Έκθεση Φωτογραφίας: Ο Τσε ως «σύγχρονος Προμηθέας»

che-the-photographer

ΠΑΤΡΑ – Με αφορμή τα 45 σχεδόν χρόνια από την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, Οκτώβριος του 1967 στην Βολιβία, η Λέσχη Κινηματογράφου Πάτρας διοργανώνει έκθεση φωτογραφίας.

Οι φωτογραφίες της θρυλικής μορφής του Τσε Γκεβάρα που οι περισσότερες είναι ανέκδοτες και κάποιες ελάχιστες γνωστές, θα εκτεθούν στο χώρο του Κέντρου Πολιτισμού «Περί Τεχνών» (Αράτου & Κανακάρη 65) στην έκθεση που εγκαινιάζεται την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου στις 20.30. Τίτλος της έκθεσης «ως σύγχρονος Προμηθέας…»

Φωτογραφίες των Osvaldo και Roberto Salas προέρχονται από το «Ινστιτούτο της Ελευθερίας της Κούβας» στην Αβάνα. Οι φωτογραφίες αφορούν την ζωή του Τσε στην Κούβα στα έτη 1960 έως 1964.

Σε μια εποχή που ο λαός μας υποφέρει από τα μνημόνια, την ίδια στιγμή ριζοσπαστικοποιείται κάθε μέρα από τη μια αλλά και από την άλλη  βρίσκει έδαφος η απαισιοδοξία. Οι «αδύνατες» συνειδήσεις ανιχνεύουν ψεύτικους δρόμους, για να αποδράσουν από την καθημερινότητα. Η Λέσχη Κινηματογράφου Πάτρας με πνεύμα άκρως πολιτικό καταδεικνύει  πως σκοπός μιας κινηματογραφικής λέσχης και εν γένει ενός πολιτιστικού φορέα δεν φτάνει να μιλάει γενικά και αόριστα για τον πολιτισμό αλλά να προτείνει ανοικτά με ταυτότητα,  προβληματισμό, άποψη και θετικά πρότυπα. Στο κάτω-κάτω όπως λέει και ο Vladimir Mayakovsky «…η τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέπτη,  μα σαν φακός να μεγεθύνει..»

Η μνήμη αυτής της μορφής στην 45η επέτειο του θανάτου του είναι ο ταπεινός φόρος τιμής από τους καλλιτέχνες του φακού που έχουν διασώσει για όλον τον κόσμο αυτή την εικόνα. Ένας τρόπος να διαιωνίσουν ένα σύμβολο που είναι σημαία των επαναστατών και των προοδευτικών ανθρώπων του κόσμου.

Ο Πατρινός, και βραβευμένος συγγραφέας, Χρήστος Τσαντής λέει για την έκθεση φωτογραφίας: «Ένας σύγχρονος Προμηθέας πήρε τη θέση του -όσο κι αν δεν ήταν ποτέ αυτή η επιδίωξή του- πλάι στις μεσσιανικές μαρτυρικές μορφές που έδωσαν το πολυτιμότερο από τα αγαθά, την ίδια την ζωή τους, στο βωμό του αιώνιου πολέμου ενάντια στην αδικία απ’ όπου κι αν εκείνη πηγάζει.

Σπέρνει και σήμερα  χαμόγελα και ελπίδα στις νεανικές ψυχές -ανεξάρτητα από ηλικία- καυτηριάζει και τρομάζει τους τυράννους με όποιο μανδύα κι αν ντύνονται κάθε φορά «είτε φορούν ιεροεξεταστικές τηβέννους και χλαμύδες  είτε απλά αμπέχονα»  κατά πως λέει ο Μενέλαος Λουντέμης στον «Εξάγγελο».

Το όνομα του, Ερνέστο Τσε Γκουεβάρα, είναι πλέον το συνώνυμο της  Λευτεριάς…».

Έτσι μέσα στη καρδιά του χειμώνα αλλά και με τις αλκυονίδες μέρες να ζεσταίνουν επιδιώκει με τον ιδιαίτερο συμβολισμό της η Λέσχη Κινηματογράφου να «ζεστάνει» τους πολίτες της Πάτρας.

Η έκθεση φωτογραφίας θα ξεκινήσει στις 18/1 και μέχρι τις 25/1 με είσοδο ελεύθερη και καθημερινά (εκτός Κυριακής), οι ώρες επίσκεψης από τις 10 το πρωί μέχρι τις 2 το μεσημέρι και από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 9 το βράδυ στο κέντρο της πόλης στο φιλόξενο χώρο του Κέντρου Πολιτισμού «Περί Τεχνών»  (Αράτου & Κανακάρη 65).

Επιμελήτρια της έκθεσης η κ. Βάσω Μαργέλου, υπεύθυνη εκδηλώσεων «Περί Τεχνών».

Επικοινωνία: lesxikinimatografou@gmail.com.
Καλλιτεχνικός υπεύθυνος: Χιονίδης Παναγιώτης.

Πηγή: Λέσχη Κινηματογράφου Πάτρας.

1967-2012: 45η Επέτειος της δολοφονίας του Τσε στη Βολιβία

che 45th anniversary of murder

Άρθρα και σχόλια από την 45η επέτειο της δολοφονίας του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία.

Ο ελληνικός Τύπος και το διαδίκτυο για τα 45 χρόνια απ’ τη δολοφονία του Τσε.

Τα Νέα: «Che Α.Ε. μέχρι το κέρδος, πάντα», 6 Οκτ. 2012.

Σχόλιο: Ο συντάκτης των “Νέων” γράφει για τη μετατροπή της εικόνας του Τσε σε καταναλωτικό trademark. Ουδεμία αναφορά γίνεται ωστόσο τόσο στην επαναστατική και πολιτική δράση του Γκεβάρα, δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη “δολοφονία” (παρα μόνο “θάνατος” και “εκτέλεση”) ενώ η ουσίωδης ανάμειξη της CIA στην σύλληψη και δολοφονία του Τσε χαρακτηρίζεται ως “μικρή βοήθεια”.

Ριζοσπάστης: Στήλη «Ημεροδρόμος», γράφει ο Νίκος Μπογιόπουλος, 9 Οκτώβρη 2012 & «Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα», 6 Οκτ. 2012.

Newsbeast.gr: «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ο ασυμβίβαστος αγωνιστής και ο αιώνιος επαναστάτης», 9 Οκτώβρη 2012.

Zougla.gr: «Πέρασαν 45 χρόνια απ’ τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα», 9 Οκτ. 2012.

TV Χωρίς Σύνορα: «45 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα», άρθρο του Πάνου Τριγάζη, 6 Οκτ. 2012.

Η Αυγή: «Ο αιώνιος επαναστάτης: 45 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα», του Πάνου Τριγάζη, 10 Οκτ. 2012.

Left.gr: «45 χρόνια από το θάνατο του Τσε», 8 Οκτ. 2012.

CNA News: «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ο ασυμβίβαστος αγωνιστής και ο αιώνιος επαναστάτης», 9 Οκτ.2012.

Ρ/Σ «902» Αριστερά στα FM: Εκπομπή «Ποιητική Αδεία», Αφιέρωμα στον Τσε. Επιμέλεια/παρουσίαση: Γιώργος Μηλιώνης, 6 Οκτ. 2012.

The Insider: «Τσε Γκεβάρα: Τον σκότωσαν, αλλά δεν ήξεραν ότι ήδη ήταν αθάνατος», του Ηλία Τομαρά, 6 Οκτ. 2012.

Athens Voice: «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Επαναστάτης στη ζωή. Ποπ είδωλο 45 χρόνια μετά θάνατον», Λένα Χουρμούζη, 9 Οκτ. 2012.

Newpost.gr: «Τσε Γκεβάρα: Ο επαναστάτης που έγινε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης», Παναγιώτης Βελισσάρης-Λυμπερίδης, 7 Οκτ. 2012.

Star.gr: «Σαν σήμερα πέθανε ο επαναστάτης Τσε Γκεβάρα», 9 Οκτ. 2012.

in.gr: «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: 45 χρόνια μετά», 28 Σεπτέμβρη 2012.

Ανθολόγιο σκέψεων για τον Τσε Γκεβάρα …

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τρίτο)

(Συνέχεια από Δεύτερο μέρος).

Στις 8 Απρίλη του 1967, ο Γκεβάρα έμαθε ένα ακόμα δυσάρεστο νέο. Ο πρώην πρόεδρος Παθ Εστενσόρο που είχε ανατραπεί από τους στρατιωτικούς και ζούσε εξόριστος στην Λίμα δήλωσε ότι οι γκερίλας ήταν κομμουνιστές και ότι κατά συνέπεια ο λαός δεν έπρεπε να τις στηρίξει. Ο Εστενσόρο δήλωσε επίσης ότι σημασία είχε πρωτίστως να κρατηθεί το καθεστώς εθνικιστικό.

Στις 10 Απριλίου, οι γκερίλας στήνουν ενέδρα σε ένα σύνταγμα στρατιωτών κοντά στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου σε ένα πλάτωμα που ονομάζεται Ιριπίτι. Η μάχη κρατά περίπου 30 λεπτά της ώρας και 11 στρατιώτες του βολιβιανού στρατού σκοτώνονται. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλας που μετρούν πια την δεύτερη νίκη τους, συλλαμβάνουν 7 τραυματισμένους στρατιώτες και ακόμα 11 που τους παραδίδονται. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας αξιωματικός. Οι γκερίλας έχουν δύο νεκρούς όμως πέφτουν στα χέρια του 35 ανέπαφα αυτόματα με όλα τους τα πυρομαχικά.

Μετά από αυτή τους την νίκη, οι γκερίλας αποσύρονται στο Νινκαχουάζου το οποίο σχεδιάζουν να το εγκαταλείψουν άμεσα. Το αγρόκτημα αποφασίζεται να μείνει στα χέρια δύο μελών της αποστολής. Τον Γάλλο δημοσιογράφο Ρεζί Ντεμπραί που εκτός από φίλος του Κάστρο θα κάλυπτε ειδησιογραφικά και την γκερίλια και τον Αργεντινό Σίρο Μπούστος, πολιτικό πρόσωπο που συμφωνούσε με τις ιδέες του Τσε, όχι όμως και την οργάνωση της γκερίλια. Πριν η γκερίλια αποτραβηχτεί στο δάσος γίνεται συζήτηση και κριτική. Συμφωνούνται τα δύο θεμελιώδη λάθη της: Η ελλιπής πληροφόρηση για τις πολιτικές συνθήκες της Βολιβίας και η ελλιπής τροφοδοσία.

Ο στενός αυχένας του Νινκαχουάζου είναι περικυκλωμένος από καθεστωτικές δυνάμεις. Ο Γκεβάρα δεν γνώριζε πως να οδηγήσει τους γκερίλας για να ξεφύγουν από τον κλοιό. Στο Ελ Μεσόν, η γκερίλια θα πέσει ξανά επάνω σε στρατιωτικό κλιμάκιο και θα του προκαλέσει δύο θύματα. Σκοτώνουν επίσης και ένα ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο της CIA για ανεύρεση ανθρώπων μέσα στην ζούγκλα. Η πορεία συνεχίζεται κυρίως την νύχτα σε συνθήκες απόλυτων στερήσεων. Ξανά, δύο εβδομάδες αργότερα, στην περιοχή Ταπερίλια, η γκερίλια θα έρθει σε επαφή με μικρό στρατιωτικό τμήμα και θα σκοτώσει δύο οπλίτες. Η κίνηση της γκερίλια προβληματίζει τις αρχές. Η κινητοποίηση είναι μεγάλη και ακόμα δεν έχει φέρει σοβαρά αποτελέσματα. Μερικές ημέρες μετά οι Ντεμπραί και Μπούστος θα πέσουν στα χέρια των αρχών μαζί με το Άγγλο δημοσιογράφο Τζορτζ Άντριου Ροθ τον οποίο συνάντησαν τυχαία να καλύπτει τις επιχειρήσεις στο χωριό Μουγιουπάμπα.

