνητα, αυτός που παραβιάæει τα δελτία, που κατέχει ό,τι ο λαός δεν έχει, επίσης είναι αντεπαναστάτης»12.

Η πρόσφατη βιογραφία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ απεικονίζει καλά την αυξανόμενη ένταση που δημιουργεί η απόκλιση ανάμεσα στην ένδεια οικονομικών και ανθρώπινων πόρων και στον επείγοντα χαρακτήρα της ανάπτυξης σε μια χώρα που της επιτίθενται. «Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη στιγμή: δεν έχουμε την πολυτέλεια να τιμωρήσουμε τα λάθη, ίσως να μπορέσουμε να το κάνουμε σε ένα χρόνο. Ποιός θα απολύσει τον Υπουργό βιομηχανίας (13) που υπέγραøε ένα πλάνο τον περασμένο Νοέμβριο προβλέποντας παραγωγή 10 εκατομμυρίων παπουτσιών και μερικές ακόμα τέτοιες ηλιθιότητες;» (14). Μοιάζει να καταναλώνεται σε μια κουραστική πάλη και πολλαπλασιάζει τις κριτικές και αυτοκριτικές απέναντι σε μια λειτουργία που απαιτεί «μια υπεροπτική εκτέλεση, μη συζητημένες υποχρεώσεις. Στο τέλος παύεις να θεωρείς τους ανθρώπους σαν ανθρώπους και τους βλέπεις απλώς σαν στρατιώτες, σαν αριθμούς σε έναν πόλεμο που πρέπει να κερδηθεί. Η ένταση είναι τέτοια που δεν βλέπεις παρά το στόχο… και ξεχνάς σιγά σιγά την καθημερινή πραγματικότητα… Πρέπει να κάνουμε κάτι για να είναι αυτό το Υπουργείο κάπως πιο ανθρώπινο» (15). Ο Τσε μάχεται σε όλους τους τομείς: την ίδια ώρα που προωθεί τη βιομηχανική αναδιοργάνωση διεξάγει και πολεμικές σε θεωρητικό επίπεδο ψάχνοντας έναν άλλο σοσιαλισμό όλο και πιο πεπεισμένος για τη σοβιετική αποτυχία. Αλλά η οικονομική συζήτηση -στην οποία αυτό που διακυβεύεται είναι η στρατηγική της ανάπτυξης του νησιού- τελειώνει για τον Τσε με μια ήττα.

Φεύγει για ένα μακρύ ταξίδι. Ο πολύ κριτικός του λόγος απέναντι στη Μόσχα, που εκφωνεί στο Αλγέρι, είναι πολύ κακόδεκτος: πολλές μαρτυρίες το επιβεβαιώνουν (16), και δεν θα δημοσιευτεί ολόκληρος στον κουβανέζικο τύπο. Ο ένας ακόλουθος της σοβιετικής πρεσβείας που σήμερα βρίσκεται σε εξορία (και θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του) υποστηρίζει πως η σοβιετική κυβέρνηση έκανε γνωστό ότι θεωρούσε το λόγο αυτόν απαράδεκτο από μέρους ενός Κουβανού ηγέτη. Αφού τον υποδέχτηκε ο Φιντέλ Κάστρο στο αεροδρόμιο και μίλησε μαζί του για σχεδόν δύο ημέρες, ο Τσε δεν θα ξαναεμφανιστεί πλέον ποτέ δημόσια. Ένα μήνα αργότερα, φεύγει παράνομα για το Κονγκό. Το ότι η Αφρική θεωρήθηκε από την Αβάνα σαν σημαντικό στοιχείο στη σύγκρουση μεταξύ τρίτου κόσμου και ιμπεριαλισμού σε αυτή τη δεκαετία του εξήντα δεν είναι αμφισβητήσιμο. Αλλά μπορούμε να αμφιβάλουμε πως η συμμετοχή του Τσε ήταν και στο πρώτο σχέδιο: πέρα από τα διπλωματικά προβλήματα, η παρουσία του δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει δυσκολίες στους Αφρικάνους ηγέτες (εκ των οποίων ο Λωράν Ντεζιρέ Καμπιλά) που δεν παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν. Όσο τολμηρή και να ήταν η κουβανέζικη εξωτερική πολιτική την εποχή εκείνη -και ήταν εξαιρετικά τολμηρή- δεν φαίνεται ότι η παρουσία του κύριου κουβανού ηγέτη μετά τον Φ.Κάστρο είχε προβλεφθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο, ο Τσε αναφέρει τον Φεβρουάριο του 1965 μπροστά στον Νάσερ την ενδεχόμενη συμμετοχή του στον κονγολέζικο αγώνα και κατόπιν υποχωρεί μπροστά στα επιχειρήματα του Αιγύπτιου ηγέτη.