Στο μεταξύ ο Γκεβάρα συνεχίζει την πορεία του ξεφεύγοντας κυριολεκτικά κάτω από την μύτη ενός ολόκληρου συντάγματος στρατού που επιχειρεί στην ευρύτερη περιοχή του Ελ Μεσόν. Τους προκαλεί ακόμα 3 απώλειες ανάμεσα στους οποίους και ένας αξιωματικός. Σε αυτή την φάση ο Γκεβάρα συντάσσει με τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο την πρώτη διακήρυξη της γκερίλια. Αυτή εγκαθιδρύει και τον Απελευθερωτικό Εθνικό Στρατό Βολιβίας που οι τάξεις του είναι ανοιχτές σε άνδρες και γυναίκες κάθε ιδεολογικής απόχρωσης. Η διακήρυξη σχεδόν δεν κυκλοφόρησε στην Βολιβία, πάντως πέρασε τα σύνορα και έλαβε διεθνή δημοσιότητα. Παρόλα αυτά δεν κατάφερε να ανατρέψει την κακή εικόνα της γκερίλια που βρίσκονταν πιασμένη σε μια φάκα που διαρκώς στένευε.

Μερικές ημέρες μετά η δύναμη της γκερίλια σπάει στα δύο. Μια ομάδα φεύγει δυτικά προς την σιδηροδρομική γραμμή κοντά στα σύνορα με την Αργεντινή ενώ το κύριο τμήμα κινείται βόρεια. Νέες μάχες δίνονται στα περίχωρα του Ελ Εσπίνο και της Μουχίρια και η ομάδα του Γκεβάρα καταφέρνει να συνεχίσει την πορεία της. Στην περιοχή του Μορόκος (σημερινό Πιράι) ο Γκεβάρα δίενι σκληρή αποφασιστική μάχη με υπέρτερες κατά πολύ δυνάμεις. Η ομάδα του αποτελείται αποκλειστικά από βετεράνους της Κούβας και σκληροτράχηλους Βολιβιανούς κομμουνιστές. Επιφέρουν 8 νεκρούς ενώ οι ίδιοι έχουν 3. Σκοπός του Γκεβάρα με την πορεία του προς Βορρά είναι να διασπάσει τον αποκλεισμό του Νινκαχουάζου προς τις πόλεις και να εξασφαλίσουν πέρασμα στον δρόμο που συνδέει την Σάντα Κρουζ με την Κοκαμπάμπα.

Από την άλλη μεριά η ομάδα του Ακούνια Νούνιεθ συλλαμβάνει και εκτελεί ένα πραγματικά εξαιρετικό σχέδιο. Κινούμενη προς δυσμάς, αποκλείει τον δρόμο προς Σάντα Κρουζ, κόβει τις τηλεφωνικές γραμμές και καταλαμβάνει ένα λεωφορείο γεμάτο φοιτητές. Οι αντάρτες βγάζουν λόγο στους φοιτητές που ενθουσιασμένοι τους συνοδεύουν στο χωριό Σαμαιπάτα το οποίο οι γκεριλας καταλαμβάνουν. Οι γκεριλας συλλαμβάνουν τις τοπικές αρχές, μαζεύουν ρουχισμό και φάρμακα και βγάζουν λόγο στους συγκεντρωμένους χωρικούς. Οι γκερίλας, αποκλεισμένοι ως τότε από τον υπόλοιπο κόσμο αποδεικνύονται ξαφνικά άξιοι να αναπτύξουν αρκετή φαντασία και θάρρος για να ξεγελάσουν τον στρατό, να καταλάβουν ένα χωριό και να αναλάβουν πρωτοβουλία. Η κοινή γνώμη είναι βαθιά κλονισμένη και το καθεστώς Μπαρριέντος ανησυχεί γιατί πια δεν δέχεται μονάχα την πίεση της CIA και των ΗΠΑ που θέλουν να τελειώνουν με τους γκερίλας, αλλά και της ως τότε μετριοπαθούς αντιπολίτευσης. Ο Μπαρριέντος αναγκάζεται τον Ιούνιο να κηρύξει την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Αστυνομικά μέτρα παίρνονται σε όλη την επικράτεια και συλλαμβάνονται στελέχη κομμουνιστικών και αριστερών οργανώσεων όπως και μέλη της Εθνικιστικής Επαναστατικής Κίνησης. Δικαστικά επιχειρείται ο συσχετισμός των δύο που όμως αποτυγχάνει, προκαλώντας τον έντονο ερεθισμό του λαού που στρέφεται ξανά στα ορυχεία…

Ο Ιούνιος και ο Ιούλιος είναι δυο μήνες μεγάλης πολιτικής αστάθειας στην Βολιβία. Στις 24 Ιουνίου ο στρατός επιτίθεται στους απεργούς εργάτες ορυχείων στο Κατάβι που διαδήλωναν μέσα στον χώρο εργασίας τους. Προκαλούνται 40 νεκροί και πάνω από 100 τραυματίες. Η σφαγή που είναι γνωστή ως σφαγή του Σαν Χουάν, δεν εξυπηρετεί ωστόσο την υπόθεση του αντάρτικου του Τσε. H κατάσταση είναι τραγική. Δύο παράλληλοι αγώνες βαδίζουν προς την καταστροφή επειδή λείπει η μεταξύ τους συνεννόηση.

Στις 20 Ιουλίου και με δύο από τα τρία κόμματα που στηρίζουν τον Μπαρριέντος να έχουν αποσύρει την στήριξή τους, ο στρατός δίνει ξανά μάχη με την γκερίλια στις όχθες του Μορόκος. Εκείνη την ημέρα η επίθεση αλλάζει ύφος και χαρακτήρα. Ο στρατός κινείται πιο αποφασιστικά και η επίδραση των Αμερικανών πρακτόρων και των «πράσινων μπερέ» γίνεται ευδιάκριτη. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλιας αναγκάζονται σε υποχώρηση ενώ καταλαμβάνεται από τον στρατό πολύτιμο υλικό. Στα χέρια τους πέφτουν 10 στρατιωτικοί σάκοι με τρόφιμα, ασύρματοι, πομποί και οπλισμός. Ο Μπαρριέντος ξεκινά την ταχύτατη εκπαίδευση 600 ακόμα ιθαγενών rangers από Αμερικανούς στρατιωτικούς που έρχονται απευθείας από το Βιετνάμ. Ο Γκεβάρα αναγκάζεται να αναγνωρίσει την υπεροχή των αμερικανοκίνητων δυνάμεων.

Ο διοικητής Σέλτον των «πράσινων μπερέ» θα αναφέρει μετά την μάχη: » Ένας σκοτωμένος Βιετκόνγκ στοιχίζει 400.000 δολάρια. Στην Βολιβία η τιμή είναι πολύ πιο φθηνή». Αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 1967, το καθεστώς Μπαρριέντος θα οργανώσει μια εκδήλωση τιμής για τους rangers που πολέμησαν την γκερίλια. 35 rangers παρατάσσονται και παρευρίσκεται όλη η αφρόκρεμα του αστικού κόσμου της Βολιβίας. Ξένοι πρέσβεις, πράκτορες της CIA, το επιτελείο του δικτάτορα και τα μέλη του τάγματος των Ροταριανών. Στην εκδήλωση εκφωνούνται λόγοι που εκθειάζουν τις ΗΠΑ και τον δυτικό πολιτισμό. Μια σειρά ξύλινα κουτάκια τοποθετούνται σε ένα τραπέζι για να δοθούν ως δώρα στους rangers. Στο τέλος της τελετής αποκαλύπτεται το περιεχόμενό τους. Πρόκειται για μια κονσέρβα σαρδέλες! Αυτό ακριβώς εννοούσε και ο διοικητής Σέλτον. Αυτό ήταν το μεροκάματο του τρόμου για αυτούς τους ανθρώπους.

Στις 31 Αυγούστου ο στρατός στήνει ενέδρα στην ομάδα του διοικητή Ακούνια Νούνιεθ. που αποτελούνταν από 17 γκερίλας. Η ενέδρα είχε ετοιμαστεί με πολύ μεγάλη φροντίδα. Ο γιος ενός χωρικού έδωσε την πληροφορία σε ένα στρατιώτη : Εκεί που ο πατέρας μου ψάρευε στον Ρίο Γκράντε δυο γκερίλας μπήκαν στο σπίτι μας και ζήτησαν τροφή. Αυτό το περιστατικό συνέβαινε στο Βάντο ντελ Γιέζο στο σημείο που συμβάλουν τα νερά του ποταμού Μαζικούρι μα το αμμώδες ρεύμα του Ρίο Γκράντε. Οι γκεριλας είπαν πως θα επιστρέψουν την επόμενη. Μόλις οι στρατιώτες έμαθαν το νέο διάταξαν την γυναίκα του χωρικού που έλειπε να γυρίσει στο σπίτι της και να περιμένει χωρίς να ανησυχεί την επίσκεψη των ανταρτών. Στο μεταξύ ο στρατός θα παραμόνευε μέσα στις λόχμες. Στην επιστροφή του ο ιδιοκτήτης της καλύβας δέχθηκε σύντομες οδηγίες. Η κυριότερη ήταν να φορέσει άσπρο πουκάμισο για να μην τον μπερδέψουν με τους γκερίλας οι στρατιώτες.

Τελικά ο διοικητής Ακούνια Νούνιεθ επέστρεψε. Σταμάτησε να πιει νερό και πίσω του έφθασαν και οι γκερίλας του. Ο στρατός άνοιξε πυρ. Ο Νούνιεθ σημάδεψε έναν στρατιώτη και οι δυο τους έριξαν ταυτόχρονα ο ένας στον άλλο με αποτέλεσμα να πέσουν κι οι δυο ταυτόχρονα νεκροί. Η μάχη κράτησε λίγο λόγω της σημαντικής διαφοράς ισχύς πυρός. Από τους 17 γκερίλας κατάφεραν να αποσυρθούν μόλις οι 8. Τα σώματα των άλλων τα παρέσυρε το ρεύμα του Ρίο Γκράντε που είχε γίνει κόκκινο. Ο στρατός έχασε 5 άνδρες. Οι άνδρες του Ακούνια που διέφυγαν έπεσαν ξανά σε στρατεύματα δύο ημέρες μετά στην Γιάχο Πάμπα με αποτέλεσμα να χαθούν ακόμα 4. Ο άλλοτε φοβερός λόχος του Ακούνια Νούνιεθ είχε πια αποδεκατιστεί.

Παράλληλα ο Γκεβάρα με την δική του ομάδα κινείται διαρκώς στις δύσβατες περιοχές του Καραπόρι, του Γιούκουε και της Τιτούκα. Τα εφόδια είναι ένα διαρκές τεράστιο πρόβλημα. Η πείνα θερίζει. Στον αυχένα της Ικουίρα ο Τσε δίνει μια ακόμα μάχη με τους κυβερνητικούς. Εκεί σκοτώνεται ένας ακόμα αντάρτης και χάνεται μια σημαντική σειρά ντοκουμέντων. Στο πλήγμα του προστίθεται και ανεύρεση 4ων κρυπτών στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου που επιτέλους έχει ανακαλυφθεί.

Στις 22 Σεπτεμβρίου τα ντοκουμέντα αυτά παρουσιάζονται στην Ουάσινγκτον από τον Υπουργό Εξωτερικών της Βολιβίας και αποκαλύπτεται μέσω αυτών η παρουσία του Γκεβάρα στην Βολιβία. Η αποκάλυψη θα γίνει μπροστά και σε όλους τους υπουργούς εξωτερικών των λατινοαμερικανικών κρατών αφού το καθεστώς Μπαρριέντος είχε πάψει πια να εμπνέει εμπιστοσύνη. Τελικά όλα τα μέρη συμφωνούν: Ο Γκεβάρα ζει και βρίσκεται στην Βολιβία. Η θέση ότι είναι νεκρός καταρρίπτεται.

Στις 25 Σεπτέμβρη, ένας λιποτάκτης γκερίλα δίνει την πληροφορία ότι ο Γκεβάρα ζει αλλά είναι άρρωστος.

Στις 26 γίνεται η μάχη στις Χιγκουέρας κοντά στην χαράδρα του Γιούρο. Μια πολύωρη μάχη, μέρα μεσημέρι. Οι αντάρτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν με την έλευση της αεροπορίας. Πίσω τους αφήνουν 3 νεκρούς μαζί και τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο. Μετά την μάχη η ομάδα του Τσε αποφασίζει να χωριστεί στα δύο και να συναντιέται το βράδυ σε προσυμφωνημένα σημεία. Μέχρι τις 6 με 7 Οκτώβρη, ο Γκεβάρα κάνει αναγνώριση του εδάφους και προσπαθεί να επιλέξει προς τα που πρέπει να κινηθεί. Το ημερολόγιό του γράφει ότι ως τότε όλα γίνονται «χωρίς περιπλοκές», φαίνεται αισιόδοξος. Κλείνουν 11 μήνες επιχειρήσεων στην ζούγκλα.

Στις 8 Οκτώβρη, η ομάδα κινείται σε μια μικρή κατοικημένη έκταση. Μια γριά τους λέει ότι δεν έχει δει στρατό. Πιο πέρα μπαίνουν σε μια καλύβα με μια γυναίκα και ένα κατάκοιτο κορίτσι. Της αφήνουν μερικά χρήματα. Αργότερα θα διασχίσουν ένα χωράφι με πατάτες. Τα πόδια τους θα αφήσουν ίχνη στο χώμα. Την ίδια ημέρα μια χωριάτισσα πληροφορεί τον στρατό ότι άκουσε φωνές στην χαράδρα του Γιούρο. Στις 13:30 μια περιπολία rangers κινείται στο μέρος και δέχεται μια ριπή μυδράλιου που προκαλεί δύο νεκρούς. Τα ίχνη της γκερίλια έχουν πια βρεθεί. Εκείνος που κινδύνευσε περισσότερο ήταν ο ανθρακωρύχος και δεινός σκοπευτής Σιμόν Κούμπα που αφού άδειασε το όπλο του κατάφερε να κρυφτεί στην βλάστηση. Πίσω του βρίσκονταν ο Τσε που έριχνε κι αυτός όμως δέχτηκε πυρά στα πόδια και έπεσε τραυματισμένος. Ο Κούμπα το σήκωσε στα χέρια και ξεκίνησε να τρέχει σταματώντας μόνο για να ρίξει. Ο Τσε δέχτηκε κι άλλη σφαίρα στην πλάτη κι έχασε τον μπερέ του. Παρά το γεγονός ότι ο Κούμπα είχε κρυφτεί και το ότι ήταν κυκλωμένος από παντού, ο Τσε στηρίχθηκε σε ένα δέντρο και κράτησε το Μ2 του με το ένα χέρι προσπαθώντας να το χειριστεί έτσι για λίγα λεπτά. Τελικά δέχθηκε ακόμα μια σφαίρα στα πόδια και το όπλο του ξέφυγε σφηνώνοντας του μια σφαίρα στο δεξί μπράτσο. Έτσι πιάστηκε από τους Βολιβιανούς rangers τραυματισμένος πολλαπλά αλλά χωρίς να κινδυνεύει άμεσα η ζωή του.

Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του και έδωσε εντολή να περισφύξουν την αρτηρία ενός σοβαρά τραυματισμένου στον μηρό ranger. Τώρα η ζωή του εξαρτιόνταν από δύο άνδρες: Τον λοχαγό Γκάρυ Πράδο Σαλγκάδο αρχηγό των rangers που είχε κάνει σπουδές στις ΗΠΑ και τον συνταγματάρχη Αντρές Σελίνς διοικητή της τρίτης μοίρας πυροβολικού του στρατού που ήταν ιεραρχικά ανώτερος του Πράδο. Και οι δύο ήταν αριστοκράτες και ο Γκεβάρα κουβέντιασε και με τους δύο. Τους ρώτησε αν είχαν φοιτήσει στην σχολή αντί-γκερίλα του Παναμά, ποια ήταν η κατάρτισή τους και σε ποιες μονάδες ανήκαν. Τα τραύματά του τον έκαναν να υποφέρει και παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί αιμορραγία τον δυσκόλευαν σημαντικά στην κίνηση. Οι στρατιωτικοί τον μετέφεραν σε μια κουβέρτα στο χωριό Χιγκουέρας που τον απόθεσαν σε ένα άδειο δωμάτιο του σχολείου.

Oι πράκτορες της CIA Felix Rodriguez (αριστερά) και Gustavo Villoldo.

Ακολούθησε μια σοβαρή λογομαχία ανάμεσα στους στρατιωτικούς, ενώ οι ψίθυροι των στρατιωτών έδιναν κι έπαιρναν. Ο ταγματάρχης Νίνιο Γκουσμάν επέμενε να τον μεταφέρει με το ελικόπτερο στην Βαλεγκράντε όμως ο συνταγματάρχης Σελίνς επέμενε να στείλει πρώτα τους τραυματίες. Πολλά συμβούλια έγιναν ανάμεσα στις στρατιωτικές αρχές και τις μυστικές υπηρεσίες για την επόμενη ημέρα. Ο Γκεβάρα σε όλο αυτό το διάστημα αρνήθηκε να πει τίποτα σε οποιονδήποτε ανώτερο αξιωματικό. Μίλησε όμως φιλικά με αρκετούς στρατιώτες και ζήτησε καπνό για την πίπα του. Στην δασκάλα του σχολείου που έφθασε στον τόπο περίεργη, λέγεται ότι είπε ότι το σχολείο είναι σε κακή κατάσταση και είναι αντιπαιδαγωγικό να διδάσκονται μαθητές σε τέτοιο κτίριο. Της τόνισε στο τέλος ότι για αυτά όλα αγωνίζονταν η γκερίλια.

Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί τα συμβούλια και οι συζητήσεις έληξαν. Ο Γκεβάρα θα εκτελείτο το ίδιο εκείνο πρωί στον τόπο που κρατούνταν. Ήταν καθισμένος στο πάτωμα και βαριανάσαινε (από το άσθμα του) και δεν αντιλήφθηκε αμέσως τους δύο άνδρες που ήρθαν να τον πάρουν.

Ο λοχαγός Πράδο πλησίασε από πίσω και του έριξε μια ριπή με το αυτόματο στην πλάτη από πάνω προς τα κάτω. Τέσσερις σφαίρες βρήκαν το στόχο τους. Ο συνταγματάρχης Σελίνς έριξε μια μόνο σφαίρα με το περίστροφό του των 9mm  που διαπέρασε την καρδιά και τον πνεύμονα του Γκεβάρα και αποτέλεσε την χαριστική του βολή. Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα ήταν νεκρός.

Καθώς έπαιρναν το πτώμα του από τον τόπο του εγκλήματος, οι δήμιοί του ανατρίχιασαν βλέποντας τα ορθάνοιχτα μάτια του και το ειρωνικό του χαμόγελο που φανέρωνε όλη του την περιφρόνηση για το είδος τους και όλη του την αγάπη για την ανθρωπότητα.

Το σώμα του μεταφέρθηκε στo Βαλεγκράντε όπου τοποθετήθηκε στο πλυσταριό του νοσοκομείου Nuestra Señora de Malta. Εκεί τραβήχτηκαν «αναμνηστικές» φωτογραφίες, έγιναν ιατρικές εξετάσεις ταυτοποίησης στο σώμα και νεκροτομή. Ταυτοποιήθηκαν επίσης τα δαχτυλικά του αποτυπώματα. Το σώμα του Γκεβάρα παράμεινε μερικές ημέρες σε έκθεση και αργότερα μεταφέρθηκε σε τοποθεσία κοντά στην αεροπορική βάση του Βαλεγκράντε όπου τάφηκε μυστικά με τα σώματα 6 ακόμα συντρόφων του. Τα άκρα του στάλθηκαν για επιβεβαίωση δαχτυλικών αποτυπωμάτων στον Μπουένος Άιρες και αργότερα στάλθηκαν στην Κούβα.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Δεύτερο)

Φωτογραφία του Τσε στη Βολιβία. Προετοιμασία του αντάρτικου.

(Συνέχεια από Πρώτο μέρος).

Καθώς η μπριγάδα των Κουβανών επιτελών φθάνει στην Βολιβία, ένα οργανωμένο δίκτυο Βολιβιανών ετοιμάζεται να βάλει τις πρώτες βάσεις για την δράση των γκερίλας. Από τον Οκτώβρη έως τον Δεκέμβρη του 1966, ένας νέος κομμουνιστής 28 ετών, ο Ρομπέρτο Περέδο γύρισε όλη την γειτονική περιοχή Κεμίρι όπου βρίσκονταν μια από τις σημαντικότερες πηγές πετρελαίου της χώρας. Ο Περέδο ήταν οδηγός ταξί και πεπειραμένος οργανωτής. Εκεί έκανε επαφές με τον ντόπιο πληθυσμό και τελικά αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα το Νινκαχουάζου. Επιδόθηκε αμέσως σε γεωργικές εργασίες σπέρνοντας αραχίδες και προσπαθώντας να εξασφαλίσει την διατροφή πολλών ατόμων. Το αγρόκτημα σκοπό του είχε φυσικά την εξασφάλιση τροφής των γκερίλας. Αυτοί για να μην δώσουν βάση για συζητήσεις εγκαταστάθηκαν αρκετά μακρύτερα από το αγρόκτημα και μόνο την νύχτα εισέρχονταν σε αυτό για ανεφοδιασμό.

Η στρατολογία ξεκίνησε από τα ορυχεία όπου μια ανίσχυρη λύσσα ενάντια στην στρατιωτική κυβέρνηση είχε κάνει την εμφάνισή της. Παράλληλα, η εντάσεις ανάμεσα στην Μόσχα και το Πεκίνο εντείνονται με αποτέλεσμα να μεταφραστούν σε πολιτικές συγκρούσεις και εντός των κόλπων των Βολιβιανών εργατών. Αυτό το γεγονός έκανε την κυβέρνηση να διπλασιάσει την προσοχή της στους εργάτες των ορυχείων και να κάνει την στρατολόγηση εξαιρετικά δύσκολη. Ο Γκεβάρα δεν αρνούνταν να συνδιαλλαγεί με καμιά γραμμή αλλά σε τελική ανάλυση όλα σχετίζονταν με την εκλογή που θα έκανε το Κ.Κ. Βολιβίας. Η ηγεσία του Κ.Κ.Βολιβίας παρέμεινε σε αδράνεια μέχρι τον Δεκέμβρη του 1966 όπου ο γ.γ. του Βολιβιανού Κ.Κ. επισκεύθηκε την Αβάνα για να συζητήσει το θέμα με τον Φιντέλ Κάστρο. Ο Φιντέλ του πρότεινε να μετατεθεί η πολιτική διεύθυνση των ηπειρωτικών κομμουνιστικών κομμάτων από την Μόσχα στην Κούβα για καθαρά στρατηγικούς λόγους. Ο Μόντσε (γ.γ. του Κ.Κ. Βολιβίας) επέστρεψε  μερικές ημέρες μετά στην Βολιβία και συνάντησε τον Γκεβάρα στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου. Παρά το πολύωρο των συνομιλιών το Κ.Κ. Βολιβίας εξακολουθούσε να κρατά στάση αναμονής και ο Μόντσε να μην αποφασίζει για την υποστήριξη της γκερίλια. Ο Μόντσε υποστήριζε πως η συμμετοχή του στην επιλογή και το στήσιμο της γκερίλια θα πρέπει να είναι καταλυτική γεγονός που δεν άρεσε στον Γκεβάρα που θεωρούσε ότι ο Μόντσε πρωτίστως θα προσπαθούσε να απομακρύνει φιλομαοικά στοιχεία από  το αντάρτικο.  Η απόπειρα διαπραγματεύσεων με τον Μόντσε τελειώνει άδοξα αφού ο γ.γ απαιτεί και την ηγεσία των επιχειρήσεων επί του βολιβιανού εδάφους. Ο Γκεβάρα αρνείται κατηγορηματικά.

Την επόμενη ημέρα, ο Γκεβάρα ακούει σε αναμετάδοση την ομιλία του Φιντέλ στην Αβάνα από την οποία συνάγει ότι ο Φιντέλ δεν γνωρίζει για τις διαπραγματεύσεις του Μόντσε μαζί του. «Στέλνουμε ένα μήνυμα ιδιαίτερα θερμό γιατί βγαίνει μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας, από την αγάπη που γεννιέται μέσα στην καρδιά της μάχης, στέλνουμε ένα μήνυμα στον διοικητή Γκεβάρα και τους συντρόφους του όπου κι αν βρίσκονται αυτή την στιγμή..» Αναφέρει ο λόγος του Φιντέλ και μια βαριά σιωπή απλώνεται στο Νινκαχουάζου. Ακόμα ένα κομμάτι του λόγου του είναι αφιερωμένο σε αυτούς: «Οι ιμπεριαλιστές έχουν ήδη σκοτώσει τον Τσε σε διάφορα μέρη, αλλά ελπίζουμε πως μια μέρα, τη στιγμή που ο ιμπεριαλισμός καθόλου δεν θα το περιμένει, ο διοικητής Γκεβάρα θα ξαναγεννηθεί από την στάχτη του, σαν τον φοίνικα, με τα άρματα του γκουεριλιέρο και του Ευεργέτη. Ελπίζουμε να λάβουμε μια μέρα νέα πολύ συγκεκριμένα από τον Τσε…» 

Εκείνο το βράδυ οι γκερίλας κοιμήθηκαν με ελπίδα.