Πώς να εξηγηθούν οι δισταγμοί και οι ανατροπές αυτές που τόσο λίγο συμβαδίζουν με την προσωπικότητά του; Μερικούς μήνες παρουσίας τού αρκούν για να συλλάβει το εξωπραγματικό της επιχείρησης, δεδομένων των αδυναμιών των αφρικανικών απελευθερωτικών κινημάτων. Αποφασίζει να οργανώσει την υποχώρηση. Μια στάση που πάει ενάντια στις «αυτοκτονικές» του παρορμήσεις. Αντιτίθεται στην πρόσθετη αποστολή Κουβανών που προτείνει ο Φ.Κάστρο (17). Ρεαλιστής και πραγματιστής, κρίνει την αποχώρηση αναπόφευκτη. Το ημερολόγιό του της Αφρικής (με τίτλο Πέρασμα του επαναστατικού πολέμου: το Κογκό (18)) δεν θα δημοσιευτεί παρά μόνο τμηματικά, τριάντα χρόνια αργότερα. Η αλληλογραφία του με τον Φιντέλ είναι άγνωστη. Έμεινε πολλούς μήνες στην Πράγα «μέρος σίγουρο όπου πρέπει να αποφασίσει τί θέλει να κάνει»19. Η παρουσία του είναι παράνομη, γιατί δεν εμπιστεύεται πολύ τις τσέχικες μυστικές υπηρεσίες. Δεν ξέρουμε τίποτα για τους λόγους αυτής της μακράς παραμονής ούτε για τις ανταλλαγές αλληλογραφίας με τον Φιντέλ. Επιστρέφει διακριτικά στην Κούβα και εκπαιδεύεται μερικούς μήνες παράνομα.

Πώς ετοιμάζεται η αναχώρηση στη Βολιβία στα τέλη του 1966; Πώς να εξηγηθεί ο ρόλος που αποδίδεται στο ΚΚ Βολιβίας, παρά τις σχέσεις που ήδη είναι σχέσεις διένεξης; Η συνάντηση του Τσε στην Κούβα το 1964 με τον ηγέτη μιας διάσπασης του ΚΚΒ που ευνοούσε την ένοπλη πάλη είχε ήδη προκαλέσει την οργή του γενικού γραμματέα Μάριο Μόνχε. Ο τελευταίος θα επιβάλει όρους αποκλεισμού απέναντι στις άλλες δυνάμεις της βολιβιανής αριστεράς πριν να εγκαταλείψει το αντάρτικο (20). Πώς να εξηγηθούν οι ατέλειες, «η έλλειøη διαφάνειας και το διφορούμενο στοιχείο του σχεδίου», σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, όταν ξέρουμε την αυστηρότητα και την απαιτητική λεπτομέρεια του Τσε στις προετοιμασίες; Ο Φρανσουά Μασπερό θα ανακαλύψει αργότερα ότι είναι το κύριο στήριγμα του εξωτερικού δικτύου, ο Ρεζίς Ντεμπρέ ταξιδεύει για να εντοπίσει και να μελετήσει τα μέρη: βαριά ευθύνη για έναν γάλλο φοιτητή που και η επιλογή του είχε αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, που αναφέρει μια έκθεση της CIA, η τελευταία πληροφορήθηκε ήδη από τα τέλη του 1966 τις ετοιμασίες του αντάρτικου (21). Η ακολουθία των γεγονότων, η πρώιμη ανακάλυψη του εκπαιδευτικού στρατοπέδου που επέβαλε απρόβλεπτες συγκρούσεις, αρκούν άραγε για να διαφωτίσουν τη δραματική σειρά της εξέλιξης του αντάρτικου, καθώς και τη μοιραία του κατάληξη; Στο ερώτημα αυτό κανείς δεν μπορεί σήμερα να απαντήσει.

Παραμορφωμένος, μουμιοποιημένος, ο Τσε επιβιώνει. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στα ερείπια των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα. Νικητής και ηττημένος. Από πού έρχεται η δύναμη του μηνύματος; Άνθρωπος με πεποιθήσεις, πολεμικός αρχηγός και ατυχής ποιητής, εξεγερμένος και στρατευμένος, υπουργός και μετά αντάρτης. Ενσαρκώνει την περιφρόνηση της εξουσίας, αποκαθιστά την πολιτική. Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει γκεβαρικό μοντέλο οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αλλά η αναζήτηση ενός άλλου τρόπου κοινωνικής οργάνωσης, στην υπηρεσία «de los de abajo» (των από κάτω) και όχι «de los de arriba» (των από πάνω) όπως το λένε σήμερα στη Λατινική Αμερική. Φορέας μιας ηθικής αντίληψης για την εξουσία, πολιτικός ηγέτης νέου τύπου που έθετε σε συμφωνία τις πράξεις με τα λόγια του, άγριος επικριτής των παραστρατημένων σοσιαλισμών, η επικαιρότητά του οφείλεται σε αυτό το μείγμα ανθρωπισμού και ακεραιότητας.

Πηγή: Inprecor, Ιούλης 1997. Αναδημοσίευση απ’ το περιοδικό «Σπάρτακος».

* Η Janette Habel (Pienky) είναι καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Λατινοαμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Paris III και μέλος του πολιτικού γραφείου της γαλλικής τροτσκιστικής οργάνωσης «Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα» (Ligue communiste révolutionnaire).