Στον επόμενο μήνα αρχίζουν να καταφθάνουν εθελοντές προερχόμενοι από τα ορυχεία του κασσίτερου. Αρχικά παρουσιάζεται μια ομάδα με επικεφαλής τον συνδικαλιστή Μοίζ Γκεβάρα των ορυχείων του Σαν Χοσέ που παρουσιάζεται στον Τσε στις 19/01/1967. Έναν μήνα αργότερα οκτώ ακόμα άνδρες θα καταφθάσουν στον Νινκαχουάζου για να πληθύνουν τις τάξεις του αντάρτικου. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο ανθρακωρύχος Σιμόν Κούμπα που θα παίξει αργότερα ηγετικό ρόλο.

Στο μεταξύ οι διαπραγματεύσεις με την Αβάνα συνεχίζονται. Εκεί βρίσκονται δύο ηγέτες του Κ.Κ.Βολιβίας, ο Χόργκε Κόλλε και Σιμόν Ρέγιες. Και οι δύο τονίζουν το ίδιο θέμα: Το αντάρτικο του Νινκαχουάζου συγκεντρώνει τους δυσαρεστημένους από το Κ.Κ. Βολιβίας. Ο Φιντέλ ξεκινά να σχηματίζει την γνώμη ότι ο Γκεβάρα και η γκερίλια δεν μπορούν πια να βασίζονται στο δίκτυο επισιτισμού και πληροφοριών του Κ.Κ. Βολιβίας. Το ιστορικό λάθος του Μόντσε και του Κ.Κ. αρχίζει να διαφαίνεται. Ο Φιντέλ τονίζει ακριβώς αυτό: Εάν το επιθυμεί το Κ.Κ. Βολιβίας μπορεί και πρέπει να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στην γκερίλια. Ακόμα η ζώνη επιχειρήσεων είναι ήσυχη. Η γκερίλας δεν ξεκουράζονται παρόλα αυτά. Εξασκούνται καθημερινά στα όπλα και την τακτική. Ξεκινούν επίσης να μαθαίνουν την «Κικούα» την γλώσσα των Ινδιάνων της περιοχής με την ελπίδα να επικοινωνήσουν μαζί τους. Ο χρόνος όμως τους φέρνει αντιμέτωπους με την εξάντληση της τροφής. Τον Φλεβάρη δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα και ο υπεύθυνος επισιτισμού στην Λα Παζ δεν δίνει εδώ και καιρό σημεία ζωής. Ο Γκεβάρα θα πληροφορηθεί αργότερα ότι το άτομο αυτό τους είχε προδώσει παίρνοντας μαζί του και 250.000 δολάρια που οι αντάρτες του είχαν δώσει για την αγορά τροφίμων. Οι γκερίλας αναγκάζονται να κυνηγούν πιθήκους και αγριοπερίστερα. Έχουν χωριστεί σε δύο ομάδες για αρτιότερη κίνηση και εξεύρεση τροφής. Τον Φλεβάρη ξεκινούν τα πρώτα κρούσματα λιποταξίας. Δύο άτομα εγκαταλείπουν μαζί με μικρό μέρος του οπλισμού και χάνεται επίσης και ένα αναισθητικό μηχάνημα.

Σύννεφα μαζεύονται πάνω από το Νινκαχουάζου, η Αβάνα είναι πολύ μακριά πια και το στρατόπεδο περικυκλωμένο από μια εχθρική και βαθιά ζούγκλα.

Στα τέλη του Φλεβάρη του 1967, μια πενταμελής ομάδα των γκερίλας ξεκινά σποραδικά να έχει επαφές με τους ντόπιους χωρικούς. Δύο από τους 5 είναι Κουβανοί. Οι χωρικοί τους δέχονται με δυσπιστία. Η ομάδα αυτή σκοπό είχε την διενέργεια μιας ευρύτερης αναγνωριστικής επιχείρησης. Οι χωρικοί τους αντιμετώπισαν δύσπιστα λόγω του ότι ήταν τόσο ξένοι ως προς την περιοχή όσο και προς την γλώσσα ( οι χωρικοί μιλούσαν την Αιμάρα ) Έτσι μετά την εμφάνισή τους οι χωρικοί τους υπέδειξαν να κινηθούν κατά μήκος του Ρίο Γκράντε και ειδοποίησαν αμέσως τον στρατό.

Οι γκερίλας της αναγνωριστικής ομάδας κινούνταν με μεγάλες στερήσεις κατά μήκος του Ρίο Γκράντε. Συχνά αναγκάζονταν να τρώνε ψόφια ψάρια ενώ κάλυπταν μονάχα 4 με 5 χιλιόμετρα ημερησίως. Ο στρατός, πληροφορείται μερικές ημέρες μετά ότι άτομα με στρατιωτική αμφίεση και γένια κινούνται στην περιοχή βόρεια του Καμίρι. O στρατός στέλνει μια μεγάλη ομάδα ανιχνευτών στην περιοχή που όμως έχει να αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες και κινείται και αυτή εξαιρετικά αργά.

Στις 16 Μάρτη δύο ακόμα ανθρακωρύχοι της ομάδας Γκεβάρα εγκαταλείπουν τους συντρόφους τους και λιποτακτούν. Καθόσον φαίνεται από την πορεία των γεγονότων, οι δύο άνδρες ενημέρωσαν τις αρχές με αντάλλαγμα την ασυλία και μερικές ημέρες μετά, ο στρατός ανακαλύπτει στην περιοχή κοντά στον Ρίο Γκράντε κρυψώνα με δύο βαλίτσες γεμάτες πολιτικά ρούχα που φθάνουν για να ντύσουν μια ομάδα περίπου 12 ατόμων. Σε μερικά από αυτά εντοπίζεται η ετικέτα «Κάζα Αλμπιόν Αβάνα». Η αξία αυτής της ανακάλυψης είναι μεγάλη για την κυβέρνηση της Βολιβίας αφού σηματοδοτεί την ύπαρξη Κουβανών ανταρτών στην ζούγκλα και άρα πιθανότατα και του Γκεβάρα.

Ζωηρή κινητοποίηση ξεκινά τότε από τις αρχές ασφαλείας της χώρας. Ο συνταγματάρχης Κόλλε Κουέτο, μεταβαίνει στον Μπουένος Άιρες και το Ρίο Ντε Τζανέιρο για να ζητήσει βοήθεια ανάλογη της σπουδαιότητας των ανακαλύψεων. Ο στρατός βρίσκεται επί ποδός πολέμου. Ξεκινά να διενεργεί τυχαίες περιπολίες στην περιοχή του Καμίρι και μερικές ημέρες μετά μια περίπολος πέφτει πάνω στην ομάδα του Αντώνιο Ντίας που κινείται στην περιοχή. Οι γκερίλας που δεν έχουν εξουσιοδότηση να ανοίξουν πυρ οπισθοχωρούν τακτικά μεν, αλλά λαμβάνοντας την κατεύθυνση του αρχηγείου στο Νινκαχουάζου. Οι στρατιώτες δεν έχουν παρά να ακολουθήσουν τα ίχνη τους για να βρουν την βάση της γκερίλια. Πίσω στο Νινκαχουάζου o Γκεβάρα ενημερώνεται για το συμβάν. Ξεσπά μια θυελλώδης λογομαχία στο τέλος της οποίας ο Σάτσεθ (επικεφαλής των ομάδων αναγνώρισης) καθαιρείται και υποβιβάζεται σε απλό στρατιώτη. Τελικώς η γκερίλια αποφασίζει να δώσει άμεσα μάχη μιας που δεν μπορεί να κρατήσει την ύπαρξή της μυστική.

Στις 23 Μάρτη η γκερίλια κέρδισε την μεγαλύτερή της μάχη. Στις όχθες του ποταμού Νινκαχουάζου, συγκρούεται με μεγάλο τμήμα στρατού και το ανατρέπει από τις θέσεις του. Σκοτώνονται 7 άνδρες του στρατού, τραυματίζονται 4 και αιχμαλωτίζονται ακόμα 9. Οι αιχμάλωτοι αφήνονται ελεύθεροι αφού τους παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Στα χέρια των ανταρτών πέφτουν 6 όπλα μάουζερ, 3 οπλοπολυβόλα και μια μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών. Η μάχη αυτή άλλαξε την ως τότε ασαφή στάση της κυβέρνησης απέναντι στην γκερίλια. Τα γεγονότα της μάχης φουσκώθηκαν από τον τύπο και έγιναν δηλώσεις που μεγέθυναν την υπολογιζόμενη δύναμη των ανταρτών σε 500. Το Κ.Κ. Βολιβίας προβαίνει αμέσως μετά την ανακοίνωση του περιστατικού από τα μίντια σε μια δήλωση αλληλεγγύης με την γκερίλια παρά το γεγονός ότι η συμφωνία του με την Αβάνα δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Ωστόσο καμιά βοήθεια δεν θα φθάσει από αυτούς στο Νινκαχουάζου.

Την επόμενη της μάχης, καταδρομικά βάλλουν τυφλά στην περιοχή των γκερίλας από χαμηλό ύψος ενώ ο στρατός διενεργεί μια κυκλωτική επιχείρηση μαμούθ. Παράλληλα το ραδιόφωνο της Λα Παζ ανεβάζει την δύναμη των γκεριλας σε 700 και η CIA ξεκινά να στέλνει πράκτορές της στην χώρα. Ο αμερικανικός στρατός συνδράμει και αυτός στέλνοντας τα γνωστά του «πράσινα μπερέ» με ελικόπτερα.

Στο στρατόπεδο των γκερίλας μακριά από το Νινκαχουάζου, επικρατεί ατμόσφαιρα ασυμφωνίας. Το πρόβλημα είναι για μια ακόμη φορά η έλλειψη τροφίμων. Οι μοναδικές πληροφορίες που έχουν στην διάθεσή τους είναι ελάχιστα αξιόπιστες αφού προέρχονται αποκλειστικά από τους κρατικούς ραδιοσταθμούς. Ο Γκεβάρα αντιλαμβάνεται ξανά την αξία των «φιλικών συνόρων» που στην περίπτωσή τους δεν υπάρχουν και της ισχυρής πολιτικής οργάνωσης που στην δική του περίπτωση (το Κ.Κ. Βολιβίας) κωφεύει. Ο βολιβιανός πρόεδρος στρατηγός Μπαρριέντος αρνείται ακόμα για λόγους εξωτερικής πολιτικής ότι ο Γκεβάρα βρίσκεται στην χώρα του παρά την επιμονή πολλών στρατιωτικών επιτελών του. Δηλώνει με κυνισμό στα μέσα: « ο κύριος αυτός είναι νεκρός όπως και ο φίλος του Καμίλο Σιενφουέγκος. Οι γκερίλας δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους γιατί εκεί βρίσκονται σημαντικοί άνθρωποι, πιθανότατα ξένοι καθοδηγητές τους.»

Οι επιχειρήσεις του στρατού βαίνουν άκαρπες για ακόμα μερικές εβδομάδες. Η κινητοποίηση των στρατευμάτων μεγαλώνει μέρα με την μέρα, αλλά ο Γκεβάρα και οι γκερίλας του δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

* Γκερίλας: Οι αντάρτες (αγγλ: guerrillas), στα ισπανικά προφέρεται «γκερίγιας». / Μάριο Μόντσε: Επίσης προφέρεται «Μόνχε» (Mario Monje).

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Πρώτο)

Το επιτελείο των Βολιβιανών ανταρτών: Από αριστερά: Urbano, Miguel, Marcos, Che, Chino ( κινεζικής και περουβιανής καταγωγής), Pacho και Coco τον Δεκέμβριο του 1966.

Η εθνικιστική επανάσταση στην Βολιβία γεννήθηκε με τον Γκεβάρα το 1953. Το 1964, περνούσε στιγμές αγωνίας κυκλωμένη από εσωτερικές δυσκολίες, οικονομικές αποτυχίες (εθνικοποίηση ορυχείων, αγροτική μεταρρύθμιση κτλ), διπλωματικά επεισόδια και την αγανάκτηση του προλεταριάτου που βίωνε την εξαθλίωση. Η ασφυξία που προκαλούσαν οι γειτονικές χώρες, η πτώση των τιμών του κασσίτερου (μοναδικό εξαγώγιμο προϊόν της Βολιβίας) και η διαρκής υποτίμηση του νομίσματος οδηγούσαν αργά, αλλά σταθερά, το καθεστώς στην χρεωκοπία.

Στην διάρκεια του 1964 έγινε και ένα ακόμα σημαντικό γεγονός που κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τις συνέπειές του. Τον Μάιο, ομάδες ανταρτών (γκερίλιας)  με πλήρη εξοπλισμό έκαναν την εμφάνισή τους στην επαρχεία της Σάντα-Κρουζ, στην ανατολική μεθοριακή περιοχή της Βραζιλίας. Η γκερίλια πραγματοποίησε επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα και τα συνοριακά φυλάκια, έβαζε φωτιές σε φυτείες ζαχαροκάλαμου και μετατοπίζονταν με καταπληκτική ευκολία σε μια περιοχή που δέσποζε κυριολεκτικά το παρθένο τροπικό δάσος. Θα μπορούσε κανείς να την περάσει για ανταρτομάδα Καστρικού τύπου, όμως αποτελείτο από γαιοκτήμονες και μέλη ενός φασιστικού κομματιδίου εξαιρετικά δραστήριου. Επρόκειτο με άλλα λόγια για την Βολιβιανή φάλαγγα. Οργανωτής της κίνησης αυτής υπήρξε ένας κτηματίας γερμανικής καταγωγής που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει μια δύναμη περίπου 80 ανδρών. Η Βολιβία παρά το γεγονός ότι διέθετε κλιμάκιο στρατού ικανό να συντρίψει την φάλαγγα δεν το έπραξε λόγω του ότι αυτή σε πολλά τμήματα της αντιπολίτευσης φαίνονταν χρήσιμη. Έτσι στις 4 Νοεμβρίου του 1964 και κάτω από διακρατικές συνεννοήσεις με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες, όλες οι παρατάξεις της αστικής αντιπολίτευσης έδρασαν ενωμένα και ανέτρεψαν το καθεστώς. Την επόμενη ημέρα, η φασιστική γκερίλια έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο αξιώνοντας από την νέα κυβέρνηση που σχηματίζονταν ακόμα, τεράστιες εδαφικές εκτάσεις.

Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση της Βολιβίας έκανε ήδη από τις πρώτες ημέρες ζωής της αποδεκτά τα αιτήματα της γκερίλια, δυναμώνοντας την ισχύ της στην ύπαιθρο. Ο πρόεδρος της, Ρενέ Μπαριέντος, στρατηγός των αλεξιπτωτιστών, θα μπορούσε ανεπιφύλακτα να λέει μέχρι και το 1966, ότι διέθετε όχι μόνον την υποστήριξη του στρατού, αλλά και αυτή των αγροτών και γαιοκτημόνων.

Το 1966, ο Γκεβάρα επιστρέφει από το Κογκό για να κυνηγήσει ένα παλιό του όνειρο: Να ξεσηκώσει τους λαούς της Νοτίου Αμερικής ενάντια στους δυνάστες τους. Ο Γκεβάρα επιθυμούσε να ξεκινήσει είτε από την βόρεια Αργεντινή, είτε το νότιο Περού, είτε την Βολιβία. Στην Αργεντινή, ο ειρηνιστής κεντρώος Αρτούρο Ίλλια ήταν πάντα στην εξουσία παρά την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Στο Περού μια μη δικτατορική κυβέρνηση είχε εξαπολύσει πογκρόμ ενάντια στους γκερίλιας και οι περισσότεροι ηγέτες τους είχαν είτε σκοτωθεί ή φυλακιστεί. Η Βολιβία φαίνονταν ως μοναδική σχετικά ευνοϊκή, λύση. Το Κ.Κ. Βολιβίας, με πολλά μέλη του να βρίσκονται πρόσφυγες και στην Αβάνα, αρνούνταν να πάρει επιθετική θέση, ενώ όλα έδειχνα ότι οι εντάσεις και οι εξεγέρσεις στα ορυχεία της Βολιβίας μπορούσαν να θέσουν σύντομα το καθεστώς Μπαριέντος σε κίνδυνο.

Το Κ.Κ. Βολιβίας, επιχειρούσε την στρατολογία μελών της γκερίλια που ετοιμάζονταν από τους εργάτες των ορυχείων και τα νέα που δίνονταν στον Γκεβάρα φαίνονταν θετικά. Εδώ είναι όμως που ο  Γκεβάρα θα πραγματοποιήσει ένα στρατηγικό λάθος εφάμιλλο με αυτό του Λένιν το 1920 (ενάντια στην Πολωνία). Οι εργάτες ορυχείων που θα αποτελούσαν την μαγιά της γκερίλια ήταν, ως επί το πλείστον γεννημένοι σε ορεινά οροπέδια ή κοιλάδες της χώρας και θα συναντούσαν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην ανάπτυξη της δράσης τους στην ζούγκλα. Με τα δεδομένα αυτά ξεκινά η οργάνωση της γκερίλια της Βολιβίας.

Η οργάνωση της γκερίλια στην Βολιβία, αποτελεί έργο τόσο του «Τσε» όσο και του Φιντέλ  Κάστρο. Η ανεξαρτησία της Κούβας και η οικονομική της σχέση με την ΕΣΣΔ επέβαλαν την διασφάλιση μιας συλλογικότητας στην επανάσταση της Λατινικής Αμερικής. Έτσι μονάχα η ενότητα των Λατινοαμερικανών θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιβίωση και την πρόοδο της κουβανικής επανάστασης αλλά και της επανάστασης σε κάθε άλλο κράτος ή κρατίδιο της νοτιοαμερικανικής ηπείρου.

Το γενικό επιτελείο της γκερίλια αποτελούνταν από τον Γκεβάρα και ακόμα 15 άνδρες, περισσότεροι από τους οποίους υπήρξαν βετεράνοι του σώματος Σίρο Ρεντότο και είχαν πολεμήσει με τον Γκεβάρα στην Σάντα Κλάρα το 1958. Έτσι ξεκινά η αποστολή της Βολιβιανής γκερίλια.

Το σώμα των γκερίλιας χωρίσθηκε σε τέσσερις ομάδες για να περάσει στην Βολιβία. Όλοι με πλαστά χαρτιά που είχαν εκδοθεί από τις αρχές της Ουρουγουάης, του Παναμά, του Εκουαδόρ και της Κολομβίας. Τουλάχιστον έξι από τα άτομα της αποστολής είχαν τον βαθμό του διοικητή καθώς επίσης και σημαντικές πολιτικές θέσεις στην Αβάνα. Ο Χουάν Ακούνια Νούνιεθ, λόγου χάρη ήταν μέλος της Κ.Ε. του Κ. Κ. Κούβας και ένας από τους πρώτους αντάρτες του Κάστρο. Ο Ορλάντο Παντόχα Ταμάιο, είχε εργαστεί στο πλευρό του Ραμίρο Βαλέντες όταν αυτός ήταν διοικητής της πολιτικής αστυνομίας, ενώ ο Ελιζέο Ρέγιες Ροντρίγκες ήταν ένας από τους αυθεντικότερους ήρωες της κουβανικής επανάστασης και έλαβε τον βαθμό του διοικητή στην πορεία από την Σιέρρα Μαέστρα στην Λας Βίλλινας. Εν ολίγοις, οι αντάρτες του Γκεβάρα, αποτελούσαν πραγματική επαναστατική δύναμη και θυσίασαν την προσωπική τους θέση αλλά και ζωή για την υπόθεση της παν-λατινικής επανάστασης.

O διοικητής Παντόχα Ταμάιο έφθασε στην Βολιβία με δύο ακόμα άντρες μέσω του Περού. Σκοπός του ήταν να έρθει σε επαφή με τα απομεινάρια των τροτσκιστικών ανταρτομάδων του Χούγκο Μπλάνκο, που διαλύθηκαν το 1963 και να δει εάν μπορούσε να γίνει επαφή και συνεργασία. Μαζί του βρέθηκαν ακόμα 3 σύντροφοί του που έφθασαν από ξηράς με κοινά μεταφορικά μέσα.

Τον Σεπτέμβρη του 1966 ο Γκεβάρα πέρασε στην Βολιβία με ακόμα έναν γκερίλα. Είχε φύγει με κανονική πτήση της Ιμπέρια από την Αβάνα για την Βραζιλία κι από εκεί συνέχισε με λεωφορείο ως το Βολιβιανό έδαφος. Μερικές ημέρες μετά πέρασε στην «Κηπούπολη» την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας και είχε συνάντηση με τον Χόρχε Κόλλε Κουέτο, μέλος του πολιτικού γραφείου του Κ.Κ. Βολιβίας που ήθελε να βεβαιωθεί για την παρουσία του Γκεβάρα στην χώρα. Ο Κόλλε του έκανε ενημέρωση και για την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση της χώρας που την γνώριζε καλά αφού ο αδελφός του ήταν μέλος του γενικού επιτελείου Βολιβίας. Παρά την πίεση του Γκεβάρα, ο Κόλλε δεν του έδωσε καμιά συγκεκριμένη υπόσχεση συνεργασίας γιατί αυτή έπρεπε να προέλθει από την συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ακόμα 5 άνδρες των γκερίλιας περάσαν στην Βολιβία ενώ τον Δεκέμβριο ήρθαν και οι 4 τελευταίοι. Η τελευταία ομάδα βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του γιατρού Κάρλος Λούνα Μαρτίνεθ και τελικό προορισμό της Λα Παζ.

Έτσι ξεκινά, η κομμουνιστική-επαναστατική γκερίλια της Βολιβίας που θα αποτελέσει τύμβο αλλά και ύψιστο μνημείο τόσο του Ερνέστο Γκεβάρα όσο και της λατινοαμερικανικής επανάστασης.

Συνέχεια στο Δεύτερο μέρος.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

Ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν τροτσκιστής

Του Espresso Stalinist.

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας αντι-ρεβιζιονιστής μαρξιστής-λενινιστής και δυναμικός υποστηρικτής του Ιωσήφ Στάλιν. Και οι δύο ήταν αντίθετοι στις πρακτικές του Τρότσκι και του Χρουστσώφ. Ο Τσε μισούσε την πολιτική του Χρουστσώφ και ήταν χολωμένος με την υποστήριξη που ο Φιντέλ Κάστρο έδειχνε στον σοβιετικό ρεβιζιονισμό

  • Θεωρούμε τη δράση του τροτσκιστικού κόμματος ως αντεπαναστατική”, Τσε, 1961

Το Νοέμβρη του 1960, κατά την επίσκεψη του στην Σοβιετική Ένωση, επέμενε στην κατάθεση στεφάνου στον τάφο του Στάλιν, παρά τις παραινέσεις του κουβανού πρέσβη στη Μόσχα ώστε να μην το πράξει. Αυτό συνέβη περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της περίφημης “αποσταλινοποίησης” της ΕΣΣΔ που ξεκίνησε επί Νικίτα Χρουστσώφ.

Ο συνταξιδιώτης του Τσε, Αλμπέρτο Γκρανάδο, είχε πεί ότι ο Γκεβάρα είχε ανακαλύψει τον Στάλιν (σ.μ: προφανώς εννοεί την πολιτική που εφήρμοσε ο Στάλιν στα χρόνια της ηγεσίας του) στα μέσα της δεκαετίας του 1950 (Anderson, σ.165-166 & σ.565).

 Το 1955 όντας στο Μεξικό ο Τσε έστειλε γράμμα στην θεία του υπογράφοντας ως “Στάλιν ΙΙ”:

Πιστεύω ότι η βασική ιδεολογία στην οποία ο Τρότσκι βασίστηκε ήταν λανθασμένη, τα κρυφά κίνητρα της δράσης του (ήταν) λανθασμένα και τα τελευταία του χρόνια υπήρξαν σκοτεινά. Οι τροτσκιστές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα απολύτως στο επαναστατικό κίνημα – εκεί που έδρασαν περισσότερο ήταν στο Περού αλλά στο τέλος απέτυχαν επειδή χρησιμοποιούν κακές μεθόδους”. (Παράρτημα, όπως αναφέρεται στο κείμενο “Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara” από το Revolutionary Democracy Journal).

Παρά το γεγονός ότι ο Γκεβάρα βοήθησε στην ασφαλή απελευθέρωση ορισμένων τροτσκιστών από την φυλακή το 1965 (σ.μ: πιθανόν στην Κούβα, δεν αναφέρεται χώρα), ελευθερώθηκαν υπό τον όρο ότι θα σταματούσαν την πολιτική τους δράση. (Revolutionary History 2000, Τομ.7 Αρ., σ.193-195, σ.249).

Κατά τη διαδρομή μου είχα την ευκαιρία να περάσω απ’ την “επικράτεια” της United Fruit Co., πείθοντας με ακόμη μια φορά πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα μπροστά σε μια φωτογραφία του παλαιού και θρηνημένου συντρόφου Στάλιν ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να δω τον αφανισμό αυτών των χταποδιών”. (Γράμμα στην θεία του Βεατρίκη, όπου περιγράφει εμπειρίες του απ’ τη διαμονή στην Γουατεμάλα το 1953. Απ’ το βιβλίο Che Guevara: A Revolutionary Life (1997) του Jon Lee Anderson).

Ο Τρότσκι, μαζί με τον Χρουστσώφ, ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων ρεβιζιονιστών” – Γράμμα στον Αρμάντο Χαρτ, 4 Δεκέμβρη 1965

Ο Τρότσκι έκανε θεμελιώδη λάθη…Οι τροτσκιστές απέτυχαν παντελώς διότι χρησιμοποίησαν κακές μεθόδους” – Άπαντα Κριτική για την Πολιτική Οικονομία, 1964.

Στα επονομαζόμενα “λάθη του Στάλιν” βρίσκεται η διαφορά μεταξύ μιας επαναστατικής και μιας ρεβιζιονιστικής αντίληψης. Πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε, όχι να τον δεις (αποκλειστικά) ως ένα είδος αγριανθρώπου, αλλά στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια. Ασπάστικα τον κομμουνισμό εξαιτίας του πατερούλη Στάλιν και κανείς δεν πρέπει να ‘ρθει να μου πει ότι δεν πρέπει να διαβάζω Στάλιν. Τον διάβαζα όταν ήταν κάτι πολύ κακό να διαβάζεις γι’ αυτόν. Αυτό ήταν σε μια άλλη εποχή. Και επειδή δεν είμαι πολύ εφυιής, αλλά και ξεροκέφαλος, συνεχίζω να τον διαβάζω. Ιδιαίτερα σε αυτήν τη νέα περίοδο που είναι ακόμη χειρότερο να διαβάζεις (για τον Στάλιν). Τότε, όπως και τώρα, βρίσκω μια σειρά πραγμάτων που είναι πολύ καλά”. (Γράμμα του Τσε προς τον René Ramos Latour, στις 14 Δεκέμβρη 1957, κορυφαίου μέλους του Κινήματος της 26ης Ιούλη που πέθανε στην μάχη).

Στην Κούβα δεν υπάρχει τίποτα δημοσιευμένο, εάν εξαιρέσουμε τα σοβιετικά τούβλα, τα οποία φέρουν τη δυσκολία ότι δεν σ’αφήνουν να σκεφτείς – το κόμμα σκέφτεται για σένα και συ πρέπει να το αφομοιώσεις. Θα ήταν αναγκαίο να δημοσιευθούν η πλήρης εργογραφία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν (υπογραμμισμένο από τον Τσε στο αυθεντικό έγγραφο της επιστολής) και άλλων σπουδαίων μαρξιστών. Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τους μεγάλους ρεβιζιονιστές (εάν θέλεις μπορείς να προσθέσεις τον Χρουστσώφ) και επίσης τον φίλο σου τον Τρότσκι ο οποίος υπήρξε και προφανώς έγραψε κάτι”. (Γράμμα στον Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος, πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημ. Contracorriente, Αβάνα, Σεπτέμβρης 1997).

Η πρωτότυπη ανάρτηση στα αγγλικά:

Che Guevara was NOT a Trotskyist

«I have yet to find a single credible source pointing to a case where Che executed ‘an innocent’. Those persons executed by Guevara or on his orders were condemned for the usual crimes punishable by death at times of war or in its aftermath: desertion, treason or crimes such as rape, torture or murder. I should add that my research spanned five years, and included anti-Castro Cubans among the Cuban-American exile community in Miami and elsewhere.”

— Jon Lee Anderson, author of Che Guevara: A Revolutionary Life, PBS forum.

Che Guevara was an anti-revisionist Marxist-Leninist and a strong supporter of Joseph Stalin. He was both opposed to Trotsky and Khrushchev. He hated Khrushchev and was very upset that Fidel Castro supported Soviet revisionism.

“We consider the Trotskyist party to be acting against the revolution.”

— (Che Guevara, 1961).

In November 1960, Che Guevara insisted on depositing a floral tribute at Stalin’s tomb even against the advice of the Cuban Ambassador to the USSR. This was more than four years after Khrushchev’s process of “De-Stalinisation” started.

Guevara’s fellow motorcyclist Alberto Ganado said that it was Stalin that Guevara “discovered” in the mid-fifties (Anderson pp.165-166, p.565).

In 1955 while in Mexico he sent a letter to his aunt signed with the words “Stalin II.”

“I think that the fundamental stuff that Trotsky was based upon was erroneous and that his ulterior behaviour was wrong and his last years were even dark. The Trotskyites have not contributed anything whatsoever to the revolutionary movement; where they did most was in Peru, but they finally failed there because their methods are bad.”(‘Annexes’, p. 402)

— quoted in “Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara,” from Revolutionary Democracy Journal

Although Guevara helped secure the release of some Trotskyists from prison in 1965, they were freed only on the condition that they cease their political activity (Revolutionary History 2000, Vol.7 No.3) pp.193-195, p.249).

“Along the way, I had the opportunity to pass through the dominions of the United Fruit, convincing me once again of just how terrible these capitalist octopuses are. I have sworn before a picture of the old and mourned comrade Stalin that I won’t rest until I see these capitalist octopuses annihilated.”

 – Letter to his aunt Beatriz describing what he had seen while traveling through Guatemala (1953); as quoted in Che Guevara: A Revolutionary Life (1997) by Jon Lee Anderson

“Trotsky, along with Khrushchev, belongs to the category of the great revisionists.”

– – (December 4, 1965: Letter to Armando Ηart)

“Trotsky was fundamentally wrong… Trotskyites ultimately failed because their methods are bad.”

 – (Apuntes criticos a la Economia Politica, 1964)

“In the so called mistakes of Stalin lies the difference between a revolutionary attitude and a revisionist attitude. You have to look at Stalin in the historical context in which he moves, you don’t have to look at him as some kind of brute, but in that particular historical context. I have come to communism because of daddy Stalin and nobody must come and tell me that I mustn’t read Stalin. I read him when it was very bad to read him. That was another time. And because I’m not very bright, and a hard-headed person, I keep on reading him. Especially in this new period, now that it is worse to read him. Then, as well as now, I still find a Seri of things that are very good.”

Che wrote on December 14 of 1957 a letter to René Ramos Latour (“Daniel”), National Coordinator of the Movimiento 26 de Julio who died in combat, the following:

“Because of my ideological background, I belong to those who believe that the solution of the world’s problems lies behind the so-called iron curtain and I see this Movement as one of the many inspired by the bourgeoisie’s desire to free themselves from the economic chains of imperialism.”

“In Cuba there is nothing published, if one excludes the Soviet bricks, which bring the inconvenience that they do not let you think; the party did it for you and you should digest it. It would be necessary to publish the complete works of Marx, Engels, Lenin, Stalin [underlined by Che in the original] and other great Marxists. Here would come to the great revisionists (if you want you can add here Khrushchev), well analyzed, more profoundly than any others and also your friend Trotsky, who existed and apparently wrote something.”

— (Che Guevara, Letter to Armando Hart Dávalos published in Contracorriente, Havana, September 1997, No. 9).

ΠΗΓΗ: «The Espresso Stalinist», 6 Αυγούστου 2011. Mετάφραση/Επιμέλεια: Guevaristas.

Η Νεολαία πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ομιλία του Τσε κατά το κλείσιμο σεμιναρίου που είχε διοργανώσει η Ένωση Νέων Κομμουνιστών του Υπουργείου Βιομηχανίας με τίτλο «Η νεολαία και η Επανάσταση». Εκφωνήθηκε στις 9 Μάη 1964 στην Αβάνα.

Αυτό το φορτίο το κουβαλά κανείς για αρκετό καιρό και είναι δύσκολο να αποκοπεί από την σκέψη των ανθρώπων από τη μία μέρα στην άλλη – ακόμα και όταν διακηρρύσσεται ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επανάστασης. Μάλιστα, η διακήρυξη αυτή καθυστέρησε σε σχέση με το ίδιο το γεγονός, γιατί υπήρχε ήδη μια σοσιαλιστική επανάσταση αφού είχαμε αναλάβει τον έλεγχο των περισσότερων από τα βασικά μέσα παραγωγής. Από πολιτική άποψη όμως δεν συμβαδίζαμε πλήρως με όλες τις κατακτήσεις που σημείωνε η επανάσταση στον οικονομικό τομέα και σε ορισμένες πτυχές του ιδεολογικού τομέα.

Αυτή η ιδιαιτερότητα της επανάστασης μας επιβάλλει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν πρόκειται να χαρακτηρίσουμε το κόμμα μας ως ηγεσία της εργατικής τάξης στο σύνολο της και ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τις συγκεκριμένες σχέσεις που αναπτύσσει με καθεμία από αυτές τις διοικητικές δομές όπως ο στρατός, ο μηχανισμός ασφάλειας κλπ. Το κόμμα μας δεν διαθέτει ακόμη καταστατικό, ούτε καν είναι ακόμη οριστικά διαμορφωμένο. Η ερώτηση, λοιπόν, είναι: Γιατί δεν υπάρχει καταστατικό; Εμπειρία υπάρχει μεγάλη και μάλιστα εμπειρία που έχει σχεδόν πενήντα χρόνια πρακτικής εφαρμογής. Τι είναι αυτό που συμβαίνει άραγε; Υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα σχετικά με αυτήν την εμπειρία στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε, ερωτήματα όμως που δεν μπορούμε να απαντήσουμε με τρόπο αυθόρμητο ούτε και με μια ανάλυση επιφανειακή γιατί οι συνέπειες για το μέλλον της επανάστασης είναι καθοριστικές.

Στην Κούβα η ιδεολογία των προηγούμενων κυρίαρχων τάξεων επιβιώνει επειδή αντανακλάται στις συνειδήσεις των ατόμων, όπως περιέγραψα προηγούμενως. Είναι επίσης παρούσα γιατί εισάγεται διαρκώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες – το κέντρο συντονισμού της διεθνούς αντίδρασης – οι οποίες εξάγουν συμμορίες, δολιοφθορείς και προπαγανδιστές κάθε λογής, και με τις αδιάκοπες εκπομπές τους ουσιαστικά έχουν πρόσβαση σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, με εξαίρεση την Αβάνα. Ο λαός της Κούβας βρίσκεται συνεπώς σε συνεχή επαφή με την ιδεολογία των ιμπεριαλιστών. Η ιδεολογία αυτή διαμορφώνεται κατάλληλα εντός της χώρας μέσω μηχανισμών προπαγάνδας επιστημονικά σχεδιασμένων ώστε να προβάλλουν την σκοτεινή πλευρά ενός συστήματος σαν το δικό μας, το οποίο αναγκαστικά θα έχει και σκοτεινές πλευρές. Αυτό συμβαίνει διότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο και επειδή όσοι από εμάς έχουμε ηγηθεί της επανάστασης έως τώρα δεν είμαστε επαγγελματίες οικονομολόγοι και πολιτικοί, με πλούσια εμπειρία και ένα επιτελείο από πίσω απ’ τον καθένα μας.

Την ίδια στιγμή, προβάλλουν τις πιο εκθαμβωτικές και φετιχιστικές όψεις του καπιταλιστικού συστήματος. Όλα αυτά εισάγονται στη χώρα και συχνά επιδρούν στο υποσυνείδητο πολλών ανθρώπων. Φέρνουν επίσης στην επιφάνεια απωθημένα συναισθήματα που δεν είχαν καν αγγιχτεί λόγω της ταχύτητας της διαδικασίας και της μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης η οποία απαιτήθηκε για να υπερασπιστούμε την επανάσταση μας – όπου η λέξη «επανάσταση» συνδέθηκε με τη λέξη «πατρίδα», με την υπεράσπιση όλων των συμφερόντων μας. Αυτό είναι ότι ιερότερο για τον καθέναν, ανεξάρτητα ακόμα και από την ταξική του προέλευση.

Απέναντι στην απειλή μιας θερμοπυρηνικής επίθεσης, όπως τον Οκτώβρη (του 1962), η συσπείρωση του λαού ήταν αυτόματη. Πολλοί άνθρωποι που ούτε σκοπία δεν είχαν εμφανιστεί για να φυλάξουν ποτέ τους στις πολιτοφυλακές προσφέρθηκαν να πολεμήσουν. Συντελέστηκε μια μεταμόρφωση κάθε ανθρώπου μπροστά στην κατάφωρη αδικία. Καθένας ήθελε να εκδηλώσει την αποφασιστικότητα του να αγωνιστεί για την πατρίδα του. Και είχα να κάνει επίσης με την απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος όταν βρίσκεται μπροστά σε έναν κίνδυνο από τον οποίον δε μπορεί να ξεφύγει με κανέναν τρόπο τηρώντας ουδέτερη στάση – γιατί απέναντι στις ατομικές βόμβες δεν υπάρχει ουδετερότητα, ούτε πρεσβείες, ούτε τίποτα. Τα εξολοθρεύουν όλα.

Έτσι έχουμε πορευτεί: με άλματα, άλματα ακανόνιστα, όπως προχωρούν όλες οι επαναστάσεις, εμβαθύνοντας όμως την ιδεολογία μας συγκεκριμένους τομείς, μαθαίνοντας όλο και πιο πολύ, συγκροτώντας σχολές μαρξισμού. Ταυτόχρονα, ανησυχούμε διαρκώς μήπως, μέσα από αυτήν την κριτική στάση απέναντι στα καθήκοντα του κόμματος σε κάθε επίπεδο του κρατικού μηχανισμού, οδηγηθούμε σε στάσεις που θα αδρανοποιήσουν την επανάσταση και θα εισαγάγουν συγκαλλυμένα τις μικροαστικές αντιλήψεις ή την ιδεολογία του ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα δεν έχουμε οργανώσει κατάλληλα το κόμμα – γι’ αυτό δεν έχουμε ακόμη εξασφαλίσει τον αναγκαίο βαθμό θεσμοποίησης στα ανώτερα επίπεδα του κράτους.

Μας απασχολούν, όμως, και ορισμένα άλλα ζητήματα. Πρέπει να οικοδομήσουμε κάτι καινούργιο που να μπορεί να εκφράζει με σαφήνεια τις σχέσεις που, κατά την κρίς μας, πρέπε να υπάρχουν ανάμεσα στις μάζες και στα άτομα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, τόσο άμεσα όσο και μέσω του κόμματος. Έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται πιλοτικά διάφορα μοντέλα τοπικής αυτοδιοίκησης: ένα από αυτά βρίσκεται στο Ελ Κάνο, άλλο στο Γκουίνες και ένα άλλο στο Ματάνζας. Μέσα από αυτά τα πιλοτικά προγράμματα, παρατηρούμε διαρκώς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα όλων αυτών των διαφορετικών συστημάτων – στα οποία ενυπάρχουν σπέρματα ενός ανώτερου τύπου οργάνωσης – και ότι αντιπροσωπεύουν για την ανάπτυξη της επανάστασης και, κυρίως, για την ανάπτυξη του κεντρικού σχεδιασμού.

Μέσα σε αυτήν την πανσπερμία, μέσα από τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις υποστηρικτών διαφορετικών ιδεών, ακόμη και αν δεν υπήρχαν τάσεις ή καθορισμένα ρεύματα, άρχισε να αναπτύσσεται και το έργο της νεολαίας. Η οργάνωση νεολαίας άρχισε να λειτουργεί αρχικά ως παρακλάδι του Αντάρτικου Στρατού, κατέκτησε ένα μεγαλύτερο ιδεολογικό βάθος στην συνέχεια, και τέλος, εξελίχθηκε στην Ένωση Νέων Κομμουνιστών – σε έναν προθάλαμο θα λέγαμε για να γίνει κανείς μέλος του κόμματος, πράγμα το οποίο προϋποθέτει την υποχρέωση να αποκτήσει μια ανώτερη ιδεολογική κατάρτηση. Γύρω από αυτά τα ζητήματα δεν έγινε καμία πραγματική συζήτηση, αν και υπήρξαν κάποιες συζητήσεις σχετικά με το ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της οργάνωσης νεολαίας από πρακτική άποψη. Θα πρέπει η νεολαία να συναντιέται τρεις, τέσσερις ή πέντε ώρες για να συζητά φιλοσοφικά ζητήματα; Μπορεί να το κάνει, κανείς δεν λέει ότι δεν επιτρέπεται. Είναι απλώς ένα θέμα ισορροπίας και στάσης απέναντι στην επανάσταση, το κόμμα και κυρίως απέναντι στο λαό. Το γεγονός ότι η νεολαία καταπιάνεται με θεωρητικά ζητήματα δείχνει ότι έχει κατακτήσει ένα θεωρητικό βάθος. Όταν όμως το μόνο που κάνει είναι να ασχολείται με θεωρητικά ζητήματα, σημαίνει ότι η νεολαία δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη μηχανιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων και βρίσκεται σε σύγχυση όσον αφορά τους στόχους της.

Έχει γίνει επίσης λόγος για τον αναγκαίο αυθορμητισμό, για τη χαρά της νιότης. Η νεολαία λοιπόν – αναφέρομαι στο σύνολο τα ης και όχι συγκεκριμένα σε αυτήν την ομάδα του Υπουργείου – οργάνωσε τη χαρά. Και οι ηγέτες της βάλθηκαν να αναλογίζονται τι είναι αυτό που οφείλουν να κάνουν οι νέοι, οι οποίοι εξ ορισμού θα πρέπει να είναι χαρούμενοι. Και αυτό ακριβώς μετέτρεπε τους νέους σε γέρους. Γιατί θα πρέπει ένας νέος άνθρωπος να κάτσει να σκεφτεί πως έπρεπε να είναι η νεολαία; Να κάνει απλά αυτό που σκέπτεται, αυτό θα πρέπει να χαρακτηρίζει τη νεολαία. Όμως συνέβαινε το αντίθετο, γιατί υπήρχε μια μερίδα ηγετών της νεολαίας που ήταν πραγματικά γερασμένη. Τότε είναι που η χαρά και ο αυθορμητισμός της νεολαίας γίνονται κάτι επιφάνειακό. Θα πρέπει για μια ακόμα φορά να είμαστε προσεκτικοί σε αυτό το ζήτημα και να μην συγχέουμε τη χαρά, τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό που διακρίνει τη νεολαία όλου του κόσμου – και κυρίως την κουβανική, λόγω των χαρακτηριστικών του κουβανικού λαού – με την επιπολαιότητα.

Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μπορεί κανείς και πρέπει να είναι αυθόρμητος και χαρούμενο, πρέπει όμως την ίδια στιγμή να είναι και σοβαρός. Τίθεται λοιπόν εδώ ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα, ως προς την θεωρητική του διάσταση. Γιατί, με απλά λόγια, αυτό σημαίνει να είναι κανείς Νέος Κομμουνιστής. Δεν πρέπει να χρειάζεται να σκεφτείς πως θα πρέπει να είσαι, είναι κάτι που πρέπει να βγαίνει από μέσα σου.

Δεν ξέρω αν εισχωρώ σε βαθιά ημι-φιλοσοφικά νερά, αναφέρομαι όμως σε ένα από τα θέματα που μας έχουν απασχολήσει περισσότερο απ’ όλα. Ο κύριος τρόπος με τον οποίο η νεολαία θα πρέπει να δείχνει τον δρόμο προς τα εμπρός είναι ακριβώς με το να βρίσκεται στην πρωτοπορία σε καθέναν από τους τομείς εργασίας που συμμετέχει. Αυτός είναι ο λόγος που πολλές φορές είχαμε διάφορα μικροπροβλήματα με τη νεολαία: γιατί δεν έκοβε όσο ζαχαροκάλαμο όφειλε να κόψει, γιατί δεν συμμετείχε αρκετά στις εθελοντικές εργασίες. Με δυο λόγια, κανείς δεν μπορεί να καθοδηγήσει με τη θεωρία και μόνο, ούτε μπορεί να υπάρξει σταρτός αποτελούμενος από στρατηγούς. Ο στρατός μπορεί να έχει έναν στρατηγό, και αν είναι πολύ μεγάλος, μπορεί να έχει περισσότερους στρατηγούς και έναν γενικό διοικητή. Αν όμως δεν υπάρχουν αυτοί που θα πάνε στο πεδίο της μάχης, δεν υπάρχει στρατός. Και αν στο πεδίο της μάχης ο στρατός δεν καθοδηγείται από εκείνους που έχουν πάει και οι ίδιοι στο μέτωπο για να πολεμήσουν, αυτός ο στρατός είναι άχρηστος. Ένα από τα χαρακτηριστικά του δικού μας αντάρτικου στρατού ήταν ότι εκείνοι που προάγονταν σε έναν από τους τρείς και μοναδικούς βαθμούς του στρατού – υπολοχαγός, λοχαγός ή διοικητής – ήταν μόνο όσο είχαν με κάποιον τρόπο διακριθεί στο πεδίο της μάχης χάρη στις ατομικές τους αρετές.

Στους δύο πρώτους βαθμούς – του υπολοχαγού και του λοχαγού – ανήκαν όσοι διηύθυναν τις επιχειρήσεις των μαχών. Έχουμε ανάγκη συνεπώς από υπολοχαγούς και λοχαγούς ή όπως αλλιώς θέλετε να τους ονομάσουμε. Θα μπορούσαμε αν θέλετε να τους αφαιρέσουμε τον στρατιωτικό τίτλο. Τα άτομα, όμως, που θα βρίσκονται στην ηγεσία πρέπει να ηγούνται με τα ο παράδειγμα που δίνουν. Το να ακολουθήσεις κάποιον ή να κάνεις τους άλλους να σε ακολουθήσουν είναι ένα έργο που ορισμένες φορές μπορεί να γίνει δύσκολο. Είναι όμως απείρως πιο εύκολο από το να υποχρεώσεις κάποιους άλλους να βαδίσουν σε ένα μονοπάτι ανεξερεύνητο όπου κανείς δεν έχει ακόμη περπατήσει.
Η νεολαία μένει να αναλάβει τα μεγάλα ζητήματα που έχει προτάξει η κυβέρνηση, ως ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις λαϊκές μάζες, να τα μετατρέψει σε δική της υπόθεση και στον δρόμο αυτό να πορευτεί στην πρωτοπορία. Με την καθοδήγηση και τον προσανατολισμό του κόμματος, η νεολαία θα πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία.

Με την απόρριψη όλων των λανθασμένων τρόπων λειτουργίας της ηγεσίας και την εκλογή ως μελών του κόμματος των παραδειγματικών εργαζομένων, των πρωτοπόρων εργαζομένων οι οποίοι στον χώρο εργασίας μπορούσαν να μιλήσουν με κύρος, των ίδιων πρωτοπόρων εργαζομένων που πήγαιναν στο μέτωπο, συντελείται η πρώτη ποιοτική αλλαγή στο κόμμα μας. [Σημ: Ως μέρος της αναδιοργάνωσης των Ενοποιημένων Επαναστατικών Οργανώσεων και της συγκρότησης τα ου Ενωμένου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, το 1962-1963, καθιερώθηκε μια διαδικασία κατά την οποία οι εργαζόμενοι εκλέγονται από τους συναδέλφους τους, σε συνελεύσεις που πραγματοποιούνται στους χώρους εργασίας, για την ομάδα από την οποία το κόμμα εκλέγει τα μέλη του. Αυτή η διαδικασία ισχύει μέχρι σήμερα στο Κομουνιστικό Κόμμα Κούβας].

Η αλλαγή αυτή, χωρίς να είναι η μοναδική, και συνοδευόμενη στην συνέχεια από μια σειρά οργανωτικών μέτρων, αποτελεί την πιο σημαντική πτυχή της μετεξέλιξης μας. Έχει επίσης υπάρξει μια σειρά αλλαγών όσον αφορά τη νεολαία.
Η δική μου τώρα επιμονή σε αυτό το σημείο – κάτι που κατ’ επανάληψη σας έχω εκφράσει – είναι να μην πάψετε να είστε νέοι, να μην μετατραπείται σε γέρους θεωρητικούς ή σε θεωρητικολόγους. Να διατηρήσετε τη φρεσκάδα και τον ενθουσιασμό της νιότης. Να είστε ικανοί να αφουγκράζεστε τα μεγάλα κελεύσματα της κυβέρνησης, να τα αφομοιώνετε και να γίνεστε η κινητήρια δύναμη ολόκληρου του μαζικού κινήματος, βαδίζοντας στην πρωτοπορία. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μπορείτε να κρίνετε ποιοι είναι οι σημαντικοί τομείς στους οποίους η κυβέρνησης δίνει μεγαλύτερη έμφαση – μια κυβέρνηση που εκπροσωπεί το λαό και είναι την ίδια στιγμή ένα κόμμα.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει κανείς να αξιολογεί τα πράγματα και να θέτει προτεραιότητες. Αυτά είναι τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει η οργάνωση νεολαίας. Μιλήσατε για την τεχνολογική επανάσταση. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, ένας από τους πιο συγκεκριμένους στόχους που προσιδιάζει στην ιδιοσυγκρασία των νέων. Δεν μπορεί όμως κανείς να πραγματοποιήσει την τεχνολογική επανάσταση από μόνος του, μια που είναι κάτι που συντελείται σε όλο τον κόσμο, σε κάθε χώρα, σοσιαλιστική και μη σοσιαλιστική – αναφέρομαι στις ανεπτυγμένες χωρες φυσικά.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες συντελείται μια τεχνολογική επανάσταση. Στη Γαλλία υπάρχει μια ισχυρή τεχνολογική επανάσταση, όπως και στη Βρετανία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Και οι χώρες αυτές σίγουρα δεν είναι σοσιαλιστικές. Η τεχνολογική επανάσταση πρέπει συνεπώς να έχει ένα ταξικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Για να υπάρξει αυτό, απαιτείται μια μεταμόρφωση της νεολαίας, ώστε να γίνει μια πραγματική κινητήριος δύναμη. Είναι απαραίτητο να εξαλειφθούν, με άλλα λόγια, όλα τα κατάλοιπα της παλιάς κοινωνίας που έχει πεθάνει. Δεν μπορούμε να δούμε την τεχνολογική επανάσταση ανεξάρτητα από μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αν δεν υπάρχει μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια σοσιαλιστική τεχνολογική επανάσταση.

Πρόκειται απλά για τον αντικατοπτρισμό στο εσωτερικό της Κούβας της τεχνολογοικής επανάστασης που συντελείται με μεγάλα βήματα χάρη στις πρόσφατες επιστημονικές εφευρέσεις και ανακαλύψεις. Αυτά είναι γεγονότα που δεν μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Η κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία συνίσταται στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην συνείδηση του κάθε ατόμου, αλλαγές που αναγκαστικά απαιτούν πολύ χρόνο. Δεν μπορεί κανείς να έχει την αξίωση οι αλλαγές αυτές να ολοκληρωθούν σε μια σύντομη χρονική περίοδο, κατά την οποία η εργασία θα εξακολουθεί να έχει τον ίδιο χαρακτήρα που έχει και σήμερα – θα εξακολουθεί να είναι μια καταναγκαστική κοινωνική υποχρέωση – ώσπου να μετατραπεί σε κοινωνική ανάγκη. Αν σε κάθε μας βήμα συνδιάζουμε την ικανότητα να μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας, γενικεύοντας την στάση μας απέναντι στη μελέτη της νέας τεχνολογίας, με την ικανότητα να αποδίδουμε στις θέσεις εργασίας μας ως μέλη της πρωτοπορίας, τότε θα προχωρήσουμε. Και αν σταδιακά συνηθίσετε να μετατρέπετε την παραγωγική σας εργασία σε κάτι που με το πέρασμα του χρόνου γίνεται ανάγκη, τότε αυτόματα θα γίνετε η πρωτοπόρα ηγεσία της νεολαίας και δεν θα προβληματιστείτε ξανά για το τι οφείλετε να κάνετε. Θα κάνετε απλά ότι τη δεδομένη στιγμή σας φαίνεται πιο λογικό. Δεν θα χρειάζεται να ψάχνετε να βρείτε τι είναι αυτό που ικανοποιεί τη νεολαία.

Θα είστε συγχρόνως νέοι αλλά και εκπρόσωποι της πρωτοπορίας της νεολαίας. Όσοι είναι νέοι, προπαντός νέοι στο πνεύμα, δεν χρειάζεται να ανησυχούν για το τι πρέπει να κάνουν για να ευχαριστήσουν τους άλλους. Να κάνετε απλά ότι είναι απαραίτητο, ότι σας φαίνεται λογικό τη δεδομένη στιγμή. Έτσι η νεολαία θα γίνει ηγεσία. Σήμερα έχουμε ξεκινήσει μια διαδικασία πολιτικοποίησης, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, του Υπουργείου Βιομηχανίας. Το Υπουργείο είναι ένας πολύ ψυχρός χώρος, ένας πολύ γραφειοκρατικός χώρος, μια φωλιά βαρετών και σχολαστικών γραφειοκρατών, από τον υπουργό και κάτω, που βασανίζονται αδιάκοπα με συγκεκριμένα καθήκοντα προκειμένου να βρουν νέες σχέσεις και νέες συμπεριφορές. Εσείς λοιπόν ως οργάνωση νεολαίας παραπονεθήκατε ότι δεν παρακολούθησαν πολλοί τις εκδηλώσεις που οργανώσατε – ο χώρος ήταν άδειος τις μέρες που δεν ήμουν εγώ – και θα θέλατε να κάνω μια παρατήρηση. Μπορώ να πω κάτι, δεν μπορώ όμως να ζητήσω από κανέναν να έρθει εδώ. Τι ακριβώς συμβαίνει; Το πρόβλημα είναι απλά ότι είτε υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας, είτε υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος, και ότι σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν έχει αντιμετωπιστεί από τους ανθρώπους που έχουν επιφορτιστεί να το κάνουν. Και αυτό είναι ένα συγκεκριμένο καθήκον του Υπουργείου. Είναι καθήκον της οργάνωσης νεολαίας, να υπερνικήσει την αδιαφορία που υπάρχει στο Υπουργείο. Αναμφίβολα, πάντα υπάρχει περιθώριο για ανάλυση και αυτοκριτική. Είναι πάντα επίκαιρη η εκτίμηση ότι δεν γίνονται όλα όσα είναι απαραίτητα ώστε να υπάρχει μια διαρκής επικοινωνία με τον κόσμο.

Σωστά. Όταν όμως κάποιος κάνει αυτοκριτική, πρέπει να είναι ολοκληρωμένη. Αυτοκριτική βέβαια δεν σημαίνει αυτομαστίγωση, αλλά έχει να κάνει με την ανάλυση της στάσης του καθενός. Και επιπλέον ο τεράστιος φόρτος εργασίας που κουβαλά ο καθένας στις πλάτες του – όπου στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο τα καθήκοντα – σημαίνει ότι γίνεται πιο δύσκολο να υπάρξει μια άλλου είδους σχέση, να επιδιώξει κανείς μια σχέση πιο ανθρώπινη, θα μπορούσαμε να πούμε, μια σχέση λιγότερο εγκλωβισμένη στα γραφειοκρατικά κανάλια που σκάβουμε μέσα από το ατελείωτο χαρτομάνι.

Αυτό θα έρθει με τον καιρό, όταν η δουλειά δεν θα είναι τόσο πιεστική, όταν θα μπορεί κανείς να βασιστεί σε έναν επαρκή αριθμό στελεχών, όταν θα εκπληρώνονται πάντα όλα τα καθήκοντα, και όταν θα έχει εκλείψει η δυσπιστία απέναντι στην εργασία που είναι ένα από τα επονείδιστα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρο αυτό το στάδιο της επανάστασης μας. Σήμερα είναι απαραίτητο να ελέγχει κανείς προσωπικά κάθε έγγραφο, να κάνει ο ίδιος τους υπολογισμούς των στατιστικών στοιχείων, και πάλι ανακύπτουν λάθη. Όταν λοιπόν όλη αυτή η περίοδος παρέλθει – ήδη πλησιάζει προς το τέλος της και σύντομα θα εκλείψει – και όταν όλα τα στελέχη ισχυροποιηθούν, όταν θα έχουμε όλοι μας προοδεύσει λίγο ακόμα, τότε φυσικά θα υπάρχει χρόνος για άλλου είδους σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο υπουργός ή ο διευθυντής θα βγαίνει να ρωτάει τον καθένα πως είναι η οικογένεια του. Σημαίνει ότι θα μπορούμε να οργανώσουμε σχέσεις που να μας επιτρέπουν να εργαζόμαστε καλύτερα και μέσα στο υπουργείο αλλά και έξω από αυτό, έτσι ώστε να γνωριστούμε καλύτερα.

Γιατί στόχος του σοσιαλισμού σήμερα, σε αυτήν τη φάση οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, δεν είναι απλά η δημιουργία αστραφτερών εργοστασίων. Τα εργοστάσια αυτά φτιάχνονται με στόχο τον ολοκληρωμένο άνθρωπο. Ο άνθρωπος θα πρέπει να μετασχηματίζεται παράλληλα με την ανάπτυξη της παραγωγής. Δεν θα κάναμε τη δουλειά μας αν ήμασταν αποκλειστικά παραγωγοί εμπορευμάτων και πρώτων υλών και δεν ήμασταν ταυτοχρόνως ικανοί να παράγουμε ανθρώπους. Πρόκειται εδώ για μια απο τις αποστολές της νεολαίας: να ωθήσει και να καθοδηγήσει, μέσω του παραδείγματος της, τη δημιουργία του μελλοντικού ανθρώπου. Σε αυτό το έργο δημιουργίας και καθοδήγησης συμπεριλαμβάνεται και η συγκρότηση του εαυτού μας, γιατί απέχουμε όλοι από το να είμαστε τέλειοι. Και όλοι θα πρέπει να βελτιωνόμαστε μέσα από τη δουλειά μας, τις διαπροσωπικές σχέσεις, μέσα από της σοβαρή μελέτη και τις αντιπαραθέσεις με κριτικό πνεύμα. Όλα αυτά συμβάλλουν στον μετασχηματισμό του ανθρώπου. Αυτό το γνωρίζουμε, μια που έχουν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τον θρίαμβο της επανάστασης μας. Επτά χρόνια πέρασαν επίσης από τότε που οι πρώτοι από εμάς αποβιβάστηκαν και ξεκίνησαν τον αγώνα, την τελική φάση του αγώνα. Όποιος κοιτάξει προς τα πίσω και αναλογιστεί πως ήταν ο ίδιος πριν επτά χρόνια θα αντιληφθεί ότι η απόσταση που έχουμε διανύσει είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, αλλά και ότι απομένει ακόμη αρκετός δρόμος.

Αυτοί είναι οι στόχοι μας. Είναι σημαντικό για τη νεολαία να κατανοήσει ποιός είναι ο ρόλος της και ποια είναι η βασική της αποστολή. Δεν χρειάζεται να παραφουσκώνει την σημασία του ρόλου αυτού, ούτε να θεωρεί τον εαυτό της ως κέντρο του σοσιαλιστικού σύμπαντος. Θα πρέπει όμως να βλέπει τον εαυτό της ως έναν σημαντικό κρίκο, έναν πολύ σημαντικό κρίκο που μας δείχνει το μέλλον.
Εμείς οδεύουμε προς τη δύση, παρόλο που, κατά μία έννοια γεωγραφική, ανήκουμε ακόμη στη νεολαία. Έχουμε φέρει σε πέρας πολλά δύσκολα καθήκοντα. Είχαμε την ευθύνη της καθοδήγησης μιας χώρας σε στιγμές τρομακτικά δύσκολες και αυτό βέβαια γερνά και φθείρει τους ανθρώπους. Σε μερικά χρόνια το καθήκον όσων από εμάς έχουν απομείνει θα είναι να αποσυρθούμε σε χειμερινά καταλύματα αφήνοντας τους νέους να καταλάβουν τις θέσεις μας. Όπως και να έχουν τα πράγματα, πιστεύω οτι εκπληρώσαμε με αρκετή αξιοπρέπεια μια αποστολή πολύ σημαντική. Δεν θα ήταν, όμως, το έργο μας ολοκληρωμένο αν δεν ξέραμε ποια είναι η κατάλληλη στγμή να αποσυρθούμε. Συμπληρωματικά, μια άλλη αποστολή σας είναι να διαμορφώσετε τους ανθρώπους που θα μας αντικαταστήσουν, έτσι ώστε το γεγονός ότι εμείς θα καλυφθούμε από τη λήθη, σαν κάτι που ανήκει στο παρελθόν, να αναδειχθεί σε ένα από τα πιο σημαντικά κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογήσουμε τη δράση ολόκληρης της νεολαίας και ολόκληρου του λαού.

Πηγή: Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους (Che Guevara habla a la juventud / Che Guevara talks to young people), Pathfinder Press, 2000. Ελληνική Έκδοση: Διεθνές Βήμα, 2004.